Διανόηση και εξουσία. Η περίπτωση του Κορδάτου Εκτύπωση
Τεύχος 49, περίοδος: Οκτώβριος - Δεκέμβριος 1994


Διανόηση και εξουσία. Η περίπτωση του Κορδάτου
του Νίκου Κοτζιά

Ο Κορδάτος αποτελεί την περίπτωση υπόδειγμα για την ανάλυση της διανόησης που έχει συνδεθεί με το εργατικό κίνημα και τη θεωρία του μαρξισμού λενινισμού, που κινείται στο Μεσοπόλεμο γύρω και μέσα από τις γραμμές του ΚΚΕ. Η περίπτωση Κορδάτου παρουσιάζει ιδιαίτερο ενδιαφέρον γιατί συμπυκνώνει τα χαρακτηριστικά του διανοούμενου κομματικού στελέχους, αφού υπήρξε επί χρόνια μέλος της καθοδήγησης του ΚΚΕ, ακόμα και γραμματέας του. Βέβαια, ο Κορδάτος είναι ένας οργανικός διανοούμενος που εντάσσεται στις γραμμές του ΚΚΕ σε μια περίοδο που η διανόηση δεν έχει γίνει ακόμα ένα στρώμα με μαζική παρουσία στο κοινωνικό γίγνεσθαι της Ελλάδας1. Στην ανάλυση μας θα αποφύγουμε να αναφερθούμε στα επιμέρους βιογραφικά του στοιχεία και θα συγκεντρώσουμε την προσοχή μας στα γενικευμένα χαρακτηριστικά που παρουσιάζει η περίπτωση του όσον αφορά τη σχέση κομματική εξουσία - κομματική γραμμή - κομματική οργάνωση - θεωρία και διανόηση. Τα χαρακτηριστικά αυτά, όμως, ανάγονται σε τελική ανάλυση και σχετίζονται, σ' ένα βαθμό, με τη γενικότερη σχέση που διαμορφώνεται ανάμεσα σε κάθε είδους εξουσία και στη διανόηση2.

1. Διανόηση · Κόμμα - Εξουσία

Η σχέση ανάμεσα στη διανόηση και την εξουσία χαρακτηρίζεται από την προσπάθεια της εξουσίας να προσεταιρισθεί τον παραγωγό πνευματικού έργου, χωρίς όμως και να του επιτρέπει να διεκδικεί ισοτιμία μ' αυτήν. Η εξουσία ανέχεται τον διανοούμενο μόνο στο βαθμό που επιτελεί τα καθήκοντα που απορρέουν γι' αυτόν από τον κοινωνικό καταμερισμό εξουσίας που αναπαράγει τους όρους ύπαρξης της. Όσο περισσότερο εμφανίζεται η εξουσία να ανέχεται το ρόλο του διανοούμενου, τόσο περισσότερο τον θέλει και απαιτεί το έργο του να είναι υποταγμένο στις ανάγκες της. Ταυτόχρονα, από την άλλη, όσο περισσότερο εμφανίζεται να απορρίπτει τη σημασία της θεωρίας, τόσο περισσότερο παίρνει μέτρα καταστολής έναντι των διανοουμένων, ανησυχεί για τις απόψεις τους και την επίδραση που μπορεί να έχουν αυτές στο κοινωνικό σώμα. Είναι η κατάσταση που περιγράφει ο Ι. Καντ στον πρόλογο του στην «Αιώνια Ειρήνη» όπου ειρωνευόμενος την εξουσία την καλεί να δείχνει εξίσου αδιάφορη απέναντι στην κριτική των φιλοσόφων, όσο αδιάφορη υποστηρίζει ότι είναι απέναντι στο έργο τους και την ίδια τη φιλοσοφία3.

Στην ανάλυση της σχέσης ανάμεσα στην κομματική ηγεσία και τη διανόηση, απαιτείται να παίρνει κανείς υπόψη του ότι το κόμμα δεν επιδιώκει μόνο να κατακτήσει την πολιτική εξουσία, αλλά ότι, επιπλέον, το σύστημα εσωτερικών του σχέσεων είναι και αυτό εξουσιαστικά δομημένο, διαμορφώνει και αποτελεί μια μορφή (εσωκομματικής) εξουσίας. Η σχέση του κόμματος ως δομής εξουσίας και φορέα εξουσιαστικής σχέσης απέναντι στη διανόηση είναι διττή. Είναι τόσο μια σχέση ανάμεσα στον πολιτικό κοινωνικό θεσμό και μια κοινωνική ομάδα συγκεκριμένης λειτουργίας, όσο και μια σχέση στο ίδιο το εσωτερικό του κόμματος ανάμεσα στη νομιμοποιημένη, όχι πάντα νόμιμη εξουσία4 της ηγεσίας του, και σε ένα κομμάτι του κομματικού μηχανισμού ειδικής θέσης στο σύστημα του κομματικού καταμερισμού λειτουργίας (από δω προκύπτει και ο γκραμσιανός «οργανικός διανοούμενος»5) .

2. Η αντιμετώπιση της διανόησης στον κομματικό θεσμό

Στο ΚΚΕ του Μεσοπολέμου, όπως και στην Κ.Δ. συνολικά, οι διανοούμενοι θεωρούνταν συστατικό της αστικής τάξης, φορείς του αντιδραστικού μικροαστικισμού. Κάθε προσέγγιση τους στο «λαϊκό ή προλεταριακό κίνημα» θεωρούνταν προδοσία του κοινωνικού χώρου προέλευσης τους. Αντίληψη που τους υποχρέωνε στη συνεχή απόδειξη ότι παραμένουν πιστοί σ' αυτή τους την επιλογή, ότι δεν θα «προδώσουν» την ίδια την πράξη της προδοσίας τους. Η εκτίμηση αυτή υπεισέρχεται στη συνείδηση της ηγεσίας του ΚΚΕ ως μια δομημένη δυσπιστία αν όχι και εχθρότητα έναντι της διανόησης, γεγονός που ασκεί πάνω της μια αρνητική σύνθετη ψυχολογική πίεση. Μια πίεση που την οδηγεί είτε να τείνει στο να γίνει βασιλικότερη του βασιλέως, το γραφειοκρατικοποιημένο τμήμα της, και να ανοίγει στο όνομα του προλεταριάτου τα πιο βάρβαρα μέτωπα έναντι της θεωρίας και των διανοουμένων, είτε, από την άλλη, να καταλαμβάνει το άλλο άκρο και να συμπεριφέρεται σε αντιστοιχία με τις ήδη υπάρχουσες προκαταλήψεις και να τις δικαιώνει.

Στο «Μανιφέστο του Κομμουνιστικού Κόμματος», όμως, που περιγράφει την προσέγγιση της διανόησης στο σοσιαλιστικό κίνημα ως το ιστορικό αντίστοιχο εκείνης των αριστοκρατών που προσχωρούσαν στο πλευρό της αστικής τάξης στην πάλη της ενάντια στη φεουδαρχία, εκτιμάται ότι σε εποχές μεγάλης κρίσης ένα σημαντικό κομμάτι των ιδεολόγων της αστικής τάξης, επειδή «κατανοεί» το σύνολο της ιστορικής κοινωνικής κίνησης, περνά στο πλευρό της εργατικής τάξης6. Το «οργανωμένο προλεταριακό κίνημα» (Β.Ι. Λένιν) διέκρινε, κατά συνέπεια, στους διανοούμενους όχι μόνο, ή απλά τους προδότες της τάξης τους, όπως έκανε το ΚΚΕ στο Μεσοπόλεμο, αλλά τους ανθρώπους που ανακάλυπταν μέσα από διανοητικές διαδικασίες και θεωρητικές επεξεργασίες το ιστορικό δίκαιο του προλεταριάτου και του σοσιαλισμού. Οι διανοούμενοι δεν είναι απλά προδότες, αλλά είναι και φορείς της θεωρίας, της σκέψης και των οραμάτων για το καινούργιο. Ο χαρακτηρισμός τους δεν είναι μονοσήμαντα αρνητικός. Η θέση τους διαθέτει και θετικό προσδιορισμό.

Τα πιο φωτεινά μυαλά του σοσιαλιστικού κινήματος, προερχόμενα κατά κανόνα και τα ίδια από τη διανόηση (Μαρξ, Ένγκελς, Λένιν, Γκράμσι, Λούξεμπουργκ, Λίπκνεχτ, Μέρινγκ κ.ο.κ.), είναι αυτά που πρωτοδιατύπωσαν και εκλαΐκευσαν τις θέσεις του εργατικού κινήματος για τη διανόηση. Αντιλήψεις που δεν αποτέλεσαν, κατά συνέπεια, προϊόν της οργανωμένης συνειδητής αντίληψης του ίδιου του υποκειμένου στο όνομα του οποίου έγιναν. Όλοι οι προαναφερόμενοι, όμως, σε αντίθεση με τις περισσότερες ηγεσίες του ΚΚΕ, θεώρησαν τους διανοούμενους ως αναπόσπαστο κομμάτι κάθε προσπάθειας οικοδόμησης της νέας, σοσιαλιστικής κοινωνίας.

Αντίθετα, ο σταλινισμός θα αντιληφθεί τη συμμαχία κριτικής διανόησης, επαναστατικής φιλοσοφίας και προλεταριάτου ως υποταγή της πρώτης στο δεύτερο, ακόμη και αν το δεύτερο εκπροσωπείται ιδεολογικά πολιτικά από τα πιο καθυστερημένα τμήματα της «επαναστατικής διανόησης». Η θέση του Μαρξ ότι ο σοσιαλισμός και η φιλοσοφία αποτελούν την απαραίτητη συμμαχία κάθε κοινωνικής αλλαγής θα αγνοηθεί επιδεικτικά από την ηγεσία του ΚΚΕ του Μεσοπολέμου. Και όμως, στην εισαγωγή του στην κριτική της χεγγελιανής φιλοσοφίας του δικαίου ο Μαρξ είχε επίμονα υπογραμμίσει ότι «όπως η φιλοσοφία βρίσκει στο προλεταριάτο τα υλικά της όπλα, έτσι βρίσκει το προλεταριάτο στη φιλοσοφία τα πνευματικά του όπλα», και αυτό γιατί «η μοναδική πρακτικά δυνατή απελευθέρωση» απαιτεί και προϋποθέτει την ανάπτυξη της θεωρίας. Η χειραφέτηση των ανθρώπων, θα γράψει ο Κ. Μαρξ, διαθέτει «ως εγκέφαλο της τη φιλοσοφία, καρδιά της δε το προλεταριάτο. Η φιλοσοφία δεν μπορεί να πραγματωθεί χωρίς τον ξεσηκωμό που θα άρει (την κατάσταση του, σημ. Ν.Κ.) το προλεταριάτο και το προλεταριάτο δεν μπορεί να κάνει αυτή την άρση (της θέσης του, σημ. ΥΚ) χωρίς την πραγμάτωση της φιλοσοφίας»7. Επανερχόμενος σ' αυτή τη θέση ο Φ. Ένγκελς υποστήριξε ότι «εάν οι φιλόσοφοι σκέφτονται μαζί μας και οι εργάτες παλεύουν μαζί μας» δεν υπάρχει καμιά «δύναμη στον κόσμο, που θα ήταν αρκετά δυνατή ώστε να αντισταθεί» στην πορεία για τον σοσιαλισμό8.

Η σκέψη των Μαρξ και Ένγκελς είναι σαφής. Ναι μεν η διανόηση είναι ένα ενδιάμεσο κοινωνικό στρώμα, αλλά στο βαθμό που συστρατεύεται με το προλεταριάτο είναι μια από τις δύο συνιστώσες, προϋπόθεση, που θα οδηγήσουν στην αλλαγή της κοινωνίας. Το ότι δεν είναι κάθε διανοούμενος πρακτικά με την υπόθεση της κοινωνικής αλλαγής δεν λέει τίποτα παραπάνω από την αντίστοιχη αλήθεια ότι δεν είναι κάθε προλετάριος οπαδός αυτής της υπόθεσης. Η δύναμη του προλεταριάτου, εκτιμούσαν οι Μαρξ και Ένγκελς, θα πείθει περισσότερους διανοούμενους να ταχθούν με το σοσιαλισμό και η αύξηση της στράτευσης των τελευταίων θα αποτελέσει τον όρο πνευματικής απελευθέρωσης του πρώτου. Όποιος λοιπόν στο όνομα της προλεταριακής καθαρότητας ανάγει την κριτικά σκεπτόμενη διανόηση σε αντίπαλο συμπεριφέρεται όχι μόνο ιστορικά ανόητα, αλλά στρέφεται ενάντια στο μαρξισμό και δυσκολεύει συνολικά την υπόθεση του ριζοσπαστικού κινήματος αλλαγής της κοινωνίας. Και αυτή ακριβώς η λανθασμένη στάση διέτρεξε τη σχέση του ΚΚΕ με την πρώτη γενιά διανοουμένων που το συγκρότησαν και βρέθηκαν στις γραμμές του στη δεκαετία του '20, με τον Κορδάτο.

Στη δεκαετία του '20, το κομμουνιστικό κίνημα ανάλογα με την πείρα, σε κάθε χώρα, που θα αποκομίσει από τη σχέση του με τη διανόηση θα εξαγάγει δύο διαφορετικά συμπεράσματα. Το πρώτο, ότι η διανόηση θα πρέπει να βρίσκεται συνεχώς στο στάδιο της διαπαιδαγώγησης και να αντιμετωπίζεται καχύποπτα, ακόμα και αν το κίνημα «της κάνει την τιμή να της επιτρέπει» να συμμετέχει σ' αυτό. Πρόκειται για μια «λογική» που θα φτάσει στο αποκορύφωμα της στη διάρκεια της «κινεζικής προλεταριακής πολιτιστικής επανάστασης». Η σχέση ΚΚΕ Κορδάτου χαρακτηρίζεται ακριβώς απ' αυτή τη συνθήκη: Το προλεταριάτο κάνει συνεχή επίδειξη της προλεταριακής γροθιάς του έναντι της μικροαστικά ταλαντευόμενης, προδοτικής απέναντι στην τάξη της, διανόησης. Ο δεύτερος δρόμος δεν θα γίνει ο δρόμος του ΚΚΕ. Είναι αυτός που πρότεινε η Κλάρα Τσέτκιν στην ειδική συνεδρίαση της εκτελεστικής επιτροπής της Κ.Δ. πάνω στο ζήτημα της διανόησης5. Η Κλάρα Τσέτκιν επέμενε ότι το ζητούμενο δεν είναι να καταγράφεται η όποια ταλάντευση της διανόησης απέναντι στο κομμουνιστικό κίνημα, αλλά η μεθοδική προσέλκυση της από την εργατική τάξη, ο εναγκαλισμός της τη στιγμή που «ως εκκρεμές την πλησιάζει». Όχι για λόγους μεγαλοψυχίας ή ηθικής, αλλά γιατί αυτό το επιτάσσουν οι ίδιες οι ανάγκες της επανάστασης.

Ο σταλινισμός που δεν μπόρεσε να κατανοήσει αυτό το γεγονός, ότι δηλαδή ανάμεσα στη διανόηση και το προλεταριάτο υπάρχει μια σχέση πολύπλευρης και πολυειδούς αμοιβαίας ανάγκης, αγνόησε και τις βαθιάς σημασίας επισημάνσεις που έκανε ο Vargas για τη σχέση ανάμεσα στη δικτατορία του προλεταριάτου και τη διανόηση, ότι ενώ απέναντι στους αστούς, ακόμη και στους εν δυνάμει συμμάχους μικροαστούς η θέση της επανάστασης προωθείται, και αν χρειαστεί επιβάλλεται, δια της βίας, με την επίδειξη της προλεταριακής πυγμής, ο διανοούμενος που πρέπει να παράγει διανοητικό έργο, που πρέπει να αναζητήσει νέους δρόμους ανάπτυξης της κοινωνίας και να εφαρμόσει δημιουργικά στη διαδικασία μαζικής κοινωνικής παραγωγής τα επιτεύγματα της επιστήμης και τεχνολογίας, μπορεί να το κάνει αυτό μόνο αν έχει εσωτερική παρακίνηση, με τη δική του θέληση και την πειθώ της εξουσίας10. Ανάλογα ισχύουν, βέβαια, και για την παραγωγή θεωρίας από τη διανόηση στα πλαίσια των ΚΚ και όταν αυτά είναι ακόμα στην αντικαπιταλιστική αντιπολίτευση.

Μεθοδολογικά, η παραπάνω προσέγγιση του Ε. Vargas, όπως και η αντίστοιχη νωρίτερα, το 1894, από τον Ένγκελς «αγνοήθηκαν» στην αντιμετώπιση του Κορδάτου από την ηγεσία του ΚΚΕ. Κάθε διαφωνία ή έστω και διανοητική αναζήτηση του θεωρήθηκε απόρροια ενός αντιδραστικού μικροαστικού χαρακτήρα που δεν κατανόησε, κατά την ημιμαθή τότε ηγεσία του ΚΚΕ, την «απλή αλήθεια», ότι οι διανοούμενοι «μόνο ενταγμένοι στο επαναστατικό κίνημα της εργατικής τάξης, το οποίο καθοδηγεί το ΚΚΕ, μπορούν να εννοήσουν και να εφαρμόσουν με συνέπεια το διαλεκτικό ματεριαλισμό»12. Όποιος δεν κατανοούσε αυτή την αρχή, αδυνατούσε, εξ ορισμού, να ανακαλύψει την αλήθεια ή να είναι μαρξιστής (το πώς ο Μαρξ μπορούσε να γίνει μαρξιστής χωρίς να υπάρχει ήδη το «κόμμα» που είναι η «προϋπόθεση» για κάτι τέτοιο, είναι μια αντινομία που δεν μπορεί βέβαια να βρει τη λύση της στα πλαίσια μιας τέτοιας απλούστευσης) και εύκολα οδηγείται, όπως και ο Κορδάτος κατά το ΚΚΕ, σε φορέα της «μικροαστικής πνευματικής αναπηρίας»13.

Ο Κορδάτος, ένας από τους πιο μελετηρούς Έλληνες μαρξιστές, που αναζήτησε στην ίδια την ιστορία της χώρας τις ιδιαίτερες συνθήκες μέσα στις οποίες αναπτυσσόταν το ΚΚΕ, που παρακολουθούσε με σταθερότητα τις διεθνείς εξελίξεις και τις συζητήσεις στη διεθνή αριστερά, θα θεωρηθεί εξ ορισμού εχθρός του κινήματος από εκείνους που το κίνημα τους ξέχασε πιο γρήγορα απ' ό,τι ήταν η ταχύτητα των καταγγελιών τους σε βάρος του παλιού γραμματέα του κόμματος. Επρόκειτο για μια ακόμα εκδήλωση μιας θεωρητικής δομικής αδυναμίας του ΚΚΕ που θα παγιωθεί μέχρι σήμερα. Όπως έχω σημειώσει πολλαπλά στην αυτοκριτική μου για τη στάση των διανοουμένων απέναντι στον μαρξισμό, για την έλλειψη μιας θεωρίας για τη θεωρία γενικά και το μαρξισμό ειδικότερα14, η ηγεσία του ΚΚΕ, στις καλύτερες στιγμές της, περιοριζόταν να «απαντά στις απαντήσεις», να ανατρέπει δηλαδή με μεθόδους πολεμικής τις απόψεις του εν δυνάμει συνδιαλογιζόμενου, αντί να «ανακαλύπτει» και να αξιολογεί ορθά τα ερωτήματα που εντοπίζει ο έχων διαφορετική, όχι απαραίτητα αντίθετη, γνώμη.

3. Οι δύο ομάδες διανοουμένων στο κόμμα

Η σχέση προλεταριάτου και διανόησης οργανώνεται, έτσι τουλάχιστον ισχυρίζεται η θεωρία του κόμματος νέου τύπου, και έχει σ' έναν βαθμό επιβεβαιωθεί σε ορισμένες συγκεκριμένες φάσεις ανάπτυξης της κοινωνικής πάλης, από το κομμουνιστικό κόμμα. Στην «ιστορική του διαδρομή» γίνεται το ίδιο «θύμα» της ασυνεπούς αντίφασης, να αναζητεί από τη μια τρόπους οργάνωσης του προσεταιρισμού της διανόησης, και από την άλλη να παίρνει οργανωτικά κατασταλτικά μέτρα κατηγορώντας την συνεχώς ως εν δυνάμει αποστάτη. Την αντίφαση αυτή, το ΚΚΕ την «έλυσε» κατά κανόνα με μια διττά μη μαρξιστική τακτική. Από την μια «υποκλίθηκε» στους μη έχοντες θεωρητικές αναζητήσεις «διανοούμενους προσωπικότητες» και από την άλλη ανέπτυξε μια έντονη εχθρότητα απέναντι στις θεωρητικές κριτικές αναζητήσεις και τους φορείς της.

Η άποψη του ΚΚΕ, ιδιαίτερα το Μεσοπόλεμο, όπως και άλλων κομμουνιστικών κομμάτων, απέναντι στην κριτικά σκεπτόμενη κομματική διανόηση, είναι μακριά από τις απόψεις του μαρξισμού που το ίδιο επικαλείται. Eivhi μακριά από την άποψη του Μαρξ, που ήδη αναφέραμε, σύμφωνα με την οποία η φιλοσοφία αποτελεί το κεφάλι του προλεταριάτου και εκείνο το κορμί της, ότι διανόηση και προλεταριάτο αποτελούν το κοινωνικό ζευγάρι, ανάλογο (όχι όμως και αντίστοιχο) με αυτό που υπάρχει στο πεδίο της ανθρώπινης δραστηριότητας ανάμεσα στη θεωρία και την πράξη.

Όσο σκληρή είναι η ηγεσία του ΚΚΕ στο Μεσοπόλεμο έναντι διανοουμένων που έχουν κριτική άποψη επί του μαρξισμού λενινισμού όπως κυρίαρχα τον ερμήνευε η ίδια, ή επί των κομματικών θέσεων και της πολιτικής γραμμής της, όσος αντιδιανοουμενισμός αναβλύζει από τους πόρους της απέναντι στο άμεσα, πολιτικά και θεωρητικά, κομματικοποιημένο (με την έννοια που απέδιδε στον όρο ο Λένιν και όχι ο Στάλιν) τμήμα της διανόησης, άλλο τόσο δείχνει υπομονή και ανεκτικότητα απέναντι στην πολιτικά συστρατευμένη μαζί της διανόηση που δεν επιδιώκει να έχει εσωκομματική επιρροή ούτε και άποψη επί της θεωρίας. Όσο λιγότερο αναφέρεται ένας διανοούμενος στο μαρξισμό και περιορίζεται να συστρατεύεται σε κάποιες φάσεις πολιτικά με το ΚΚΕ, χωρίς να αναζητεί ιδεολογικές συγκροτήσεις και μακρόχρονες στρατηγικές, τόσο πιο εύκολη είναι η σχέση του με το ΚΚΕ, δηλαδή με την κυρίαρχη σ' αυτό ηγετική ομάδα.

Ο αντιδιανοουμενισμός που θα αναπτυχθεί στη δεκαετία του '20 συνοδεύεται, αντιφατικά, από μια συνεχή υπόκλιση έναντι των «προσωπικοτήτων», (διανοουμένων που δεν συνδέονται οργανικά με το κομμουνιστικό κίνημα, αλλά αξιοποιούνται «κοινωνικά» απ' αυτό), επιδιώκοντας να αναβαθμίσει το «πρεστίζ» του, ενώ εκείνοι αξιοποιούν το «τίμιο κόμμα», είτε ως θεσμό κοινωνικής προβολής τους, είτε ως κολυμβήθρα του Σιλωάμ για προηγούμενες αμαρτίες τους.

Δεν είναι τυχαίο ότι στην ιστορία του ελληνικού κομμουνιστικού κινήματος έχει υποκατασταθεί στη διανοητική και καλλιτεχνική δημιουργία σε κοινωνικό επίπεδο η έννοια της κομματικότητας μ' αυτήν της στράτευσης. Η έννοια της κομματικότητας δεν αναφέρεται από το ΚΚΕ στη στάση της διανόησης, μέσω του έργου της, απέναντι στο κοινωνικό γίγνεσθαι και το προλεταριακό Λαϊκό κίνημα, αλλά, στενά, στη στάση απέναντι στην κάθε φορά κομματική ηγεσία και γραμμή. Μ' αυτό τον τρόπο δεν γινόταν αποδεκτό ότι ήταν δυνατό να κριτικάρει κανείς την κομματική γραμμή, και την ηγεσία από την οποία αυτή εκπορευόταν, και να είναι ταυτόχρονα πιο κομματικός, ή έστω σωστός, απ' αυτήν.

Η διαστρέβλωση της έννοιας της κομματικότητας και ο αντιδιανοουμενισμός δεν προέρχονται από τον κομματικό θεσμό και σώμα γενικά και αφηρημένα. Δεν είναι αποτέλεσμα μιας συλλογικής μνήμης και επεξεργασίας του κομματικού σώματος ή, πολύ λιγότερο, του εργατικού κινήματος, αλλά είναι προϊόν της κομματικής ηγεσίας. Η αρνητική υπέρβαση της αυθεντικής σκέψης του Μαρξ, και ακόμα χειρότερο της πρακτικής του αντίληψης για το χαρακτήρα του κόμματος και της θέσης της διανόησης σ' αυτό, δεν προωθήθηκε από βιομηχανικούς εργάτες μέλη στο ΚΚΕ. Ας το υπογραμμίσουμε εδώ, η κομματική ηγεσία δεν είναι κάτι το απρόσωπο. Τόσο επί Κορδάτου, όπως και σήμερα, η κοινωνιολογική συγκρότηση της πλειοψηφίας του καθοδηγητικού πυρήνα του ΚΚΕ προερχόταν από τη γραφειοκρατικοποιημένη διανόηση και την εργατική, μη προερχόμενη όμως από τη βιομηχανία, γραφειοκρατία. Στην πλειοψηφία της ήταν περιορισμένων διανοητικών αναζητήσεων. Το τμήμα εξάλλου της διανόησης που συμμετέχει στην κομματική ηγεσία ήταν μόνο από τη σκοπιά των κοινωνιολογικών της χαρακτηριστικών διανόηση, ενώ λειτουργικά διαπνέεται από εχθρότητα προς τη θεωρία και την ανεξέλεγκτη σκέψη των διανοουμένων του δεύτερου τύπου, δηλαδή της κριτικά σκεπτόμενης διανόησης.

Ας κάνουμε εδώ δύο ακόμα παρατηρήσεις πάνω στην κοινωνιολογική υφή της ηγετικής ομάδας που επιτίθεται συνεχώς και λαύρα στους κριτικά παραγωγικούς διανοούμενους που βρέθηκαν στις γραμμές του ΚΚΕ του Μεσοπολέμου. Πρώτον, η ηγεσία του ΚΚΕ, σε αντίθεση με τα υπόλοιπα ευρωπαϊκά Κ.Κ., απέφευγε να συνδέει τις έννοιες του αντικομματικού, της απόκλισης και του αποστάτη με αυτές της εργατικής γραφειοκρατίας και της εργατικής αριστοκρατίας. Η παραίτηση από τους δύο αυτούς όρους, από τη συμπυκνωμένη αναλυτική τους δύναμη, δεν είναι τυχαία. Οφείλεται στο γεγονός ότι η ηγεσία του ΚΚΕ ήταν η μοναδική ανάμεσα στα ευρωπαϊκά κόμματα της Κ.Δ. που δεν ήθελε κατά κανένα τρόπο να συνδέσει αρνητικά φαινόμενα στις γραμμές του κινήματος με τη μετεξέλιξη ορισμένων κατηγοριών της μισθωτής εργασίας σε φορέα τους. Εξίσου, στο βαθμό του δυνατού σ' αυτήν περίπτωση, απέφευγε να αναφερθεί στο μικροαστικό χαρακτήρα της πλειοψηφίας της αγροτιάς. Μ' αυτό τον τρόπο μπλόκαρε και τη δυνατότητα αναγωγής τμημάτων της ηγεσίας της που προέρχονταν από γραφειοκρατικοποιημένα πλέον λαϊκά στρώματα με τα κάθε φορά προβλήματα του κινήματος. Αυτά χρεώνονταν, μέσα σ' αυτά τα ιδεολογικοποιημένα πλαίσια, μονοδιάστατα και απλουστευτικά στη μικροαστική διανόηση. Κοινωνικά και ιδεολογικά καθυστερημένα, όντας γραφειοκρατικοποιημένα τμήματα του κινήματος, διατηρούσαν την πρωτοκαθεδρία στο εσωτερικό του και γίνονταν οι κατ' εξοχήν φορείς του αντιδιανοουμενισμού. Αυτό το γεγονός αποτελεί και την κοινωνική πολιτική βάση ήττας της κάθε φορά ηγεσίας του ΚΚΕ στη διάρκεια των αποφασιστικό καμπών της νεοελληνικής ιστορίας. Όσο και αν αυτές οι καμπές (όπως το '36, το '44-'45, το '67, το '89) ήταν διαφορετικής ποιότητας και σύνθεσης προβλήματα προς επίλυση, είχαν ως κοινό στοιχείο ότι το ΚΚΕ βρέθηκε μπροστά σε απότομες αλλαγές και ισχυρά φυγόκεντρες δυνάμεις έναντι των οποίων η ηγεσία του δεν ήταν θεωρητικά επαρκώς εξοπλισμένη.

Δεύτερον, όπως ήδη είχε δείξει ο R. Michels, ο θεωρητικός της γραφειοκρατικοποίησης των κομμάτων και των συνδικάτων, στις αρχές του αιώνα, αναλύοντας τα προβλήματα ανάπτυξης της γερμανικής σοσιαλδημοκρατίας, τα εργατικά κόμματα δεν δυσκολεύτηκαν στην ανάπτυξη τους από την κριτικά σκεπτόμενη διανόηση που βρέθηκε στις γραμμές του, αφού αυτή μετά από μία περίοδο βρισκόταν πολύ γρήγορα μακριά από τις καθοδηγητικές θέσεις αυτών των κομμάτων15. Αντίθετα, οι αδυναμίες της καθοδήγησης οφείλονταν στους κατοίκους της: εκπρόσωποι της μικροαστικοποιούμενης εργατικής τάξης, της εργατικής δηλαδή γραφειοκρατίας και της εντός της διαμορφωνόμενης εργατικής αριστοκρατίας, φορέα συγκεκριμένης νοοτροπίας και συνήθειας, καθώς και βαθύτερης αντιπάθειας έναντι της κριτικά σκεπτόμενης διανόησης.

Ο R. Michels απέδειξε πόσο βαθιά λανθασμένη ήταν η θέση των ηγετών των γερμανικών συνδικάτων, σύμφωνα με την οποία για κάθε απόκλιση και τάση ρεφορμιστικοποίησης των εργατικών οργανώσεων υπεύθυνοι ήταν οι αστοί διανοούμενοι που είχαν προσχωρήσει σ' αυτό. Με τις κοινωνιολογικές του αναλύσεις και τα στοιχεία του ίδιου του SPD, του κόμματος των Ένγκελς και Μπέμπελ, του μεγαλύτερου εργατικού κόμματος στην ιστορία της μισθωτής εργασίας, απέδειξε ότι το κόμμα αυτό ήταν ένα ισχυρά κοινωνιολογικά ενοποιημένο εργατικό κόμμα (ο λόγος γίνεται για το 19057) ιδιαίτερα στην ηγεσία του16. Η αιτία που μικροαστικοποιήθηκε αυτό το κόμμα βρισκόταν στον «γραφειοκρατικοποιημένο μηχανισμό του κόμματος» στον οποίο είχαν ενταχθεί οι πιο πολιτικοποιημένοι των εργατών μετά από μια γραφειοκρατική «ριζοσπαστική μεταμόρφωση της κοινωνικής τους λειτουργίας»17, που τους απέσπασε από τον κόσμο της μισθωτής εργασίας, τους έκανε κατά κάποιο τρόπο γραφειοκράτες διανοούμενους, που όπως ήταν φυσικό είχαν μεγαλύτερες συμπάθειες στα κοινωνικά φιλοεξουσιαστικά συμπλεγματικά τμήματα της διανόησης που είχαν προσεταιριστεί παρά στα ριζοσπαστικά και κριτικά. Είναι ολοφάνερο ότι το φαινόμενο αυτό παρουσιάστηκε πιο έντονα και από τις δύο πλευρές του (γραφειοκρατικοποιημένη εργατική τάξη, καθυστερημένη διανόηση), στο ΚΚΕ που ασφαλώς και δεν ήταν ένα κόμμα σε μια αναπτυγμένη βιομηχανική κοινωνία.

Στο ΚΚΕ ο όποιος αντιδιανοουμενισμός συνοδεύτηκε συχνά, σε αντίθεση με τη γερμανική σοσιαλδημοκρατία - το κόμμα των θεωρητικών όπως έλεγε ο Μαρξ - με υποτίμηση μέχρι και άρνηση του ρόλου της θεωρίας. Άρνηση που εμφανιζόταν ακόμα και στις στιγμές που αναβαθμιζόταν το καθήκον της επιμόρφωσης των κομμουνιστών. Στους κριτικά σκεπτόμενους κομμουνιστές διανοούμενους, δηλαδή στους μαρξιστές, η κομματική ηγεσία κατά κανόνα αντιπαραθέτει την υποχρέωση τους της συστράτευσης στην πράξη. Διαμορφώνεται η γνωστή αντιπαράθεση ανάμεσα στη θεωρία και την πράξη, μια αντίληψη που διαπερνά και σήμερα το ΚΚΕ και τις μικρότερες ομάδες που αποσπάστηκαν απ' αυτό και που αδυνατούν να καταλάβουν ότι η θεωρία, ως γενίκευση της πράξης, σύμφωνα με τον ορισμό του Ένγκελς, δεν βρίσκεται σε πόλεμο, σε ανταγωνιστική σχέση με την πράξη, αλλά αποτελεί από τη μια μεριά εξέχουσα στιγμή της, και διαθέτει, από την άλλη, τη δική της παραγωγή και πρακτική εντός της θεωρίας.

Ήδη, με τη σύσταση, το 1920, ενός πρώτου εκπαιδευτικού τμήματος της Κ.Ε. του ΚΚΕ θεσμοποιείται στην ίδια τη μορφωτική διαδικασία του κόμματος ο διαχωρισμός ανάμεσα στη θεωρία και την (ταξική) πράξη. Η σχολή θα χωριστεί σε δύο τμήματα, στο μεν πρώτο για τους «φοιτητές και διανοούμενους» θα «διδάσκεται η σοσιαλιστική θεωρία ήτοι ο μαρξισμός», ενώ στο δεύτερο, στους «εργάτας», θα διδάσκεται η «ανάπτυξη της πάλης των τάξεων»18.

Η τυχόν αναγνώριση της μορφωτικής υστέρησης του ΚΚΕ ακόμα και έναντι των άλλων κομμάτων της Διεθνούς αναφέρεται και γίνεται παραδεκτή από την ηγεσία του μόνο και μόνο για να κατακεραυνωθεί η όποια αντιπολιτευτική κριτική που γινόταν στις «ελλείψεις και τα σφάλματα», στην «παραμέληση της μορφωτικής διεργασίας στο κόμμα». Κριτική την οποία η ηγεσία του ΚΚΕ χαρακτήριζε ως υποκριτική που απλώς αναζητεί «αφορμή στην εκδήλωση αντικομμουνιστικών αντιλήψεων»19 διανοουμένων «αντιδραστικής μικροαστικής προέλευσης»20, που δεν θέλουν να αξιοποιήσουν τη θεωρία για τη μόρφωση των μελών, την «εδραίωση του οργανωτικού» και τη μετατροπή της σε «πρακτικό όπλο του προλεταριάτου»21.

Η ομάδα των τριτοδιεθνιστών, των διανοουμένων, που εμφανίζεται να δίνει προτεραιότητα στην «κομματικότητα»22 έναντι της κριτικής σκέψης ακόμη και αυτών που η αυθεντική λενινιστική σκέψη θα τους χαρακτήριζε ως κομματικούς, θα εγκαταλείψει ουσιαστικά την προσπάθεια ανάπτυξης της ουσίας της μαρξιστικής θεωρίας στο πλαίσιο του γίγνεσθαι της ελληνικής κοινωνίας και θα προσανατολισθεί, κύρια, στην υπεράσπιση της γενικής γραμμής kdv εγχειριδίων των σχολών της τρίτης διεθνούς23 ενάντια στον εχθρό «μικροαστική διανόηση».

Οι διαφωνούντες διανοούμενοι στο εσωτερικό του ΚΚΕ θα γίνουν από τις πιο πολυσήμαντες και πολυειδώς χαρακτηρισμένες ομάδες της ελληνικής κοινωνίας. Χαρακτηρισμοί που θα σφραγίσουν στην πράξη την τραγικότητα της κομματικής ζωής, αλλά και του ίδιου του Κορδάτου. Όλοι οι αντίπαλοι της ηγετικής ομάδας διανοουμένων και εργατικής γραφειοκρατίας που κυριαρχεί στους κομματικούς θεσμούς θα χαρακτηριστούν ως «εξτρεμιστικά στοιχεία διάλυσης και αποσύνθεσης»24 και σε μια αυτοκριτική που δημοσιεύεται ως επίσημο κείμενο θα χαρακτηρισθούν μέσα σε μια φράση ως «δεξιά στοιχεία, γραφειοκράτες, ανώμαλοι τύποι, θρασύδειλοι μικροαστοί, εγωκεντριστές, μισοδιανοούμενα στοιχεία»25.

Κάθε δυσκολία στην πρακτική του ΚΚΕ, κάθε περιορισμένη ανταπόκριση της εργατικής τάξης στα καλέσματα της ηγεσίας του ΚΚΕ κατά τον Μεσοπόλεμο θα αποδοθούν στους μικροαστούς διανοούμενους που ήθελαν να επιβάλουν τη θεωρία στην πράξη, τη μόρφωση στη μη μόρφωση, που ενίσχυαν τις θεωρητικές αναζητήσεις, «αποπροσανατόλιζαν πρακτικά από το καθήκον σύνδεσης των χωρικών, των προσφύγων, των εθνικών μειονοτήτων» με το προλεταριάτο26. Στο πλαίσιο της ίδιας «λογικής», η μη προώθηση της μπολσεβικοποίησης του ΚΚΕ δεν οφείλεται στις ιδιομορφίες της ελληνικής κοινωνίας και στις αντικειμενικές δυσκολίες, στις ανεπάρκειες της ίδιας της καθοδήγησης, αλλά αποκλειστικά στις «αντιπρολεταριακές» τάσεις εκείνων των διανοουμένων που «είχαν μεταβληθεί σε οπαδό των αντιλήψεων Κορδάτου»27. Γι αυτό, οι γραφειοκράτες εργάτες και διανοούμενοι είτε δεν προέβλεπαν τη στρατολόγηση διανοουμένων στις γραμμές του υπό μπολσεβικοποίηση κόμματος28, είτε καλούσαν σε ένταση της ταξικής επαγρύπνησης ώστε να μην υπάρξουν κριτικά σκεπτόμενοι (πάνω στα προβλήματα του κινήματος) διανοούμενοι στις γραμμές τους29.

Η κριτικά σκεπτόμενη μαρξιστική διανόηση ταυτίζεται ουσιαστικά με την εσωκομματική αντιπολίτευση και θεωρείται ο ισχυρότερος και ιεραρχικά σπουδαιότερος εχθρός του κινήματος. Συχνά, ανάγεται στην κυριολεξία στον υπ' αριθμό ένα εχθρό του κομμουνισμού και του προλεταριάτου. Σε ανοικτή επιστολή του ΠΓ, στις 17.4.1927, διατυπώνεται δημόσια η εκτίμηση ότι αυτή η μικροαστική διανόηση, στην οποία περιλαμβάνεται ουσιαστικά και ο Κορδάτος, είναι «ένας νέος εχθρός της εργατικής τάξης, εχθρός χειρότερος και περισσότερο επικίνδυνος από την αστυνομία και το κράτος, διότι δρα ύπουλα και αποσυνθετικά μέσα σ' όλες τις γραμμές του προλεταριάτου υπό το έμβλημα της μαρξιστικής λενινιστικής θεωρίας»30, διατυπώνοντας «διαλυτική και σοσιαλφασιστική» κριτική31. Η απομάκρυνση της κριτικά σκεπτόμενης διανόησης στην περίοδο του Κορδάτου, θα αποτελέσει μία ακόμα αιτία που το ΚΚΕ θα βρεθεί το '36 και το '44-'45, σ' όλες τις ιδιαίτερες και πολύπλοκες καταστάσεις που προέκυπταν με ταχύτητα, παρ' όλες τις διαφορές των ιστορικών αυτών φάσεων και συγκυριών, θεωρητικά και ιδεολογικά αφοπλισμένο. Αντίθετα, θα αντιμετωπίσει πιο εύκολα και ορθά μακρόσυρτες εξελίξεις και γεγονότα που ήταν σαφές, λόγω και των διεθνών συγκυριών, ότι θα «έρχονταν» και δεν απαιτούσαν ίδιας έντασης διανοητική διορατικότητα.

4. Τι φέρνει τη διανόηση κοντά στο ΚΚΕ την περίοδο τον Κορδάτου

Στη σχέση κόμμα διανόηση με αφορμή την περίπτωση του Κορδάτου, ιδιαίτερα στην περίοδο μετά την ίδρυση του και πριν από τη δικτατορία του Μεταξά, υπάρχουν δύο οπτικές ανάλυσης του προβλήματος. Από τη μια, είναι η στάση του ΚΚΕ απέναντι στη διανόηση, που την περιγράψαμε στα πλαίσια του εδώ δυνατού στο προηγούμενο υποκεφάλαιο 3, και από την άλλη χρήζει ερμηνείας τι είναι αυτό που προσέλκυε τους κριτικά σκεπτόμενους διανοούμενους στο ΚΚΕ, ερώτημα που αποτελεί το περιεχόμενο του παρόντος υποκεφαλαίου.

Οι παράγοντες αυτής της εξέλιξης είναι, βέβαια, πολλοί και σύνθετοι. Εκφράζουν κοινωνικές εξελίξεις, όπως η ιστορική κοινωνική τάση μαζικοποίησης της διανόησης που συνεπάγεται ότι ένα τμήμα της, όπως και το υπερσυσσωρευμένο κεφάλαιο, δεν ανταποκρίνεται στις ανάγκες του συστήματος ή δεν μπορεί να βρει διέξοδο σ' αυτό. Εκφράζουν την αίσθηση ενός ιστορικού γίγνεσθαι που θα οδηγήσει σε σημαντικές κοινωνικές απελευθερωτικές αλλαγές, που θα πρέπει να εξυπηρετήσει η διανόηση, αίσθηση που γίνεται πιο ισχυρή μετά τον πρώτο παγκόσμιο πόλεμο και τη νίκη της μεγάλης οκτωβριανής επανάστασης.

Οι βασικές εμπειρίες της ελληνικής διανόησης μετά από τους βαλκανικούς πολέμους και τον πρώτο παγκόσμιο πόλεμο είναι συντριπτικά αρνητικές για τον καπιταλισμό. Η αποκάλυψη, σε όλο του το μεγαλείο, του βρόμικου αποικιοκρατικού συστήματος, των συνεπειών του ανταγωνισμού των βασικών δυνάμεων, η αδιέξοδη αντιουμανιστική κατάσταση εκατομμυρίων ανθρώπων που λιμοκτονούν, η κρίση αξιών στην καπιταλιστική κοινωνία και η καθημερινότητα της καπιταλιστικής βαρβαρότητας δημιούργησαν μια βαθιά κρίση στον παραδοσιακό ρόλο του αστού διανοούμενου. Η σκληρή πραγματικότητα διέψευσε σε όλη της την έκταση την άποψη ότι ήταν δυνατό στο πλαίσιο του καπιταλισμού να υλοποιηθούν τα συνθήματα, αιτήματα και οι αξίες του ουμανισμού, του διαφωτισμού, της ριζοσπαστικής δημοκρατίας, της κοινωνικής δικαιοσύνης και της ισότητας, τ<ον επαναστατικών παραδόσεων της ανθρωπότητας, δημιουργεί το έδαφος της κατά Lukacs προδοσίας του διανοούμενου32, αποτελεί τη βάση αναζήτησης μιας νέας συλλογικότητας μέσω της ένταξης του στο κομμουνιστικό κίνημα, στην οποία θα υπερέβαινε τον αστικό ατομικισμό του. Οι διανοούμενοι, όπως ο Κορδάτος, που προσχωρούν στο ΚΚΕ, νιώθουν ότι υπάρχει μια βαθιά κρίση ηγεμονίας στο αστικό στρατόπεδο, ότι μ' αυτή την προσχώρηση αποκτούν το δικαίωμα συνεργασίας στη διαμόρφωση της νέας ηγεμονίας.

Για δεκαετίες η οικοδόμηση του σοσιαλισμού σε μία χώρα θα εντυπωσιάσει βαθύτερα τους διανοούμενους της κρίσης του ελληνικού κοινωνικού σχηματισμού, θα τους δώσει κατά κάποιο τρόπο έτοιμα υλικά για τη διατύπωση εναλλακτικών προτάσεων ανάπτυξης της ελληνικής κοινωνίας και βαθιά πεποίθηση ότι υπάρχει και είναι δυνατός ένας άλλος δρόμος ανάπτυξης. Ο βιομηχανικός εκσυγχρονισμός της ΕΣΣΔ, ο ανερχόμενος ρόλος της στη διεθνή ζωή, η παρουσία νέων προσώπων στην ηγεσία αυτού του κολοσσιαίου κράτους, η διαμόρφωση νέων εργασιακών σχέσεων άρχιζε να φαντάζει πειστικά ως ο άλλος δρόμος μακριά από τη δύση, ιδιαίτερα την υπό φασιστικοποίηση, που ετοιμάζεται να ζήσει την οδυνηρή κρίση του 1929. Αυτή η πεποίθηση θα διαπεράσει και τη στάση τους απέναντι στην ηγεσία του ΚΚΕ, όταν θα τους απομακρύνει από τις γραμμές του κόμματος. Το ΚΚΕ θα τους δίνει την εντύπωση ότι είναι ο μόνος θεσμός υλοποίησης των διανοητικών οραμάτων τους, ακόμα και αν στην πραγματικότητα κάθε άλλο παρά κινείται σε μια τέτοια κατεύθυνση, καθώς και ο νομιμοποιημένος - με την έννοια του Habermas33 - εκπρόσωπος της σοβιετικής εμπειρίας και του σοβιετικού ιστορικού παραδείγματος στην Ελλάδα.

Το κομμουνιστικό κίνημα, ακόμα, προσέλκυε διανοούμενους διότι έδινε οργανωμένα ένα σύνθετο και με προοπτική νόημα στη ζωή και στην καθημερινή 'πάλη σ' αυτήν, έδινε νοητικά ιδεατά τη δυνατότητα με μια ενέργεια, την πραγματοποίηση της επανάστασης, να υλοποιηθούν όλα αυτά που η νεωτερικότητα θα προωθήσει, σ' ένα βαθμό και ακρωτηριασμένα, με εκατόμβες ανθρώπινων και αξιακών οικολογικών θυσιών.

Όμως, μέσα από αυτήν την προσέλευση, αντί να ανθούν οι κριτικοί κομματικοί διανοούμενοι, γίνονται και οι ίδιοι θύματα του παράδοξου, και αυτό ισχύει ιδιαίτερα για τον Κορδάτο, να χάσουν ακόμη και την ίδια τους την κοινωνικά κριτική λειτουργία. Όντας λειτουργικά το πιο κριτικό στρώμα της κοινωνίας, εντός και γύρω από το ΚΚΕ χάνουν μεγάλο μέρος αυτής τους της λειτουργίας, δυσκολεύονται να αξιολογήσουν ορθολογικά την ίδια τους τη σχέση με το κόμμα. Το γεγονός ότι ο Κορδάτος έχει ισχυρά διανοητικά χαρίσματα, από την άλλη, τον προφυλάσσει από τη διανοητική υποταγή στο γραφειοκρατικό τμήμα της κομματικής διανόησης, χωρίς, όμως, να του δώσει και την απόσταση της κριτικής και ελεύθερης στάσης απέναντι στο θεσμό, που απαιτούσαν οι στιγμές, αλλά απέτρεπαν τα υπάρχοντα ιστορικά όρια.

Οι κομματικοί διανοούμενοι της δεκαετίας του '20, και μαζί τους και ο Κορδάτος, γίνονται αντικείμενα κριτικής και φορείς αυτοκριτικής με τρόπο που παρέπεμπε σ' αυτό που ο Μαρξ ονόμασε «τρομοκρατία της υποψίας» και η οποία σε ορισμένες περιπτώσεις οδήγησε μέχρι και στον πλήρη αυτοεξευτελισμό διανοουμένων, ακόμη και στην άρνηση της ίδιας της ύπαρξης τους (όπως έδειξε και η καταστροφή του έργου του από τον ίδιο τον Σ. Μάξιμο όταν του αρνήθηκαν την επανένταξη του στο ΚΚΕ και σχετικά πιο πρόσφατα η αυτοκτονία του Ν. Πουλαντζά). Σ' αυτό το κλίμα του Μεσοπολέμου, όποιος δεν αρκέστηκε να υπομένει καρτερικά την εσωκομματική και δημόσια διαπόμπευση του, αλλά αντίθετα προσπάθησε να αποδείξει είτε την αθωότητα του είτε την ορθότητα των απόψεων του, αντιμετωπίζεται με εχθρότητα, θεωρείται όχι μόνο αντικομματικό στοιχείο, αλλά και ύποπτος, που «τοποθετεί τον εαυτό του στην πλευρά των εχθρών του κινήματος».

Στο πλαίσιο αυτών των μεθόδων, προσβλητικών για την ανθρώπινη αξιοπρέπεια και που θα χρησιμοποιηθούν σε ακόμη μεγαλύτερο βαθμό στις μικρές αριστερίστικες ομάδες, γίνεται αρνητική υπέρβαση της σχέσης ιδιωτικού δημόσιου, δεν υπάρχουν πλέον κανόνες πολιτισμού στις διανθρώπινες σχέσεις. Η ιδεολογική και πολιτική αντιπαλότητα μετασχηματίζεται σε προσωπική αντιπαλότητα και εχθρότητα. Ο απομακρυνθείς ή/και διαγραφείς διανοούμενος δεν επιτρέπεται να αναζητήσει δρόμους επανένταξης, ούτε καν επαγγελματικής, στο κοινωνικό γίγνεσθαι. Αν δεν θέλει να ακούσει και άλλα, υποχρεούται να ανεχθεί κάθε είδους κατηγορίες και να ζει με τέτοιο τρόπο ώστε να επιβεβαιώνει την ορθότητα τους. Ο Κορδάτος σ' όλη του τη ζωή θα δείξει αυτή την κομματικότητα για την οποία θα ακούσει μετά θάνατο ευφημισμούς. Τον αδίκησαν, αλλά δεν τους έκανε πολεμική. Διαγράφτηκε σαν αντικομματικός, αλλά έδειξε «κομματικότητα» απέναντι στο γεγονός της διαγραφής. Πρόκειται για έναν ιδεολογισμό, που στο όνομα του εκθειασμού των θυμάτων δικαιώνει τους θύτες και νομιμοποιεί το «δικαίωμα τους» να αδικούν τρίτους. Και η στάση αυτή συμβαδίζει με το φαινόμενο ότι ο εκδιωχθείς κριτικός διανοούμενος νιώθει να χάνει το έδαφος διαλογισμού, διανοητικής άσκησης και πράξης. Και αυτό όχι πάντα για λόγους «κομματικότητας», αλλά γιατί τον είναι δύσκολο να πιστέψει ότι δεν είναι το πρόβλημα η ες αεί αναμενόμενη δικαίωση τον ή όχι, αλλά η υπέρβαση συχνά του ίδιου τον πεδίον στο οποίο διαμορφώθηκαν οι όροι απομάκρυνσης και διαγραφής τον, είναι ο ψυχολογικός φόβος της εγκατάλειψης όλων αυτών (πραγμάτων, ανθρώπων, ιδεών και σχέσεων) με τα οποία συνδέθηκε επί πολλά χρόνια, χωρίς να υπάρχουν κοινωνικές και ιδεολογικές εναλλακτικές. Το να είναι κανείς θύμα, αφού δεν έχει τις «ικανότητες» του θύτη, είναι μια εναλλακτική πλησιέστερη στάση στην κομματική διανόηση τύπου Κορδάτου, απ' ό,τι η υπέρβαση των πλαισίων μέσα στα οποία διαδραματίζονται όλα αυτά.

5. Διανοούμενοι και εξουσία, κόμμα, κομματική εξουσία

Ας επανέλθουμε από εκεί που ξεκινήσαμε το νήμα της σκέψης μας. Η κριτικά σκεπτόμενη διανόηση βρίσκεται στις αρχές του αιώνα και στο Μεσοπόλεμο, όπως εξάλλου, κατά τη γνώμη μας, και σήμερα, ενώπιον του διλήμματος εξουσία ή ελευθερία του πνεύματος, κατοχή δύναμης που απορρέει από τη θέση στην κρατική ή κομματική εξουσία ή κριτική της. Στήριξη της όποιας εξουσίας ώστε να προωθήσει ο διανοούμενος μέσα απ' αυτόν το συμβιβασμό, τμήμα των απόψεων του, ή ολομέτωπη αντιεξουσιαστική επίθεση - όπως πιστεύουμε ότι είναι ορθό - που θα οδηγήσει πιθανά το σύνολο των διανοητικών όπλων σε μαρασμό (στάση που στις χώρες εξουσίας των ΚΚ μπορούσε να οδηγήσει ακόμα και στη φυσική εξόντωση);

Η διανόηση τύπου Κορδάτου, νιώθει, όπως ήδη αναφέραμε, την υποχρέωση της υπέρβασης του ατομικισμού και του αστισμού της. Δεν εκφράζει μόνο τις απόψεις της πιο ακραίας και ριζοσπαστικής διανοητικής κριτικής απέναντι στο υπάρχον κοινωνικό σύστημα και την αστική ηγεμονία/εξουσία, αλλά και μια προσπάθεια ρήξης με έναν κυρίαρχο τρόπο ζωής. Προσπάθεια που δεν οδήγησε, τελικά, σε νέα ποιότητα, αυτή είναι η γνώμη μας, αλλά στον ασκητισμό. Στο Μεσοπόλεμο, αλλά και στη διάρκεια της δεκαετίας του '40, η διανόηση μαζί με όλο το εργατικό κίνημα γίνονται θύματα ακραίων μορφών βίας και άσκησης δύναμης. Βασανιστήρια, παρακολουθήσεις, εξορία και φυλακίσεις είναι στην ημερήσια διάταξη. Η κομματική διανόηση, και οι δύο ομάδες της, αντιλαμβάνεται το νέο τρόπο ζωής ως παραίτηση από κάθε είδος καταναλωτισμού και «ηδονισμού». Το κόμμα γίνεται, σ' αυτό το πλαίσιο, αντιληπτό όχι απλά σαν η ιδεολογική πατρίδα, αλλά και ένα είδος ασφάλειας εφ' όρου ζωής από διωγμούς. Έτσι «φετιχικοποιήθηκε το πνεύμα» και «λειτουργικοποιήθηκε η εξουσία»34.

Συμπερασματικά, η κομματική διανόηση του Μεσοπολέμου έζησε κάτω από το βάρος του «κοινωνικού κόμπλεξ» δεν γεννήθηκε και δεν υπήρξε τμήμα της εργατικής τάξης. Εκείνο το τμήμα της που δεν διακρίθηκε για την αυτονομία διανοητικής παραγωγής, αναζήτησε να «ανέλθει» στο επίπεδο του προλεταριάτου μέσω της υπερδογματοποίησης των μορφών ζωής και συμπεριφοράς της γραφειοκρατικοποιημένης εργατικής τάξης, μέσω ενός έντονου αντιδιανουμενισμού στο όνομα της τάξης, θύμα του οποίου υπήρξε και ο Κορδάτος. Στην πραγματικότητα οι μορφές συμπεριφοράς και η αυστηρότητα ηθών που ντύθηκε η κάθε φορά κομματική ηγεσία, ιδιαίτερα στην πάλη της ενάντια στους κριτικούς της, δεν είχε και πολύ σχέση ούτε με τα αισθήματα της εργατικής τάξης έναντι της διανόησης, ούτε με την πραγματική της ηθική και διαπροσωπική συμπεριφορά. Αυτές, περισσότερο διαμόρφωναν έναν κώδικα στάσης των στελεχών κάτω από το βάρος της εσωκομματικής εξουσίας την οποία η κομματική διανόηση θα έπρεπε να αναγνωρίσει και να παραδεχθεί ως την αυθεντική εκπρόσωπο των συμφερόντων και προοπτικών της τάξης και του κινήματος, παρά από τη μαρξιστικά οριζόμενη πραγματική ζωή.

Σε τελική ανάλυση, οι διανοούμενοι τύπου Κορδάτου έζησαν το δράμα της αυτοτέλειας της σκέψης και της υποταγής της συμπεριφοράς έναντι της κομματικής γραφειοκρατικής μη παραγωγικής διανόησης. Μια αντίφαση που αναπαρήγαγε, στο πεδίο του κομμουνιστικού κινήματος, τη σχέση ανάμεσα στη διανόηση και την αστική εξουσία, κάθε εξουσία συνολικά στην εποχή της μαζικοποίησης της διανόησης, της εντεινόμενης τάσης κοινωνικής διαφοροποίησης και ανασφάλειας της, όπου ο κομμουνισμός εμφανίζεται ως η εναλλακτική λύση οργάνωσης της ατομικής ζωής και των κοινωνικών σχέσεων. Η διανόηση υποφέρει κάτω απ' αυτή ακριβώς την αντίθεση. Η τραγωδία ήταν η προσπάθεια υλοποίησης αυτών των ιδανικών στο μικρόκοσμο του ΚΚΕ. Η επανάληψη της στις σημερινές συνθήκες αποδείχθηκε όχι μόνο στοιχείο αποσύνθεσης της προσωπικότητας των διανοουμένων που κινήθηκαν στο πλαίσιο αυτής της αντίφασης, αλλά και στο στοιχείο αποσύνθεσης της ιδιαίτερα γραφειοκρατικής εξουσιαστικής διανόησης. Η επανάληψη της τραγικής σχέσης κόμματος - κομματικής κριτικής διανόησης δεν οδήγησε αυτή τη φορά «μόνο» στην περιθωριοποίηση της τελευταίας, αλλά και στη μέγιστη ιστορικά αποσύνδεση του ΚΚΕ από τη μελέτη, ανάλυση και προγραμματική διατύπωση του στόχου αλλαγής της παρούσας κοινωνίας. Αν επί Κορδάτου ο πόλεμος ενάντια στη διαφορετική διανόηση επέτρεψε την κυριαρχία της γραφειοκρατικοποιημένης διανόησης, στη συντήρηση τον μικρόκοσμου της εξουσίας της, σήμερα υπέσκαψε τα ίδια τα θεμέλια της εσωκομματικής μηχανής, περιθωριοποίησε κοινωνικά τους μηχανισμούς της. Κι όλα αυτά, σε μια εποχή που η κοινωνία και η νέα γενιά διανοουμένων χρειάζεται και θα αναζητήσει όσο ποτέ άλλοτε έναν συλλογικό διανοούμενο.

1. Ν. Κοτζιάς (γεν. επ.): Η διανόηση στην Ελλάδα. Ταξική θέση και Ιδεολογία, Αθήνα 1978 (τρίτη έκδ.), σελ. 1891.

2.. Για την πολυειβή διάρθρωση της έννοιας της εξουσίας, πέραν δηλαδή αυτής της κρατικής, της άμεσα και συμπυκνωμένης πολιτικής εξουσίας, βλ. Νίκος Κοτζιάς, Κράτος και Πολιτική, τ. α ; Αθήνα 1993, σελ. 27-28, 65, υποσημ. 9.

3. Ι. Kant: Zum Ewigen Frieden. Ein philosophischer Entwurf, στο Werke, τ. XII, Frankfurt/M., σελ. 195-254. εδώ σελ. 19-56.

4.. Για τη διαφορά νομιμότητας και νομιμοποίησης βλ. Ν. Κοτζιάς.: «Η Κοινωνία της συνενοχής». Κρατική νομιμότητα και νομιμοποίηση στη μεταπολεμική Ελλάδα. Μια πρόταση ερμηνείας του ιστορικού γίγνεσθαι της ελληνικής κοινωνίας την περίοδο 1950-1967, ομιλία στο 4ο Συνέδριο του ιδρύματος Σάκη Καράγιωργα, Αθήνα 1993.

5. Βλ. ιδιαίτερα το έργο του Γκράμσι: Ο σχηματισμός των διανοουμένων, στο Αντόνιο Γκράμσι: Οι Διανοούμενοι, Αθήνα 1972, σελ. 53-77, ο ορισμός του οργανικού διανοούμενου στη σελ. 58-64.

6. Κ. Μαρξ. Ένγκελς, Μανιφέστο του Κομμουνιστικού Κόμματος, Αθήνα 1975, έκδοση Σύγχρονη Εποχή, σελ. 32-33

7.. Karl Marx: Zur Kritik der Hegeischen Rechisphilosophie. Einleitung στο Κ. Marx/F. Engels, Werke (MEW), Berlin 1970, τ. Ι, σελ. 378-391, εδώ σελ. 391.

8. Friedrich Engels, Rascher Fonschritt des Kommunismus in Deutschland, MEW τ. 2, σελ. 509515, εδώ σελ. 515.

9. Ν. Κοτζιάς, Ο Συνασπισμός της Αριστεράς, έκδοση τρίτη. Αθήνα 1988, σελ. 124-128.

10.. Eugen Varga, Die wirtschattspolitischen Probleme der proletarischen Diktatur, Karlstein 1920. επανέκδοση Rotdruck 1970, εδώ σελ. 74-84.

11.. H θέση του Varga αποτελούσε μια ανεπτυγμένη διατύπωση όσων είχε πει παλαιότερα ο Φ. Ένγκελς, το 1894, όταν απευθυνόμενος προς το Συνέδριο των σοσιαλιστών φοιτητών, αναφέρθηκε στις διαφορές ανάμεσα στις προλεταριακές και μη, ιδιαίτερα αστικές και εθνικές, επαναστάσεις, επισημαίνοντας ότι «οι επαναστάσεις του παρελθόντος χρειάζονταν από το πανεπιστήμιο μονάχα δικηγόρους, σαν την καλύτερη πρώτη ύλη, απ' την οποία διαμορφώνονταν οι πολιτικοί παράγοντες». Αντίθετα, «για την απελευθέρωση της εργατικής τάξης θα χρειασθούν, εκτός απ' αυτό, γιατροί, μηχανικοί, χημικοί, γεωπόνοι και άλλοι ειδικοί, διότι πρόκειται να κυριαρχηθεί η λειτουργία όχι μόνο της πολιτικής μηχανής, αλλά και ολόκληρης της κοινωνικής παραγωγής, κι εδώ πια δεν θα χρειαστούν διόλου ηχηρές φράσεις, αλλά σοβαρές γνώσεις», στο F. Engels: An den Internationalen Kongress sozialistischer Studenten, MEW τ. 22, Berlin 1963, σελ. 415.

12. Το απόσπασμα το παραθέτει ο Π. Μούτσος στον Γ' τόμο του έργου τον: «Η Σοσιαλιστική σκέψη στην Ελλάδα από το 1875 ok το 1974», σελ. 58.

13. Από την ΚΟΜΕΠ του 1923, στο ίδιο, σελ. 208.

14.. Ν. Κοτζιάς: Κρίση της θεωρίας - θεωρία της κρίσης και μαρξισμός, «Διαλεκτική» τ. 5/91, σελ. 6387, επίσης, του ίδιου: Η εποχή μας και το κόμμα νέου τύπον, «Διαλεκτική», τ. Ι, σελ. l IQ137, και, Ρεύματα και απόψεις της διεθνούς αριστεράς, «Διαλεκτική» τ. 6, σελ. 712.

15. R. Michels: Intelligenz und politische Eliten, στο R. Michels: Masse, Führer. Intellektuelle. Autsaetze 19061933. Frankfurt/M.New York, 1987, σελ. 189-213, εδώ σελ.. 198.

16. R. Michels: Die deutsche Sozialdemokratie, στο Masse. Führer, Intellektuelle,ι. σελ. 99131, εδώ σελ. 126.

17.. Στο ίδιο, σελ. 121.

18.. ΚΕ του ΚΚΕ, «Το μορφωτικό έργον του Κόμματος μας. Ο κανονισμός του Εκπαιδευτικού Τμήματος», στο ΚΚΕ, Επίθημα Κείμενα, τ. α' - πρώτος, Αθήνα 1974, σελ. 174-5, εδώ σελ. 174.

19.. Εκτελεστική Επιτροπή της ΚΕ του ΚΚΕ, «Προς τη μπολσεβικοποίηση. Το μορφωτικό πρόγραμμα του κόμματος. Οδηγίες για τη μορφωτική εργασία», στο Κείμενα, τ. [V, ό.π. σελ. 14-18, εδώ σελ. 14-16, βλ. ακόμα. «Απόφαση της ΚΕ του ΚΚΕ επί του ζητήματος του ς. Πουλιόπουλου». στο ίδιο, σελ. 168 και «Απόφαση επί της εσωτερικής καταστάσεως του κόμματος», στο ίδιο, σελ. 36-56.

20.. 3ο Συνέδριο του ΚΚΕ, «Απόφαση επί της εσωτερικής κατάστασης του Κόμματος». Κείμενα τ. (V, όπ. σελ. 580-583, εδώ σελ. 582.

21.. Στο ίδιο, καθώς και στο, «Ανοικτή Επιστολή του Πολιτικού γραφείου», στο Επίσημα Κείμενα, τ. β'. Πολιτικές και Λογοτεχνικές Εκδόσεις, 1965. σελ. 270-273, εδώ σελ. 271.

22.. Ενώ στη διανόηση αποδίδει η ηγεσία του ΚΚΕ τον όρο στράτευση, όρο πλατύτερο από εκείνον της κομματικότητας που χρησιμοποιούσε ο Λένιν, για τον εαυτό της χρησιμοποιεί τον όρο κομματικότητα, αποδίδοντας του όμως ένα πολύ στενότερο περιεχόμενο απ' ό,τι ο Λένιν, ταυτίζοντας τον αποκλειστικά με την υπεράσπιση του κόμματος όπως την εννοεί η κάθε φορά ηγεσία του και όχι με την υπόθεση της κοινωνικής αλλαγής και του κομμουνισμού, της αλήθειας και της δράσης.

2.1 Από τότε θα γίνει συνήθεια στο ΚΚΕ, αλλά και στις μικρές ομάδες που κατά διαστήματα αποχωρούν απ' αυτό, να μελετούν τη δευτερεύουσα βιβλιογραφία και όχι τους ίδιους τους κλασικούς, κανείς από τους ηγέτες τους δεν έχει διαβάσει το Κεφαλαίο, αλλά, παρ' όλα αυτά, είναι όλοι τους πεπεισμένοι ότι εκ θαύματος γνωρίζουν ορθότερα από κάθε άλλον το μαρξισμό και λενινισμό.

24.. 3ο έκτακτο συνέδριο του ΚΚΕ (ΕΚΔ) - 26.113.12.1924, «Απόφαση επί της καταστάσεως του κόμματος», στα Επίσημα Κείμενα τ. α', ό.π. σελ. 504-505.

25.. «Γράμμα του ΠΓ προς τα μέλη της οργάνωσης του Πειραιώς», στο Κείμενα, τ. β', σελ. 458-463, εδώ σελ. 461.

26.. Στο ίδιο. σελ. 504, βλ. ακόμα, «Απόφαση του οργανωτικού γραφείου του ΚΚΕ: Η νέα οργάνωση του Κομμουνιστικού Κόμματος της Ελλάδος, προς τη μπολσεβικοποίηση», στο ίδιο, σελ. 534-542.

27.. Βλ. «Απόφαση της ΚΕ του ΚΚΕ επί του ζητήματος του ς. Πουλιόπουλου», στο Επίσημα Κείμενα, τ. β. Πολιτικές και Λογοτεχνικές Εκδόσεις, 1965, σελ. 168-172. εδώ σελ. 168 και 171.

28.. Βλ. παραδειγματικά, «Ανακοίνωση του Κεντρικού οργανωτικού τμήματος» στις 2.10.1927, με τίτλο: «Για τη στρατολογία καινούργιων μελών», Κείμενα, τ. β', σελ. 443-445.

29.. Απόφαση της ολομέλειας της ΚΕ του ΚΚΕ στις 1518.2.1928, Κείμενα, τ. β', σελ. 501-524, εδώ σελ. 508.

30.. Κείμενα τ. β', ό.π. σελ. 270.

31.. Π.Γ. της ΚΕ του ΚΚΕ. «Η απάντηση του Πολιτικού Γραφείου στη νέα δήλωση των "ηγετών" του λιβινταρισμού», Κείμενα τ. β', ό.π. σελ. -, εδώ σελ. 441.

32.. Lukacs Georg, Zur Organisationsfrage der Intellektuellen, στο περιοδικό Kommunismus, 1/21920, σελ. 14 κ.ε., εδώ σελ. 18.

33.. J. Habermas: Faktizitaet und Geltung, Frankfurt/M. 1992.

34.. Η διατύπωση είναι τον J. Habermas από το κείμενο τον, Heinrich Heine und die Rolle der Intellektuellen in Deutschland, στο βιβλίο Eine An Schadenabwicklung Frankfurt/M. 1987, σελ. 27 ΚΕ.

 
< Προηγ.   Επόμ. >
Θέσεις, τριμηνιαία επιθεώρηση, 39ο έτος (1982-2021), εκδόσεις Νήσος, (Σαρρή 14, 10553, Αθήνα, τηλ-fax: 210-3250058)
Το περιεχόμενο διατίθεται ελεύθερα για μη εμπορικούς σκοπούς, υπό τον όρο της παραπομπής στην αρχική του πηγή