Σημειώσεις για την εργατική τάξη στην Ελλάδα σήμερα Εκτύπωση
Τεύχος 46, περίοδος: Ιανουάριος - Μάρτιος 1994


Σημειώσεις για την εργατική τάξη στην Ελλάδα σήμερα
του Δημήτρη Κατσορίδα

Κατά τις δεκαετίες '70 και '80 έχουν συμβεί και εξακολουθούν ακόμα να συμβαίνουν, σοβαρές ανακατατάξεις στην παραγωγική διαδικασία και στην εργατική τάξη. Η αυτοματοποίηση, ο αποφορντισμός και οι σχετικά μικρές και ευέλικτες μονάδες παραγωγής, η αύξηση του τομέα των υπηρεσιών και η διεύρυνση συνολικά του χώρου της μισθωτής εργασίας, η αύξηση του μορφωτικού επιπέδου, αλλά και η υποβάθμιση της ποιότητας ζωής (έλλειψη ελεύθερου χρόνου, καταστροφή του περιβάλλοντος, ανεργία, χτύπημα της κοινωνικής ασφάλισης, της υγείας και της παιδείας), είναι μερικά από τα σημεία που προσδιορίζουν την εργατική τάξη και τη σημερινή εποχή.

Σ' αυτή την πραγματικότητα, ιδιαίτερα κρίσιμη για τους εργαζόμενους, είναι ανάγκη να διατυπωθούν κάποιες σκέψεις και ερωτήματα προς διερεύνηση.

 

1. Χαρακτηριστικά της απασχόλησης

 

α) Χαρακτηριστικά της μισθωτής εργασίας

 

Όπως φαίνεται από τα διαθέσιμα στοιχεία (ΠΙΝΑΚΑΣ 1), το 42,4% του πληθυσμού της χώρας συγκεντρώνεται σε έξι πόλεις: στην περιοχή της Αθήνας που μαζί με τον Πειραιά και τα περίχωρα του έχει 3,5 εκατ. κατοίκους περίπου, στη Θεσσαλονίκη, την Πάτρα, το Ηράκλειο, το Βόλο και τη Λάρισα.

Το σύνολο του οικονομικά ενεργού πληθυσμού (Ο.Ε.Π) στην Ελλάδα, σύμφωνα με τις επίσημες στατιστικές, είναι περίπου 4 εκατ. (2,5 εκατ. άνδρες και 1,5 εκατ. γυναίκες). Από αυτούς σύμφωνα με στοιχεία του 1992 2.400.000, περίπου, δηλώνουν μισθωτοί, δηλαδή το 60% των εργαζομένων.1 Αντίθετα το 1989 το σύνολο των μισθωτών ήταν 1.884.000 και ποσοστό 51,3%, εκ των οποίων οι 587.000 στο δημόσιο τομέα, ποσοστό που σύμφωνα με στοιχεία του ΟΟΣΑ είναι το χαμηλότερο στην ΕΟΚ.2

 

Σε αντίθεση με τους μισθωτούς, μειώνεται ο αριθμός και το ποσοστό των εργοδοτών στον Ο.Ε.Π. ως απόρροια της συγκέντρωσης κεφαλαίου, ενώ μικρή αριθμητική αύξηση παρουσιάζουν οι αυτοαπασχολούμενοι.

Όσον αφορά την κατανομή του αριθμού των απασχολουμένων κατά κλάδο απασχόλησης και τις μεταβολές που σημειώθηκαν κατά τη δεκαετία του '80, παρατηρήθηκε (ΠΙΝΑΚΑΣ 2) συνεχής μείωση στον πρωτογενή τομέα (γεωργία, κτηνοτροφία, βάση, αλιεία) που αντιστοιχεί στο 25,3% του Ο.Ε.Π. ή 930.000 άτομα, στασιμότητα στο δευτερογενή τομέα (ορυχεία, βιομηχανία βιοτεχνία, ηλεκτρισμός, οικοδομές) που αντιστοιχεί στο 27,6% του Ο.Ε.Π. (1.011.000 άτομα) και συνεχής αύξηση του τριτογενή τομέα (εμπόριο, μεταφορές επικοινωνίες, τράπεζες-ασφάλειες, λοιπές υπηρεσίες) στο 47,1% (31% το 1971) και 1.730.000 άτομα.

Η αύξηση της απασχόλησης στον τριτογενή τομέα δεν συνεπάγεται αυτόματα και μείωση της παραγωγικής εργασίας. Η σφαίρα της κυκλοφορίας των αγαθών αποτελεί, κατά κανόνα, παραγωγική, υπό ευρεία έννοια, εργασία.3

Οι αντιλήψεις που πολλοί αριστεροί χρησιμοποιούν σαν επιχείρημα ότι ο τριτογενής τομέας και το κεφάλαιο που σχηματίζεται σ' αυτόν (εμπορικό κλπ) είναι «μη παραγωγικές» και «μεταπρατικές» δραστηριότητες, πρέπει να απορριφθούν. Γιατί, το κεφάλαιο που αναπτύσσεται σ' αυτές τις δραστηριότητες, στηρίζεται στην ουσιαστική υπαγωγή της εργασίας των μισθωτών εμποροϋπαλλήλων, αποθηκάριων, εργατών μεταφοράς, ναυτεργατών κλπ σ' αυτό και λειτουργεί, έτσι, ως παραγωγικό κεφάλαιο, ως κεφάλαιο που παράγει υπεραξία.


Ο Κ. Μαρξ ήταν κατηγορηματικός πάνω σ' αυτά τα ζητήματα, υποστηρίζοντας ότι «... η εργασία είναι παραγωγική όταν δημιουργεί άμεσα υπεραξία, όταν αξιοποιεί το κεφάλαιο».4

Για δε τον κλάδο μεταφορών, τον οποίο ο Μαρξ αντιλαμβανόταν ως ένα βιομηχανικό κλάδο, έλεγε τα εξής: «Η βιομηχανία μεταφορών αποτελεί από τη μια μεριά, έναν αυτοτελή κλάδο παραγωγής, επομένως και μια ιδιαίτερη σφαίρα τοποθέτησης του παραγωγικού κεφαλαίου. Από την άλλη, τη διακρίνει το γεγονός ότι εμφανίζεται σαν συνέχιση ενός προτσές παραγωγής μέσα στο προτσές κυκλοφορίας και για το προτσές κυκλοφορίας».5

Ο ισχυρισμός, λοιπόν, ότι το κεφάλαιο που σχηματίζεται στον τριτογενή τομέα λειτουργεί ως «μη παραγωγικό» ή «μεταπρατικό», έρχεται ουσιαστικά να υπηρετήσει τη βασική θέση των ιδεολόγων της θεωρίας της εξάρτησης και της στρεβλής (καπιταλιστικής) ανάπτυξης: δηλαδή, την «ανυπαρξία συγκροτημένης άρχουσας τάξης» στην Ελλάδα.

Προσεγγίζοντας κάποιος το ζήτημα σύμφωνα με όσα αναπτύξαμε προηγούμενα, μακριά από απλουστεύσεις που τείνουν να μειώσουν το ρόλο της εργατικής τάξης, καταλήγει να απορρίψει και τις απόψεις, που σήμερα καλλιεργούνται, περί «αποπρολεταριοποίησης» της εργατικής τάξης και «αποβιομηχανοποίησης» της οικονομίας. Απόψεις οι οποίες, ουσιαστικά, θέλουν να περιορίσουν την εργατική τάξη μόνο στο βιομηχανικό εργάτη, αγνοώντας τη διευρυμένη έννοια του όρου βιομηχανία, καθώς και το διευρυμένο ρόλο της εργατικής τάξης στον τομέα των καπιταλιστικών υπηρεσιών. Παράλληλα είναι όμως προφανές ότι στην εργατική τάξη δεν εντάσσεται το σύνολο των μισθωτών, εφόσον μισθωτοί είναι (από τυπική άποψη) και όσοι απαρτίζουν το στελεχικό και διευθυντικό απαράτ των καπιταλιστικών επιχειρήσεων.

Αυτοί που ισχυρίζονται ότι η παγκόσμια οικονομία οδηγείται σε «αποβιομηχανοποίηση», που θα έχει σαν αποτέλεσμα τη συρρίκνωση και εξαφάνιση της εργατικής τάξης, φαίνεται ότι αγνοούν το γεγονός, ότι η εισαγωγή νέων τεχνολογιών οδηγεί τελικά και στην εμφάνιση νέων βιομηχανιών σε τομείς που πριν ανήκαν στις υπηρεσίες ή στην αγροτική οικονομία (αγροτοδιατροφική βιομηχανία, αγροτοβιομηχανικές επιχειρήσεις, βιομηχανία υγείας, θεάματος-ακροάματος κλπ)... Η επέκταση της παραγωγικής σφαίρας πέρα απ' τα όρια της υλικής παραγωγής, η αναπτυσσόμενη αλληλοσύνδεσή της με τη σφαίρα της κυκλοφορίας σημαίνουν διεύρυνση των ορίων της εργατικής τάξης αλλά και δυσκόλεμα της οριοθέτησης της.6

 

β) Οι εργαζόμενοι στις μικρομεσαίες επιχειρήσεις.

 

Όσον αφορά το μέγεθος των επιχειρήσεων είναι εμφανής η κυριαρχία των επιχειρήσεων με απασχόληση μέχρι 9 άτομα, οι οποίες αποτελούν το 94% του συνόλου των επιχειρήσεων της βιομηχανίας και απασχολούν το 42% των εργαζομένων σ' αυτόν τον τομέα. Επίσης, σύμφωνα με έρευνα της ΔΗΜΕΛ η οποία έγινε για λογαριασμό της ΓΣΕΕ (Δεκέμβρης 1989-Ιανουάριος 1990), στον ιδιωτικό τομέα το 22% των εργαζομένων απασχολείται σε επιχειρήσεις μέχρι 5 ατόμων, το 48% σε επιχειρήσεις μέχρι 20 ατόμων και το 65% μέχρι 50 εργαζόμενους. Ο αριθμός δε των απασχολούμενων σε επιχειρήσεις με περισσότερους από 100 εργαζομένους είναι πολύ μικρός στον ιδιωτικό τομέα (6%).

Βέβαια, ο μεγάλος αριθμός μικρομεσαίων επιχειρήσεων (μ.μ.ε), δεν αποτελεί χαρακτηριστικό μόνο της ελληνικής πραγματικότητας. Αν και τα κριτήρια της ΕΟΚ περί μ.μ.ε. είναι σαφώς μεγαλύτερα (μέχρι 500 άτομα απασχόληση), είναι εμφανής και πάλι, η κυριαρχία των επιχειρήσεων με απασχόληση μέχρι 9 άτομα. Σύμφωνα με στοιχεία της Eurostat (περιοδικό «Βιοτεχνικά θέματα», τεύχος 61), στο χώρο της Κοινότητας δραστηριοποιούνται 13,5 εκατομμύρια, περίπου, επιχειρήσεις (εκτός πρωτογενούς τομέα) από τις οποίες 91,3% είναι αυτές που απασχολούν μέχρι 9 άτομα και παρέχουν το 27% των θέσεων εργασίας, ενώ αυτές που απασχολούν 10449 άτομα είναι 8,5% του συνόλου και παρέχουν το 45% των θέσεων εργασίας.

Έτσι, από τα πιο εύρωστα οικονομικά, μέχρι το φτωχότερο κράτος μέλος της Κοινότητας, οι μ.μ.ε. αποτελούν ποσοστό 94-99% του συνόλου των επιχειρήσεων.

Παράλληλα, στον τομέα της βιομηχανίας-βιοτεχνίας παρατηρείται, εξαιτίας και του μεγάλου αριθμού μ.μ.ε., σοβαρή καθυστέρηση στην ανανέωση του τεχνολογικού εξοπλισμού, καθώς επίσης διατήρηση αναχρονιστικών επιχειρηματικών προτύπων με επικίνδυνα χαμηλό επίπεδο συνθηκών εργασίας (υγιεινής και ασφάλειας). Σύμφωνα με στοιχεία της ΓΣΕΕ, κάθε 15 λεπτά συμβαίνει ένα εργατικό ατύχημα και ένα θανατηφόρο κάθε τρεις μέρες. Το 1990 είχαμε 27.846 εργατικά ατυχήματα εκ των οποίων τα 86 ήταν θανατηφόρα. Το 1992 (βλέπε ΔΙΑΓΡΑΜΜΑ) είχαμε το μεγαλύτερο αριθμό θανατηφόρων εργατικών ατυχημάτων (116) από το 1983, γεγονός που καθιστά επιτακτική την ανάγκη λήψης άμεσων μέτρων.

 

θανατηφόρα εργατικά ατυχήματα που δηλώθηκαν στο υπουργείο Εργασίας.

 

Οι εργοδότες επιδιώκοντας να επιβιώσουν ή να «αναπτυχθούν» στα πλαίσια του οικονομικού ανταγωνισμού, συμπιέζουν σε μεγάλο βαθμό τα δικαιώματα της εργατικής τάξης.

Τέλος, ένα ακόμα στοιχείο που αναδεικνύεται από το μεγάλο αριθμό μ.μ.ε. στην Ελλάδα, είναι ότι δεν συμβάλλει στη συσπείρωση και τη συλλογικότητα της εργατικής τάξης, αλλά ευνοεί αντίθετα τον κατακερματισμό της. Αυτό υποβοηθείται και από την έλλειψη επαρκούς νομικού πλαισίου για την ανάπτυξη της συνδικαλιστικής δράσης στη μεγάλη πλειοψηφία αυτών των εργασιακών χώρων.7

Έπειτα, οι στενές σχέσεις που πολλές φορές διαμορφώνονται σε αυτούς τους χώρους με τον εργοδότη, που συχνά τυχαίνει να αυτοαπασχολείται, αποτελούν ανασταλτικό παράγοντα για ανάπτυξη συλλογικής παρέμβασης.8

 

γ) Οι αλλοδαποί εργαζόμενοι

 

Μεγάλες διαστάσεις έχει αρχίσει και παίρνει το φαινόμενο της παρουσίας αλλοδαπών εργαζόμενων. Εκτιμάται ότι ο αριθμός των αλλοδαπών που εργάζονται παράνομα στην Ελλάδα ξεπερνάει τις 350.000. Βασικές χώρες προέλευσης είναι η Αλβανία, η Πολωνία, οι Φιλιππίνες, η Αίγυπτος, το Πακιστάν, η Τουρκία κλπ.

Η εντυπωσιακή επέκταση τα τελευταία χρόνια της απασχόλησης παράνομων αλλοδαπών, οφείλεται αφενός στις ήδη υπάρχουσες πρακτικές στον τομέα της παραοικονομίας και την τάση της αγοράς εργασίας για φτηνό και ανειδίκευτο εργατικό δυναμικό και αφετέρου στην μεγαλύτερη ευελιξία που εξασφαλίζει για τους εργοδότες η έλλειψη κάθε προστασίας των αλλοδαπών εργαζόμενων.9

Εκτιμάται ότι οι ασφαλιστικές εισφορές που δεν εισπράττονται λόγω της παράνομης απασχόλησης των αλλοδαπών φτάνουν τα 100 δις. δρχ. το χρόνο.

Ανησυχίες προκαλούν η έλλειψη αλληλεγγύης και τα κρούσματα ρατσισμού και ξενοφοβίας που εκφράζονται απέναντι τους, από ένα σημαντικό ποσοστό των ελλήνων μισθωτών, που συχνά εκδηλώνεται με το πρόσχημα της ανεργίας. Παρ' όλ' αυτά, είναι αναγκαίο να επισημανθεί ότι οι αλλοδαποί εργαζόμενοι δεν έχουν απειλήσει την ελληνική αγορά εργασίας, αλλά αντίθετα οι εργασίες που κάνουν καλύπτουν θέσεις που το ελληνικό εργατικό δυναμικό αποφεύγει να απασχοληθεί. Έτσι, οι εργοδότες, πατώντας στην ανάγκη τους για δουλειά, απασχολούν αλλοδαπούς, οι οποίοι εργάζονται περισσότερο από το νόμιμο χρόνο σε βαρείες, ανειδίκευτες, βρώμικες και κακοπληρωμένες δουλειές.

 

δ) Η συνεχής αύξηση της ανεργίας

 

Τα διαθέσιμα στοιχεία δείχνουν ότι συνεχίζεται και θα συνεχιστεί η αύξηση της ανεργίας στην Ελλάδα. Ιδιαίτερα τα χρόνια 1990-92, η ανεργία πήρε μεγαλύτερες διαστάσεις. Σύμφωνα με στοιχεία της ΕΣΥΕ, το 1992 ο αριθμός των ανέργων έφτασε τα 376.000 άτομα (1991: 301.100 και το 1990: 281.100), ενώ τα συνδικάτα ανεβάζουν τον αριθμό των ανέργων στις 400.000.

Για την περιοχή της Αττικής εκτιμάται ότι ένας στους πέντε του ενεργού πληθυσμού θα είναι άνεργος το 1993, ενώ ο ένας στους τέσσερις ανέργους της χώρας ζει σήμερα στην περιοχή της Αττικής. Εξάλλου στην ίδια περιοχή ζει το 44%, περίπου, των ανέργων μακράς διαρκείας.10

Η πρόσφατη έκθεση του ΟΟΣΑ για τις προοπτικές της απασχόλησης εκτιμάει ότι από 9,2% του ενεργού πληθυσμού το 1992, το ποσοστό ανεργίας θα είναι 10% το 1993 και 11% το 1994.

Όσον αφορά την ανεργία κατά φύλο, παρατηρείται επιδείνωση της κατάστασης απασχόλησης των γυναικών, με ποσοστά ανεργίας υψηλότερα από αυτά των ανδρών. Οι άνεργες γυναίκες από 173.700 το 1990 έφθασαν 225.200 το 1992, ενώ οι άνεργοι άνδρες το ίδιο χρονικό διάστημα από 107.400 αυξήθηκαν σε 150.800. Η ανεργία των γυναικών ξεπερνά τον Κοινοτικό μέσο όρο του 11 %, ενώ το ποσοστό των γυναικών κάτω των 25 ετών που είναι άνεργες αποτελεί το 50% του συνολικού αριθμού των ανέργων γυναικών.

Επίσης, από στοιχεία, πάλι, της ΕΣΥΕ προκύπτει ότι πάνω από 820.000 γυναίκες μεταξύ 25 και 49 χρόνων παραμένουν αδρανείς. Απροδιόριστος, αλλά πάντως ικανός αριθμός από τις εκατοντάδες χιλιάδες αυτές αδρανείς γυναίκες, εργάζεται είτε φασόν στο σπίτι, είτε σε οικογενειακές (του συζύγου) επιχειρήσεις, είτε σε αγροτικές ασχολίες. 11.

Τα στοιχεία της έρευνας της ΔΗΜΕΛ12 δείχνουν ότι οκτώ στους δέκα εργαζόμενους στο φασόν είναι γυναίκες που στην πλειοψηφία τους εργάζονται στον ιματισμό (77%) και στα ψεύτικα κοσμήματα (8%).

Βέβαια, τα διαθέσιμα στοιχεία δεν αποδίδουν με ακρίβεια το πραγματικό μέγεθος της ανεργίας, αφενός γιατί δεν μπορούν να μετρήσουν τη «συγκαλυμμένη ανεργία» στον αγροτικό τομέα και αφετέρου δεν καταγράφουν την απασχόληση στην παραοικονομία.

Οι συνέπειες των συνεχών ρυθμών αύξησης της ανεργίας είναι οδυνηρές. Σπάει η συλλογικότητα των εργαζομένων, αυξάνουν τα φαινόμενα ατομικοποίησης και τίθενται σε κίνηση διαδικασίες αποκοινωνικοποίησης μιας σειράς ανθρώπων.

 

ε) Η μείωση των αμοιβών εργασίας

 

Το επίπεδο των μισθών βρίσκεται σε πολύ χαμηλά επίπεδα, αφού το 65% δεν υπερβαίνει τις 100.000 το μήνα, ενώ μείωση κατά 7% παρουσιάζει τα χρόνια 1990-92.

Το μέγεθος αυτού του προβλήματος, αντιμετωπίζεται με την ύπαρξη δεύτερης απασχόλησης και συνδυάζεται με την επέκταση της υποαπασχόλησης και της παραοικονομίας.

Αυτή η συνεχής μείωση των εισοδημάτων των εργαζομένων, θίγει ιδιαίτερα τις πιο ευαίσθητες ομάδες ανθρώπων, όπως είναι οι συνταξιούχοι. Σύμφωνα με έρευνα του Εθνικού Κέντρου Κοινωνικών Ερευνών τα εισοδήματα των Ελλήνων συνταξιούχων είναι τα κατώτερα σε όλη την ΕΟΚ. Η Ελλάδα κατέχει την 3η θέση στην Ευρώπη με ποσοστό 7,5% επί του συνόλου, στο ποσοστό των ηλικιωμένων που δουλεύουν μετά τα 65. Προηγούνται η Πορτογαλία (13,2%) και η Ιρλανδία (9,6%). Επίσης, εκτιμάται ότι τα έτη 1990-92 η απώλεια εισοδήματος έφθασε το 16%.

 

στ) Άλλες μορφές απασχόλησης

 

Η επέκταση των άλλων μορφών απασχόλησης (ευκαιριακή, εποχιακή, μερική), είναι απόρροια της μείωσης της απασχόλησης και της οικονομικής κρίσης. Σύμφωνα με έκθεση του Ινστιτούτου Εργασίας της ΓΣΕΕ η συνολική μερική απασχόληση (επίσημη και «άτυπη»), που καταγράφεται, ξεπερνά κατά μέσο όρο τα τελευταία χρόνια το 20% του ενεργού πληθυσμού.13 Η συνεχής μείωση της απασχόλησης είναι ένα φαινόμενο που συνδυάζεται με την επέκταση της παραοικονομίας και της «μαύρης» αγοράς εργασίας.

Σύμφωνα με την προαναφερθείσα έρευνα της ΔΗΜΕΛ, οι ηλικίες που επιλέγουν ή καταλήγουν στην εποχιακή και ευκαιριακή απασχόληση είναι βασικά νέοι (52% μέχρι 30 ετών, 31% μέχρι 24 ετών), σαν απόρροια και του μεγάλου ποσοστού ανεργίας που καλύπτει αυτήν την ηλικία. Ταυτόχρονα, τόσο η μερική αλλά ιδιαίτερα η εποχιακή και ευκαιριακή απασχόληση συνδυάζονται και με την δεύτερη εργασία. Αυτό οφείλεται στην επιδίωξη κάλυψης αναγκών που μένουν ανικανοποίητες λόγω της χαμηλής αμοιβής ή εξαιτίας αυξημένων οικογενειακών και κοινωνικών αναγκών.

 

ζ) Το φαινόμενο της αποσυνδικαλιστικοποίησης

 

Ανησυχητικό είναι το χαμηλό επίπεδο συνδικαλιστικής πυκνότητας, ιδιαίτερα στον ιδιωτικό τομέα. Από στοιχεία, πάλι, της έρευνας της ΔΗΜΕΛ διαπιστώνονται τα εξής: Τέσσερις στους δέκα εργαζόμενους (41%) δηλώνουν μέλη εργατικού σωματείου. Περισσότερο οι άνδρες από ότι οι γυναίκες είναι μέλη εργατικού σωματείου (47% έναντι 32%). Ειδικά στον ιδιωτικό τομέα μόνο 2 στις 10 γυναίκες (20%) είναι συνδικαλισμένες. Η αποχή δε της νεολαίας από τη συνδικαλιστική δράση είναι ιδιαίτερα ανησυχητική. Συγκεκριμένα, η συνδικαλιστική πυκνότητα είναι ιδιαίτερα περιορισμένη στους εργαζόμενους με ηλικία από 15-24 ετών (16%).

Το 57% των εργαζομένων του δημοσίου τομέα είναι μέλη σωματείου, ενώ στον ιδιωτικό είναι μέλη το 33%. Στον ιδιωτικό τομέα έχουμε συνδικαλιστική πυκνότητα 33% για την βιομηχανία/βιοτεχνία, 52% για τις οικοδομές/κατασκευές και 16% στο εμπόριο. Συνεπώς, το φαινόμενο της αποσυνδικαλιστικοποίησης εμφανίζεται εντονότερο στους εργαζόμενους στον ιδιωτικό τομέα έναντι των μη συνδικαλισμένων στο Δημόσιο.

Σχετικά με το μέγεθος της επιχείρησης, ιδιαίτερο πρόβλημα εντοπίζεται σε όσες έχουν λιγότερους από 5 εργαζόμενους. Μόνο το 26% αυτών των εργαζομένων είναι μέλη σωματείου (21% στον ιδιωτικό τομέα).«

Όπως ήδη έχει αναφερθεί, το πρόβλημα της συνδικαλιστικής πυκνότητας στις μικρές επιχειρήσεις εντείνεται λόγω της μεγάλης διασποράς αυτών των επιχειρήσεων που δυσκολεύει τα συνδικάτα να τις προσεγγίσουν, καθώς επίσης λόγω των ιδιαίτερων δεσμών που αναπτύσσονται ανάμεσα στον εργοδότη και τους εργαζόμενους. Επιπλέον, εξαιτίας και της νομοθεσίας που απαγορεύει τη σύσταση σωματείων σε επιχειρήσεις μικρού μεγέθους.

Οι βασικοί λόγοι απομαζικοποίησης των συνδικάτων είναι:

 - Η εκτίμηση από τους εργαζόμενους ότι δεν είναι αποτελεσματική η συλλογική δράση.

 - Ο φόβος της απόλυσης, η αρνητική επίδραση στην επαγγελματική εξέλιξη και η έλλειψη δημοκρατίας στους χώρους δουλειάς.

 - Η ανυπαρξία σωματείου, ιδιαίτερα στους μικρούς εργασιακούς χώρους.

 - Η έλλειψη χρόνου, που οφείλεται στις υπερωρίες ή ότι εργάζονται συχνά Κυριακές ή αργίες κλπ.

 - Η αρνητική γνώμη που έχουν σχηματίσει οι εργαζόμενοι για τη λειτουργία του συνδικαλιστικού κινήματος, εξαιτίας της παραταξιοποίησης, της κομματικοποίησης και της αδιαφορίας πολλές φορές των συνδικάτων στα γενικότερα κοινωνικά και πραγματικά προβλήματα των εργαζομένων όπως το περιβάλλον, τα ναρκωτικά, το στεγαστικό, το συγκοινωνιακό κλπ.

Αποτέλεσμα αυτής της κατάστασης είναι η κούραση, η απογοήτευση και η στροφή πολλές φορές προς τις ατομικές λύσεις, δίνοντας μια προσωπική μάχη για τη βελτίωση της θέσης τους.

 

η) Η αποδιάρθρωση της αγοράς εργασίας

 

Σύμφωνα με εκτιμήσεις του Ινστιτούτου Εργασίας της ΓΣΕΕ, η Ελλάδα ανήκει στις περιοχές της Κοινότητας όπου η αύξηση της ανεργίας και η στασιμότητα της απασχόλησης, συνοδεύονται από την εκτεταμένη αποδιάρθρωση της αγοράς εργασίας, με την ανάπτυξη της απασχόλησης στην παραοικονομία και την εκτεταμένη χρήση άτυπων μορφών απασχόλησης.

Στην Ευρωπαϊκή Διάσκεψη (25-5-93) που διοργάνωσε η ΓΣΕΕ και η Συνομοσπονδία Ευρωπαϊκών Συνδικάτων (Σ.Ε.Σ.) με θέμα: «Τα συνδικάτα και η ευρωπαϊκή ολοκλήρωση», παρατέθηκαν ορισμένα πολύ ενδιαφέροντα στοιχεία, τα οποία αναδεικνύουν ανάγλυφα την κατάσταση που αντιμετωπίζουν οι εργαζόμενοι στην Ελλάδα.14

Συγκεκριμένα:

 - 400.000 άνεργοι αντιπροσωπεύουν το 10% του συνολικού εργατικού δυναμικού, αλλά σχεδόν το 20% του συνολικού αριθμού των μισθωτών. Ασκεί επομένως η ανεργία αφόρητες πιέσεις στην αγορά της μισθωτής εργασίας.

 - Το σύνολο των πρόσκαιρα απασχολημένων είναι γύρω στις 345.000 άτομα, ενώ η νόμιμη μερική απασχόληση είναι γύρω στις 110.000 άτομα. Σε αυτό τον αριθμό θα πρέπει να προστεθούν τα 150.000 εργαζόμενα ανήλικα παιδιά, καθώς και τα συμβοηθούντα μέλη της οικογένειας στον αστικό τομέα της οικονομίας που είναι γύρω στα 140.000 άτομα.

 - Οι παράνομα απασχολούμενοι αλλοδαποί ξεπερνούν τις 300.000 άτομα, ενώ οι ελληνίδες, κυρίως, απασχολούμενες στο φασόν ξεπερνούν τις 200.000.

Έτσι, έξι στους δέκα μισθωτούς είναι άνεργοι, εργάζονται παράνομα ή υποαπασχολούνται στη «μαύρη» αγορά εργασίας.

 

2. Σκέψεις και ερωτήματα προς διερεύνηση

 

Είναι αναγκαίο σήμερα, να αναζητήσουμε προβληματισμούς που προκύπτουν από τις νέες συνθήκες που διαμορφώνονται στην Ελλάδα και διεθνώς.

Η έλλειψη μιας σε βάθος ανάλυσης της ελληνικής κοινωνίας και του ελληνικού καπιταλισμού, είναι μια σοβαρή αδυναμία που η λύση της αποτελεί τη βάση για κάθε είδους παρέμβαση.

Αλήθεια, έχουμε ασχοληθεί ποτέ στα σοβαρά, με το ποια είναι αυτή η εργατική τάξη, η σύνθεση της και τα σύγχρονα χαρακτηριστικά της;

Γιατί, η εργατική τάξη δεν αποτελεί ένα ομοιογενές σύνολο. Μια σειρά από διαφοροποιήσεις στους κόλπους της εργατικής τάξης που αφορούν το επάγγελμα, την ειδίκευση, το μορφωτικό επίπεδο, τις αποδοχές, τον τρόπο ζωής και που αντικατοπτρίζονται στη διαμόρφωση κοινωνικής συνείδησης, είναι λόγοι που πρέπει σοβαρά να λάβουμε υπόψη.15

Απόρροια αυτών των διαφοροποιήσεων είναι, πολλές φορές, και το χαμηλό επίπεδο αλληλεγγύης ανάμεσα στις επιμέρους κατηγορίες της εργατικής τάξης, γεγονός το οποίο θα πρέπει σοβαρά να απασχολήσει το συνδικαλιστικό κίνημα.

Ταυτόχρονα είμαστε υποχρεωμένοι να λάβουμε υπόψη ότι για ένα σημαντικό τμήμα του κόσμου της εργασίας υπάρχουν κάποιες πρόσκαιρες ή και σταθερές λύσεις, όπως η διπλή ή πολλαπλή απασχόληση, η ανάπτυξη του φασόν, των νέων μορφών εργασίας, οι παραοικονομικές δραστηριότητες κλπ.

Η κοινωνία των 2/3, όπου το 1/3 θα ζει στο περιθώριο και στη φτώχεια, χωρίς κοινωνικά δικαιώματα, είναι αυτό που σήμερα έχει αρχίσει να επικρατεί.

Οι εργαζόμενοι στο φασόν, οι άνεργοι, οι νέοι, οι ξένοι εργάτες είναι τα πιο χτυπημένα κοινωνικά στρώματα.

Επιπλέον, η ανεργία και ο ρατσισμός έχουν αρχίσει να προβάλλουν επικίνδυνα και να γίνονται από τα πιο σοβαρά και κρίσιμα προβλήματα που πρέπει να αντιμετωπίσει το συνδικαλιστικό κίνημα.

Η ανάπτυξη μιας διπλής αγοράς εργασίας όπου το ένα κομμάτι των εργαζομένων θα είναι «εξασφαλισμένοι», ενώ από την άλλη μεριά θα είναι οι μη εξασφαλισμένοι (κυρίως οι ηλικιωμένοι, οι νέοι, οι εργαζόμενοι στις μικρομεσαίες επιχειρήσεις, οι εποχιακά εργαζόμενοι και αυτοί που καταφεύγουν στη μαύρη αγορά εργασίας), είναι μπούμερανγκ για τις δυνάμεις της εργασίας και θα στραφεί σταδιακά εναντίον των «εξασφαλισμένων», λόγω της συνεχούς μείωσης ή κατάργησης των μέχρι τώρα κεκτημένων. Όλα αυτά τείνουν να ξαναφέρουν στην επιφάνεια και να ξαναδυναμώσουν τις παλιές διαιρέσεις και ανισότητες στους κόλπους των εργαζομένων.

Η ανάπτυξη της άτυπης εργασίας και της ανεργίας έχει αρνητικά αποτελέσματα στον συνδικαλιστικό αγώνα. Γιατί, γίνεται πλέον δύσκολη η ένταξη τους στις συνδικαλιστικές δομές αφού αυτές περιορίζονται σε ένα τμήμα της επιχείρησης ή και ακόμα σε κλαδικές ομοσπονδίες.

Έτσι η προσφυγή στην απεργία καθίσταται δύσκολη, με αποτέλεσμα, μερικές φορές, αυτές οι κατηγορίες εργαζομένων να παίζουν απεργοσπαστικό ρόλο.

Για παράδειγμα, αναφέρω, το πολυσυζητημένο φαινόμενο του φασόν. Οι εργαζόμενοι φασόν αποτελούν μια ιδιαίτερα ευάλωτη κατηγορία άτυπων εργαζομένων εξαιτίας της απομόνωσης τους, του αβέβαιου καθεστώτος απασχόλησης και της επισφαλούς φύσης της εργασίας τους. Η πλειοψηφία των εργαζομένων φασόν είναι γυναίκες. Υπολογίζονται πάνω από 2 εκατ. γυναίκες στην ΕΟΚ που δουλεύουν φασόν.

Στην Ελλάδα, το ποσοστό των γυναικών που δουλεύουν φασόν προσεγγίζει το 84%, ενώ μεταξύ των ανέργων διαφαίνεται ότι αυτές συνθέτουν τον βασικό τους κορμό (6 γυναίκες στους 10 άνεργους).

Τα στοιχεία της έρευνας της ΔΗΜΕΛ16 που αφορούν την εργασία φασόν και το εργατικό δυναμικό που απασχολείται σε αυτήν, δείχνουν ότι το 65% δεν έχει δουλειά συνέχεια, ενώ το 35% δηλώνει ότι έχει συνέχεια δουλειά. Το 38% εργάζεται χωρίς ασφαλιστική κάλυψη, ενώ το 48% των φασονιστών εργάζεται πάνω από 46 ώρες. Αξιοσημείωτο είναι ότι το 15% εργάζεται πάνω από 70 ώρες την εβδομάδα, ενώ Κυριακές και αργίες εργάζεται το 68%. Η συμμετοχή δε των εργαζομένων στο φασόν σε απεργίες και κινητοποιήσεις για τα προβλήματα του κλάδου τους είναι ελάχιστη, καθώς επίσης και η συνδικαλιστική τους πυκνότητα (7%).

Η συνεχής ανάπτυξη αυτού του περιθωριοποιημένου τμήματος του εργατικού δυναμικού αποτελεί σοβαρή πηγή ανησυχίας για τα συνδικάτα, γιατί υπονομεύουν την διαπραγματευτική δύναμη των «μόνιμων» εργαζομένων.

Οι εργαζόμενοι φασόν δουλεύουν σε συνθήκες απομόνωσης, πολλές ώρες, παίρνουν χαμηλά μεροκάματα, δεν έχουν ασφαλιστικά και συνδικαλιστικά δικαιώματα και δεν καταγράφονται από τους εργοδότες.

Επίσης, δουλεύουν και πολλά παιδιά στο σπίτι δίπλα στις οικογένειες τους (55 εκατ. σε ολόκληρο τον κόσμο). Πα τους παραπάνω λόγους υπάρχει ανάγκη αναγνώρισης τους ως ξεχωριστής κατηγορίας εργαζομένων, για την οποία θα πρέπει να γίνει προσπάθεια να οργανωθούν συνδικαλιστικά και να καταγράφονται από τις εθνικές απογραφές. Στη βάση αυτή πρέπει να θεωρούνται τμήμα της επιχείρησης και να περιλαμβάνονται στις Συλλογικές Συμβάσεις Εργασίας (Σ.Σ.Ε.).

Από τα όσα μέχρι τώρα αναφέρθηκαν μπορεί να διαπιστωθεί ότι τα όρια της εργατικής τάξης σήμερα έχουν διευρυνθεί πέρα από αυτά του παραδοσιακού τύπου εργάτη. Ταυτόχρονα γινόμαστε μάρτυρες ενός διαχωρισμού της εργατικής τάξης, ο οποίος θέτει σε κίνδυνο την ενότητα της, απειλώντας τις δυνάμεις της εργασίας με σημαντική ήττα.

Το κεφάλαιο προσπαθεί να αξιοποιήσει την καπιταλιστική αναδιάρθρωση για να δημιουργήσει ρήγματα στην ενότητα της εργατικής τάξης και στους δεσμούς της με τους κοινωνικούς της συμμάχους. Επενδύει ιδεολογικά την προσπάθεια να πειστούν οι απασχολούμενοι στις νέες τεχνολογίες, στο σπίτι με το κομμάτι, στη μερική ή πρόσκαιρη απασχόληση ότι δεν ανήκουν στην εργατική τάξη.17

Επιπλέον, τα φαινόμενα διαχωρισμού της εργατικής τάξης, τα οποία εντείνονται και από την ανάπτυξη του ρατσισμού και της ξενοφοβίας, λειτουργούν αρνητικά για τις δυνάμεις της εργασίας, διότι το κεφάλαιο χτυπώντας το πιο αδύνατο στρώμα της εργατικής τάξης, τους αλλοδαπούς εργαζόμενους, εφαρμόζει την πιο αντιδραστική και αντεργατική πολιτική.

 

3. Για μια κοινωνία αλληλεγγύης

 

Οι συνθήκες σήμερα είναι, πράγματι, δύσκολες. Απέναντι στην πολιτική της Δεξιάς και στη διαμάχη μεταξύ ήπιας μορφής εκκαθάρισης που πρεσβεύει η ηγεσία του ΠΑΣΟΚ και άγριου νεοφιλελευθερισμού που πρεσβεύει η Ν.Δ., υπάρχει ανάγκη αλλαγής προσανατολισμού του εργατικού συνδικαλιστικού κινήματος, μέσα από προσπάθεια ενοποίησης των δύο κομματιών εργαζομένων, ξεκινώντας από τα αιτήματα των μη εξασφαλισμένων ανέργων, αλλοδαπών εργατών και εργαζόμενων φασόν.

Έτσι, ο προσανατολισμός που είναι αναγκαίος να δοθεί στο συνδικαλιστικό κίνημα (σ.κ.), οφείλει σε γενικές γραμμές, να κινηθεί στα εξής:

 - Απόρριψη του μύθου για τα «κακά χάλια» της ελληνικής οικονομίας. Η αποδοχή από το σ.κ. μιας τέτοιας αντίληψης, την ίδια στιγμή που τα κέρδη των επιχειρήσεων βρίσκονται στα ψηλότερα μεταπολεμικά επίπεδα, το αναγκάζει να αποδεχτεί τη λογική των «θυσιών» για χάρη της «εθνικής ανάπτυξης» και του «εκσυγχρονισμού», πράγμα το οποίο ενδυναμώνει την εξουσία του κεφαλαίου και χτυπάει τις κοινωνικές κατακτήσεις των εργαζομένων.

 - Διεκδίκηση, συνεπώς, πραγματικών αυξήσεων στις αμοιβές στη βάση του πραγματικού γεγονότος της αύξησης των επιχειρηματικών κερδών.

 - Αποτροπή της ιδιωτικοποίησης ή εκκαθάρισης επιχειρήσεων. Εργατικός έλεγχος στις επιχειρήσεις, διασφάλιση της εργασίας, αλλιώς άμεση κοινωνική κάλυψη των ανέργων.

 - Έμπρακτη αλληλεγγύη στις ομάδες των εργαζομένων που χτυπιούνται περισσότερο από τις διαδικασίες της καπιταλιστικής αναδιάρθρωσης (απολυόμενοι, εργαζόμενοι με μορφές ελαστικής απασχόλησης, άνεργοι, ξένοι εργάτες και νέοι).

 - Νομιμοποίηση, με πλήρη δικαιώματα, των αλλοδαπών εργατών, ως προϋπόθεση για την όποια διατήρηση της διαπραγματευτικής ισχύος του ελληνικού εργατικού κινήματος.

 - Κατοχύρωση και λειτουργία των συνδικαλιστικών δικαιωμάτων στους χώρους όπου δεν υπάρχει ή έχει χτυπηθεί ο συνδικαλισμός.

Το εργατικό-συνδικαλιστικό κίνημα είναι απαραίτητο να βοηθηθεί, ώστε να μπορέσει να επεξεργαστεί και να προωθήσει μια νέα διεκδικητική πρόταση, με ώριμα και πανεργατικά αιτήματα, όπως η ΑΤΑ, το 35ωρο, το πενθήμερο για όλους χωρίς εξαίρεση, η ποιότητα ζωής με έμφαση στη μόλυνση της ατμόσφαιρας και τη ρύπανση, η κοινωνική κατοικία, η βελτίωση του κοινωνικού μισθού, καθώς η διεύρυνση και ενίσχυση των πολιτικών, κοινωνικών και συνδικαλιστικών δικαιωμάτων.

Η προβολή, για παράδειγμα, του αιτήματος για μείωση του χρόνου εργασίας, χωρίς μείωση αποδοχών πρέπει να γίνει κυρίαρχο ζήτημα.

Επίσης, το αίτημα για δημιουργία οργάνωσης κινήματος ανέργων, είναι αναγκαίο να προσεχθεί ιδιαίτερα. Γιατί, το κλείσιμο μιας σειράς επιχειρήσεων είναι ταυτόχρονα και μια καταστροφή κοινωνικών χώρων, χώρων συλλογικότητας. Η γειτονιά και η Τοπική Αυτοδιοίκηση, ίσως θα μπορούσε να παίξει το ρόλο σύνδεσης εργαζομένων και ανέργων, μέσα  -  για παράδειγμα  -  από τη δημιουργία στεκιών.

Είναι γεγονός ότι οι διεθνείς εξελίξεις έχουν διαμορφώσει μια νέα πραγματικότητα.

Οι εργαζόμενοι, σήμερα, έχουν ανάγκη από οράματα.

Όμως, αυτά τα οράματα πρέπει να είναι χειροπιαστά και να μη μεταφέρονται σε κάποιο αόριστο σοσιαλιστικό μέλλον. Μόνο μέσα από την ανάπτυξη καθημερινών και χειροπιαστών διεκδικήσεων, μπορεί να αναδεικνύεται ο σοσιαλισμός ως κορυφαία ποιότητα ζωής.

Τέλος, τα οικονομικά φαινόμενα χρειάζεται να τα μελετάμε για να αποκαλύπτουμε τους σημερινούς τρόπους καπιταλιστικής αναδιάρθρωσης, για να απαντάμε σε ζητήματα στρατηγικής και τακτικής και όχι να προσπαθούμε να γίνουμε προφήτες και Κασσάνδρες καταστροφολογίας περί «καταρρέουσας ελληνικής οικονομίας», κάτι το οποίο σκόπιμα επιχειρείται να καλλιεργείται από ορισμένους οικονομικούς κύκλους και της αστικής τάξης, αλλά και της επίσημης Αριστεράς.

Αυτά όλα που αναφέρθηκαν μέχρι τώρα είναι, κατά τη γνώμη μου, βασικοί όροι για την ανασυγκρότηση του εργατικού κινήματος, ώστε να υπάρξει πειστική απάντηση στην καπιταλιστική επίθεση.

 

 

 

 

1. ΕΤΒΑ: ΟΔΗΓΟΣ ΕΠΕΝΔΥΣΕΩΝ, ΑΘΗΝΑ 1993

2.. Τομ Κρίστενσεν: Η εξέλιξη της επίσημης απασχόλησης στη βιοτεχνία και βιομηχανία στην Ελλάδα 1973-88, «Ενημερωτικό Δελτίο» του ΙΝ.Ε/ΓΣΕΕ, Τευχ.14, Απρίλιος 1992.

3. Κουζής Γιάννης: Πλευρές της μελέτης της κοινωνικής πραγματικότητας, «Κομμουνιστική Επιθεώρηση» (ΚΟΜΕΠ), Δεκέμβρης 1990.

4.. Καρλ Μαρξ: παραπέμπεται στο βιβλίο του Γ.Μηλιού: Ο ελληνικός κοινωνικός σχηματισμός, εκδόσεις ΕΞΑΝΤΑΣ, σελ.238. Βλέπετε, επίσης Κ.Μαρξ ΤΟ ΚΕΦΑΛΑΙΟ, Τόμος Πρώτος, κεφάλαιο 14ο, «Η παραγωγή της απόλυτης και της σχετικής υπεραξίας» σελ.525 εκδόσεις ΣΥΓΧΡΟΝΗ ΕΠΟΧΗ.

5. Καρλ Μαρξ ΤΟ ΚΕΦΑΛΑΙΟ, Τόμος Δεύτερος, σελ.149 εκδόσεις ΣΥΓΧΡΟΝΗ ΕΠΟΧΗ.

6. «Η εργατική τάξη σήμερα», εφημερίδα «Ο μηχανικός αεροπλάνων» (Απρίλης- Μάης 1993)

7. Κουζής Γιάννης: Η ργατική τάξη στην Ελλάδα, ΚΟΜΕΠ, Απρίλιος 1990.

8. Κουζής Γιάννης: ΚΟΜΕΠ, Δεκέμβρης 1990, ό.π..

9. Π. Λινάρδος-Ρυλμόν: Αλλοδαποί εργαζόμενοι και αγορά εργασίας στην Ελλάδα (Μελέτη που έγινε για λογαριασμό του ΙΝ.Ε/ΓΣΕΕ).

10. Εφημερίδα ΠΡΙΝ: «ΜΑΚΡΟ-ΜΙΚΡΟ ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΑ», 17/1/93

11. Μεγά Χρήστου: Μία στις 2 γυναίκες επισήμως... αδρανεί, ΕΛΕΥΘΕΡΩΤΥΠΙΑ, 15/6/93

12.. ΔΗΜΕΛ:: Αποτελέσματα; Έρευνας «Ο σύγχρονος έλληνας εργαζόμενος» (Δεκέμβριος1989-Ιανουάριος 1990), η οποία έγινε για λογαριασμό της ΓΣΕΕ.

13. «Η αποτυχία της οικονομικής πολιτικής και οι Έλληνες εργαζόμενοι» έκθεση του ΙΝ.Ε/ΓΣΕΕ, 14/9/93.

14.. Π. Λινάρδος-Ρυλμόν: Για την ανάκαμψη της απασχόλησης. Εισήγηση στην Ευρωπαϊκή Διάσκεψη (ΣΕΣ-ΓΣΕΕ) με θέμα: Τα συνδικάτα και η ευρωπαϊκή ολοκλήρωση, 26-28/5/93.

15. Κουζής Γιάννης: ΚΟΜΕΠ, Απρίλιος 1990, ό.π.

16. ΔΗΜΕΛ: ό.π.

17.. «Η εργατική τάξη σήμερα», εφημερίδα «Ο μηχανικός αεροπλάνων», ό.π.

 
 
< Προηγ.   Επόμ. >
Θέσεις - τριμηνιαία επιθεώρηση - εκδόσεις Νήσος, Σαρρή 14, 10553, Αθήνα. τηλ-fax. 210-3250058
Το περιεχόμενο του ιστοχώρου διατίθεται ελεύθερα χωρίς περιορισμούς υπό τον όρο της παραπομπής στην αρχική του πηγή, για μη-εμπορικούς σκοπούς