Ευελιξία και διαρθρωτική αλλαγή Εκτύπωση
Τεύχος 45, περίοδος: Οκτώβριος - Δεκέμβριος 1993


Ευελιξία και διαρθρωτική αλλαγή: Ο μετασχηματισμός των αναπτυγμένων καπιταλιστικών οικονομιών μέσα στην κρίση
της Μαρίας Καραμεσίνη

Η ελληνική αρθρογραφία και βιβλιογραφία για το ζήτημα της ευελιξίας (flexibility)1 δεν είναι πλέον ευκαταφρόνητη. Έχουν γραφτεί αρκετά σε θεωρητικό επίπεδο για την ευελιξία της αγοράς εργασίας και της εργασιακής διαδικασίας, το μοντέλο της ευέλικτης εξειδίκευσης και τις προοπτικές εξόδου από την κρίση. Αντίθετα, η κριτική χρησιμοποίηση της θεωρητικής συζήτησης για την ανάλυση της ελληνικής εμπειρίας είναι ακόμα περιορισμένη και αποσπασματική.

Στόχος αυτού του άρθρου είναι να καλύψει κάποια κενά της θεωρητικής συζήτησης και να εισαγάγει κάποια στοιχεία κριτικής της αρθρογραφίας που έχει παρουσιαστεί σε προηγούμενα τεύχη του περιοδικού.

Η προσέγγιση της έννοιας της ευελιξίας που υιοθετείται σ' αυτό το άρθρο είναι συστημική. Σύμφωνα μ' αυτήν, η ευελιξία ενός οικονομικού συστήματος εξαρτάται από την ικανότητα του να αντιμετωπίζει μια δομική κρίση μέσα από το μετασχηματισμό του. Η συστημική προσέγγιση της ευελιξίας συνδυάζεται επιπλέον με τις εξής θεμελιακές παραδοχές:

 - ότι ένα οικονομικό σύστημα δεν είναι απλώς ένα παραγωγικό σύστημα,

 - ότι ένα οικονομικό σύστημα (και κατά συνέπεια ο μετασχηματισμός του) διαπερνάται απ' άκρη σ' άκρη από τις κοινωνικές αντιθέσεις, τις πολιτικές τους εκφάνσεις και τις θεσμικές τους αποκρυσταλλώσεις,

 - ότι το συγκεκριμένο περιεχόμενο του οικονομικού συστήματος στις καπιταλιστικές κοινωνίες εκφράζεται μέσα από το αναπτυξιακό τους πρότυπο.

 

1. Το πεδίο εφαρμογής της έννοιας της ευελιξίας και το ιστορικό της σχετικής συζήτησης στις αναπτυγμένες καπιταλιστικές χώρες

 

Η έννοια της ευελιξίας-ευκαμψίας χρωστά την πρώτη επεξεργασία της στην νεοκλασική θεωρία και την οικονομετρία2.

Αναφέρεται στην ικανότητα των τιμών να μεταβάλλονται σε συνάρτηση με τη διαφορά ζητούμενων και προσφερόμενων ποσοτήτων, ώστε να εξασφαλίζεται ισορροπία στην αγορά. Ο μηχανισμός εξισορρόπησης στις νεοκλασικές αγορές προϋποθέτει δηλαδή ευκαμψία τιμών στην αγορά προϊόντων, μισθών στην αγορά εργασίας και επιτοκίων στην αγορά χρήματος, ενώ ο βαθμός ευκαμψίας εξαρτάται από τις συνθήκες ανταγωνισμού που επικρατούν στην αγορά.

Μετά το ξέσπασμα της κρίσης στις αναπτυγμένες καπιταλιστικές κοινωνίες το 1973, ο όρος ευελιξία περιορίστηκε στην αγορά εργασίας. Χρησιμοποιήθηκε καταρχήν τόσο από ακαδημαϊκούς και ερευνητικούς κύκλους όσο και από την εργοδοσία για να υποδηλώσει την ανάγκη ή την επιθυμία να δοθεί μεγαλύτερη ελευθερία στις επιχειρήσεις στη διαχείριση του προσωπικού τους. Όμως κατοχυρώθηκε σα λέξη κλειδί από τη νεοφιλελεύθερη ιδεολογία το πρώτο μισό της δεκαετίας του 80, συνοψίζοντας το αίτημα κατάργησης όλων των θεσμών που εμπόδιζαν την ανταγωνιστική λειτουργία της αγοράς εργασίας.

Μόνο γύρω στα μέσα της δεκαετίας ο όρος ξέφυγε από τα όρια της αγοράς εργασίας και άρχισε να αποκτά ένα ευρύτερο νόημα χάρη στην κριτική του νεοφιλελευθερισμού. Προοδευτικά κατέληξε να αναφέρεται στην ικανότητα μετασχηματισμού ενός οικονομικού συστήματος για να αντιμετωπίσει μια δομική κρίση και ταυτίστηκε με τη διαρθρωτική αλλαγή.

Πρέπει επίσης να τονιστεί ότι η συζήτηση γύρω από την ευελιξία είναι συνδεδεμένη με την εμπειρία των αναπτυγμένων καπιταλιστικών χωρών και ότι η μεταφορά της συζήτησης στην εμπειρία άλλων χωρών οφείλει να υπακούει στις εξής προϋποθέσεις: αναπτυγμένη σφαίρα καπιταλιστικής παραγωγής και κυριαρχία της μισθωτής εργασίας, εργατικές θεσμικές κατακτήσεις και ρυθμίσεις της αγοράς εργασίας, έντονος κρατικός οικονομικός παρεμβατισμός και κοινωνικό κράτος.

 

1.1. Η νεοφιλελεύθερη ερμηνεία της κρίσης και η ευελιξία της αγοράς εργασίας: το σημείο εκκίνησης της συζήτησης για την ευελιξία

 

Είπαμε παραπάνω ότι η κατοχύρωση του όρου ευελιξία στη δημόσια συζήτηση σχετίζεται με την ηγεμονική επανεμφάνιση του φιλελευθερισμού στα τέλη της δεκαετίας του 70. Η επανεμφάνιση αυτή είναι αποτέλεσμα της αναθεώρησης ως προς τη διάγνωση των αιτίων της οικονομικής κρίσης των αναπτυγμένων καπιταλιστικών χωρών και ως προς τα μέσα που απαιτούνταν για το ξεπέρασμα της.

Οι κεϋνσιανές πολιτικές προώθησης της ζήτησης που εφαρμόστηκαν στις χώρες αυτές το 1975-1976 σε εθνικό επίπεδο αποδείχθηκαν υπεύθυνες για τη διατήρηση του πληθωρισμού και της ανισορροπίας του εξωτερικού ισοζυγίου. Αυτό οδήγησε στην αντίληψη ότι το κόστος εργασίας βρισκόταν στην βάση της κρίσης αποδοτικότητας των επιχειρήσεων και της χειροτέρευσης της ανταγωνιστικότητας των εθνικών οικονομιών. Εξάλλου, η επιβράδυνση της ανόδου της παραγωγικότητας μεταξύ 1975-1979 ενίσχυσε την πεποίθηση ότι η κρίση προέρχονταν από την πλευρά της προσφοράς. Μόνο η μείωση του προσωπικού των επιχειρήσεων και ο τεχνολογικός τους εκσυγχρονισμός θα μπορούσαν να επαναφέρουν το ρυθμό αύξησης της παραγωγικότητας της εργασίας στα προ της κρίσης επίπεδα. Έγινε λοιπόν αντιληπτό ότι η κρίση ήταν δομική και ότι θα διαρκούσε πολύ.

Σύμφωνα με την καινούργια διάγνωση, η αγορά εργασίας βρισκόταν στο επίκεντρο των αιτίων της κρίσης. Οι «δυσκαμψίες» της τροφοδοτούσαν τον πληθωρισμό, υπονόμευαν την ανταγωνιστικότητα και το ποσοστό κέρδους, εμπόδιζαν τον τεχνολογικό εκσυγχρονισμό και την αναδιάρθρωση του παραγωγικού συστήματος και επιβράδυναν την ανάκαμψη της οικονομικής δραστηριότητας και την απορρόφηση της ανεργίας. Επιπλέον, οι επιδοτήσεις του κράτους στους φθίνοντες οικονομικούς κλάδους και στις υπερχρεωμένες επιχειρήσεις αύξαναν τα δημόσια ελλείμματα και το φορολογικό βάρος των επιχειρήσεων.

Στη νέα ερμηνεία της κρίσης αντιστοιχούσαν διαφορετικές συνταγές οικονομικής πολιτικής. Η πολιτική της αγοράς εργασίας και η βιομηχανική πολιτική έπρεπε να παραχωρήσουν έδαφος στις δυνάμεις της αγοράς μετά από μια μακρά περίοδο παρεμβατισμού, ενώ η δημοσιονομική και η νομισματική πολιτική έπρεπε να εγκαταλείψουν το στόχο της στήριξης της οικονομικής δραστηριότητας και της απασχόλησης υπέρ της προτεραιότητας στην καταπολέμηση του πληθωρισμού. Το καινούργιο φιλελεύθερο πνεύμα αποτυπώνεται για πρώτη φορά πανηγυρικά στη Διάσκεψη των επτά το 1980 (SOMMET DES SEPT, Declaration finale, 1980).

Έκτοτε οι όροι «απορρύθμιση», «αποκρατικοποίηση», «ευελιξία της αγοράς εργασίας» αναγορεύθηκαν σε κεντρικά συνθήματα της φιλελεύθερης αντεπανάστασης που φιλοδοξούσε να «εξυγιάνει» τις συνθήκες αξιοποίησης του κεφαλαίου και να διευκολύνει την αναδιάρθρωση του παραγωγικού συστήματος. Έπρεπε να απελευθερωθεί η δυναμική αυτορρύθμισης των αγορών με την κατάργηση όλων των νομικών, διοικητικών και συμβατικών ρυθμίσεων και παρεμβάσεων που εμπόδιζαν τον ανταγωνιστικό μηχανισμό εξισορρόπησης.

 

1.2. Από την ευελιξία της εργασίας στην ευελιξία του κεφαλαίου: κριτική του νεοφιλελευθερισμού

 

Αν και το νεοφιλελεύθερο πνεύμα κυριάρχησε στη συζήτηση για την ευελιξία της αγοράς εργασίας το πρώτο μισό της δεκαετίας του 80, την ίδια περίοδο εμφανίστηκαν και οι πρώτες απόπειρες αμφισβήτησης της νέας ορθοδοξίας. Η σχέση της δυσκαμψίας των μισθών και των εμποδίων στις απολύσεις με την ανεργία αμφισβητήθηκε με τη βοήθεια εμπειρικών μελετών. Η υποχώρηση της οικονομικής δραστηριότητας που προήλθε από την εφαρμογή συσταλτικών πολιτικών σε πολλές χώρες ταυτόχρονα θεωρήθηκε ως βασική πηγή ανεργίας. Επίσης αναπτύχθηκε ένας καινούργιος προβληματισμός γύρω από την παραγωγικότητα, την οργάνωση της εργασίας και τις κοινωνικές σχέσεις μέσα στην επιχείρηση σε στενή σχέση με την ανάγκη αξιοποίησης των νέων τεχνολογιών. Ένας προβληματισμός που δεν άφησε ανεπηρέαστους ακόμα και τους διεθνείς οργανισμούς όπως ο ΟΟΣΑ.

Εμφανίστηκε λοιπόν παράλληλα με τη συζήτηση για την ευελιξία της αγοράς εργασίας, αυτή για την ευελιξία της εργασίας μέσα στην επιχείρηση που στηριζόταν πάνω στο υπόδειγμα της «ευέλικτης επιχείρησης» του Atkinson (1984). Σύμφωνα μ' αυτό το υπόδειγμα, η ευελιξία του εργατικού δυναμικού στα πλαίσια της επιχείρησης μπορούσε να επιτευχθεί τόσο μέσω της προσαρμογής του προσωπικού στον κύκλο εργασιών με απολύσεις/προσλήψεις από την εξωτερική αγορά εργασίας (εξωτερική-αριθμητική ευελιξία) όσο και μέσω της αποτελεσματικής αξιοποίησης των ανθρώπινων πόρων στην εσωτερική αγορά εργασίας (εσωτερική-λειτουργική ευελιξία). Αναγνωριζόταν ακόμα ότι η εσωτερική ευελιξία μπορούσε να είναι αποτελεσματικό υποκατάστατο της εξωτερικής ευελιξίας (OCDE 1986a).

Σημειώθηκε επίσης μια δεύτερη αλλαγή οπτικής ακόμα πιο ριζοσπαστική. Η ευελιξία της αγοράς εργασίας θεωρήθηκε ότι δεν είναι ούτε ο μοναδικός ούτε ο πιο σημαντικός παράγων για την επίτευξη της οικονομικής προόδου και της κοινωνικής ευημερίας. Η εμπειρία της διεθνούς ύφεσης στις αρχές της δεκαετίας του 80 είχε δείξει ότι αυτές εξαρτώνταν περισσότερο από κατάλληλα μακροοικονομικά μέτρα στήριξης της οικονομικής δραστηριότητας που λαμβάνονται σε διεθνές επίπεδο, όπως η τόνωση της ζήτησης και η μείωση των επιτοκίων, θεωρήθηκε λοιπόν απαραίτητο ένα καινούργιο κοινωνικό συμβόλαιο που θα προωθούσε τους δύο προαναφερόμενους στόχους (OCDE 1986b). H σοσιαλδημοκρατική αντίληψη που βρίσκεται πίσω από αυτή την οπτική είναι φανερή.

Στην προοδευτική μετατόπιση του ενδιαφέροντος από την απορρύθμιση της αγοράς εργασίας στην ευέλικτη προσαρμογή του εργατικού δυναμικού στις ανάγκες της εργασιακής διαδικασίας μέσα στην επιχείρηση και από τον ανελέητο αγώνα ενάντια στα συνδικάτα και την «επιβεβλημένη από το κεφάλαιο ευλυγισία» στον κοινωνικό διάλογο και τη «διαπραγματευμένη ευελιξία» συνετέλεσε η επιτυχία της Γερμανίας, της Ιαπωνίας και των σκανδιναβικών χωρών στο διεθνή ανταγωνισμό. Αυτές οι χώρες είχαν ακολουθήσει στρατηγικές διαπραγματευμένης (negotiated) ευελιξίας, σε αντίθεση με τις αυταρχικές φιλελεύθερες στρατηγικές που είχαν υιοθετήσει οι περισσότερες αναπτυγμένες χώρες (με επικεφαλείς τις ΗΠΑ, τη Βρετανία και τη Γαλλία) που η θέση τους στο διεθνή καταμερισμό εργασίας είχε υποχωρήσει. Λέγοντας μετατόπιση ενδιαφέροντος εννοούμε ότι ουδέποτε συντελέστηκε σε επίπεδο διεθνών οργανισμών (ΟΟΣΑ, ΕΟΚ) μια καθαρή τομή με τη νεοκλασική προσέγγιση της αγοράς εργασίας, αλλά περισσότερο μια προσχώρηση σε μια θέση πιο πραγματιστική που άφηνε στα διαφορετικά έθνη κράτη την επιλογή της δοσολογίας μεταξύ εξωτερικής και εσωτερικής ευελιξίας της εργασίας.

Αλλά και πέρα από τη συγκεκριμένη εξέλιξη της συζήτησης γύρω από την ευελιξία της εργασίας, την ίδια περίπου περίοδο το μοντέλο της «ευέλικτης εξειδίκευσης» των Piore και Säbel (1984) άνοιγε τη συζήτηση για το μετασχηματισμό των παραγωγικών δομών (της εργασιακής διαδικασίας και της βιομηχανικής οργάνωσης) κάτω από την επίδραση των νέων τεχνολογιών και των νέων μορφών ανταγωνισμού στην αγορά και κατεδείκνυε τη σημασία της ευελιξίας στη χρήση ταυ σταθερού κεφαλαίου για την αντιμετώπιση της κρίσης.

Παρομοίως, το υπόδειγμα της «ευέλικτης επιχείρησης» του Atkinson θα γονιμοποιούσε μια σειρά κριτικών που θεωρούσαν ότι η ευελιξία της εργασίας, με την οποία ασχολείτο αποκλειστικά το μοντέλο, αποτελούσε μία μόνο παράμετρο της συνολικής ευελιξίας της επιχείρησης (Rubery J., Tarling R., Wilkinson F. 1987, Miction F. 1987). Αυτή εξαρτιόταν επίσης από την επιλογή καινούργιων προϊόντων, την ευελιξία των μεθόδων παραγωγής, τις υπεργολαβίες, την προσφυγή σε άλλες επιχειρήσεις για την προμήθεια σε χαμηλότερες τιμές τελικών προϊόντων ή εξαρτημάτων που άλλοτε παράγονταν στην επιχείρηση, τις αλλαγές στο μάρκετινγκ κλπ. Επιλογές και αποφάσεις που δε σχετίζονται με τη ζωντανή εργασία αλλά επηρεάζουν αποφασιστικά το κόστος της επιχείρησης και την αποδοτικότητα του επενδυμένου κεφαλαίου της.

 

1.3. Δομική ευελιξία τον οικονομικού συστήματος και ανταγωνιστικότητα: κοινωνικές αντιθέσεις και πολιτικές αντιπαραθέσεις

 

Είδαμε παραπάνω αναλυτικά πως όλα τα θεωρητικά και ιδεολογικά ρεύματα της δεκαετίας του 80, μέσα από την αντιπαράθεση τους, θέλησαν να προσδώσουν στην ευελιξία το περιεχόμενο που καθένα τους θεωρούσε κατάλληλο για να περιγράψει τις διαρθρωτικές αλλαγές που συντελούνταν κατά τη διάρκεια της κρίσης και για να προτείνει αυτές που πίστευε ως αναγκαίες για την έξοδο από αυτήν. Η «διεκδίκηση» του όρου από όλα αυτά τα ρεύματα είναι κατά τη γνώμη μου ο καθοριστικός παράγοντας της εννοιολογικής σύγχυσης που δημιουργήθηκε γύρω από τη χρήση του όρου.

Κι αυτό γιατί ο όρος ευελιξία ορίζεται αυστηρά, όπως ανέφερα παραπάνω, μόνο στα πλαίσια της νεοκλασικής θεωρίας ως ευκαμψία των τιμών. Η έξοδος του από το πλαίσιο αυτό και η βαθμιαία διεύρυνση του εννοιολογικού του πεδίου τον έκανε να χάσει την αναλυτική του δύναμη και να μετατραπεί σε περιγραφικό όρο. Παρά την επισήμανση αυτή δεν πρέπει να θεωρήσουμε άχρηστη τη συζήτηση για την ευελιξία, αλλά να κατανοήσουμε τη βαθύτερη προβληματική στην οποία παραπέμπει, δηλαδή τη διαρθρωτική αλλαγή ως προϋπόθεση μετασχηματισμού των καπιταλιστικών οικονομιών και εξόδου από την κρίση.

Υιοθετώντας αυτή την οπτική, κάποιοι συγγραφείς οδηγήθηκαν σε μια πιο αφηρημένη αλλά ταυτόχρονα πιο ολοκληρωμένη προσέγγιση της έννοιας της ευελιξίας που έχει να κάνει με τη δομική ευελιξία του ίδιου του οικονομικού συστήματος (OCDE 1986a, Boyer R. 1986a, Bartoli H. 1987, Atkinson J. 1987, Michon F. 1987).

Το αντικείμενο της δομικής ευελιξίας είναι η οικονομική αποτελεσματικότητα του οικονομικού συστήματος, που λαμβάνει χαρακτήρα εξωτερικού καταναγκασμού όσο πιο ανοιχτές είναι οι οικονομίες στο διεθνή ανταγωνισμό. Η παραγωγικότητα της εργασίας δεν είναι πια ο κατάλληλος δείκτης οικονομικής αποτελεσματικότητας, γι' αυτό και υποκαθίσταται από τη διεθνή ανταγωνιστικότητα της οικονομίας, που αναγορεύεται από τον κυρίαρχο ιδεολογικο-πολιτικό λόγο στον κεντρικό στόχο της οικονομικής πολιτικής και της οικονομικής προσπάθειας μιας κοινωνίας (Karamessini M. 1992).

Είναι προφανές ότι η βελτίωση τόσο εν γένει της οικονομικής αποτελεσματικότητας όσο και συγκεκριμένα της ανταγωνιστικότητας μιας οικονομίας είναι άρρηκτα δεμένη με την ύπαρξη ευνοϊκών συνθηκών αξιοποίησης του κεφαλαίου. Η διατήρηση των τελευταίων σε μακροπρόθεσμη βάση εξαρτάται από τη σταθερότητα των ταξικών και κοινωνικών συμβιβασμών, που προϋποθέτουν την εξασφάλιση μιας κάποιας κοινωνικής προόδου. Το νεοκλασικό αξίωμα που λέει ότι ο ανταγωνισμός εγγυάται την ταυτόχρονη αριστοποίηση της οικονομικής αποτελεσματικότητας και της κοινωνικής ευημερίας μέσω της πλήρους απασχόλησης των παραγωγικών συντελεστών (optimum του Pareto) αποτέλεσε τη νομιμοποιητική βάση της νεοφιλελεύθερης επίθεσης στις θεσμικές ακαμψίες των αγορών. Κι όμως, η φιλελεύθερη στρατηγική ευελιξίας απέτυχε στο επίπεδο του διεθνούς ανταγωνισμού, ενώ οδήγησε στη διεύρυνση των κοινωνικών ανισοτήτων.

Προκειμένου να αποφύγει κανείς μια υπεραπλουστευτική κριτική του νεοφιλελευθερισμού, που γίνεται συχνά από τους υποστηρικτές του κοινωνικού συμβολαίου και της διαπραγματευμένης ευελιξίας, οφείλει να υπογραμμίσει ότι, σε συνθήκες κρίσης, η αναζήτηση της οικονομικής αποτελεσματικότητας και η εξασφάλιση της κοινωνικής ευημερίας για το σύνολο του πληθυσμού αποτελούν αντιφατικούς στόχους. Διότι τα περιθώρια διανομής των ωφελειών από την άνοδο της παραγωγικότητας στη μισθωτή εργασία συρρικνώνονται, στο βαθμό που η ανάγκη επενδύσεων αυξάνεται για να αντιμετωπισθεί η επιτάχυνση της απαξίωσης του κεφαλαίου μέσα σε συνθήκες οξυμένου ανταγωνισμού. Το ίδιο συμβαίνει με τα περιθώρια κοινωνικής αναδιανομής του εισοδήματος προς όφελος των ανέργων και των χαμηλότερων εισοδηματικών στρωμάτων και ομάδων.

Εντούτοις, είναι επίσης βέβαιο, ότι απέναντι στον ίδιο καταναγκασμό (αύξηση της ανταγωνιστικότητας) και στη βάση των ίδιων δυνατοτήτων (νέες τεχνολογίες), οι διαφορετικές χώρες, περιφέρειες, επιχειρήσεις ακολούθησαν κατά τη διάρκεια της κρίσης πολύ διαφορετικές στρατηγικές ευελιξίας. Οι στρατηγικές αυτές διαφοροποιούνται ανάλογα με το αν οι φορείς τους πιστεύουν ή όχι ότι οι κοινωνικές κατακτήσεις δεν αποτελούν μόνο κόστος παραγωγής αλλά μπορούν να αποτελέσουν σταθερή πηγή αύξησης της παραγωγικότητας και της οικονομικής αποτελεσματικότητας και ανάλογα με τις επιπτώσεις τους στην αναδιανομή του εισοδήματος, την ανεργία, την κατάτμηση της αγοράς εργασίας και τα κοινωνικά δικαιώματα.

Οι διαφοροποιημένες στρατηγικές δεν προέκυψαν μόνο από τις διαφορετικές ιδεολογικές προτιμήσεις των φορέων τους (εργοδοσία, τοπικοί ηγεμονικοί συνασπισμοί δυνάμεων), ούτε φυσικά διαμορφώθηκαν σε κοινωνικό και πολιτικό κενό. Υπήρξαν αποτέλεσμα του ταξικού και κοινωνικού τοπικού συσχετισμού δύναμης, που επηρεάζεται από την κληρονομιά του παρελθόντος (θεσμική πραγματικότητα, ιστορική συγκρότηση κοινωνικών και πολιτικών δυνάμεων) και διαμορφώνεται μέσα από τους στόχους των κοινωνικών υποκειμένων και την πραγματικότητα των κοινωνικών αγώνων.

Επομένως, η κοινωνική και πολιτική διάσταση των διαρθρωτικών αλλαγών και της ευελιξίας ορίζεται:»

 - από την αντιπαράθεση/σύγκλιση συμφερόντων των κοινωνικών υποκειμένων γύρω από τις στρατηγικές ευελιξίας, που δεν εμπλέκουν μόνο τις δυνάμεις του κεφαλαίου και της εργασίας αλλά και άλλες κοινωνικές κατηγορίες

 - από την πολιτική έκφραση και διαμεσολάβηση των συμφερόντων των κοινωνικών υποκειμένων, την πολιτική παρέμβαση στη διαδικασία ταξικών και κοινωνικών συγκρούσεων και τη θεσμική αποκρυστάλλωση των συμβιβασμών3.

 

Αν και οφείλουμε να απορρίπτουμε τόσο τη μυθοποίηση της ευελιξίας, παρουσιάζοντας την ως πανάκεια και συμφέρουσα για όλα τα «συμβαλλόμενα» μέρη, όσο και τη μυθοποίηση της παντοδυναμίας του κεφαλαίου (Λυμπεράκη Α. 1990), πρέπει να έχουμε κατά νου ότι η προώθηση της δομικής ευελιξίας μέσα στην κρίση γίνεται κάτω από την κυριαρχία του κεφαλαίου, όσο κι αν ο ευνοϊκός συσχετισμός δύναμης και οι εργοδοτικές αντιλήψεις και στρατηγικές επιτρέπουν πολλές φορές κατά τόπους σε ορισμένα τμήματα της εργατικής τάξης να προωθήσουν σημαντικές κατακτήσεις.

 

2. Κρίση τον φορντισμού και μετασχηματισμός των αναπτυγμένων καπιταλιστικών οικονομιών

 

Αν και η έννοια της δομικής ευελιξίας ενός οικονομικού συστήματος είναι απαραίτητη για να κατανοηθεί η ευρύτερη προβληματική της συζήτησης για την ευελιξία, είναι αδύνατο να προχωρήσει κανείς στην ανάλυση του μετασχηματισμού των αναπτυγμένων καπιταλιστικών οικονομιών μέσα στην κρίση χωρίς να εγκαταλείψει αυτό το επίπεδο αφαίρεσης και να προσφύγει σε άλλα αναλυτικά εργαλεία. Η όλη συζήτηση γύρω από την κρίση του φορντισμού και τη διαδοχή του από νεοφορντικά ή μεταφορντικά παραγωγικά συστήματα, βιομηχανικά υποδείγματα, καθεστώτα συσσώρευσης ή αναπτυξιακά πρότυπα, παρά την ύπαρξη κοινών αναλύσεων και παραδοχών, είναι πεδίο αντιπαράθεσης διαφορετικών θεωριών και προσεγγίσεων που συλλαμβάνουν διαφορετικά την έννοια του οικονομικού συστήματος και της σύνδεσης του με το κοινωνικό και το ιδεολογικο-πολιτικό γίγνεσθαι.

Στη συζήτηση για την κρίση του φορντισμού και τη διαδοχή του αντιπαρατίθενται δύο συγκροτημένες θεωρήσεις: το μοντέλο της ευέλικτης εξειδίκευσης και η θεωρία της ρύθμισης. Γενικότερα, συγκρούονται η προσέγγιση του μεταφορντισμού ως παραγωγικού συστήματος, βιομηχανικού υποδείγματος ή τεχνολογικού παραδείγματος, και η προσέγγιση που θεωρεί ότι η έξοδος από την κρίση προϋποθέτει το συνδυασμό ενός καινούργιου τρόπον οργάνωσης της παραγωγής με τη διαμόρφωση ενός τύπον κοινωνικών σχέσεων που θα μπορέσει να εξασφαλίσει τη μακροοικονομική σταθεροποίηση ενός συγκεκριμένου προτύπου συσσώρευσης. Ένα τελευταίο πεδίο αντιπαράθεσης είναι η αναγκαιότητα ή μη επικράτησης σε όλες της χώρες του αναπτυγμένου καπιταλισμού ενός και μοναδικού αναπτυξιακού προτύπου που θα αντικαταστήσει το φορντισμό.

Η δεκαετία του 80 υπήρξε καθοριστική για την οριστική απομάκρυνση των αναπτυγμένων καπιταλιστικών οικονομιών από το φορντιστικό αναπτυξιακό πρότυπο που είχε επικρατήσει μεταπολεμικά και που μπήκε σε κρίση στη δεκαετία του 70. θα προσπαθήσω παρακάτω να περιγράψω τους μετασχηματισμούς που καθόρισαν αυτήν την απομάκρυνση, χωρίς να θεωρώ ούτε ότι όλοι ανήκουν στις εξελίξεις των «νέων καιρών» του μεταφορντισμού, ούτε ότι όλοι κατατείνουν σ' έναν τεχνολογικά ανανεωμένο φορντισμό (Μπράχος Γ. 1993), ούτε ότι όλοι εντάσσονται σε μια χαοτική διαδικασία απο-φορντισμού όπου η πολυμορφία υπονομεύει την αναπτυξιακή προοπτική (Πελαγίδης θ. 1993).

 

2.1. Ευελιξία και αγορά εργασίας

 

Θα ξεκινήσω από τις γενικές εξελίξεις στην αγορά εργασίας. Το σημαντικότερο φαινόμενο της δεκαετίας του 80 στις χώρες του ΟΟΣΑ ήταν η αύξηση της ανεργίας κυρίως το πρώτο μισό της δεκαετίας, με εξαίρεση τις χώρες της ΕΖΕΣ και την Ιαπωνία, όπου η ανεργία ουδέποτε πήρε σημαντικές διαστάσεις. Αναζωπύρωση της ανεργίας ξανασημειώθηκε τελευταία με την ύφεση του 1991-1992 και συνεχίζεται μέχρι σήμερα. Το δεύτερο σε σημασία φαινόμενο ήταν η αύξηση της προσωρινής και μερικής απασχόλησης που δημιούργησε μισθωτούς «δεύτερης κατηγορίας». Επίσης κατά τη διάρκεια της δεκαετίας του 80, η αύξηση των πραγματικών αμοιβών της εργασίας στις χώρες του ΟΟΣΑ επιβραδύνθηκε σαφώς σε σχέση με την προηγούμενη δεκαετία και οι εξαιρετικά χαμηλοί μέσοι ετήσιοι ρυθμοί που σημειώθηκαν μπορούν να ερμηνευτούν μάλλον ως στασιμότητα παρά ως αύξηση της αγοραστικής δύναμης των μισθών. Έτσι το σύνολο σχεδόν των ωφελειών της δεκαετίας από την αύξηση της παραγωγικότητας περιήλθε στο κεφάλαιο. Κατά συνέπεια, το πραγματικό μοναδιαίο κόστος της εργασίας και το μερίδιο των μισθών στο προϊόν της βιομηχανίας και των εμπορευματικών υπηρεσιών έπεσε στο τέλος της δεκαετίας του 80 στο πιο χαμηλό σημείο από το 1970 (OECD 1991).

Σε επίπεδο θεσμικό καταργήθηκαν τα συστήματα αναπροσαρμογής των μισθών στο κόστος ζωής και έγινε περισσότερο χαλαρή η νομοθεσία για τις άτυπες μορφές απασχόλησης, το χρόνο και τα ωράρια εργασίας. Από την άλλη πλευρά, η εξατομίκευση ή η συλλογική διαπραγμάτευση των εργασιακών σχέσεων, καθώς και ο βαθμός προτεραιότητας που δόθηκε στην προστασία της απασχόλησης και την αντιμετώπιση της ανεργίας, είναι τα δύο βασικά ζητήματα από τα οποία πέρασε η διαχωριστική γραμμή μεταξύ των διαφορετικών τύπων ευελίξίας που ακολουθήθηκαν σε διαφορετικές χώρες, περιοχές, επιχειρήσεις. Τύπων που απορρέουν από τις στρατηγικές του κεφαλαίου και της εργασίας, το συσχετισμό δύναμης και το είδος της μεταξύ τους αντιπαράθεσης και την έκβαση της ταξικής πάλης.

 

2.2. Ευελιξία και αλλαγές στην οργάνωση της παραγωγής

 

Οι «νέες εξελίξεις» δεν περιορίστηκαν στην αγορά εργασίας. Οι στρατηγικές αναδιάρθρωσης του κεφαλαίου επέφεραν δραστικές αλλαγές στην οργάνωση της παραγωγής. Ο τεχνικο-οργανωτικός εκσυγχρονισμός της εργασιακής διαδικασίας και ο μετασχηματισμός του κοινωνικού καταμερισμού της εργασίας και των διεπιχειρησιακών σχέσεων είναι οι δύο συνιστώσες αυτών των αλλαγών και αποτελούν απάντηση στις δύο σημαντικότερες πλευρές της κρίσης: την κρίση της εργασίας και τη βιομηχανική κρίση.

 

2.2.1. Οργανωτικές καινοτομίες, τεχνολογική επανάσταση και αλλαγές στη σύνθεση της εργατικής τάξης

 

Η κρίση της εργασίας εκδηλώθηκε ταυτόχρονα ως κρίση νομιμοποίησης και κρίση αποτελεσματικότητας των τεϋλορικών και φορντιστικών αρχών οργάνωσης της εργασίας, που συνοψίζονταν στην εξειδίκευση των λειτουργιών διεύθυνσης, εποπτείας και εκτέλεσης, στον κατακερματισμό των αντικειμένων εργασίας και στη συστηματική μέτρηση των χρόνων και των κίνηση των εργατών (Coriat B. 1979). Η βιομηχανική κρίση υπήρξε το αποτέλεσμα της όξυνσης και της εμφάνισης νέων μορφών ανταγωνισμού στην αγορά, των αλλαγών στην τομεακή σύνθεση του προτύπου συσσώρευσης και των θεαματικών εξελίξεων στο διεθνή καταμερισμό της εργασίας. Η εφαρμογή συνδυασμένων στρατηγικών επιλογής προϊόντων και διαδικασιών παραγωγής βρίσκονται στο επίκεντρο των προσπαθειών των επιχειρήσεων για να την αντιμετωπίσουν (Coriat B. 1990).

Η κρίση της «επιστημονικής οργάνωσης της εργασίας» (τεϋλορισμός) υπήρξε η αφετηρία, ήδη από το τέλος της δεκαετίας του 60, για οργανωτικούς νεωτερισμούς προς την κατεύθυνση του «εξανθρωπισμού της εργασίας» μέσω της ανασύνθεσης των εργασιακών αντικειμένων, παράλληλα με άλλες θεσμικές παραχωρήσεις στους βιομηχανικούς εργάτες, ούτως ώστε να ξανατονωθεί το κίνητρο τους για εργασία (Coriat Β. 1979). Η τεχνολογική επανάσταση που σημειώθηκε το δεύτερο μισό της δεκαετίας του 70, ανανέωσε το ενδιαφέρον για τα πρώιμα αυτά πειράματα, που κληροδότησαν συστηματοποιημένη τεχνογνωσία για νέους τρόπους οργάνωσης της εργασίας. Οι τελευταίοι απελευθέρωναν τις παραγωγικές δυνάμεις και έδιναν περιθώρια ευελιξίας στην εργασιακή διαδικασία: μη κατακερματισμένα αντικείμενα εργασίας και εργασία σε μικρές αυτόνομες ομάδες, δίκτυο γραμμών συναρμολόγησης και παραγωγής με αναπροσαρμόσιμους ρυθμούς, υποκατάσταση του ιμάντα μεταβίβασης από τηλεκατευθυνόμενα καροτσάκια (Coriat B. 1990).

Η τεχνολογική επανάσταση που ζούμε εκτυλίσσεται γύρω από τις «τεχνολογίες της πληροφορίας», στο σημείο συνάντησης της ηλεκτρονικής, της πληροφορικής, των τηλεπικοινωνιών και της ρομποτικής και ανοίγει το δρόμο για ένα νέο «τεχνικο-οικονομικό υπόδειγμα έντασης πληροφορίας» (Ferez C. 1983). Από την ενσωματωμένη αυτοματοποίηση της φορντιστικής εποχής περνάμε στον προγραμματιζόμενο αυτοματισμό, που η πρωτοτυπία του συνίσταται στο να συνδυάζει την ενσωμάτωση της εργασιακής διαδικασίας με την ευελιξία της.

Η ενσωμάτωση της εργασιακής διαδικασίας αυξάνεται περισσότερο εφόσον «στον έλεγχο του ρυθμού των ανθρώπων προστίθεται η αριστοποίηση της χρήσης των μηχανών και των ενδιάμεσων καταναλώσεων [ενέργεια, πρώτες ύλες Μ.Κ.]. Υπό αυτή την έννοια υπάρχει διατήρηση και μεταλλαγή των τεϋλορικών και φορντικών αρχών της οικονομίας [του χρόνου Μ.Κ.]» (Coriat Β. 1990, σελ. 66). Αυτή η προχωρημένη ενσωμάτωση εξασφαλίζεται από μια καινούργια αρχή διεύθυνσης της παραγωγής που ονομάζεται «την κατάλληλη στιγμή» (just in time). «Η διεύθυνση της παραγωγής από ηλεκτρονικό υπολογιστή διευρύνει σημαντικά τις δυνατότητες διαχείρισης σε πραγματικό χρόνο των αποθεμάτων των εισροών που απαιτούνται για κάθε χειρισμό, ανάλογα με τις ανάγκες παραγωγής μέσα στο χώρο εργασίας, ενώ η ίδια η παραγωγή μπορεί να αριστοποιείται ανάλογα με την ένταση της ενδιάμεσης ή τελικής ζήτησης. Η αρχή της "κατάλληλης στιγμής" μπορεί να επεκταθεί στη συνεργασία των διαφορετικών χώρων κατασκευής του ίδιου εργοστασίου, μεταξύ των εργοστασίων της ίδιας επιχείρησης, μεταξύ της επιχείρησης και των εργολάβων/προμηθευτών της» (Leborgne D., Lipietz A. 1989, σελ. 13).

Η ευελιξία ενός συστήματος μηχανών κρίνεται από το εύρος του φάσματος των προϊόντων που μπορεί να παράγει, ενώ ο βαθμός ευελιξίας του είναι τόσο μεγαλύτερος όσο μικρότερο είναι το κόστος μιας απρόβλεπτης μεταπήδησης από την παραγωγή ενός προϊόντος σε κάποιο άλλο, σε σχέση με τη συνολική αξία παραγωγής του δεύτερου. Το κόστος αυτό εξαρτάται από το χρόνο αναγκαίας διακοπής για να συντελεστεί η αλλαγή και από τον τρόπο επιμερισμού του λειτουργικού κόστους ολόκληρης της εγκατάστασης στους διαφορετικούς χρόνους χρήσης της (Hollard M., Margirier G. 1986).

Ο τεχνικο-οργανωτικός εκσυγχρονισμός επιφέρει το μετασχηματισμό της τεχνικής διαίρεσης της εργασίας που χαρακτηρίζεται από τη σχετική υποχώρηση της άμεσης παραγωγικής εργασίας και την επέκταση της έμμεσης, το πλησίασμα και την αλληλοδιείσδυση της άμεσα και της έμμεσα παραγωγικής εργασίας, την αύξηση των θέσεων διεύθυνσης των κατασκευαστικών δραστηριοτήτων και τη λιγότερο ή περισσότερο ριζική αμφισβήτηση των κλασικών ορίων μεταξύ αντικειμένων εργασίας και λειτουργιών. Η ανασύνθεση της εργασίας παράγει τον αποκλεισμό, την υποβάθμιση ή την αναβάθμιση των κοινωνικο-επαγγελματικών κατηγοριών που αντιστοιχούσαν στην τεϋλορική οργάνωση της εργασίας και οδηγεί στην εμφάνιση καινούργιων τύπων εργατών, ανάλογα με τους καινούργιους τύπους θέσεων εργασίας που αντιστοιχούν στην καινούργια οργάνωση της εργασίας (Coriat Β. 1990).

Το ευέλικτα μηχανολογικά συστήματα είναι εξαιρετικά δαπανηρά, η εγκατάσταση τους παίρνει πολύ καιρό, απαιτούν μακρόχρονες περιόδους προσαρμογής και δοκιμής και προϋποθέτουν μεγάλες επενδύσεις στην εκπαίδευση του προσωπικού. Έπεται ότι η ανάγκη αξιοποίησης του επενδυμένου κεφαλαίου επιβάλλει α) τη μεγαλύτερη δυνατή διάρκεια λειτουργίας του εξοπλισμού β) μια ειδικευμένη και σταθερή εργασιακή δύναμη και κυρίως γ) σταθερή ζήτηση για το φάσμα των προϊόντων που μπορούν να κατασκευαστούν. Αυτή η τελευταία επιταγή σημαίνει διακυμάνσεις της ζήτησης που να μη συμπίπτουν χρονικά για όλα τα προϊόντα, αλλά να αντισταθμίζονται μεταξύ τους ώστε να εξασφαλίζεται σταθερότητα στον προβλεπόμενο κύκλο εργασιών (Hollard M., Margirier G. 1986).

Το υψηλό κόστος των νέων τεχνολογιών δεν είναι το μόνο τους μειονέκτημα. Ένα δεύτερο είναι ότι παθαίνουν συχνά βλάβες με συνέπεια ο βαθμός χρησιμποίησής τους να μειώνεται σημαντικά, εκτός κι αν οι άμεσοι χειριστές των μηχανημάτων είναι ικανοί να αποκαταστήσουν γρήγορα τη βλάβη. «Η ηλεκτρονική επανάσταση οξύνει μάλλον παρά επιλύει το πρόβλημα που υπέβοσκε στην κρίση του φορντιστικού παραδείγματος: αυτό της ενεργοποίησης και συμμετοχής του άμεσου παραγωγού» (Leborgne D., Lipietz A. 1989, σελ. 14). Η στρατηγική του κεφαλαίου σήμερα αποσκοπεί στη συναινετική συμμετοχή του εργαζόμενου στην παραγωγική προσπάθεια, που εξαρτάται όχι μόνο από τις τεχνικές του δεξιότητες αλλά και από την προσχώρηση του σ' ένα σύστημα αξιών που έχει ως επίκεντρο την κουλτούρα και την ηθική της επιχείρησης. Η επίτευξη της συναινετικής συμμετοχής εξαρτάται από τα ανταλλάγματα που μπορεί να προσφέρει η εργοδοσία και από τις συνδικαλιστικές στρατηγικές (Linhart D. και R. 1985).

Έχει σημασία να υπογραμμίσουμε ότι αν και οι νέες τεχνολογίες αποτελούν αναμφισβήτητα τα υλικά υποστηρίγματα που υλοποιούν τις νέες οργανωτικές αντιλήψεις, με κανένα τρόπο δεν αποτελούν υποκατάστατα της καθαρά νοητικής δραστηριότητας που συλλαμβάνει ένα τρόπο οργάνωσης της εργασίας και της παραγωγής. Ο Ταίηλορ και ο Φορντ υπήρξαν πρωτοπόροι ακριβώς λόγω των οργανωτικών τους νεωτερισμών. Οι τελευταίοι είναι σαφώς διακριτοί από τους τεχνολογικούς. Σε ένα τεχνικό σύστημα μπορούν να αντιστοιχούν πολλοί δυνατοί τρόποι οργάνωσης της εργασίας και τύποι εργασιακών σχέσεων 4.

Απ' αυτό ακριβώς το σημείο περνάει μια διαχωριστική γραμμή ως προς τις εργοδοτικές στρατηγικές αναδιάρθρωσης. Υπάρχουν επιχειρήσεις, περιοχές ή χώρες που δίνουν μεγαλύτερη έμφαση στις οργανωτικές καινοτομίες απ' ό,τι στις τεχνολογικές και το αντίστροφο. Οι επιλογές αυτές έχουν άμεσες συνέπειες στην οργανική σύνθεση και στην αποδοτικότητα του κεφαλαίου.

Το προφίλ των θέσεων εργασίας και ο βαθμός συναινετικής συμμετοχής του εργαζόμενου στην εργασιακή διαδικασία διαφέρουν ανάλογα με το αν επιλέξει κανείς μια οργάνωση της εργασίας που να αντιστοιχεί σε ένα «ταιηλορισμό που παρακολουθείται από υπολογιστή» ή μια οργάνωση της εργασίας που να στηρίζεται στη «διαχείριση των ανθρώπινων πόρων». Η πρώτη ενισχύει την πόλωση μεταξύ τεχνικών και εκτελεστών, αναπαράγει την αυταρχικότητα των εργασιακών σχέσεων και την αυστηρή ιεραρχία και δίνει μεγαλύτερη έμφαση στους τεχνολογικούς νεωτερισμούς απ' ό,τι στους οργανωτικούς, Η δεύτερη προωθεί την κατάργηση των καθαρών συνόρων μεταξύ τεχνικών και ειδικευμένων εργατών, τη συνεργασία και την πρωτοβουλία μέσα στα πλαίσια των (ημι)αυτόνομων ομάδων δουλειάς και το συμμετοχικό μάνατζμεντ, ενώ δίνει προτεραιότητα στον οργανωτικό εκσυγχρονισμό σε σχέση με τον τεχνολογικό.

 

2.2.2. Μικρομεσαίες επιχειρήσεις, αλλαγές στον κοινωνικό καταμερισμό της εργασίας και νέες μορφές διεπιχειρησιακών σχέσεων

 

Οι τεχνικο-οργανωτικοί νεωτερισμοί στο εσωτερικό των επιχειρήσεων είναι η μία από τις δύο στρατηγικές αναδιάρθρωσης που ακολούθησαν οι μεγάλες επιχειρήσεις για να αντιμετωπίσουν την κρίση της εργασίας και τη βιομηχανική κρίση. Η δεύτερη στρατηγική ήταν η παραγωγική αποκέντρωση και η εξειδίκευση των επιχειρήσεων στην κύρια παραγωγική τους δραστηριότητα. Οδήγησε στην ανάπτυξη θυγατρικών επιχειρήσεων και δικτύων υπεργολάβων και προμηθευτών γύρω από τις μεγάλες επιχειρήσεις, και άλλαξε τη μορφή οργάνωσης της παραγωγής. Η παραγωγική αποκέντρωση και η εξειδίκευση αντέστρεψαν την τάση συγκεντροποίησης και κάθετης ολοκλήρωσης της φορντιστικής περιόδου και πύκνωσαν τις διεπιχειρησιακές σχέσεις.

Στην πραγματικότητα, η θυγατροποίηση και η υπεργολαβία ήταν οι δύο στρατηγικές που επέλεξε το μεγάλο κεφάλαιο ήδη από τα τέλη της δεκαετίας του 60 και τις αρχές της δεκαετίας του 70 για να αντιμετωπίσει την εργατική μαχητικότητα στους χώρους δουλειάς. Οι στρατηγικές αυτές είχαν σα στόχο τη διάσπαση των μεγάλων συγκεντρώσεων βιομηχανικών εργατών. Μετά το ξέσπασμα της κρίσης, τα καινούργια πρότυπα παραγωγής (παραγωγή ειδικών προϊόντων σε μικρές ποσότητες), οι απαιτήσεις της αξιοποίησης των νέων τεχνολογιών και οι νέες μορφές ανταγωνισμού (διαφοροποίση των προϊόντων) σταθεροποίησαν την τάση για αποσυγκεντροποίση και αποκαθετοποίηση.

Η διαχείριση μέσω υπολογιστών των διεπιχειρησιακών ροών μειώνει το κόστος συναλλαγής και επιτρέπει το συντονισμό προμηθευτών και υπεργολάβων για την παράδοση των προϊόντων την κατάλληλη στιγμή. Δεδομένης της μεγάλης πολυπλοκότητας στην οποία οδηγεί ο συντονισμός της παραγωγής διαφόρων τμημάτων του προϊόντος με τις τεχνολογίες της αυτοματοποίησης, που αυξάνει περισσότερο από αναλογικά σε σχέση με τον αριθμό των εξαρτημάτων, η μείωση του κόστους συναλλαγής καθιστά πλεονεκτική μια κάποια αποκαθετοποίηση της παραγωγής των μεγάλων επιχειρήσεων (Leborgne D. 1987). Η συνεταιρική ανάληψη του κινδύνου για την εφαρμοσμένη έρευνα, τις επενδύσεις υψηλής τεχνολογίας και, εν γένει, τις επενδύσεις σε σταθερό κεφάλαιο είναι ένας επιπρόσθετος παράγοντας που καθιστά επωφελή την υπεργολαβία για τις μεγάλες επιχειρήσεις.

Η εξειδίκευση των επιχειρήσεων δεν υπαγορεύει το είδος των διεπιχειρησιακών σχέσεων. Αυτές κυμαίνονται από την πλήρη υποταγή του υπεργολάβου στους όρους του εντολέα, που κατορθώνει μ' αυτό τον τρόπο να φορτώσει τις συνέπειες της κρίσης και των οικονομικών διακυμάνσεων στις πλάτες του πρώτου, μέχρι την κατοχυρωμένη με συμβόλαια σταθερή συνεργασία της επιχείρησης με τους εργολάβους και προμηθευτές, τη μεταφορά τεχνολογίας και τις στρατηγικές συμμαχίες για την εφαρμοσμένη έρευνα. Μια συνεργασία που βέβαια δεν εξαφανίζει τις τριβές και τις ανταγωνιστικές σχέσεις μεταξύ των επιχειρήσεων. Ο καθοριστικός παράγοντας του είδους των διεπιχειρησιακών σχέσεων και του βαθμού αυτονομίας του υπεργολάβου είναι ο έλεγχος της τεχνογνωσίας (Leborgne D., Lipietz A. 1990).

Εντούτοις, ο μετασχηματισμός της οργάνωσης της παραγωγής δεν αποτελεί απλά προϊόν των στρατηγικών αναδιάρθρωσης των μεγάλων επιχειρήσεων. Η ανάπτυξη από τα κάτω, κατά τη διάρκεια της κρίσης, ενός μεγάλου αριθμού βιομηχανικών περιοχών (districts) που απαρτίζονται από μικρομεσαίες επιχειρήσεις οργανωμένες σε δίκτυα, αποτελεί το δεύτερο παράγοντα αλλαγής της βιομηχανικής οργάνωσης.

Η σχετική συζήτηση ξεκίνησε από την Ιταλία στο τέλος της δεκαετίας του 70 με το μοντέλο της διάχυτης εκβιομηχάνισης και της ενδογενούς ανάπτυξης (A.Bagnaso, G.Beccatini, S.Brusco, G.Garofoli, C.Trigilia). Το μοντέλο αυτό θεωρητικοποίησε την αναπτυξιακή εμπειρία και τον εξαιρετικό οικονομικό δυναμισμό μερικών περιοχών της Β.Α. και Κεντρικής Ιταλίας που διέθεταν πόλεις μικρού και μεσαίου μεγέθους. Οι προϋποθέσεις επιτυχίας αυτών των περιοχών αναλύθηκαν εκτενώς (Bagnasco A. 1989):

 - η ύπαρξη ενός παραδοσιακού δικτύου εμπορικών και βιοτεχνικών επιχειρήσεων, διοικητικών και πιστωτικών υπηρεσιών, αστικών υποδομών

 - η αλληλεπίδραση του αστικού περιβάλλοντος με την ύπαιθρο όπου επικρατούσε η αλληλέγγυα αγροτική οικογένεια και η μικρή αγροτική ιδιοκτησία

 - η επιτόπια διαθεσιμότητα μικρών οικογενειακών περιουσιών και κεφαλαίων, ατομικών δεξιοτήτων και επιχειρηματικότητας, ευέλικτου εργατικού δυναμικού.

Ο οικονομικός δυναμισμός τους στηριζόταν στην οριζόντια συνεργασία ειδικευμένων μικρομεσαίων επιχειρήσεων και την από κοινού εκμετάλλευση κάποιων νησίδων αγοράς, όπου ισχύει ο μονοπωλιακός ανταγωνισμός, έχοντας ως πλεονέκτημα την ποικιλία των παραγομένων προϊόντων και την ικανότητα γρήγορης προσαρμογής στις διακυμάνσεις της ζήτησης. Από αυτό το φαινόμενο άντλησαν την επιχειρηματολογία τους οι Piore και Säbel για να περιγράψουν ένα μεταφορντικό σενάριο εξόδου από την κρίση που θα παρουσιαστεί κριτικά παρακάτω.

 

3. Νεοφορντικά και μεταφορντικά σενάρια εξόδου από την κρίση: ο ρόλος της ταξικής πάλης και τον μακροοικονομικού περιβάλλοντος

 

Είναι φανερό ότι, παρά τους μετασχηματισμούς που περιγράψαμε παραπάνω, ζούμε ακόμα σε περίοδο κρίσης και ότι οι οικονομίες των αναπτυγμένων καπιταλιστικών χωρών δεν έχουν βρει μια αναπτυξιακή δυναμική που να στηρίζεται στην απρόσκοπτη συσσώρευση του κεφαλαίου. Επιπλέον η μορφή και το κοινωνικό περιεχόμενο των μετασχηματισμών διαφέρει από τόπο σε τόπο. Παρ' όλ' αυτά, πολλοί ισχυρίζονται ότι μπορούν να διαγνώσουν από τώρα τα χαρακτηριστικά της μετά το φορντισμό αναπτυξιακής φάσης μελετώντας τις βασικές κατευθύνσεις των μέχρι σήμερα αλλαγών. Άλλοι θεωρούν ότι θα επικρατήσουν τα νεοφορντικά και άλλοι τα μεταφορντικά σενάρια εξόδου από την κρίση. Κάποιοι τρίτοι υποστηρίζουν ότι νεοφορντισμός και μεταφορντισμός προορίζονται να συνυπάρξουν.

 

3.1. Το μοντέλο της ευέλικτης ειδίκευσης: η αυθαίρετη γενίκευση καινούργιας μορφής οργάνωσης της παραγωγής

 

Μετά το μονεταριστικό σοκ των αρχών της δεκαετίας του 80, αναδεικνύονται καθαρά οι χώρες ή περιοχές που αναβάθμισαν τη θέση τους στον παγκόσμιο καταμερισμό εργασίας μέσα από το διεθνή ανταγωνισμό (Ιαπωνία, Γερμανία, Τρίτη Ιταλία κλπ.)· Το μοντέλο της ευέλικτης εξειδίκευσης των Piore και Säbel (1984) είναι η πρώτη απόπειρα να θεωρητικοποιηθεί αυτή η επιτυχία μέσα από την υπόθεση της ανάδυσης ενός εναλλακτικού προς το φορντισμό και τη μαζική παραγωγή μοντέλου εκβιομηχάνισης που προορίζεται να ηγεμονεύσει. Αυτό το μοντέλο στηρίζεται σ' ένα καινούργιο τεχνολογικό παράδειγμα (ευέλικτος μηχανολογικός εξοπλισμός, βιοτεχνική εργασία) και ένα νέο τρόπο βιομηχανικής οργάνωσης (δίκτυο εξειδικευμένων επιχειρήσεων).

Ξεκινώντας από την παραδοχή ότι η σύγχρονη κρίση οφείλεται στη μεταβολή του επίπεδου και της σύνθεσης της ζήτησης που έπληξε ανεπανόρθωτα το φορντιστικό μοντέλο εκβιομηχάνισης της μαζικής παραγωγής, οι συγγραφείς θεώρησαν ότι υπάρχουν δύο δρόμοι εξόδου από την κρίση: ο πολυεθνικός κεϋνσιανισμός και η ευέλικτη εξειδίκευση.

Ο δεύτερος δρόμος θεωρεί το επίπεδο της διεθνούς ζήτησης και την αλλαγή των μορφών ανταγωνισμού ως δεδομένα (αγορές κυμαινόμενες και διαφοροποιημένες) και αναζητεί τους θεσμούς, με την αγγλοσαξονική έννοια του όρου, που θα επέτρεπαν τη μικροοικονομική προσαρμογή. Οι νέες ευέλικτες τεχνολογίες αποτελούν ευκαιρία ιστορικής σημασίας γιατί ευνοούν τη συγκρότηση νέων «θεσμών», μέσω της υπέρβασης της αποειδικευμένης και ιεραρχικής τεϋλορικής εργασίας και της ανάπτυξης περισσότερο ισότιμων διεπιχειρησιακών σχέσεων. Οι νέοι «θεσμοί» είναι η βιοτεχνική εργασία που καταργεί τον αυστηρό διαχωρισμό σύλληψης και εκτέλεσης και τον κατακερματισμό των αντικειμένων και η μικρή επιχείρηση που παράγει μη τυποποιημένα προϊόντα κατάλληλα να ανταποκριθούν στις διαφοροποιημένες προτιμήσεις των καταναλωτών.

Αυτό το μοντέλο είναι κατά τους συγγραφείς συμβατό με διάφορες μορφές βιομηχανικής οργάνωσης (τοπικές συγκεντρώσεις ανεξάρτητων μικροεπιχειρήσεων οργανωμένων σε δίκτυα, στρατηγικές συμμαχίες μεταξύ μεγάλων επιχειρήσεων συνασπισμένων σε ομάδες, κομβικές επιχειρήσεις περιστοιχισμένες από αυτόνομους υπεργολάβους). Ο τρόπος μικροοικονομικής του ρύθμισης χαρακτηρίζεται από τη συμπληρωματικότητα ανταγωνισμού και συνεργασίας στις κοινωνικές σχέσεις παραγωγής και ανταλλαγής, από τη συνεργασία μεταξύ μονάδων παραγωγής και μεταξύ εργοδοτών και μισθωτών στη βάση αμοιβαίων συμφερόντων και από τον ανταγωνισμό των επιχειρήσεων γύρω από τις καινοτομίες στα πλαίσια της τοπικής κοινότητας ή με εξωτερικές κοινότητες.

Η μακροοικονομική σταθεροποίηση του μοντέλου εξαρτάται περισσότερο από νεοκλασικούς μηχανισμούς εξισορρόπησης παρά από κεϋνσιανές πολιτικές. Κι αυτό γιατί το μικρό μέγεθος των επιχειρήσεων και η διαφοροποίηση της ζήτησης καθιστούν τη ρύθμιση της συνολικής ζήτησης λιγότερο σημαντική για τις επενδυτικές αποφάσεις από το κόστος του κεφαλαίου. Το επιτόκιο και η νομισματική πολιτική είναι τα καταλληλότερα εργαλεία για την επίτευξη της πλήρους απασχόλησης και την κατανομή των πόρων σε μακροοικονομικό επίπεδο.

Καταρχήν, μια γενική παρατήρηση. Σύμφωνα με το μοντέλο της ευέλικτης εξειδίκευσης, η γενική αβεβαιότητα της ζήτησης στην αγορά προϊόντων οδηγεί στην αναβάθμιση της παραγωγής σε μικρές σειρές, που με τη σειρά της εγκαθιδρύει την ανωτερότητα της ευέλικτης τεχνολογίας και ευνοεί τον πολλαπλασιασμό των μονάδων μικρού μεγέθους. Το μοντέλο επαναφέρει το ντετερμινισμό της αγοράς της θεωρίας του βιομηχανικού δυϊσμού και υπ' αυτή την έννοια αποτελεί προέκταση της 5.

Όμως, αναγορεύοντας τη βιοτεχνική παραγωγή σε κανόνα και τη μαζική παραγωγή σαν εξαίρεση, πραγματοποίησε μια υπέρβαση της παραπάνω θεωρίας που θεωρούσε τη μαζική παραγωγή σαν κανόνα και τη βιοτεχνική παραγωγή σαν εξαίρεση.

Τέσσερεις είναι οι σημαντικότερες κριτικές που μπορούν να διατυπωθούν σε σχέση με το μοντέλο ευέλικτης εξειδίκευσης. Πρώτον, κανείς ντετερμινισμός της αγοράς δεν επιβάλλει την ανωτερότητα της μικρής επιχείρησης. Η έμμεση αλλά κεντρική υπόθεση της θεωρίας είναι ότι δε θα υπάρχουν στο μέλλον προϊόντα με επαρκώς αυξανόμενη και σταθερή ποιοτικά ζήτηση ώστε να είναι συμφέρουσες οι οικονομίες κλίμακας, που εδραιώνουν την πρωτοκαθεδρία της παραγωγής σε μεγάλη κλίμακα.

Αυτή η υπόθεση δεν επιβεβαιώνεται από την πραγματικότητα. Όχι μόνο η ζήτηση πολλών προϊόντων είναι σταθερή ή αυξανόμενη, αλλά και στην περίπτωση που αυτή συνδυάζεται με διαφοροποιημένες ή κυμαινόμενες ποιοτικές απαιτήσεις, η μεγάλη σειρά παραγωγής έχει πλεονεκτήματα. Στην πραγματικότητα δεν είναι η μαζική παραγωγή που είναι πια καταδικασμένη σε μαρασμό, αλλά η μαζική παραγωγή αδιαφοροποίητων προϊόντων. Η πρόκληση των νέων μορφών ανταγωνισμού συνίσταται λοιπόν στο συνδυασμό μεγάλης σειράς και παραγωγής πολλών διαφοροποιημένων προϊόντων σε μικρές ποσότητες.

Άρα, το μοντέλο της ευέλικτης εξειδίκευσης δεν είναι παρά μόνο μια μορφή ευέλικτης οργάνωσης της παραγωγής κατάλληλης για προϊόντα κυμαινόμενης ζήτησης και μικρής διάρκειας ζωής, όπου η επένδυση σε μεγάλες σειρές παραγωγής είναι ασύμφορη. Αντίθετα, αυτό που κυριαρχεί είναι το μοντέλο δυναμικής ευελιξίας που αντιστοιχεί στην οργανωτική και τεχνολογική αναδιάρθρωση των μεγάλων μονάδων του ολιγοπωλιακού τομέα που παράγουν σε μεγάλη σειρά διαφοροποιημένα προϊόντα και μοντέλα μαζικής κατανάλωσης (Coriat B. 1990).

Δεύτερον, οι επενδύσεις σε ευέλικτα μηχανολογικά συστήματα είναι εξαιρετικά δαπανηρές και οι συνθήκες αξιοποίησης τους δύσκολα εξασφαλίζονται από τις MME (σταθερή ζήτηση για το φάσμα των προϊόντων που κατασκευάζονται, μακρύς χρονικός ορίζοντας πρόβλεψης της ζήτησης κλπ.) (Hollard M., Margirier G. 1986, Williams Κ. et al. 1987).

Τρίτον, κανένας τεχνολογικός ντετερμινισμός δεν υπαγορεύει ούτε τη συγκεκριμένη μορφή οργάνωσης της εργασίας ούτε τη συγκεκριμένη μορφή της μισθωτής σχέσης και των διεπιχειρησιακών σχέσεων. Ο κίνδυνος πόλωσης μεταξύ εργαζομένων με υψηλό επίπεδο ειδίκευσης και ανειδίκευτων είναι υπαρκτός. Η παραγωγή σε μικρή κλίμακα με τη βοήθεια γενικών μηχανών πολλαπλής χρήσεως σε εξειδικευμένες επιχειρήσεις μικρής κλίμακας μπορούν κάλλιστα να συμβαδίσουν με ενίσχυση της άμεσης ή έμμεσης εκμετάλλευσης της εργασιακής δύναμης και της υποταγής των υπεργολάβων στους όρους των μεγάλων επιχειρήσεων.

Στη βάση λοιπόν του καινούργιου τεχνολογικού παραδείγματος μπορεί να στηριχθεί μια οπισθοδρομική κατεύθυνση εξόδου από την κρίση. Η διεπιχειρηματική συνεργασία, η ειδικευμένη εργασία, η ακαμψία του συμβολαίου εργασίας και η ενίσχυση του κράτους πρόνοιας, που ευαγγελίζονται οι Piore και Säbel, και που διαγράφουν μια προοδευτική μορφή ξεπεράσματος της κρίσης, δεν απορρέουν από μια ενυπάρχουσα λογική των τεχνικών συστημάτων αλλά είναι αποτέλεσμα κοινωνικοπολιτικών συγκρούσεων σε τοπικό και εθνικό επίπεδο.

Τέταρτον, ένα οικονομικό σύστημα δεν είναι απλώς ένα παραγωγικό σύστημα, γι' αυτό και οι μακροοικονομικές προϋποθέσεις βιωσιμότητας όχι μόνο του μοντέλου της ευέλικτης εξειδίκευσης, αλλά και κάθε εναλλακτικής μορφής οργάνωσης της παραγωγής νεο-φορντιστικού ή μετα-φορντιστικού τύπου είναι σημαντικές. Αν, για παράδειγμα, δεν εξασφαλιστεί μια μαζική επέκταση της ζήτησης (έστω κατακερματισμένης) μέσω ενός κάποιου τρόπου ρύθμισης της διανομής των ωφελειών της παραγωγικότητας, η παλιά αστάθεια των προφορντιστικών καπιταλιστικών οικονομιών θα επιστρέψει (Leborgne D., Lipietz A. 1990). Αν, επίσης, δεν υποχωρήσει η γενικευμένη ασφυχτική κυριαρχία του χρηματιστικού (με τη στενή έννοια) κεφαλαίου επί του βιομηχανικού (και εν γένει παραγωγικού), οι προοπτικές διεξόδου από την κρίση μέσα από μια νέα αναπτυξιακή δυναμική είναι υπονομευμένες.

Συμπερασματικά, το μοντέλο ευέλικτης εξειδίκευσης δεν είναι ένα εναλλακτικό προς το φορντισμό αναπτυξιακό πρότυπο, αλλά μια νέα μορφή οργάνωσης της παραγωγής, που οι ιδιότητες της γενικεύθηκαν αυθαίρετα για να συμπεριλάβουν το σύνολο των διαρθρωτικών αλλά ών που επέφεραν οι στρατηγικές του κεφαλαίου στο φορντιστικό βιομηχανικό υπόδειγμα.

 

3.2. Τα σενάρια εξόδου από την κρίση που επικεντρώνουν στη μισθωτή σχέση και η σχολή της Ρύθμισης

 

Η πρώτη προσπάθεια εξέτασης διαφορετικών σεναρίων εξόδου από την κρίση με βάση τους διαφορετικούς τύπους μισθωτής σχέσης είναι αυτή του Ph. Messine (1987), που ανίχνευσε το είδος των εργασιακών σχέσεων στις αμερικανικές επιχειρήσεις σε στενή σύνδεση με τις τεχνολογικές και οργανωτικές επιλογές και την ιδεολογία της εργοδοσίας. Για τον συγγραφέα διαγράφονται δύο δρόμοι εξόδου από την κρίση: ο φιλελεύθερος και αυταρχικός, από τη μία, και αυτός της διεύρυνσης της δημοκρατίας στις εργασιακές σχέσεις, από την άλλη.

Ο πρώτος συνδέεται είτε με νεοταιηλορικές τεχνολογικές επιλογές (ταιηλορισμός με αυτοματοποίηση), αποειδίκευση της εργασίας και χειροτέρευση των όρων του εργασιακού συμβολαίου, είτε με επιλογές αναβάθμισης των ανθρώπινων πόρων σε συνδυασμό με εξατομίκευση των εργασιακών σχέσεων και παραχώρηση ατομικών κινήτρων από μια πατερναλιστική εργοδοσία. Ο δεύτερος δρόμος περιλαμβάνει το συνδυασμό τεχνολογικών και οργανωτικών καινοτομιών, την επανειδίκευση του προσωπικού, τη διατήρηση της απασχόλησης και τη διεύρυνση της συμμετοχής των εργαζομένων σε θέματα εφαρμογής νέων τεχνολογιών και σημαντικών επιχειρηματικών αποφάσεων μέσω της συνδικαλιστικής ή άλλης εκπροσώπευσης. Η επιτυχία του δεύτερου δρόμου προϋποθέτει συνολικό δημοκρατικό έλεγχο της επιχείρησης και μακροοικονομική ρύθμιση της ζήτησης. Το βασικό μειονέκτημα της προσέγγισης του Messine είναι ότι το είδος των διεπιχειρησιακών σχέσεων απουσιάζει εντελώς από τα σενάρια.

Με βάση τις αναλύσεις του Boyer (1986a) για τις διαφορετικές μορφές ευελιξίας της μισθωτής σχέσης στην Ευρώπη και τα σενάρια εξόδου από την κρίση του Messine που παρουσιάσαμε παραπάνω, τα παλιά μέλη της γαλλικής σχολής της Ρύθμισης 6 προσπάθησαν να συγκροτήσουν ολοκληρωμένες προσεγγίσεις για τις ενδεχόμενες προεκτάσεις των διαρθρωτικών αλλαγών της μετά-το-φορντισμό περιόδου σε σχέση με τις δυνατότητες εξόδου από την κρίση. Η συγκρότηση αυτή πραγματοποιήθηκε σε οξεία αντιπαράθεση με το μοντέλο της ευέλικτης εξειδίκευσης 7, που όμως εξανάγκασε του θεωρητικούς της Ρύθμισης να λάβουν υπόψη τους εκτός από τις μεταβολές της μισθωτής σχέσης και αυτές της σχέσης μεταξύ κεφαλαίων.

Έχουν παρουσιαστεί σε πολλές ευκαιρίες οι πρωτότυπες αναλυτικές κατηγορίες της θεωρίας της Ρύθμισης για να εξηγήσουν την αναπτυξιακή δυναμική του καπιταλισμού σε μεγάλες χρονικές περιόδους (καθεστώς συσσώρευσης, τρόπος ρύθμισης, αναπτυξιακό πρότυπο) και οι επεξεργασίες της σε σχέση με το φορντισμό και την κρίση του 8.

Σε αντίθεση με το μοντέλο της ευέλικτης εξειδίκευσης που θεωρεί το φορντισμό τεχνολογικό και βιομηχανικό υπόδειγμα, η θεωρία της Ρύθμισης τον θεωρεί αναπτυξιακό πρότυπο.

Ο φορντισμός ως αναπτυξιακό πρότυπο στηρίχτηκε σ' ένα καθεστώς εντατικής συσσώρευσης του κεφαλαίου που συνέδεε σε εθνική κλίμακα τη μαζική παραγωγή και την αλματώδη αύξηση της παραγωγικότητας με τη μαζική κατανάλωση. Το βιομηχανικό υπόδειγμα της μαζικής παραγωγής ήταν η ταιηλορική οργάνωση της εργασίας και ο αυτοματισμός της αλυσίδας παραγωγής, η αναζήτηση οικονομιών κλίμακας και η καθετοποίηση της παραγωγής. Η σταθεροποίηση του καθεστώτος συσσώρευσης συντελέστηκε μέσα από ένα τρόπο ρύθμισης που εξασφάλιζε την άνοδο της αγοραστικής δύναμης των μισθών σε συνάρτηση με την αύξηση της παραγωγικότητας, τη συνεχή διεύρυνση των παροχών του κράτους πρόνοιας, τη μονοπωλιακή διαμόρφωση των τιμών των προϊόντων, την επέκταση του πιστωτικού χρήματος και τη σταθερότητα των συναλλαγματικών ισοτιμιών.

Η κρίση του φορντισμού ήταν κρίση υπερσυσσώρευσης του κεφαλαίου που προήλθε κυρίως από την κρίση νομιμοποίησης και την εξάντληση της αποτελεσματικότητας των ταιηλορικών και φορντιστικών αρχών οργάνωσης της εργασίας. Το αποτέλεσμα ήταν η επιβράδυνση του ρυθμού αύξησης της παραγωγικότητας της εργασίας και η πτώση της παραγωγικότητας του κεφαλαίου, που είχαν ως συνέπεια την αύξηση του μεριδίου της εργασίας στην προστιθέμενη αξία και τη μείωση του ποσοστού κέρδους. Από την πλευρά της ζήτησης, η αναζήτηση οικονομιών κλίμακας οδήγησε στη διεθνοποίηση των αγορών, ενώ η σύγκλιση των επιπέδων παραγωγικότητας μεταξύ ΗΠΑ, Ευρώπης και Ιαπωνίας όξυνε τον ανταγωνισμό και ανάγκασε την πολιτική μισθών να λαμβάνει υπόψη της τη διεθνή ανταγωνιστικότητα της εγχώριας παραγωγής και όχι μόνο το επίπεδο της εγχώριας ζήτησης.

Η κρίση του φορντισμού οδήγησε το κεφάλαιο σε στρατηγικές αναδιάρθρωσης, το συνδικαλιστικό κίνημα σε αναπροσαρμογή στρατηγικής και το κράτος σε θεσμικές μεταρρυθμίσεις. Οι διαρθρωτικές και θεσμικές αλλαγές άνοιξαν το δρόμο για ένα κοινωνικό πειραματισμό που αποσκοπεί στην αντιμετώπιση και το ξεπέρασμα της κρίσης μέσα από ταξικούς και κοινωνικούς συμβιβασμούς και τη συγκρότηση ιστορικών μπλοκ. Είναι σχεδόν σίγουρο ότι το ξεκίνημα του 21ου αιώνα θα είναι καπιταλιστικό. Το ζήτημα είναι ποιος καπιταλισμός; Αυτή είναι η προβληματική των θεωρητικών της Ρύθμισης.

Μεταξύ χωρών και περιοχών, όπως και στο εσωτερικό τους, οι στρατηγικές αναδιάρθρωσης και ευελιξίας διαφέρουν πολύ. Να προβλέψει κανείς το μέλλον των θεμελιωδών κοινωνικών σχέσεων της καπιταλιστικής οικονομίας (μισθωτή σχέση, σχέση ατομικών κεφαλαίων) μέσα σε μια αντιφατική πραγματικότητα, όπου όλοι οι μετασχηματισμοί δε συγκλίνουν στην ίδια κατεύθυνση, είναι δύσκολο. Γι αυτό και οι θεωρητικοί της Ρύθμισης έχουν κατασκευάσει διάφορα σενάρια που τυποποιούν τις διαρθρωτικές και θεσμικές αλλαγές που θεωρούν συμβατές ως προς τη φιλοσοφία που τις διαπερνά και ως προς τον τρόπο εξαγωγής και διανομής των ωφελειών από την αύξηση της παραγωγικότητας.

Αν και τα σενάρια διαφέρουν από τον ένα συγγραφέα στον άλλο (Boyer R. 1989, Coriat 1990, Leborgne D., Lipietz A. 1987, 1989, 1990), το γενικό πνεύμα δε διαφέρει και αντιπαραθέτει:

 - μια συντηρητική, φιλελεύθερη, αυταρχική και πολωτική προοπτική εξόδου από την κρίση, που αντιστοιχεί σε αμυντικές στρατηγικές ευελιξίας του κεφαλαίου και καταλήγει σ' ένα νεο-φορντικό αναπτυξιακό πρότυπο

 - μια προοδευτική, δημοκρατική, συναινετική και συμμετοχική προοπτική εξόδου από την κρίση, που αντιστοιχεί σε επιθετικές στρατηγικές ευελιξίας του κεφαλαίου και καταλήγει σ' ένα μετα-φορντικό αναπτυξιακό πρότυπο.

Ο νεο-φορντισμός στηρίζεται στην εισαγωγή των νέων τεχνολογιών σε μια ταιηλορική οργάνωση της εργασίας, τη νεοφιλελεύθερη ευελιξία της (εξωτερικής) αγοράς εργασίας, τις εξατομικευμένες εργασιακές σχέσεις, τον αυστηρό ιεραρχικό έλεγχο του εργαζόμενου μέσα στην εργασιακή διαδικασία, την υποταγή του υπεργολάβου στον εντολέα, τον περιορισμένο αναδιανεμητικό ρόλο του κράτους. Αντίθετα, ο μετα-φορντισμός παραπέμπει στην αναθεώρηση της οργάνωσης της εργασίας σε συνδυασμό με την εισαγωγή νέων τεχνολογιών, την ευελιξία της εσωτερικής αγοράς εργασίας, τη συλλογικά διαπραγματευμένη ευελιξία, την «υπεύθυνη αυτονομία» του εργαζόμενου, τη συνεργασία του εντολέα με τον υπεργολάβο, τον ισχυρό αναδιανεμητικό ρόλο του κράτους.

Εννοείται ότι όλα τα ενδιάμεσα σενάρια είναι πιθανά για τους επί μέρους κοινωνικούς σχηματισμούς. Εκτός αυτού όμως, τίποτα δεν προδιαγράφει ότι στο μέλλον θα συγκροτηθεί ένα και μοναδικό  -  σε όλες τις αναπτυγμένες καπιταλιστικές χώρες  -  αναπτυξιακό πρότυπο, που θα διαδεχθεί το φορντισμό. Το πιο πιθανό είναι να συνυπάρξουν νεο-φορντιστικά και μετα-φορντιστικά πρότυπα σε μια νέα ιεραρχημένη παγκόσμια οικονομία. Ο ρόλος του πολιτικού στοιχείου και των κοινωνικών συγκρούσεων και συμβιβασμών είναι καθοριστικός, ενώ οι μακροοικονομικοί περιορισμοί απαιτούν νέες θεσμίσεις για τη διαχείριση της ζήτησης και την κοινωνική αναδιανομή των ωφελειών από την αύξηση της παραγωγικότητας.

Η θεωρία της Ρύθμισης έχει υποστεί κριτικές από πολλές πλευρές, άλλες δικαιολογημένες και άλλες αδικαιολόγητες. Μεταξύ των αδικαιολόγητων κριτικών στην ελληνική αρθρογραφία είναι ο χαρακτηρισμός της ως «στρουκτουραλιστικό-φουξιοναλιστικό» υπόδειγμα και ο ισχυρισμός ότι δεν μπορεί να εξηγήσει την «αιτιακή σχέση η οποία επιδρά στη δόμηση και αποδόμηση των διακριτών περιόδων μεταξύ των διαφορετικών τύπων ρύθμισης, καθώς και της αιτιακής σχέσης μεταξύ καθεστώτος συσσώρευσης και τύπου ρύθμισης» (Μπράχος Γ. 1993).

Αντίθετα, η σχολή της Ρύθμισης συγκροτήθηκε σε ρήξη με τη στρουκτουραλιστική αντίληψη που αρνείται το υποκείμενο μέσω του καθορισμού των πρακτικών από τις δομές και με το φουξιοναλισμό των πρακτικών και των δομών ώστε να αναπαράγεται αέναα η κυρίαρχη δομή 9.

Επιπλέον, υποκατέστησε την έννοια της αναπαραγωγής του καπιταλιστικού συστήματος μέσω των αφηρημένων οικονομικών νόμων με τη μελέτη της ρύθμισης του μέσω συγκεκριμένων κοινωνικών μορφών 10.

Επίσης εντελώς αδικαιολόγητη είναι η κατηγορία που της απευθύνεται για εξελικτισμό, με το να θεωρεί ότι η ιστορική εξέλιξη χωρίζεται σε στάδια (ή φάσεις) που το ένα κουβαλά στα σπλάχνα του το επόμενο λόγω της ύπαρξης μιας ενιαίας οργανωτικής αρχής στην οποία αυτή η εξέλιξη υπακούει (Ιωακείμογλου Η. 1990). Για τους Ρυθμιστές οι «μεγάλες» ή «δομικές» κρίσεις του καπιταλισμού (Boyer R. 1979) προέρχονται από τις ενυπάρχουσες αντιφάσεις στις καπιταλιστικές κοινωνικές σχέσεις. Οι αντιφάσεις αυτές κάποια στιγμή διαρρηγνύουν τον τρόπο ρύθμισης τους που εξασφάλιζε τη σταθερότητα της συσσώρευσης του κεφαλαίου κατά την περίοδο ανάπτυξης. Η κρίση ανοίγει μια περίοδο «κοινωνικού πειραματισμού» και «κοινωνικής εκμάθησης» κατά τη διάρκεια της οποίας νέες μορφές κοινωνικών σχέσεων δοκιμάζονται και νέοι θεσμοί «εφευρίσκονται» για να αντιμετωπίσουν τις αιτίες και τις συνέπειες της. Η διαδικασία αυτή περιλαμβάνει την αντιπαράθεση και τη σύγκλιση συμφερόντων, τη σύγκρουση και το συμβιβασμό. Συνεπώς, για τους Ρυθμιστές ένα στάδιο συσσώρευσης του κεφαλαίου δεν κουβαλά στα σπλάχνα του το επόμενο αλλά την ίδια του την κρίση, ενώ το πέρασμα από το ένα στάδιο στο άλλο δεν εξηγείται μέσω της ύπαρξης μιας ενιαίας οργανωτικής αρχής αλλά μέσω της διαδικασίας κοινωνικού πειραματισμού.

Από την πλευρά μου, θα ήθελα να επισημάνω τέσσερα σημεία που επιδέχονται κριτική. Πρώτον, ενώ στα πρώτα βήματα της Σχολής οι κοινωνικές σχέσεις βρίσκονταν στην αφετηρία της ερμηνείας της κρίσης μέσω της επίδρασης τους στον τρόπο ρύθμισης του συγκεκριμένου προτύπου συσσώρευσης, αυτές βαθμιαία παραμερίστηκαν και οι θεωρητικοί της ρύθμισης οδηγήθηκαν σε απόψεις που διακατέχονται από ένα μίγμα οικονομισμού και θεσμισμού. Η κρίση προκύπτει από τη θεσμική αναντιστοιχία που δημιουργείται όταν οι συγκεκριμένες τάσεις στο πεδίο της συσσώρευσης δεν παρακολουθούνται από ανάλογες αλλαγές στον τρόπο ρύθμισης. Αυτή η ερμηνεία αποτελεί στην ουσία το θεσμικό αντίστοιχο του γνωστού θεωρήματος ότι η ανάπτυξη των παραγωγικών δυνάμεων οδηγεί σε αναντιστοιχία τις παραγωγικές σχέσεις. Βέβαια, όπως προαναφέραμε, για τους Ρυθμιστές η κρίση ανοίγει πεδίο για κοινωνικό πειραματισμό στις κοινωνικές σχέσεις.

Δεύτερον, στην προσπάθεια τους να αντιπαλέψουν θεωρητικά και πολιτικά την επανεμφάνιση του νεοφιλελευθερισμού, τα μέλη της Σχολής οδηγήθηκαν αρχικά στην άποψη ότι η κρίση μπορούσε να ξεπεραστεί συνολικά προς προοδευτική κατεύθυνση, δηλαδή με διατήρηση των κοινωνικών κατακτήσεων, επιβραδύνοντας και επιμηκύνοντας στο χρόνο τις εκκαθαριστικές της συνέπειες με κατάλληλες πολιτικές (εθνικές και υπερεθνικές). Έτσι υποτίμησαν το ρόλο του ανταγωνισμού μεταξύ μερίδων του κεφαλαίου και εθνών κρατών και την όξυνση του σε περίοδο κρίσης και υπερτίμησαν την ικανότητα συνειδητής υπερεθνικής ρύθμισης του παγκόσμιου καπιταλισμού για το ξεπέρασμα της κρίσης.

Τρίτον, παρά την αρχική τους συμβολή στην αποκάλυψη του ρόλου του πιστωτικού χρήματος στη σταθεροποίηση της μεταπολεμικής συσσώρευσης (Aglietta M., Orlean A. 1982, Lipietz A. 1983), οι θεωρητικοί της Ρύθμισης έδωσαν ελάχιστη σημασία στις αλλαγές που συντελέστηκαν στο χρηματο-πιστωτικό σύστημα στη διάρκεια της δεκαετίας του 80 και υποτίμησαν τον αρνητικό ρόλο αυτών των αλλαγών στη δημιουργία των μακροοικονομικών προϋποθέσεων για την ευδοκίμηση των προοδευτικών σεναρίων εξόδου από την κρίση. Η ολοκλήρωση και απορρύθμιση των χρηματοπιστωτικών αγορών σε πλανητικό επίπεδο καθώς και οι τεράστιες διεθνείς μετακινήσεις κερδοσκοπικών κεφαλαίων είναι ίσως ο ισχυρότερος πολιορκητικός κριός για την ιδεολογική επικράτηση του φιλελεύθερου μοντέλου καπιταλισμού (Albert M. 1991). Είναι επίσης υπεύθυνη για τη μείωση της τραπεζικής χρηματοδότησης και τη διατήρηση των επιτοκίων σε υψηλά επίπεδα, με όλες τις συνέπειες που αυτά έχουν στις επενδύσεις.

Τέταρτον, η «στράτευση» των μελών της σχολής υπέρ των «προοδευτικών» μορφών ευελιξίας τους κάνει συχνά να εξωραΐζουν τις περιπτώσεις διαπραγματευμένης ευελιξίας και να υποτιμούν το γεγονός ότι ακόμα και συνδικάτα με μεγάλη διαπραγματευτική δύναμη και μακρόχρονη παράδοση στην ταξική συνεργασία (σουηδικά, γερμανικά) είναι αναγκασμένα πολλές φορές να κάνουν περισσότερο ή λιγότερο σημαντικές υποχωρήσεις.

 

Συμπεράσματα

 

Είναι αναμφισβήτητο γεγονός ότι η έξοδος από την κρίση εκκρεμεί, παρά τις διαρθρωτικές και θεσμικές αλλαγές που έχουν επέλθει τις δύο τελευταίες δεκαετίες και που αποσκοπούν στη δομική ευελιξία των καπιταλιστικών οικονομιών. Αλλαγές που έχουν σημειωθεί σ' όλα τα πεδία: τη μισθωτή σχέση και την εργασιακή διαδικασία, την οργάνωση της παραγωγής και τις διεπιχειρησιακές σχέσεις, το χρηματοπιστωτικό σύστημα και τα εργαλεία της οικονομικής πολιτικής.

Οι συγκεκριμένες κατευθύνσεις αυτών των μετασχηματισμών εξαρτώνται από τις στρατηγικές ευελιξίας που υιοθετούνται και που αποτελούν το πραγματικό πεδίο της ταξικής και κοινωνικής πάλης. Οι κατευθύνσεις των μετασχηματισμών δεν συγκλίνουν κατ' ανάγκη όλες. Όμως υπάρχουν μορφές ευελιξίας που είναι συμβατές με κάποιες άλλες γιατί υπακούουν σε κοινές λογικές αντιμετώπισης των οικονομικών και κοινωνικών προβλημάτων που προκύπτουν από την κρίση. Μέσα από την αντιπαράθεση και τη σύγκλιση των στρατηγικών των κοινωνικών υποκειμένων, τη σύγκρουση και το συμβιβασμό, οι αλλαγές αποκτούν κατεύθυνση, νόημα, κοινωνικό περιεχόμενο αλλά και τη σφραγίδα του είδους ταξικής κυριαρχίας που αποκρυσταλλώνεται σ' αυτές.

Όσο είναι λανθασμένο να χρησιμοποιείται το μοντέλο ευέλικτης εξειδίκευσης σαν πανάκεια για το ξεπέρασμα της κρίσης, είναι εξίσου λανθασμένο να θεωρείται ότι η ευελιξία στην οργάνωση της παραγωγής εξαντλείται στις υποδείξεις και περιγραφές αυτού του μοντέλου όπου έχουν συγκεντρωθεί και οι περισσότερες κριτικές των μεταφορντιστικών σεναρίων εξόδου από την κρίση. Η δυναμική ευελιξία των μεγάλων οικονομικών μονάδων που απευθύνονται σε ολιγοπωλιακές αγορές, η παραγωγική τους εξειδίκευση και η διεύρυνση των δικτύων συνεργασίας τους με προμηθευτές και εργολάβους είναι ένα άλλο υπόδειγμα οργάνωσης της παραγωγής.

Είναι επίσης λανθασμένο να θεωρούμε τις διαρθρωτικές αλλαγές που έχουν συντελεστεί στις παραγωγικές δομές και τις κοινωνικές σχέσεις από την εμφάνιση της κρίσης του φορντισμού μέχρι τις μέρες μας ως χαώδεις απο-φορντιστικές διαδικασίες που τείνουν είτε στο πουθενά είτε αναγκαστικά στο νεο-φορντισμό. Οι μετα-φορντιστικές και περισσότερο «προοδευτικές» μορφές ευελιξίας, αν και μειοψηφικές και δύσκολα γενικεύσιμες σε δυσμενές εθνικό και διεθνές μακροοικονομικό πλαίσιο, αποτελούν επίσης μέρος της πραγματικότητας. Εξάλλου, η κατανόηση των μακροοικονομικών καταναγκασμών και η αποδοχή της στενής διαπλοκής του χρήματος με τις εξελίξεις της «πραγματικής» οικονομίας αναδεικνύουν το γεγονός ότι ένα οικονομικό σύστημα δεν είναι μόνο ένα παραγωγικό σύστημα. Άρα, ένα καινούργιο αναπτυξιακό πρότυπο προϋποθέτει μια μακροοικονομική ρύθμιση της ζήτησης και την εκπλήρωση της ξεχασμένης κεϋνσιανής επιταγής για την «ευθανασία του εισοδηματία».

Οι μακροοικονομικές συνθήκες ύφεσης, η ηγεμονία του χρηματιστικού επί του παραγωγικού κεφαλαίου, η ένταση της κερδοσκοπίας και η ιδεολογική κυριαρχία του νεοφιλελευθερισμού, που έχει διαβρώσει εδώ και μια δεκαετία ακόμα και τα σοσιαλδημοκρατικά κόμματα, ευνοούν ασφαλώς τις αμυντικές, αυταρχικές, πολωτικές στρατηγικές και μορφές ευελιξίας. Είναι λοιπόν ζητούμενο για τις δυνάμεις που θέλουν να αποφύγουν το μοντέλο κοινωνίας που προδιαγράφουν οι παραπάνω επιλογές και πρακτικές, το πώς μέσα από τις δικές τους στρατηγικές και λογικές, μέσα από τη σύγκρουση και το συμβιβασμό, θα βάλουν τη σφραγίδα τους στις διορθωτικές και θεσμικές αλλαγές που αποσκοπούν στο να δρομολογήσουν ένα νέο τύπο οικονομίας και κοινωνίας.

 

 

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

 

AGLIETTA M. (1976), Regulation et crises du capitalisme: l'experience des Etatsljnis,

CalmannLevy, Paris, 2e ed., 1982. AGLIETTA M., ORLEAN A. (1982), La

violence de la monnaie, PUF, Paris.

ALBERT M. (1991), Capitalisme contre capitalisme, Seuil, Paris.

AMADIEU J-F, MERCIER N. (1986), «Le debat sur la flexibilite», dans Sociologie du travail, no 2.

ATKINSON J. (1984), Flexibility, Uncertainty and Manpower Policy, Institute of Manpower Studies, Report no 89, Brighton.

ATKINSON J. (1987), «Flexibilite ou fragmentation? Le marche du travail du Royaumeuni dans les annees 80», dans Cahiers economiques de Bruxelles, no 113, permier trimestre.

BAGNASCO A. (1989), «Developpement regional, societe locale et economie diffuse» dans M. Maruani, E. Reynaud, Ch. Romani (eds.), La flexibilite en Italie,Syros/Alternatives, Paris.

BARTOLI H. (1987), «Flexibilite et theories economiques», dans Les Cahiers francais, no 231, mai-juin.

BASLE M. (1987), «Les salaires et le cycle: fondements micro-economiques et analyse macroeconomique des flexibilites», dans Economies et Societes, no 11.

BECATTINI G. (1989), «Les districts industriels en Italie» dans M.Maruani, E.Reynaud, Ch.Romani (eds.), La flexibilite en Italie, Syros/Alternatives, Paris.

BERNARD M. (1987), «L'ajustement des effectifs», dans Les Cahiers francais, no 231, mai-juin.

BERTRAND H. (1983), «Accumulation, regulation, crise: un modele sectionnel theorique applique», Revue economique, mars.

BOYER R. (1979), «La crise actuelle: une mise en perspective historique», dans Critiques de l'economie politique, no 78, avril-semptembre.

BOYER R. (1986a), La flexibilite du travail en Europe, La Decouverte, Paris.

BOYER R. (1986b), H θεωρία της Ρύθμισης, Εξάντας, Αθήνα 1988.

BOYER R. (1989), «The Eighties: the Search for Alternatives to Fordism», Couverture Orange, CEPREMAP 8909, Paris.

BOYER R. (1990), «The Capital Labor Relations in OECD Countries: from the Fordist Golden Age to Contrasted National Trajectories», Couverture Orange, CEPREMAP 9020, Paris.

BOYER R., MISTRAL J. (1978), Accumulation, inflation, crises, PUF, Paris, 2e ed., 1983.

CORIAT B. (1976), Επιστήμη, τεχνική και κεφάλαιο, Ασυνέχεια, Αθήνα 1985.

CORIAT Β. (1979), Ο εργάτης και το χρονόμετρο, Κομμούνα, Αθήνα 1985.

CORIAT Β. (1990), L'atelier et le robot, C.Bourgois, Paris.

CORIAT B. (1991), Penser a l'envers: travail et organisation dans l'entreprise japonaise, C.Bourgois, Paris.

DAYAN J-L. (1987) «Assouplir la legislation pour creer des emplois?», dans Les Cahiers francais, no 231, mai-juin.

DELCOURT J. (1985), «Flexibility: a source of new rights for workers?», in Trade Unions Today and Tomorrow, vol.11, dir. par G.Spyropoulos, The European Center for Work and Society, Presses Universitaires Europeennes.

DOERINGER P., PIORE M. (1971), Internal Labor Markets and Manpower Analysis, Heath Lexington Books, Lexington-Massachussets.

FINE B. (1987), Η θεωρία της κατακερματισμένης αγοράς εργασίας: μια κριτική αποτίμηση, μεταφρασμένο τμήμα, Θέσεις No 43, 1993.

FEREZ C. (1983), «Structural Change and Assimilation of New Technologies in the Economie and Social Systems», Futures, vol. 15, no 5, Octobre.

GAROFOLI G. (1984), «Uneven regional development and industrial restructuring: the Italian pattern in the 70's», in Polis kai Periferia (Ville et region), no 9, January-April, Salonique.

GAUDIER M. (1987), «La flexibilite des marches du travail: formule magique ou premices d'une nouvelle societe industrielle?», dans Serie Bibliographique, no 12,

IIES, Geneve.

GENEREUX J. (1987), «La rigidite des salaires: un concept ambigu ou inutile?», dans Problemes economiques, no 2023.

GLADSTONE A., KANAWATY G., PROPENKO J., RODGERS G. (1989), «Adjustment at the microlevel», in International Labour Review, vol.128, no 3.

ΙΩΑΚΕΙΜΟΓΛΟΥ Η. (1988), «Η αυτοκρατορία της εργασίας», Θέσεις No 23-24.

ΙΩΑΚΕΙΜΟΓΛΟΥ Η. (1990), «Η αυτοματοποίηση ως αντικείμενο του λόγου», Θέσεις No 32.

HOLLARD M., MARGIRIER G. (1986), «Nouveaux proces de production et implications macroeconomiques: contribution au debat sur la flexibilite», in Fromation et emploi, no 14, avril-juin.

KARAMESSINI M. (1992), Flexibilite du travail et restructration du capital en Grece dans les annees 80: la crise du modele de developpement et l'enjeu de la flexibilite, These de doctorat, Universite Paris VIL

KOBRIN C., SARFATI H. (1987), La flexibilite du marche de l'emploi: un enjeu economique et social, O.I.T, Geneve.

LEBORGNE D. (1987), «Equipements flexibles et organisation productive: les relations industrielles au coeur de la modernisation. Elements de comparaison internationale», mimeo CEPREMAP.

LEBORGNE D., LIPIETZ A. (1987), «New technologies, new modes of regulation: some spatial implications», presentation for the international conference: Technology, restructuring and urban/ regional development, Dubrovnik, 1987.

LEBORGNE D., LIPIETZ A. (1989), «Flexibilite offensive, flexibilite defensive: deux strategies sociales dans la production des nouveaux espaces economiques», Couverture orange, CEPREMAP 8911, Paris.

LEBORGNE D., LIPIETZ A. (1990), «Fallacies and open issues about post-fordism», Couverture orange, CEPREMAP 9009, Paris.

LINHART D. και R. (1985), «Naissance d'un consensus», Couverture orange, CEPREMAP, Paris.

LIPIETZ A. (1979), Crise et inflation, pourquoi?, Maspero, Paris.

LIPIETZ A. (1983), Le monde enchante: de la valeur a l'envol inflationniste, La Decouverte/Maspero, Paris.

LIPIETZ A. (1985), Αυταπάτες και θαύματα: προβλήματα τον περιφερειακού φορντισμού, Εξάντας, Αθήνα 1990.

LIPIETZ A. (1990), «Les rapports capital-travail a l'aube du XXIe siecle», Couverture orange, CEPREMAP 9016, Paris.

ΛΥΜΠΕΡΑΚΗ A. (1990), «Στον αστερισμό της ευελιξίας: μεταφορντικά συστήματα βιομηχανικής οργάνωσης και ευέλικτη εξειδίκευση», Θέσεις, No 32.

ΜΑΥΡΟΥΔΕΑΣ Σ. (1993), «Η προσέγγιση της Ρύθμισης: προβλήματα μεθοδολογίας, κατεύθυνσης και ταυτότητας», Θέσεις, No 43.

MARUANI M., REYNAUD Ε., ROMANI Ch. (1989), La flexibilite en Italie, Syros/Alternatives, Paris.

MESSINE Ph. (1987), Les saturniens, La Decouverte, Paris.

MEUDLERS D., WILKIN L. (1987), «La flexibilite des marches du travail: prolegomenes a l'analyse d'un champ», dans Cahiers economiques de Bruxelles, no 113, premier trimestre.

MICHON F. (1986), «Flexibilite et partages: les enjeux de la solidarite», dans Economies et societes, no 4, 1986.

MICHON F. (1987), «Temps et flexibilite: le temps de travail das le debat sur la flexibilite», dans Cahiers economiques de Bruxelles, no 113, premier trimestre 1987.

ΜΠΡΑΧΟΣ Γ. (1993), «Ευέλικτα συστήματα παραγωγής: ο μύθος της εξόδου από την κρίση», Θέσεις No 43.

MURRAY F. (1983), «The decentralisation of production: the decline of mass collective worker», in Capital and Class, no 19, spring.

MURRAY F. (1987), «Flexible specialisation in the Third Italy», in Capital and Class, no 33.

O.C.D.E. (1986a), Flexibilite et marche du travail: le debat aujourd'hui, rapport technique, Paris.

O.C.D.E. (1986b), La flexibilite du marche du travail, rapport d'un groupe d'experts de haut niveau au Secretaire general, Paris.

O.E.C.D. (1991), «A Review of Labour Markets in the 1980s», Employment Outlook, Paris.

O.I.E. (1985), «Adapter le marche du travail», reunion des federations d'employeurs europeens, Oslo, 12-13 septembre.

ΠΕΛΑΓΙΔΗΣ θ. (1993), «Στον αστερισμό της στασιμότητας: αποφορντισμός και ευέλικτα παραγωγικά συστήματα», Θέσεις No 43.

PEPIN M. (1987), «L'amenagement du temps de travail», dans Les Cahiers francais, mai-juin.

PIORE M., SÄBEL C. (1984), The Second Industrial Divide: possibilities for prosperity, Basic Books, N.Y..

RUBERY J., TARLING R., WILKINSON F. (1987), «Flexibilite, commercialisation et organisation de la production», dans Cahiers economiques de Bruxelles, no 113, premier trimestre.

SCHWAB L, «L'individualisation des salaires» (1987), dans Les Cahiers francais, no 231, mai-juin.

SOMMET DES SEPT pays les plus industrialises (1980), Declaration finale, Venise.

WILLIAMS K., CUTLER T., WILLIAMS J., HASLAM C. (1987), «The End of Mass Production?», in Economy and Society, vol.16, no 3, August.

 

 

1.. Ο όρος παρουσιάζει πολυσημία γι' αυτό και στα ελληνικά έχει επίσης αποδοθεί ως ευκαμψία και ευλυγισία. Σ' αυτό το άρθρο θα χρησιμοποιήσω εναλλακτικά τις λέξεις αυτές ανάλογα με τα συμφραζόμενα.

2. Το 1929, ο H-L Moore όρισε για πρώτη φορά την ευκαμψία ως το αντίστροφο της ελαστικότητας της ζήτησης ως προς τις τιμές (Bartoli H. 1987), ενώ η θεωρία της ανισορροπίας, που αναπτύχθηκε μετά τον πόλεμο, επικέντρωσε το ενδιαφέρον της στις μακροοικονομικές συνέπειες της ακαμψίας των τιμών χρησιμοποιώντας οικονομικά μοντέλα που στηρίζονταν στην υπόθεση σταθερών τιμών.

3. Η πολιτική διαμεσολάβηση και η θεσμική αποκρυστάλλωση ουδέποτε εξαντλούν το σύνολο των ταξικών και κοινωνικών συγκρούσεων και πρακτικών.

4. Σ' αυτό το σημείο θέλω να επισημάνω ότι δεν υπάρχει ένα «ιδανικό» πρότυπο οργάνωσης της εργασίας που απορρέει από τους αφηρημένους νόμους κίνησης του κεφαλαίου, ενώ οι «συγκεκριμένες» μορφές οργάνωσης της εργασίας και οι αποκλίσεις τους εξαρτώνται από τις συγκεκριμένες ιστορικές συνθήκες (Ιωακείμογλου Η. 1988). Το συγκεκριμένο δεν αποτελεί απόκλιση του ιδεατού και κανένας αφηρημένος οικονομικός νόμος δεν υπαγορεύει μια ιδεατή οργάνωση της εργασίας. Αυτό που συμβαίνει σε μια συγκεκριμένη ιστορική συγκυρία είναι ότι, μέσα από μια πληθώρα διαθέσιμων τεχνολογικών και οργανωτικών δυνατοτήτων, επιλέγονται κατά τόπους εκείνοι οι νεωτερισμοί που ανταποκρίνονται καλύτερα στους συγκεκριμένους όρους αξιοποίησης τους κεφαλαίου, όπως αυτοί προσδιορίζονται συνυπλογίζοντας τις αντιστάσεις της μισθωτής εργασίας και τις μορφές ανταγωνισμού. Η μεγαλύτερη αποτελεσματικότητα κάποιων συνδυασμών τεχνολογικών και οργανωτικών νεωτερισμών δημιουργεί κυρίαρχα παγκόσμια πρότυπα (π.χ. σήμερα το ιαπωνικό όπως παλιά το αμερικανικό). Οι υπόλοιπες επιχειρήσεις ή χώρες που προσπαθούν να τα μιμηθούν, συνήθως ξεχνούν ότι η πιστή μεταφορά των προτύπων αυτών προϋποθέτει και δυνατότητα διαμόρφωσης ανάλογων κοινωνικών σχέσεων μ' αυτές που βρίσκονται πίσω από αυτά. Συνεπώς, η έννοια του κυρίαρχου τεχνολογικού παραδείγματος αντιστρατεύεται την έννοια του ιδεατού προτύπου.

5. Το μοντέλο ευέλικτης εξειδίκευσης δεν αποτελεί πιστή αναπαραγωγή της θεωρίας της κατακερματισμένης αγοράς εργασίας όπως ισχυρίζεται ο Β.Fine (1987), δεδομένου ότι η θεωρία του βιομηχανικού δυϊσμού είναι διακριτή από αυτήν του δυϊσμού (κατάτμησης) της αγοράς εργασίας. Η θεωρία του βιομηχανικού δυϊσμού αναπτύχθηκε στις ΗΠΑ στη δεκαετία του 60 και υποστήριζε ότι η διατήρηση των μικρών επιχειρήσεων στις βιομηχανικές οικονομίες ενυπήρχε στη λογική της μαζικής παραγωγής. Κι' αυτό γιατί α) η παραγωγή εργαλειομηχανών δε μπορούσε να πραγματοποιηθεί σε μεγάλες σειρές και β) η διακύμανση ή το χαμηλό επίπεδο της ζήτησης δημιουργούσε αβεβαιότητα και περιορισμένο μέγεθος σε μερικές αγορές, αποθαρρύνοντας τη μαζική παραγωγή. Ο δυϊσμός στην αγορά εργασίας μεταξύ πρωτογενούς και δευτερογενούς τομέα, καθόλου δε συμπίπτει με τη διάκριση μεγάλες/μικρές επιχειρήσεις. Κι αυτό γιατί σύμφωνα με το ιδρυτικό κείμενο της αντίστοιχης θεωρίας (Doeringer P., Piore M. 1971), όχι μόνο υπάρχουν δευτερογενείς θέσεις εργασίας στις μεγάλες επιχειρήσεις αλλά και ολόκληρες εσωτερικές αγορές εργασίας ανήκουν στο δευτερογενή τομέα της αγοράς εργασίας.

6. Η Σχολή έπαψε ουσιαστικά να υφίσταται από το 1984 και ύστερα λόγω σοβαρών θεωρητικών αποκλίσεων στους κόλπου; της. Έκτοτε μιλάμε για το έργο συγκεκριμένων «Ρυθμιστών». Έτσι όταν αναφέρομαι στη θεωρία της Ρύθμισης, αναφέρομαι στο σώμα επεξεργασιών που προηγήθηκαν του 1984.

7. Δεν ευσταθεί ο ισχυρισμός του Γ.Μπράχου (1993) ότι η σχολή της Ρύθμισης αποδίδει ισχυρές ιδιότητες στα ευέλικτα συστήματα παραγωγής ως προς την προοπτική εξόδου από την κρίση,«φετιχοποιώντας» την τεχνική βάση του καπιταλισμού και παραγνωρίζοντας τη διαλεκτική σχέση παραγωγικών δυνάμεων και παραγωγικών σχέσεων....

8. Ο καλύτερος τρόπος ενημέρωσης είναι η προσφυγή στα μεταφρασμένα βιβλία των Ρυθμιστών στα ελληνικά: B.Coriat (1976, 1979), R.Boyer (1986) και A.Lipietz (1985). Στα γαλλικά μπορεί κανείς να συμβουλευτεί κυρίως τα παρακάτω: M.Aglietta (1976), H.Bertrand (1983), R.Boyer (1978), R.Boyer και J.Mistral (1983), A.Lipietz (1979, 1983).

9. «Προϊόν των εγγενών συγκρούσεων στις κοινωνικές σχέσεις, η ρύθμιση είναι ανοικτή, μερική και ανολοκλήρωτη...καταρχήν γιατί ο δυναμισμός των ιδιωτικών σχέσεων υπερβαίνει το πεδίο των προκαθορισμένων συμβάσεων, αναδεικνύει την άμεση οικονομική αντιπαράθεση και προκαλεί την αλλαγή των θεσμών, επιπλέον γιατί οι θεσμοί ρύθμισης δεν παράγουν συνοχή παρά σε επί μέρους πεδία» (Aglietta M. 1982, σελ. νίί). Έτσι οι συγκεκριμένοι τύποι ρύθμισης, που είναι προϊόν των ιστορικών συγκυριών των ταξικών και κοινωνικών αγώνων, δεν αποσκοπούν, όπως λέει ο Γ.Μπράχος, αλλά επιτρέπουν τη διευθέτηση των κοινωνικών συγκρούσεων και τη σταθεροποίηση των καθεστώτων συσσώρευσης.

Παρομοίως, για τη θεωρία αυτή η διαδικασία αναδιάρθρωσης στη δεκαετία του 1980 δεν υποδηλώνει την κρίση του φορντισμού και την αναγκαιότητα για την εγκαθίδρυση του μετα-φορντικού καθεστώτος συσσώρευσης που θα περιλαμβάνει νέο τύπο ρύθμισης όπως ισχυρίζεται ο Γ.Μπράχος, αλλά αποτελεί το ίδιο το περιεχόμενο κοινωνικού και πολιτικού πειραματισμού που προέκυψε από την ανάγκη αντιμετώπισης της κρίσης. Ούτε λαμβάνει χώρα κάποια δήθεν καθιέρωση νέου καθεστώτος συσσώρευσης ώστε να αμβλυνθεί η τάση για υπερσυσσώρευση. Ένα καθεστώς συσσώρευσης προκύπτει μέσα από τον ανταγωνισμό των κεφαλαίων, από τη διαδικασία σύγκρουσης των στρατηγικών των κοινωνικών υποκειμένων και φορέων και από την έκβαση της ταξικής και κοινωνικής πάλης, που τελικά οδηγούν στην εξάλειψη του φαινομένου της υπερσυσσώρευσης.

10. Αυτό εγώ το θεωρώ πλεονέκτημα της θεωρίας, χωρίς να ενστερνίζομαι τις ακρότητες στις οποίες πολλοί εκπρόσωποι της έφτασαν (πχ. εγκατάλειψη της έννοιας του οικονομικού νόμου και της θεωρίας της αξίας-εργασίας), ενώ κάποιοι άλλοι το θεωρούν μειονέκτημα (Ιωακείμογλου Η. 1990, Μαυρουδέας Σ. 1993). Το ζητούμενο για μένα δεν είναι να αμφισβητήσει κανείς την ύπαρξη οικονομικών νόμων και την ερμηνευτική τους αξία ως προς την κίνηση του πραγματικού, αλλά να εξετάσει κάτω από ποιες προϋποθέσεις ισχύουν και λειτουργούν και μέσα από ποιες συγκεκριμένες κοινωνικές μορφές υλοποιούνται ή αναχαιτίζονται προσωρινά.

 
< Προηγ.   Επόμ. >
Θέσεις - τριμηνιαία επιθεώρηση - εκδόσεις Νήσος, Σαρρή 14, 10553, Αθήνα. τηλ-fax. 210-3250058
Το περιεχόμενο του ιστοχώρου διατίθεται ελεύθερα χωρίς περιορισμούς υπό τον όρο της παραπομπής στην αρχική του πηγή, για μη-εμπορικούς σκοπούς