Ιστοριογραφία της νεοελληνικής εκπαίδευσης. Μια περιοδολόγηση Εκτύπωση
Τεύχος 45, περίοδος: Οκτώβριος - Δεκέμβριος 1993


Ιστοριογραφία της Νεοελληνικής Εκπαίδευσης. Μία περιοδολόγηση
του Αποστόλη Ανδρέου

Η αναφορά μας στην ιστοριογραφία της νεοελληνικής εκπαίδευσης δεν σημαίνει μια ιστορία της νεοελληνικής εκπαίδευσης, αλλά μια απόπειρα αποτίμησης η οποία συνοδεύεται με μερικές παρατηρήσεις 1. Η ιστορία της εκπαίδευσης αποτελεί μια μερίκευση της ιστορίας που είναι συνολική, μία και καθολική. Μόνο λόγοι μερικεύσεων, λόγοι μεθοδολογικοί, λόγοι πρακτικοί επιτρέπουν ή και υποχρεώνουν σε κατακερματισμούς και διακρίσεις. Κάθε μερίκευση της μεταγράφει ή υποστασιοποιεί στοιχεία μιας ενιαίας λογικής.

Διακρίνουμε δύο περιόδους στην ιστοριογραφία της νεοελληνικής εκπαίδευσης. Η πρώτη προσδιορίζεται, χρονολογικά, από τα μέσα του 19ου αιώνα και φτάνει ως τις αρχές της δεκαετίας 1970-80 και η δεύτερη από τότε ως σήμερα. Ο χρονολογικός αυτός διαχωρισμός έχει σχέση με τη θεματική, τις κατευθύνσεις, τις προσεγγίσεις, την κατανάλωση της ιστοριογραφικής παραγωγής, τις ιδιότητες των ιστοριογράφων. Γιατί η ιστοριογραφία παίρνει μορφή και περιεχόμενο από το σύστημα μέσα στο οποίο γίνεται η παραγωγή της. Συνδέεται με τα αιτήματα και τους προσανατολισμούς διαφόρων κοινωνικών ομάδων, τις συγκρούσεις, κοινωνικές και πολιτικές. Και για την ιστοριογραφία της νεοελληνικής εκπαίδευσης θα προσθέταμε ότι συνδέεται με τη θέση και την εξέλιξη των κοινωνικών επιστημών και φυσικά με την εξέλιξη των εκπαιδευτικών μας πραγμάτων. Είναι ευνόητο ότι στην πρώτη περίοδο που αναφέραμε υπάρχουν ιστοριογραφικές παραγωγές που χαρακτηριστικά τους κυριαρχούν ή διατρέχουν μεγάλο μέρος της ιστοριογραφικής παραγωγής της δεύτερης περιόδου. Και αντίθετα στη δεύτερη περίοδο υπάρχουν εκείνες που διατηρούν και αναπαράγουν τις κυρίαρχες τάσεις της πρώτης περιόδου. Κατά συνέπεια ο προτεινόμενος χρονολογικός διαχωρισμός είναι συμβατικός. Οι δύο πρώτες ενότητες αυτού του δοκιμίου αφορούν την ιστοριογραφία της νεοελληνικής εκπαίδευσης και η τρίτη ειδικά την ιστοριογραφία της τοπικής εκπαιδευτικής ιστορίας. Η ιδιαίτερη αναφορά σ' αυτή τη θεματική κατηγορία οφείλεται σε δύο λόγους: Ο πρώτος έχει σχέση με τον εντυπωσιακό όγκο της παραγωγής και ο δεύτερος με το γεγονός ότι ελάχιστα έχει αποτελέσει αντικείμενο συζήτησης.

Ι

Η ενασχόληση και η ανάπτυξη της ιστοριογραφίας της νεοελληνικής εκπαίδευσης παρακολούθησε σε γενικές γραμμές τα στάδια της γενικής ιστορίας. Από τα μέσα του περασμένου αιώνα εμφανίζονται οι πρώτες προσεγγίσεις. Σημειώνουμε τις ακόλουθες μελέτες: Ματ. Κ. Παρανίκας, Σχεδίασμα περί της εν τω Ελληνικά έθνει καταστάσεως των γραμμάτων από αλώσεως Κωνσταντινουπόλεως (1453 μ.Χ.) μέχρι των αρχών της ενεστώσης (ΙΘ') εκατονταετηρίδας, Εν Κωνσταντινουπόλει 18672, Κ. Ξανθόπουλος, Συνοπτική έκθεσις της πνευματικής αναπτύξεως των νεωτέρων Ελλήνων από της αναγεννήσεως αυτών μέχρι τούδε, Εν Κωνσταντιουπόλει 18803, 1. Πανταζίδης, Χρονικόν της πρώτης πεντηκονταετίας του Ελληνικού Πανεπιστημίου, Αθήνησι 1889, P. Kipper, (μετ. Δ. Αυξεντιάδου), Ιστορία της εν Ελλάδι Δημοτικής Εκπαιδεύσεως, Εν Αθήναις 1906, Χρ. Π. Οικονόμου, Ο Κοραής ως εθνικός παραγωγός, Εν Αθήναις 1906, Λαζ. Βελέλης, Ο Καποδίστριας ως θεμελιωτής της δημοτικής εκπαιδεύσεως εν Ελλάδι, Εν Αθήναις 1925 (γράφτηκε το 1908), Δ. Μωραΐτης, Ιστορία της παιδαγωγικής, Αθήναι 1927, Τρ. Ευαγγελίδης , Η παιδεία επί τουρκοκρατίας. Ελληνικά σχολεία από της αλώσεως μέχρι Καποδιστρίου, τομ. Α'+Β', Εν Αθήναις 1936, Σ.Γ. Τζουμελέας - Π.Δ. Παναγόπουλος, Η εκπαίδευση μας στα τελευταία 100 χρόνια, Αθήναι 1933, Χρ. Λέφας, Ιστορία της εκπαιδεύσεως, Εν Αθήναις 19424. Στα βιβλία αυτά πρέπει να προσθέσουμε και ορισμένα άλλα των Δ.Κ. Ζαγγογιάννη 5, Π.Π. Οικονόμου 6, Μ.Κ. Σακελλαρόπουλου 7, Α. Ισηγόνη 8, Στ. Ρώση 9, Αρ. Σπαθάκη 10, που μέρη τους διαπραγματεύονται θέματα της ιστορίας της εκπαίδευσης. Τέλος να σημειώσουμε και ορισμένα περιοδικά στα οποία δημοσιεύτηκαν σχετικά άρθρα: «Εκπαίδευσις»11, «Εθνική Αγωγή»12, «Παιδαγωγικόν Δελτίον»13. Ιδιαίτερη αναφορά πρέπει να γίνει στο βιβλίο του Γ. Χασιώτη (G. Chassiotis) L' instruction Publique chez les Grecs depuis la prise de Constantiople par les Turcs jus qu a yos jouis, Ernest Leroux, Paris 188l14, γιατί η θέση του συγγραφέα του επέτρεψε τη συλλογή πολύτιμων πληροφοριών. Ακόμη γιατί αντιμετώπισε την εκπαιδευτική ιστορία με αξιοσημείωτο για την εποχή του προβληματισμό και συνέλαβε με ενέργεια τον παλμό της εκπαιδευτικής κίνησης της εποχής του.

Από το δεύτερο μισό του 19ου αιώνα η ιστορία της παιδαγωγικής εμφανίστηκε στο πρόγραμμα των μαθημάτων των Διδασκαλείων 15. Στις πρώτες δεκαετίες του αιώνα μας εμφανίζεται στα προγράμματα των μαθημάτων των Διδασκαλείων και του «Διδασκαλείου Μέσης Εκπαιδεύσεως» (Δ.Μ.Ε.) το μάθημα της ιστορίας της εκπαίδευσης.

Το 1913 στα μονοτάξια διδασκαλεία διδάσκονταν η «Ιστορία της δημοτικής Εκπαίδευσης»16, το 1929 στο πρόγραμμα των πολυταξίων διδασκαλείων ενιαίου τύπου προβλεπόταν το μάθημα «Ιστορία της παρ' ημίν δημοτικής εκπαιδεύσεως και η ισχύουσα νομοθεσία»17 και από το 1934 στις Παιδαγωγικές Ακαδημίες ως μέρος της «Ιστορίας της παιδαγωγικής»18. Στο «Διδασκαλείο Μέσης Εκπαίδευσης» τα προγράμματα του 191119 και 192920 προέβλεπαν ενότητες της ιστορίας της εκπαίδευσης να διδάσκονται στην «Ιστορία της Παιδαγωγικής», ενώ το πρόγραμμα του 1914 προέβλεπε τη διδασκαλία του μαθήματος «Ιστορία της εν Ελλάδι μέσης εκπαιδεύσεως»21.

Στην ιστοριογραφία της εκπαίδευσης αυτής της περιόδου τα θέματα που περιγράφονται και αναλύονται είναι τα ακόλουθα:

α. Η ανάπτυξη του σχολικού δικτύου και μάλιστα «από της αλώσεως».

β. Η διάρθρωση του σχολικού μηχανισμού, η σχολική ζωή και τα προγράμματα, όπως ορίζονταν από τα νομοθετικά κείμενα.

γ. Η δράση προσώπων στα εκπαιδευτικά μας πράγματα.

δ. Η επαγγελματική και η παιδαγωγική κατάρτιση των δασκάλων.

ε. Οι διδακτικές μέθοδοι που επικράτησαν.

Οι παραπάνω θεματικές ενότητες, με εξαίρεση την πρώτη, αναφέρονται συνήθως από την «Καποδιστριακή περίοδο» μέχρι την εποχή της συγγραφής τους. Ως προς τις βαθμίδες προτεραιότητα δίδονταν στη δημοτική εκπαίδευση και στις σχολές κατάρτισης του διδακτικού προσωπικού αυτής της βαθμίδας. Τόσο οι θεματικές ενότητες, όσο και το ιδιαίτερο βάρος στη δημοτική εκπαίδευση είναι εξηγήσιμα. Η ιστοριογραφία παίρνει μορφή και προσανατολισμούς από το σύστημα μέσα στο οποίο γίνεται η επεξεργασία της: από τη συλλογή των τεκμηρίων ως τη συγγραφή. Συνδέεται δηλαδή άμεσα με τα αιτήματα και τους προσανατολισμούς των διαφόρων κοινωνικών ομάδων κάθε εποχής.

Η συλλογή στοιχείων για το σχολικό δίκτυο από τα Βυζαντινά χρόνια και την περίοδο της Τουρκοκρατίας μέχρι τη συγκρότηση του νεοελληνικού κράτους είναι μέρος της ιδέας μιας ενιαίας Ελληνικής ιστορίας που είχε συλλάβει ο Johann Wilhem Zinkeisen22 και είχε πραγματοποιήσει ο Σπ. Ζαμπέλιος από το 1852 και ο Κ. Παπαρρηγόπουλος από το 185323. Η ανασύνθεση του «Ελληνισμού της Βυζαντινής αυτοκρατορίας με την Ελληνική ιδέα αποτελεί και τη βασική ιδεολογία της νέας ιστορικής περιόδου που αρχίζει, της περιόδου της διαμόρφωσης της νεοελληνικής εθνότητας»24. Έπρεπε να αποκατασταθεί η αμφισβητούμενη συνέχεια του Ελληνισμού και να εδραιωθεί η συνείδηση ενός ελληνικού λαού-έθνους, δηλαδή η εθνική ολοκλήρωση. Γι αυτό ακριβώς η ιστοριογραφία αυτής της περιόδου χρησιμοποίησε αναλυτικά την έννοια του γένους ή του έθνους στο πλαίσιο του ιδεολογήματος της ενότητας του ελληνισμού, που υπηρετούσε και πολιτικές και κοινωνικές σκοπιμότητες της συγκυρίας.

Ο προσανατολισμός της ιστοριογραφίας στη διάρθρωση του σχολικού μηχανισμού (βαθμίδες, πρόσβαση σ' αυτές, διοίκηση της εκπαίδευσης κλπ.), στα προγράμματα και στη «διδακτική» συνδέονταν άμεσα με τους προβληματισμούς και τα αιτήματα του εκπαιδευτικού δημοτικισμού. Αυτά τα θέματα, μαζί με το «γλωσσικό», ήταν η ύλη των επιχειρούμενων αστικοδημοκρατικών εκπαιδευτικών μεταρρυθμίσεων. Το ίδιο ισχύει για την επαγγελματική κατάρτιση των δασκάλων-σων. Οι σχολές επαγγελματικής κατάρτισης των δασκάλων υπήρξαν ένα πεδίο συγκρούσεων, αφού κάθε κοινωνικός συνασπισμός ήθελε να κυριαρχεί σ' αυτές προκειμένου να εξασφαλίσει τη στήριξη στο βασικό σχολείο της δικής του εκπαιδευτικής πολιτικής. Το δημοτικό σχολείο ήταν στο επίκεντρο της σύγκρουσης ανάμεσα στους «καθαρευουσιάνους» και τους «δημοτικιστές» και από το 1870 αποτελούσε προτεραιότητα στις μεταρρυθμιστικές προτάσεις και προσπάθειες. Ο προσανατολισμός της ιστοριογραφίας της νεοελληνικής εκπαίδευσης, την περίοδο αυτή, στο δημοτικό σχολείο και στην κατάρτιση των δασκάλων/σων πρέπει να συσχετιστεί με τις μεταρρυθμιστικές προσπάθειες.

Οι περισσότεροι ιστοριογράφοι αυτής της περιόδου δίδασκαν στα Διδασκαλεία ή κατείχαν εποπτικές θέσεις στην εκπαίδευση: Ο Δ.Γ. Μωραΐτης (1876-1957) δίδαξε στο Ιεροδιδασκαλείο της Σάμου, στο Αρσάκειο της Αθήνας, διεύθυνε το Διδασκαλείο Λαμίας (1917-1923) και το 1923 ανέλαβε υποδιευθυντής του «Διδασκαλείου Μέσης Εκπαίδευσης», ο Π.Π. Οικονόμου διεύθυνε το Διδασκαλείο Λαρίσης (1882-1885), διετέλεσε τμηματάρχης της δημοτικής εκπαίδευσης, γενικός επιθεωρητής (1885-1886), καθηγητής στο Αρσάκειο της Αθήνας, διευθυντής του Διδασκαλείου Αθηνών (1898-1900) και γενικός επιθεωρητής των σχολείων της Κρητικής Πολιτείας (1900-1902), ο Χρ. Λέφας ήταν διευθυντής του υπουργείου Παιδείας, ο Τρ. Ευαγγελίδης ήταν γυμνασιάρχης και συνεκδότης της εφημερίδας «Νέα Ελλάς», ο Σ.Γ. Τσουμελέας γενικός επιθεωρητής ιδιωτικών σχολείων, ο Π.Δ. Παναγόπουλος επιθεωρητής, η Μ. Αμαριώτου μέλος του Γνωμοδοτικού Εκπαιδευτικού Συμβουλίου, ο Μιχ. Σακελλαρόπουλος διεύθυνε το Διδασκαλείο Κέρκυρας, ο Χρ. Οικονόμου ήταν διευθυντής Διδασκαλείων και εκπαιδευτικός σύμβουλος.

Είναι φανερό πως οι εργασίες για την ιστορία της νεοελληνικής εκπαίδευσης αυτής της περιόδου είναι στενά συνδεδεμένες με τη διδασκαλία στις σχολές κατάρτισης και επιμόρφωσης-μετεκπαίδευσης των εκπαιδευτικών και οι ιστοριογράφοι με τον κρατικό μηχανισμό. Οι συναρτήσεις αυτές έδιναν τη δυνατότητα ύπαρξης στη συγκεκριμένη ιστοριογραφία και ταυτόχρονα καθόριζαν το τι επιτρεπόταν και τι απαγορευόταν. Πριν αναφερθούμε στους προσανατολισμούς των προσεγγίσεων αυτής της ιστοριογραφίας θα σταθούμε στα θέματα εκείνα που αποσιωπούνταν.

Συγκεκριμένα: Τα εκπαιδευτικά γεγονότα κατά τη διάρκεια του απελευθερωτικού αγώνα, οι δαπάνες για την εκπαίδευση, η διαμόρφωση και ο καταμερισμός τους, η ιδιωτική εκπαίδευση (που είχε περιοριστεί σε ορισμένες περιπτώσεις), οι παρεμβάσεις των κοινωνικών ομάδων, των πολιτικών μορφωμάτων, σχηματικών και κομμάτων, του τύπου, των κοινωνικών και συνδικαλιστικών οργανώσεων, η εκπαίδευση των κοριτσιών κ.ά. Οι αποσιωπήσεις αυτές δεν οφείλονται ούτε στην έλλειψη τεκμηρίων, ούτε στην υποτίμηση τους ως «συμβάντων», ούτε βέβαια είναι τυχαίες. Έχουν σχέση μ' εκείνη την ιστορική γνώση που εξυπηρετούσε τον κυρίαρχο κοινωνικό συνασπισμό δυνάμεων και την πολιτική του εκπροσώπηση.

Η προσέγγιση των εκπαιδευτικών μας πραγμάτων στις ιστοριογραφικές παραγωγές αυτής της περιόδου ακολουθεί τις χρονολογικές τομές. Πρόκειται για μια περιοδολόγηση των εκπαιδευτικών συμβάντων με «σειράν χρονολογικήν» που εντοπίζεται κατά κύριο λόγο στα νομοθετικά κείμενα και στην κρατική εκπαιδευτική πολιτική. Το ιστοριογραφικό έργο εξαντλούνταν στην παράθεση νομοθετικών ρυθμίσεων, διακηρύξεων και πληροφοριών που αντλούνταν από το έργο των πολιτικών εκπροσώπων της κάθε περιόδου. Αποφεύγονταν η συστηματική ερμηνεία τους, παρ' όλες τις εισαγωγικές διακηρύξεις των ιστοριογράφων που αντιλαμβάνονταν «την εξέλιξιν των παιδαγωγικών θεωριών και πράξεων ως συνέπεια της επιδράσεως διαφόρων παραγόντων, ως είναι επί παραδείγματι η φιλοσοφική περί ζωής αντίληψις εκάστης εποχής, αι ανάγκαι της ισχυούσης κοινωνικής τάξεως κλπ.»25. Η αυτονόμηση του εκπαιδευτικού μηχανισμού από το κοινωνικό σύστημα, τις αντιθέσεις και τις συγκρούσεις των κοινωνικών ομάδων, η αποφυγή της ανατομίας της κοινωνικής ζωής και των θεσμών, χαρακτηρίζουν τους προσανατολισμούς αυτής της ιστοριογραφίας της εκπαίδευσης.

Μια σημαντική συμβολή στην ιστοριογραφία της νεοελληνικής εκπαίδευσης που κατά τη γνώμη μου πρέπει να μνημονευθεί είναι το βιβλίο του Σωκράτη Ν. Παπαδημητρίου «Ιστορία του δημοτικού μας σχολείου. Μέρος Α' (18341895)», Αθήνα 1950. Στα θέματα που διερευνά περιλαμβάνονται και οι (κρατικές και δημοτικές) δαπάνες για τη δημοτική εκπαίδευση, τα προγράμματα, η υπηρεσιακή θέση του διδακτικού προσωπικού, η διοίκηση των σχολείων, ο εξοπλισμός τους, οι «προσπάθειες για εκπαιδευτική μεταρρύθμιση», η έκταση εφαρμογής των νομοθετημένων μέτρων. Στις προσεγγίσεις του ο συγγραφέας αναζητούσε με επιμονή τις ιδεολογικές και πολιτικές επιλογές για τη βασική εκπαίδευση και άνοιγε νέες προοπτικές κοινωνικής θεώρησης των εκπαιδευτικών μας πραγμάτων, ενώ υποδείκνυε νέες περιοχές μελέτης 26. Στην ίδια κατεύθυνση είναι και δύο μελετήματα του Κ. Σωτηρίου «Γλώσσα και παιδεία»27 και «Η παιδεία μας στα τελευταία 50 χρόνια»28.

Οι κοινωνικές και πολιτικές συνθήκες που διαμορφώθηκαν στην Ελλάδα από το τέλος του εμφυλίου πολέμου (1949) μέχρι την πτώση της δικτατορίας (1974) δεν ευνόησαν τη συστηματική προσέγγιση της εκπαίδευσης. Στην ιστοριογραφία «το μοτίβο που κυριαρχεί (...) είναι ο φρονηματισμός και η τεκμηρίωση σύγχρονων πολιτικών επιλογών μέσω μιας μονογραμμικής και μανιχαϊκής αντίληψης της ιστορίας»29. Η χρήση της «ήταν κατεξοχήν ιδεολογική, προσανατολισμένη στην έμφαση εθνικών ή εθνικιστικών προσανατολισμών, κοινωνικών σε μια δεύτερη φάση»30. Οι προσανατολισμοί της ιστοριογραφίας της εκπαίδευσης, αυτής της περιόδου, μπορούν να συμπυκνωθούν στο ακόλουθο απόσπασμα από το βιβλίο του Ν. Μελανίτη 31: «Η μέθοδος της ιστορικής παιδαγωγικής ερεύνης» (Εν Αθήναις 1957): «Πάσαι αι πράξεις του ανθρώπου περαιτέρω δεν αποτελούσιν αντικείμενον εξετάσεως της ιστορίας, αλλά μόνον εκείνοι, αίτινες περικλείουσι σπουδαιότητα από απόψεως αξιών κρινόμενοι. Το αυτό ισχύει και δια την αγωγήν. Ο παιδαγωγικός ιστορικός δηλαδή πρέπει να είναι ικανός να επιλέγει το ιστορικώς ουσιώδες υλικόν και τούτο να ερευνά ή μάλλον περιγράφει εν τη εκθέσει αυτού. Εις τούτο γνωμών πρέπει να είναι ο σκοπός, εις τον οποίον αποβλέπει η έρευνα αυτού, ως και η ωφέλεια, την οποία δύναται να αποκομίσει εκ του παρελθόντος δια το παρόν ή το μέλλον». Τα χαρακτηριστικά της προηγούμενης περιόδου εξακολουθούσαν να ισχύουν και για την ιστοριογραφία της εκπαίδευσης αυτής της περιόδου32. Ιδιαίτερη έμφαση δίνονταν στην περίοδο της τουρκοκρατίας και την Καποδιστριακή περίοδο33. Συνάμα μια σειρά βιβλίων και άρθρων 34 ασχολούνταν με τις βιογραφίες και το έργο προσώπων.

Στα «ερμηνευτικά» όλων των ιστοριογραφικών παραγωγών που αναφέραμε προβάλλονταν το επιχείρημα της «σκλαβιάς των τεσσάρων αιώνων» για να αιτιολογηθεί η κατάσταση στην εκπαίδευση στη χώρα μας σε σύγκριση μ' αυτή άλλων ευρωπαϊκών χωρών. Ακόμη η «αγάπη προς την παιδεία και τη μόρφωση», η «διανοητική διεισδυτικότητα», είχαν αναδειχθεί σε καθολικά φυλετικά γνωρίσματα. Η «μορφωσιογόνος τάση» στον αγροτικό ελληνικό πληθυσμό που χρονολογείται από το 19° αιώνα και η «υπερζήτηση» της ανώτατης εκπαίδευσης - που από παλιά υπήρξε ένα ασφαλές εφαλτήριο για την κοινωνική άνοδο - αποδίδονταν στην ύπαρξη κάποιων έμφυτων χαρισμάτων. Κοντά στους μύθους αυτούς προστίθενταν η «τύχη», το «πεπρωμένο», η «μοίρα», η «συμπτωματικότητα» ως καθοριστικοί παράγοντες της ιστορίας.

II

Οι κοινωνικές και πολιτικές συνθήκες που επικράτησαν από το 1974 επέτρεψαν την ανάπτυξη εκείνων των μελετών που επιχειρούν να διερευνήσουν τις κοινωνικές διαστάσεις του σχολείου. Οι μελέτες αυτές σηματοδοτούν και τη μεταφορά του κέντρου βάρους από τη θεωρία στην κριτική έρευνα, θεωρία που είχε συνδεθεί με την προβολή παιδαγωγικών και ψυχολογικών απόψεων από τις φιλελεύθερες πολιτικές δυνάμεις που διεκδικούσαν την αναδιάρθρωση της εκπαίδευσης και την προσαρμογή της στις «νέες ανάγκες της ελληνικής κοινωνίας». Η ιστοριογραφία της νεοελληνικής εκπαίδευσης στο πλαίσιο αυτό αποκτά σημαντική θέση. Η θεματική της που έχει διευρυνθεί, η χρήση των κοινωνιολογικών εννοιών που εισήχθηκαν, οι θεωρητικές οριοθετήσεις και η μεθοδολογική συνέπεια, η παραγωγή και η κατανάλωση της που διευρύνεται και έξω από το εκπαιδευτικό σύστημα, η συγκρότηση πληροφοριακών συνόλων και οι εργασίες υποδομής, είναι τα κυριότερα χαρακτηριστικά της ιστιογραφίας της νεοελληνικής εκπαίδευσης αυτής της περιόδου. Χαρακτηριστικά που μας επιτρέπουν να μιλούμε για τομή.

Η παρουσίαση των τεκμηρίων ιστορίας με τον τίτλο «Η μεταρρύθμιση που δεν έγινε» από τον Αλέξη Δημαρά 35 συνοδευόμενη από μια ερμηνευτική εισαγωγή «εγκαινίασε» την ιστοριογραφία της νεοελληνικής εκπαίδευσης αυτής της περιόδου. Ανάλογο είναι και το βιβλίο της Α. Βρυχέα και του Κ. Γαβρόγλου «Απόπειρες μεταρρύθμισης της ανώτατης εκπαίδευσης, 1911-1981»36, αν και υπάρχουν σημαντικές διαφορές στις θεωρητικές οριοθετήσεις σε σχέση με το προηγούμενο έργο. Ακολούθησε μια προσπάθεια για την επανατύπωση κειμένων, δημοσίευση γραπτών πηγών, καταλογογραφήσεις και ευρετηριάσεις 37. Την ίδια κατεύθυνση υπηρέτησε ένα μέρος του ερευνητικού και εκδοτικού προγράμματος του Ιστορικού Αρχείου Ελληνικής Νεολαίας της Γενικής Γραμματείας Νέας Γενιάς στο στοχολόγιο του οποίου προβλεπόταν ο εντοπισμός πληροφοριακών συνόλων, αρχειακών και εντύπων, και η συνολική τους καταλογογράφηση 38-39. Στην ίδια κατηγορία εντάσσονται και ορισμένες βιογραφίες, άπαντα και μαρτυρίες. Σημειώνουμε τα άπαντα του Δ. Γληνού, με επιμέλεια του Φιλ. Ηλιού 40, τα εκπαιδευτικά άπαντα του Μιλ. Κουντουρά με επιμέλεια του Αλ. Δημαρά 41, τα άπαντα του Μαν. Τριανταφυλλίδη 42 παλαιότερα. Οι παρουσιάσεις των απάντων του Δ. Γληνού και των εκπαιδευτικών απάντων του Μιλ. Κουντουρά συνοδεύονται και από την προσέγγιση της εποχής μέσα από το έργο και τη δράση τους. Στην ίδια κατεύθυνση, δηλαδή στη μελέτη της εποχής τους και στη μελέτη της εκπαίδευσης και των αγώνων για την αναμόρφωση της, κινούνται και ορισμένα άλλα μελετήματα 43.

Όλες οι βιογραφίες και προσωπογραφίες που κυκλοφορούν δεν μπορούν να ενταχθούν σ' αυτή την κατηγορία. Πρόκειται για αποσπασματικές προσεγγίσεις, διθυραμβικές αξιολογήσεις, συνειδητές διαστρεβλώσεις και αποσιωπήσεις 44.

Οι βιογραφίες αυτές αναφέρονται στους διανοητές εκείνους που ανήκαν σε ομάδες που επεδίωξαν την αναμόρφωση της ελληνικής κοινωνίας και υπέστησαν διωγμούς.

Τα ιστορικά αυτά αναγνώσματα έρχονται να δικαιώσουν ένα κίνημα που υπέστη την ήττα και πολλές φορές καταλήγουν στο γνωστό φρονηματιστικό μοτίβο με εμφανή τη μαρτυρολογία 45. Στην ίδια κατεύθυνση κινούνται και ορισμένα μελετήματα με αντικείμενο τις εκπαιδευτικές προσπάθειες της ΕΑΜικής αντίστασης 46 και του φοιτητικού κινήματος 47.

Στη δεκαετία 1970-1980 σημειώθηκε μια αποφασιστική στροφή στην ιστορία και φυσικά στην ιστορία της νεοελληνικής εκπαίδευσης. Οι βασικές μεταβολές που χαρακτηρίζουν αυτή την περίοδο της ιστοριογραφικής παραγωγής συνοψίζονται στα ακόλουθα σημεία:

• Αναδεικνύονται με διαφορετικούς όρους τα βασικά ζητήματα της ιστοριογραφίας μας. Ιδιαίτερα να σημειώσουμε ότι η ιστοριογραφία αυτής της περιόδου δεν χρησιμοποιεί την αναλυτική έννοια του έθνους ή του γένους ή της φυλής, ούτε έχει στο επίκεντρο των ερευνών της τη συνέχεια του Ελληνισμού όπως η ιστοριογραφία των προηγούμενων περιόδων. Προτεραιότητα δίνεται στο κοινωνικό και στα ερωτήματα που προκύπτουν απ' αυτό τον προσανατολισμό. Οι πραγματικότητες που προσεγγίζονται εντάσσονται ιστορικά σ' ένα διεθνές σύστημα ιεραρχικών, οικονομικών, κοινωνικών και ιδεολογικών σχέσεων.

• Εμφανίζονται νέα ειδικότερα ερωτήματα, θεματικές προσεγγίσεις και μέθοδοι ως «αποτέλεσμα της μεταφοράς διεθνών προτύπων, της ενσωμάτωσης τους αλλά και των αλλοιώσεων τους»48.

Στη σύγχρονη ιστοριογραφία με την πληθώρα των πληροφοριών, την Ποικιλία των αντικειμένων που διερευνώνται τίθενται και νέα ερωτήματα και προσδιορίζονται νέες θεματικές.

• Διαμορφώθηκε ένα καινούριο κοινό που υποδέχεται την ιστοριογραφική παραγωγή.

Τα χαρακτηριστικά στην ιστοριογραφία της νεοελληνικής εκπαίδευσης είναι αντίστοιχα και τέτοια που να συνιστούν τομή. Ειδικότερα:

α) Επιχειρείται η εξάντληση τεκμηρίων και πηγών που προσφέρουν μια καθαρότερη εικόνα της κοινωνικής πραγματικότητας, β) Διευρύνεται η θεματολογία, γ) Διασαφηνίζονται τα προβλήματα, δ) Διερευνώνται οι γενικές αρχές που διέπουν την ιστορική κίνηση, ε) Διερευνώνται οι τεχνικές και οι μέθοδοι προσέγγισης της ιστορικής πραγματικότητας, στ) Διαμορφώνεται ένα νέο ερμηνευτικό πλαίσιο, ζ) Επανακαθορίζονται οι στόχοι της ιστοριογραφίας της εκπαίδευσης 49. Στην ιστοριογραφική παραγωγή για τη νεοελληνική εκπαίδευση αυτής της περιόδου εμφανίζεται η συγχρονική κοινωνιολογική προσέγγιση των προβλημάτων συγκεκριμένων χρονικών περιόδων με χρήση ιστορικής μεθοδολογίας. Πρόκειται για κοινωνιολογική προσπέλαση στηριγμένη θεωρητικά σε έννοιες της ιστορικής επιστήμης.

Αυτό δε σημαίνει πως οι ιστορικές εξηγήσεις είναι ταυτόσημες με τις κοινωνιολογικές. Η κοινωνιολογική εξήγηση αναφέρεται στις στάσεις ενός συνόλου χωρίς τον τοπικό ή χρονικό προσδιορισμό. Η ιστορική εξήγηση αναφέρεται σε συγκεκριμένο τόπο και χρονική περίοδο.

Η χρήση των κοινωνιολογικών εννοιών δίνει τη δυνατότητα στον ιστορικό να εντάξει τα δεδομένα των εξηγήσεων σε ευρύτερα σύνολα στα οποία ανήκουν λογικά. Άλλωστε η συστηματική εξήγηση του παρελθόντος μας οδηγεί στη χρήση γενικευμένων κοινωνιολογικών κατηγοριών και ταυτόχρονα σαφέστερων. Επιτυγχάνεται λοιπόν η εξέταση ορισμένων φαινομένων σε μια συγκεκριμένη στιγμή χωρίς να απομονωθούν από το παρελθόν και από τις μετέπειτα εξελίξεις. Κατ' αυτό τον τρόπο είναι δυνατή η κατάληξη σε συμπεράσματα με σαφήνεια και διάκριση, ενώ η αυστηρά ιστορική οπτική κάνει ορατά μόνο τα βασικά ρεύματα και τις γενικές κατευθύνσεις 49α. Στην ιστοριογραφική παραγωγή αυτής της περιόδου υπάρχουν εργασίες, γραμμένες κυρίως από μέλη του διδακτικού προσωπικού των παλαιών Παιδαγωγικών Ακαδημιών 50, που διατηρούν τους ιστοριογραφικούς προσανατολισμούς της προηγούμενης περιόδου. Τα χαρακτηριστικά αυτής της ιστοριογραφικής παραγωγής είναι η νομική περιοδολόγηση, η έμφαση στους εκπροσώπους των «παιδαγωγικών ρευμάτων» ως διαμορφωτών του ιστορικού γίγνεσθαι, η μηχανιστική και ως εκ τούτου ασύνδετη «αξιοποίηση» των οικονομικών, κοινωνικών και πολιτικών χαρακτηριστικών κάθε εποχής, η χρησιμοποίηση δευτερογενών πηγών και η υποταγή στις ανάγκες της πολιτικής συγκυρίας.

Στην ιστοριογραφική παραγωγή για την νεοελληνική εκπαίδευση της τελευταίας περιόδου εμφανίζονται δύο ερμηνευτικά σχήματα που συναντάμε συχνά. Πρόκειται για την «αντίδραση» και την «εξάρτηση». Η πρώτη εμφανίζει την «αντίδραση» ως τον εχθρό της αστικο-δημοκρατικής εκπαιδευτικής μεταρρύθμισης που επιχειρήθηκε από τις «φιλελεύθερες-κεντρώες» κυβερνήσεις. Στο ερμηνευτικό αυτό πλαίσιο το σχήμα συντηρητικές-φιλελεύθερες κυβερνήσεις, που παρουσιάζονται τελείως αντιθετικές, κυριαρχεί και αποτελεί τη βάση για την ερμηνεία της αποτυχίας των αστικοδημοκρατικών μεταρρυθμίσεων.

Η «αντίδραση», σε ορισμένα μελετήματα 51, ταυτίζεται αποκλειστικά με τις συντηρητικές κυβερνήσεις, παρουσιάζεται ενιαία από τις αρχές του αιώνα ως σήμερα, χωρίς να προσδιορίζεται κοινωνικά. Σ' αυτό το σχήμα οι ερμηνείες εντοπίζονται στους πολιτικούς σχηματισμούς και τους εκπροσώπους τους και συνεπώς οδηγούνται σε αποκρύψεις και παραμορφώσεις της εκπαιδευτικής μας ιστορίας και όχι μόνο αυτής. Η δεύτερη ερμηνεία εμφανίζει την «εξάρτηση» και το σχήμα «μητρόπολη-περιφέρεια» ως αιτία για το γεγονός ότι «η αστική τάξη στην Ελλάδα μετά το 1909, (...), δεν θα γίνει ούτε εθνική, ούτε κυρίαρχη, γι' αυτό και θα βρίσκεται σε μόνιμη αδυναμία να επιβάλλει το αστικό σχολείο που θα έπρεπε φυσιολογικά να θεσμοθετήσει μετά την "κυριαρχία" της, όχι απλά ως νομοθετική αλλά ως νομοτελειακή πράξη»52.

Αυτό το ερμηνευτικό πλαίσιο υποστηρίζει ότι τα συμφέροντα του κέντρου («μητρόπολη») επιβάλλονται στην «περιφέρεια» με κύριο όργανο το κράτος της ίδιας της «περιφερειακής» κοινωνίας, θα σταθούμε ιδιαίτερα στο τελευταίο ερμηνευτικό σχήμα για το οποίο έχει γίνει μια γενικότερη και μάλιστα εκτεταμένη συζήτηση.

Οι θεωρίες για το παγκόσμιο σύστημα όπως παρουσιάστηκαν από τους Α.Frank53, S. Amin54 και Ι. Wallerstein55 μελετούν την ανάπτυξη ή την υπανάπτυξη του καπιταλισμού του τρίτου κόσμου σε «συνάρτηση με τις κύριες εσωτερικές αντιφάσεις που χαρακτηρίζουν τους εκεί κυρίαρχους τρόπους παραγωγής, ως μέρος της ανάπτυξης της παγκόσμιας παραγωγής».

Σύμφωνα με τις θεωρίες αυτές, της εξάρτησης, το κράτος - κυρίως στις τριτοκοσμικές χώρες - αποτελεί το βασικό όργανο για την άσκηση του εξαρτημένου ρόλου της οικονομίας αυτών των χωρών στο διεθνή καταμερισμό εργασίας και την παγκόσμια καπιταλιστική διαδικασία κεφαλαιακής συσσώρευσης. Σύμφωνα με τον A. Frank ο διεθνής καταμερισμός εργασίας και οι απαιτήσεις της κεφαλαιακής συσσώρευσης, τόσο σε διεθνές, όσο και σε τοπικό επίπεδο καθόρισαν τη μορφή και το ρόλο του περιφερειακού κράτους, ιδιαίτερα αυτού του τρίτου κόσμου. Κατά αυτούς τους θεωρητικούς το εξαρτημένο κράτος διαφέρει από τα μητροπολιτικά κράτη για δύο λόγους: Ο πρώτος γιατί εξυπηρετεί τις ανάγκες της διεθνούς αστικής τάξης που είναι ισχυρή και ο δεύτερος γιατί οι τοπικές αστικές τάξεις είναι σχετικά ασθενείς. Το εξαρτημένο κράτος είναι λιγότερο δημοκρατικό και τείνει στον αυταρχισμό γιατί οι τοπικές αστικές τάξεις με δυσκολία μπορούν να εδραιώσουν την ηγεμονία τους. Ο S. Amin υποστήριξε ότι επειδή το περιφερειακό κράτος διέπεται από την ξένη οικονομική κυριαρχία είναι δύσκολη η εγκαθίδρυση μιας ηγεμονεύουσας τοπικής αστικής τάξης.

Ο A. Frank υποστήριξε ότι οι μητροπολιτικές αστικές τάξεις και η εξουσία του μητροπολιτικού κράτους θέτουν σε κίνηση τη διαδικασία της υπανάπτυξης και ελέγχουν τις τοπικές αστικές τάξεις. Ωστόσο ο S. Amin υποστήριξε ότι τα εθνικοαπελευθερωτικά και αντι-ιμπεριαλιστικά κινήματα έπαιξαν σημαντικό ρόλο, ιδιαίτερα στη μετάβαση από το πρώτο στο δεύτερο στάδιο του ιμπεριαλισμού. Αντίθετα ο Α. Frank υποστήριξε ότι κάθε μεταβολή είναι αποτέλεσμα της ανάπτυξης των παραγωγικών δυνάμεων στις μητροπόλεις. Οι υποστηριχτές του παγκόσμιου συστήματος εξάρτησης δίνουν προτεραιότητα και έμφαση στις εξωτερικές επιρροές που ασκούνται στο περιφερειακό κράτος και όχι στην τοπική καπιταλιστική ανάπτυξη, την ταξική πάλη στο εσωτερικό του κοινωνικού σχηματισμού και την μετατόπιση της πάλης στο κράτος.

Απέναντι σ' αυτές τις θεωρητικές προσεγγίσεις οι Cardoso και Palette56, οι οποίοι δεν δέχονται εξ' ολοκλήρου τη θεωρία της εξαρτημένης καπιταλιστικής ανάπτυξης αλλά συμφωνούν ότι η περιφερειακή ανάπτυξη διέπεται από το παγκόσμιο καπιταλιστικό σύστημα, τοποθετούν το εξαρτημένο κράτος στο πλαίσιο της ταξικής πάλης, έτσι ώστε το εξαρτημένο κράτος γίνεται το πρωταρχικό πεδίο της ταξικής σύγκρουσης, όπως άλλωστε συμβαίνει με την ανάλυση του Ν. Πουλαντζά 57 για τα μητροπολιτικά κράτη.

Οι Cardoso και Palette δίνοντας προτεραιότητα στην ταξική πάλη υποστήριξαν ότι μεταβολές προέκυψαν σε συγκεκριμένες συγκυρίες κατά τις οποίες τμήματα των τοπικών κυρίαρχων τάξεων συμμάχησαν ή συγκρούστηκαν με τα συμφέροντα των μητροπολιτικών κρατών και οργάνωσαν διάφορες μορφές κράτους, ή διαμόρφωσαν διαφορετικές στρατηγικές για να αντιμετωπίσουν την ιμπεριαλιστική πρόκληση. Οι ίδιοι υποστηρίζουν ότι η θέση των «κλασικών» της «εξάρτησης» είναι «μηχανιστική». Κατ' αυτούς το «σύστημα κυριαρχίας» εμφανίζεται από το εσωτερικό του περιφερειακού κράτους, αφού η κοινωνική πρακτική των τοπικών τάξεων και ομάδων είναι να υιοθετούνται ξένα συμφέροντα επειδή συμπίπτουν με τα δικά τους και όχι επειδή είναι ξένα. Από τις παρατηρήσεις αυτές αναδεικνύεται η αναγκαιότητα, υποστηρίζουν οι Cardoso και Faletto, να ορίσουμε και να επεξεργαστούμε έννοιες που να δείχνουν πως οι τάσεις της καπιταλιστικής επέκτασης μετατρέπονται στην περιφέρεια σε συγκεκριμένες σχέσεις ανάμεσα στα κράτη, τις τάξεις, τα άτομα. Η «εξάρτηση»58, αποτέλεσε αρχικά ένα βασικό σημείο στήριξης της ιδεολογίας και των θεωρητικών συγκροτήσεων της αριστεράς. Ήταν ένα αφετηριακό σημείο ανάλυσης για το σύγχρονο καπιταλισμό και ιδιαίτερα για τις «ιδιομορφίες» του ελληνικού κοινωνικού σχηματισμού. Οι θεωρίες της «εξάρτησης» και της «υπανάπτυξης» δεν οδηγούν τελικά στη «συγκεκριμένη ανάλυση της συγκεκριμένης κατάστασης» του κοινωνικού σχηματισμού.

Η προτεραιότητα της «εξάρτησης» και της «υπανάπτυξης» οδηγεί στην υποτίμηση των κοινωνικών αντιθέσεων και συγκρούσεων, ως κινητηρίων δυνάμεων της ιστορίας. Τα αποτελέσματα των κοινωνικών συγκρούσεων θεωρούνται ως αποτέλεσμα «επιβολής» της θέλησης των ξένων κέντρων. Στις αναλύσεις όπου ο ελληνικός κοινωνικός σχηματισμός χαρακτηρίζεται ως εξαρτημένος, δεν ορίζεται με σαφή τρόπο η έννοια της εξάρτησης ούτε αιτιολογείται με επάρκεια η χρήση της. Χωρίς να αγνοούμε ή (και) να απορρίπτουμε τις όποιες σχέσεις εξάρτησης που μπορεί να διαμορφώνονται σε διεθνές επίπεδο, αυτές δεν μπορούν να οριστούν μόνο με ποσοτικά κριτήρια και μεγέθη αλλά πρέπει να ενταχθούν σ' ένα ερμηνευτικό πλαίσιο ως έκφανση ενός συγκεκριμένου τύπου κοινωνικού σχηματισμού που χαρακτηρίζεται από συγκεκριμένες σχέσεις και δομές, ως αποτέλεσμα των κοινωνικών αντιθέσεων και συγκρούσεων 59.

ΙII

Στην τελευταία αυτή ενότητα θα αναφερθούμε στην τοπική εκπαιδευτική ιστοριογραφία της νεοελληνικής εκπαίδευσης. Μια αρχική παρατήρηση: ελάχιστες είναι οι αναφορές στην τοπική ιστορία και ανύπαρκτες στην τοπική εκπαιδευτική ιστοριογραφία. Τη στιγμή μάλιστα που η ιστοριογραφική παραγωγή τουλάχιστον ποσοτικά είναι πολύ μεγάλη και έχει αρχίσει συζήτηση για ένταξη στο σχολικό πρόγραμμα των τοπικών ιστορικών σπουδών 60.

Η περιοδολόγηση στην τοπική εκπαιδευτική ιστορία και μικροϊστορία μας αποκαλύπτει ένα μεγάλο όγκο πονημάτων.

Τα δημοσιεύματα αυτά έχουν καταχωρηθεί σε τοπικά ιστορικά περιοδικά, τοπικές εφημερίδες, λευκώματα, αφιερωματικούς τόμους, πρακτικά τοπικών συνεδρίων, βιβλία τοπικής ιστορίας, βιβλία ιστορίας της εκκλησίας μιας περιοχής. Σε ιστορία μιας περιοχής ή μιας σχολικής μονάδας. Μια κατηγοριοποίηση των δημοσιευμάτων της τοπικής εκπαιδευτικής ιστορίας είναι η ακόλουθη: α) Τοπική εκπαιδευτική ιστορία, β) Ιστορία σχολών ή ενός σχολείου, γ) Ιστορία φιλεκπαιδευτικών οργανώσεων, δ) Ιστορία προσώπων, κυρίως εκπαιδευτικών, ε) Ιστορία της εκκλησίας μιας περιοχής, στ) Μαρτυρίες και απολογισμοί, ζ) Ιστορίας μιας πόλης, χωριού ή περιοχής. Οι εργασίες αυτές κατά κανόνα έχουν γίνει από εκπαιδευτικούς και τοπικούς λογίους.

Η θεματική αυτών των δημοσιευμάτων είναι ευρύτατη: η έκταση του εκπαιδευτικού δικτύου μιας περιοχής ή μιας κοινότητας, οι τύποι των σχολείων που λειτούργησαν, οι εκπαιδευτικοί, η χρηματοδότηση των σχολείων, η διοίκηση των σχολείων όταν αυτά υπάγονταν στις κοινότητες ή (και) την εκκλησία, η εκπαιδευτική πολιτική των κοινοτήτων, η δράση των φιλεκπαιδευτικών συλλόγων, η ιστορία συγκεκριμένων σχολείων. Τα περισσότερα δημοσιεύματα χρονολογικά καλύπτουν την περίοδο από τον 18ο αιώνα ως το χρόνο που οι υπό μελέτη περιοχές ενσωματώθηκαν στο Ελληνικό κράτος (π.χ. Θεσσαλία, Ήπειρος, Μακεδονία, Δωδεκάνησα, Σάμος), άρα και το εκπαιδευτικό τους σύστημα ενσωματώθηκε και προσαρμόστηκε στο ενιαίο κρατικό εκπαιδευτικό σύστημα της χώρας. Αλλά δημοσιεύματα διαπραγματεύονται την εκπαιδευτική ιστορία μιας περιοχής ή κοινότητας μέχρι την καταστροφή των Ελληνικών πληθυσμών και των κοινοτικών τους δομών. Τέλος σε ελάχιστα δημοσιεύματα που αναφέρονται σε περιοχές που θεωρούνται από τους συγγραφείς τους υπόδουλες (π.χ. Β. Ήπειρος) η διαπραγμάτευση της εκπαιδευτικής ιστορίας εκτείνεται ως σήμερα.

Η τοπική εκπαιδευτική ιστορία, όπως έχει καταγραφεί, δεν θεωρεί το τοπικό φαινόμενο ως δείγμα του συνόλου, αλλά εστιάζεται στη συμβολή - συνήθως μοναδική - του συγκεκριμένου τόπου στα «μεγάλα γεγονότα του έθνους και του γένους». Γι αυτό ακριβώς το λόγο στις εργασίες αυτές ο τόπος τοποθετείται στο κέντρο του γενικού ιστορικού ενδιαφέροντος και χρησιμοποιούνται εκφράσεις σε υπερθετικό βαθμό. Στον ίδιο λόγο ίσως οφείλεται και η συνήθης απόκρυψη συγκρούσεων (π.χ. κοινοτικών) που σημάδεψαν τα εκπαιδευτικά πράγματα ορισμένων κοινοτήτων και περιοχών.

Το μεγαλύτερο μέρος αυτών των δημοσιευμάτων διαπραγματεύεται ένα κεντρικό πρόβλημα, αυτό της αποκατάστασης της αμφισβητούμενης συνέχειας του Ελληνισμού: η εδραίωση της συνείδησης ενός ενιαίου Ελληνικού έθνους «και η ελπίδα της δημιουργίας ενός Ελληνικού κράτους που θα συνένωνε τα διάσπαρτα τμήματα του». Από την αναγνώριση της ανεξαρτησίας της Ελλάδας ως τη Μικρασιατική καταστροφή του 1922 «γνώμονας της πολιτικής του εθνικού κέντρου (...) υπήρξε η ένταξη στο Ελληνικό κράτος όλων των τμημάτων του Ελληνισμού που είχαν μείνει πέρα από τα σύνορα του»61. Η ιδεολογία της διαμόρφωσης της νεοελληνικής εθνότητας και ο Ελληνικός αλυτρωτισμός κυριαρχούν στα δημοσιεύματα αυτά. Η κυριαρχία τους εκτείνεται χρονικά και σε δημοσιεύματα πολύ μεταγενέστερα εκείνης της ιστορικής περιόδου που βασική της ιδεολογία ήταν η διαμόρφωση της νεοελληνικής εθνότητας. Οι ιδεολογικές πλευρές του προβλήματος της «εθνικής συνείδησης» είναι κυρίαρχες στο σύνολο σχεδόν των δημοσιευμάτων για την τοπική εκπαιδευτική ιστορία.

Άλλωστε η εκπαιδευτική ιστορία προσφέρεται για την ανάδειξή τους και κυρίως η «ομογενειακή» δικτύωση των φιλεκπαιδευτικών συλλόγων του Ελληνικού κράτους με αρκετές Ελληνικές κοινότητες της Οθωμανικής αυτοκρατορίας για την οργάνωση και τη λειτουργία των σχολείων αυτών των κοινοτήτων 62. Στο μεγαλύτερο μέρος αυτών των δημοσιευμάτων προβάλλεται η διαμόρφωση της νεοελληνικής εθνότητας στα χρόνια της Τουρκοκρατίας ως νέα ιστορική κατηγορία με συστατικά στοιχεία την κοινή γλώσσα, τη θρησκεία και τα κοινά ήθη. Τα στοιχεία αυτά συνιστούσαν ενωτικό γνώρισμα 63. Οι κατευθύνσεις αυτές της τοπικής εκπαιδευτικής ιστοριογραφίας έχουν σημαδευτεί τόσο από τον Ελληνικό εθνικισμό 64, που αναζωπυρώθηκε στα μέσα του 19ου αιώνα από το «Ανατολικό Ζήτημα», όσο και από τον Γερμανικό ιστορισμό - κατά κύριο λόγο - όπως άλλωστε και το σύνολο της Ελληνικής ιστοριογραφίας. Η παρέκκλιση που εμφανίζεται είναι ότι οι επιρροές του Γερμανικού ιστορισμού και τα χαρακτηριστικά του Ελληνικού εθνικισμού της περιόδου (1830-1922) είναι εμφανή και κυρίαρχα στην ιστοριογραφία της τοπικής εκπαίδευσης ακόμα και σε μεταγενέστερες περιόδους, όταν τα χαρακτηριστικά αυτά δεν είναι κυρίαρχα στην Ελληνική ιστοριογραφία.

Όλα τα παραπάνω χαρακτηριστικά (μοναδικότητα του τόπου, η μη ένταξη στη γενικότερη εκπαιδευτική κίνηση, υπερθετικές εκφράσεις, επιρροή του ιστορισμού, κυριαρχία της ιδεολογίας της διαμόρφωσης της νεοελληνικής εθνότητας, απόκρυψη συγκρούσεων, απουσία ερμηνειών) διευκολύνθηκαν ή μάλλον ευνοήθηκαν από το γεγονός ότι η μελέτη της τοπικής ιστορίας και φυσικά της τοπικής εκπαιδευτικής ιστορίας πέρασε από τη λαογραφία και τη φιλολογία, τους εκπαιδευτικούς χωρίς ιστορική κατάρτιση και τους τοπικούς λογίους. Οι τοπικές Ιστορικές Λαογραφικές Φιλολογικές εταιρείες και σύλλογοι 65 με τις εκδόσεις τους 66, τη διάσωση και τη συγκέντρωση αρχειακού υλικού στήριξαν και καλλιέργησαν την τοπική ιστορία. Το φαινόμενο δεν είναι Ελληνικό, στην Ιταλία οι ιστορικές εταιρείες και οι «Deputazioni di storia patria» που πολλαπλασιάστηκαν στο δεύτερο μισό του 19ου αιώνα, διαμόρφωσαν ένα πυκνό δίκτυο 67, αριθμούσαν «μεταξύ των εργατών ιστορικούς μεγάλου διαμετρήματος, καλούς τοπικούς λογίους, καθώς επίσης και αναρίθμητους ατζαμήδες»68,

Οι παρατηρήσεις και τα σχόλια που προηγήθηκαν οστικά με την τοπική εκπαιδευτική ιστορία προφανώς δε συνιστούν μια συστηματική, μελέτη της σχετικής ιστοριογραφίας. Πρωτεύει η συστηματική καταγραφή βιβλίο 71, άρθρων, μερών ή αποσπασμάτων βιβλίων με ευρύτερες θεματικές, πράγμα σύνηθες και η έναρξη μιας συζήτησης για την τοπική ιστορία.

1.. Ανάλογες προσπάθειες έγιναν από τον Αλ. Δημαρά, Ιστοριογραφία της εκπαίδευσης, περ. Σύγχρονα θέματα, τ. 35/37 (Δεκέμβριος 1988), σσ. 191-197 και λημ. Ιστοριογραφία της νεοελληνικής εκπαίδευσης στην Παιδαγωγική - Ψυχολογική Εγκυκλοπαίδεια - Λεξικό, Εκδ. Ελληνικά Γράμματα, τομ. 5ος, σσ. 2501-2504 και τον Χαρ. Γ. Χαρίτο, Δοκίμιο για την ιστορία της ιστορίας της νεοελληνικής εκπαίδευσης, περ. Σύγχρονη Εκπαίδευση, τ. 54 (Σεπτέμβριος-Οκτώβριος 1990) σσ. 46-54. Μια πρώτη δοκιμή έγινε από τον γράφοντα στο Τα Διδασκαλεία και η κατάρτιση των δασκάλων (1878-1911), Διδ. Διατριβή, Α.Π.Θ. - Παιδαγωγικό Τμήμα Δημοτικής Εκπαίδευσης, Θεσσαλονίκη 1990.

2. Φωτοτυπική επανέκδοση σε περιορισμένο αριθμό αντιτύπων έγινε από το βιβλιοπωλείο Νότη Καραβιά, Αθήναι MCMLXIX.

3. Φωτοτυπική επανέκδοση έγινε από το βιβλιοπωλείο A.N. Καραβιά, Αθήναι MCMLXXXVIII.

4.. Πρόκειται για την Ιστορία της Δημοτικής Εκπαίδευσης. Η έκδοση του έγινε από τον Οργανισμό Εκδόσεως Σχολικών Βιβλίων το 1942, όπως ήταν στα χειρόγραφα του συγγραφέα, που πέθανε το Φεβρουάριο του 1939. Την έκδοση του είχε προτείνει ο Δ. Λάμψας Πρόεδρος του Ανωτάτου Συμβουλίου Εκπαιδεύσεως. Τα ευρετήρια συντάχτηκαν από τον τμηματάρχη του υπουργείου Παιδείας Ιωσήφ Λαζάρου.

5. Λόγοι απολύσεως από της εν τω Πανεπιστημίω καθηγεσίας, Εν Αθήναις 1915.

6. Τα Διδασκαλεία. Τι γίνεται και τι πρέπει να γίνεται, Εν Αθήναις 1915.

7. Η Παιδαγωγική του δημοτικού σχολείου, Εν Αθήναις 1901.

8. Ιστορία της Παιδείας, Αθήναι 1964.

9. Ιστορία της παιδαγωγικής από των αρχαιοτάτων χρόνων μέχρι των καθ' ημάς, Αθήναι 1924.

10.. Ιστορία της παιδαγωγικής μετά παραρτήματος περί της εν Ελλάδι δημοτικής εκπαιδεύσεως και των περί αυτής ισχυόντων νόμων, Εν Αθήναις 1888.

11. Παιδαγωγικόν Σύγγραμμα. Εκδότης: Π.Π. Οικονόμου. Το Α' τεύχος εκδόθηκε την 1.5.1892.

12. Διευθυντής - εκδότης: Γ. Δροσίνης. Το Α' τεύχος εκδόθηκε το 1898.

13. Εκδίδονταν από το «Εν Αθήναις Ελληνικόν Διδασκαλικόν Σύλλογον». Το Α' τεύχος εκδόθηκε το 1906.

14.. Ο Γ. Χασιώτης είχε δημοσιεύσει στο περιοδικό του «Εν Κωνσταντινουπόλει Ελληνικού Φιλολογικού Συλλόγου» (τομ. Η', 1873-1874), Εν Κωνσταντινουπόλει 1874, τη μελέτη του «Η παρ' ημίν δημοτική παίδευσις από της αλώσεως Κων/πόλεως μέχρι σήμερον». Ανατύπωση. Σχόλια - σημειώσεις Απ. Ανδρέου, Επιμέλεια: Χρ. Τζήκας, Α.Π.Θ. - Π.Δ.Τ.Ε.. Θεσσαλονίκη 1990.

15. Για τα προγράμματα των Διδασκαλείων ως το 1929 βλ. Αντωνίου Δ., Τα προγράμματα της μέσης εκπαίδευσης (1833-1929), τομ. Β', Γ.Γ.Ν.Γ.-Ι.Α.Ε.Ν., Αθήνα 1988 και Ανδρέου Απ., Τα Διδασκαλεία..., όπ. παρ.

16. Ν. 169/9.3.1914 που κύρωσε το Ν.Δ. της 17ης 8.1913

17.. Π.Δ. της 25ης 1. 1911

18.. Διάταγμα της 16ης 2. 1934

19.. Β.Δ. της 23ης 5. 1911

20.. Νόμοι 4372/1929 και 4619/1930

21.. Ν. 502/1914

22.. Ο J.W. Zinkeisen στα 1832 δημοσίευσε τον πρώτο τόμο του βιβλίου του «Geschichte Griechenlands». Το έργο είχε σχεδιαστεί ως μια συνολική έκθεση της Ελληνικής ιστορίας από τους προϊστορικούς ως τους σύγχρονους χρόνους. Σχετικά σχόλια βλ. Γ. Βελουδής, Ο Jakob Philipp Fallmerayer και η γένεση τον Ελληνικού ίστορισμον, Ε.Μ.Ν.Ε.-ΜΝΗΜΩΝ 1982 - Κ.θ. Δημαράς, Κ. Παπαρρηγόπουλος, Μορφωτικό Ίδρυμα Εθνικής Τραπέζης, Αθήνα 1986, σ. 166.

23.. Πρόκειται για την «Ιστορία του Ελληνικού Έθνους από αρχαιότατων χρόνων μέχρι της σήμερον, προς διδασκαλίαν των Παίδων. Συταχθείσα μεν υπό Κωνσταντίνου Παπαρρηγοπούλου, εκδοθείσα δε υπό Ανδρέου Κορομηλά, Εν Αθήναις 1853». Σχετικά σχόλια βλ.: Κ.θ. Δημαράς, όπ.π. σσ. 170-173.

24.. Ν.Γ. Σβορώνος, Ανάλεκτα νεοελληνικής ιστορίας και ιστοριογραφίας, Θεμέλιο, Αθήνα 1982.

25.. Δ. Μωραΐτης, όπ. παρ., σσ. 3-4.

26.. Το βιβλίο αυτό παραμένει «άγνωστο» ή αγνοημένο για ορισμένους από τους σημερινούς ιστοριογράφους που έχουν επιχειρήσει να γράψουν «γενικές» ιστορίες της νεοελληνικής εκπαίδευσης: Σ. Μπουζάκης, Νεοελληνική εκπαίδευση, 1821-1985, Gutenberg, Αθήνα 1986, θ. Χατζηστεφανίδης, Ιστορία της νεοελληνικής εκπαίδευσης (1821-1986), Δ.Ν. Παπαδήμας, Αθήνα 1986 κ.ά.

27.. Δημοσιεύθηκε το 1963 στην «Επιθεώρηση Τέχνης», κυκλοφόρησε ως ανάτυπο (1963) και αναδημοσιεύτηκε στον τόμο «Εκπαιδευτική μεταρρύθμιση. Συζητήσεις - κρίσεις - Απόψεις, 1956-1965», Αθήνα 1966, σσ. 124-146. Η μελέτη αυτή πρωτοανακοινώθηκε στη «Στέγη Γραμμάτων και Τεχνών» τον Απρίλιο του 1963.

28.. Δημοσιεύθηκε στον τόμο «Εκπαιδευτική μεταρρύθμιση», όπ. παρ. σσ. 9-22. Στο «Νεοελληνικό Λεξικό» Ελευθερουδάκη υπάρχει και μελέτημα του Κ. Σωτηρίου «Η νεοελληνική παιδεία από την άλωση της Πόλης ως σήμερα».

29.. Σπ. Ασδραχάς, Ζητήματα ιστορίας, θεμέλιο, Αθήνα, σ. 122.

30.. Σπ. Ασδραχάς, όπ. παρ., σ. 121.

31.. Ν. Μελανίτης: Βοηθός του Ν. Εξαρχόπουλου στο Εργαστήριο Πειραματικής Παιδαγωγικής του Πανεπιστημίου Αθηνών (1931), διευθυντής του Πειραματικού Σχολείου, υφηγητής της Παιδαγωγικής (1954), υποδιευθυντής του Διδασκαλείου Δημοτικής Εκπαίδευσης (1967).

32.. Ενδεικτικά είναι τα εγχειρίδια: Αντ. Τσιρίμπας - Ευρ. Κωνσταντόπουλος, Ιστορία της Παιδαγωγικής, Αθήναι 1953 - Αντ. Ισηγόνης, Ιστορία της παιδείας, Αθήναι 1964 - Γ. Τσαμπής, Ιστορία της αγωγής, θεσσαλονίκη 1966. Τα βιβλία αυτά έχουν γραφεί από καθηγητές των Παιδαγωγικών Ακαδημιών και χρησιμοποιήθηκαν ως διδακτικά εγχειρίδια σ' αυτές τις σχολές.

33.. Ενδεικτικά: Ελ. Κούκου, Ο Καποδίστριας και η παιδεία 1803-1822. Τόμ. Α'. Η Φιλόμουσος Εταιρεία της Βιέννης, Αθήναι 1958 - Ελ. Κούκου, Ο Καποδίστριας και η παιδεία. Τα εκπαιδευτικά ιδρύματα της Αιγίνης (1827-1832), Αθήναι 1972 - Ελ. Μπελιά, Η εκπαίδευσις εις την Λακωνίαν και την Μεσσηνίαν κατά την Καποδιστριακήν περίοδον (1828-1832), Εν Αθήναις 1970 - Β. Αρβανίτης, Η Ελληνική παιδεία επί Τουρκοκρατίας και η συμβολή αυτής εις την απόκτησιν της εθνικής ημών ελευθερίας, Φιλιατρά 1961 - Χ.Γ. Κωνσταντόπουλος, Η Ελληνική σχολή της Βυτίνας την περίοδο 1824-1832. Ανάτυπο από τα «Πελοποννησιακά», τόμος Ζ' (1969-70) - Β. Σκουβαράς, Σελίδες από την Ιστορία της Μηλιώτικης Σχολής, Ανάτυπο από την «Ηώ», Αθήνα 1966 - Η. Φερέτου, Η παιδεία στην Καλαμάτα στην Τουρκοκρατία και μέχρι το 1835. Ανάτυπο από τα «Μεσσηνιακά Γράμματα», τομ. Α' (1956).

34.. Ενδεικτικά: Γ. Σακκάς, Γεώργιος Κλεόβουλος ο Φιλιππουπολίτης, Αθήναι 1956 - Πιπ. Ζητρίδου, Ο Κ. Κούμας. Η ζωή και το έργο του, Αθήναι 1960 - Σπ. Καρατζάς, Κοραής και Νικολόπουλος, Αθήναι 1949 - θ. Σπεράντζας, Ο Γρ. Κωνσταντάς ως έφορος παιδείας ανά τας Κυκλάόας, Αθήναι 1960.

35.. Αλ. Δημαράς (Επιμ.), H μεταρρύθμιση που δεν έγινε (Τεκμήρια Ιστορίας), τομ. Α', 1821-1894, Αθήνα 1973, τομ. Β', 1895-1967, Αθήνα 1974, Νέα Ελληνική Βιβλιοθήκη, Ερμής. Σχετική συνέντευξη του Αλ. Δημαρά στο περ. «Σύγχρονα θέματα», τ. 35-36-37/Δεκέμβριος 1988, σ.σ. 191-197.

36.. Α. Βρυχέα - Κ. Γαβρόγλου, Απόπειρες μεταρρύθμισης της ανώτατης εκπαίδευσης, 191 ί1981, Σύγχρονα θέματα, θεσσαλονίκη 1982.

37.. Έχουν ανατυπωθεί τα ακόλουθα έργα:

- Γ. Ψυχάρης, Το ταξίδι μου (Επιμ. Αλ. Αγγέλου), Ερμής 1971, 1983 (1898).

- Το αλφαβητάρι με τον ήλιο, (Επιμ. Αλ. Δημαράς), Ερμής (1919).

- Γ. Τυπάλδος - Ιακωβάτος, Ιστορία της Ιόνιας Ακαδημίας, (Επιμ. Σπ. Ασδραχάς), Ερμής 1982 (1837)

- Ε.Φ. Επιστολή (...) περί Ελληνικού σχολείου Σερριάν, Βιβλ. Ν. Καραβία, Αθήνα 1983 (1944).

- Επαμ. θ. Κυριακού, Βιογραφίαι των εκ Τραπεζούντας (...) λογίων (...), Βιβλ. Ν. Καραβία, Αθήνα MCMLXXXV (1897).

- H δίκη του Ναυπλίου, Διόνυσος, Αθήνα 1976 (1914).

- Το Παρθεναγωγείο και τα «Αθεϊκά» τον Βόλου. Η αλληλογραφία των πρωταγυ>νιστών, (Επιμ. Χ. Χάριτος), Εταιρεία θεσσαλικών Ερευνών, Βόλος 1980 (1908-1914).

- Γ. Παπακώστας, Ο Φώτης Φωτιάδης και το αδελφάτο της εθνικής γλώσσας. Η αλληλογραφία, Ε.Λ.Ι.Α., Αθήνα 1985.

- Κ. Ξανθόπουλος, Συνοπιτική έκθεσις της πνευματικής αναπτύξεως των νεωτέρων Ελλήνων (...), Βιβλ. Ν. Καραβία, Αθήνα MCMLXXXVIII (1880).

- Κ. Αμαντος, Τα γράμματα εις την Χίον κατά την Τουρκοκρατία, Βιβλ. Ν. Καραβία, Αθήνα Χ.Χ.

- Ματ. Παρανίκας, Σχεδίασμα περί της εν τω Ελληνικώ έθνει καταστάσεως των γραμμάτων από (...) 1453 μ.Χ. μέχρι (...) ΙΘ' εκατονταετηρίδας, Βιβλ. Ν. Καραβία, Αθήνα Χ.Χ. (1867).

- Ο Κώστας Σωτηρίου αφηγείται, (Επιμ. Β. Δαμιανάκου), Επικαιρότητα, Αθήνα 1988.

- Δημοτικισμός και κοινωνικό πρόβλημα, «Ο Νουμάς», (Επιμ. Ρ. Σταυρίδου-Πατρικίου), Ερμής, Αθήνα 1978.

- Από την αλληλογραφία των πρώτων δημοτικιστών (...), τομ. Ι. (Επιμ, Στ. Καρατζά, Ε.Γ. Καψωμένος, Ερευνητική Ομάδα), Φιλοσοφική Σχολή Πανεπιστημίου Ιωαννίνων, 1988, τομ. II (Επιμ. Ε.Δ.Π. του Σπουδαστηρίου Νεώτερης Ελληνικής Φιλολογίας του Α.Π.Θ. - Συλλογή υλικού Σπ. Καρατζάς), Α.Π.Θ., 1985.

Ο κατάλογος αυτός εύκολα μπορεί να διευρυνθεί.

38.. Επιτροπή Ι.Α.Ε.Ν.-Γ.Γ.Ν.Γ., Στόχοι τον ερευνητικού προγράμματος, Αθήνα 1984. Σχετικά απολογιστικά στοιχεία: Τρ. Ε. Σκλαβενίτης, Πανεπιστήμιο και εκπαίδευση στο πρόγραμμα του Ιστορικού Αρχείου Ελληνικής Νεολαίας, περ. «Ιστορικά», τ. 12-13/Ιούνιος, Δεκέμβριος 1990, σσ. 199-202.

39.. Κ. Τσικνάκης, Ελληνικός νεανικός τύπος (1915-1936). Καταγραφή, 1986.

- Οντ. Βαρών, Ελληνικός νεανικός τύπος (1941-1945). Καταγραφή, τομ. Α'+Β' (1987).

- Μαρ. Καρπόζηλου, Ελληνικός νεανικός τύπος (1830-1914). Καταγραφή (1987).

-Ελ. Φουρναράκη, Εκπαίδευση και αγωγή των κοριτσιών. Ελληνικοί προβληματισμοί (1830-1910). Ένα ανθολόγιο, (1987).

- Δ. Αντωνίου, Τα προγράμματα της μέσης εκπαίδευσης, 1833-1929. (Περιλαμβάνει και τα προγράμματα των Διδασκαλείων), τομ. Α' (1987), Β' (1988), Γ' (1989).

- Κ. Σοφιανός, Το νομικό καθεστώς της παιδικής ηλικίας και της νεότητας, (1833-1900) τομ. Α' + Β' (1988).

- Χρ. Κουλούρη, Ιστορία και γεωγραφία στα Ελληνικά σχολεία (1834-1914). Γνωστικό αντικείμενο και ιδεολογικές προεκτάσεις. Ανθολόγιο κειμένων - βιβλιογραφία σχολικών εγχειριδίων, (1988).

40.. Δ. Γληνός, Άπαντα, (Εκδοτική φροντίδα, εισαγωγή, σημειώσεις Φίλιππος Ηλιου), τομ. Α+Β, Εκδόσεις θεμέλιο (Αθήνα 1983).

41.. Μιλ. Κουντουράς, Κλείστε τα σχολειά. (Εκπαιδευτικά άπαντα), (Επιμέλεια - σχόλια Αλέξης Δημαράς), τομ. Α+Β, Γνώση, (Αθήνα 1985).

42.. Μ. Τριανταφυλλίδης, Άπαντα, τομ. 6, Ινστιτούτο Νεοελληνικών Σπουδών (Ίδρυμα Μανόλη Τριανταφυλλίδη).

43.. Δημήτρης Γληνός Παιδαγωγός και φιλόσοφος, Gutenberg 1983 (πρόκειται για τις εισηγήσεις σε συνάντηση που οργάνωσε ο τομέας φιλοσοφίας της Φιλοσοφικής Σχολής του Πανεπιστημίου Ιωαννίνων).

- 77. Παπανούτσος. Ο παιδαγωγός και ο φιλόσοφος, Πανεπιστήμιο Ιωαννίνων, «Δωδώνη», παρ. 36, Ιωάννινα 1987 (Συμπόσιο που οργάνωσε το τμήμα φιλοσοφίας, παιδαγωγικής ψυχολογίας της Φιλοσοφικής Σχολής του Πανεπιστημίου Ιωαννίνων).

- 77. Παπανούτσος, Αλ. Δελμούζος, Μ.Ι.Ε.Τ.Ε., Αθήνα 1978.

- Ρ. Σταυρίδη-Πατρικίου, Ο Γ. Σκληρός στην Αίγυπτο. Σοαιαλισμός, δημοτικισμός και μεταρρύθμιση, θεμέλιο, Αθήνα 1988.

- Τιμητικές εκδηλώσεις για τα 100 χρόνια από τη γέννηση του Μ. Τριανταφυλλίδη, Ινστιτούτο Νεοελληνικών Σπουδών, Θεσσαλονίκη.

- Χ. Χάριτος, Το παρθεναγωγείο και τα «Αθεϊκά» τον Βόλου, Πανεπιστήμιο Αθηνών, Αθήνα 1986.

- Χ. Χάριτος, Το παρθεναγωγείο του Βόλου, τομ. Α' + Β', Ι.Α.Ε.Ν.-Γ.Γ.Ν.Γ., Αθήνα 1989.

- Ν. Τερζής, Η παιδαγωγική του Αλ. Δελμούζου. Συστηματική εξέταση του έργον και της δράσης του, θεσσαλονίκη 1981.

- Τομέας παιδαγωγικής Φιλοσοφικής Σχολής του Α.Π.Θ., Αλέξανδρος Π. Δελμουζος. Παιδαγωγός και μεταρρυθμιστής, Εκδ. Αφ. Κυριακίδη, Θεσσαλονίκη 1991.

- Χ. Μούτσος, Ιστορία της εκπαίδευσης και ιδεολογία. 'Οψεις του μεσοπολέμου, Ο Πολίτης, Αθήνα 1990.

- Μίλτος Κονντουράς. Εκατό χρόνια από τη γέννηση τον, Εκδόσεις Βάνιας, θεσσαλονίκη 1991

(Πρόκειται για εισηγήσεις σε συνάντηση που οργάνωσε το Παιδαγωγικό Τμήμα Δημοτικής Εκπαίδευσης του Α.Π.Θ.).

44.. Π.Δ. Πανταζής, Μίλτος Κουντουράς, ο δάσκαλος της Ρωμιοσύνης, Φιλιππότης, Αθήνα 1984.

- Χ. Σακελλαρίου, Μιχ. Παπαμαύρος. Η ζωή, οι διώξεις, το έργο τον, Gutenberg, Αθήνα 1985.

- Χ. Σακελλαρίου, Κ. Σωτηρίον, Κριτήριο, Αθήνα 1992.

- Κ. Καλαντζής, Στον αστερισμό του Δ. Γληνού: Κ. Σωτηρίον, Π.Ι. Ιμβριώτη, Μιχ. Παπαμαύρος, Δίπτυχο, Αθήνα 1985.

- Θ. Γέρου, Παιδεία και νεοέλληνες διανοητές, τομ. Α', Αθήνα 1980, τομ. Β', Αθήνα 1981.

- Α. Φωτιάόου, . Δραγούμης: Οι απόψεις του για την εκπαιδευτική μεταρρύθμιση και τον εκπαιδευτικό δημοτικισμό. Εκδ. Αφ. Κυριακίδη, θεσσαλονίκη 1988.

- Για τον Δ. Γληνό βλ. «Άπαντα», εισαγωγικό σημείωμα του Φ. Ηλιού, τομ. Α', σσ. Iδ'-Ιε', υποσημείωση 1.

45.. Σχετικές παρατηρήσεις βλ. Σπ. Ασδραχάς, Ζητήματα ιστορίας, Θεμέλιο, Αθήνα, σ. 122.

46.. Χ. Σακελλαρίου, Η παιδεία στην αντίσταση, Φιλιππότης, Αθήνα 1984.

- Γ. Κατσαντώνης, Εκπαιδευτικοί και εθνική αντίσταση, Καρανάσης, Αθήνα 1984.

- Χρ. Γκόντζος - Κ. Αναστασάτος, Οι εκπαιδευτικοί στην εθνική αντίσταση, Δίπτυχο, Αθήνα 1985.

47.. Κυρίως πρόκειται για το βιβλίο του Χρ. Λάζου, Ελληνικό φοιτητικό κίνημα 1821-1973. Κοινωνικοί και πολιτικοί αγώνες, Γνώση, Αθήνα 1987.

48.. Γ. Β. Δερτιλής, Η ιστοριογραφία τον νεότερου ελληνισμού σήμερα, περ. Σύγχρονα Θέματα, τ. 35-36-37/Δεκέμβριος 1988, σ. 85.

49.. Σχετικές διαπιστώσεις στο Ν. Σβορώνος, Τάσεις και προοπτικές της σύγχρονης ιστοριογραφίας, περ. Σεμινάριο, τ. 9/Μάρτης 1988, σσ. 14-21.

49.α. Σχετικά βλ. την ενδιαφέρουσα ανάλυση του W. Mills, H κοινωνιολογική φαντασία (μετ. Ν. Μακρυνικόλα, Σ. Τσακνιάς), Παπαζήσης, Αθήνα 1985, σσ. 228-261, Ο ρόλος της ιστορίας.

50.. θ. Χατζηστεφανίδης, Ιστορία της νεοελληνικής εκπαίδευσης (1821-1986), Εκδ. Δ.Ν. Παπαδήμας, Αθήνα 1986, 1982.

- Στ. Δερβίσης, Ιστορία της νεοελληνικής εκπαίδευσης και σύγχρονο εκπαιδευτικό σύστημα, Θεσσαλονίκη 1985.

- Σπ. Ευαγγελόπουλος, Ιστορία της νεοελληνικής εκπαίδευσης. Οργάνωση και διοίκηση της εκπαίδευσης, τομ. Α+Β, Αθήνα 1984.

- Τριλιανός Θ., Νεοελληνική εκπαίδευση. Ένας συνεχής αγώνας για ίσες ευκαιρίες σε μια παιδεία που θα προετοιμάζει για τη ζωή, Φοίβος, Αθήνα 1987.

51.. Κ.Μ.Α.Σ., θέματα παιδείας 2, Σύγχρονη Εποχή. Αθήνα 1980.

- Κ.Μ.Μ.-Κ.Μ.Α., Κριτική της εκπαιδευτικής πολιτικής (1974-1981), Αθήνα 1982 (ιδιαίτερα σ.σ. 78-85).

52.. Σ. Μπουζάκης, Νεοελληνική εκπαίδευση (1821-1985), Gutenberg, Αθήνα 1986, σ. 69.

53.. Ενδεικτικά βλ. A. Frank, Crisis in the World Economy, Holmes and Meier Publishers, New York, 1980.

54.. Ενδεικτικά βλ. S. Amin, Class and Nation, Monthly Review Press, New York, 1980.

55.. Βλ. Ι. Wallestein, The modem world system, Academic Press, New York, 1974.

56.. F. Cardoso, E. Faletto, Dependency and development in Latin America, University of California Press, Berkley 1979.

57.. Ν. Πουλαντζάς, To Κράτος, η εξουσία, ο σοσιαλισμός, θεμέλιο, Αθήνα (1982).

58.. Για την «αντίδραση» βλ. Α. Φραγκουδάκη, Εκπαιδευτική μεταρρύθμιση και φιλελεύθεροι διανοούμενοι. Άγονοι αγώνες και ιδεολογικά αδιέξοδα στο μεσοπόλεμο, Κέδρος, Αθήνα 1978. Για την «εξάρτηση» βλ. Τ. Μαστραντώνης - Γ. Μηλιός, Η θεωρία της αριστεράς για την εξάρτηση του ελληνικού καπιταλισμού. Όρια και συνέπειες, περ. Θέσεις, τ. 2, σσ. 31-43 - Π. Πιζάνιας, Η εφαρμογή της θεωρίας για τις σχέσεις τον «καπιταλιστικού κέντρου» και της «υπανάπτυκτης περιφέρειας» στην ελληνική ιστοριογραφία: Ν. Ψυρούκης - Κ. Τσουκαλάς, Βιβλιοκριτικό άρθρο στο περ. Μνήμων, τομ. II, Αθήνα 1978, σς. 255-286. - Χρήσιμες παρατηρήσεις για τις «εξαρτησιακές νοοτροπίες και πρακτικές» κάνει ο Στ. Πεσμαζόγλου στο Εκπαίδευση και ανάπτυξη στην Ελλάδα, 1948-1985. Το ασύμπτωτο μιας σχέσης, Θεμέλιο, Αθήνα 1987.

59.. Ο Σ. Μπουζάκης σε εισήγηση του με θέμα «Εκπαιδευτικές μεταρρυθμίσεις στη δεκαετία του '80. Μια αναλυτική-ερμηνευτική προσέγγιση των νέων προσπαθειών και των νέων αδιεξόδων» στο Δ' διεθνές παιδαγωγικό συνέδριο της Παιδαγωγικής Εταιρείας Ελλάδας (6-8.10.1989), που περιλαμβάνεται στο «Παγκόσμια κρίση στην εκπαίδευση» (Επιμ. Ι. Πυργιωτάκης - Ι. Κανάκης, εισαγωγή, Α. Καζαμίας), Εκδόσεις Μ.Π. Γρηγόρης, Αθήνα 1992, σσ. 240-265 υποστηρίζει: «Σε αρκετές αναλυτικές προσεγγίσεις από Έλληνες μελετητές του φαινομένου «εκπαιδευτική μεταρρύθμιση», τα ερμηνευτικά μοντέλα που αναπτύχθηκαν παραπάνω [σσ. Η λειτουργική θεωρία, η κριτική κοινωνικομεταρρυθμιστική θεωρία, η ιντεραξιονιστική θεωρία, η θεωρία της ταξικής σύγκρουσης, η θεωρία της καπιταλιστικής εξάρτησης] είτε αγνοούνται είτε απορρίπτονται αβασάνιστα είτε υιοθετούνται άκριτα. Δεν προκαλεί γι' αυτό εντύπωση, ότι ο Α. Ανδρέου κάνει λόγο για το «μύθο της εξάρτησης», ενώ ο Χ. Νούτσος διατυπώνει τον ισχυρισμό, ότι η ερμηνευτική προσέγγιση που στηρίζεται στη θεωρία της εξάρτησης «υποτάχτηκε στην εξυπηρέτηση σύγχρονων πολιτικών αναγκών και σκοπιμοτήτων». Οι παραπομπές του Σ. Μπουζάκη περιορίζονται: α) στο κείμενο μου «Ιστορία της παιδείας και της εκπαίδευσης. Αντικείμενο και προσεγγίσεις» (πρωτοδημοσιεύτηκε στο περ. «Σύγχρονη Εκπαίδευση» τ. 18, σσ. 43-37) όπου πράγματι υποστηρίζω ότι πρόκειται για «μύθο της εξάρτησης». Αναλυτικότερα έχω επιμείνει σ' αυτό στη διό. διατριβή μου «Τα Διδασκαλεία και η κατάρτιση των δασκάλων (1878-1911)» Π.Τ.Δ.Ε.-Α.Π.Θ., Θεσσαλονίκη 1990 στο κεφάλαιο «Ιστοριογραφία της νεοελληνικής εκπαίδευσης. Μια περιοδολόγηση» και στην «Ιστορία της Νεοελληνικής Εκπαίδευσης» Π.Τ.Δ.Ε.-Α.Π.Θ. Υπηρεσία Δημοσιευμάτων, Θεσσαλονίκη 1992, σσ. 11-41. β) την εισαγωγή του βιβλίου Απ. Ανδρέου-Γ. Παπακωνσταντίνου, Οργάνωση και διοίκηση του εκπαιδευτικού συστήματος, Θεωρητική προσέγγιση και ιστορική επισκόπηση, Εξάντας, Αθήνα 1990, όπου υποστηρίζουμε πως «σε ορισμένες μάλιστα περιπτώσεις η προσέγγιση υποτάχτηκε στην εξυπηρέτηση σύγχρονων πολιτικών αναγκών και σκοπιμοτήτων». Πρόκειται για τις μελέτες π.χ. Σ. Μπουζάκης, Νεοελληνική Εκπαίδευση (1821-1985), Gutenberg, Αθήνα 1986, Στ. Δερβίσης, Ιστορία της νεοελληνικής εκπαίδευσης και σύγχρονο εκπαιδευτικό σύστημα, θεσσαλονίκη 1985 κ.ά. Ανάλογες είναι και οι απόψεις του Χ. Νούτσου στο «Ιστορία της εκπαίδευσης και ιδεολογία. Όψεις του μεσοπολέμου» Ο Πολίτης Αθήνα 1990, σ. 22 (στο οποίο παραπέμπει ο Σ. Μπουζάκης) και του Αλ. Δημαρά στο περ. «Σύγχρονα Θέματα», τ. 35-37, σ. 192. Ο ίδιος ο Σ. Μπουζάκης στο κείμενο που σχολιάζουμε αναγνωρίζει ότι «είναι γεγονός ότι στις ερμηνευτικές προσεγγίσεις του νεοελληνικού εκπαιδευτικού γίγνεσθαι με βάση τη θεωρία της εξάρτησης, δεν έχει τονιστεί και αναλυθεί επαρκώς ο ενδογενής παράγοντας και τα αλυσιδωτά, δευτερογενή φαινόμενα που δημιουργούσε στο εσωτερικό της χώρας η εξάρτηση. Έτσι φαίνονται μονομερείς οι σχετικές αναλύσεις. Τον κίνδυνο αυτό δεν αποφύγαμε κι εμείς στην ανάλυση της νεοελληνικής εκπαιδευτικής πραγματικότητας» (σ. 263, υποσ. 31). Πέρα από τις άτοπες κρίσεις του Σ. Μπουζάκη ότι αγνοούμε τις θεωρίες του παγκόσμιου καπιταλιστικού συστήματος ή την αδυναμία μας να τις απορρίψουμε τεκμηριωμένα, θέλουμε να σημειώσουμε επιπλέον από όσα αναφέρουμε στο κείμενο τα εξής:

α. Η περιγραφή και παρουσίαση της καπιταλιστικής εξάρτησης που κάνει ο Σ. Μπουζάκης περιορίζεται στις πολύ γενικές αρχές που διατυπώθηκαν και δεν εκτείνεται στις νεώτερες θεωρητικές προσεγγίσεις. Κατά τη γνώμη μου, η ουσιώδης παράληψη στην παρουσίαση των διαφόρων θεωριών - όταν συζητάμε για την εκπαίδευση - είναι για το ρόλο και το χαρακτήρα του κράτους όπως παρουσιάζεται σ' αυτές τις προσεγγίσεις. Τούτο είναι αναγκαίο γιατί οι κοινωνικές συγκρούσεις για το σχολείο κυρίως εστιάζονται στο πολιτικό και ιδεολογικό επίπεδο.

β. Η συζήτηση στα μοντέλα του παγκοσμίου συστήματος έχει μετατοπιστεί σε μια ιστορική προσέγγιση

της εξάρτησης, όπου τοποθετεί την εξάρτηση στο πλαίσιο της τοπικής ταξικής πάλης. Η μετατόπιση αυτή μεταξύ των άλλων, καταδεικνύει το ερμηνευτικό αδιέξοδο των «κλασικών» θεωριών της εξάρτησης, δηλαδή ότι οι κοινωνικές σχέσεις εξουσίας που διαμορφώνονται στο εσωτερικό των τοπικών «εξαρτημένων» κοινωνικών σχηματισμών δεν προκύπτουν ως αποτέλεσμα των διεθνών σχέσεων ή των σχέσεων εξουσίας στις «μητροπολιτικές» καπιταλιστικές χώρες.

γ. Οι διαφορετικοί κοινωνικοί σχηματισμοί της ιμπεριαλιστικής αλυσίδας, όπως αυτή μορφοποιείται από το Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο και μετά (αναπτυγμένοι κοινωνικοί σχηματισμοί, κοινωνικοί σχηματισμοί με μη καπιταλιστικούς τρόπους παραγωγής κ.ά.) αρθρώνονται σ' ένα δίκτυο διεθνών σχέσεων - κυρίως οικονομικών - και αποκτούν συγκεκριμένες σχέσεις με άλλους κοινωνικούς σχηματισμούς. «Οι διεθνείς οικονομικές σχέσεις αποτελούν επίσης τη μήτρα των πολιτικο-στρατιωτικών ανταγωνισμών και των σφαιρών επιρροής. Η ιμπεριαλιστική πολιτική, που ασκείται πέρα από τα όρια του "εθνικού χώρου" έχει πάντα ως βάση τη διεθνοποίηση του κεφαλαίου». Η διεθνοποίηση αυτή προκύπτει όμως από τη «δυναμική της κεφαλαιακής συσσώρευσης κατ' αρχήν στο εσωτερικό των κοινωνικών σχηματισμών. Η δυναμική, λοιπόν, της συνολικής κοινωνικής αναπαραγωγής των καπιταλιστικών σχέσεων στο εσωτερικό ενός καπιταλιστικού κοινωνικού σχηματισμού καθορίζει και τον χαρακτήρα της ένταξης του σχηματισμού αυτού στο πλέγμα των διεθνών σχέσεων, δηλαδή τη θέση του στην παγκόσμια ιμπεριαλιστική αλυσίδα» (Σχετικά βλ. Γ. Μηλιός, Ο Ελληνικός κοινωνικός σχηματισμός, Εξάντας, Αθήνα 1988).

δ. Ο Σ. Μπουζάκης, στο ίδιο κείμενο του, υποστηρίζει ότι «η μεταρρύθμιση του εκπαιδευτικού συστήματος μιας περιφερειακής χώρας, στα πλαίσια του παραπάνω ερμηνευτικού πλαισίου, (σσ. της καπιταλιστικής εξάρτησης), προσδιορίζεται από το χαρακτηριστικό που κυριαρχεί στην κοινωνικο-οικονομική της ανάπτυξης: την εξάρτηση. Υπηρετεί ένα συγκεκριμένο μοντέλο εξαρτημένης οικονομικής ανάπτυξης, είναι μια εξαρτημένη εκπαιδευτική μεταρρύθμιση». Μια τέτοια προσέγγιση φαίνεται «μηχανιστική» αφού εμφανίζει την «εκπαιδευτική μεταρρύθμιση» ως αντανάκλαση των «εξωγενών» παραγόντων εξαφανίζοντας την ταξική πάλη στον τοπικό κοινωνικό σχηματισμό. Δεδομένου ότι το «οικονομικό», το «ιδεολογικό» και το «πολιτικό» παρουσιάζουν σχετική αυτονομία, η παραπάνω διατύπωση είναι αβάσιμη.

ε. Οι ερμηνείες με βάση τις θεωρίες της «εξάρτησης» δημιουργούν περισσότερα προβλήματα και «αινίγματα» από όσα επιλύουν και σε πολλές περιπτώσεις συσκοτίζουν. Και στο βαθμό που από αυτές προκύπτουν πολιτικές και στρατηγικές, τότε το πρόβλημα είναι ιδιαίτερα σοβαρό.

60.. Σχετικά βλ.: Χαρ. Ντούλας, Σχολικά βιβλία ιστορίας και τοπική ιστορία: Η περίπτωση της Θεσσαλίας, Σεμινάριο, Π.Ε.Φ., τ. 9, Αθήνα Μάρτης 1988, σσ. 88-107.

- Γ. Λενοντσίνης, Τοπικές ιστορικές σπουδές και μελέτη του περιβάλλοντος, Πανεπιστήμιο Αθηνών, 1990.

- Χ. Χάριτος, Από την τοπική ιστορία στην αυτογνωσία, περ. Εκπαιδευτικά, τ. 12/1988, σσ. 94-98.

- Φ.Κ. Βώρος, Τοπική ιστορία, περ. Εκπαιδευτικά, τ. 20/1990, σσ. 33-41.

- Φ.Κ. Βώρος, Τοπική ιστορία (μια πρόταση-απάντηση στο έγγραφο του Υπουργείου Παιδείας), περ. Νέα Παιδεία, τ. 52/1989, σσ. 176-178.

- Περ. «Διάλογος», έκδοση της Ένωσης Φιλολόγων Νομού Ηράκλειου τ. 9, Ηράκλειο, Μάιος 1991, και τ. 10, Ηράκλειο, Δεκέμβριος 1991.

- Ιστορικό Αρχείο Σάμου - Δήμος Σαμίων, Τοπική ιστορία και αρχεία. Πρακτικά διημέρου - Σάμος 26-27 Απριλίου 1991, Σάμος 1992.

Σχετικές είναι και οι εκδόσεις για τα αρχεία:

- Ελληνική Αρχειακή Εταιρεία, Συμπόσιο αρχειονομίας. Αρχεία και αρχειακοί: ένας ιστός, Κέρκυρα 11-13 Οκτωβρίου 1991, Αθήνα 1992.

- Ελληνική Αρχειακή Εταιρεία, Ε. Franz, B. Delmas κ.ά. (μετ.-επιμ.: Ν. Μπαμπίδης - Λ. Μπαφούνη), Η φυσιογνωμία του αρχειακού, Αθήνα 1991.

61.. Π. Κιτρομηλίβης, Το ελληνικό κράτος ως εθνικό κέντρο, στο Δ.Γ. Τσαούσης (Επιμ.) Ελληνισμός - Ελληνικότητα. Ιδεολογικοί και βιωματικοί άξονες της νεοελληνικής κοινωνίας, Βιβλ. της «Εστίας», Αθήνα (1983), σσ. 143-164.

62.. Σχετικά με την «ομογενειακή» δικτύωση αυτών των συλλόγων βλ. Ελ. Σκοπετέα, Το «πρότυπο βασίλειο» και η μεγάλη ιδέα. Όψεις τον εθνικού προβλήματος στην Ελλάδα (1830-1880), Διδ. Διατριβή, Α.Π.Θ., Θεσσαλονίκη 1984.

63.. Σχετικά βλ. Δ.Γ. Τσαούσης (Επιμ.), Ελληνισμός-Ελληνικότητα, όπ. παρ.

- Ελ. Σκοπετέα, όπ. παρ. σσ. 75-140.

- Γ. Κόκκινος, Νεοκλής Καζάζης (1849-1936): Εθνική ιδεολογία, πολιτική φιλοσοφία, φιλοσοφία της ιστορίας, περ. Θεωρία και Κοινωνία, τ. 6/Ιανουάριος 1992, σσ. 185-212.

64.. Για τον Ελληνικό εθνικισμό βλ. πρχ. Δ.Γ. Τσαούσης (Επιμ.), όπ. παρ.

65.. Μια πρώτη καταγραφή μας δίνει 45 τοπικές ιστορικο-λαογραφικο-φιλολογικές εταιρείες και συλλόγους που «καλύπτουν» όλα τα γεωγραφικά διαμερίσματα της χώρας.

66.. Μια πρώτη καταγραφή μας δίνει 87 περιοδικές εκδόσεις.

67.. Β. Croce, Storia delia storiografia Italiana yel secolo XIX.

68.. R. Romano, Πού οδεύει η ιστορία; Αναζητήσεις της σύγχρονης ιστοριογραφίας, Ε.Μ.Ν.Ε. - Μνήμων 1988, σ. 53.

6.9. Η αναλογία αυτή για την «καλλιέργεια» της τοπικής ιστορίας της Ελλάδα και την Ιταλία με τις διαφορές της ίσως να οφείλεται και στον εθνικισμό με το στοιχείο του αλυτρωτισμού που αναπτύχθηκε στις δύο χώρες. Άλλωστε, η Ιταλική εθνική ενοποίηση λειτούργησε ως πρότυπο της αντίστοιχης Ελληνικής. Σχετικά βλ. Α. Αιακός, H Ιταλική ενοποίηση και η μεγάλη ιδέα (1859-1862), Θεμέλιο, Αθήνα 1985, κυρίως σσ. 101-216. Η παραπάνω υπόθεση μένει να διερευνηθεί

70.. Σχετικές πληροφορίες και δημοσιεύματα στο περ. The local Historian που εκδίδεται από την British Association for Local History.

71.. Καταγραφή βιβλίων γίνεται στο Απ. Ανδρέου, Πηγές ιστορίας της νεοελληνικής εκπαίδευσης. Αρχεία - Αρχειακές Συλλογές, Βιβλιογραφία. Καταγραφή, Θεσσαλονίκη 1992.


 
< Προηγ.   Επόμ. >
Θέσεις, τριμηνιαία επιθεώρηση, 36ο έτος (1982-2018), εκδόσεις Νήσος, (Σαρρή 14, 10553, Αθήνα, τηλ-fax: 210-3250058)
Το περιεχόμενο διατίθεται ελεύθερα για μη εμπορικούς σκοπούς, υπό τον όρο της παραπομπής στην αρχική του πηγή