Σημειώσεις για τις μαρξιστικές προσεγγίσεις στην οικονομική κρίση Εκτύπωση
Τεύχος 3, περίοδος: Απρίλιος - Ιούνιος 1983


Σημειώσεις πάνω στις μαρξιστικές θεωρίες

για την οικονομική κρίση

των Τάσου Κυπριανίδη και Γιάννη Μηλιού

«Στις κρίσεις ξεσπά μια κοινωνική επιδημία που σε κάθε άλλη, προηγούμενη, εποχή θα φαινότανε σαν παραλογισμός, η επιδημία της υπερπαραγωγής. Η κοινωνία ξαφνικά βρίσκεται ριγμένη πίσω, σε κατάσταση στιγμιαίας βαρβαρότητας, θα έλεγε κανείς ότι ένας λιμός, ένας γενικός πόλεμος ερήμωσης της έκοψε όλα τα μέσα ύπαρξης. Η βιομηχανία, το εμπόριο φαίνονται εκμηδενισμένα. Και γιατί; Γιατί η κοινωνία έχει πάρα πολύ πολιτισμό, πάρα πολλά μέσα ύπαρξης, πάρα πολλή βιομηχανία, πάρα πολύ εμπόριο. Οι παραγωγικές δυνάμεις που διαθέτει δεν χρησιμεύουν πια για την προώθηση του αστικού πολιτισμού και των αστικών σχέσεων ιδιοκτησίας. Αντίθετα, έγιναν πάρα πολύ μεγάλες γι' αυτές τις σχέσεις, εμποδίζονται από αυτές. Κάθε φορά που οι οικονομικές παραγωγικές δυνάμεις ξεπερνούν το εμπόδιο αυτό, φέρνουν σε αναταραχή ολόκληρη την αστική κοινωνία, απειλούν την ύπαρξη της αστικής ιδιοκτησίας. Οι αστικές σχέσεις έγιναν πάρα πολύ στενές για να περιλάβουν τα πλούτη που δημιουργήθηκαν απ' αυτές. Πως ξεπερνά η αστική τάξη τις κρίσεις; Από ένα μέρος καταστρέφοντας αναγκαστικά μάζες από παραγωγικές δυνάμεις. Από το άλλο κατακτώντας καινούργιες αγορές και εκμεταλλευόμενη πιο βαθιά τις παλιές. Πως λοιπόν; Προετοιμάζοντας πιο ολόπλευρες και πιο τεράστιες κρίσεις και ελαττώνοντας τα μέσα για να προλαβαίνει τις κρίσεις».

(Μαρξ - 'Ένγκελς, «Μανιφέστο του Κομμουνιστικού Κόμματος» εκδ. Παπακώστα, 1965, σελ. 36).

1. Εισαγωγή

Η οικονομική κρίση του καπιταλισμού, σαν σημείο - κόμβος εκρηκτικής συγχώνευσης των αντιφάσεων στην κυκλική κίνηση του κεφαλαίου, αναλύεται από τον Μαρξ σαν μια Ιστορική στιγμή που συνδέεται με κάποιους χαρακτηριστικούς προσδιορισμούς. Περίσσεια κεφαλαίου και εμπορευμάτων, στρατός ανέργων αλλά και παράλληλα κραχ και πτώση τιμών. «Τότε ακριβώς υπάρχει υπερπληθώρα παραγωγικού κεφαλαίου, εν μέρει σε σχέση με την κανονική, για την ώρα όμως περιορισμένη κλίμακα της αναπαραγωγής, εν μέρει σε σχέση με την ελαττωμένη κατανάλωση».1 «Εργοστάσια παραμένουν κλειστά, πρώτες, ύλες σωρεύονται, έτοιμα προϊόντα παραγεμίζουν την αγορά με τη μορφή εμπορευμάτων».2

Το πρόβλημα που υπάρχει βέβαια κατ' αρχάς εδώ, είναι ότι οι αναφορές του Μαρξ στην καπιταλιστική οικονομική κρίση βρίσκονται σε «πρακτική - εμπειρική» μορφή στο «Κεφάλαιο» και σε κάποια άλλα έργα του και χρειάζονται μια κατάλληλη «ανάγνωση» για να συγκροτηθούν σε γενική θεωρία.

Οι διαφορετικές μαρξιστικές προσεγγίσεις που αναπτύχθηκαν ιστορικά στο πρόβλημα της οικονομικής κρίσης του καπιταλισμού αναζητούν, κατά κύριο λόγο από αυτό το υλικό, τις βασικές δομικές αντιφάσεις στη διαδικασία παραγωγής και αναπαραγωγής του κεφαλαίου, που καθορίζουν τα χαρακτηριστικά της κρίσης.

Αντίθετα, οι προσεγγίσεις που επιχειρούνται σήμερα στα πλαίσια της Αριστεράς, για τη σημερινή οικονομική κρίση, για τη στασιμότητα και τον πληθωρισμό, μοιάζουν να εγκαταλείπουν όλο και περισσότερο το θεωρητικό πλαίσιο των ιστορικών προσεγγίσεων και να εγκολπώνονται όλο και περισσότερο την προβληματική της πολιτικής οικονομίας.

Δικαιολογείται άραγε αυτή η μετατόπιση από το γεγονός ότι η σημερινή οικονομική κρίση χαρακτηρίζεται από κάποια στοιχεία (παρατεταμένη στασιμότητα και αυξήσεις τιμών) που τη διαφορίζουν από τον κλασικό οικονομικό κύκλο που απασχόλησε τις ιστορικές προσεγγίσεις; Δεν το πιστεύουμε. Η θεωρητική προσέγγιση της κρίσης δεν μπορεί να γίνει παρά σε αναφορά με τις συνθήκες αξιοποίησης και συσσώρευσης του κοινωνικού κεφαλαίου.

2. Ιστορικές θεωρίες για την κρίση

Η λενινιστική παρέμβαση έδειξε, με τρόπο νομίζουμε απόλυτα πειστικό και επιστημονικό, ότι το θεμελιώδες δομικό χαρακτηριστικό της καπιταλιστικής κρίσης είναι η υπερπαραγωγή. Υπερπαραγωγή κεφαλαίου, δηλαδή παραγωγικού, εμπορευματικού και χρηματικού κεφαλαίου. Υπερπαραγωγή που άφορα όλη την οικονομία, δηλ. υπερπαραγωγή γενική και όχι μερική. Υπερπαραγωγή σχετική και όχι απόλυτη, γιατί αναφέρεται στην «αγοραστική ικανότητα» των φορέων της παραγωγής κι όχι σε κάποιο «σύστημα ανθρώπινων αναγκών». Υπερπαραγωγή ακόμη προσωρινή και όχι μόνιμη καθόσον συνδέεται με μια συγκεκριμένη φάση του γενικότερου οικονομικού καπιταλιστικού κύκλου.

Με την προσέγγιση αυτή δεν θα ασχοληθούμε εδώ περισσότερο. Δηλώνουμε άπλα ότι τη θεωρούμε σαν τη μόνη επιστημονικά θεμελιωμένη θεωρητική κατεύθυνση για να μελετήσουμε τη σημερινή αλλά και την οποιαδήποτε (συγκεκριμένη) οικονομική κρίση. (Για παράδειγμα βλ. την ανάλυση του Ν. Μπουχάριν, «Η γενική θεωρία της αγοράς και οι κρίσεις» στο Ν. Bucharin «Der Imperialismus und die Akkumulation des Kapitals», Βερολίνο 1925, φωτογραφική επανέκδοση, Χαϊδελβέργη 1970).

Εντούτοις η ιστορική θεωρητική συζήτηση ανάμεσα στις διαφορετικές μαρξιστικές τάσεις, και οι διαφορετικές μαρξιστικές προσεγγίσεις στην κρίση, ξεκινούν από κάποιες διατυπώσεις στο έργο του Μαρξ και ειδικότερα όσες βρίσκονται στο «Κεφάλαιο». Γιατί στο «Κεφάλαιο», αλλά και στις «θεωρίες για την υπεραξία» υπάρχουν αναφορές στην κρίση, που ανάλογα με τη θέση που παρατίθενται, έχουν είτε χαρακτήρα περιγραφικό, που χρωματίζεται από την ένταξή τους στα πλαίσια που επιβάλλει η ανάλυση κάποιων ειδικών φαινομένων της κρίσης, είτε, αντίθετα, χαρακτήρα αυστηρά επιστημονικό, όπου προσδιορίζουν δηλαδή έννοιες με γενική ισχύ και κύρος. Τα αποσπάσματα που παρατίθενται στη συνέχεια ανήκουν στο πρώτο είδος αποσπασμάτων και όχι στο δεύτερο.3

Έτσι ο Μαρξ στον τρίτο τόμο του Κεφαλαίου θα μας πει: «Η πραγματική αιτία όλων των πραγματικών κρίσεων παραμένει πάντα η φτώχεια και ο περιορισμός της κατανάλωσης των μαζών, που αντιτίθεται στην τάση της κεφαλαιοκρατικής παραγωγής να αναπτύσσει έτσι τις παραγωγικές δυνάμεις, λες και το όριό της αποτελείται μόνο από την απόλυτη ικανότητα κατανάλωσης της κοινωνίας».4

Αυτή η διατύπωση είναι το σημείο όπου στηρίζεται μια θεωρία για την κρίση στο χώρο του μαρξισμού, η θεωρία της υποκατανάλωσης.

Η θεωρία της υποκατανάλωσης διατυπώνεται αρκετά καθαρά από την Ρ. Λούξεμπουργκ.5

Εξετάζοντας τη διευρυμένη αναπαραγωγή λαθεμένα, κάτω από τους όρους και τις σχέσεις της απλής αναπαραγωγής, θέτει το έξης ερώτημα: ποιος θα καλύψει τη ζήτηση για την υπεραξία που παράγεται; «Για να μπορέσει πράγματι να συντελεστεί η συσσώρευση, δηλαδή για να διευρυνθεί η παραγωγή, απαιτείται επί πλέον η εκπλήρωση μιας άλλης συνθήκης, και συγκεκριμένα μια αύξηση της ενεργού ζήτησης εμπορευμάτων. Από που όμως προέρχεται η διαρκώς αυξανόμενη ζήτηση που βρίσκεται στη βάση της αύξουσας διεύρυνσης της παραγωγής στο σχήμα του Μαρξ;»

Η ανάλυση προχωρά με μια σειρά αρνητικών απαντήσεων: «Δεν μπορεί να προέρχεται από τους ίδιους τους καπιταλιστές, δηλαδή από την προσωπική κατανάλωση τους». Επίσης δεν μπορεί να καλυφθεί από την αύξηση της ζήτησης των εργατών γιατί: «Όταν οι εργάτες αγοράζουν μέσα κατανάλωσης δεν κάνουν τίποτα άλλο παρά να επιστρέφουν στην καπιταλιστική τάξη τους μισθούς που έλαβαν απ' αυτήν...». Δεν μπορούν να επιστρέψουν ούτε μια δεκάρα παραπάνω μάλλον «λιγότερα» εάν έχουν τη δυνατότητα να «αποταμιεύουν για να γίνουν ανεξάρτητοι, για να γίνουν μικροεπιχειρηματίες, πράγμα που άλλωστε αποτελεί εξαίρεση». Επίσης τέτοιο ρόλο δεν μπορεί να παίξει η «φυσική» αύξηση του πληθυσμού.

Για να αμβλυνθούν οι κρίσεις υπάρχει μόνο η προοπτική «ακόμα σημαντικότερων μελλοντικών αγοραστικών διεξόδων που επίσης να βρίσκονται έξω από τα τμήματα Ι και Π» δηλ. στην αγοραστική δυνατότητα των «τρίτων προσώπων» του καπιταλιστικού σχηματισμού, Έξω από τους καπιταλιστές και τους εργάτες και στο εξωτερικό εμπόριο. Λύσεις όμως που είναι μικρής διάρκειας και «φαινομενικές» γιατί σιγά - σιγά αυτοί οι δύο παράγοντες θα ενσωματωθούν στον καπιταλιστικό τομέα, θα πάψουν να αποτελούν εξωτερικούς αγοραστές, οπότε γίνεται ήδη ορατή η καταστροφική προοπτική για τον καπιταλισμό.

Συνεχιστής της θεωρίας των κρίσεων υποκατανάλωσης, είναι ο Π. Σουήζυ, που την εμπλουτίζει ακόμα με το χρώμα της κεϋνσιανής πολιτικής οικονομίας:

«Το πραγματικό καθήκον στη θεωρία της υποκατανάλωσης είναι ν' αποδειχτεί πως ο καπιταλισμός έχει μιαν εγγενή τάση να επεκτείνει την παραγωγή καταναλωτικών αγαθών πιο γρήγορα από τη ζήτηση για καταναλωτικά αγαθά».6

Δεν θα σταθούμε αναλυτικά στην κριτική της θεωρίας της υποκατανάλωσης, άπλα θα παρατηρήσουμε ότι μία λογική συνέπεια της θεωρίας αυτής είναι η πριμοδότηση μιας οικονομικής πολιτικής που θα επιχειρούσε να αυξήσει την καταναλωτική δυνατότητα των μαζών, σαν μέσο για την διέξοδο η την πρόληψη της κρίσης, πράγμα που όμως είχε ήδη γίνει αντικείμενο κριτικής από τον Μαρξ.

«Όταν μένουν απούλητα εμπορεύματα δεν σημαίνει άλλο, παρά πως δε βρέθηκαν αγοραστές ικανοί να πληρώσουν, δηλ. καταναλωτές (δεν έχει σημασία αν σε τελευταία ανάλυση τα εμπορεύματα αγοράζονται με σκοπό την παραγωγική η την ατομική κατανάλωση). "Αν όμως για να δώσουν στην ταυτολογία αυτή μια επίφαση βαθύτερης δικαιολόγησης, μας πουν πως η εργατική τάξη παίρνει ένα πάρα πολύ μικρό μέρος του προϊόντος της, και πως επομένως το κακό μπορεί να θεραπευθεί, όταν η εργατική τάξη πάρει μεγαλύτερο μερτικό απ' αυτό, όταν δηλ. ο μισθός της αυξηθεί, τότε αρκεί να παρατηρήσουμε μόνο πως κάθε φορά οι κρίσεις προετοιμάζονται ίσα - ίσα από μια περίοδο, όπου ανεβαίνει γενικά ο μισθός εργασίας και η εργατική τάξη παίρνει realiter (πράγματι) μεγαλύτερη μερίδα από το μέρος εκείνο του χρονιάτικου προϊόντος που προορίζεται για την κατανάλωση. Αντίθετα, η περίοδος αυτή θα έπρεπε από την άποψη αυτών των ιπποτών του υγειούς και απλού λογικού ν' απομακρύνει την κρίση. Φαίνεται λοιπόν πως η κεφαλαιοκρατική παραγωγή περικλείει όρους ανεξάρτητους από την καλή η κακή θέληση, που τη σχετική εκείνη ευημερία της εργατικής τάξης την επιτρέπουν μόνο για μια στιγμή, και μάλιστα πάντα μόνο σαν το πουλί της καταιγίδας που μηνάει την κρίση».7

Παράλληλα σ' ένα σημείο του τρίτου τόμου του Κεφαλαίου Ο Μαρξ κάνοντας την αφαίρεση μιας κοινωνίας όπου υπάρχει μόνο κεφάλαιο και μισθωτή εργασία και αγνοώντας την επιρροή της πίστης θα συμπέρανα:

«Τότε μια κρίση θα μπορούσε να εξηγηθεί μόνο με τις δυσαναλογίες της παραγωγής σε διάφορους κλάδους, και από τη δυσαναλογία ανάμεσα στην κατανάλωση των ίδιων των κεφαλαιοκρατών και στη συσσώρευση τους».8

Με βάση αυτή τη διαπίστωση, δηλ. την παραδοχή ότι η κρίση είναι κρίση υπερπαραγωγής λόγω της δυσαναλογίας των παραγωγικών τομέων, συγκροτείται η θεωρία της δυσαναλογίας - υπερπαραγωγής σαν θεωρητικό σχήμα για την εξήγηση της κρίσης.

Η θεωρία της δυσαναλογίας - υπερπαραγωγής αρθρώνεται γύρω από το πρόβλημα της παραγωγής εμπορευμάτων σε «σωστές» η όχι αναλογίες, σε αναφορά με τη ζήτηση στην αγορά, γύρω από το ζήτημα της δυσαναλογίας ανάμεσα στους κλάδους παραγωγής, που ανάγεται στον άναρχο χαρακτήρα της καπιταλιστικής παραγωγής, και οδηγεί στην καπιταλιστική κρίση. Αυτή η θεωρία αναλυτικά διατυπώθηκε από τον Tugan - Baranowsky9 και στοιχεία της έχουν ενσωματώσει στην προβληματική τους πολλοί μαρξιστές θεωρητικοί. Είναι ένα ευέλικτο σχήμα που αναδεικνύει πρώτα απ' όλα την ανισοκατανομή των κεφαλαίων, τη διαφορά στην οργανική σύνθεση, στα ποσοστά υπεραξίας και στους ρυθμούς συσσώρευσης ανάμεσα στους διαφορετικούς τομείς της παραγωγής, δηλαδή την αντιφατική κίνηση του κεφαλαίου (και την εγγενή δυνατότητα της κρίσης). Δεν μπορεί όμως να θεωρηθεί σαν η μαρξιστική εξήγηση της καπιταλιστικής κρίσης. Η «δυσαναλογία» είναι το συνάδον αποτέλεσμα κι όχι η γενική αίτια της υπερσυσσώρευσης. Αξίζει να σημειώσουμε ότι η προσέγγιση αυτή οδηγεί συχνά, σαν προέκταση, στην άποψη ότι υπάρχει η δυνατότητα να εξαλειφθούν οι κρίσεις εφ' όσον εξαλειφθούν οι δυσαναλογίες και η αναρχία της παραγωγής με τον «σχεδιασμένο - οργανωμένο καπιταλισμό».

Οι δύο αυτές θεωρίες για την κρίση συντίθενται στο έργο του A. Negri10. Εδώ η κρίση αποδίδεται σε μια διπλή δυσαναλογία: 1) Δυσαναλογία μεταξύ τομέων της παραγωγής και μεταξύ τομέων παραγωγής και διανομής. 2) Δυσαναλογία μεταξύ παραγωγής και κατανάλωσης εν γένει. Και εδώ η πρώτη περίπτωση ανάγεται στον «άναρχο χαρακτήρα της καπιταλιστικής κοινωνίας (στη φάση που εξετάζεται από τον Μαρξ)» όπου «η ισορροπία των μετατρεπομένων μερών είναι απλή σύμπτωση».11 Ακόμη: «αυτή η τυπική δυνατότητα κρίσης κυκλοφορίας και δυσαναλογίας ενισχύεται επιπλέον εξαιρετικά από φαινόμενα παθολογικής μορφής, που προκύπτουν στη σφαίρα κυκλοφορίας του χρήματος και της πίστης».12 Αυτή η δυνατότητα κρίσης είναι για τον Negri κρίση υπερπαραγωγής, ενώ η δεύτερη περίπτωση ανάγεται σε κρίση υποκατανάλωσης, η οποία γίνεται κατανοητή σαν αδυναμία κατανάλωσης από τη μεριά των μαζών και «ανάγεται στον περιορισμό του φυσιολογικού εύρους των αναγκών τους».13 Οι δύο αυτές όψεις της κρίσης δεν πρέπει να ιδωθούν σύμφωνα με τον Negri ξεχωριστά αλλά στην ενότητα τους γιατί στην ανάλυση του Μαρξ λειτουργούν ενιαία.

Στο σημείο αυτό θα μπορούσε να παρατήρησα κανείς τα εξής: Η κρίση καθορίζεται πάντοτε από τη σφαίρα της παραγωγής ακόμη και όταν τα επιφαινόμενα της λειτουργούν στην κυκλοφορία και τη διανομή. Στον Negri έχουμε μια αντιστροφή αυτού του σχήματος. Τυπικά η κρίση ορίζεται σε σχέση με τη δυσαναλογία τομέων παραγωγής, οι υλικοί οροί της όμως αναζητούνται στην κυκλοφορία η γενικά στην αναρχία της καπιταλιστικής κοινωνίας. Η θέση πως «η υπερπαραγωγή κεφαλαίου προκύπτει από τη ρήξη στην κυκλοφορία»14 εικονογραφεί την αντιστροφή της αιτιατικής σχέσης παραγωγής - κυκλοφορίας. Αυτό φαίνεται πιο καθαρά στη δεύτερη μορφή, την υποκατανάλωση, όπου σαν αίτιο κρίσης δίνεται ο περιορισμός της καταναλωτικής ικανότητας των μαζών, δηλ. η δυσαναλογία στο χώρο διανομής. Ακόμη η υπόμνηση για την ενιαία λειτουργία των δύο μορφών της κρίσης, αδυνατεί να προσδιορίσει το καθοριστικό εκείνο στοιχείο που θα απέδιδε τον ενιαίο χαρακτήρα της κρίσης, επειδή το στοιχείο αυτό θα έπρεπε ακριβώς να αναζητηθεί στο χώρο που καθορίζει τις διαδικασίες, τη σφαίρα της παραγωγής.

Όμως η «αναρχία της παραγωγής» δεν άφορα «τη φάση που εξετάζεται από τον Μαρξ» αλλά αποτελείωνα δομικό - μόνιμο χαρακτηριστικό του καπιταλιστικού τρόπου παραγωγής. Για τα ζητήματα αυτά ο Μαρξ έλεγε: «Το κεφάλαιο αποτελείται από εμπορεύματα και γι' αυτό η υπερπαραγωγή κεφαλαίου περιλαμβάνει την υπερπαραγωγή εμπορευμάτων. Από δω το περίεργο φαινόμενο, ότι οι ίδιοι οικονομολόγοι, που αρνούνται την υπερπαραγωγή εμπορευμάτων, παραδέχονται, την υπερπαραγωγή κεφαλαίου. Όταν λένε ότι δεν σημειώνεται γενική υπερπαραγωγή, αλλά μόνο δυσαναλογία ανάμεσα στους διάφορους κλάδους της παραγωγής, αυτό δεν θα πει τίποτε άλλο, παρά μόνον ότι στα πλαίσια της κεφαλαιοκρατικής παραγωγής η αναλογική σχέση ανάμεσα στους ξεχωριστούς κλάδους της παραγωγής προκύπτει σαν μόνιμο προτσές από τη δυσαναλογία, γιατί εδώ η εσωτερική συνάρτηση της συνολικής παραγωγής επιβάλλεται στους παράγοντες της παραγωγής σαν τυφλός νόμος και όχι σαν νόμος που τον κατανόησαν με τη συλλογική νόηση τους, οπότε θα τον εξουσίαζαν και θα υπότασσαν έτσι το προτσές της παραγωγής στον κοινό έλεγχο τους».13

Τέλος, μια άλλη ιστορική προσέγγιση στην κρίση στηρίζεται σε διατυπώσεις του Μαρξ, σαν τις παρακάτω: «Η πτώση του ποσοστού κέρδους επιβράδυνα το σχηματισμό καινούργιων αυτοτελών κεφαλαίων και εμφανίζεται έτσι απειλητική για την ανάπτυξη του κεφαλαιοκρατικού προτσές παραγωγής, προάγει την υπερπαραγωγή, την κερδοσκοπία, τις κρίσεις, την εμφάνιση περίσσιου κεφαλαίου, παράλληλα με τον περίσσιο πληθυσμό».16 «Το όριο του καπιταλιστικού τρόπου παραγωγής προβάλλει με το ότι η ανάπτυξη της παραγωγικής δύναμης της εργασίας παράγει, με την πτώση του ποσοστού κέρδους, ένα νόμο, που σε ένα ορισμένο σημείο ορθώνεται εχθρικότατα απέναντι στην ίδια την ανάπτυξη της και γι' αυτό πρέπει να ξεπερνιέται διαρκώς με κρίσεις».17

Συμπέρασμα που συνάγεται από τα παραπάνω είναι ότι αίτιο για τις κρίσεις είναι η πτώση του ποσοστού κέρδους και εκφραστής μιας τέτοιας άποψης είναι ο M. Dobb.18

Το πρόβλημα στο σημείο αυτό είναι βέβαια το γεγονός ότι το ποσοστό κέρδους δεν είναι κάποια ανεξάρτητη μεταβλητή, αλλά συνάρτηση τόσο του ποσοστού υπεραξίας και της οργανικής σύνθεσης του κεφαλαίου όσο και των αγοραίων τιμών, δηλ. συνάρτηση της διαδικασίας αξιοποίησης του κεφαλαίου και του συναγωνισμού. Σίγουρα λοιπόν και αυτή η εκδοχή ενώ έχει κάποια περιγραφική αξία, δεν αποδίδει τον πυρήνα της κρίσης που θα μας οδηγήσει και στην κατανόηση της κρίσης στη σημερινή συγκυρία.

Ο Ν. Μπουχάριν στην κριτική του για τη θεωρία της Λούξεμπουργκ και του Μπαρανόφσκι έδειξε ότι οι εγγενείς αντιφάσεις του καπιταλιστικού συστήματος, στις οποίες, (λόγω του «έναρχου χαρακτήρα της καπιταλιστικής παραγωγής»), ανήκουν τόσο η αντίφαση ανάμεσα στην παραγωγή και την κατανάλωση, όσο και η αντίφαση ανάμεσα στους διαφορετικούς παραγωγικούς κλάδους, δεν μπορούν εντούτοις να θεωρηθούν σαν «αίτιες» της κρίσης. Η κρίση υπερπαραγωγής που δεν είναι παρά η συγκυριακή συγχώνευση, συντονισμός και όξυνση των εγγενών αντιφάσεων του συστήματος εκφράζεται επομένως (χωρίς να είναι το άμεσο «παράγωγο») και σε μια «υποκατανάλωση» των μαζών και σε μια δυσαναλογία ανάμεσα στους παραγωγικούς κλάδους και σε μια πτώση, φυσικά, του ποσοστού κέρδους.

Αναζητώντας την «αιτία» της κρίσης Έξω από τη δυναμική συγχώνευση των εσωτερικών αντιφάσεων του συστήματος (που η κύρια πλευρά της συγχώνευσης αυτής είναι η υπερπαραγωγή κεφαλαίου) η Λούξεμπουργκ θα αναζητήσει επίσης και την «αιτία» για την κατάρρευση του συστήματος.

Ο Ν. Μπουχάριν αφού εξηγήσει ότι «τα όρια της κατανάλωσης διευρύνονται ακριβώς από την παραγωγή που πολλαπλασιάζει: 1) το εισόδημα των κεφαλαιοκρατών, 2) το εισόδημα της εργατικής τάξης (επιπρόσθετοι εργάτες), και 3) το σταθερό κεφάλαιο της κοινωνίας», και ότι: «1) η αύξηση σε μέσα παραγωγής προκαλεί ένα πολλαπλασιασμό της μάζας των μέσων κατανάλωσης, 2) αυτή η αύξηση δημιουργεί συγχρόνως μια νέα ζήτηση γι' αυτά τα μέσα κατανάλωσης και επομένως: 3) σε ένα συγκεκριμένο επίπεδο της παραγωγής μέσων παραγωγής αντιστοιχεί ένα εντελώς συγκεκριμένο επίπεδο της παραγωγής μέσων κατανάλωσης» θα κατάληξα: «Πρέπει να βλέπουμε, όχι μόνο τις αντιφάσεις αλλά και την ενότητα τους. Στις κρίσεις πραγματοποιείται αυτή η ενότητα με στοιχειώδη δύναμη, ενώ για την Ρόζα Λούξεμπουργκ αυτή η ενότητα είναι εντελώς αδύνατη. Με άλλα λόγια: Η Ρόζα Λούξεμπουργκ αναζητά στον καπιταλισμό μονοδιάστατες, τυπικά - λογικές αντιφάσεις, που δεν είναι δυναμικές, που δεν αναιρούνται, που δεν αποτελούν στοιχεία μιας αντιφατικής ενότητας, αλλά που αναιρούν απερίφραστα την ενότητα».19

Λίγα χρόνια μετά τη δημοσίευση αυτού του κειμένου του Μπουχάριν, ο σταλινισμός θα είναι κυρίαρχος και μαζί του κυρίαρχο θα είναι και το ιδεολογικό ζευγάρι οικονομισμός - πολιτικισμός μέσα στη μαρξιστική θεωρία.

Η κρίση του καπιταλισμού δεν ερμηνεύεται πια σαν η συγκυριακή συγχώνευση των εσωτερικών αντιφάσεων που περικλείει η διαδικασία συσσώρευσης του κεφαλαίου. Η κύρια πλευρά της κρίσης του καπιταλισμού θεωρείται στο έξης από τη Διεθνή ένα αποτέλεσμα που προκαλείται από ένα εξωτερικό (ως προς τη διαδικασία συσσώρευσης) παράγοντα: Την ύπαρξη του σοσιαλιστικού στρατοπέδου. Πρόκειται για τη θεωρία της «γενικής κρίσης» του καπιταλισμού.20

Η «κρίση» αυτή του καπιταλισμού θεωρείται φυσικά μόνιμη και αξεπέραστη. Δημιουργήθηκε το 1917 και θα διαρκεί μέχρι την τελική κατάρρευση του καπιταλισμού.21

Από εκεί και πέρα αρχίζει φυσικά η «συγκεκριμένη ανάλυση της συγκεκριμένης κατάστασης».

«Η γενική κρίση του καπιταλισμού μπήκε σε καινούργιο στάδιο» (Πρόγραμμα 8ου Συνεδρίου ΚΚΕ, 1961, σελ. 10).

«Η γενική κρίση του καπιταλισμού παίρνει μια νέα οξύτητα» (Ντοκουμέντα 9ου Συνεδρίου ΚΚΕ, 1974, σελ. 66).

«Η γενική κρίση του καπιταλισμού οξύνεται παραπέρα και βαθαίνει συνεχώς» (θέσεις της Κ.Ε. του ΚΚΕ στο 10ο συνέδριο, 1978, σελ. 3).

«Η γενική κρίση του καπιταλισμού βαθαίνει» (Ντοκουμέντα 11ου Συνέδριου ΚΚΕ, 1982, σελ. 9).

3. Αριστερά και στασιμοπληθωρισμός

3.1. Ο φαύλος κύκλος κερδών - μισθών

Η θεωρία με την οποία προσπαθεί σήμερα η Αριστερά να προσεγγίσει το σύγχρονο καπιταλισμό, η θεωρία δηλαδή του κρατικομονοπωλιακού καπιταλισμού, συγκροτείται με βάση κάποιες έννοιες και θέσεις (μονοπωλιακή βουλησιαρχία, συγχώνευση κράτους και μονοπωλίων κ.λπ.) που όπως είχαμε την ευκαιρία να αναλύσουμε στο παρελθόν22 αναιρούν τη μαρξιστική ανάλυση για τη διευρυμένη αναπαραγωγή του καπιταλιστικού τρόπου παραγωγής.

Δεν είναι λοιπόν τυχαίο που η προσέγγιση της Αριστεράς στον πληθωρισμό και τη σημερινή οικονομική κρίση, δεν κάνει τίποτε άλλο από το να αποδέχεται αντεστραμμένα τα ερμηνευτικά σχήματα που προσφέρει η πολιτική οικονομία. Και τα σχήματα αυτά δεν είναι τίποτε άλλο παρά ο περίφημος φαύλος κύκλος μισθών - τιμών (η στην «αριστερή» εκδοχή τιμών - μισθών).

Αυτή η βασικά κεϋνσιανής έμπνευσης θεώρηση συμπυκνώνεται στα έξης: Οι αυξήσεις των μισθών, αποτέλεσμα της συνδικαλιστικής δράσης των εργαζομένων, μειώνουν τα ποσοστά κέρδους των επιχειρηματιών. Αυτοί λοιπόν από τη μεριά τους υποχρεώνονται να αυξήσουν τις τιμές για να διατηρήσουν το επίπεδο των κερδών τους αναλλοίωτο.

Στη μονεταριστική παραλλαγή του ίδιου μοτίβου ξεκινάει κανείς από τη διογκωμένη κυκλοφορία χρήματος και καταλήγει στην περιστολή των μισθολογικών αυξήσεων, σαν μέσο για τον περιορισμό του χρηματικού όγκου και της ζήτησης που ωθεί στα όψη τις τιμές.

Πως απαντάει η Αριστερά σ' αυτά τα ζητήματα; Κατ' αρχήν, όπως και κάθε άλλο φαινόμενο σήμερα, θεωρείται ο πληθωρισμός αποτέλεσμα της «γενικής κρίσης του καπιταλισμού» (που φυσικά «βάθαινε» πάντα, ακόμα κι όταν δεν υπήρχε πληθωρισμός) και της «συντονισμένης δράσης κράτους και μονοπωλίων».23

Σήμερα που η ζήτηση είναι μειωμένη, συνεχίζουν, θα έπρεπε να παρατηρείται μείωση κι όχι αύξηση τιμών. «"Αν στην πραγματικότητα δεν συμβαίνει κάτι τέτοιο, αυτό οφείλεται στο γεγονός ότι η σχέση προσφοράς και ζήτησης στην αγορά, στις συνθήκες της μονοπωλιακής παραγωγής, δεν έχουν παρά δευτερεύουσα επίδραση στο σχηματισμό τιμών».24 Η τιμή αντίθετα «επιβάλλεται στους καταναλωτές, όποιο και αν είναι το χρηματικό ποσό που διαθέτουν».25 Και ακόμη: «Η αύξηση των τιμών πώλησης επιτρέπει στις μονοπωλιακές ομάδες να διογκώνουν τα κέρδη τους, και αυτό ήταν αναγκαίο γι' αυτές τόσο για να διατηρήσουν το ποσοστό κέρδους όσο και για να αναπτύξουν μια γρήγορη συσσώρευση του κεφαλαίου, που είναι απαραίτητη, κυρίως για να αντεπεξέλθουν στο διεθνή ανταγωνισμό».26 Αυτό όμως πετυχαίνεται «επειδή υποστηρίζονται στη δράση τους από το σύνολο του τραπεζικού συστήματος και του συστήματος δημόσιας χρηματοδότησης».27 Συνέπεια όλων αυτών είναι η υποτίμηση του χρήματος, η πτώση του πραγματικού μισθού, η αύξηση του βαθμού εκμετάλλευσης των εργαζομένων, η μείωση της λαϊκής κατανάλωσης. Ταυτόχρονα όμως «ο πληθωρισμός ύστερα από ένα διάστημα οξύνει ακόμη περισσότερο την πτωτική τάση του ποσοστού κέρδους» γιατί «το κόστος παραγωγής σε υλικά μέσα διογκώνεται» με αποτέλεσμα το ποσοστό κέρδους να ξαναπέφτει και «έτσι για τα μονοπώλια ο πληθωρισμός γίνεται ακόμη πιο απαραίτητος».28

Η βουλησιαρχία και παντοδυναμία των μονοπωλίων είναι λοιπόν οι έννοιες κλειδιά που επιτρέπουν στην Αριστερά να υιοθετήσει το σχήμα της πολιτικής οικονομίας, αντιστρέφοντας άπλα την αιτιακή σχέση ανάμεσα σε μισθούς και τιμές: Το ποσοστό κέρδους πέφτει. Τα μονοπώλια όμως (παντοδύναμες με τη βοήθεια του κράτους υλησιαρχικές οντότητες) έχουν τη δύναμη να διαμορφώνουν κάθε φορά τιμή και κέρδος αυτόνομα. Το μονοπώλιο έχοντας δεδομένο το κόστος παραγωγής υπολογίζει το ποσοστό κέρδους πριν την παραγωγή και μ' αυτό σαν βάση φτιάχνει την τιμή του προϊόντος.

Εδώ, πέρα από τις θεμελιώδεις διαστρεβλώσεις της μαρξιστικής θεωρίας που είχαμε ήδη στο παρελθόν διαπιστώσει (βασικές κατηγορίες της μαρξιστικής ανάλυσης: το συνολικό κοινωνικό κεφάλαιο, η τάση εξίσωσης του ποσοστού κέρδους κ.λπ., εξοβελίζονται, ενώ άλλες έννοιες όπως συναγωνισμός, μονοπώλιο, μεμονωμένο κεφάλαιο διαστρεβλώνονται) παρατηρούμε μια ακόμα αντιστροφή: Σύμφωνα με τον Μαρξ υποτίθεται ότι ο μισθός είναι δεδομένος για το κεφάλαιο (αξία της εργατικής δύναμης) και έτσι διαμορφώνεται το ποσοστό κέρδους σαν συνάρτηση του ποσοστού υπεραξίας και της οργανικής σύνθεσης του κεφαλαίου. Παράλληλα, οι τιμές παραγωγής καθορίζονται σαν συνάρτηση του μισθού, της οργανικής σύνθεσης και του μέσου ποσοστού κέρδους που διαμορφώνεται από το συναγωνισμό και επιβάλλεται στο μεμονωμένο κεφάλαιο. Αντίθετα, σύμφωνα με την κρατικομονοπωλιακή θεωρία οι τιμές παραγωγής, ο πραγματικός μισθός και το ποσοστό υπεραξίας είναι, τελικά, παράγωγα μεγέθη του ποσοστού κέρδους, που καθορίζεται αυτόνομα από τα μονοπώλια. Μια παραλλαγή αυτής της θεωρίας υποστηρίζει ότι καθορίζονται εξ αρχής όχι μόνο το ποσοστό κέρδους αλλά ταυτόχρονα και ο μισθός, με βάση το «κοινωνικό συμβόλαιο», η για να επιτευχθεί ένα μέγιστο κέρδος (καθόσον οι μισθωτοί είναι και καταναλωτές και έτσι οι αποδοχές τους πρέπει να διατηρήσουν ένα κάποιο ύψος).29

Όπως και να 'χει το πράγμα, ο πληθωρισμός έχει σαν πρωταρχική αιτία τη βουλησιαρχία και παντοδυναμία των μονοπωλίων. Οι αυξήσεις των μισθών έρχονται τώρα να καλύψουν τις απώλειες που συνεπιφέρει ο πληθωρισμός. Η θεωρία μισθών - τιμών διατυπώνεται αντεστραμμένη σαν θεωρία κερδών - μισθών. Πρόκειται δηλαδή για μια άλλη εκδοχή του φαύλου κύκλου της πολιτικής οικονομίας.

Είναι φανερό αμέσως, (αφού ο πληθωρισμός ανάγεται στο μονοπώλιο), με ποιο τρόπο θα είναι δυνατόν να κτυπηθεί το κακό στη ρίζα του: Με τον περιορισμό των μονοπωλίων, η όπως θα το διατυπώσουν οι θέσεις του ΚΚΕ για το 11ο συνέδριο, «με μια πολιτική που αυξάνει τη λαϊκή κατανάλωση, ικανοποιεί τις συλλογικές κοινοτικές ανάγκες και μείωνα την ανεργία».30 Με «την τόνωση της εσωτερικής αγοράς»31 η ακόμη, μια και τα μονοπώλια είναι πολυεθνικά και η Ελλάδα εξαρτημένη, «με προστασία και τόνωση της εθνικής παραγωγής».32

3.2. Η φαινομενολογία της κρίσης: Η θεωρία των μακρών κυμάτων

Παράλληλα με τις προβληματικές της Αριστεράς που παραθέσαμε διατηρείται και αναβιώνει τα τελευταία χρόνια μία θεωρητική συζήτηση στο μαρξιστικό χώρο γύρω από τη φαινομενολογία της κρίσης. Αφετηρία της συζήτησης είναι η «θεωρία της οικονομικής ανάπτυξης» του Schumpeter, δηλ. ότι η ισορροπία της οικονομικής διαδικασίας επιτυγχάνεται διαρκώς με την καταστροφή της «στατικής ισορροπίας» μέσα από την εισαγωγή στην παραγωγική διαδικασία ουσιαστικών τεχνικών ανανεώσεων.

Αυτή η «ανανέωση» της παραγωγής, η «καινοτομία» του Schumpeter, που δίνει νέα ώθηση στην οικονομική ανάπτυξη, στάθηκε αφετηρία για τη διατύπωση της θεωρίας των «μακρών κυμάτων», των υπερκυκλικών διακυμάνσεων της παγκόσμιας οικονομίας, σαν μοντέλου που φιλοδοξεί να ερμηνεύσει τη σημερινή στασιμοπληθωριστική κρίση και που στη διαμόρφωση του σημαντική είναι η συνεισφορά του Ε. Mandel.33

Σύμφωνα με τον Mandel η ουσιαστική ανανέωση του τεχνικού εξοπλισμού των μέσων παραγωγής, η επαναστατικοποίηση της τεχνικής της παραγωγής, συνιστά φαινόμενο διαφορετικό από την «κανονική» διευρυμένη αναπαραγωγή του κεφαλαίου. Είναι μια ιδιαίτερα δαπανηρή σε κεφάλαια διευρυμένη αναπαραγωγή και γίνεται μόνο «όταν επέλθει μια ξαφνική άνοδος του ποσοστού κέρδους».34 Από στατιστικά στοιχεία δίνεται μάλιστα και μια περίοδος περίπου 50 χρόνων για την υπερκυκλική διακύμανση. Κάθε υπερκυκλική ανάκαμψη αντιστοιχείται με τεχνολογικές επαναστάσεις, από τις όποιες τέσσερις έχουν μέχρι σήμερα συμβεί στην {στόρια του καπιταλισμού, με τελευταία την επανάσταση του αυτοματισμού και της πυρηνικής ενέργειας μετά τον Β' Παγκόσμιο Πόλεμο. Η σημερινή κρίση λοιπόν, σύμφωνα με το μοντέλο αυτό, είναι η καθοδική φάση του «μακρού κύματος» και θα ξεπεραστεί με κάποια νέα τεχνολογική επανάσταση.

Εδώ αξίζει να σημειώσουμε ότι, αντίθετα με όσα υποστηρίζει η θεωρία αυτή, υπάρχει μία βασική διαφορά ανάμεσα στη «βιομηχανική επανάσταση», το πέρασμα από τη μανιφακτούρα στη βιομηχανική παραγωγή, πέρασμα που συνεπάγεται αλλαγή στον τύπο της υπαγωγής της εργατικής τάξης στο κεφάλαιο μέσα στην παραγωγική διαδικασία, και τις όποιες από κει και πέρα τεχνικές μεταβολές, που αυξάνουν την παραγωγικότητα και φυσικά τη σχετική υπεραξία, χωρίς όμως να μετασχηματίζουν τον τύπο της υπαγωγής της εργασίας στο κεφάλαιο.

Ακόμη, το απλουστευτικό αυτό σχήμα, ενώ αποδίδει κάποια χαρακτηριστικά των κρίσεων της παγκόσμιας καπιταλιστικής οικονομίας, δεν εξηγεί κάποια εξ ίσου σημαντικά φαινόμενα. Οι διαφοροποιήσεις των εθνικών κύκλων από το σχήμα της παγκόσμιας υπερκυκλικής διακύμανσης παραμένουν ακατανόητες, όπως ανεξήγητη παραμένει και η μορφολογική αλλά και ουσιαστική διαφορά ανάμεσα στο κραχ του '29 και το στασιμοπληθωρισμό από το 1973 και μετά. Τέλος, ακόμη και αν το σχήμα αποδίδει τη φαινομενολογία, η αποδεικτικότητά του παραμένει ασταθής αφού λείπει η ρητή σύνδεση του με τη διαδικασία αξιοποίησης και συσσώρευσης του κεφαλαίου. Αξίζει τέλος να προσέξουμε τη σύγκλιση αυτής της θεωρίας με τη θετικιστική - οικονομίστικη σύλληψη για την «Επιστημονικοτεχνική Επανάσταση».35 Για μια ακόμα φορά δηλαδή η «ανάπτυξη των παραγωγικών δυνάμεων» καλείται να υποκαταστήσει την πάλη των τάξεων. Για μια ακόμα φορά, η «τεχνική πρόοδος» αναγορεύεται σε κινητήρια δύναμη της ιστορίας. Μ' άλλα λόγια, για μια ακόμα φορά η αστική ιδεολογία κυριαρχεί πάνω στο μαρξισμό.

4. Μια μαρξιστική προσέγγιση της σημερινής κρίσης

Από όσα προηγήθηκαν έγινε νομίζουμε προφανές ότι κάθε απόπειρα να προσεγγίσουμε θεωρητικά τη σημερινή οικονομική κρίση του καπιταλισμού, πρέπει αναγκαστικά να ξεφεύγει από το φαύλο κύκλο των τιμών και των κερδών που ορίζει η πολιτική οικονομία και η κρατικομονοπωλιακή βουλησιαρχία. θα πρέπει αντίθετα το πρόβλημα της σημερινής κρίσης να τεθεί από τη σκοπιά του θεωρητικού πλαισίου και των κατηγοριών που θεμελίωσε ο Μαρξ και οι όποιες όχι μόνο ήταν παρούσες, αλλά κυριαρχούσαν μέσα στην Αριστερά σ' όλη τη διάρκεια της «Ιστορικής συζήτησης» για την κρίση. Η κυριαρχία του σταλινισμού και η' θεωρία της «γενικής κρίσης» του καπιταλισμού σήμανε όχι μόνο την υπονόμευση αυτής της θεωρητικής παράδοσης, αλλά και το σταμάτημα της οποιασδήποτε συζήτησης στο χώρο της Αριστεράς για την οικονομική κρίση του καπιταλισμού.

Στο σημείο αυτό θα συνοψίσουμε την ανάλυση που επιχειρούν στο ζήτημα της σημερινής παγκόσμιας οικονομικής κρίσης οι γερμανοί μαρξιστές Ε. Altvater, J. Hoffmann, R. Künzel και W. Semmler με το άρθρο τους «Πληθωρισμός και κρίση της αξιοποίησης του κεφαλαίου».36 Πρόκειται για μια προσέγγιση που ακριβώς αναζητά τους αιτιώδεις παράγοντες της κρίσης μέσα στις συνθήκες της διευρυμένης αναπαραγωγής του συνολικού κεφαλαίου σήμερα. Το άρθρο επισημαίνει όπως θα δούμε σύντομα παρακάτω σαν ειδοποιά χαρακτηριστικά της σημερινής κρίσης: το εξαιρετικό βάρος που έχει αποκτήσει το πάγιο μέρος (μηχανές, κτίρια κ.λπ.) του σταθερού κεφαλαίου για τη συσσώρευση του συνολικού κεφαλαίου· τη σημαντικότατη διεύρυνση του πιστωτικού συστήματος· το συντονισμό των κύκλων των εθνικών κεφαλαίων κατά τη δεκαετία του '70.

Δεν υποστηρίζουμε φυσικά ότι το άρθρο αυτό, η πολύ περισσότερο η δική μας παρουσίαση ολοκληρώνει η κλείνει τη μελέτη για το χαρακτήρα της σημερινής κρίσης. Υποστηρίζουμε άπλα ότι η προσέγγιση των γερμανών μαρξιστών οριοθετεί το θεωρητικό πλαίσιο για να μελετηθεί πάρα πέρα, και συγκεκριμένα η σημερινή κρίση.

4.1. Κρίση υπερσυσσώρευσης

Κατ' αρχήν οι Altvater et al. επιχειρούν να συγκροτήσουν το γενικό μαρξιστικό θεωρητικό πλαίσιο για τη μελέτη της κάθε οικονομικής κρίσης του καπιταλισμού, με βασικό οδηγό τις αποσπασματικές αλλά τόσο ουσιαστικές επισημάνσεις του Μαρξ στον 3ον τόμο του «Κεφαλαίου» σχετικά με τις οικονομικές κρίσεις. Με βάση αυτό το υλικό επισημαίνουν δη ο καταλληλότερος όρος για τον ορισμό της καπιταλιστικής κρίσης, από τη σκοπιά της μαρξιστικής θεωρίας, είναι «κρίση υπερσυσσώρευσης», γιατί ο όρος αυτός απόδιδα μονοσήμαντα και με απόλυτη θεωρητική ακρίβεια το κυρίαρχο χαρακτηριστικό της κρίσης, την υπερπαραγωγή κεφαλαίου.

Ο Μαρξ στον τρίτο τόμο του Κεφαλαίου και στην ενότητα «Για την εξέλιξη των εσωτερικών αντιφάσεων του νόμου» (της πτωτικής τάσης του ποσοστού κέρδους) θα διατυπώσει κάποιες θέσεις για την καπιταλιστική κρίση που δικαιολογούν απόλυτα την υιοθέτηση του όρου «κρίση υπερσυσσώρευσης»: «Το αληθινό όριο της καπιταλιστικής παραγωγής είναι το ίδιο το κεφάλαιο, είναι το γεγονός ότι το κεφάλαιο και η αυτοαξιοποίησή του εμφανίζονται σαν αφετηρία και τέρμα, σαν κίνητρο και σκοπός της παραγωγής».37 «Η παραγωγή σταματάει, όχι επειδή έχουν ικανοποιηθεί σε ανάγκες, αλλά όταν το σταμάτημα αυτό το απαιτούν η παραγωγή του κέρδους και η πραγματοποίηση του».38

Επίσης στο σημείο όπου εξετάζει την κυκλοφορία του παραγωγικού κεφαλαίου θα διαβάσουμε: «Η κρίση δεν εκδηλώνεται με την άμεση μείωση της καταναλωτικής ζήτησης, της ζήτησης για ατομική κατανάλωση, αλλά με τη μείωση της ανταλλαγής κεφαλαίου με κεφάλαιο, με τη μείωση του προτσές αναπαραγωγής του κεφαλαίου».39

Με βάση αυτό το πλαίσιο θέσεων ο Μαρξ θα επιχειρήσει να ορίσει με αυστηρό τρόπο την κρίση. Έτσι θα διατύπωσα το εξής συμπέρασμα:

Στην κρίση «η πληθώρα αυτή του κεφαλαίου απορρέει από τις ίδιες συνθήκες που γεννούν έναν σχετικό υπερπληθυσμό, και γι' αυτό αποτελεί ίνα φαινόμενο, που συμπληρώνει αυτόν τον τελευταίο, παρ' όλο που και οι δύο βρίσκονται σε αντιτιθέμενους πόλους, αναπασχόλητο κεφάλαιο στη μια πλευρά, και αναπασχόλητος εργατικός πληθυσμός στην άλλη. Υπερπαραγωγή κεφαλαίου, και όχι ξεχωριστών εμπορευμάτων αν και η υπερπαραγωγή κεφαλαίου περιλαβαίνει πάντα την υπερπαραγωγή εμπορευμάτων δεν σημαίνει λοιπόν τίποτα άλλο από υπερσυσσώρευση κεφαλαίου».40

Σε αναφορά με αυτή τη θεωρητική συμπύκνωση θα ανασκευάσει ο Μαρξ κάπου άλλου την «υποκαταναλωτική» προσέγγιση στην κρίση.

«Η αντίληψη πως η συσσώρευση συντελείται σε βάρος της κατανάλωσης είναι έτσι γενικά διατυπωμένη αυτή καθαυτή μια αυταπάτη, που αντιφάσκει στη φύση της κεφαλαιοκρατικής παραγωγής, γιατί προϋποθέτει πως σκοπός και κίνητρο της είναι η κατανάλωση κι όχι το άρπαγμα υπεραξίας και η κεφαλαιοποίηση της, δηλαδή η συσσώρευση».41

Η υπερσυσσώρευση λοιπόν είναι η συγκυριακή έκφραση των εσωτερικών αντιφάσεων και τάσεων στη διαδικασία αξιοποίησης του κεφαλαίου, όπου «σχηματίζεται ένα πλεόνασμα κεφαλαιακής αξίας, που, εφ' όσον η δυνατότητα επέκτασης της μάζας της υπεραξίας είναι περιορισμένη, δεν μπορεί να αξιοποιηθεί σε ικανοποιητικό ποσοστό».42

Αυτό έχει σαν αποτέλεσμα την πτώση του ποσοστού κέρδους, ενώ παράλληλα τίθεται σε κίνηση η απαξιοποίηση του πλεονάζοντος κεφαλαίου με βάση την οποία θα απόκτησα ξανά το ποσοστό κέρδους ένα ικανοποιητικό επίπεδο.

'Εδώ λοιπόν, διαμορφώνεται και η τάση του να αυξηθούν ο{ τιμές μέσα στην κρίση σαν μέσο ενάντια στη διαδικασία απαξιοποίησης, που συνοδεύει την κρίση και την πτώση του ποσοστού κέρδους. Η δυνατότητα όμως μιας τέτοιας αύξησης των τιμών είναι γενικά περιορισμένη από τον ξέφρενο ανταγωνισμό των κεφαλαίων μέσα στην κρίση και κυρίως, από την περιορισμένη δυνατότητα πραγματοποίησης των τιμών. Κανένα μεμονωμένο κεφάλαιο και καμιά βούληση δεν μπορεί να αποφύγει τους καταναγκασμούς που θεμελιώνονται στην κεφαλαιοκρατική σχέση και επιβάλλονται στα μεμονωμένα κεφάλαια μέσα από την αγορά. Τα μεμονωμένα κεφάλαια δεν μπορούν δηλαδή (ακόμα κι αν είναι μονοπώλια) να ξεφύγουν ολοκληρωτικά από τους καταναγκασμούς των κοινωνικών μέσων όρων και των αγοραίων τιμών παραγωγής. Οι αυξήσεις τιμών δεν είναι έτσι κατά κανόνα δυνατές. Η κρίση οδηγεί στο κραχ, στο κατρακύλισμα των τιμών, στη βέβαιη απαξιοποίηση κεφαλαίου και μέσα απ' αυτή τη διαδικασία, στην ανάκαμψη και στην επανεκκίνηση του οικονομικού κύκλου.

Στη σημερινή συγκυρία υπάρχουν εντούτοις δύο παράγοντες που απ' τη μια κάνουν δυνατή την αύξηση των τιμών μέσα στην κρίση και απ' την άλλη επιβραδύνουν ταυτόχρονα τη διαδικασία απαξιοποίησης του κεφαλαίου.

Πρόκειται πρώτα για το ιδιαίτερο βάρος που έχει αποκτήσει το πάγιο μέρος του σταθερού κεφαλαίου, βάρος το οποίο εκμηδενίζει, μέσα στην κρίση, τις δυνατότητες για ανταγωνισμό, ανάμεσα στα μεμονωμένα κεφάλαια, με μέσο τη μείωση των τιμών. Παράλληλα, η μείωση της παραγωγής αυξάνει το κόστος των εμπορευμάτων. Η αύξηση των τιμών είναι στη σημερινή κρίση περισσότερο αναγκαία από ποτέ.

Πρόκειται επίσης για την επέκταση του πιστωτικού συστήματος (και τη διεθνοποίηση του κεφαλαίου) που κάνει δυνατή, για πρώτη φορά στη μεταπολεμική φάση την αύξηση των τιμών, τον πληθωρισμό μέσα την κρίση.

4.2. Ο ρόλος του πάγιου κεφαλαίου

Κατά τη διάρκεια της συσσώρευσης του κεφαλαίου εξελίσσονται δύο στενά συνδεδεμένες διαδικασίες: απ' τη μια αύξηση του σταθερού μέρους του κεφαλαίου σε σχέση με το μεταβλητό κεφάλαιο και από την άλλη, στο εσωτερικό του σταθερού κεφαλαίου, αύξηση του πάγιου συστατικού του σε σχέση με το κυκλοφορούν. Η δεύτερη διαδικασία έχει σημαντικές επιπτώσεις πάνω στη σύνθεση των τιμών: ο σημαντικός όγκος των παγίων εξόδων του κεφαλαίου καθήλωναν τις τιμές σ' ένα υψηλό επίπεδο, γιατί τα πάγια έξοδα είναι σχεδόν δεδομένα ανεξάρτητα από την ενεργό ζήτηση και τη μείωση της παραγωγής στην κρίση. Έτσι μειώνονται σημαντικά από τις ίδιες τις συνθήκες συσσώρευσης του κεφαλαίου, τα περιθώρια για πτώση των τιμών, αφού το σημαντικότερο μέρος των εξόδων, τα πάγια έξοδα, διατηρούνται πάντα σ' ένα συγκεκριμένο επίπεδο.

«Αυξανόμενες ποσότητες κεφαλαίου παγιωμένου στη σφαίρα παραγωγής μετατρέπονται σε μια αυξανόμενη (πασίγνωστη στην επιχειρησιακή οικονομία) επιβάρυνση του παγίου κόστους. Το πάγιο κόστος όμως ορίζεται από το ότι δεν μεταβάλλεται άμεσα με τον αντίστοιχο όγκο παραγωγής»,43 δηλ. ο κύριος όγκος των εξ οδών τα πάγια έξοδα, παραμένουν σχεδόν σταθερά παρά τη μείωση της παραγωγής. «Η συνέπεια σ' αυτή την περίπτωση είναι μονοσήμαντη: το κόστος του κάθε κομματιού σε μειωμένη ποσότητα παραγωγής αυξάνεται».44 Στην κρίση, λοιπόν, όταν η παραγωγή μειώνεται η μένει στάσιμη, γίνεται αναγκαία (για να αποφύγει το μεμονωμένο κεφάλαιο την άπαξιοποίηση) μια αύξηση των τιμών, καθόσον το κόστος παραγωγής ανά εμπόρευμα αυξάνει.

Αυτή η «αναγκαιότητα», αν και με σχετικά μικρότερη σημασία, υπήρχε και στην κρίση του '29. Δεν μπορούσε εντούτοις να Ικανοποιηθεί. Η δυνατότητα του πληθωρισμού μπορεί να εξασφαλισθεί, στο επίπεδο του συνολικού κοινωνικού κεφαλαίου, από το πιστωτικό σύστημα.

4.3. Το πιστωτικό σύστημα

Η κυκλοφορία του χρήματος δεν περιορίζεται στο ρευστό μέρος του αλλά περιέχει τα εμπορικά και τραπεζικά δάνεια, καθώς και τον κρατικό δανεισμό. Αυτό το τελευταίο μέρος του χρήματος διογκώνει τη ζήτηση με πολλούς τρόπους: Με εμπορικά - καταναλωτικά δάνεια που έχουν κατά κανόνα περιορισμένη ελαστικότητα, γιατί η ελαστικότητα αυτή καθορίζεται από τη δυνατότητα πληρωμής του καταναλωτή. Με τραπεζικά δάνεια σε μεμονωμένα κεφάλαια, με αρκετή ελαστικότητα, όπου όμως το όριο δανεισμού περιορίζεται από τα όρια που θέτει η διαδικασία συσσώρευσης, πράγμα που εκφράζεται επιφανειακά από τη σχέση επιτοκίου και ποσοστού κέρδους. Με τον κρατικό δανεισμό που δημιουργεί στην αγορά νέα ζήτηση και δυνατότητα πραγματοποίησης τιμών. Όμως και εδώ τα όρια είναι δεδομένα: Ο τόκος των κρατικών δανείων, ο όγκος της κεφαλαιαγοράς σε σχέση με το βιομηχανικό κεφάλαιο και τα όρια που τίθενται στην επιβάρυνση με νέα φορολογικά βάρη βασική πηγή των κρατικών εσόδων.

Το συμπέρασμα είναι λοιπόν ότι η πραγματοποίηση των υψηλών τιμών, δρα η δυνατότητα (και τα όρια) πληθωρισμού, εξαρτάται από τη διόγκωση του πιστωτικού συστήματος. Το πιστωτικό σύστημα παράλληλα δεν μπορεί να αντιμετωπιστεί ανεξάρτητα από την παραγωγή. Είναι αντίθετα οργανικά δεμένο με τη διαδικασία συσσώρευσης του κεφαλαίου.

Η διαδικασία απαξιοποίησης δεν αναιρείται όμως με τον πληθωρισμό. Εξελίσσεται με ρυθμούς λιγότερο οξείς, αλλά πολύ μεγαλύτερης διάρκειας. Ακόμα και στην περίπτωση πραγματοποίησης υψηλών τιμών, εκείνο που κυρίως εξασφαλίζεται είναι το ονομαστικό και όχι το πραγματικό ποσοστό κέρδους. Με τον πληθωρισμό η ίδια αξία αποκτά διαρκώς υψηλότερη τιμή.

«Ενώ λοιπόν η αναβολή της απαξιοποίησης πραγματοποιείται με τίμημα ένα υπερκυκλικό πληθωρισμό και μία τάση για χειροτέρευση της αξιοποίησης του συνολικού κεφαλαίου, επιτείνουν, από την άλλη, οι περιορισμένες δυνατότητες πραγματοποίησης, την πίεση του σταθερού (και ιδιαίτερα του παγιωμένου στην παραγωγική διαδικασία) κεφαλαίου πάνω στην αξιοποίηση. Αυτή η αντίφαση, που δεν μπορεί το κεφάλαιο να την αποφύγει, βρίσκει την έκφραση της στο ταυτόχρονο του πληθωρισμού και της στασιμότητας».45

Ο πληθωρισμός λοιπόν δεν αναιρεί την κρίση. Αντίθετα διαπλέκεται με τη στασιμότητα, αποτελεί τη συγκεκριμένη έκφραση της σημερινής κρίσης υπερσυσσώρευσης. Μαζί με την ανεργία αποτελεί ένα «δείκτη» για τη στασιμότητα.

4.4. Συντονισμός των εθνικών κύκλων

Μετά τον Β' Παγκόσμιο Πόλεμο παρατηρείται μία δυναμική συνεχής ανάκαμψη της παγκόσμιας οικονομίας, που, συνοπτικά, ανάγεται στους έξης λόγους: 1) Την υψηλή παραγωγικότητα της οικονομίας των ΗΠΑ, που εξασφάλιζε πρόσθετα κέρδη με την αύξηση των εξαγωγών κεφαλαίων. 2) Το υψηλό ποσοστό κέρδους στην Ευρώπη και την Ιαπωνία λόγω της μαζικής απαξιοποίησης και καταστροφής κεφαλαίων στον πόλεμο. 3) Υψηλό βαθμό εκμετάλλευσης της εργατικής δύναμης. 4) Διεθνοποίηση του κεφαλαίου, κύρια με τη μορφή πολυεθνικών επιχειρήσεων.46

Η διαδικασία αυτή δεν αναιρεί τον κλασικό κύκλο για κάθε οικονομία (εθνικός κύκλος). Οι κρίσεις σε κάθε εθνική οικονομία γίνονται ασύγχρονα, ανάλογα με τα δεδομένα κάθε εθνικού κοινωνικού σχηματισμού (βαθμός οργανικής σύνθεσης, χρόνος «εισόδου» στο γενικό παγκόσμιο κύκλο, ύψος μέσου ποσοστού κέρδους κ.λπ.) και παίρνουν λιγότερο η περισσότερο οξυμένες μορφές. Η κρίση έτσι εμφανίζεται «όχι απαραίτητα σαν βαρεία κρίση απαξιοποίησης... αλλά περισσότερο σαν εξασθένιση της ανάπτυξης».47

Στην πορεία όμως, τα αίτια της παγκόσμιας ανάκαμψης αρχίζουν να εκλείπουν, στο βαθμό που το τεχνολογικό προβάδισμα των ΗΠΑ συρρικνώνεται, τα εθνικά μέσα ποσοστά κέρδους τείνουν να εξισωθούν, η οργανική σύνθεση αυξάνει και ο κρατικός προστατευτισμός σε εθνικό επίπεδο δυσχεραίνεται από τη λειτουργία των πολυεθνικών, των «εκτελεστικών οργάνων του νόμου της αξίας» στην παγκόσμια αγορά.48

Οι εθνικοί κύκλοι, χωρίς να πάψουν να υφίστανται, συντονίζονται στη σημερινή κρίση και παράγουν τα φαινόμενα της άφεσης και κάμψης στην παγκόσμια αγορά.

Αυτή ακριβώς είναι και η αίτια για τη σημερινή μορφή της κρίσης. «Αυτή η διαρκής ανάκαμψη της παγκόσμιας αγοράς ήταν η βάση για να μπορέσουν να σχηματισθούν οι πληθωριστικές τάσεις. Επειδή η μια ανάκαμψη ακολουθούσε

την άλλη χωρίς ευρείας έκτασης απαξιοποίηση κεφαλαίου, όταν μειωνόταν η παραγωγή δεν αποτελούσαν οι μειώσεις αξίας που πραγματώθηκαν κατά την πορεία της ανάπτυξης των παραγωγικών δυνάμεων λόγο για να μειωθούν οι τιμές των εμπορευμάτων στην κρίση, η όποια βέβαια δεν ήταν ποτέ τίποτε περισσότερο από μια κοντοπρόθεσμη και όχι πολύ βαθιά μείωση της παραγωγής. Έτσι σέρνεται από «μπουμ σε μπουμ» ένα «πληθωριστικό υπόλοιπο», που εκφράζεται σαν «έρπων πληθωρισμός».49

Ταυτόχρονα, η διεθνοποίηση του πιστωτικού συστήματος, ο εξωτερικός δανεισμός των κρατών, δίνουν τις δυνατότητες για τη συντήρηση του πληθωρισμού, και την τεχνητή αύξηση της ζήτησης ακόμη και στην κρίση, όταν οι εθνικοί κύκλοι δεν συγχρονίζονται. Όμως στην πραγματικότητα η απαξιοποίηση δεν ακυρώνεται μ' αυτόν τον τρόπο, άπλα αναβάλλεται. Και η υπερσυσσώρευση συγκαλύπτεται με την διόγκωση της πίστης. Το πιστωτικό σύστημα όμως, οντάς εξαρτημένο από τη διαδικασία συσσώρευσης του κεφαλαίου, αποσταθεροποιείται με τα υψηλά ποσοστά πληθωρισμού, γιατί έχει να «επιλέξει» χοντρικά, ανάμεσα σε όλο και ψηλότερα επιτόκια δανεισμού, που καθιστούν προβληματική τη χρήση του (σε σχέση με τα μειωμένα ποσοστά κέρδους), η να δεχθεί χαμηλά επιτόκια με κίνδυνο να κλονισθεί.

Γιατί, όπως είχε ήδη επισημάνει ο Μαρξ: «Μια υποτίμηση του πιστωτικού χρήματος θα συγκλόνιζε όλες τις υπάρχουσες σχέσεις».30

Επίλογος

Σε ό,τι προηγήθηκε προσπαθήσαμε να αναδείξουμε τα στοιχεία εκείνα που συγκροτούν τον πυρήνα της καπιταλιστικής κρίσης σήμερα, με τη μορφή του παρατεινόμενου στασιμοπληθωρισμού. Έγινε φανερό ότι με τη βοήθεια του πιστωτικού συστήματος επιχειρείται να μετατεθεί η ραγδαία απαξιοποίηση του κεφαλαίου και η καταστροφή παραγωγικών δυνάμεων και μέσων παραγωγής στην κρίση μέσα από τη διαρκή αύξηση τιμών. Αυτή η δυνατότητα αύξησης τιμών έχει όμως τα όριά της, μια και το πιστωτικό σύστημα συναρτάται ακριβώς από τη διαδικασία συσσώρευσης, την οποία επιχειρεί να επηρεάσει. Η «σταθεροποιητική» λειτουργία του πληθωρισμού υπόκειται επίσης σε περιορισμούς, που έχουν τη ρίζα τους στο συντονισμό των εθνικών κύκλων σε παγκόσμια κλίμακα και την τάση για εξίσωση των ποσοστών κέρδους των βιομηχανικών χωρών στην παγκόσμια αγορά.

Σ' αυτή τη συγκυρία είναι αρκετά παρακινδυνευμένο να προβλέψει κανείς την πορεία της καπιταλιστικής οικονομίας, πολύ δεν περισσότερο να δώσει ένα θεωρητικό σχήμα για τη διαδικασία ανάκαμψης, τις συγκεκριμένες μορφές και τάσεις εξέλιξης της. Επειδή ακριβώς το ξεπέρασμα της κρίσης θα πρέπει να στηρίζεται είτε στη μαζική απαξιοποίηση κεφαλαίων, που θα εξασφαλίσει μια άνοδο του ποσοστού κέρδους και ανοδική πορεία του κύκλου, είτε στη διάνοιξη νέων αγορών, που θα επιτρέψουν μία αξιοποίηση κεφαλαίων σε υψηλό ποσοστό, είναι προφανές ότι η όποια πρόβλεψη θα πρέπει να δίνει στοιχεία που να προδιαγράφουν την αντιφατική κίνηση του κεφαλαίου. Αυτό όμως μπορεί να γίνει μόνο σε γενικές γραμμές και θα έχει άπλα το χαρακτήρα καταγραφής δυνατοτήτων, χωρίς να μπορεί μακροπρόθεσμα να προβλεφθεί ποιες είναι οι πιθανότητες πραγμάτωσης τους μέσα στην παγκόσμια οικονομική συγκυρία.

Έτσι, θα αρκεστούμε να τονίσουμε στο σημείο αυτό, ότι η προσπάθεια αναβολής της απαξιοποίησης με τη βοήθεια του πιστωτικού συστήματος έχει σχετικά περιορισμένες δυνατότητες για να αποτελέσει διέξοδο. Πολύ περισσότερο, γιατί η προσπάθεια αυτή περιέχει και σημαντικά σημεία αστάθειας, που, με την αυξανόμενη επέκταση της πίστης, εγκυμονούν κάποιο κίνδυνο να κλονίσουν το τραπεζικό σύστημα και να οδηγήσουν σε ανοικτή κρίση με έντονα στοιχεία απαξιοποίησης του κεφαλαίου. Το σημείο αυτό θα έβγαζε στην επιφάνεια τα όρια και την τελική αδυναμία του κράτους να καθορίσει τη διαδικασία αξιοποίησης του κεφαλαίου και είναι πιθανό να μεταφραζόταν και σε συνολική πολιτική κρίση που θα έθετε σε αμφισβήτηση τη συνοχή διάφορων κοινωνικών σχηματισμών. Από την άλλη μεριά βέβαια, δεν μπορεί κανείς να αποκλείσει, στο βαθμό που οι πιθανότητες για νέες παγκόσμιες αγορές σε κλίμακα ικανή να τροφοδοτήσει την ανάκαμψη δεν είναι ορατές, ακόμη και τυχοδιωκτικές πολεμικές ενέργειες που θα αυξάνουν τις προϋποθέσεις για ανάκαμψη.

Όλα αυτά βέβαια είναι τόσο πιθανά όσο και απίθανα. Πρόκειται για παρατηρήσεις που δεν φιλοδοξούν να διεκδικήσουν τον τίτλο της πρόβλεψης. Είναι τελικά ιδιαίτερα άχαρος ο ρόλος του επαγγελματία προφήτη, ανεξάρτητα από το αν προφητεύει την «επερχόμενη οικονομική ανάκαμψη», η αν αφουγκράζεται τον «επιθανάτιο ρόγχο του καπιταλισμού». Αξίζει πάντως να σημειώσουμε εδώ ότι όλο και περισσότεροι αριστεροί ολισθαίνουν τον τελευταίο καιρό από τη θεωρία για τη «δομική κρίση του καπιταλισμού» στην πρόβλεψη ότι η παγκόσμια οικονομία θα ανακάμψει, επειδή (μεταξύ άλλων) πέφτουνε οι τιμές του πετρελαίου. Μετά την «πετρελαιακή κρίση» έρχεται μήπως η «πετρελαιακή ανάκαμψη»;

Υποσημειώσεις

1. Κ. Μαρξ. «Το Κεφάλαιο» τ. III, σελ. 609, ΣΥΓΧΡ. ΕΠΟΧΗ.

2. ο.π., σελ. 609.

3. Σ' αυτό συνηγορεί και η άποψη του Π. Σουήζυ, ο όποιος σε κλασικό απόσπασμα από το «Κεφάλαιο» που θεωρείται το στήριγμα των θεωριών της υποκατανάλωσης (την οποία αποδέχεται και ο ίδιος) σπεύδει να παρατηρήσει: «Στα συμφραζόμενα της, η δήλωση αυτή έχει το χαρακτήρα παρενθετικής σημείωσης, και ακόμα, η ερμηνεία που πρέπει να δοθεί στην έκφραση «τελική αιτία κάθε πραγματικής κρίσης» μένει αδιασαφήνιστη» Π.Σ.: «Η θεωρία της καπιταλιστικής ανάπτυξης», εκδ. Gutenberg, σελ. 202.

4. «Το Κεφάλαιο», III, σ. 610.

5. Ρ, ΛούξειιπουοΥΚ: «Συσσώρευση του κεφαλαίου» π. 168176.

6. Π. Σουήζυ, ο.π. σ. 204.

7. Το «Κεφάλαιο» τόμος II, σελ. 411, εκδ. Μόρφωση.

8. «Το Κεφάλαιο», III, σ. 609

9. Μ. Tugan - Baranofsky, «Studien zur Theorie und Geschichte der Handelskrisen in England», 1901.

10. T. Negri, (Zuklus und Krise bei Marx», Merve Verlag, 1979. Π. ο.π., σ. 61.

12. ο.π., σ. 61.

13. ο.π., ci,. 62,,. ..... ....... ..... . ............ .. . ........ .....

14. ο.π. σ. 62.

15. «Το Κεφάλαιο», III. σ. 325.

16. ο.π., σ. 306.

17. ο.π., σ. 326.

18. Μ. Dobb, «Political Economy and Capitalism».

19. Ν. Bucharin, «Der Imperialismus und die Akkumulation des Kapitals», 1925, επανέκδοση Χοβελβέργη 1970.

20. Στοιχεία κριτικής στη θεωρία της «γενικής κρίσης του καπιταλισμού» περιέχονται στο Γ. Μηλιός, Ο Ιμπεριαλισμός και η θεωρία του κρατικομονοπωλιακου καπιταλισμού, Αγώνας για την κομμουνιστική ανανέωση, τ. 2, 1978.

21. «Η γενική κρίση του καπιταλισμού εκφράζεται κυρίαρχα στη διάσπαση της παγκόσμιας οικονομίας, στον αποχωρισμό ενός έκτου της γης, δηλαδή της Σοβιετικής Ένωσης, από την περιοχή της παγκόσμιας καπιταλιστικής επιρροής. Η γενική κρίση του καπιταλισμού δεν αποτελεί, με κανένα τρόπο, μια φάση του κύκλου. Αποτελεί ένα στάδιο, η μια φάση του ιμπεριαλισμού, μια ολόκληρη εποχή της κατάρρευσης του καπιταλισμού». Α. Goldscmidt, K. A. Wittfogel, Arbeiterschulung, Βιέννη Βερολίνο 1930.

22. Βλ. Γ. Μηλιός, «Καπιταλιστικός τρόπος παραγωγής και μονοπώλια», στις θέσεις No 2

23. «Ο πληθωρισμός είναι έκφραση της γενικής κρίσης του καπιταλισμού. Στην ουσία του είναι μια διαδικασία αναδιανομής προς όφελος του μονοπωλίων, που διαμεσολαβείτε από το κράτος» Ε. Dähn, «Ursachen und Wesen der Inflation», Marxistische Blätter 4 1974.

24. Π. Μπουργκες, «Φταινε οι μισθοί για τον πληθωρισμό;» Σ.Ε., σ. 113.

25. ο.π., σ. 9.

26. ο.π., σ. 171.

27. ο.π., σ. 171.

28. ο.π., σ. 174.

29. «Αν η άνοδος των τιμών δεν είναι απεριόριστη, αυτό συμβαίνει γιατί υπάρχει ίνα επίπεδο πραγματικών μισθών που εξασφαλίζει τη διοχέτευση της παραγωγής σε μια τιμή που καθιστά το κέρδος μέγιστο» Σαμίρ Άμίν, «Η άνιση ανάπτυξη», Καστανιώτης σελ. 91.

30. Θέσεις της Κ.Ε. για το Π ο συνέδριο του ΚΚΕ, σ. 51.

31. ο.π., σ. 52.

32. ο.π., σ. 54.

33. Επεξηγώντας τη θεωρία των «μακρών κυμάτων», ο Ε. Μαντελ λέει: «Τα "μακρά κύματα που τείνουν προς τη στασιμότητα" δεν συνεπάγονται με κανένα τρόπο μόνιμη κάμψη της υλικής παραγωγής διάρκειας 20-25 χρόνων. Χαρακτηρίζονται από μια αλληλοδιαδοχή κρίσεων υπερπαραγωγής και περιόδων ανάκαμψης και αύξησης της παραγωγής, ακριβώς όπως και τα "μακρά κύματα που τείνουν προς την ανάπτυξη". Ο κύκλος συνεχίζει να λειτουργεί σαν τέτοιος. Η διαφορά βρίσκεται στο γεγονός ότι στη διάρκεια των "μακρών κυμάτων που τείνουν προς την ανάπτυξη", οι φάσεις άφεσης είναι πιο βραχύχρονες και λιγότερο βαθιές, ενώ οι φάσεις ανάκαμψης και "μπουμ" είναι πιο μακρόχρονες και πιο ευημερείς. Αντίστροφα κατά τη διάρκεια των "μακρών κυμάτων που τείνουν προς τη στασιμότητα", οι υφέσεις διαρκούν περισσότερο και είναι βαθύτερες, ενώ οι περίοδοι ανάκαμψης διαρκούν λιγότερο και επιτρέπουν μικρότερη ανάπτυξη, αντιμετωπίζοντας δυσκολίες στο να μετασχηματιστούν σε φάσεις καθαρής ευημερίας. Η φάση που μόλις περάσαμε αποτελεί μια εντυπωσιακή επιβεβαίωση αυτού του γεγονότος!», Ε.Μ. «Η τελευταία οικονομική κρίση», σ. 215, ΟΔΥΣΣΕΑΣ.

34. Έ. Μαντέλ, «Spätkapitalismus» σ. 107.

35. Βλ. και το άρθρο του Χρ. Βαλλιάνου γιο την Επιστημονικοτεχνική επανάσταση, που δημοσιεύεται σ' αυτό το τεύχος.

36. Elmar Altvater, Jürgen Hoffman, Rainer Künzel, Willi Semmler, «Inflation und Krise der Kapitalverwertung» στο Probleme des Klassen Kampfs, 17 19, 1975.

37. «Το Κεφάλαιο», III, σ. 316.

38. ο.π., σ. 327.

39. ο.π., II, σ. «75.

40. ο.π., III, σ. 317.

41. ο.π., Π, σ. 504.

42. Ε. Altvater, ο.π., σ. 270.

43. ο.π., σ. 263.

44. ο.π., σ. 263.

45. ο.π., σελ. 410411.

46. ο.π., σ. 292.

47. ο.π., σ. 301.

48. ο.π., σ. 294.

49. ο.π.; σ. 294.

50. «Το Κεφάλαιο», III, σ, 649.

 
< Προηγ.   Επόμ. >
Θέσεις, τριμηνιαία επιθεώρηση, 37ο έτος (1982-2019), εκδόσεις Νήσος, (Σαρρή 14, 10553, Αθήνα, τηλ-fax: 210-3250058)
Το περιεχόμενο διατίθεται ελεύθερα για μη εμπορικούς σκοπούς, υπό τον όρο της παραπομπής στην αρχική του πηγή