Trash Politics (Πολιτικά απόβλητα στην ημερήσια διάταξη) Εκτύπωση
Τεύχος 41, περίοδος: Οκτώβριος - Δεκέμβριος 1992


TRASH POLITICS
Πολιτικά απόβλητα στην ημερήσια διάταξη
της Σύνταξης

«Η μάχη των συντεχνιών ενάντια στην κυβέρνηση είναι ο αγώνας του παλιού και του άδικου ενάντια στο νέο και το δίκαιο».

Α. Ανδριανόπουλος Υπουργός Επικρατείας*

«Πολωνική επίθεση ενάντια στον πομπό Γκλάιβιτς. Θα το μεγαλοποιήσουμε όσο γίνεται. Τώρα περνάμε πάλι στην επίθεση. Μόνο στον αγώνα αισθάνεται κανείς καλά».

Dr. Joseph Goebbels Propagandaminister*

Συγκριτική γλωσσολογία*

Ο κλάδος αυτός της σύγχρονης γλωσσολογίας αποτελεί έναν από τους πλέον δύσβατους στη σύγχρονη επιστημονική έρευνα στον τομέα των γλωσσικών ιδιωμάτων. Πρόκειται για τον κλάδο εκείνο που κατέστησε σαφές ότι δεν είναι δυνατόν να αναμένει κανείς από τη μεταγλώττιση κειμένων ενός γλωσσικού ιδιώματος σε κάποιο άλλο την επακριβή απόδοση όρων, που ενδέχεται να μην έχουν το ακριβές αντίστοιχο τους στη γλώσσα μετάφρασης του κειμένου. Γνωρίζοντας τούτο το πόρισμα που χαίρει απόλυτης εμπιστοσύνης από μέρους των ειδικών επιστημόνων αυτού του κλάδου, οι ΘΕΣΕΙΣ έκριναν σκόπιμο, προκειμένου να αποφύγουν εύκολα παραστρατήματα, που όμως δύσκολα διορθώνονται στη συνέχεια, να απευθυνθούν στους εγκυρότερους επιστήμονες αυτού του κλάδου και να ζητήσουν τη γνώμη τους αναφορικά με την πιθανή αντιστοιχία μεταξύ των δυο λέξεων που φέρουν τον χαρακτηριστικό αστερίσκο. Η απάντηση τους δεν άφηνε κανένα περιθώριο αμφιβολίας και αμφισβήτησης. Οι δυο όροι αποτελούν ταυτόσημη απόδοση, σε δυο διαφορετικά γλωσσικά ιδιώματα του κοινού ινδοευρωπαϊκού γλωσσικού κλάδου, ενός και του αυτού νοήματος: της «διαφώτισης», υπό την έννοια που η λέξη έχει προσλάβει μετά τον Ευρωπαϊκό Διαφωτισμό. Η δε γερμανική απόδοση της έννοιας είναι κατά τη γνώμη των ειδικών, εξελιγμένη μορφή του ελληνικού όρου, παρά το γεγονός ότι ιστορικά έχει προηγηθεί. Τούτο το γλωσσικό παράδοξο, που φαίνεται να αντιστρατεύεται την παραδεδομένη εξελικτική αντίληψη για τα γλωσσικά πράγματα, θα επιχειρήσουμε να φωτίσουμε στη συνέχεια του άρθρου μας, αντλώντας επιχειρήματα από τα όσα σημαντικά συμβαίνουν στην Ελλάδα και διεθνώς την τελευταία περίοδο. Προτού προχωρήσουμε όμως σ' αυτό το εγχείρημα, είναι σκόπιμο να πραγματοποιήσουμε κατ' αρχάς μια μικρή παρακαμπτήριο διαμέσου ορισμένων εννοιολογικών αποσαφηνίσεων που θα μας χρησιμεύσουν ιδιαίτερα στην πορεία του σημειώματος αυτού.

Προπαγάνδας εγκώμιον

Γιατί παρεμβάλλουμε αυτή τη σύντομη αναφορά (και υπεράσπιση) της προπαγάνδας έναντι του κοινού ψεύδους; Μα διότι υπάρχει μια ουσιώδης διαφορά μεταξύ των δυο που καθιστά τη συνειδητή ή λανθάνουσα σύγχυση των δυο εννοιών αποκαλυπτική των προθέσεων, των στόχων και των ορίων του κρατικού λόγου. Δεν αναφερόμαστε βέβαια στις συνήθεις υπερβάσεις της κοινής λογικής στις οποίες επιδίδονται με καθημερινές ακροβασίες οι ιδεολογικοί μηχανισμοί του κράτους, στην προσπάθεια τους να ενσωματώσουν τις αντιστάσεις των κυριαρχούμενων κοινωνικών τάξεων. Εννοούμε κατά κύριο λόγο εκείνες τις απόπειρες συγκρότησης ενός συνεκτικού προπαγανδιστικού λόγου, που στερούνται των κύριων χαρακτηριστικών ενός φερέγγυου ιδεολογικού εγχειρήματος.

Έχουμε κατ' αρχάς τα γνωστά φληναφήματα του πρωθυπουργού για τους «γκρινιάρηδες των Αθηνών», ή για τις «συντεχνίες», ή. ακόμη για τη «μεγάλη πλειοψηφία του λαού που στηρίζει την κυβερνητική πολιτική»: το λάθος αυτής της άλογης στρατηγικής είναι ότι νομίζει πως εγκαλεί τη «σιωπηλή πλειοψηφία» με την τοποθέτηση κάποιων ιδιαίτερα κακοφτιαγμένων σκιάχτρων στην αυλή του κάθε σπιτιού, παραβλέποντας ότι τα σπίτια έχουν πάψει από καιρό να έχουν προϊόντα που χρήζουν προστασίας. Αυτή η πολυχρησιμοποιημένη μέθοδος δεν συνιστά προπαγάνδα, διότι αποτυγχάνει να εγγραφεί στο συλλογικό ασυνείδητο, όπως είχε κατορθώσει να κάνει ο πρύτανης των προπαγανδιστών του ναζισμού. Δεν συνιστά όμως και ψεύδος, υπό την ακριβολογική χροιά του όρου, διότι δεν αποπειράται να εμφανίσει δεδομένα με αρνητικό περιεχόμενο αλήθειας: όλα τα παραπάνω αποτελούν εκτιμήσεις και όχι δεδομένα, στοιχεία τα οποία θα μπορούσαν να ελεγχθούν, και είτε να γίνουν δεκτά, είτε να απορριφθούν. Οπότε καταλήγουμε στο τελικό συμπέρασμα, ότι οι ανωτέρω φραστικοί ελιγμοί συνιστούν υποκειμενικές αξιολογήσεις που δεν υπερβαίνουν τα στεγανά μιας συνειδητής συγκάλυψης των σχέσεων του ατόμου (ή του πολιτικού προσωπικού της κρατικής διαχείρισης) με την αντικειμενική πραγματικότητα που το περιβάλλει. Μια συγκάλυψη εμφανώς κακότεχνη, που μάλιστα συντελείται υπό την πίεση μιας πραγματικότητας εχθρικής προς τις επιδιώξεις τις οποίες έχει κληθεί να υλοποιήσει: πρόκειται για μια κοινή απάτη, η οποία έχει βεβαίως το ελαφρυντικό ότι συντελείται υπό την αμείλικτη πίεση των συσχετισμών δύναμης, που διαρκώς μειώνουν την αποδοτικότητα του κυρίαρχου κρατικού λόγου.

Από τα παραπάνω γίνεται προφανές ότι ο κρατικός λόγος διολισθαίνει συνεχώς από την αναγκαία προπαγάνδα, που αποτελεί το ανώτατο στάδιο συνοχής του και αποδεικνύει την ιδεολογική λειτουργία του, σε ολονέν απλούστερες (και λιγότερο αποδοτικές) μορφές, με επίκεντρο την απάτη, ενώ δεν κάνει την παραμικρή προσπάθεια να παραγάγει ψεύδη, απαραίτητο δομικό συστατικό για τη λειτουργία του προπαγανδιστικού υλικού. Μπροστά σ' αυτή τη δυσμενή ιδεολογική συγκυρία για τον κρατικό λόγο, επιχειρήθηκε από τους ιθύνοντες της κρατικής πολιτικής μια «φυγή προς τα εμπρός», με το διορισμό του Α. Ανδριανόπουλου στη θέση ενός Propagandaminister. Όμως, το εγχείρημα χώλαινε εξαρχής: ακόμη και αυτή η καταστατική πράξη της δημιουργίας του πόστου ενός αρχιπροπαγανδιστή έπεσε θύμα της στρατηγικής της απάτης. Ούτε καν έναν νεολογισμό δεν ήταν σε θέση να επινοήσουν, αλλά προσέφυγαν πάλι στην ευδιάκριτη και προφανή απάτη. Η επινόηση ψευδών απαιτεί όντως την παραγωγή δεδομένων και στοιχείων, που οι σημερινοί συσχετισμοί φαίνεται ότι καθιστούν ολονέν δυσχερέστερη. Για να μη μιλήσουμε βέβαια για την ανυπαρξία προπαγάνδας, άξιας του ονόματος αυτού. Πόσο καλά θα έκαναν οι ιθύνοντες να μελετούσαν τη νέα έκδοση του ημερολογίου του Dr. Goebbels εντρυφώντας στα διδάγματα που αφειδώς παρέχει η πολιτεία του ανδρός! Ίσως τότε να είχαν απλά τα μειονεκτήματα που παρατηρούνται στις καλές απομιμήσεις ανεπανάληπτων προτύπων.

Ας δούμε όμως αναλυτικότερα την πολιτεία του νέου υπουργού...

Trash

«Είναι δυνατόν να μπορεί έστω και κάποιος να υπαινίσσεται ότι είναι σκάνδαλο οι τιμές να διαμορφώνονται στον ελεύθερο χώρο της αγοράς, και δεν είναι σκάνδαλο, η κυβέρνηση να αποφασίζει ποιος βιομήχανος θα κερδίσει και πόσα από την παρουσία του στην αγορά;» (Flash, Σεπ. 92, σ. 79). Μπορεί και να είναι δυνατόν, όταν αυτός που διαμαρτύρεται βλέπει ότι με την «ελεύθερη αγορά» γίνεται μια θαυμάσια αναδιανομή εισοδήματος, ή καλύτερα ότι, μέσω αυτής της «ελευθερίας», το κράτος κάλλιστα αποφασίζει ποιος «βιομήχανος θα κερδίσει και πόσα» από την αφαίμαξη του εργατικού εισοδήματος. Μάθημα πρώτον του καλού προπαγανδιστή: καλή η απλούστευση, αλλά αποφεύγετε την καρικατούρα...

«Δεν είναι δυνατόν η κυβέρνηση, μέσα από το πλέγμα των περίφημων κρατικών προμηθειών, να είναι αυτή που ουσιαστικά κάνει πλούσιους ορισμένους επιχειρηματίες. Να φτιάχνει βιομηχάνους, με σίγουρη πελατεία, το κράτος. Σήμερα, οποιαδήποτε μεγάλη δουλειά, οποιοδήποτε έργο κι αν προχωρήσει το κράτος, θα συνοδευτεί από τρομακτικές συγκρούσεις ανάμεσα σε αντιμαχόμενους ιδιώτες. Γιατί κανένας δεν μπορεί να διανοηθεί ότι ο άλλος μπορεί να είναι πιο συμφέρων για το κράτος από αυτόν. Και αρχίζουν τα δημοσιεύματα, αρχίζουν οι κατηγορίες, αρχίζουν οι σκανδαλολογίες... Πίσω από όλα θα δείτε ότι υπάρχει κάποιο οικονομικό συμφέρον, το οποίο δεν μπόρεσε να πάρει τη δουλειά που ζητούσε» (στο ίδιο). Εδώ ο υπουργός μας είναι πολύ πλησιέστερα στο «αντιπλουτοκρατικό» μένος των προτύπων του, μόνο που η προσπάθεια του να επιτύχει πολλούς στόχους ταυτοχρόνως ακυρώνει την απόπειρα αναβάθμισης του ιδεολογικού πρωτογονισμού του. Υιοθετώντας μια παραλλαγή του λόγου της παραδοσιακής Αριστεράς, με τη θεωρία συγχώνευσης κράτους μονοπωλίων - χωρίς τις μονοπωλιακές τιμές όμως, κάνει ένα βήμα προς τις αυθόρμητες λαϊκές ιδεολογίες ενδύοντας τις με τον κλασικό λαϊκισμό της εξουσίας. Στη συνέχεια όμως επιλέγει την εύκολη λύση χρησιμοποιώντας το κατασκεύασμα του για συγκυριακές καθημερινές ανάγκες. Διότι το πρόβλημα και της κυβέρνησης, αλλά και του ίδιου προσωπικά από την προηγούμενη θητεία του στον τομέα των «αποκρατικοποιήσεων», είναι η συγκεκριμένη διαπλοκή της στο μεγάλο φαγοπότι της δωρεάν διανομής έτοιμου προς συσσώρευση κοινωνικού πλούτου. Άρα, δεν τον ενδιαφέρει μια ιδεολογική παρέμβαση γενικώς, αλλά η συγκεκριμένη άμβλυνση των συγκεκριμένων αιτιάσεων που προέρχονται από τους θιγόμενους πυλώνες της κρατικής εξουσίας. Ας αφήσουμε βέβαια κατά μέρος το γεγονός ότι τα ανωτέρω επιχειρήματα λειτουργούν σαν μπούμεραγκ αναφορικά με την περιώνυμη «κάθαρσιν» (πόσο μακριά αλήθεια φαντάζει σήμερα αυτή η περίοδος!). Μάθημα δεύτερον, λοιπόν: ο καλός προπαγανδιστής δεν συγχέει στόχους και εστιάζει την προσοχή του σε καθέναν απ' αυτούς ξεχωριστά και με τη σειρά...

«Νομίζω πως το κεντρικό πρόβλημα είναι ότι η Νέα Δημοκρατία ήρθε στην εξουσία υποχρεωμένη να εφαρμόσει ένα πρόγραμμα εκσυγχρονισμού και ριζικής αλλαγής της εθνικής οικονομίας, αλλά σε ένα πολιτισμικό και πολιτικό περιβάλλον που δεν είχε συνειδοτοποιήσει αυτές τις ανάγκες... Στην πρώτη διετία λοιπόν, η κυβέρνηση, χωρίς να δώσει αυτή τη μάχη, προσπάθησε να πάρει διάφορα μέτρα, σε μεγάλο βαθμό ταμειακά. Εκεί έχω βασικές και ριζικές διαφωνίες.» (στο ίδιο, σ. 78). Υπάρχει πρόβλημα «διγλωσσίας» εδώ, όπως συνηθίζεται να λέγεται. Διότι δεν είναι δυνατόν άλλοι υποπροπαγανδιστές να αναλώνουν όλο το χρόνο τους στην παραγωγή «αποδείξεων» ότι τα πάντα οφείλονται στα «βερεσέδια του ΠΑΣΟΚ», και το πρώτο κινούν του προπαγανδιστικού μηχανισμού να αναλύεται σε εκμυστηρεύσεις που αφήνουν να εννοηθεί ότι οι κοινωνικές αντιστάσεις ήταν τότε πολύ μεγάλες, ώστε έπρεπε να προετοιμασθεί το εγχείρημα συνολικής ανατροπής του συσχετισμού δύναμης με την «ταμειακή» φάση που υλοποιούσε την αναδιανομή, ως προάγγελο της μελλοντικής επίθεσης. Ας δώσουμε λοιπόν και το τρίτο μάθημα στον υπουργό: η αλήθεια σφυροκοπάται διαρκώς από τον προπαγανδιστή, είναι ενιαία και αδιαίρετη, δεν σχετικοποιείται από «ειλικρινείς εκμυστηρεύσεις», οι οποίες, όποτε υπάρχουν, εγκαλούν αποκλειστικά το θυμικό του δέκτη λειτουργώντας συγκινησιακά, ενώ ουδέποτε υψιπετούν σε σφαίρες εννοιών και διανοημάτων.

«Επιθυμούμε να υπογραμμίσουμε έγκαιρα και πριν ληφθούν οι οποιεσδήποτε κυβερνητικές αποφάσεις, την αντίθεση μας σε τυχόν νέα φορολογικά βάρη που θα διαταράξουν δυσμενώς την ομαλή πορεία μείωσης του πληθωρισμού στο διαμορφούμενο πλαίσιο ελεύθερης αγοράς, και που δεν εντάσσονται στη λογική της αντιμετώπισης συγκεκριμένων προβλημάτων της κατανάλωσης» (Καθημερινή, 9.8.92). Ο αντικρατιστής που επανήλθε στη μετά τον ανασχηματισμό κυβέρνηση από «νέο μετερίζι», φρόντισε δια της αντικρατιστικής μεθόδου της διοχέτευσης υπηρεσιακού εγγράφου του υπουργείου προς συναδέλφους του υπουργούς σε εφημερίδες που καλλιεργούν «ελεύθερα» το image νέων πολιτικών, να επιτύχει τον τετραγωνισμό του κύκλου. Να προασπίζεται μια πολιτική με την οποία διαφωνεί («νεοφιλελεύθερη είναι μια πολιτική που μειώνει τους φόρους, άρα η ΝΔ δεν είναι νεοφιλελεύθερη», MEGA 15.9.92), προφασιζόμενος λόγους κομματικής πειθαρχίας («όταν δίνεις μια μάχη πρέπει να έχεις την προσοχή σου στραμμένη μπροστά, και όχι στις γραμμές σου», στο ίδιο), λόγους κοινωνικής ευαισθησίας, διότι ο ίδιος ήταν υπέρμαχος μιας ριζικότερης εκκαθαριστικής πολιτικής («μου είπε τότε ο κύριος Μάνος ότι αν δεν επιβάλει τη φορολογία στη βενζίνη, θα πρέπει να γίνουν αμέσως 75.000 απολύσεις στο δημόσιο, οπότε και υποχώρησα», στο ίδιο), και τέλος την αταλάντευτη εμμονή της ΝΔ στην πορεία συρρίκνωσης του δημόσιου τομέα. Αυτό το θαυμάσιο μίγμα παλαιοκομμουνιστικής «ηθικής», κοινωνικού προφίλ και νεωτεριστικών φληναφημάτων πολύ απέχει από το να εμφανίζει την ομοιογένεια που απαιτείται για τη συνολική συγκρότηση του Propagandaminister. Μάθημα τέταρτον: ή θα προβάλει κανείς τις προσωπικές φιλοδοξίες μέσα από το καλά σταθμισμένο μίγμα διαφωνιών και πίστης προς «την παράταξη», ή θα επιλέξει το δρόμο του «διαφωτιστή», οπότε οι παρεκκλίσεις είναι ανεπίτρεπτες και ακυρωτικές για το εγχείρημα. Η μέση οδός που επιλέγει ο υπουργός είναι ακροβασία στο κενό χωρίς σκοινί...

«Φοβάμαι πως ο τόπος, τούτη την ώρα, περνάει μια περίοδο λήθαργου...

Είμαστε μια κοινωνία που δεν δημιουργεί. Που δεν ανοίγει ορίζοντες... Αυτό που θέλει ο τόπος σήμερα είναι η σηματοδότηση μιας εκστρατείας φιλελεύθερης αφύπνισης... Να δώσουμε στον καθένα τη δυνατότητα να δημιουργήσει, να φτιάξει κάτι και όχι να μαχόμαστε μονίμως για να μη χάσουμε αυτό που υπάρχει. Είναι τραγικό, θα σας δώσω ένα παράδειγμα: Έγιναν εκλογές στην Ουγγαρία και μου έκανε εντύπωση ότι μόνο σε ένα χωριό ουσιαστικά κέρδισε τις εκλογές το Κομμουνιστικό Κόμμα. Ξέρετε πού; Στο χωριό «Νίκος Μπελογιάννης», όπου ήταν όλοι Έλληνες...» (Flash, Σεπ. 92, σ. 78). θα προτείναμε να δώσει τη διάλεξη αυτή ο υπουργός σε ακροατήριο που να αποτελείται από ανέργους, δηλαδή κατ' εξοχήν άτομα επιδεκτικά των απόψεων του, καθότι δεν πρόκειται να μάχονται για να «μη χάσουν αυτό που έχουν». Εκεί θα μπορέσει να τους αναπτύξει την άποψη του, σύμφωνα με την οποία ανήκουν σε αυτή την κατηγορία ατόμων, που αποτελούν την πρώτη ύλη για τη νέα κοινωνία που οραματίζεται. Είμαστε απολύτως βέβαιοι ότι θα συναντήσει ευήκοον ους, και θα αισθανθεί και ο ίδιος ελεύθερος, μακριά από τον κοινωνικό «λήθαργο» που τον περιβάλλει. Ίσως τότε να δεχθεί και εκείνο το έθιμο που υπήρχε στην αρχαία Αθήνα, σύμφωνα με το οποίο αν κάποιος κατηγορούσε κάποιον άλλο γιατί δεν αναλάμβανε κοινωνικές υποχρεώσεις ανάλογες της προσωπικής περιουσίας του, τότε ο τελευταίος είχε το δικαίωμα να του ζητήσει - και ο πρώτος όφειλε τότε να το αποδεχθεί - να ανταλλάξουν τις περιουσίες τους. Ενδέχεται λοιπόν να του γίνει πρόταση από κάποιον άνεργο να ανταλλάξουν θέσεις, ώστε ο υπουργός να δείξει τις απεριόριστες δυνατότητες του μοντέλου που προπαγανδίζει...

Αλλά και η κορώνα «φυλετισμού» που εμπεριέχεται στο παραπάνω απόσπασμα είναι ενδεικτική των διολισθήσεων του υπουργού προς παραδοσιακά προπαγανδιστικά πρότυπα. Είχαμε έως τώρα ακούσει για άλλα δαιμόνια της φυλής, ουδέποτε όμως είχε αναφερθεί αυτή η ιδιότητα, της στείρας προσκόλλησης στην οπισθοδρόμηση και τον κοινωνικό λήθαργο των κομμουνιστών. Εδώ φρονούμε ότι θα πρέπει να εργασθεί αρκετά ο υπουργός προκειμένου να μας πείσει ότι όντως έχει αφομοιώσει τα μεγάλα πρότυπα του είδους. Με ένα παράδειγμα ουδέποτε στήθηκε θεωρία. Ας προσανατολίσει το επιτελείο του σε case studies, δίνοντας του μάλιστα και κάποιες ταπεινές υποδείξεις από περιπτώσεις που έχουν υποπέσει στην αντίληψη μας: ας μην μεταφερθεί τόσο μακριά, στην Ουγγαρία, αλλά ας ψάξει σε κυβερνητικές ανακοινώσεις και τη δραστηριότητα των κρατικών ιδεολόγων περί τα «μακεδονικά». Εκεί θα βρει πολλά στοιχεία «κοινωνικού λήθαργου», φαντασμάτων από το παρελθόν και συντηρητικών βρικολάκων, από ανθρώπους οι οποίοι, αντίθετα από τους κατοίκους του χωριού «Μπελογιάννης», ουδεμία ταλαιπωρία και δίωξη υπέστησαν, ενώ πάντοτε κολυμπούσαν μέσα στο βαθύ και ορμητικό ρεύμα των εκσυγχρονισμών: της «χρυσής οκταετίας» του Καραμανλή, της εκτροπής του '65, της χούντας, της ΝΔ, του ΠΑΣΟΚ, της «καθάρσεως» κλπ.

Όλα τα παραπάνω αποτελούν προφανώς μέρος της στρατηγικής του ανδρός. «Στρατηγικός στόχος είναι η ριζική αλλαγή της γλώσσας και των τόνων. Σε μια φιλελεύθερη πολιτική που λειτουργεί με τις αρχές της ελεύθερης αγοράς δεν ταιριάζει η οξύτητα. Ούτε συμφέρει. Πιστεύω στις συζητήσεις επί της ουσίας Οι τόνοι των κυβερνητικών ανακοινώσεων θα είναι χαμηλοί και ουσιαστικοί» (Κυριακάτικη, 15.8.92). Εξάλλου, προς τι η αντιπαράθεση όταν σε κάθε κυβερνητική ανακοίνωση επαναλαμβάνεται στερεότυπα ότι «οι αντιδράσεις στην κυβερνητική πολιτική είναι αδικαιολόγητες και άδικες ή ύποπτες, εφόσον όλοι συμφωνούν με την ακολουθούμενη πολιτική»;

Αν επιμείναμε στα παραπάνω, ο λόγος δεν είναι ότι αποκαλύπτεται η απελπιστική γύμνια του νέου προσώπου της κυβερνητικής προπαγάνδας, ούτε βέβαια η διασκεδαστική αφέλεια του νεοφώτιστου προπαγανδιστή. Εκείνο που κυρίως ενδιαφέρει, και αναδεικνύεσαι νομίζουμε σαφώς από τα παραπάνω, είναι ότι διανύουμε αυτή τη στιγμή μια ιδιαίτερα κρίσιμη φάση στη διελκυστίνδα των συσχετισμών δύναμης στην κοινωνική και πολιτική πάλη, που κατά τα φαινόμενα δεν διαγράφεται θετικά στην προοπτική της για τη νεοφιλελεύθερη επίθεση της κυβερνητικής πολιτικής. Ας δούμε λοιπόν στη συνέχεια ποιο είναι το επίδικο αντικείμενο στη σημερινή φάση, και πού στοχεύουν οι διάφορες όψεις της θερινής εφόδου της ΝΔ, προκειμένου να εκτιμήσουμε αν υφίστανται κάποιες αισθητές τροποποιήσεις των συντεταγμένων της συγκυρίας.

Politics

Η θερινή επέλαση της ΝΔ έχει σειρά όψεων που συνοψίζονται επιγραμματικά στα διάφορα νομοσχέδια που προώθησε και προωθεί προς ψήφιση στα θερινά τμήματα της Βουλής. Όλα αυτά τα εγχειρήματα νομοθετικής κάλυψης των πρωτοβουλιών που αναλαμβάνει στο κοινωνικό επίπεδο, φέρουν τη σφραγίδα μιας έντασης της εκκαθαριστικής πολιτικής που στοχεύει στη ριζική ανατροπή των συσχετισμών ανάμεσα σε κεφάλαιο και εργασία. Όμως, εδώ βρίσκεται ακριβώς το ευαίσθητο σημείο της κυβερνητικής πολιτικής: δηλαδή, ζητούμενο είναι το κατά πόσο η νομοθετική παρέμβαση αποτελεί επικύρωση ήδη διαμορφωμένων συσχετισμών δύναμης, ή απλά αξιοποιεί το μοχλό της κρατικής εξουσίας προκειμένου να επιβάλει δια της κρατικής βίας και καταστολής τους ευκταίους μετασχηματισμούς. Για να απαντήσουμε στο παραπάνω ερώτημα είναι αναγκαίο να περιηγηθούμε στη συγκυρία, και ειδικότερα στις όψεις της που αφορούν τις περί το ασφαλιστικό ρυθμίσεις, την κρίση των αστικών συγκοινωνιών και τις νέες νομοθετικές παρεμβάσεις στα Ανώτατα Εκπαιδευτικά Ιδρύματα. Από αυτή τη σύντομη ανάλυση θα προκύψει μια τεκμηριωμένη εκτίμηση για τη φύση των σημερινών πρωτοβουλιών.

Ανασφάλειες...

Η γενική «φιλοσοφία» του ασφαλιστικού νομοσχεδίου εμφορείται από ένα δίπτυχο αρχών: αύξηση των εισφορών και μείωση των παροχών. Κοινή είναι επίσης η διαπίστωση ότι η επιχειρούμενη παρέμβαση είναι ιδιαίτερα κοντόθωρη και δεν παρέχει κάποια εχέγγυα βιωσιμότητας της προτεινόμενης λύσης πέραν ενός ορίζοντα δυο ή τριών το πολύ ετών (Βήμα, 6.9.92). Ιδιαίτερα σκληρή είναι η δέσμη ρυθμίσεων που αφορά τους υπαλλήλους των ΔΕΚΟ, κυρίως των Τραπεζών και της ΔΕΗ, που βλέπουν να καταργούνται μια σειρά ρυθμίσεων ευνοϊκής ασφαλιστικής κάλυψης, όπως είναι το εφάπαξ, ενώ η κυβέρνηση αρνήθηκε να συζητήσει εναλλακτικές προτάσεις (π.χ. το ενιαίο ταμείο των Τραπεζικών) που διασφάλιζαν τη βιωσιμότητα των ταμείων και το ύψος των παροχών. Αν ήθελε να δώσει κανείς μια έγκυρη επιγραμματική εικόνα της επιχειρούμενης μεταβολής, τότε θα πρέπει να επισημάνει ότι το κέντρο βάρους των νέων ρυθμίσεων βρίσκεται μάλλον στην αύξηση των εισφορών, ενίοτε κατά ποσοστά που υπερβαίνουν το διψήφιο αριθμό, ενώ ηπιότερη είναι η αντιμετώπιση των ορίων ηλικίας που αυξάνονται με χαμηλότερους ρυθμούς. Ταυτόχρονα εισάγονται για πρώτη φορά περικοπές συντάξεων μέσω πρόσθετων φόρων.

Με αφορμή τις νέες ρυθμίσεις του ασφαλιστικού ξεκίνησε ένας μακρύς διάλογος στον τύπο, που φαινομενικό στόχο είχε να «αποκαλύψει» τις λανθάνουσες παραμέτρους του προβλήματος, ενώ κατ' ουσίαν συνέβαλε στη συγκάλυψη των βασικών συλλογιστικών που διέπουν τις σημερινές ρυθμίσεις. Από όλες τις πλευρές αναγνωρίστηκε η ανάγκη να υπάρξει «βαθιά τομή» στο ασφαλιστικό, λόγω των ελλειμμάτων που διογκώθηκαν την τελευταία δεκαπενταετία: οι φαινομενικές αντιθέσεις που διαπιστώνονται στη συζήτηση που έλαβε χώρα εντοπίζονται στην αντιπαράθεση ανάμεσα σε «διαρθρωτικά» και «ταμειακά» μέτρα, υπό τη γενική σκέπη ενός απειλητικού δημογραφικού προβλήματος. Εκείνο που αποσιωπάται στην όλη συζήτηση είναι ότι η εξέλιξη των τελευταίων δυο δεκαετιών συνέβαλε και αυτή σιωπηρά στην «αναπροσαρμογή» των συντάξεων προς τα κάτω μέσω των υψηλών ρυθμών πληθωρισμού. Έτσι λοιπόν, με φόβητρο την «ιλιγγιώδη» αύξηση των ονομαστικών σύνταξεων και των ειδικών ρυθμίσεων (βαρέα, αναπηρία, επικουρικά) αποσιωπάται τόσο η πραγματική μείωση των συντάξεων τα τελευταία χρόνια, μετά το 1985, και η επιστροφή τους στα επίπεδα του 1981 (βλ. Π. Τήνιος, Καθημερινή, 6.9.92). Όπως επίσης δεν θίγεται το καθεστώς αφαίμαξης των συνταξιοδοτικών πόρων που συντελέστηκε τις προηγούμενες δεκαετίες με τη χρήση τους ως «φθηνού χρήματος» από το κράτος και τις επιχειρήσεις του δημόσιου τομέα. Όμως, για να επανέλθουμε στη σημερινή συγκυρία, συχνά αποσιωπάται η «διαρθρωτική» παρέμβαση του νέου νόμου στα ασφαλιστικά πράγματα, επειδή η όλη προσοχή εστιάζεται στα άμεσα και ορατά εισπρακτικά μέτρα που προβλέπει. Εδώ επισημαίνεται ορθά ότι το δυναμικό στοιχείο του ασφαλιστικού νόμου εντοπίζεται σε δυο κυρίως ζητήματα: «Πρώτον, στη μεταφορά του κόστους των συντάξεων στους μελλοντικά δικαιούχους.. ..η σταδιακή κατάργηση μερικών κοινωνικών πόρων αποσκοπεί στο ίδιο αποτέλεσμα [διότι] περιορίζεται η δυνατότητα διεύρυνσης προνομίων αφού δεν θα υπάρχει πλέον η δυνατότητα επιβάρυνσης τρίτων... Δεύτερο και πιο σημαντικό: με την είσοδο νέων ασφαλισμένων με ίσο ποσοστό εισφορών, ομοιόμορφες και κατά πολύ υψηλότερες συνταξιοδοτικές προϋποθέσεις, και σημαντικά χαμηλότερες προσδοκίες συντάξεων. Καθώς το ποσοστό ασφαλισμένων στο νέο σύστημα αυξάνεται, θα μεταστρέφεται και η κοινή γνώμη στην κατεύθυνση αυστηροποίησης του συστήματος των «παλαιών»... Το νέο σύστημα έχει σημασία γιατί θα αποτελέσει τον πόλο σύγκλισης του συστήματος των νυν ασφαλισμένων» (Π. Τήνιος, ο. π.)

Ένα άλλο σημείο που ορθά επισημαίνεται στην παραπάνω αποτίμηση του νέου νόμου είναι ότι το επιχείρημα περί αυτοδυναμίας των ταμείων δίνει ώθηση στην αύξηση των εισφορών, ενώ ένα εναλλακτικό σενάριο θα μπορούσε να εδράζεται στην αρχή της κοινωνικής αλληλεγγύης και να εξετάζει άλλους τρόπους εξασφάλισης και διασφάλισης των αναγκαίων κοινωνικών πόρων (στο ίδιο). Σήμερα, το νέο ασφαλιστικό έχει τη μορφή ενός νέου φόρου επί της εργασίας, με τις γνωστές συνέπειες στη ζήτηση και την παραγωγή, ενώ μια ακόμη επιβάρυνση θα προκύψει ενδεχομένως από τη μετακύληση των αυξημένων εργοδοτικών εισφορών στις τιμές, τις δυσκολίες στις εξαγωγές και τις πιθανές επιπτώσεις στην ανεργία και τον πληθωρισμό. Πολλά ζητήματα τέλος παραμένουν σκοτεινά στο νέο νόμο, ώστε εύλογα δημιουργείται η εντύπωση ότι αποτελεί δοκιμαστική παρέμβαση στη συγκυρία που όντως ρυθμίζει το σκέλος των εισπράξεων για το άμεσο μέλλον, ενώ για το απώτερο μέλλον αφήνει τα πάντα ανοιχτά προκειμένου να τα ρυθμίσει ανάλογα με τα μηνύματα που θα λάβει από τις αντιδράσεις και την προσαρμοστικότητα του ασφαλιστικού σώματος.

Τον τελευταίο καιρό υπήρξε μεγάλη συζήτηση και ευρύτατη φιλολογία για τα αίτια που οδήγησαν σε αυτή την κρατική παρέμβαση στο ασφαλιστικό. Μια προσφιλής αντιμετώπιση του θέματος ανάγει τα αίτια των κρατικών πρωτοβουλιών σε εξωγενείς ρυθμιστικούς παράγοντες. Δεν μιλάμε μόνο για τις στερεότυπες τοποθετήσεις του ΚΚΕ που αποδίδουν όλα τα δεινά σε ευρωπαϊκές οδηγίες, και πιο πρόσφατα στο «Μάαστριχτ» που έχει μετατραπεί σε συγκεκριμένο υποκατάστατο των πολυεθνικών «διευθυντηρίων» και μετουσίωση των «μονοπωλίων». Αναφερόμαστε κυρίως σε πιο «προσγειωμένες» αναλύσεις εγκύρων σχολιογράφων που ανάγουν τα συγκεκριμένα μέτρα σε διεθνούς εμβέλειας συστάσεις και πρωτοβουλίες. Ένα τέτοιο παράδειγμα βρίσκει κανείς στον τρόπο που παρουσιάζεται η Έκθεση Εμπειρογνωμόνων του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου για το Ασφαλιστικό από τον τύπο (βλ. Βήμα, 19.7.92). Εκτίθεται το όλο φαινόμενο περίπου ως φυσική νομοτέλεια που ανάγεται σε βιολογικά αίτια, όπως γήρανση του πληθυσμού, ενώ όλες οι χρηματοοικονομικές και διαρθρωτικές παράμετροι του ζητήματος συσκοτίζονται μέχρι σημείου παραμόρφωσης. Το θέμα όμως είναι διαφορετικό: εκθέσεις εμπειρογνωμόνων υπάρχουν αμέτρητες και ανά πάσαν στιγμή, πολιτική αξιοποίηση τους γίνεται όμως μόνο σε συγκεκριμένες συγκυρίες.

Άλλη εκδοχή είναι εκείνη που συνδέει τις ασφαλιστικές ρυθμίσεις με τα περίφημα ελλείμματα του κράτους. Για να γίνει όμως κάτι τέτοιο πειστικό, θα έπρεπε οι σχετικές ρυθμίσεις να συνοδεύονται από εμπεριστατωμένη μελέτη του χρονικού ορίζοντα εντός του οποίου επιδρούν τα μέτρα, καθώς και έγκυρες προβλέψεις για την πορεία των μεγεθών που επηρεάζουν τα κρατικά ελλείμματα. Η απουσία όλων αυτών των δεδομένων μας κάνει να πιστεύουμε ότι ο παρών νόμος απλά εγκαινιάζει με δυναμική παρέμβαση την απόπειρα ανατροπής των συσχετισμών δύναμης ανάμεσα σε κεφάλαιο και εργασία, αφήνοντας όλα όσα προφασίζεται ότι θεραπεύει στο έλεος των αυριανών (ευνοϊκότερων, όπως ελπίζεται, για το κεφάλαιο) κοινωνικών συσχετισμών. Εδώ εμπεριέχονται τόσο οι περικοπές των πραγματικών μισθών και συντάξεων (άλλος ένας τρόπος να διασφαλιστεί η συνοχή της «εισοδηματικής πολιτικής της κυβέρνησης», Μα, 31.8.92), όσο και η εμπέδωση στα ασφαλιστικά πράγματα μιας λογιστικής αντίληψης ισοσκελισμένων εσόδων εξόδων, πρόπλασμα της υπαγωγής του όλου συστήματος στα κελεύσματα και τις επιταγές των (υπεραξιονόμενων, κατ' ανάγκην) ατομικών κεφαλαίων.

Ίσως περισσότερο ενδιαφέρον και από αυτή καθεαυτή τη ρύθμιση, που άλλωστε διαθέτει σαφείς κοινωνικές αναφορές και στοχεύσεις, να έχει η στάση των συνδικάτων και ειδικότερα της ΓΣΕΕ. Καταγράφηκε μια ασυνήθιστη ολιγωρία και διστακτικότητα από την πλευρά της ηγεσίας της, ενώ μόνο μετά την κομματική παρέμβαση κατέστη δυνατή η ευθυγράμμιση της με τη γενικότερη κοινωνική κινητοποίηση. Φαίνεται πως όπου οι επιπτώσεις δεν είναι άμεσα αισθητές και ανάγονται στην καλλιέργεια κλίματος και την αύξηση των ορίων συνταξιοδότησης, εκεί η συνδικαλιστική ηγεσία στάθηκε ανίκανη να συλλάβει τις προοπτικές που διαμορφώνονται ιδιαίτερα αρνητικές για το μέλλον, ενώ όπου οι περικοπές των μισθών μέσω αυξημένων εισφορών είναι πιο συγκεκριμένες, εκεί και η κινητοποίηση ήταν υψηλότερη (Τράπεζες, ΔΕΗ κλπ.). Αναρωτιέται κανείς αν η «αφέλεια» των συνδικαλιστών είναι τόσο μεγάλη ώστε να συνυπογράφουν με τον ΣΕΒ κείμενο που να ζητά τη ρύθμιση των χρεών προς την Ασφάλιση, όταν είναι γνωστό ότι ένα μέρος των χρεών ανάγεται στην εισφοροδιαφυγή των επιχειρήσεων. Τούτο δηλώνεται και ρητά από τον αντιπρόεδρο του ΣΕΒ Ν. Αναλυτή που επιρρίπτει και αυτός ευθύνες στο κράτος για το «χάος στο Ασφαλιστικό», ζητώντας μάλιστα [το συσσωρευμένο χρέος] «να αντιμετωπισθεί και νομοθετικά, και με τρόπο που να μην θίγει τη λειτουργία και την ανάπτυξη της οικονομίας» (Βήμα, 6.9.92).

Ενδεικτικό του όλου κλίματος που έχει διαμορφωθεί στο ζήτημα αυτό, είναι και οι προτάσεις του ΠΑΣΟΚ για την κοινωνική ασφάλιση («σχέδιο Τζουμάκα») που δόθηκαν στη δημοσιότητα λίγο νωρίτερα (Βήμα, 2.8.92). Εκεί, αφού επισημαίνονται διάφορα ζητήματα που αφορούν τα αίτια της ασφαλιστικής «κρίσης» (εισφοροδιαφυγή, ελλιπής αξιοποίηση αποθεματικών, μείωση κοινωνικών δαπανών), καθώς, και η ανάγκη το κράτος να αναλάβει τις ευθύνες του όσον αφορά τη χρηματοδότηση του συστήματος κοινωνικής ασφάλισης μέσω της φορολογίας και περιστολής της φοροδιαφυγής, εμπλέκεται και αυτό στη λογική της ακύρωσης των «προνομίων» στη βάση της αρχής της «ανταποδοτικότητας». Τούτο σημαίνει πρακτικά την υιοθέτηση μιας λογικής «δικαίων» και «αδίκων» διεκδικήσεων, όταν το status quo αποτελεί το ελάχιστο σημείο εκκίνησης για την εργασία, η οποία έχει υποστεί μετά το 1985 διαρκή πλήγματα όσον αφορά το μερίδιο της στο παραγόμενο προϊόν. Μάλιστα αξίζει να προσεχθεί ότι το ενλόγω σχέδιο απέσπασε ευμενέστατα σχόλια από τον γνωστό προκλητικό αναμασητή της κρατικής προπαγάνδας Γ. Μαρίνο (Βήμα, 19.7.92).

Σε ποια κατάσταση βρίσκονται σήμερα όμως τα προαναφερθέντα προβλήματα; Υπάρχει κατ' αρχάς μια φαινομενολογία που υποβάλλει την ιδέα ότι συνέβη και τώρα ό,τι συμβαίνει πάντοτε, δηλαδή μια απεργιακή έκρηξη ακολουθούμενη από μια ύφεση και αναστολή των κινητοποιήσεων μετά την ψήφιση του νόμου από την κυβερνητική πλειοψηφία. Όμως τα φαινόμενα απατούν. Διότι η κινητοποίηση αυτή υποβοηθούμενη από το κλίμα της «άγριας απεργίας» της ΕΑΣ, προσέλαβε διαστάσεις και χαρακτήρα που τη διαφοροποιούν αισθητά από ό,τι είχε υπάρξει προηγουμένως. Οι συνδικαλιστικές ηγεσίες συμπαρασύρθηκαν από την κινούμενη άμμο των απεργών, ενώ το τέλος των απεργιών συνοδεύεται από μια έντονη κινητικότητα που στοχεύει στην εξεύρεση τρόπων ακύρωσης του νόμου στην πράξη και υπονόμευση της λειτουργικότητας του εκ των έσω. Αλλά και στους κομματικούς χώρους οι επιπτώσεις δεν ήταν αμελητέες, με τις γνωστές διαφοροποιήσεις στον κυβερνητικό χώρο και την κάθοδο των «εκσυγχρονιστών» της αντιπολίτευσης στο πεζοδρόμιο. Σε αυτά τα ζητήματα θα αναφερθούμε αναλυτικότερα στη συνέχεια. Ας κλείσουμε προς το παρόν το υποκεφάλαιο αυτό υπογραμμίζοντας ότι ήταν η πρώτη φορά στην ιστορία της μετά ΠΑΣΟΚ συναίνεσης που δεν ακούστηκαν τα γνωστά σκουπίδια περί «χώρας όπου τίποτε δεν λειτουργεί» κλπ., ενώ δημοσιεύθηκε και δημοσκόπηση που αποδείκνυε ότι το απεργιακό κύμα είχε αρκετή συμπαράσταση (άνω του 50%) από τους «ταλαιπωρούμενους πολίτες» (Ελευθεροτυπία, 1415.9.92). θα εκτιμήσουμε τα στοιχεία αυτά αναλυτικότερα στη συνέχεια.

Ο κύκλος κλείνει

Αν το ασφαλιστικό αποτέλεσε την αιχμή του δόρατος για την κυβερνητική πολιτική εκκαθάρισης, ήταν εντούτοις μόνο ένας κρίκος στη αλυσίδα των πολυμέτωπων επιθέσεων αυτού του καλοκαιριού. Τα πολιτικά απόβλητα της περιόδου συμπληρώνονται με την ωμή απόλυση των εργαζομένων της ΕΑΣ (απορύθμιση ή ιδιωτικοποίηση επί το κοσμιότερον), τον ακροδεξιό αιφνιδιασμό του Σουφλιά με το νόμο πλαίσιο για τα ΑΕΙ, τη συνέχιση της αποκαθήλωσης του συστήματος Υγείας, τους αιφνιδιασμούς με επιμέρους ανατροπές του εργασιακού καθεστώτος, καθώς και άλλα μικρότερα κοινοβουλευτικά πραξικοπήματα που είναι αδύνατο να πραγματευθούμε στο πλαίσιο αυτού του σημειώματος.

Η ΕΑΣ αποτελεί χαρακτηριστικό δείγμα της πολιτικής συρρίκνωσης του δημόσιου τομέα, όπου το κίνητρο δεν είναι κάποια περιστολή δαπανών, αλλά η ανατροπή των εργασιακών σχέσεων με τη μεταβίβαση ολόκληρων τομέων με δεσμευτικό εργασιακό καθεστώς στην «ελευθερία» της αγοράς. Το πρώτο και βασικότερο στοιχείο που δείχνει ότι η πολιτική της «απόλυσης» όλου του προσωπικού της ΕΑΣ δεν έγινε για λόγους περιορισμού των ελλειμμάτων είναι το εξής: από τον καιρό που βρέθηκε στην κυβέρνηση, η ΝΔ σταμάτησε την αποπληρωμή των τοκοχρεολυτικών δόσεων των δανείων της ΕΑΣ με αποτέλεσμα να έχουν επιβληθεί στα τελευταία δυο χρόνια πρόστιμα δεκάδων δισεκατομμυρίων (κατ' αντιπαραβολή, στην περίοδο 19771988 τα αντίστοιχα ποσά ανέρχονταν σε 217 εκατομμύρια δραχμές). Πρόκειται προφανώς για συνειδητή πολιτική χρεοκοπίας της επιχείρησης που γίνεται ακόμη πιο εμφανής αν σκεφθεί κανείς ότι στην απόφαση ιδιωτικοποίησης περιλαμβάνεται και η ανάληψη από το κράτος και του συνόλου των υποχρεώσεων της ΕΑΣ, ύψους 320 δις. δρχ., στα οποία ένα σεβαστό μέρος αποτελούν τα πρόστιμα από την καθυστέρηση αυτής της γενναιόδωρης στάσης (Νέα, 1.8.92). Επίσης, ενδιαφέρον παρουσιάζει το γεγονός ότι η ΕΑΣ είχε το λιγότερο κόστος διακίνησης επιβατών συγκριτικά με τους ιδιώτες ιδιοκτήτες λεωφορείων της Θεσσαλονίκης (98 έναντι 157 δρχ.), ενώ οι επιδοτήσεις των αστικών λεωφορείων στην τελευταία περιλαμβάνουν και ένα σημαντικό ποσοστό κέρδους, προφανώς από την αντικρατιστική πεποίθηση ότι κάθε επιχείρηση πρέπει να έχει το υγιές επιχειρηματικό ρίσκο σαν κίνητρο (Μα, 28.7.92). Τώρα αν αυτή η πολιτική εξώθησε χιλιάδες οικογένειες στα όρια της φτώχειας και πραγματικά απορρύθμισε τις αστικές συγκοινωνίες της Αθήνας, αυτό αποτελεί μια μικρή περενέργεια επειδή «μεταβήκαμε από τον θανατηφόρο εναγκαλισμό του κράτους στην ελευθερία της αγοράς», όπως θα μας έλεγε και ο μικρός μαθητής του μεγάλου δάσκαλου της προπαγάνδας. Άμα πέσει ο πληθωρισμός, τότε θα βρέξει μάνα εξ ουρανού για τους απολυμένους της ΕΑΣ. Επειδή όμως αυτοί οι άξεστοι ΕΑΣίτες, που προβαίνουν σε αποτρόπαιες πράξεις σεξουαλικής εμπνεύσεως (και στοχεύσεως) κατά τέως συναδέλφων τους αφαιρώντας μέχρι και την περισκελίδα των, δεν φαίνεται να πείθονται από τα εμπνευσμένα κηρύγματα του υπουργού, νομίζουμε ότι θα ήταν ιδιαίτερα χρήσιμο για όλο το κοινωνικό σώμα αν ο φέρελπις προπαγανδιστής έδειχνε ο ίδιος πώς πρέπει να πολιτεύεται ο άνεργος αναμένοντας την πτώση του πληθωρισμού, π.χ. παραιτούμενος όλων των περιττών περιουσιακών στοιχείων του και των γνωριμιών του, και απομένων με μόνο όπλο τις (όποιες) δεξιότητες του. Τότε θα αποκτούσε εξαιρετική εμβέλεια και πειθώ ο λόγος του, ενώ θα αφαιρούσε κάθε έρεισμα από τους αμαθείς αντιπάλους του που είναι βέβαιο ότι ουδέποτε έγιναν κοινωνοί των θεωριών του Φ. Φουκουγιάμα, ευαγγέλιο του υπουργού.

Στο μεταξύ, οι απολυμένοι της ΕΑΣ έχουν όλο το χρόνο να εντρυφήσουν στα ζητήματα της νέας δικαιοσύνης που επαγγέλλεται η κυβέρνηση, είτε με το ασφαλιστικό που μόλις ψήφισε, είτε πάλι με τις παρεμβάσεις που επιχειρεί στην υγεία, αυξάνοντας τα νοσηλεία και μετακυλίοντας το κόστος χρηματοδότησης τους στην κοινωνική ασφάλιση, η οποία δέχεται άλλο ένα πλήγμα που την εξουθενώνει απέναντι στον τομέα της ιδιωτικής ασφάλισης. Με την πράξη αυτή το έως τώρα ετήσιο πλεόνασμα της ασφάλισης υγείας που κυμαινόταν στα 5070 δις. δρχ., μετατρέπεται σε έλλειμμα 7090 δις. δρχ. για το 1993 (Γ. Κυριόπουλος, Νέα, 8.9.92). Άλλο ένα λαμπρό παράδειγμα αύξησης του κόστους αναπαραγωγής της εργασιακής δύναμης και μείωσης του διαθέσιμου εισοδήματος των νοικοκυριών.

Αν όλα τα προηγούμενα εντάσσονται στη λογική της αναδιανομής εισοδήματος εις βάρος της εργασίας και ενίσχυσης του κεφαλαίου στο συσχετισμό δύναμης με την εργασία, το τρίτο ειδικό θέμα στο οποίο θα αναφερθούμε αποτελεί εκ πρώτης όψεως ένα καθαρά συντεχνιακό εγχείρημα ανατροπής ισορροπιών, που δεν υπαγορεύεται από κανέναν ενδογενή παράγοντα, εκτός από την πλέον ακραία συντεχνία μέσα στα πανεπιστήμια. Πρόκειται για το νόμο για τα ΑΕΙ, που τροποποιεί βασικές συνιστώσες της μετά το 1982 ιεραρχικής δομής στα ελληνικά πανεπιστήμια. Αυτό που ουσιαστικά επιχειρεί το νέο νομοθέτημα είναι η ανάθεση της διαχείρισης του πανεπιστήμιου στην κάστα των καθηγητών της πρώτης βαθμίδας και η υποβάθμιση όλων των άλλων βαθμίδων (και φυσικά των φοιτητών) στις πανεπιστημιακές λειτουργίες. Πρόφαση για την παρέμβαση αποτέλεσαν ορισμένες δυσλειτουργίες που είχαν προκύψει από την εφαρμογή του προηγούμενου νόμου, όμως η επέμβαση υπερέβη κατά πολύ το χώρο που προσιδίαζε στη θεραπεία αυτών των συγκεκριμένων ελλείψεων. Πέρα από την πρόσοψη, όμως, αξίζει να αναρωτηθεί κανείς, αν η συγκεκριμένη παρέμβαση αποτελεί όντως απλά και μόνο αποκατάσταση της καθηγητικής συντεχνίας σε ρυθμιστικό παράγοντα του πανεπιστημίου, ή αν κάτω από τα φαινόμενα υπάρχει μια τυφλή δράση απόντων αιτίων που αιτιολογεί την παρέμβαση και προκρίνει την επιτυχία του εγχειρήματος. Είναι γεγονός ότι στα χρόνια που εφαρμόστηκε ο παλιός νόμος υπήρξε μια αισθητή μετατόπιση του ρόλου του ΔΕΠ των Πανεπιστημίων από τον διδακτικό στον ερευνητικό τομέα, με την αρωγή κυρίως των ερευνητικών προγραμμάτων. Μέσα από αυτή τη διαδικασία δημιουργήθηκε ένα νέο πλέγμα ιεραρχικών σχέσεων μέσα στο Πανεπιστήμιο, μέσω του καταμερισμού εργασίας που εμπεδώθηκε στο δίπολο επιστημονικός υπεύθυνος (μάνατζερ), κύριος ερευνητής (εκτελεστικό όργανο). Η σχέση αυτή διευθύνοντος διευθυνόμενου που χοντρικά ταυτίζεται με τη διάκριση των δυο ανωτέρων από τις δυο κατώτερες βαθμίδες, αντιμετώπιζε την απειλή (όπως άλλωστε και το σύνολο των ιεραρχικών σχέσεων μέσα στο πανεπιστήμιο) από τις ανελικτικές διεργασίες που πρόβλεπε ο νόμος για τις κατώτερες βαθμίδες. Μολονότι είναι δύσκολο να αποφανθεί κανείς για το ζήτημα αυτό, αν αγνοεί βασικές κοινωνιολογικές παραμέτρους της ενδοπανεπιστημιακής συγκυρίας, εντούτοις θα μπορούσε με κάθε επιφύλαξη να διακινδυνεύσει την εκτίμηση ότι η ένταση ανάμεσα σ' αυτές τις δυο αντιφατικές τάσεις δημιουργεί στη σημερινή ιδεολογική και πολιτική συγκυρία τις προϋποθέσεις για την προώθηση των πλέον συντηρητικών και αντιδραστικών θέσεων μέσα στα ΑΕΙ. Το υπόβαθρο για την επιτυχία αυτής της απόπειρας παρέχει η εξάλειψη της όποιας παλιάς δυναμικής του πανεπιστημιακού χώρου (των διδασκόντων) από την εισαγωγή πολύ υλικών κριτηρίων αποδοτικότητας στην καθημερινή ενδοπανεπιστημιακή πρακτική του. Η πραγματική επιτυχία ή αποτυχία της παρέμβασης αυτής θα κριθεί όμως με παραμέτρους που υπερβαίνουν κατά πολύ τα πανεπιστημιακά στεγανά. Μικρό δείγμα αυτής της κατάστασης λάβαμε από την πολιτική τροπή που πήρε η υπόθεση όταν εντάχθηκε στο γενικό κύμα αμφισβήτησης των κυβερνητικών πρωτοβουλιών. Είναι καλό όμως να έχουμε κατά νουν και την άλλη όψη, διότι μια ελαφρά έστω τροποποίηση των συντεταγμένων της συγκυρίας αρκεί για να φέρει τα λανθάνοντα αυτά στοιχεία στην επιφάνεια. Περισσότερα στη συνέχεια.

Κλείνοντας και αυτή την ενότητα δεν είναι δυνατόν να παραλείψουμε να σημειώσουμε το όργιο της ψευδό - (δηλ. αντιεπιστημονικής) προπαγάνδας που έγινε όλο αυτό το διάστημα από το Υπουργείο Παιδείας. Για το πρωινό ξύπνημα υπήρχε ολίγη «κρίση της εκπαίδευσης», η οποία άλλωστε είναι τόσο προφανής ώστε δεν χρειάζεται καμία στατιστική μελέτη που να την τεκμηριώνει. Μάλιστα όποιες περί του αντιθέτου μαρτυρίες που δείχνουν την εντατικοποίηση των εκπαιδευτικών λειτουργιών αποσιωπώνται, ωσεί απούσες. Το όλο σκηνικό συμπληρώνεται με ένα δείπνο από πρόχειρα ψεύδη του τύπου «ουδείς απεργεί στα ΑΕΙ», ή «όλοι αγκαλιάζουν το νόμο», με ενορχηστρωμένες συζητήσεις στην κρατική τηλεόραση, όπου ο υπουργός εμφανίζεται τουλάχιστον τρισυπόστατος, ως ο εαυτός του, με τη μορφή ολίγου Μπαμπινιώτη και κατά τρίτον ως τηλεπαρουσιαστής που κάνει τις «δύσκολες» ερωτήσεις στον υπουργό («για εξηγήστε μας, κύριε υπουργέ...»). Είναι να απορείς μετά που το σπίτι ολόκληρο έχει μυρωδιά σκουπιδότοπου, που μάλιστα φαίνεται να πηγάζει από κάπου κοντά στην τηλεόραση...

Οικονομική διγλωσσία

Δεν πάει πολύς καιρός που όλοι οι οικονομικοί αναλυτές επισήμαιναν ότι απαιτείται δραστική μείωση των ελλειμμάτων και περιστολή των δραστηριοτήτων του δημόσιου τομέα ώστε να εξέλθει η χώρα από τον φαύλο κύκλο του πληθωρισμού και της «υπερχρέωσης». Αν αυτή η «οικονομική σκέψη» (που στην πραγματικότητα δεν ήταν τίποτε άλλο από μια προσπάθεια ιδεολογικής τρομοκρατίας των εργατικών στρωμάτων προκειμένου να δεχθούν αγόγγυστα τη νεοφιλελεύθερη κυβερνητική επίθεση) κυριάρχησε απ' άκρου εις άκρον του πολιτικού φάσματος για όλο αυτό το διάστημα, σήμερα βλέπουμε εντούτοις να εγκαταλείπεται από τους πρώην θιασώτες της με την ίδια ευκολία και τον ίδιο αυταπόδεικτο τρόπο με τον οποίο είχε προηγουμένως υιοθετηθεί. Και το πιο περίεργο είναι ότι ουδείς αισθάνεται την ανάγκη να απολογηθεί για τη στροφή του, θεωρώντας εξίσου φυσιολογική τη θεωρητική μεταστροφή του, όσο αυτονόητη ήταν και η καταστροφολογική συγχορδία του 1989-90.

Πρώτο και κυριότερο δείγμα αυτής της πολιτικής μετατόπισης στην οικονομική κινδυνολογία αποτελούν οι πρωτοστατήσαντες στην τότε καμπάνια από το χώρο της συμπολίτευσης, ιδιαίτερα δε η γνωστή τριάς υπουργών και ο αποπεμφθείς «εθνικά υπερήφανος» πρώην υπουργός Εξωτερικών. Αν δεν αφορούσε ζητήματα από τα οποία κυριολεκτικά εξαρτάται η επιβίωση πραγματικών εργαζομένων και όχι απλώς η βελτίωση κάποιων στατιστικών στοιχείων, τότε ίσως να ήταν διασκεδαστικό να διαβάζει κανείς το υπόμνημα των τριών, ή να ακούει το λόγο του Α. Σαμαρά στη Βουλή για το ασφαλιστικό. Δεν είναι κάτι που το ζούμε καθημερινά, το να βλέπει κανείς τον Μ. Έβερτ να επικρίνει την κυβερνητική πολιτική ως κοινωνικά άδικη, υφεσιακή, και αντιαναπτυξιακή, εισερχόμενος κατ' αυτό τον τρόπο σε χωράφια που νέμεται κατ' εξοχήν το ΠΑΣΟΚ (MEGA, συνέντ. 22.9.92). Ή τον Α. Σαμαρά να καταδικάζει τη φορολόγηση των συνταξιούχων και να απειλεί με καταψήφιση του ασφαλιστικού. Άρα πρέπει να υπάρχει ισχυρό αίτιο που δρα και μετατοπίζει τους πρωταγωνιστές της λιτότητας προς αυτές τις «φιλολαϊκές» θέσεις.

Όμως δεν θα πρέπει να παραβλέψουμε ότι τα σκουπίδια τραγουδάνε ακόμη. «Ο πληθωρισμός πέφτει... διότι η πραγματική ανατίμηση [της δραχμής] οδηγεί σε απώλεια ανταγωνιστικότητας που προκαλεί κάμψη της οικονομικής δραστηριότητας και άνοδο της ανεργίας, και συνεπώς επιβάλλει πειθαρχία στις διεκδικήσεις των εργαζομένων... Βλέπουμε λοιπόν ότι για να αποκατασταθεί η ισορροπία στην οικονομία, απαιτείται μια παρατεταμένη περίοδος ύφεσης (πρώτα για να πέσει ο πληθωρισμός στον μέσο Κοινοτικό όρο και έπειτα για να πέσει ακόμα χαμηλότερα, ώστε να αποκατασταθεί η ανταγωνιστικότητα της οικονομίας). Μια ύφεση που έχει ήδη αρχίσει, μια ύφεση που θα ενταθεί μετά τη συμμετοχή της δραχμής στον συναλλαγματικό μηχανισμό του Ενς, και που πιθανότατα θα συνοδεύσει τη συμμετοχή της χώρας μας στα πρώτα χρόνια της ΟΝΕ» (Ν. Φλώρος, Καθημερινή 28.6.92). Αν είναι ποτέ δυνατό η κρατική πολιτική να έχει ορίζοντα δεκαετίας την αποδιάρθρωση όλου του παραγωγικού ιστού μιας χώρας! Έστω και αν με αυτή την πολιτική επιτυγχάνεται η θεαματική μείωση του πραγματικού κόστους της εργασίας ανά μονάδα προϊόντος, η άνοδος της ανεργίας, η μείωση των επενδύσεων και η συγκράτηση των ισοζυγίων λόγω υποχώρησης των συναλλαγών (Μ. Μασουράκης, Καθημερινή 5.7.92).

Βαρόμετρο των οικονομικών εξελίξεων και της αίσθησης που αποκτά η κοινή γνώμη γύρω από αυτές είναι όπως πάντα ο οικονομικός σχολιογράφος Ν. Νικολάου στο Βήμα. Στα άρθρα του επισημαίνει κατ' αρχάς ότι η βελτίωση στο έλλειμμα του ισοζυγίου τρεχουσών συναλλαγών (μείωση κατά 30% περίπου για το 1992) δεν υποδηλώνει μια σταθερή πορεία ανάπτυξης αλλά αποτελεί σημάδι της παρατεταμένης ύφεσης, με συμπτώματα τη μείωση τόσο των εισαγωγών όσο και των εξαγωγών, δηλαδή «μια οικονομία σε πλήρη άπνοια, με ελαχιστοποιημένες τις ανάγκες της σε πρώτες ύλες αλλά και σε έτοιμα προϊόντα» (26.7.92). Στη συνέχεια παρατηρεί ότι τα εισπρακτικά μέτρα δεν θεραπεύουν τα αίτια, αλλά μάλλον επιδεινώνουν τα νοσηρά συμπτώματα: «Πρόκειται δηλαδή για έναν φαύλο κύκλο, όπου τα ελλείμματα προκαλούν αρχικά τον πληθωρισμό, η κυβέρνηση σε δεύτερο στάδιο επιβάλλει φόρους για να τα περιορίσει, ο πληθωρισμός ξανανεβαίνει και σε τρίτο στάδιο τα ελλείμματα διευρύνονται ξανά. Πρόκειται δηλαδή για μια αδιέξοδη πολιτική! Και είναι αδιέξοδη ακριβώς γιατί είναι παγιδευμένη στα πλαίσια της υφέσεως» (6.9.92). Μάλιστα με αφορμή την πολιτική ανατίμησης της δραχμής που ακολουθείται από την κυβέρνηση θα επισημάνει αφελέστατα ότι «στα πλαίσια της συγκλίσεως χάνονται το ένα μετά το άλλο όλα τα εργαλεία πολιτικής για την υπεράσπιση της εγχώριας παραγωγής» (16.8.92). Αλλά και η θεραπεία βρίσκεται στον αντίποδα των κυβερνητικών χειρισμών: «Χωρίς αναπτυξιακή πολιτική δεν πρόκειται να βελτιωθεί η σχέση χρέους προς το ΑΕΠ, ενώ αντίθετα θα χειροτερεύει». Τέλος, θα επικρίνει αιχμηρά τη διάσταση δηλώσεων υπουργών και πρωθυπουργού, αποτέλεσμα συχνά ασυμβίβαστων απόψεων, όπως επίσης και την κρατική παρέμβαση που επιχειρεί να περιορίσει τις επικρίσεις των διοικητών των κρατικών Τραπεζών που διαφωνούν με την κυβερνητική πολιτική (28.6.92).

Το φάσμα της γενικής απόκρισης στην κυβερνητική πολιτική έχει μετατοπιστεί λοιπόν προς τη διαφωνία. Και μάλιστα μια διαφωνία η οποία εκφράζεται πλέον ανεμπόδιστα και αρκούντως ηχηρά και από τον συντηρητικό χώρο. Παρόμοια φαινόμενα είχαν υπάρξει και στο πρόσφατο παρελθόν, μόνο που έφεραν ένα εντελώς διαφορετικό πρόσημο. Η κυβέρνηση επικρινόταν τότε για ολιγωρία στην εφαρμογή του προγράμματος της, για τη συντήρηση καρεκλοκενταύρων στους κρατικούς οργανισμούς που παρεμπόδιζαν την αποκρατικοποίηση, για ατολμία κλπ.

Σήμερα, σπανίως θα βρεθεί σχολιαστής (εξαιρείται για γνωστούς λόγους ο κ. Μαρίνος) που να αναφέρει αυτό για το οποίο είναι τόσο υπερήφανος ο μικρός προπαγανδιστής, την ιδιωτικοποίηση όλων των επιχειρήσεων του ΟΑΕ. Ενώ αντιθέτως, όλοι έγιναν ξαφνικά κοινωνιστές και υπέρμαχοι των λαϊκών συμφερόντων...

Τα αίτια δεν θα πρέπει να αναζητηθούν στην τελική κατίσχυση του «ορθού λόγου» επί των ανορθολογικών στρεβλώσεων. Πρόκειται για αποτέλεσμα που συνιστά ίχνος των ταξικών αγώνων της περιόδου: μπορεί οι «άγονες» απεργιακές κινητοποιήσεις, η διόγκωση της ανεργίας, η συμπίεση του εργατικού εισοδήματος να καταγράφονται σε πρώτη ανάγνωση ως υποχώρηση της εργασίας στη σύγκρουση της με το κεφάλαιο (όπως πράγματι είναι), όμως οι αγώνες αυτοί έχουν και έμμεσες επιπτώσεις. Η ογκούμενη λαϊκή δυσαρέσκεια, η αδυναμία της κυβερνητικής πολιτικής να ηγεμονεύσει, η απουσία οράματος που να συνεγείρει ηγετικά κοινωνικά στρώματα, η αδυναμία σύμπηξης ενός νέου μπλοκ κοινωνικών δυνάμεων που θα στηρίξει την εκκαθαριστική πολιτική, και τέλος η δραστική περιστολή της ζήτησης σε μόνιμη βάση ως ορίζοντας της κρατικής πολιτικής, αποτελούν τα διαμεσολαβημένα αποτελέσματα των κοινωνικών αγώνων στο συντηρητικό χώρο και κλονίζουν τη συνοχή του κυβερνητικού μπλοκ. Έτσι, οφείλει να διαπιστώσει κανείς ότι η έκκληση του Α. Παπανδρέου για «πολιτικοποίηση των κοινωνικών αγώνων» έχει ήδη σιωπηρά συντελεστεί, αν και όχι με τον τρόπο που αυτός θα επιθυμούσε, δηλαδή σαν αίτημα για άμεση αλλαγή του πολιτικού σκηνικού. Έχει αγγίξει τον συμπολιτευόμενο χώρο ως αίτημα αλλαγής πλεύσης, ενώ ταυτόχρονα προσλαμβάνει και τη μορφή επένδυσης στο αντιπολιτευτικό χρηματιστήριο με μορφές παραπλήσιες εκείνων του διαστήματος 198081. Το κατά πόσο η ιστορία θα επαναληφθεί, αποτελεί προς το παρόν ζητούμενο και δυνατότητα της εύπλαστης κοινωνικής μάζας που οδεύει προς την κρίσιμη κατάσταση της.

Πολιτικές μεγαλοστομίες και ασυναρτησίες

Η αδυναμία εκφοράς ενός πειστικού πολιτικού λόγου, που να ανταποκρίνεται στις κοινωνικές αντιστάσεις που αναπτύχθηκαν στο έδαφος της νεοφιλελεύθερης επίθεσης της ΝΔ, αφορά όλους τους πολιτικούς χώρους, από την «αντιπολίτευση» μέσα στο κυβερνάν κόμμα έως τις εκφάνσεις της Αριστεράς. Διότι η έντονη κοινωνική κινητικότητα των τελευταίων μηνών αποτελεί φαινόμενο που αναπτύχθηκε ανεξάρτητα, παράλληλα και σε αντιπαράθεση με τους όποιους «πολιτικούς» σχεδιασμούς των επιτελείων. Είναι φανερό ότι για τους αναλυτές που έχουν τη γραμμική αντίληψη ορθολογικής εξέλιξης των πολιτικών πραγμάτων, αυτή η αναταραχή είναι δυσεξήγητη και ακατάληπτη. «Στην πραγματικότητα, λοιπόν, πελατειακό κομματικό σύστημα και συντεχνιακή συνδικαλιστική ανάπτυξη έχουν πολύ πιο πολύπλοκους δεσμούς από την επαναπαυτική διατύπωση «ότι το κόμμα καθοδηγεί, το συνδικάτο μεταφέρει τις εντολές και εκτελεί». Στην πραγματικότητα, πρόκειται για δυο διαφορετικούς τύπους εξουσιών, οι οποίοι βρίσκουν κοινή βαση στη συνεταιριστική εκμετάλλευση κάποιου τρίτου, στην περίπτωση μας του δημόσιου κορβανά. Όταν - και όσον - η πολιτική εξουσία τρέφει την «ιερή αγελάδα» του δημόσιου τομέα, αντικαταβάλλεται η πολιτική υποστήριξη από τη συνδικαλιστική ηγεσία. Όταν όμως η πολιτική ή η κομματική εξουσία επιχειρεί να θέσει περιοριστικά πλαίσια, είτε στον οικονομικό συνεταιρισμό είτε στη συνδικαλιστική βάση ισχύος, τότε κυριαρχεί το αυτονομημένο συντεχνιακό συμφέρον, από το μείζον συμφέρον του κόμματος» (Π. Ευθυμίου, Βήμα 13.9.92). Σε απλά ελληνικά το παραπάνω απόσπασμα μπορεί να συνοψιστεί στη φράση: ό,τι δεν καταλαβαίνουμε, το διαβάλλουμε ή «πονάει κεφάλι, κόψει κεφάλι». Υπάρχει όμως και η άλλη κριτική που προκύπτει από μια «κριτική» στάση απέναντι στις συνδικαλιστικές ηγεσίες: «Και θα παρουσιάζονται διαρκώς φαινόμενα όπως αυτά που ζήσαμε: οι εκπρόσωποι της εργατικής τάξης να κινούνται συντηρητικότερα ή προοδευτικότερα ανάλογα με τις περιστασιακές, αδιαφανείς προσωπικές στρατηγικές και εξωπολιτικές συμμαχίες, με αποκλειστικό γνώμονα τη διαιώνιση της κυριαρχίας τους» (Α. Μητρόπουλος, Νέα 19.8.92). Ο αρθρογράφος αναφέρεται στην παράδοξη στάση του Προέδρου της ΓΣΕΕ στο διάλογο για το ασφαλιστικό, αλλά φαίνεται να ξεχνά πως ο πολιτικός παροπλισμός του συνδικαλιστικού κινήματος είναι εκείνο το στοιχείο πάνω στο οποίο ευδοκιμούν όλα τα επιφαινόμενα που περιγράφει ως αίτια, ενώ δεν είναι παρά δευτερεύουσες όψεις του. Ο γενικός περί εκσυγχρονισμού λόγος έχει διεισδύσει σε όλες τις όψεις της κοινωνικής και πολιτικής ζωής και αποτελεί καθοριστικό στοιχείο της αυτονομημένης παρουσίας συνδικαλιστικών στελεχών, ενώ όταν ο λόγος αυτός ακυρώνεται στην περίοδο όξυνσης των κοινωνικών αντιθέσεων, οι εκσυγχρονιστές θυμούνται και αυτοί τα «άγρια νεανικά τους χρόνια».

Μπορεί να επικρίνουμε τις παραπάνω τοποθετήσεις με το ένα ή το άλλο σκεπτικό, όμως αυτό που παραθέτουμε πιο κάτω μας αφήνει τόσο συγκλονισμένους που θα το αφήσουμε ασχολίαστο. Οι λόγοι γι' αυτό θα γίνουν προφανείς αμέσως: «Εκείνο που εγώ βρήκα σοβαρότερο, απεχθέστερο και αφάνταστα πιο επώδυνο για όλους [στο βιασμό ναρκωμένης ασθενούς], είναι η καταγγελία της παθούσης ότι, ενώ φώναζε βοήθεια και την άκουγαν άλλοι νοσοκόμοι και άλλο προσωπικό του Τζαννείου, κανένας δεν θέλησε να τηλεφωνήσει στην αστυνομία για να συλλάβει τους δράστες. Και αυτό από συναδελφική αλληλεγγύη, λέει. Ώστε εκεί έφθασε η φθοροποιός επίδραση του πνεύματος της συντεχνίας και της ταξικής συμπαράστασης, ώστε να προσφέρει άσυλο και αλληλεγγύη ακόμα και σε κάποιους βιαστές ανήμπορων γυναικών; Και το ακόμα χειρότερο, να μην αισθάνονται οι σχολιαστές της κοινωνικής ζωής την υποχρέωση δίπλα στους βιαστές να καταγγείλουν και τους υποθάλποντες και συγκαλύπτοντες το έγκλημα;»

Αν οι συνδικαλιστικές ηγεσίες συγκλίνουν με τη βάση τους στις φάσεις όξυνσης της ταξικής πάλης, για τους ίδιους ακριβώς λόγους επώνυμα στελέχη της ΝΔ αποκλίνουν από τις κομματικές θέσεις σαν αποτέλεσμα της αδυναμίας του κρατικού λόγου να πείσει και να συνεγείρει κοινωνικά στρώματα που θα διαδραματίσουν ηγεμονικό ρόλο στον συμπαρασυρμό όλης της κοινωνίας προς το νέο καπιταταλιστικό Ελντοράντο. Η εσωκομματική διαμάχη που έχει προκύψει στη ΝΔ είναι ακόμη αβέβαιη ως προς την έκβαση της, αλλά είναι η πρώτη φορά μετά την «κάθαρσιν» που παρόμοια επιχειρήματα περί κοινωνικής δικαιοσύνης και ευαισθησίας υποκαθιστούν τον εκσυγχρονιστικό καταιγισμό του δεξιού λαϊκισμού. Σε κάθε περίπτωση, το ρήγμα υπάρχει και είναι ορατό.

Στο ΠΑΣΟΚ τώρα, η κοινωνική αναταραχή συμπλήρωσε το σκηνικό που διαμορφώθηκε μετά τις αναπληρωματικές εκλογές του Απριλίου '92. Ο Ανδρέας Παπανδρέου «δεσμεύθηκε» να καταργήσει η κυβέρνηση του όλους τους νόμους που θεσμοθέτησε η ΝΔ στους τομείς της κοινωνικής ασφάλισης, της υγείας, των ιδιωτικοποιήσεων, της παιδείας, των αστικών συγκοινωνιών, των απεργιών, της τρομοκρατίας με παράλληλη επίκληση ενός διαλόγου για εθνική και κοινωνική συμφωνία (Νέα 31.8.92). Βεβαίως, στη συνέντευξη του στη Διεθνή Έκθεση Θεσσαλονίκης δεν ήταν ιδιαίτερα σαφής όσον αφορά τις κατευθυντήριες γραμμές που θα πρότεινε στον επιζητούμενο διάλογο, ούτε επίσης δεσμεύθηκε για το εύρος της σταθεροποίησης που προτίθεται να εφαρμόσει. Όλα αυτά είναι βέβαια ζητήματα που θα κριθούν στη μετεκλογική συγκυρία, όταν και αν το πλαίσιο διαμορφωθεί κατά τον τρόπο που το διαγράφει. Εκείνο που πραγματικά πρέπει να επισημανθεί είναι ότι, αυτή η προσπάθεια από μέρους του να ανακτήσει το κύμα της κοινωνικής αμφισβήτησης και να το ενσωματώσει στην πολιτική στρατηγική του για επάνοδο του ΠΑΣΟΚ στην κυβέρνηση, έρχεται για πρώτη φορά σε ρήξη με τη συγκεκριμένη κυβερνητική πρακτική. Έτσι, υιοθετώντας τα κοινωνικά αιτήματα που βρίσκονται στη ρίζα της αναταραχής, εγγράφει τη δυναμική τους στην προοπτική της εκλογικής στρατηγικής του κόμματος του, απονευρώνοντας τα και επιβάλλοντας έναν εκλογικό προσανατολισμό στις κοινωνικές προεκτάσεις της αναμέτρησης. Όλα θα θύμιζαν την προ του 1981 περίοδο, αν δεν υπήρχε ο αστάθμητος παράγοντας της εσωκομματικής αναταραχής στη ΝΔ και της απρόβλεπτης διεξόδου που μπορεί να προσλάβει.

Ως εδώ δεν αναφερθήκαμε καθόλου στον Συνασπισμό και το ΚΚΕ. Ίσως η απουσία αναφοράς να είναι και η καλύτερη τοποθέτηση πάνω στο ζήτημα της πολιτικής πρακτικής αυτών των δυο κομμάτων. Με τον τρόπο του, το καθένα από αυτά είναι ωσεί απόν. Βεβαίως υπερβάλλουμε: το ΚΚΕ έχει αναλάβει την υπεράσπιση του Έριχ Χόνεκερ από το γερμανικό κυνήγι των μαγισσών, ενώ ο ΣΥΝ συζητά τα διαδικαστικά θέματα που σχετίζονται με τον τρόπο που θα ζητήσει η Μ. Δαμανάκη ακρόαση από τον Α. Παπανδρέου. Ευτυχώς, γιατί αυτά τα κεφαλαιώδη ζητήματα κινδύνευαν να χαθούν από την επιπολαιότητα που διακρίνει τον μέσο Έλληνα λαϊκιστή.

Για το τέλος αυτού του μέρους που αναφέρεται στην πολιτική συγκυρία της περιόδου κρατήσαμε μερικές εκπληκτικές διατυπώσεις που πιστεύουμε θα αποτελέσουν έναυσμα για προβληματισμό των αναγνωστών:

Σκοπιανές προκλήσεις. Η εθνική εκστρατεία κατά της παραχάραξης της ιστορίας μας συνεχίζεται με αμείωτη ένταση παρά τον θρίαμβο της Λισσαβόνας. Οι επιτυχίες έρχονται η μια μετά την άλλη: σκοπιανές νταλίκες σταματάνε στα σύνορα, σκοπιανοί γιατροί αποτρέπονται από τη συμμετοχή σε διεθνές συνέδριο με το όνομα Μακεδόνες μετά από απειλές Ελλήνων επιστημόνων, σκοπιανοί σκηνοθέτες δεν αναγνωρίζονται ως Μακεδόνες στο Ευρωπαϊκό φεστιβάλ κινηματογράφου, και πλείστες άλλες λαθροχειρίες αποκαλύπτονται εγκαίρως με παρεμβάσεις όπου δει.

Μουζέλης. «Το υφιστάμενο κομματικό - κρατικό και ιδιαίτερα επιμεριστικό ρουσφετολογικό πολιτικό πλαίσιο θα αποδυναμωθεί προς τρεις σημαντικές κατευθύνσεις: (α) εκ των άνω, μέσω των μηχανισμών της ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης, (β) εκ των κάτω, μέσω της αλλαγής νοοτροπίας της νέας γενιάς, και (γ) από πιθανές εσωτερικές εξελίξεις στο ίδιο το κομματικό πολιτικό σύστημα» (Ν. Μουζέλης, Βήμα 30.8.92). Είναι γνωστός ο βαθυστόχαστος χαρακτήρας των αναλύσεων του ανδρός, όμως εδώ φαίνεται ότι υπερβαίνει εαυτόν. Γιατί, λόγου χάριν, να μην μπορέσει και η Ελλάδα να φθάσει στο επίπεδο μιας Αγγλίας, όπου οι πρόσφατες εκλογές έγιναν με το σύνθημα της «Αλλαγής» από τους Εργατικούς και της «Εμπιστοσύνης» από τους Συντηρητικούς, δηλαδή - ξέρετε - με προγράμματα, χωρίς πελατειακές σχέσεις κλπ.;

Το ότι κυκλοφορούν στην αγορά τέτοιες, αλλά και άλλες εφάμιλλες απόψεις, είναι δυσφημιστικό για τη φερεγγυότητα της, ιδίως σήμερα που όλος ο κόσμος έχει αποθέσει τις ελπίδες του επάνω της.

Μάαστριχτ;

Όταν σε προηγούμενο εισαγωγικό μας αναφερθήκαμε στη συνθήκη του Μάαστριχτ είχαμε επισημάνει ότι αποτελούσε σημαντική επιτυχία το ότι χώρες με αποκλίνοντα συμφέροντα και επιδιώξεις είχαν συγκλίνει σε έναν ευπρεπή συμβιβασμό προς το παρόν αφήνοντας όλα τα θέματα ανοικτά για το μέλλον, προκειμένου να διευθετηθούν ανάλογα με τα κελεύσματα που θα αναδείκνυε η μελλοντική συγκυρία. Αυτό το μέλλον ήρθε πολύ σύντομα, ενώ οι κινητήριες δυνάμεις που επέβαλαν το συμβιβασμό έχασαν βαθμιαία την προωθητική δυναμική τους. Έτσι βρεθήκαμε στα μέσα Σεπτεμβρίου μπροστά σε μια μίνι νομισματική κρίση και την ντε φάκτο ακύρωση του σημερινού συστήματος νομισματικών ισοτιμιών, για να μη μιλήσουμε για την ακύρωση της άμεσης προοπτικής της Οικονομικής Νομισματικής Ένωσης (ΟΝΕ). Ας δούμε όμως τα πράγματα λίγο πιο αναλυτικά. Η ΟΝΕ που προβλέπεται από τη συνθήκη - του Μάαστριχτ είναι μόνο κατ' όνομα οικονομική και κατ' ουσίαν αποκλειστικά νομισματική. Δεν πρόκειται δηλαδή για μια προσπάθεια σύγκλισης των πραγματικών οικονομιών (των συνθηκών συσσώρευσης του κεφαλαίου, των ρυθμών αύξησης της παραγωγικότητας, της βιομηχανικής πολιτικής, των όρων αναπαραγωγής της εργασιακής δύναμης), αλλά μόνο των ονομαστικών μεγεθών, όπως άλλωστε φανερώνεται από τα προς ρύθμιση μεγέθη που είναι τα ελλείμματα, ο πληθωρισμός, το δημόσιο χρέος, το εύρος διακύμανσης των ισοτιμιών κ.ά. Η προβλεπόμενη ένωση είναι λοιπόν η επιβολή ενός καταναγκαστικού πλαισίου διαμόρφωσης της κρατικής πολιτικής που διαθέτει άκαμπτες παραμέτρους: την απεμπόληση της διακύμανσης των ισοτιμιών και την αυστηρή δημοσιονομική πολιτική. Αυτό το δίπολο εγγυάται την ομοιογένεια του πλαισίου: δεν είναι δυνατόν στο κράτος να υποκαταστήσει τη νομισματική πολιτική με μια δημοσιονομική πολιτική πριμοδότησης κλάδων μέσω φοροαπαλλαγών, διότι θα προσκρούσει στις κοινοτικές οδηγίες που επιβάλλουν ενιαία αντιμετώπιση για όλες τις χώρες, ενώ εμπόδια θα συναντήσει και από την ίδια τη λογική της δημοσιονομικής πειθαρχίας που επιβάλλει τον περιορισμό των κρατικών δραστηριοτήτων. Το αποτέλεσμα είναι ότι θα επιταθεί η εκκαθαριστική λειτουργία της κρίσης και θα ενταθούν οι σημερινές ανισότητες μεταξύ των καθεστώτων συσσώρευσης κάθε χώρας.

Αντίδοτο σ' αυτή την τάση θα ήταν μια λειτουργία υπερεθνικού κράτους που μέσω ενός ισχυρού κεντρικού προϋπολογισμού θα μπορούσε θεωρητικά να αμβλύνει τις ανισότητες μεταξύ χωρών με το γνωστό από το εθνικό κράτος σύστημα απόσπασης πόρων από τις πλουσιότερες χώρες και μεταβίβασης τους στις περισσότερο ενδεείς. Δυνατότητα ανύπαρκτη αν αναλογιστεί κανείς ότι ο κοινοτικός προϋπολογισμός της ΕΟΚ είναι της τάξης του 1% των προϋπολογισμών του συνόλου των χωρών μελών, κατ' αντιπαραβολή προς ένα τυχαίο ομόσπονδο κράτος όπου το αντίστοιχο ποσοστό υπερβαίνει το 50%. Αντ' αυτού γίνεται δυσανάλογα πολύς λόγος για τα ταμεία κοινωνικής συνοχής που θα έχουν το χαρακτήρα σταγόνας στον ωκεανό, μπροστά στις ανάγκες που θα προκύψουν από την πορεία νομισματικής ενοποίησης.

Σε αυτό το γενικό πλαίσιο ήρθε η πραγματικότητα να εκδικηθεί τους σχεδιασμούς των εμπειρογνωμόνων που νομίζουν ότι τα διανοητικά σχήματα τους είναι ισχυρότερα από τη λογική των κοινωνικών διεργασιών. Τι σημασία έχει που το ιστορικό ατύχημα που έθεσε σε κίνηση το μηχανισμό αποσταθεροποίησης ήταν ένα «περιττό» δημοψήφισμα σε μια χώρα «δεύτερης διαλογής», όπως η Δανία! Ή που τη σκυτάλη την πήρε η ένδοξη Γαλλία, για να έχουμε και εκεί ένα δεύτερο σχεδόν ατύχημα με αυτό το αναιμικό 51% στο Δημοψήφισμα της 20ης Σεπτεμβρίου. Αν δεν είχε υπάρξει αυτή η αφορμή, θα είχε βρεθεί κάτι άλλο, ίσως πιο παράδοξο για να εκδηλωθεί η «τυφλή δράση των απόντων αιτίων». Το αποτέλεσμα είναι ότι βγήκαν στην επιφάνεια όλα εκείνα τα στοιχεία που κλόνισαν την εμπιστοσύνη στην αναγκαιότητα αυτού του παράτολμου σχεδιασμού. Και κυρίως, αν η κινητήρια δύναμη που έκαμψε τις αντιστάσεις των άλλων χωρών στην προοπτική της ΟΝΕ ήταν η πίστη στο ρόλο της Γερμανίας ως ατμομηχανής της Ευρωπαϊκής ανάπτυξης, αυτή η πίστη κλονίστηκε αισθητά από τη στάση που τήρησε η χώρα αυτή στις πρόσφατες εξελίξεις, ιδίως αφότου έγινε γνωστό ότι το κόστος της γερμανικής ενοποίησης είναι πολύ μεγαλύτερο απ' ό,τι αρχικά υπολογιζόταν.

Μιλάμε για την πολιτική υψηλών επιτοκίων που ακολουθεί η Γερμανική κυβέρνηση μετά την εξανέμιση των εμπορικών πλεονασμάτων της ως απόρροια του κόστους ενοποίησης. Έτσι προσελκύονται τα απαραίτητα κεφάλαια σε αυτή τη χώρα, και στο πλαίσιο των σταθερών ισοτιμιών εξωθούνται και οι άλλες χώρες να ακολουθήσουν στην ίδια κατεύθυνση, ανεξάρτητα αν αυτό βυθίζει τις οικονομίες τους σε ύφεση. Η αποσκίρτηση της Ιταλίας από αυτό τον καταναγκασμό, μαζί με τη μικρή μείωση των γερμανικών επιτοκίων (πράγμα που έδειξε ότι η Γερμανία εμμένει στην πολιτική της) έδωσαν το σύνθημα για τον τρελλό χορό των ισοτιμιών, για τη μείωση των αγγλικών επιτοκίων και την ντε φάκτο κατάργηση του Ενς, τουλάχιστον ως προς σημαντικές όψεις του. Φάνηκε λοιπόν καθαρά ότι απεμπόληση της δυνατότητας άσκησης νομισματικής πολιτικής από το εθνικό κράτος μπορεί να ευδοκιμήσει μόνο όταν υπάρχει πραγματική σύγκλιση των καθεστώτων συσσώρευσης κάθε χώρας, και όχι το αντίστροφο, όπως επιχειρηματολογούν οι «πεπεισμένοι Ευρωπαϊστές» (βλ. Η. Ιωακείμογλου, Κέρδος 22.9.92). Και επειδή οι εντελώς πρόσφατες εξελίξεις (24.9) αναφέρουν την προσπάθεια συγκρότησης της ΕΟΚ των πολλών ταχυτήτων με τη συμφωνία Γαλλίας Γερμανίας και την αποσκίρτηση της Αγγλίας, ή τις δυσκολίες των χωρών του Νότου και την πραγματικά πρωτότυπη θέση της Δανίας (για την οποία μάλιστα προτείνεται να κάνει συνέχεια δημοψηφίσματα έως ότου προκύψει το «ναι»), καλό θα ήταν να αναλογιστούν οι πολυπράγμονες σχολιαστές ότι η πορεία προς την ΟΝΕ είναι η ΕΟΚ των πολλών ταχυτήτων, αν και εφόσον καταφέρει να επιβληθεί παρά τις αντιστάσεις: αν τα υψηλά επιτόκια της Γερμανίας ρίξουν σε ύφεση μια σειρά άλλες χώρες της Ευρώπης, τότε θα πρέπει πιθανώς να πεισθούν οι πολίτες των χωρών αυτών να τρέφονται με τα χαμηλά νούμερα του πληθωρισμού, διότι τα πραγματικά τρόφιμα μάλλον δεν θα επαρκούν. Έτσι θα κατανοήσουν ότι η κοινή νομισματική πολιτική διευρύνει τις ανισότητες στην παραγωγή και κατανάλωση χωρών με διαφορετική ιστορική πορεία.

Βέβαια, οι κυβερνήσεις χωρών όπως η Ελλάδα, λίγο ενδιαφέρονται για τις προοπτικές έντασης των ανισοτήτων στο άμεσο μέλλον, εφόσον η σημερινή πολιτική συγκυρία τους επιτρέπει στο όνομα του Μάαστριχτ και της «σύγκλισης» να εντείνουν τις εκκαθαριστικές λειτουργίες της κρίσης και να επωφεληθούν για να εξαπολύσουν την ολομέτωπη επίθεση τους ενάντια στην εργασία. Καμιά φορά συμβαίνει και το εξής αμίμητο που όμοιό του σπανίως απαντάται στην ιστορία: ο υπεύθυνος υπουργός Εθνικής Οικονομίας Στ. Μάνος δηλώνει μεσούσης της νομισματικής κρίσης την εβδομάδα πριν το γαλλικό δημοψήφισμα ότι ουδείς λόγος ανησυχίας δικαιολογείται για τη δραχμή, διότι «στο κάτω - κάτω η δραχμή δεν συμμετέχει στο ευρωπαϊκό νομισματικό σύστημα», όπερ εστί μεθερμηνευόμενον ότι αν συμμετείχε... Ας αναλάβει ο κύριος αυτός τη διαφημιστική καμπάνια για την ΟΝΕ στην Ελλάδα! Μπορεί, κατά δήλωση του, να μην καταλαβαίνει πολλά από οικονομικά, αλλά τουλάχιστον ας μάθει πότε πρέπει να σωπαίνει...

Η εποχή των αποβλήτων

Στην παλιά ταινία «Το γεράκι της Μάλτας», ο Χάμφρεϋ Μπόγκαρτ κρατά στο χέρι του το περιώνυμο (χρυσό, υποτίθεται) πτηνό, γύρω από το οποίο έχει περιστραφεί όλη η πλοκή της ταινίας, και το οποίο αποδεικνύεται κίβδηλο. Ο συνοδός του τότε τον ρωτά τι είναι, και εκείνος απαντά: Είναι το υλικό από το οποίο φτιάχνονται τα όνειρα! Η σημερινή κοινωνία έχει πάψει να ονειρεύεται και φυσικά να ζητά υλικά από τα οποία φτιάχνονται τα όνειρα. Η σημερινή κοινωνία συναλλάσσεται, είναι κοινωνία της συναλλαγής, και το υλικό από το οποίο φτιάχνονται οι κυρίαρχες ιδέες και αντιλήψεις της είναι τα σκουπίδια. Σκουπίδια σύγχρονα, παλιότερα, πολύ παλιά, σκουπίδια που ανακαλύπτουν αφελείς και ανυποψίαστοι ρακοσυλλέκτες. Ουδεμία αντίρρηση για τα σκουπίδια! Η σύγχρονη τέχνη έχει δημιουργήσει αριστουργήματα από απόβλητα της καταναλωτικής κοινωνίας. Όμως, τα έργα των θεωρητικών της σύγχρονης αθλιότητας πολύ απέχουν από τα τεχνουργήματα της μετακαταναλωτικής κουλτούρας. Όπως και να τα αντικρύσεις, από όποια γωνιά και αν τα δεις δεν κατορθώνουν να μετασχηματιστούν σε κάτι διαφορετικό από αυτό που είναι: απλά σκουπίδια.

Το πανόραμα της θεωρητικής και πολιτικής αθλιότητας που εκθέσαμε προηγουμένως δύσκολα σου επιτρέπει να ονειρευτείς. Ούτε όμως είναι σε θέση πια να παράγει εφιάλτες. Η πορεία των εξελίξεων στην Ελλάδα και διεθνώς έχει δείξει ότι η πολιτική αυτή δεν είναι άτρωτη, ενώ υφίσταται ήττες ακριβώς τη στιγμή που νομίζει ότι έχει επιβάλει ισοπεδωτική σιγή σε όλα τα μη πειθήνια μέρη του κοινωνικού σώματος. Δεν είναι βέβαια καιρός για αισιόδοξες εκτιμήσεις και προβλέψεις, όταν χώρες μαστίζονται από εμφύλιους πολέμους, οι στρατιές των μεταναστών μεταφέρονται σαν σύγχρονοι δούλοι από τη μια χώρα στην άλλη για να υποστούν την μήνι των φασιστοειδών, η ανεργία και η φτώχεια κυριεύει μεγάλα στρώματα του πληθυσμού... Όμως, η μεταβατική περίοδος που διανύουμε φαίνεται να αναδεικνύει και κάποιες νέες τάσεις που αντιστρατεύονται τη μέχρι τώρα μονοκρατορία των πολιτικών αποβλήτων. Δείγματα τους είδαμε σε αυτό το εισαγωγικό σημείωμα, αλλά αναμφίβολα θα έχουμε την ευκαιρία να τις απολαύσουμε live στο μέλλον...

25.09.92

 
< Προηγ.   Επόμ. >
Θέσεις, τριμηνιαία επιθεώρηση, 37ο έτος (1982-2019), εκδόσεις Νήσος, (Σαρρή 14, 10553, Αθήνα, τηλ-fax: 210-3250058)
Το περιεχόμενο διατίθεται ελεύθερα για μη εμπορικούς σκοπούς, υπό τον όρο της παραπομπής στην αρχική του πηγή