Τα κοινωνικά ρεύματα και κόμματα της ελληνικής επαναστάσεως Εκτύπωση
Τεύχος 42, περίοδος: Ιανουάριος - Μάρτιος 1993


Τα κοινωνικά ρεύματα και κόμματα της ελληνικής επαναστάσεως
του Γ. Σκληρού1

Παραπάνω είπαμε πως ένα μόνο μέρος του Ελληνισμού  -  το νοτιοδυτικό  -  ήταν αρκετά εξελιγμένο αστικώς και κοινωνικώς και είχε και άλλα ευνοϊκά στοιχεία για να μπόρεση να διεξαγάγη μια πολυετή επανάσταση με σχετική επιτυχία, εναντίον ενός πολύ ισχυρότερου εχθρού. Ωστόσο και στο τμήμα αυτό δεν υπήρχε πλήρης ομοιομορφία στον τρόπο ζωής και στις τάσεις των κατοίκων, αν και βέβαια στις γενικές γραμμές όλοι ήσαν ένα πράμα.

Τρία ήσαν, ως γνωστόν, τα τμήματα του επαναστατημένου ελληνισμού: Τα Νησιά, ο Μωρηάς και η Ρούμελη. Καθένα από τα τρία αυτά τμήματα είχε και τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά του, και από άποψη γεωγραφική και από άποψη τρόπου εργασίας και ζωής και από άποψη επομένως χαρακτήρας ανθρώπων και ιδεών. Τα Νησιά και ο Μωρηάς έπαιξαν σπουδαιότερο ρόλο στην επανάσταση από τη Ρούμελη, γιατί και καλύτερη διοργάνωση είχαν και σημαντικώτερους ανθρώπους ανέδειξαν και πιο καθαρό και συνειδητό είχαν το συναίσθημα του πατριωτικού καθήκοντος. Ιδίως σ' αυτά όλα διέπρεψαν τα Νησιά, τα οποία αν και ποσοτικώς ασήμαντα έπαιξαν ωστόσο το σπουδαιότερο πολεμικό και πολιτικό ρόλο και εν συνόλω επέβαλαν τις ιδέες τους και το σύστημα τους στην επανάσταση. Και τούτο γιατί και ομόνοια είχαν αναμεταξύ τους, και καλή κοινωνική διοργάνωση, και πλούτο και το σπουδαιότερο ανώτερες πατριωτικές και κοινωνικές βλέψεις και καθαρώτερη αστική ψυχολογία. Πράμα εύκολο να το καταλάβη κανείς γιατί ως έμποροι και ναυτικοί, ως άνθρωποι κοσμογυρισμένοι δεν μπορούσε παρά να είναι οι πιο ανεπτυγμένοι, οι πιο πατριώται και οι πιο γνήσιοι αστοί, απ' όλους τους τότε έλληνας. Το εθνικό τους πρόγραμμα ήταν ευρύ και γενικό, ζητούσαν πάντοτε να δημιουργήσουν μια ενιαία μεγάλη Ελλάδα, μια ενιαία κεντρική Κυβέρνηση, με φιλελεύθερο συνταγματικό αστικό πολίτευμα. Τα συστήματα τους και αυτά τα εμπορικά είχαν βάση συνεταιριστική, δημοκρατική, λαϊκή. Ιδίως τα Ψαρά εφημίζοντο για το δημοκρατικό τους πολίτευμα. Και αν και στην Ύδρα ίσχυε ένα ολιγαρχικό σύστημα προυχόντων, ωστόσο οι προύχοντες αυτοί είχαν γνήσιο αστικό πνεύμα, δεν είχαν την στενότητα της αντιλήψεως των προυχόντων των άλλων ελληνικών μερών και το απέδειξαν με την διαγωγή τους όλο το διάστημα του αγώνος.

Είδαμε παραπάνω τι πλούτη απεθησαύρισαν με το ναυτικό τους εμπόριο, επωφελούμενοι της προστασίας της ρωσσικής σημαίας, ύστερα από την ρωσσοτουρκική εμπορική συνθήκη του 1783. Είχαν όχι μόνον τοπική αυτοδιοίκηση, αλλ' ήσαν σχεδόν και ολότελα αυτόνομοι, γιατί τα τρία νησιά, Ύδρα, Σπέτσαι και Ψαρά δεν είχαν καμμιά επαφή με τους τούρκους και μόνον την ψηλή επικυριαρχία του αρχιναυάρχου του τουρκικού στόλου (καπουτάν πασά) ανεγνώριζαν. Καμμιά πίεση δεν τους ώθησε επομένως να επαναστατήσουν. Το έκαναν αφ' ενός από πατριωτική ιδέα και αφ' ετέρου από ιδιαίτερους οικονομικούς λόγους του στάσιμου τότε εμπορίου που βάρυνε ιδίως το λαό, που πρώτος γιαυτό και επαναστάτησε. Οι προύχοντες στην αρχή εδίσταζαν, μια όμως και προσεχώρησαν στο κίνημα έμειναν πιστοί στην απόφαση τους και έκαναν πιστά το πατριωτικό τους καθήκον. Από όλα τα τμήματα του ελληνισμού ήσαν σχετικώς οι πιο νομιμόφρονες, οι ολιγώτερον φιλόδοξοι, τοπικισταί και ατομικισταί, πρόθυμοι πάντοτε να υποταχθούν στο γενικό καλό της πατρίδος. Όταν στην αρχή της επαναστάσεως παρουσιάστηκε ο Δ. Υψηλάντης ως αντιπρόσωπος του αδελφού τους Αλεξάνδρου, ζητών τη γενική αρχηγία του αγώνος οι νησιώτες ευχαρίστως τον ανεγνώρισαν. Όταν αργότερα εναυάγησε η αρχηγία του Υψηλάντου και υπερίσχυσε η ιδέα της συγκλήσεως Εθνοσυνελεύσεως και ιδρύσεως συνταγματικής Κυβερνήσεως για όλη την Ελλάδα, και πάλιν οι νησιώτες πρόθυμοι υπεστήριξαν την ιδέα και ως το τέλος του αγώνος ήσαν οι πιο ένθερμοι οπαδοί της ενιαίας διοικήσεως της Ελλάδος. Σε μια στιγμή μάλιστα αναγκάστηκαν να χτυπήσουν τους μωραΐτες με ρουμελιώτικα στρατεύματα, γιατί είχαν χωριστικές τάσεις και δεν ήθελαν να αναγνωρίσουν την κεντρική αρχή. Αργότερα πάλιν όταν ο Καποδίστριας ηθέλησε να κατάργηση το σύνταγμα και να διοίκηση δεσποτικώς την Ελλάδα, οι Υδραίοι, αρχηγοί των νησιωτών, επαναστάτησαν ανοιχτά εναντίον του. Το ίδιο έκαναν αργότερα και επί Όθωνος. Η Ύδρα εν γένει εφημίζετο ως η γνήσια εστία του αστικού πνεύματος, των φιλελευθέρων συνταγματικών ιδεών και των πλατειών βλέψεων της φυλής. Γι αυτό και ονομάστηκε δίκαια «η μικρά Αγγλία του Αιγαίου». Την Ύδρα είχαν στήριγμα και όλα τα μορφωμένα και φιλεύθερα στοιχεία που ήρχοντο από έξω (Μαυροκορδάτος, Νέγρης κ.τ.λ.) και εκεί εσχηματίσθηκε το «ε υ ρ ω π α ΐ ζ ο ν» φιλελεύθερο «πολιτικό» κόμμα, που τόσον το εκτιμούσε η δημοσία γνώμη της Ευρώπης. Το κόμμα αυτό, που ψυχή του ήταν ο Φαναριώτης Μαυροκορδάτος, αντεπροσώπευε σαν να πούμε τον πολιτικό νου της επαναστάσεως και εν συνόλω κατώρθωσε ευτυχώς να επιβάλει τις ιδέες του και να δώση στην επανάσταση την αψηλή εκείνη αστική φιλελεύθερη ιδεολογία, που τόσον πολύ την κακολογούν οι συντηρητικοί σε όλα ιστορικοί μας. Και όμως αυτή για μας έχει ανυπολόγιστη σημασία όπως θα αποδείξωμε παρακάτω.

Το κόμμα αυτό κυνηγούσε κάποια εσωτερική τάξη, πειθαρχία, μέθοδο στα συστήματα του, φιλελεύθερα συνταγματικά καθεστώτα και ευρωπαϊκά εν γένει πράγματα. Αυτό βαστούσε όλη την εξωτερική πολιτική, είχε μεγάλας σχέσεις με τη φιλελεύθερη Ευρώπη, ιδίως τους αγγλικούς κύκλους, εφώτιζε και καθοδηγούσε την Ευρωπαϊκή κοινή γνώμη για τα ελληνικά πράγματα. Και έτσι αν και ποσοτικώς μικρό ωστόσο με την ενότητα του, τη διοργάνωση του, τις ανώτερες βλέψεις του και τα φώτα του επεβλήθηκε σ' όλους ως ο σπουδαιότερος παράγων της επαναστάσεως. Φυσικώ τω λόγω το κόμμα αυτό έκλινε περισσότερο στην Αγγλία, την τότε κλασσική χώρα των συνταγματικών και πολιτικών ελευθεριών. Εκεί έκαμε τα δάνεια της επαναστάσεως και μέσα στην τότε αδιαφορία των αριστοκρατικών κυβερνήσεων, προσπάθησε να κάνη την αγγλική κυβέρνηση να ενδιαφερθή για τον ελληνικό αγώνα για να παρασύρη και τους άλλους, πράγμα που εν μέρει το κατώρθωσε. Το κόμμα αυτό εξελίχθηκε μοιραίως αργότερα στο «αγγλικό» λεγόμενο κόμμα και μ' αυτό το όνομα έπαιξε ρόλο στην εποχή του Καποδίστρια και του Όθωνος. Επίστευε εν γένει ότι μόνον η Αγγλία μπορεί να επίδραση ευνοϊκά τα πράγματα της Ελλάδος. Αρχηγός του ήταν ο Α. Μαυροκορδάτος.

Αντίθετο σ' όλα με τα Νησιά ήταν το δεύτερο σπουδαίο τμήμα του επαναστατημένου Ελληνισμού: ο Μωρηάς ή η Πελοπόννησος. Ο Μωρηάς σχετικώς ήταν τόπος λιγώτερο ορεινός και περισσότερο γεωργικός από τα άλλα δύο τμήματα. Ήταν ο τόπος των μεγάλων γαιοκτημόνων προυχόντων και μιας αρκετά μεγάλης τάξεως μεσαίων και μικρών καλλιεργητών. Όπως όλοι οι αγρόται γεωργοί οι μωραΐτες είχαν χαρακτήρα μάλλον ήσυχο, ειρηνικό και μαλακό με φρονήματα και τάσεις ατομικιστικές και συντηρητικές. Οι κατώτερες και μεσαίες ιδίως τάξεις ποθούσαν την ειρήνη για να καταγίνονται ήσυχα στην γεωργία και στο εμπόριο της σταφίδος. Έκλιναν μάλλον στο μοναρχικό πολίτευμα, όπως όλοι άλλωστε οι χωρικοί καλλιεργητές του κόσμου. Οι τοπικές μεγάλες οικογένειες των προυχόντων ήσαν πανίσχυρες και αυτές διεύθυναν τα πράγματα του τόπου. Αν και δεν τους έλειπε ούτε ο πατριωτισμός, ούτε η αυτοθυσία είχαν ωστόσο κάποιο ιδιαίτερο πνεύμα τοπικισμού που ξεχώριζε ιδιαίτερα τον Μωρηά.

Η Πελοπόννησος ως ξεχωριστή χερσόνησος είχε πάντοτε ιδιαίτερο χαρακτήρα και διοικητικώς άλλως τε είχε άλλα συστήματα από τα Νησιά και τη Ρούμελη. Εδιοικείτο από δημοτικά, επαρχιακά και κεντρικά συμβούλια, αλληλέγγυα αναμεταξύ τους και επικοινωνούντα με την κεντρική τουρκική αρχή της Τριπολιτσάς μέσον των προυχόντων. Ο Μωρηάς ξεχώριζε πάντοτε τον εαυτό του από την άλλη Ελλάδα και δεν ήθελε ούτε ο ίδιος να ανακατωθή σε ξένες δουλειές, ούτε και οι άλλοι, ρουμελιώτες και νησιώτες, να του επιβάλλουν τα συστήματα τους. Το τοπικιστικό και χωριστικό αυτό πνεύμα του, που τόσον έβλαψε την επανάσταση και εμπόδισε την ομαλή λειτουργία μιας ενιαίας σταθεράς κυβερνήσεως, μερικοί το διακρίνουν και σήμερα ακόμα σε πολλούς μωραΐτες, σε μορφή εννοείται αδυνατισμένη.

Οι εντόπιοι προύχοντες που είχαν μεγάλη δύναμη, ιδίως στην αρχή της επαναστάσεως, εσχημάτισαν τοπικές κυβερνήσεις (Μεσσηνιακή Γερουσία, Πελοποννησιακή Γερουσία, 1821) και έφεραν εμπόδια στην ίδρυση μιας Γενικής Κυβερνήσεως για όλη την Ελλάδα. Στην αρχή δεν ανεγνώρισαν την εξουσία του Δημητρίου Υψηλάντου, πληρεξουσίου του αδελφού του Αλεξάνδρου, «γενικού επιτρόπου της αρχής». Αργότερα όταν συνήλθαν οι Εθνοσυνελεύσεις της Επιδαύρου και Άστρους και εσχημάτισαν Κεντρική Συνταγματική Κυβέρνηση για όλη την Ελλάδα οι Μωραΐτες έφερναν ολοένα εμπόδια στην κανονική λειτουργία της. Πρώτα δυστροπούσε το σ τ ρ ατιωτικό κόμμα των οπλαρχηγών, με τον Κολοκοτρώνη επί κεφαλής, που άρχισε να παίρνη μεγάλη δύναμη με τα πολεμικά γεγονότα. Αφ' ενός αυτό αντιπολιτεύετο το πανίσχυρο εντόπιο κόμμα των προυχόντων (Π. Μαυρομιχάλης, Α. Ζαΐμης, Α. Λόντος κ.τ.λ.) αφ' ετέρου δεν ήθελε οι νησιώτες και οι ρουμελιώτες να ανακατώνονται στα τοπικά πράγματα της Πελοποννήσου. Στο τέλος τα δύο κόμματα του Μωρηά, το πολιτικό των προυχόντων και το στρατιωτικό των οπλαρχηγών, συνεμάχησαν αναμεταξύ τους, εναντίον της Κεντρικής Κυβερνήσεως που βρισκότανε τότε στα χέρια των νησιωτών και ρουμελιωτών (Γ. Γουντουριώτης, Ι. Κωλέττης κ.τ.λ.) και που δεν ήθελαν να απόκτηση μεγάλη δύναμη και κύρος απέναντι του Μωρηά! Αυτό εννοείται προκάλεσε εμφύλιο πόλεμο και ανάγκασε την Κυβέρνηση να κουβαλήση ρουμελιώτικα στρατεύματα να χτυπήση τους Πελοποννησίους, αιχμαλωτίζοντας τον Κολοκοτρώνη με τους άλλους οπλαρχηγούς και προύχοντας και φυλακίζοντας αυτούς σ' ένα μοναστήρι της Ύδρας (1825). Βλέπομε λοιπόν στους Πελοποννησίους την ακατανίκητη τάση να διευθύνουν τα τοπικά τους ζητήματα και να διαφυλάξουν την τοπική τους επιρροή και επιβολή στο λαό. Τάσεις δηλαδή φεουδαρχικές, κοτσαμπασίστικες, αντίθετες με την έννοια συγκεντρωτικού, ευνομουμένου αστικού κράτους. Στο Μωρηά σχηματίστηκε επίσης και έδρασε στην εποχή του Καποδίστρια και του Όθωνος, το λεγόμενο «ρωσσικό κόμμα». Αρχηγό του είχε τον Κολοκοτρώνη και εστηρίζετο κυρίως στις μεσαίες και κατώτερες γεωργικές τάξεις του τόπου. Και όπως το νησιώτικο εμπορικό κόμμα φυσικώ τω λόγω έκλινε προς την Αγγλία, έτσι και το μωραΐτικο αγροτικό κόμμα δεν μπορούσε παρά να κλίνη στη Ρωσσία! Οι συντηρητικές, μοναρχικές του τάσεις ανταπεκρίνοντο καλύτερα στο μοναρχικό δεσποτικό, θρησκευτικό μεγαλείο της Ρωσσίας, που μιλούσε καλύτερα στη φαντασία του και στην καρδιά του. Όταν ήλθε ο Καποδίστριας στην Ελλάδα και θέλησε να επιβάλη τα αυταρχικά, δεσποτικά του συστήματα, το ρωσσικό κόμμα με τον Κολοκοτρώνη τον υπεστήριξε, είτε γιατί είχε στενές σχέσεις και συμπάθειες με τη Ρωσσία, είτε γιατί οι αυταρχικές ιδέες του Κυβερνήτου συμφωνούσαν με τις δικές του.

Τον Όθωνα αργότερα τον πολέμησε γιατί δεν το πρόσεξε όσον ήθελε και δυσαρέστησε εξ άλλου τη ρωσσική πολιτική. Είπαμε παραπάνω ότι οι κάτοικοι του Μωρηά ήσαν μάλλον ήσυχου και ειρηνικού χαρακτήρος. Ωστόσο είχε και ο Μωρηάς τα πολεμικά του στοιχεία και τους οπλαρχηγούς του που πολέμησαν γενναία στην Επανάσταση. Ιδίως διεκρίνετο η ορεινή πολεμική Μάνη. Ποτές όμως δεν μπορούσαν εν συνόλω να παραβληθούν οι Πελοποννήσιοι στη στρατιωτική αγριότητα και ανδρεία με τους πολυπληθείς και πολεμοχαρείς ορεινούς πολεμιστάς της Ρούμελης.

Η επανάσταση βέβαια τους έκανε πιο πολεμικούς και ο Κολοκοτρώνης εκαυχάτο αργότερα συχνά «ότι έκαμε τους μωραΐτες να μη φεύγουν μπροστά στον Τούρκο». Και τώρα ερχόμαστε στο τρίτο τμήμα του επαναστατημένου Ελληνισμού, στη Ρούμελη, ή Στερεά Ελλάδα, που έπαιξε μικρότερο ρόλο και επηρέασε λιγώτερο τα πράγματα της επαναστάσεως από το Μωρηά και τα Νησιά, αν και είχε τα πολεμικώτερα στοιχεία του αγώνος. Και τούτο γιατί η γεωγραφική διάπλαση του τόπου, η διοικητική της διοργάνωση και η στενώτερη σχέση της με τους τούρκους εδημιούργησε μια κατάσταση πραγμάτων και ένα τύπο ανθρώπων, που απέκλειαν κάθε σοβαρή συνεννόηση και συνεργασία αναμεταξύ τους, και κάθε ενιαία ταχτική και δράση με ανώτερες εθνικές βλέψεις.

Η Ρούμελη ήταν η κλασσική χώρα των αρματωλών και κλεφτών. Σαυτήν και μόνο περιώρισε η Τουρκική κυβέρνηση τα Παρματωλίκια, που αναγκάστηκε να σχηματίση για να βάλη κάποιο φραγμό στη ληστρική δράση των κλεφτών και δαμάση λιγάκι τον ατίθασο τόπο. Χώρα κατ' εξοχήν ορεινή και ακατάλληλη για γεωργία, εμπόριο και άλλες βιοτεχνικές εργασίες, εφημίζετο και στην αρχαιότητα για τον αρειμάνιο, ατίθασο και άταχτο τρόπο της ζωής των κατοίκων της, ιδίως των δυτικών διαμερισμάτων της. Και επί τουρκοκρατίας η Ρούμελη ήταν το πιο ανήσυχο μέρος, το κέντρον όλων των αρματωλικών ανταρσιών και κλέφτικων κατορθωμάτων. Εκεί γεννήθηκε και η δημοτική μας ποίηση που εξυμνεί τα κατορθώματα και ψάλλει τα παθήματα των κλεφτών. Η Ρούμελη είχε και το άλλο χαρακτηριστικό ότι γειτόνευε περισσότερο με τους Τούρκους και τους μουσουλμάνους Αλβανούς. Γι αυτό η ψυχολογία και η νοοτροπία της ήταν πιο κοντά στην τούρκικη, παρά των άλλων μερών της Ελλάδος. Πολεμικοί, ατίθασοι, αρρενωποί και υπερβολικά ατομικισταί, εκύτταζε ο καθένας τις ατομικές του κυρίως φιλοδοξίες και ήταν έτοιμος να βάλη σε ενέργεια κάθε μέσο για ν' αρπάξη κανένα αρματωλίκι. Απ' αυτό, από το άστατο των φρονημάτων τους και το ακαθόριστο της ιδεολογίας τους, εξηγείται γιατί η Ρούμελη ήταν κλασσική χώρα του επαμφοτερισμού. Και προ της επαναστάσεως και εν καιρώ του αγώνος πολυάριθμα είναι τα παραδείγματα των οπλαρχηγών Ρουμελιωτών που συνεννούντο και συμμαχούσαν με τους Τούρκους για προσωπικά συμφέροντα και προσωπικές φιλοδοξίες (Οδυσσεύς, Καραϊσκάκης, Βαρνακιώτης, Ίσκος, Ράγκος, Γώγος, κ.τλ., κ.τλ.).

Καμμιά σοβαρή τάση για ενιαία δράση, για κοινή συνεννόηση εναντίον του κοινού εχθρού. Κάθε οπλαρχηγός και αρματωλός ήταν πανίσχυρος στον τόπο του, όπου δεν άφινε τους άλλους να ανακατωθούν, αλλά και ο ίδιος ή δεν έκαμνε τίποτε μπροστά στον εχθρό ή περιωρίζετο σε καμμιά προσωπική ανδραγαθία χωρίς γενικώτερα αποτελέσματα. Γιαυτό και η Ρούμελη ενώ είχε τα πολυπληθέστερα και ανδρειότερα παλληκάρια δεν έκανε κανένα μεγάλο πολεμικό συνδυασμό ανάλογο με τις δυνάμεις που διέθετε, εάν εξαιρέσωμε την τελευταία ολιγόμηνη δράση του Καραϊσκάκη στην Ανατολική Ελλάδα. Τα κατορθώματα της Δυτικής Ελλάδος οφείλονται κυρίως στον Μαυροκορδάτο, που με το μεγάλο του κύρος κατώρθωσε να επιβληθή σε μερικά εντόπια στοιχεία, να μαζέψη και άλλους από έξω μωραΐτες και ξένους φιλέλληνας και να προετοιμάση τα τρόπαια του Μεσολογγίου. Οι περισσότεροι εντόπιοι οπλαρχηγοί τον εγκατέλειψαν σε μια στιγμή και πήγαν με τους Τούρκους! Έτσι χάθηκε άδικα σχεδόν τόση δύναμη στρατιωτική της Ρούμελης, που με άλλη διοργάνωση και άλλους αρχηγούς θα μπορούσε μόνη της ίσως να εξασφάλιση την επιτυχία της επαναστάσεως. Ευτυχώς οι Ρουμελιώτες έτσι αχαρακτήριστοι όπως ήσαν αφίνοντο να επηρεαστούν σχετικώς εύκολα από τους ανθρώπους των άλλων μερών, και σε ωρισμένες στιγμές εβοήθησαν όπως είδαμε το νησιώτικο κόμμα στις συγκεντρωτικές εθνικές τάσεις του και εν συνόλω δεν έφεραν τόσα εμπόδια, όσα οι μωραϊτες, στη διοργάνωση και λειτουργία των Κεντρικών εθνικών κυβερνήσεων.

Από το ανταρτικό, κλέφτικο, ακαθόριστο κοινωνικώς, ρουμελιώτικο πνεύμα, σχηματίστηκε αργότερα το γαλλικό λεγόμενο κόμμα, που έπαιξε κυρίως ρόλο επί Όθωνος. Βγαλμένο στην αρχή από τη «συνταγματική» εκστρατεία που έκαναν τα ρουμελιώτικα στρατεύματα εναντίον του δεσποτικού Αυγουστίνου, αδελφού του δολοφονηθέντος Καποδίστρια, καταστάλαξε στο τέλος σε ένα «εθνικό κόμμα», που η μεγαλείτερη πελατεία του ήσαν όλα τα άεργα παλληκάρια της Ρούμελης, τα οποία η κυβέρνηση του Όθωνος δεν είχε την καλή θέληση και φρόνηση να χρησιμοποίηση στο στρατό του κράτους. Μη γνωρίζοντας πως ν' απασχολήσουν τον εαυτό τους, άλλοι τόριξαν στη ληστεία και άλλοι γύρευαν διαρκώς στρατιωτικές περιπέτειες και νέους τυχοδιωκτικούς πολέμους με την Τουρκία, υποστηρίζοντας το «εθνικό κόμμα» και καλλιεργώντας τη «Μεγάλη Ιδέα» από την φρασεολογική, ψευτορωμαντική της άποψη. Μια στιγμή το κόμμα έπαιξε σπουδαίο ρόλο στην κοινωνία μας, χάρις στην πρωτότυπη και τολμηρή φυσιογνωμία του αρχηγού του Ι. Κωλέττη, ενός επιτηδείου πρακτικού, όσον και ονειροπόλου ρουμελιώτη πολιτικού, ο οποίος χωρίς να φροντίζη καθόλου για την εσωτερική διοργάνωση του κράτους, εσχεδίαζε διαρκώς πολέμους και κατακτήσεις κατά της Τουρκίας, με τα ρουμελιώτικα παλληκάρια του (18441846).

Αυτά ήσαν τα κυριώτερα κοινωνικά ρεύματα και κόμματα της ελληνικής επαναστάσεως και της ευθύς αμέσως εποχής έως τα μέσα του περασμένου αιώνος, όπου μπορεί κανείς να πη ότι ετελείωσε ουσιαστικώς η επίδραση της γενεάς των αγωνιστών και άρχισε καινούργια δράση νέας γενιάς ανθρώπων.

 

1. Το κείμενο αυτό αποτελεί απόσπασμα από το βιβλίο του Σκληρού "Τα σύγχρονα προβλήματα του Ελληνισμού", που κυκλοφόρησε για πρώτη φορά το 1919 στην Αλεξάνδρεια. Δημοσιεύεται στον τόμο, Γ. Σκληρού: "Έργα", (επιμέλεια Λ. Αξελός), εκδ. Επικαιρότητα, Αθήνα 1977, σς. 233241. Ο Σεραφείμ Μάξιμος, σ' ένα άρθρο του που δημοσιεύθηκε το Φλεβάρη του 1928 στο περιοδικό "Σπάρτακος" γράφει, συγκρίνοντας τις αναλύσεις του Σκληρού με αυτές του Γ. Κορδάτου: «Είναι αλήθεια πως ούτε ο μαρξισμός του Σκληρού είναι απαλλαγμένος από μεταφυσικές πλευρές ούτε και ο ίδιος ο Σκληρός κατόρθωσε στο τέλος να διατηρήσει την αρχική του σοσιαλιστική εμφάνιση (....). Ανεξάρτητα από αυτό τα έργα του έχουνε μια μεγάλη αξία και απ' αυτή την άποψη τα θεωρούμε ασυγκρίτως ανώτερα από τα έργα του σ. Κορδάτου, γιατί και σε διαφορετική εποχή είναι γραμμένα και εργασία περιέχουνε βαθύτερη. Αντίθετα τα έργα του Κορδάτου δεν χαρακτηρίζονται ούτε για τη μεθοδολογία τους ούτε ακόμα για την επιστημονική τους εμβρίθεια μα ούτε και κατά την γνώμη μου είναι μαρξιστική ανάλυση της ελληνικής ιστορίας, επειδή τονίζουνε τον "οικονομικό παράγοντα"» (επανεκδόθηκε στο "Σπάρτακος", τεύχη 1928, εκδ. Ουτοπία, Αθήνα 1982  -  Γ.Μ.).

 
< Προηγ.   Επόμ. >
Θέσεις - τριμηνιαία επιθεώρηση - εκδόσεις Νήσος, Σαρρή 14, 10553, Αθήνα. τηλ-fax. 210-3250058
Το περιεχόμενο του ιστοχώρου διατίθεται ελεύθερα χωρίς περιορισμούς υπό τον όρο της παραπομπής στην αρχική του πηγή, για μη-εμπορικούς σκοπούς