Κριτική στην προσέγγιση της "διείσδυσης εισαγωγών" Εκτύπωση
Τεύχος 45, περίοδος: Οκτώβριος - Δεκέμβριος 1993


Κριτική στην προσέγγιση της «διείσδυσης εισαγωγών»
του Θοδωρή Πελαγίδη*

1. Εισαγωγή: Η προβληματική της προσέγγισης της «διείσδυσης εισαγωγών»

Κυρίαρχη θέση στις αναλύσεις και ερμηνείες σχετικά με το «βιομηχανικό ζήτημα» της χώρας κατέχει η λεγόμενη προσέγγιση της «διείσδυσης εισαγωγών». Η ενδιαφέρουσα αυτή ανάλυση ξεκινά από τη διαπίστωση ότι στη δεκαετία του '80 υπάρχει μια γενικότερη επιδείνωση τόσο στην παραγωγική διάρθρωση, όσο και στις επιδόσεις της ελληνικής βιομηχανίας.

Όσον αφορά το πρώτο, επισημαίνεται μια διαδικασία αποβιομηχάνισης και διάβρωσης της θέσης της βιομηχανίας ως κινητήριας δύναμης του οικονομικού συστήματος, η οποία ξεκινά από τα μέσα της δεκαετίας του '70 και συνοδεύεται από εντεινόμενη τριτογενοποίηση της οικονομίας. Κατά τον Γιαννίτση, τον κυριότερο εκπρόσωπο της προσέγγισης αυτής, η τάση αυτή γίνεται ιδιαίτερα εμφανής με τη μείωση του ρυθμού μεγέθυνσης της μεταποιητικής βιομηχανίας κατά 1.4% για την περίοδο 198083, ενώ αντίθετα υπάρχει αύξηση του αντίστοιχου ρυθμού των υπηρεσιών κατά 1.7% (Γιαννίτσης 1988α). Η υποχώρηση αυτή της μεταποίησης συνοδεύεται όμως και από αλλαγή της τομεακής της διάρθρωσης. Ο Γιαννίτσης αναφέρει ότι ήδη από το 1973 παρατηρείται, ταυτόχρονα με τη βαθμιαία αποχώρηση του ξένου κεφαλαίου, μια σαφής τάση «οπισθοχώρησης» της ελληνικής βιομηχανίας σε «παραδοσιακούς κλάδους». Οι τομείς αυτοί, κατά τον ίδιο συγγραφέα, υιοθετούνται συνήθως από χώρες εξαιρετικά χαμηλού εργασιακού κόστους, η εισοδηματική ελαστικότητα των προϊόντων τους είναι χαμηλή, βρίσκονται διεθνώς σε κρίση, δεν χαρακτηρίζονται από σύγχρονες μεθόδους παραγωγής, ενώ, εκτοπίζοντας πιο σύγχρονους κλάδους, ουσιαστικά συμβάλλουν στη δημιουργία «ρηχών» και οριζόντιων παραγωγικών δομών και γι' αυτό έντονα εξαρτημένων. Στα πλαίσια αυτά, παρατηρείται πτώση της εγχώριας προστιθέμενης αξίας ήδη από τα τέλη της δεκαετίας του '70, με αποτέλεσμα τη διαρκώς αυξανόμενη συμμετοχή των εισαγόμενων στοιχείων στη συνολική αξία παραγωγής, σε βάρος της εθνικής παραγωγής. Η περαιτέρω επιδείνωση που παρατηρείται καθόλη τη δεκαετία του '80, οφείλεται στην προσπάθεια της ελληνικής βιομηχανίας να «συντηρήσει» την ανταγωνιστικότητα της, υποκαθιστώντας εγχώριες εισροές με χαμηλότερου κόστους εισαγόμενες. Στην ανάλυση του Γιαννίτση επισημαίνεται ακόμη η υπερχρέωση των επιχειρήσεων, που εκφράζεται με τη χειροτέρευση της σχέσης ίδια δανειακά κεφάλαια, η «...ριζική συρρίκνωση των κερδών...» (1988α, σ. 107), αλλά και του μεριδίου του κεφαλαίου στην προστιθέμενη αξία (1988ε, σ.2078). Ως αποτέλεσμα, επισημαίνει πάντα ο ίδιος συγγραφέας, ανακόπτεται κατά τα έτη 198185 η τάση εξωστρέφειας της ελληνικής οικονομίας, με μείωση των εξαγωγών ως ποσοστό στο ΑΕΠ (Γιαννίτσης και Βαΐτσος 1987, σ.52). Ακόμη, παρατηρείται υποχώρηση των βιομηχανικών προϊόντων σε όφελος των αγροτικών και πρώτων υλών (Γιαννίτσης 1988δ, σ.320), ενώ εγκαινιάζεται μια μόνιμα διευρυνόμενη ελλειμματικότητα του εμπορικού ισοζυγίου, αντικατοπτρίζοντας έτσι και τη μείωση του βαθμού ανταγωνιστικότητας της ελληνικής βιομηχανίας (1988α, σ.94, 1988β, σ. 189 και 1988δ, σ.32123). Η διείσδυση εισαγωγών (Import penetration), ως λογική κατάληξη των παραπάνω, περνά από το 18.1% το 1970, στο 33.2% το 1985 (Γιαννίτσης και Βαΐτσος 1987, σ.53), ενώ το εμπορικό έλλειμμα με την ΕΟΚ διευρύνεται συνεχώς (Γιαννίτσης 1988δ, σ. 188). Είναι χαρακτηριστικό της θέσης του Γιαννίτση ότι η διεύρυνση του ελλείμματος που εκφράζει τη χειροτέρευση της ανταγωνιστικής θέσης της βιομηχανίας, συνοδεύεται παράλληλα από το αυξανόμενο «άνοιγμα» (openness) της ελληνικής οικονομίας στην Κοινοτική και διεθνή αγορά. Το ερμηνευτικό σχήμα της προσέγγισης Γιαννίτση, όπως άλλωστε περιγράφεται και από τον ίδιο (1988ε, σ.354), ξεκινά λοιπόν από τη μείωση της προστασίας με την είσοδο της χώρας στην ΕΟΚ. Ακολουθεί η διείσδυση εισαγωγών, η απώλεια μεριδίου της εσωτερικής αγοράς για τα εγχώρια προϊόντα, η υποαπασχόληση, η αύξηση του κόστους κεφαλαίου ανά μονάδα προϊόντος, με επακόλουθο τη μείωση της ανταγωνιστικότητας της βιομηχανίας, τη διείσδυση εισαγωγών κ.ο.κ. Η κατάρρευση της προστασίας και η διείσδυση των εισαγωγών, όπως παρατηρούμε, αποτελούν τους ακρογωνιαίους λίθους της ερμηνείας Γιαννίτση, αλλά και εξηγούν επίσης την θεαματική στροφή, κατ' αυτόν, στον υπερκαταναλωτισμό εισαγόμενων προϊόντων κατά την δεκαετία του '80 (1988ε, σ. 128).

Η διαρκής επιδείνωση της ανταγωνιστικής θέσης της βιομηχανίας, θεωρείται από τον ίδιο συγγραφέα ως απόρροια της λανθασμένης πολιτικής του κράτους για τη βιομηχανία που ασκήθηκε κατά τις περασμένες δεκαετίες και που δημιούργησε ένα ισχυρό πλέγμα προστασίας για τις «παραδοσιακές βιομηχανικές δραστηριότητες». Παράλληλα, αφέθηκαν σχετικά απροστάτευτες οι βιομηχανίες κεφαλαιουχικών αγαθών και εισροών, με αποτέλεσμα η όποια ανάπτυξη των τελευταίων να εναποτίθεται στο ξένο κεφάλαιο. Με τη βαθμιαία αποχώρηση του ξένου κεφαλαίου, ιδίως αμέσως μετά τη μεταπολίτευση, η ελληνική βιομηχανία εξαρτάται έτσι όλο και περισσότερο πλέον από εισαγόμενες εισροές, καθώς η εγχώρια παραγωγή τους υποχωρεί. Ακόμη, τονίζεται από τον ίδιο συγγραφέα η λανθασμένη πολιτική κατανομής των επενδύσεων στον δευτερογενή τομέα, όπου τα κίνητρα οδήγησαν ένα ποσοστό περίπου 30% των συνολικών επενδύσεων σε κατοικίες και όχι στη μεταποίηση (Γιαννίτσης 1988α, σ.99). Όσον αφορά την λεγόμενη «ελαφριά βιομηχανία», ο συγγραφέας σημειώνει συγκεκριμένα (Γιαννίτσης 1988γ, σ.120 και σ. 112113, 1988ε), ότι οι πιο ανησυχητικές εξελίξεις για τη δεκαετία του '80 αφορούν τους» παραδοσιακούς κλάδους», καθώς σημειώνεται «δημιουργία εμπορίου» υπέρ της ΕΟΚ στην εγχώρια αγορά κι έτσι η εγχώρια παραγωγή χάνει σημαντικό ποσοστό της εγχώριας ζήτησης, που φτάνει γύρω στο 15%17% για το 198687, γεγονός που συνιστά μια ακόμη απόδειξη - για τον Γιαννίτση - της υποχώρησης της ανταγωνιστικότητας της ελληνικής βιομηχανίας, αλλά και επιβεβαίωση της θέσης του για τα αρνητικά αποτελέσματα της κρατικής πολιτικής παρελθόντων ετών.

Τέλος, αφού προβλέπει χειροτέρευση των οικονομικών επιδόσεων, προτείνει ενεργό κρατική βιομηχανική πολιτική για την αντιστροφή των τάσεων, μέσα από την επανασύνδεση εγχώριας παραγωγής και αγοράς, τον επιλεκτικό «κάθετο» εμπλουτισμό της παραγωγικής διαδικασίας σε τομείς με συγκριτικά πλεονεκτήματα, την ενεργό συμβολή του κράτους για την προώθηση κλάδων «κλειδιών» μέσα από μια νέα πολιτική ανάπτυξης «νηπιακών βιομηχανιών» (infant industry), αν και αναγνωρίζεται η δυσκολία εφαρμογής της στην ενιαία αγορά (Γιαννίτσης 1988β, σ.212, 1988γ, σ. 130, 1988δ, σ.332 333, 1988ε, 1991).

Πρέπει να αναφερθεί ακόμη ότι στην ίδια προβληματική εντάσσονται και παλιότερες εργασίες του καθηγητή Βαΐτσου ο οποίος εκλαμβάνει επίσης την απώλεια ελέγχου στη διαχείρηση της εσωτερικής αγοράς ως καταστροφικό αποτέλεσμα της κατάρρευσης της προστασίας, αν και η τελευταία, με τη μορφή που είχε, οδήγησε σε προβληματικές παραγωγικές δομές. Σημειώνει ακόμα την αδυναμία εφαρμογής μιας νέας, ορθής προστατευτικής πολιτικής, λόγω της ένταξης της Ελλάδας στην ΕΟΚ και των υποχρεώσεων που απορρέουν απ' αυτήν.

Οι απόψεις του Α. Μήτσου (1989), βρίσκονται στην ίδια κατεύθυνση μ' αυτές του Τ. Γιαννίτση, αν και διαφοροποιούνται σε ορισμένα σημεία. Ο Μήτσος θεωρεί ότι η κρατική πολιτική προστασίας, που λειτούργησε ως υποκατάστατο αναπτυξιακής πολιτικής, έχει φτάσει στα όρια της. Η κρατική προστασία θεωρείται υπεύθυνη για τη δημιουργία μιας βιομηχανίας υπανάπτυκτης και ελάχιστα ανταγωνιστικής. Όπως είδαμε, σύμφωνα με τον Γιαννίτση, με την κατάργηση της προστασίας, η ελληνική βιομηχανία βρίσκεται σε εξαιρετικά δυσμενή θέση, καθώς παρατηρείται αυξημένη διείσδυση εισαγωγών στην εγχώρια αγορά, συνοδευόμενη από αποκαθετοποίηση της εγχώριας παραγωγής. Ο Μήτσος, από την άλλη πλευρά, ενώ συμφωνεί με την «κατάληξη» της πρότασης Γιαννίτση, εντοπίζει τις αιτίες της βιομηχανικής δυσπραγίας στην ανυπαρξία επενδύσεων και στον υπερκαταναλωτισμό της δεκαετίας του '80 (ό.π., σ.470). Η αυξανόμενη διείσδυση εισαγωγών και ειδικότερα η αύξηση του μεριδίου της ΕΟΚ στο σύνολο των εισαγωγών (ό.π., σ.319 και σ.326), θεωρείται επίσης ως δείγμα υποχώρησης της ανταγωνιστικότητας της ελληνικής βιομηχανίας και οικονομίας γενικότερα. Τέλος, εκτός απ' τον Γιαννίτση, και κατά τον Μήτσο η εξειδίκευση σε παραδοσιακά αγαθά θεωρείται δείκτης οπισθοδρόμησης της βιομηχανικής παραγωγής, για τους ίδιους λόγους που αναφέρει και ο Γιαννίτσης. Ιδιαίτερο ενδιαφέρον, πάντα στα πλαίσια της ίδιας προβληματικής, παρουσιάζουν οι εργασίες της Α. Λυμπεράκη. Η συγγραφέας ασχολείται κυρίως με ζητήματα που αφορούν τη μικρομεσαία κλίμακα παραγωγής στην Ελλάδα και τις μεταμορφώσεις της κατά τη δεκαετία του '80. Σημαντικό στοιχείο στις μελέτες της, αποτελεί η συσχέτιση της ευελιξίας και γενικότερα των σύγχρονων μεταλλαγών στην παραγωγή, με την ελληνική βιομηχανία και ιδιαίτερα με τις Μικρομεσαίες επιχειρήσεις (MME). Σε εκτεταμένη έρευνα κυρίως στα παραγωγικά συστήματα Αθηνών και θεσσαλονίκης, για τους κλάδους μεταλλουργίας, μηχανουργίας και ενδυμάτων, η συγγραφέας διαπιστώνει τις καλύτερες επιδόσεις των MME, σε αντίθεση με τις επιχειρήσεις μεγάλου μεγέθους, των οποίων οι επιδόσεις στους τομείς της βιομηχανικής παραγωγής, της απασχόλησης, της αποδοτικότητας και γενικά της ανθεκτικότητας απέναντι στην κρίση, εμφανίζονται κατά πολύ κατώτερες, απ' αυτές των MME. Το γεγονός αυτό ερμηνεύεται με την υποστήριξη της θέσης ότι ένας σημαντικός αριθμός MME φαίνεται να έχει υιοθετήσει, έστω μερικώς, τη στρατηγική της «ευέλικτης εξειδίκευσης», και στην οποία η συγγραφέας στηρίζει τη μάλλον αισιόδοξη άποψη της για «επιθετική προσαρμογή» (1988α, 1991γ, σ. 134, 1991α, σ.59) ενός μέρους της ελληνικής βιομηχανίας, ενώ σε άλλες, μεταγενέστερες κυρίως μελέτες της (1991ο), αναφέρει πως η στρατηγική αυτή συνδυάζεται με έντονα χαρακτηριστικά «αμυντικής ευελιξίας». Η μάλλον αισιόδοξη άποψη της πάντως πρέπει ν' αποδοθεί στον εγκλωβισμό της προβληματικής της αποκλειστικά στο παράδειγμα της «ευέλικτης εξειδίκευσης», το οποίο και φαίνεται να θεωρεί ως μονόδρομο των «νέων εξελίξεων».

Παρόλες τις επιμέρους ιδιαιτερότητες, η προσέγγιση Λυμπεράκη τοποθετείται στο πλαίσιο της προβληματικής Γιαννίτση. Επισημαίνει την ορμητική διείσδυση των εισαγωγών (1991δ, σ.37), την υποχώρηση της ανταγωνιστικότητας της ελληνικής βιομηχανίας (1988β, σ. 141), την αποσύνδεση εγχώριας παραγωγής και εγχώριας ζήτησης (1991β, σ.37), καθώς και τη μειωμένη προτίμηση των ελληνικών προϊόντων στις διεθνείς αγορές (1991 β, σ.38), που εκφράζεται με την χειροτέρευση του εμπορικού ισοζυγίου κατά την περίοδο 198084, με μείωση κατά 5.5% των εξαγωγών μεταποιητικών προϊόντων (1991β, σ.261, 1988α). Υποστηρίζεται ακόμη ως ανασταλτικός παράγοντας, η συρρίκνωση των ευρωπαϊκών αγορών αλλά και η «...σχετικά γρήγορη ανάπτυξη των μισθών που ενέτεινε το πρόβλημα του αυξανόμενου κόστους παραγωγής» (1991α, σ.138). Το βασικό όμως στοιχείο που, κατά την Λυμπεράκη, επιδείνωσε τη θέση της ελληνικής βιομηχανίας στο διεθνή καταμερισμό της εργασίας, αποτελεί η σταδιακή χαλάρωση των μηχανισμών προστασίας και η πτώση της ανταγωνιστικότητας (1991γ, σ.232).

2. Κριτική στην προσέγγιση της «διείσδυσης εισαγωγών»

Η διείσδυση εισαγωγών στην εγχώρια αγορά είναι το αποτέλεσμα της κατάρρευσης της προστασίας με την είσοδο της χώρας στην ΕΟΚ. Η χαμηλή παραγωγικότητα της ελληνικής βιομηχανίας, δεν της επιτρέπει πλέον να ανταγωνίζεται με επιτυχία στις διεθνείς αγορές, με συνέπεια την αποβιομηχάνιση και την αδυναμία προσαρμογής στα ευρωπαϊκά δεδομένα, γεγονός που τροφοδοτεί μια σειρά προβλημάτων, όπως υψηλά ελλείμματα στο ισοζύγιο πληρωμών κ.τ.λ. Οι παραπάνω απόψεις της προσέγγισης της «διείσδυσης εισαγωγών», έρχονται αρχικά σε καταφανή αντίθεση με μια θεμελιώδη διαπίστωση που έγινε παραπάνω: Η υψηλότατη κερδοφορία του κεφαλαίου στην Ελλάδα κατά την περίοδο της δεκαετίας του '80, δύσκολα συμβιβάζεται με τις παραπάνω απόψεις. Σύμφωνα με στοιχεία του ΟΟΣΑ, το μερίδιο των κερδών στον επιχειρηματικό τομέα για την Ελλάδα ήταν το υψηλότερο διεθνώς, σταθερά πάνω από 60% κατά τη δεκαετία του '80, ενώ για το σύνολο των χωρών του ΟΟΣΑ ήταν μόλις 43% περίπου (OECD 1989 Economie Outlook, No 46, σ. 124). To δε ποσοστό κέρδους ήταν για την Ελλάδα ανάλογα υψηλό (24%), σε σχέση με τις χώρες του ΟΟΣΑ (18.5%) για την περίοδο 198086 (ό.π., σ. 125). Ανάλογες διαπιστώσεις γίνονται επίσης και από τους Μηλιό και Ιωακείμογλου (1990, σ. 46, σ. 59). Αλλά ας πάρουμε τα πράγματα απ' την αρχή. Κρίσιμη ένδειξη για την αλήθεια της προσέγγισης περί «διείσδυσης εισαγωγών», αποτελούν οι εξελίξεις στο ισοζύγιο πληρωμών της χώρας. Σύμφωνα με τις θέσεις της προσέγγισης αυτής, στο ισοζύγιο αντικατοπτρίζεται η υποχώρηση της ανταγωνιστικότητας της ελληνικής βιομηχανίας. Όμως, τα εμπειρικά δεδομένα των διεθνών οργανισμών, επιβεβαιώνουν περισσότερο τη θέση του Βεργόπουλου - και επίσης την θέση των Μηλιός και Ιωακείμογλου (1990, σ. 16) -, ότι δηλαδή οι εξαγωγές έχουν παρουσιάσει πρόοδο στη δεκαετία του '80.





Στους πίνακες 2.1 και 2.2, φαίνεται ότι οι ελληνικές εξαγωγές σε όγκο αυξήθηκαν με ρυθμό διπλάσιο από ότι οι εξαγωγές των χωρών της ΕΟΚ, διαπίστωση στην οποία καταλήγει και ο Βεργόπουλος (1991α, 1991β, 1992α). Το σημαντικό όμως είναι ότι αυξήθηκαν με μεγαλύτερους ρυθμούς απ' ότι οι εισαγωγές, γεγονός που ευθέως θέτει σε ισχυρή αμφισβήτηση το επιχείρημα της διείσδυσης εισαγωγών της προσέγγισης Γιαννίτση. Ακόμη πιο ενθαρρυντικά είναι τα στοιχεία του ΟΟΣΑ που αφορούν ειδικότερα τον όγκο των εξαγωγών εισαγωγών των εμπορευμάτων. Στον πίνακα 2.3 παρατηρούμε ότι οι ελληνικές εξαγωγές αυξήθηκαν σωρευτικά σε ποσοστό διπλάσιο από αυτές της ΕΟΚ, ενώ οι ελληνικές εισαγωγές υπολείπονται ακόμη περισσότερο των εξαγωγών, από ότι στους δύο προηγούμενους πίνακες. Οι παραπάνω θετικές εξαγωγικές επιδόσεις δεν περιορίζονται μόνο στον όγκο των εξαγόμενων αγαθών. Στον πίνακα 2.4 παρουσιάζεται ο ετήσιος ρυθμός αύξησης των εξαγωγών και εισαγωγών στην Ελλάδα και στην ΕΟΚ σε σταθερές τιμές. Οι εξαγωγές της Ελλάδος αυξάνουν με ρυθμό διπλάσιο αυτόν της ΕΟΚ, ενώ υπερβαίνουν, τουλάχιστον κατά 2 ποσοστιαίες μονάδες, τις εισαγωγές. Ο ρυθμός αύξησης των εξαγωγών, που αξίζει να σημειωθεί, είναι ο υψηλότερος μεταξύ των χωρών του ΟΟΣΑ, μαζί με την Πορτογαλία (9.01%), τις Η.Π.Α. (10.0%), και την Ιρλανδία (9.1%) (European Economy, 1990α, σ.256), οδήγησε τελικά στον διπλασιασμό των εξαγωγών ως ποσοστού στο ΑΕΠ: από 10.9% το 196873, σε 21.7% το 198089, δηλαδή αύξηση 100% περίπου. Ο Βεργόπουλος (1991β, σ.26) υπολογίζει ακόμη την αύξηση των εξαγωγών σε σχέση με την αύξηση του ΑΕΠ (oqicmoc συντελεστής εξωστρέφειας Marginal coefficient of extraversion), για την περίοδο 197989, σε 3.8% (για την Ελλάδα), ενώ το αντίστοιχο νούμερο για την ΕΟΚ και την Ιαπωνία είναι 1.8%, δηλαδή μόλις το μισό. Από την άλλη, σημαντική ήταν επίσης και η άνοδος των εισαγωγών, από 19.9% την περίοδο 196873, σε 30.1% το 198089, αύξηση δηλαδή περίπου κατά 50% (ΟΟΣΑ 1991, Historical Statistics, σ.7172).

Σαν αποτέλεσμα, ο δείκτης απόδοσης εμπορίου (βαθμός κάλυψης εισαγωγών από εξαγωγές, Χ M), παρουσιάζει επίσης θετική εξέλιξη. Από 40.1% το 1977, έφτασε στο 42.8% το 1982, στο 50.5% τα έτη 1986 και 1987 (52,5% excluding ships), για να σταθεροποιηθεί στο 47% το 1989, έτος αλλεπάλληλων εκλογικών αναμετρήσεων, που επηρέασαν αρνητικά την εξέλιξη του εν λόγω δείκτη (OECD 1990, Economic Surveys: GREECE 1989 1990, σ. 120, και OCDE 1991, Etudes Economiques: GRECE 1991, σ. 122123).

Θα πρέπει να σημειώσουμε, ότι οι παραπάνω ικανοποιητικές εξαγωγικές επιδόσεις πραγματοποιούνται παρά τη σταδιακή μείωση της προστασίας και των επιδοτήσεων, αλλά και παρά την υψηλότατη υπερτίμηση της δραχμής, που υπερβαίνει σωρευτικά το 30% για τα έτη 1987, 1988, 1989 και 1990, σύμφωνα με σχετική έκθεση της Κοινότητας (DOC 1991, Π 194 3 91), ενώ η υπερτίμηση για τα έτη 1991 και 1992 ήταν συνολικά - ακόμη - 20% περίπου. Η υπερτίμηση της δραχμής, όπως σημειώνεται στην ίδια έκθεση της ΕΟΚ, έχει ξεκινήσει από το 1978, ενώ για την περίοδο 19821985, ξεπερνούσε σταθερά το 20%, παρά τις δύο υποτιμήσεις τα έτη 1983 και 1985 κατά 30% περίπου συνολικά. Είναι δε εκπληκτικό πως παρά τη «σκληρή δραχμή» τα τελευταία δύο χρόνια (1991 και 1992) - σύμφωνα με στοιχεία της Κοινότητας - οι εξαγωγές αγαθών και υπηρεσιών σε σταθερές τιμές αυξήθηκαν κατά 16.4% το 1991 και 7.4% το 1992, ενώ οι εισαγωγές παρουσίασαν αύξηση αντίστοιχα μόνο 13.2% και 3.8% (European Economy 1992, No 51, σ.233, σ.237). Αλλά και σύμφωνα με στοιχεία του ΟΟΣΑ, για το 1991, οι ελληνικές εξαγωγές αυξήθηκαν κατά 9.0%, ενώ οι εισαγωγές αυξήθηκαν μόνο κατά 6.2% (OCDE 1992, Perspectives Economiques de l'OCDE, Juin, No 51, σ. 106, σ. 1967). Εκτός όμως από τη συναλλαγματική, περιοριστική ήταν επίσης και η πραγματική προσφορά χρήματος (ΜΙ), αφού για την περίοδο 19791988, ήταν αρνητική (0.1%), ενώ οι πιστώσεις προς την οικονομία ήταν το ίδιο αρνητικές (0.5) (OECD 1990, Historical Statistics, σ.87 και σ.104), γεγονός που δημιούργησε επιπρόσθετα προβλήματα στη δυναμικότητα της βιομηχανικής παραγωγής και των εξαγωγών συνακόλουθα.

Μπορεί λοιπόν από τα παραπάνω να συμπεράνει κανείς πως η ελληνική βιομηχανία και η ελληνική οικονομία γενικότερα, αυξάνει συνεχώς σε απόλυτους και σχετικούς ρυθμούς την ικανότητα της να διεισδύει σε ξένες αγορές. Η διείσδυση εισαγωγών πράγματι αναπτύσσεται, όπως υποστηρίζει η θέση Γιαννίτση, αλλά αυτή των - ελληνικών - εξαγωγών, αναπτύσσεται με υψηλότερους ρυθμούς, γεγονός εξαιρετικά ενθαρρυντικό. Αβίαστα λοιπόν μπορούμε να υποστηρίξουμε, ότι παρά τις περί του αντιθέτου απόψεις (προσέγγιση Γιαννίτση), η ελληνική βιομηχανία, όχι μόνο δεν φαίνεται να δείχνει εσωστρέφεια και αδυναμία προσαρμογής, αλλά αντίθετα δείχνει εντυπωσιακή ικανότητα προσαρμογής και ένταξης στη νέα παγκόσμια αγορά. Μάλιστα, η ενσωμάτωση αυτή κατευθύνεται όλο και περισσότερο προς την Ενιαία Αγορά της Κοινότητας. Οι εξαγωγές αγαθών προς τις χώρες της ΕΟΚ, από 5.1% του ΑΕΠ, εκτινάχθηκαν στο 9.4% το 1987 και στο 9.1% το 1989 (European Economy 1990α, σ.257). Οι δε εισαγωγές, από 12.3% του ΑΕΠ το 1981, έφτασαν το 14.7% το 1988 και το 18.5% το 1989, αύξηση σημαντική - γύρω στο 50% - αλλά μικρότερη αυτής των εξαγωγών, που ήταν 90% περίπου. Το δε ποσοστό των εισαγωγών μας από την ΕΟΚ, αυξήθηκε από 57% το 1980, σε 70% το 1990, αλλά το σχετικό ποσοστό των εξαγωγών μας αυξήθηκε περισσότερο, από 52% σε 66% περίπου, ώστε η συμβολή της ΕΟΚ στο έλλειμμα του εμπορικού μας ισοζυγίου μειώθηκε, από 79.3% το 1980, σε 74% το 1990 (Γεωργακόπουλος 1991, σ.80).

Σημειώνεται, ότι η εξαγωγική επίδοση αυτή της Ελλάδος στην αγορά της ΕΟΚ πραγματοποιείται παρά την εκτροπή εμπορίου που έφερε η ένταξη της χώρας στην ΕΟΚ, αφού πολλές εισαγωγές μετατοπίστηκαν από φθηνότερα προϊόντα τρίτων χωρών, σε ακριβότερα Κοινοτικά προϊόντα. Τέλος, σύμφωνα με σχετική έρευνα της Κοινότητας (European Economy 1990β, Social Europe, σ.41), η Ελλάδα μαζί με την Πορτογαλία, δείχνουν αξιοσημείωτη ενδοβιομηχανική εξειδίκευση στα πλαίσια της Κοινοτικής αγοράς, καθώς εξειδικεύονται πολύ έντονα σε συγκεκριμένα προϊόντα στα οποία συγκεντρώνουν σημαντικά συγκριτικά πλεονεκτήματα (πίνακας 2.5).

Τέτοιες επιδόσεις δεν μπορούν βέβαια να ερμηνευτούν από την άποψη της υποχώρησης της ανταγωνιστικότητας της ελληνικής βιομηχανίας. Τα στοιχεία του European Economy (1990α, σ.277, σ.282), δίνουν μέση ετήσια αύξηση της παραγωγικότητας στην Ελλάδα για την περίοδο 198391, 1.2%, έναντι 1.8% για την ΕΟΚ. θα πρέπει όμως κατά τη γνώμη μας, τα αποτελέσματα αυτά να αναθεωρηθούν για τον απλούστατο λόγο, ότι ο αριθμητής της σχέσης ΑΕΠ Απασχολούμενο είναι ιδιαίτερα υποεκτιμημένος για την Ελλάδα. Κι αυτό γιατί στο επίσημο ΑΕΠ δεν περιλαμβάνεται η παραοικονομία, η οποία όπως έχουμε ήδη τονίσει, το 1983 84 ξεπερνούσε, σύμφωνα με συντηρητικούς υπολογισμούς, το 30% (Παυλόπουλος 1987, 1989), ενώ ο καθηγητής Αγγελόπουλος (1992), την υπολογίζει σήμερα στο 50%. Στον τομέα δε της μεταποίησης, το αντίστοιχο ποσοστό, σύμφωνα με εκτιμήσεις του Κανελλόπουλου (1990, σ.27), φτάνει το 68%. Τονίζεται ότι το γεγονός της ύπαρξης παραοικονομίας και σ' άλλες χώρες δεν αποδυναμώνει τα ποσοστά αυτά, αφού στην Ελλάδα το μέγεθος της «άτυπης παραγωγής» είναι πολύ υψηλότερο από οποιαδήποτε άλλη χώρα της Κοινότητας. Φαίνονται έτσι πιο πειστικοί οι υπολογισμοί του Βεργόπουλου (1991 β, σ. 11), σύμφωνα με τους οποίους η σχετική παραγωγικότητα της εργασίας (Productivity of labour spending) ανάμεσα στην Ελλάδα και σε άλλες χώρες της ΕΟΚ, εμφανίζεται υψηλότερη για την Ελλάδα. Αξίζει να σημειωθεί, ότι για τον υπολογισμό των ποσοστών αυτών, ο Βεργόπουλος στην ουσία αντιστρέφει το κλάσμα: κόστος εργασίας ανά μονάδα προϊόντος, θεωρώντας δηλαδή ότι για τη μέτρηση της παραγωγικότητας πρέπει να διαιρούμε το προϊόν όχι με τις ώρες απασχόλησης, αλλά με το χρηματικό κόστος εργασίας. Έτσι, με έτη βάσης την περίοδο 196371=100, η Ελλάδα συγκεντρώνει ποσοστό 132, ενώ η ΕΟΚ των 12, μόνο 93. Η τάση αυτή φαίνεται να συμβιβάζεται με την αύξηση της ανταγωνιστικότητας των ελληνικών προϊόντων, γεγονός που, όπως είδαμε εκφράζεται με την ταχύτατη άνοδο των εξαγωγών, τη σχετική καλυτέρευση του εμπορικού ισοζυγίου, την αύξηση των κερδών και την ταυτόχρονη μείωση του σχετικού κόστους εργασίας ανά μονάδα προϊόντος. Εάν δε αφαιρέσουμε από το κλάσμα προϊόν απασχόληση (παραγωγικότητα) τις λεγόμενες «προβληματικές επιχειρήσεις» οι οποίες συνεισφέρουν στον παρανομαστή του κλάσματος (απασχόληση), αλλά ελάχιστα στον αριθμητή καθώς ο δείκτης παραγωγής τους είναι σχεδόν μηδενικός, τότε ο μέσος όρος της παραγωγικότητας του συνόλου της βιομηχανίας επηρεάζεται επιπροσθέτως θετικά, ενώ στην αντίθετη περίπτωση σαφώς υποεκτιμάται. Τέλος, ο πίνακας 2.6, συμπληρώνει την ευνοϊκή εικόνα της ελληνικής βιομηχανίας κατά τη δεκαετία του '80. Οι θέσεις εργασίας στην βιομηχανία αυξήθηκαν με ετήσιους ρυθμούς 1.1%, σε αντίθεση με τους αρνητικούς ρυθμούς των υπολοίπων χωρών. Σημειώνεται πάντως ότι η συνολική απασχόληση στη βιομηχανία ως ποσοστό στον ενεργό πληθυσμό στην Ελλάδα, παραμένει σε χαμηλά επίπεδα σε σχέση με τις άλλες χώρες της ΕΟΚ. ν


3. Συμπερασματικές παρατηρήσεις

Σύμφωνα με όλα τα παραπάνω, σε καμιά περίπτωση δεν μπορεί να υποστηριχθεί θετική συσχέτιση ολοκλήρωσης και κρίσης, συμπέρασμα στο οποίο καταλήγει η προσέγγιση της «διείσδυσης εισαγωγών». Κι αυτό γιατί, ούτε ανακόπτεται η τάση εξωστρέφειας της ελληνικής βιομηχανίας (Γιαννίτσης και Βαΐτσος 1987, σ.62), ούτε υπάρχει μονομερώς αύξηση της διείσδυσης εισαγωγών, αφού οι εξαγωγές ξεπερνούν και σε όγκο και σε πραγματικές τιμές τις εισαγωγές. Νέα καταναλωτικά πρότυπα υπάρχουν, αλλά αυτό είναι αποτέλεσμα της αύξησης του διεθνούς «ανοίγματος» της οικονομίας (openness of the economy), όπως αυτό φάνηκε από την αύξηση των εξαγωγών και εισαγωγών ως ποσοστό του ΑΕΠ. Ανησυχητικό γεγονός θα αποτελούσε η μονομερής αύξηση των εισαγωγών, οπότε και θα επιβεβαιωνόταν η άποψη του Γιαννίτση περί διείσδυσης εισαγωγών και υπερκαταναλωτισμού, πράγμα που όμως δεν συμβαίνει. Η άνοδος των εξαγωγών εξηγεί την δυνατότητα για υιοθέτηση από τους έλληνες καταναλωτές νέων διεθνών καταναλωτικών προτύπων, αφού μόνο με το συνάλλαγμα που εισρέει από τις εξαγωγές γίνεται άλλωστε δυνατή η κατανάλωση εισαγόμενων. Πάντως, επιβεβαιώθηκε και από τα σχετικά εμπειρικά δεδομένα, ότι η άποψη περί υπερκαταναλωτισμού δεν μπορεί να υιοθετηθεί πολύ περισσότερο καθώς η αύξηση της εγχώριας ζήτησης, καθόλη τη δεκαετία του '80, κυμάνθηκε σε χαμηλότερα της ΕΟΚ και των χωρών του ΟΟΣΑ επίπεδα, αλλά και στα ίδια περίπου επίπεδα, και λίγο χαμηλότερα, με την αύξηση του ελληνικού ΑΕΠ (OECD 1989, Economic Outlook Dec., No 46, σ. 173, πίνακας R8). Η δε θέση σχετικά με την απώλεια ελέγχου της εσωτερικής αγοράς, είναι μια θέση κατά την γνώμη μας ημιτελής, γιατί δεν φροντίζει να συσχετίσει την απώλεια πράγματι ενός μεριδίου της εγχώριας αγοράς, με τα νέα μερίδια αγορών που κερδίζει η ελληνική βιομηχανία στις διεθνείς αγορές, γεγονός που επιβεβαιώνεται από τις θαυμάσιες εξαγωγικές της επιδόσεις. Η ανησυχία για τον έλεγχο της εγχώριας αγοράς θα ήταν επίσης δικαιολογημένη, στη περίπτωση των κλειστών φορντιστικών οικονομιών των περασμένων δεκαετιών, όταν μια στρατηγική υποκατάστασης εισαγωγών θεωρούνταν αναγκαία και βιώσιμη, αλλά και εφαλτήριο για μελλοντικές εξαγωγές. Σήμερα που οι αγορές έχουν διεθνοποιηθεί και η προστασία μέσω δασμών, ποσοστώσεων, κτλ. τείνει να περιοριστεί στο ελάχιστο, μεγαλύτερη σημασία αποκτά η δυνατότητα μιας βιομηχανίας να επιβάλλεται στη διεθνή αγορά, γεγονός που επιβεβαιώνει και την ανταγωνιστικότητα της. Η τάση της προσέγγισης της «διείσδυσης εισαγωγών» να υπερτονίζει την σπουδαιότητα της εγχώριας αγοράς και της προστασίας, ακολουθεί αρμονικά την άποψη της ίδιας «Σχολής», σχετικά με τις συνταγές πολιτικής που πρέπει ν' ακολουθηθούν στο μέλλον. Υιοθετείται λοιπόν ως πολιτική η προστασία και η ανάπτυξη της εγχώριας αγοράς, με σκοπό την* ανάπτυξη στρατηγικών κλάδων για την ελληνική βιομηχανία. Προτείνεται ένα είδος «υποκατάστασης εισαγωγών» για την ανάπτυξη «στρατηγικών βιομηχανιών», μολονότι αναγνωρίζεται η δυσκολία εφαρμογής τέτοιων πολιτικών στα πλαίσια της ΕΟΚ. Μια τέτοια πολιτική όμως, δεν είναι μόνο ανεφάρμοστη, αλλά και αναγχρονιστική κατά κάποιο τρόπο, αφού επιμένει να προτείνει θέσεις και πολιτικές φορντιστικού τύπου. Αντίθετα, η σημασία της «ευελιξίας», των «νέων εξελίξεων», των παραγωγικών συστημάτων πόλεων, των δικτύων (networks), των «τοπικών δυνάμεων» και γενικότερα των νέων μοντέλων ανάπτυξης, όπου η κρατική και τοπική αρωγή ενδυναμώνει τα τοπικά παραγωγικά πλεονεκτήματα - παρά ρυθμίζει κεντρικά «στρατηγικούς» κλάδους - απουσιάζουν παντελώς από την ανάλυση της διείσδυσης εισαγωγών, με φωτεινή εξαίρεση τις εργασίες της Λυμπεράκη (Για τις «νέες εξελίξεις» και την προσαρμογή της ελληνικής βιομηχανίας, βλέπε: Pelagidis 1989, 1993). Ενδεικτικό της φορντιστικής προβληματικής της ανάλυσης αυτής αποτελεί η θέση του Γιαννίτση για τις μικρές επιχειρήσεις, οι οποίες και θεωρούνται συλλήβδην χαμηλής παραγωγικότητας, «καταδικασμένες» να παράγουν «παραδοσιακά» - υποδεέστερα λοιπόν - προϊόντα, ' ανίκανες «..να παράγουν σε μεγάλες ποσότητες ομοιογενή αγαθά» (Γιαννίτσης 1988ε, σ.313). Ο Ν. Κομνηνός (1990, σ.82), τονίζει το δυναμικό μοντέλο της «Τρίτης Ιταλίας» που ακυρώνει την ερμηνεία της κρίσης «α la Γιαννίτση», σχετικά με την άποψη του τελευταίου περί διολίσθησης της ελληνικής βιομηχανίας σε «παραδοσιακές παραγωγικές δραστηριότητες». Η απουσία τέλος στις αναλύσεις του Γιαννίτση, του φαινομένου φασόν υπεργολαβίας, κεντρικό χαρακτηριστικό των «ευέλικτων καιρών», είναι μια ακόμη ένδειξη του «φορντιστικού τρόπου» αντίληψης του βιομηχανικού ζητήματος.

ΑΝΑΦΟΡΕΣ

Αγγελόπουλος, Α. (1992), Οικονομικά, Αθήνα, Παπαζήσης.

Γεωργακόπουλος, Τ. (1992), «Η Ελλάδα στην Ευρωπαϊκή Κοινότητα: Μεταφορά

Πόρων και Εμπορικό Ισοζύγιο κατά τη Δεκαετία του '80», Επιλογή, Ειδική Ετήσια Έκδοση. Γιαννίτσης, Τ. και Βαΐτσος, Κ. (1987), Τεχνολογικός Μετασχηματισμός και Οικονομική Ανάπτυξη, Gutenberg. Γιαννίτσης, Τ. (1988α), «Σχόλια στη Παρέμβαση του Α. Λιπιέτς ή η Περιφερειακή Κρίση στον Ευρωπαϊκό Νότο»: Η Περίπτωση της Ελλάδας, στο Forum των Δελφών 1,

Για Έναν Προσδιορισμό των Σχέσεων Βορρά - Νότου, Αθήνα, Εξάντας. Γιαννίτσης, Τ. (1988β), «Οι Επιπτώσεις της Ολοκλήρωσης για τις Χώρες της Νότιας

Ευρώπης», στο Forum των Δελφών 2, Η Ευρωπαϊκή Κοινότητα: Ευκαιρία ή Εμπόδιο στον Κοινωνικό Μετασχηματισμό;, Αθήνα, Εξάντας.

Γιαννίτσης, Τ. (1988γ), «Επιπτώσεις στο Εμπόριο και η Ανταγωνιστική θέση της

Βιομηχανίας», Επιθ. Ευρ. Κοιν., τ.6. Γιαννίτσης, Τ. (19885), «Εξωτερικές Συναλλαγές και η θέση της Ελλάδας στο διεθνή καταμερισμό της Εργασίας στην Προοπτική του 2000», στο Ι. Κατσούλης κ.ά.,

Η Ελλάδα προς το 2000, Αθήνα, Παπαζήσης. Γιαννίτσης, Τ. (1988ε), Η Ένταξη στην Ε.Κ. και οι Επιπτώσεις στη Βιομηχανία και στο Εξωτερικό Εμπόριο Αθήνα, ΙΜΜ. DOC (1991), Π 194 3 91, Brussels, EEC. European Economy (1990α), Annual Economic Report 1990 91, n.46, Dec., Brussels, EEC. European Economy (1990β), The Social Europe, Special Edition, Brussels, EEC. Κανελλόπουλος, Κ. (1990), «Η Παραοικονομία στην Ελλάδα», Αθήνα, ΚΕΠΕ. Κομνηνός Ν. (1990), Τοπική Ευελιξία και Βιομηχανική Κρίση στην Ελλάδα. ΤΟΠΟΣ, τ.1. Lyberaki, Α. (1988α), Small Firms and Flexible Specialisation in Greek Industry, D.

Phil. Dissertation, IDS, University of Sussex. Λυμπεράκη, Α. (1988β), «Οικονομική Κρίση και Ένταξη στην ΕΟΚ», Επιθ. Ευρ.

Κοιν., τ.6. Λυμπεράκη, Α. (1991α), «Βιομηχανικές συνοικίες γύρω από την Αθήνα», Σύγχρονα

θέματα, ΛνοιξηΚαλοκαίρι. Lyberaki, Α. (1991β), «Crisis and Restructuring in Greek Small Scale Industry: a Case

of Flexible Specialisation?», Capital and Class 44, Summer. Λυμπεράκη, Α. (1991γ), Η Ευέλικτη Εξειδίκευση;, Αθήνα, Gutenberg. Μηλιός, Γ. και Ιωακείμογλου, Η. (1990), Η Διεθνοποίηση του Ελληνικού Καπιταλισμού και το Ισοζύγιο Πληρωμών, Αθήνα, Εξάντας.Μήτσος, Α. (1989), Η Ελληνική Βιομηχανία στη Διεθνή Αγορά, Αθήνα, θεμέλιο.OCDE (1991), Perspectives Economiques de l'OCDE, n.49, Juillet, Paris, OCDE.OCDE (1991), Etudes Economiques: Grece 1991, Paris, OCDE.OCDE (1992), Perspectives Economiques de l'OCDE, n.51, Juin, Paris, OCDE.OECD (1989), Economie Outlook, Dec., n.46, Paris, OECD.OECD (1990), Historical Statistics 196088, Paris, OECD.OECD (1990), Economic Surveys: Greece 1989 90, Paris, OECD.····OECD (1991), Historical Statistics 196189, Paris, OECD. ·..Παυλόπουλος, Π. (1987), Η Παραοικονομία στην Ελλάδα, Αθήνα, ΙΟΒΕ.Παυλόπουλος, Π. (1989), «Φορολογικό Βάρος, Μέγεθος Δημόσιου Τομέα και Παραοικονομία: Εμπειρική Ανάλυση», στο Γ. Προβόπουλος (επ.), Προτεραιότητες Δημοσιονομικής Πολιτικής, Αθήνα, ΙΟΒΕ. Pelagidis, T. (1989), Southern Europe in the Era of PostFordism: The Case of Greece,

M.Phil. Disertation, IDS, University of Sussex. Pelagidis, T. (1993), L'Economie Politique de l'Adaptation industrielle. Flexibilite et l'industrie Grecque, These de Doctorat, Universite Paris VIII. Vergopoulos, Κ. (1991α), «Greece: A Review of the '80s», in T. Kargiotis, «Greece in the '80s: PASOK in Power» New York, Pella. Vergopoulos, Κ. (1991β), «Greece in the New European Order» in Forthcoming Collection

of Papers Presented in the Montreal Colloqium of 1991, London, MacMillan. Vergopoulos, K. (1992), «Regionalism and Stabilisation» Paper Presented in the Colloqium «Greece on the Road to the 21st century», Windrow Wilson Center, Washington.

*. Ευχαριστίες πηγαίνουν στον Κώστα Βεργόπουλο και στον Ζήση Παπαδημητρίου για τις υποδείξεις και συμβουλές τους.

 
< Προηγ.   Επόμ. >
Θέσεις, τριμηνιαία επιθεώρηση, 39ο έτος (1982-2021), εκδόσεις Νήσος, (Σαρρή 14, 10553, Αθήνα, τηλ-fax: 210-3250058)
Το περιεχόμενο διατίθεται ελεύθερα για μη εμπορικούς σκοπούς, υπό τον όρο της παραπομπής στην αρχική του πηγή