Η εξέλιξη των αντιλήψεων της κομμουνιστικής Αριστεράς για τον ελληνικό καπιταλισμό Εκτύπωση
Τεύχος 49, περίοδος: Οκτώβριος - Δεκέμβριος 1994


Η εξέλιξη των αντιλήψεων της κομμουνιστικής Αριστεράς για τον ελληνικό καπιταλισμό: Η περίπτωση του Γ. Κορδάτου1
του Γιάννη Μηλιού

Εισαγωγή

Οι απόψεις της παραδοσιακής Αριστεράς για το χαρακτήρα του ελληνικού κοινωνικού σχηματισμού αποτέλεσαν αντικείμενο κριτικής των θέσεων, ήδη από τα πρώτα τεύχη τους.2 θεωρήσαμε ότι μια τέτοια κριτική απορρέει από τον ίδιο το στόχο του περιοδικού, τον οποίο είχαμε ορίσει ως προσπάθεια για μια μαρξιστική "'πολιτική παρέμβαση στο χώρο της θεωρίας". Κι αυτό διότι η ανάλυση των δομικών χαρακτηριστικών και των τάσεων εξέλιξης της ελληνικής (καπιταλιστικής) κοινωνίας αποτελεί για την Αριστερά τη θεωρητική προϋπόθεση για τη διαμόρφωση της πολιτικής στρατηγικής της.

Οι απόψεις της "επίσημης" κομμουνιστικής Αριστεράς για "αυτό που πρέπει να αλλάξει", για τον ελληνικό καπιταλισμό, δεν ήταν όμως πάντοτε οι ίδιες. Αντίθετα, οι απόψεις αυτές υπέστησαν ριζικές αλλαγές, κυρίως στη διάρκεια του Μεσοπολέμου, παράλληλα με τη διαδικασία σταθεροποίησης της "Ζαχαριαδικής" ηγεσίας του ΚΚΕ, αλλά και σε αντιστοιχία με τους ιδεολογικούς και πολιτικούς μετασχηματισμούς στο ΚΚΣΕ και την Κομμουνιστική Διεθνή κατά την ίδια χρονική περίοδο.

Αν παρακολουθήσουμε τη μετεξέλιξη των θεωρητικών αντιλήψεων της Αριστεράς αναφορικά με το χαρακτήρα της ελληνικής κοινωνίας, τότε οι κυρίαρχες σήμερα αντιλήψεις, που για τους περισσότερους αριστερούς αποτελούν "προφανείς" κοινούς τόπους, θα πάψουν ίσως να θεωρούνται ως η (μοναδική) αριστερή προσέγγιση του ελληνικού καπιταλισμού. Αντίθετα, θα αναδυθούν ανάγλυφα οι κοινωνικοί, πολιτικοί και ιδεολογικοί συσχετισμοί δύναμης, οι οποίοι ώθησαν τη θεωρητική πλάστιγγα προς την ερμηνεία που είναι σήμερα η κυρίαρχη. Πέραν αυτού, οι "ιστορικές" προσεγγίσεις της Αριστεράς για το χαρακτήρα της ελληνικής κοινωνίας συμβάλλουν, κατά τη γνώμη μου (όπως άλλωστε και η μαρξική θεωρία γενικά), στο να γίνει φανερός ο απολογητικός χαρακτήρας εκείνων των "επιστημονικών" αναλύσεων, που στερεότυπα επαναλαμβάνουν ότι το βασικό πρόβλημα της "ελληνικής κοινωνίας" σήμερα (νοούμενης ως μιας ενιαίας και αδιαίρετης οντότητας) είναι η "υστέρηση" της ως προς το ιδεατό μοντέλο του ιδανικού καπιταλισμού ("εκσυγχρονισμός", "ανάπτυξη", "ορθολογική διαχείριση των πόρων", κ.ο.κ.).

Στην παρούσα μελέτη θα επιχειρήσουμε να σκιαγραφήσουμε τη μετεξέλιξη των αντιλήψεων της κομμουνιστικής Αριστεράς για την ελληνική κοινωνία, εστιάζοντας την ανάλυση μας κυρίως στα ερμηνευτικά σχήματα του Γιάννη Κορδάτου, του πολυγραφότερου και, κατά την άποψη μας, χαρακτηριστικότερου κομμουνιστή θεωρητικού της μεσοπολεμικής και πρώτης μεταπολεμικής περιόδου.

1. Η αφετηρία (1919-1926): Η κυριαρχία τον κεφαλαίου δημιουργεί τις προϋποθέσεις της σοσιαλιστικής επανάστασης

Τον Μάρτιο του 1924, ο Γιάννης Κορδάτος ολοκληρώνει τη συγγραφή του πρώτου και περισσότερο "πολύκροτου" (όπως ο ίδιος το ονομάζει αργότερα3) βιβλίου του, που τιτλοφορείται "Η Κοινωνική σημασία της Ελληνικής Επαναστάσεως του 1821". Από τη δεύτερη ανατύπωση (Γ' έκδοση) του βιβλίου αυτού, η οποία ακολουθεί με ελάχιστες βελτιώσεις την Α' έκδοση, παραθέτουμε ορισμένα αποσπάσματα που εικονογραφούν τις απόψεις του συγγραφέα για τον ελληνικό κοινωνικό σχηματισμό και την ιστορία του:

* Σχετικά με το 1821: "Η σχηματισθείσα νέα κοινωνική τάξις, η αστική, εις την υπόδουλον Ελλάδα είχε φθάσει εις μεγάλην ανάπτυξιν υλικήν. Ένεκα του λόγου αυτού, (αντικειμενικός όρος μιας Επαναστάσεως), και του επικρατούντος πανευρωπαϊκού αναβρασμού (...) (υποκειμενικός όρος), η ελληνική αστική τάξις ωθήθη προς την ιδέαν της Επαναστάσεως κατά του τουρκικού ζυγού. Βεβαίως εάν η τότε ανδρωθείσα ελληνική αστική τάξις δεν ευρίσκετο εις την υλικήν ακμήν εις την οποίαν ευρίσκετο με την τεραστίαν ανάπτυξιν του εμπορίου και της ναυτιλίας εσωτερικώς και εξωτερικώς δεν θα ήτο ψυχικώς προπαρεσκευασμένη να δεχθή τας γαλλικός επαναστατικός ιδέας και να φανατισθή από τα δόγματα της Γαλλικής Επαναστάσεως. Διότι ήτο ως τάξις σχηματισμένη και οικονομικώς ευρίσκετο εις υπερτάτην ακμήν, δι αυτό ηθέλησε να ανέλθη ως τάξις κοινωνική επιδιώκουσα κατά πρώτον και απαράβατον όρον να εκδίωξη τους Τούρκους, διότι η κυριαρχία των ήτο το μεγαλύτερον και ανυπέρβλητον εμπόδιον δια την άνοδόν της εις την εξουσίαν" (Κορδάτος 1927, σελ. 54, οι υπογρ. του συγγρ.).

* Σχετικά με την ιστορία της νεοελληνικής κοινωνίας: "Η ελληνική αστική τάξις του 21, μολονότι ηγωνίσθη κατά του φεουδαρχισμού και κοτσαμπασηδισμού επί μακρόν χρονικόν διάστημα, όταν κατέλαβε την πολιτική εξουσίαν η ιδία, έκαμεν ωρισμένους συμβιβασμούς προς τους κοτσαμπάσηδες δια να νέμεται ελευθέρως τα αγαθά της εξουσίας. Κ' έτσι το αγροτικόν ζήτημα μετά έναν αιώνα από την απελευθέρωσιν της Ελλάδος παραμένει άλυτον, διότι η αστική τάξις, η κατέχουσα από του 1844 την πολιτικήν εξουσίαν, χάριν των γενικωτέρων συμφερόντων της ηναγκάσθη να συνθηκολόγηση προς τον κοτσαμπασηδισμόν, παραχωρήσασα εις αυτόν ωρισμένα ανταλλάγματα οικονομικής μάλλον φύσεως εις βάρος των εργαζομένων και πτωχών λαϊκών μαζών (...) Από την περίοδον δε του 1880 και εντεύθεν οπότε η παλαιά αστική τάξις μετασχηματίζεται εις τάξιν κεφαλαιοκρατικήν υπό την σύγχρονον σημασίαν της λέξεως, η αντιδραστικότης της ελληνικής κεφαλαιοκρατίας αυξάνει και υπό λανθάνουσαν βεβαίως μορφήν μετατίθεται η πάλη των τάξεων εντελώς προς το μέρος των κεφαλαιούχων και εργατών, δηλαδή μεταξύ κεφαλαίου και εργασίας" (Κορδάτος 1927, σελ. 173 & 175, οι υπογρ. δικές μου, Γ.Μ.)4.

Σύμφωνα λοιπόν με το θεωρητικό σχήμα που διατυπώνει ο Κορδάτος το 1924, το 21 είχε το χαρακτήρα αστικής επανάστασης, η οποία έφερε στην πολιτική εξουσία την ήδη οικονομικά κυρίαρχη αστική τάξη. Η τάξη αυτή, που μετασχηματίζεται από το 1880 και μετά σε σύγχρονη, βιομηχανική αστική τάξη, αποκτά μετά την κατάκτηση της πολιτικής εξουσίας αντιδραστικά χαρακτηριστικά. Μάλιστα, "κατά την τελευταίαν περίοδον (1912-1922) (...) η ελληνική κεφαλαιοκρατία έπαιξε τον ρόλον του ιμπεριαλισμού" (Κορδάτος 1927, σελ. 174). "Ο ιμπεριαλισμός της ελληνικής κεφαλαιοκρατίας δια των συνθηκών του Νεϊγύ και των Σεβρών πραγματοποιεί τα πλέον τολμηρά του όνειρα" (Κορδάτος, στο ΚΚΕ 1991, σελ. 64).

Από τις θεωρητικές αυτές θέσεις συνάγεται αβίαστα μια συγκεκριμένη πολιτική στρατηγική για την Αριστερά: Η πολιτική στρατηγική της σοσιαλιστικής επανάστασης: "Η αστική τάξις εις όλον τον κόσμον είναι πλέον τάξις αντιδραστική, τάξις, η οποία πολιτικώς και οικονομικώς καταπιέζεται5 και εκμεταλλεύεται τον εργαζόμενον λαόν. Η ελληνική αστική τάξις, ωθούμενη από τα συμφέροντα της, ακολουθεί τον ίδιον δρόμον, τον δρόμον της αντιδράσεως. Ο προοδευτικός της ρόλος προ πολλού παρήλθε (...) Μόνον η (οργανωμένη εργατική τάξις είναι σήμερα τάξις προοδευτική. Οι αγώνες της, εμπνεόμενοι από το διεθνιστικόν ιδανικόν του Κομμουνισμού, αποβλέπουν εις το να απαλλάξουν την ανθρωπότητα από τας καταστροφάς και τας φρίκας νέων ιμπεριαλιστικών πολέμων (...) Δια της Κοινωνικής Επαναστάσεως της θα γίνη όχι μόνον ο καταλύτης των οικονομικών και πολιτικών δεσμών της, αλλά και ο ελευθερωτής όλων των καταπιεζομένων μαζών" (Κορδάτος 1927, σελ. 176-177, οι υπογρ. του συγγρ.).

Την εποχή που αναπτύσσει τις απόψεις που μόλις σκιαγραφήσαμε, ο Κορδάτος ανήκει στον ηγετικό πυρήνα της ριζοσπαστικής πτέρυγας του ΣΕΚΕ(Κ), το οποίο λίγους μήνες αργότερα, στο Γ' Έκτακτο Συνέδριό του (26.11.3.12.1924), επρόκειτο να μετονομασθεί σε ΚΚΕ.

Το 1924 είναι χρονιά έντονων κομματικών διεργασιών και εσωκομματικών αντιπαραθέσεων στο ΣΕΚΕ(Κ), οι οποίες καταλήγουν στην απομάκρυνση από το κόμμα της μετριοπαθούς ηγετικής πτέρυγας, που κυριάρχησε στο ΣΕΚΕ(Κ) κατά την πρώτη πενταετία της ύπαρξης του (βλ. Νούτσος 1992, Αιβιεράτος 1985, Ελεφάντης 1976, ΚΚΕ 1974Α). Στις εσωκομματικές αυτές ανακατατάξεις ο Κορδάτος παίζει πρωταγωνιστικό ρόλο. Έτσι, το Φεβρουάριο του 1924 "το εθνικόν συμβούλιον του κόμματος (...) δέχεται την παραίτησιν της Κεντρικής επιτροπής και εκλέγει παμψηφεί τριμελή Κεντρικήν επιτροπήν από τους συντρόφους Ιωάννην Κορδάτον, Σεραφείμ Μάξιμον και Θωμά Αποστολίδην" (ΚΚΕ 1974Α, σελ. 39798). Σύμφωνα με την "Έκθεση για την κατάσταση του Κόμματος" στο Γ ' Έκτακτο Συνέδριο, με την απόφαση αυτή του εθνικού συμβουλίου "οριστικώς κατεδικάσθη εις πολιτικόν θάνατον ο σοσιαλδημοκρατισμός και ο τυχοδιωκτισμός" (ΚΚΕ 1991, σελ. 31).

Είναι, λοιπόν, φυσικό ότι οι θεωρητικές και πολιτικές θέσεις που αναπτύσσει ο Κορδάτος στην "Κοινωνική σημασία. .." ανιχνεύοναι με ευκολία και στα πολιτικά κείμενα του ΚΚΕ της περιόδου αυτής6, με χαρακτηριστικότερο ίσως κείμενο την εισήγηση του Γ. Κορδάτου στο Γ' Έκτακτο Συνέδριο του ΣΕΚΕ(Κ), "Για το Πολιτικό Πρόγραμμα του Κομμουνιστικού Κόμματος". Από την εισήγηση αυτή θα παραθέσουμε ένα απόσπασμα, που αναφέρεται στο χαρακτήρα και την εξέλιξη τον ελληνικού καπιταλισμού κατά τις δύο πρώτες δεκαετίες του 20ου αιώνα, με έμφαση στην "επανάσταση" τον 1909:

«Η αλματική ανάπτυξις της κεφαλαιοκρατίας εδημιούργησε νέας συνθήκας εις την χωράν, εργατικόν ζήτημα, φορολογικήν νομοθεσίαν και επέβαλε συνολικός μεταρρυθμίσεις εις την νομοθεσίαν δια να δυνηθή η αστική τάξις να συνέχιση την ανάπτυξιν και σταδιοδρομίαν της. Επεβάλλετο συγχρόνως (...) και εξωτερική πολιτική που (...) ν' ανταποκρίνεται προς τας κατακτητικός βλέψεις της ελληνικής κεφαλαιοκρατίας (...) Η ελληνική κεφαλαιοκρατία ωθούμενη από τας οικονομικός ανάγκας, δεν ήτο δυνατόν να ανεχθή τον στενόν ελλαδισμόν που εκπροσωπούσε ο παλαιοκομματισμός (...) Η αστική τάξις (και εννοούμεν την νέαν πλουτοκρατίαν), που ήρχισε να σχηματίζεται από το 1880 με όλα τα γνωρίσματα του σύγχρονου καπιταλισμού, ευρισκομένη εντός αποπνικτικής ατμοσφαίρας από οικονομικής απόψεως, ειργάσθη και επέτυχε το στρατιωτικοπολιτικόν πραξικόπημα της 15 Αυγούστου 1909 (...) Η ελληνική πλουτοκρατία δια του Βενιζέλου της, αφού άλλωστε ο κρατικός σοσιαλισμός εις Γερμανίαν ήτο πολιτική μόδα, [έσπευσε, Γ.Μ.] να προλάβη "τα δυσάρεστα αποτελέσματα της πάλης των τάξεων" και να εξασφάλιση εκ των προτέρων την αρμονίαν των τάξεων (Βλ. Πρακτ. Βουλής 10/3/11). Μόνη της δε (...) εψήφισε μια σειράν εργατικών νόμων.» (Κορδάτος, στο: ΚΚΕ 1991, σελ. 61-62).

Βλέπουμε, λοιπόν, ότι μέχρι τα μέσα της δεκαετίας του 1920 ο Γ. Κορδάτος εμφανίζεται ως βασικός εκπρόσωπος του επίσημου μαρξισμού της εποχής, όπως αυτός εκφράζεται από τον κύριο μαρξιστικό πολιτικό φορέα, το ΣΕΚΕ - ΚΚΕ, σε αντιστοιχία με τις αναλύσεις και τα θεωρητικά πορίσματα της Γ ' Διεθνούς. Ο μαρξισμός αυτός αναλύει την κοινωνική εξουσία στην Ελλάδα ως κεφαλαιοκρατική και με βάση τα πορίσματα αυτής της ανάλυσης τεκμηριώνει την αναγκαιότητα και την επικαιρότητα της πολιτικής στρατηγικής της εργατικής τάξης και των συμμάχων της (κυρίως φτωχών αγροτών7) για τη σοσιαλιστική επανάσταση.

Όμως η εικόνα του θεωρητικού Κορδάτου που μόλις παρουσιάσαμε διαφέρει ριζικά από την αντίστοιχη εικόνα του της περιόδου 1927 - 61, τη "γνωστή" εικόνα του θεωρητικού Γ. Κορδάτου.

2. Ο κομμουνιστής Γ. Κορδάτος και το ΚΚΕ

Ο Κορδάτος (όπως και ο θ. Αποστολίδης) διαφωνεί με τις αποφάσεις που υιοθετούνται από την κομματική πλειοψηφία στο Γ' Έκτακτο Συνέδριο του ΚΚΕ (Νοε.-Δεκ. 1924), κυρίως σε ό,τι αφορά τον τρόπο προπαγάνδισης του συνθήματος της Διεθνούς περί ανεξαρτησίας της Μακεδονίας και της Θράκης (το οποίο είχε αποδεχθεί και το ΚΚΕ, βλ. Ελεφάντης 1976 σελ. 32 επ., Νούτσος 1992). Έτσι αν και εκλέγεται στην Κ.Ε. του Κόμματος δεν αποδέχεται την εκλογή του και έκτοτε δεν μετέχει στις κομματικές διαδικασίες. Γραμματέας του ΚΚΕ εκλέγεται ο Παντ. Πουλιόπουλος.

Από το Σεπτέμβριο του 1926 οξύνονται και πάλι οι εσωκομματικές αντιθέσεις στο ΚΚΕ, με αφορμή κυρίως την έκβαση των εσωκομματικών αντιθέσεων στο ΚΚΣΕ, δηλαδή την υπερίσχυση του Στάλιν και την ήττα των Τρότσκι - Ζηνόβιεφ - Κάμενεφ. Στην VII. διευρυμένη Σύνοδο της Ολομέλειας της Κ. Διεθνούς (22.11.16.12.1926) καταδικάζεται ο τροτσκισμός (Geschichte. .. 1986, σελ. 252), ενώ στην VIII. διευρυμένη Σύνοδο της Ολομέλειας της Κ. Διεθνούς (18.05.30.05.1927) αποφασίζεται η απομάκρυνση των τροτσκιστών από τα Κομμουνιστικά Κόμματα (Geschichte ... 1986, σελ. 255).

Το Μάρτιο του 1927 συνέρχεται το 3ο τακτικό Συνέδριο του ΚΚΕ, στο οποίο υπερψηφίζονται οι αποφάσεις της Κ. Διεθνούς, με αποτέλεσμα να παραιτηθούν από την Κ.Ε. του Κόμματος, και τους επόμενους μήνες να διαγραφούν από το Κόμμα (μέχρι το Φλεβάρη 1928), τα στελέχη της μέχρι τότε ηγεσίας που διαφωνούσαν με τις αποφάσεις και τις μεθοδεύσεις της Διεθνούς (Πουλιόπουλος, Γιατσόπουλος, Μάξιμος, Σκλάβος, Χαΐνογλου). Το Γ' Συνέδριο διαγράφει επίσης από το Κόμμα τον Γ. Κορδάτο, με κύριο δικαιολογητικό «την υπ' αυτού δημοσίευσιν εις την αντικομματικήν [διαβ. τροτσκιστική, Γ.Μ.] εφημερίδα "Ρεβολυσιόν Προλεταριέν" (...) ανταποκρίσεως στρεφόμενης κατά του Κόμματος» (ΚΚΕ 1974Β, σελ. 250).

Ο Γ. Κορδάτος βρίσκεται, λοιπόν, εκτός του Κομμουνιστικού Κόμματος, την ίδια εποχή που έξω από το Κόμμα θα βρεθεί και το μεγαλύτερο τμήμα της κομματικής ηγεσίας του 1924. Όμως ο Κορδάτος δεν θα συμπλεύσει πλέον με τα στελέχη αυτά ούτε πολιτικά (από το Δεκέμβριο του 1924 έχει επιλέξει, ως προσωπική πολιτική στάση, αποκλειστικά τη θεωρητική μαρξιστική παρέμβαση), ούτε θεωρητικά: Από το 1927 οι θεωρητικές θέσεις του Κορδάτου αποκτούν ένα ριζικά νέο προσανατολισμό, δεν θυμίζουν παρά σε ελάχιστα πράγματα τις θέσεις και αναλύσεις της περιόδου 1919-1924.

3. Η θεωρητική μεταστροφή (1927-1961): Η υπανάπτυκτη "αστοτσιφλικάδικη" Ελλάδα

Ας περάσουμε, λοιπόν, στο θεωρητικό Γ. Κορδάτο, όπως παρουσιάζεται από τα τέλη της δεκαετίας του 1920 μέχρι το τέλος της ζωής του.

* Σχετικά με το χαρακτήρα της ελληνικής κοινωνίας και την καπιταλιστική ανάπτυξη:

Ήδη το 1927 ο Κορδάτος εγκαταλείπει τη θέση για την κυριαρχία και γρήγορη ανάπτυξη του καπιταλισμού στην Ελλάδα και υποστηρίζει ότι "η Ελλάς είναι μία χώρα με κατ' εξοχήν αγροτικόν πληθυσμόν και με καθυστερημένην βιομηχανικήν οργάνωσιν" (Κορδάτος 1964, σελ. 276).

Η θέση αυτή μετεξελίσσεται από το 1930 και εφεξής στην άποψη ότι ο καπιταλισμός δεν μπορεί να αναπτυχθεί στην Ελλάδα. Το 1930 γράφει: «Ο ελληνικός καπιταλισμός έχασε τα νερά του ύστερα από τη Μικρασιατική καταστροφή και τη συνθήκη της Λωζάνης. (...) Δεν έχει περιθώριο για απεδώ και εμπρός οργανική ανάπτυξη. Εξαρτημένος ολότελα από το ξένο τραπεζιτικό κεφάλαιο έχασε την ίσαμε τώρα "ζωτικότητα" του» (Κορδάτος 1972 - α, σελ. 136). Και συνεχίζει: "Η Ελλάδα είναι μια χώρα γεωργική καθυστερημένη μάλιστα και με απομεινάρια φεουδαρχικής οργάνωσης (...) Είναι φως φανερό ότι καμιά βιομηχανική επιχείρηση στην Ελλάδα δεν στέκει στα πόδια της" (Κορδάτος 1972 - α, σελ. 80, 82). Ως αιτίες για την αδυναμία ανάπτυξης του ελληνικού καπιταλισμού ο Κορδάτος θεωρεί (το 1931) ότι "δεν υπήρχαν πρώτες ύλες ούτε εσωτερική καταναλωτική αγορά. Κι ακόμα οι συγκοινωνίες της ξηράς ήταν πρωτόγονες και η τεχνική καθυστερημένη" (Κορδάτος 1972β, σ. 15).

Για να καταλάβουμε σε πόσο λανθασμένη κατεύθυνση κινείται αυτή η νέα προσέγγιση του Κορδάτου, αρκεί να σημειώσουμε τα ακόλουθα στοιχεία: Ο αριθμός των βιομηχανικών επιχειρήσεων στην Ελλάδα αυξάνει στο διάστημα 1920-29 κατά 82% και στο διάστημα 1930-40 κατά 40%. Πάνω από τις μισές επιχειρήσεις που λειτουργούσαν το 1940 είχαν ιδρυθεί μετά το 1920. Η βιομηχανική απασχόληση αυξάνεται από 154 χιλιάδες εργαζομένους το 1920, σε 280 χιλιάδες το 1930 και 350 χιλιάδες εργαζομένους το 1938. Η εγκατεστημένη βιομηχανική ισχύς αυξάνει από 110 χιλιάδες HP το 1920 σε 230 χιλιάδες HP το 1930 και 277 χιλιάδες HP το 1938. Σύμφωνα με στοιχεία της Κοινωνίας των Εθνών, η ελληνική βιομηχανική παραγωγή αυξάνεται στο διάστημα 1928-1938 κατά 68%, επιτυγχάνοντας έτσι τους ψηλότερους ρυθμούς ανάπτυξης στον κόσμο, μετά τη βιομηχανία της Σοβιετικής Ένωσης (αύξηση κατά 87%) και της Ιαπωνίας (73%) (Μηλιός 1988, ς. 285 επ.).

* Παρέκβαση: Η θεωρητική ρήξη του Κορδάτου με την πρώτη ηγετική γενιά του ΚΚΕ (1920-26).

Με τη νέα του αυτή προσέγγιση ο Κορδάτος αποκόβεται πλήρως από τη θεωρητική παράδοση της πρώτης ηγετικής γενιάς του ΚΚΕ (1920-26). Είναι έτσι χαρακτηριστικές κατά την περίοδο αυτή οι αναλύσεις του Σ. Μάξιμου, για τα ζητήματα ακριβώς που μας απασχολούν:

Έγραφε, λοιπόν ο Μάξιμος το 1928: «Οι Βαλκανικοί πόλεμοι δώσανε "νέα ώθηση" στην ελληνική βιομηχανία. Η "απελευθέρωση των εδαφών", συνώνυμη με το άνοιγμα καινούργιων αγορών, επιτρέψανε μια νέα ανάπτυξη που έφτασε στο ανώτερο της όριο στον αποκλεισμό του 1916. Από τότε η μικρή ελληνική βιομηχανία έπαιρνε ολοένα και μεγαλύτερη ανάπτυξη. Η περίοδος της νέας οικονομικής κρίσης και το καταστρεπτικό τέλος του πολέμου της Μικρασίας με την προσφυγοποίηση 1 1/2 εκατομμυρίου ελληνικού πληθυσμού δημιουργήσανε μια ασύγκριτα ανώτερη από τις προηγούμενες εποχές ανάπτυξη σε σημείο που (ορισμένοι κλάδοι της βιομηχανίας να εκτοπίζουνε από την αγορά προϊόντα αντίστοιχου κλάδου ξένης βιομηχανίας. Πρέπει ιδιαίτερα να σταματήσουμε στο σημείο αυτό. Όσο και αν η ανάπτυξη των καπιταλιστικών σχέσεων στην Ελλάδα είναι μία ολόκληρη εποχή, μέσα στην οποία ξεχωρίζει η από του 1880-1890 περίοδος, είναι εν τούτοις γεγονός ότι μόνο ύστερα από τους βαλκανικούς πολέμους και κυρίως ύστερα από την Μικρασιατική καταστροφή έχουμε στην Ελλάδα σύγχρονη βιομηχανία και ανάπτυξη γενική καπιταλιστικών σχέσεων» (Μάξιμος 1982, σελ. 11-12, οι υπογρ. δικές μου, Γ. Μ.). Δυο χρόνια αργότερα, το 1930, ο Μάξιμος θα έχει μάλιστα την ευκαιρία να τονίσει και πάλι ότι η ανάπτυξη του ελληνικού καπιταλισμού στο Μεσοπόλεμο είναι ανεξάρτητη από τις πολιτειακές μορφές του αστικού κράτους, επομένως και από τη "βούληση" των εκάστοτε κυβερνώντων: «Σταθεροποίηση όχι μόνο της δημόσιας, μα της όλης εθνικής, δηλαδή, καπιταλιστικής οικονομίας. (...) Σταθεροποίηση της κτηθείσης υπεραξίας. (...) Η καπιταλιστική οικονομία αναπτύχθηκε στο σύνολο της. Κάτω από τις πιο "αριστερές" και κάτω από τις πιο δεξιές κυβερνήσεις. Με κοινοβούλιο ή με δικτατορία το ελληνικό κεφάλαιο "έδρασε εθνικά", πολλαπλασίασε τις επιχειρήσεις του, ανάπτυξε τον κύκλο των εργασιών του» (Μάξιμος 1975, σελ 135, οι υπογρ. του συγγραφέα. Βλ. και Μηλιός 1989). Αντίστοιχες ήταν και οι αναλύσεις του Παντ. Πουλιόπουλου, με χαρακτηριστικότερη την ανάλυση που περιέχεται στο "Δημοκρατική ή σοσιαλιστική επανάσταση στην Ελλάδα;", που κυκλοφόρησε το 1934.

Συμπερασματικά: Οι αναλύσεις του Κορδάτου μετά το 1927 αποτελούν τομή τόσο με το δικό του θεωρητικό παρελθόν της περιόδου 191924, όσο με τις αναλύσεις των συγχρόνων του μαρξιστών θεωρητικών, με τους οποίους είχε συνυπάρξει στην ηγεσία του ΚΚΕ κατά το πρώτο μισό της δεκαετίας του 1920.

Μένει να εξετάσουμε τις απόψεις του "επίσημου" μαρξισμού (του ΚΚΕ και της Κομ. Διεθνούς) κατά την περίοδο μετά το 1927. Προηγουμένως πρέπει, όμως, να ολοκληρώσουμε την εικόνα της νέας θεωρητικής προσέγγισης του Κορδάτου αναφορικά με την ελληνική κοινωνία και την ιστορία της.

* Σχετικά με το 21 και την ιστορία της νεοελληνικής κοινωνίας:

Η νέα αντίληψη για το χαρακτήρα της ελληνικής κοινωνίας και την καπιταλιστική ανάπτυξη δένεται με μια νέα αντίληψη για την ιστορία. Σύμφωνα με αυτήν, υποστηρίζεται αρχικά (1930) ότι η αστική τάξη κατακτά την πολιτική εξουσία στην Ελλάδα μόλις το 1909, με το "κίνημα του Γουδιού" (Κορδάτος 1972α, σελ. 63). Στη συνέχεια (1934) διατυπώνεται η θέση ότι οι κοινωνικές σχέσεις στην Ελλάδα (ιδίως στην ύπαιθρο) παρέμειναν αναλλοίωτες καθόλη την περίοδο 1830-1910.8

Η προσέγγιση αυτή θα αποτελέσει το μόνιμο μοτίβο των αναλύσεων του Κορδάτου για την ελληνική κοινωνία, μέχρι το τέλος της ζωής του: «Από το 1821 ως το 1900 πάνω κάτω, κυβέρνησαν την Ελλάδα τα παλιά τζάκια. Οι κοτζαμπάσηδες, οι φαναριώτες και μερικοί από τους αγωνιστές, έδωκαν το χέρι και σχημάτισαν την "αριστοκρατική" ολιγαρχία του τόπου. Η αστική τάξη στην περίοδο αυτή δεν μπόρεσε, σαν χωριστή τάξη, να διεκδικήσει την πολιτική εξουσία» (Κορδάτος 1958, σελ. 11).

Σταθμό για τη διαμόρφωση της προσέγγισης αυτής αποτέλεσε η κυκλοφορία της Δ' έκδοσης του "Η Κοινωνική σημασία. ..", το 1946. Στην πραγματικότητα πρόκειται όχι για τη νέα συμπληρωμένη έκδοση του ίδιου βιβλίου (όπως διατείνεται ο Κορδάτος), αλλά για την έκδοση ενός νέου βιβλίου, ριζικά μεταλλαγμένου ως προς τις προηγούμενες ομότιτλες εκδόσεις.

Στην έκδοση αυτή ο Κορδάτος επιχειρεί να θεμελιώσει τη θέση ότι οι αστικές δυνάμεις του 21 ευρίσκοντο κυρίως εκτός του ελλαδικού χώρου (Δυτ. Ευρώπη, Ρωσία) και ότι από την Επανάσταση προέκυψε η ταξική κυριαρχία της προκαπιταλιστικής "ολιγαρχίας", με την οποία αναγκάστηκαν να συμβιβαστούν και οι αστοί ("αστοτσιφλικάδες"): "Η δημιουργία Ελληνικού Κράτους ήτο μία ανάγκη δια την ελληνική αστικήν τάξιν, η οποία ευρίσκετο διασκορπισμένη εκτός της κυρίας Ελλάδος" (Κορδάτος 1972γ, σελ. 133).9

Βασικό ρόλο για την έκβαση της Επανάστασης και τη διαμόρφωση της κρατικής εξουσίας είχαν, σύμφωνα μ' αυτή τη νέα ανάλυση, οι μεγάλες δυνάμεις. Έτσι, "από το 1823 ως τα τώρα το ξένον κεφάλαιον, έχοντας τοποτηρητάς και εντολοδόχους εις την χωράν μας τους αστοτσιφλικάδες, εγύμνωσε κάθε ικμάδα του τόπου, ελήστευσε τον λαόν και εκράτησε την χωράν καθυστερημένην, δια να μπορεί να μας μεταχειρίζεται ως αποίκους" (Κορδάτος 1972γ, σελ. 273). Ο Κορδάτος λειτουργεί πλέον ως φορέας των αντιλήψεων της επίσημης Αριστεράς (ΚΚΕ, ΕΑΜ) σχετικά με το χαρακτήρα της νεοελληνικής κοινωνίας. Μάλιστα, η ανάλυση του για το 21 προσαρμόστηκε περαιτέρω στις ιδιομορφίες της πολιτικής συγκυρίας κατά τη χρονική στιγμή έκδοσης της νέας εκδοχής του "Η κοινωνική. ..": "Ο λόρδος Πάλμερστον έβαλε τας βάσεις της πολιτικής του Φόρειν Όφφις απέναντι της Ελλάδος, που επί εκατό και παραπάνω χρόνια ακολουθείται πιστά από τους διαδόχους του. Η Ελλάς πρέπει να είναι συγκεκαλυμμένων προτεκτοράτον της Αγγλίας... " (Κορδάτος 1972γ, σελ. 273).

Αξίζει να λεχθεί παρενθετικά, ότι οι νέες αυτές απόψεις του Κορδάτου για την ελληνική κοινωνία και Ιστορία εισάγονται για προ>τη φορά στο έργο του με το "Δημοτικισμός και Λογιωτατισμός", η συγγραφή του οποίου ολοκληρώθηκε το Δεκέμβριο 1926 και το οποίο κυκλοφόρησε το 1927. Το βιβλίο αυτό σηματοδοτεί ουσιαστικά τη μετάβαση του Κορδάτου από τις αρχικές στις ύστερες αναλύσεις του για τον ελληνικό καπιταλισμό, καθώς εδώ συνυπάρχουν αντιφατικά και οι δύο προσεγγίσεις. Έτσι από τη μια υποστηρίζεται ότι: "από τις αρχές του 18ου αιώνα αρχίζει και στην τουρκοκρατούμενη Ελλάδα ο φεουδαρχισμός να κλονίζεται και να παίρνει τη θέση του ο αστισμός (...) Η γεωργία τώρα παίρνει άλλη όψη. Νέες παραγωγικές και ανταλλακτικές σχέσεις είχαν δημιουργηθεί" (Κορδάτος 1974β, σελ. 24), ενώ από την άλλη εισάγεται η θέση ότι "ο συμβιβασμός [της αστικής τάξης] με το φεουδαρχισμό (...) βάσταξε με μικρές διακοπές ως τις αρχές του 20ου αιώνα" (Κορδάτος 1974β, σελ. 82). Βέβαια, ως βασική αιτία γι αυτό το συμβιβασμό θεωρεί τώρα ο Κορδάτος (1926-27) την επεκτατική στρατηγική του ελληνικού αστισμού: "Ναι μεν η Κρήτη, τα Νησιά του Αιγαίου, η Θεσσαλία ήταν ελληνικά. Μα η Μακεδονία, η Θράκη ήταν μωσαϊκό εθνοτήτων (...) Η Ελλάδα, η ελεύθερη, ήταν φτωχό μέρος, καθυστερημένο, άγονο. Η ιμπεριαλιστική πολιτική έτσι δεν άργησε να δικαιολογηθεί και να θεωρηθεί αναγκαία. Από τη στιγμή λοιπόν που ο αστισμός άρχισε να εφαρμόζει καταχτητική πολιτική προς τα έξω, έχασε την ιστορική του προοδευτική αποστολή" (Κορδάτος 1974β, σελ. 83).

Σε κάθε περίπτωση, πάντως, με το τέλος του Β ' Παγκοσμίου Πολέμου είναι πλέον προφανής η σύγκλιση των θεωρητικών πορισμάτων του Κορδάτου με την πολιτική στρατηγική του ΚΚΕ'°. Ωστόσο η θεωρητική συνάφεια των αναλύσεων του Κορδάτου με αυτές της επίσημης κομμουνιστικής Αριστεράς απαιτεί διεξοδικότερη ανάλυση, σε ό,τι αφορά την περίοδο του Μεσοπολέμου. Μόνο έτσι θα μπορέσουμε να διερευνήσουμε τους θεωρητικούς και πολιτικούς όρους του μετασχηματισμού των θεωρητικών θέσεων του Κορδάτου στο δεύτερο μισό της δεκαετίας του 1920.

. Οι αναλύσεις της Κομ. Διεθνούς, το ΚΚΕ και ο Κορδάτος

Η θεωρητική μεταστροφή του Γ. Κορδάτου που μόλις περιγράψαμε συμπίπτει χρονικά (1927) με μια αντίστοιχη μεταλλαγή των θεωρητικών εκτιμήσεων της Κομ. Διεθνούς αρχικά και του ΚΚΕ στη συνέχεια.

Ήδη στην VII. διευρυμένη Σύνοδο της Ολομέλειας της Κομ. Διεθνούς (22.11.16.12.1926), αφού επιβεβαιώνεται η προηγούμενη εκτίμηση ότι ο καπιταλισμός βρίσκεται διεθνώς σε φάση σταθεροποίησης, διαμορφώνεται παράλληλα η θέση ότι η σταθεροποίηση αυτή έχει διαφορετική δυναμική και διαφορετικά χαρακτηριστικά σε κάθε χώρα. θεωρείται έτσι ότι διαμορφώνονται επιμέρους ομάδες χωρών με ιδιαίτερα χαρακτηριστικά. Πιο συγκεκριμένα, ο Ν. Μπουχάριν, εισηγητής στο 1ο θέμα της ημερ. διάταξης της Ολομέλειας ("Η διεθνής κατάσταση και τα καθήκοντα της Κομ. Διεθνούς") υποστηρίζει: «Πρέπει να διακρίνουμε περίπου 6 διαφορετικές ομάδες χωρών στην παγκόσμια οικονομία (...) πέμπτον η Τσεχοσλοβακία, Αυστρία, Πολωνία και άλλες χώρες, οι οποίες "σταθεροποιούνται" σ' ένα επίπεδο εξαθλίωσης, οι οποίες σχεδόν καταρρέουν και σε ορισμένες περιπτώσεις μετατρέπονται σε αγροτικές χώρες» (Bucharin 1926, σελ. 32). Η Ελλάδα, όπως θα δούμε παρακάτω, κατατάσσεται από τη Διεθνή σ' αυτή την 5η ομάδα χωρών.

Η ανάλυση της Διεθνούς αποσαφηνίζεται ακόμα περισσότερο στο VI. Συνέδριό της (Μόσχα, 16.7. - 1.9.1927), στο οποίο υιοθετείται και η θεωρία για τη "γενική κρίση" του καπιταλισμού: "Ξεκινώντας από τη λενινιστική διδασκαλία για την ανισομέρεια της ανάπτυξης την εποχή του ιμπεριαλισμού και για τα διαφορετικά επίπεδα ανάπτυξης στις επιμέρους ομάδες χωρών, περιγράφηκαν οι βασικοί τύποι της επανάστασης για το πέρασμα από τον καπιταλισμό στο σοσιαλισμό" (Geschichte. .. 1986, σελ. 263).

Το ΚΚΕ υιοθετεί τις νέες αυτές θέσεις της Διεθνούς στο 3ο και 4ο Συνέδριό του. Στις "θέσεις για την οικονομική και πολιτική κατάσταση της χώρας" του 3ου Συνεδρίου (Μάρτιος 1927) διαβάζουμε: "Η χώρα μας από την άποψη της καπιταλιστικής εξέλιξης είναι καθυστερημένη. Το σπουδαιότερο ρόλο στην εθνική οικονομία παίζουν η αγροτική οικονομία, το εμπορικό, το εφοπλιστικό και το τραπεζιτικό κεφάλαιο. Το βιομηχανικό κεφάλαιο βρίσκεται σε υποδεέστερη μοίρα" (ΚΚΕ 1974Β, σελ. 204). Στο 4ο Συνέδριο του ΚΚΕ (Δεκέμβρης 1928) διατυπώνεται τελικά η θέση ότι η Ελλάδα είναι "χώρα αγροτική, καθυστερημένη, με φεουδαρχικά υπολείμματα, χώρα ημιαποικιακή, της οποίας η οικονομία εξαρτιέται στενά από το αγγλογαλλοαμερικανικό χρηματιστικό κεφάλαιο" (ΚΚΕ 1974Β, σελ. 571).

Εδώ πρέπει όμως να επισημάνουμε ότι ενώ η νέα αυτή εκτίμηση (της Διεθνούς) για το χαρακτήρα της ελληνικής κοινωνίας υιοθετείται τυπικά από το ΚΚΕ, εντούτοις δεν γίνεται αποδεκτή από την ηγεσία και τα στελέχη του κόμματος μέχρι τον Ιανουάριο 1934, όπως εύκολα προκύπτει από όλα τα επίσημα κομματικά κείμενα της περιόδου.

Χαρακτηριστικά αναφέρουμε ότι στις αποφάσεις του 4ου Συνεδρίου, που εισάγουν τη θέση περί "ημιαποικιακής" Ελλάδας, συνυπάρχει ταυτόχρονα και η εκτίμηση ότι την οικονομική κρίση επιτείνουν "οι ιμπεριαλιστικές πολεμικές επιχειρήσεις της ελληνικής μπουρζουαζίας, με την απόσπαση χιλιάδων εργατικών χεριών από την παραγωγή, τα τεράστια έξοδα για τους εξοπλισμούς... ", ενώ ως τελικό συμπέρασμα του Συνεδρίου διατυπώνεται η θέση ότι "η οικονομική και πολιτική διέξοδος για τις εργαζόμενες μάζες είναι μία και μόνη, η ανατροπή της μπουρζουαζίας και η εγκαθίδρυση της κυβέρνησης των εργατών και αγροτών της Ελλάδος" (ΚΚΕ 1974Β, σελ. 571, 579). Τα συνθήματα εξάλλου του ΚΚΕ προς τους εργαζόμενους εξακολουθούν μέχρι το 1934 να μιλούν μόνο για "επαναστατικό γκρέμισμα του καπιταλισμού" και "εργατοαγροτική κυβέρνηση" (ΚΚΕ 1966, σελ. 217), ενώ οι αντίστοιχες αναλύσεις επιμένουν πως "η εργατική τάξη της Ελλάδας (...) αγωνίζεται να ανατρέψει την εξουσία του κεφαλαίου, να κατακτήσει την οριστική της απελευθέρωση, όπως το ρωσικό προλεταριάτο" (ΚΚΕ 1966, σελ. 235).

Η κατάσταση δεν αλλάζει ούτε μετά την παρέμβαση της Διεθνούς το Δεκέμβριο 1931, οπότε και τοποθετείται νέα καθοδήγηση στο ΚΚΕ με Γραμματέα τον Ν. Ζαχαριάδη. Μάλιστα στην πρώτη απόφαση της νέας Κ.Ε., "Πάνω στην οικονομική και πολιτική κατάσταση της Ελλάδας" (Δεκέμβρης 1931), γίνεται η ακόλουθη εκτίμηση: "Η Ελλάδα είναι κράτος ιμπεριαλιστικό, που κατέκτησε δια της βίας ολόκληρες περιφέρειες κατοικημένες από άλλες εθνότητες (Μακεδονία και Θράκη) (...), που καταδιώκει και εξοντώνει τις εθνικές μειονότητες (Εβραίοι)". Παράλληλα, καλούνται οι εργαζόμενοι "στην πάλη για την επαναστατική διέξοδο από την κρίση, για τον κόκκινο Οκτώβρη στην Ελλάδα, για το σοσιαλισμό" (ΚΚΕ 1966, σελ. 326, 330).

Μέχρι το τέλος του 1933, το ΚΚΕ θεωρεί την Ελλάδα χώρα καπιταλιστική και γι αυτό καλεί την εργατική τάξη "για την επαναστατική ανατροπή της μπουρζουαζίας", θεωρεί ότι οι συνθήκες είναι από κοινωνική άποψη ώριμες "για τη Σοβιετική Ελλάδα" (ΚΚΕ 1966, σελ. 597), κ.λπ.

Η αντίληψη του ΚΚΕ για το χαρακτήρα του ελληνικού καπιταλισμού και συνακόλουθα για την επαναστατική στρατηγική αλλάζει μόνο ύστερα από μια νέα παρέμβαση της Διεθνούς (ΚΚΕ 1968, σελ. 9), η οποία οδηγεί στις αποφάσεις της 8ης Ολομέλειας της Κ.Ε. (Γενάρης 1934), "Για την κατάσταση της Ελλάδας και τα καθήκοντα του Κόμματος". Σύμφωνα με τις αποφάσεις αυτές «η Ελλάδα ανήκει στον τύπο εκείνων των χωρών, που στο πρόγραμμα της ΚΔ χαρακτηρίζονται σαν "χώρες με μέσο επίπεδο ανάπτυξης του καπιταλισμού, με υπάρχοντα σημαντικά υπολείμματα μισοφεουδαρχικών σχέσεων στην αγροτική οικονομία (...)" (...) Η ιδιομορφία της Ελλάδας συνίσταται στη σημαντική της εξάρτηση από το ξένο κεφάλαιο και στη συνδεδεμένη μ' αυτή μονομερή, ασθενή ανάπτυξη της βιομηχανίας» (ΚΚΕ 1968, σελ. 19). Βασικό επακόλουθο αυτών των θέσεων ήταν ότι «η επικείμενη επανάσταση των εργατών και αγροτών στην Ελλάδα θα έχει αστικοδημοκρατικό χαρακτήρα με τάσεις γρήγορης μετατροπής σε προλεταριακή σοσιαλιστική επανάσταση» (ΚΚΕ 1968, σελ. 23).

Η θεωρητική αυτή αντίληψη για τον ελληνικό καπιταλισμό και τη στρατηγική θα αποτελέσει έκτοτε το υπόβαθρο της επίσημης μαρξιστικής (αλλά και αριστερής, γενικότερα) σκέψης στην Ελλάδα (θεωρίες της "εξάρτησης" και της "καθυστερημένης και στρεβλής ανάπτυξης", βλ. και Μαστραντώνης/Μηλιός 1983, Μηλιός 1988)." Εκείνο που εδώ πρέπει να σημειώσουμε είναι πως οι αντιλήψεις που παγιώνονται από το 1934 και μετά ως η κυρίαρχη μαρξιστική αντίληψη για τη νεοελληνική κοινωνία είναι ταυτόσημες ("εξάρτηση") ή συγκλίνουσες (καπιταλιστική καθυστέρηση) με τις απόψεις που διατύπωνε ο Κορδάτος από τα τέλη της δεκαετίας του 1920.

Το ζήτημα μοιάζει εκ πρώτης όψεως παράδοξο: Ο Κορδάτος εμφανίζεται ως ο πρόδρομος του επίσημου μαρξισμού αναφορικά με την ανάλυση της νεοελληνικής κοινωνίας. Αυτός ο επικριτής της υπό τον Στάλιν σοβιετικής ηγεσίας (βλ. και υποσ. 10), που από το 1932 γίνεται αποδέκτης βαρύτατων χαρακτηρισμών και ύβρεων από ηγετικά στελέχη του ΚΚΕ, είναι κατά την περίοδο 1927-1933 ο αυθεντικότερος εκφραστής των αντιλήψεων της σοβιετικής ηγεσίας της Διεθνούς σχετικά με το χαρακτήρα του ελληνικού καπιταλισμού και την επαναστατική στρατηγική. Αντίθετα, οι θεωρητικές αντιλήψεις του ΚΚΕ αναφορικά με το χαρακτήρα της νεοελληνικής κοινωνίας εμμένουν σε σχήματα της περιόδου 19201926, στα σχήματα της προσταλινικής περιόδου της Διεθνούς.

Το ερώτημα λοιπόν είναι, ποιοι όροι καθόρισαν την τόσο πρώιμη (ήδη από την εποχή του Γ' Συνεδρίου του ΚΚΕ, 1927) αποδοχή εκ μέρους του Κορδάτου των νέων αναλύσεων της Διεθνούς, με δεδομένο μάλιστα ότι όχι μόνο η παλιά, διαγραμμένη ηγετική γενιά του 1922 - 26 (βλ. π.χ. Πουλιόπουλος 1972), αλλά, ας το ξαναπούμε, ούτε η νέα, διορισμένη από τη Διεθνή ηγεσία του ΚΚΕ, δεν υιοθέτησε τις αναλύσεις αυτές μέχρι το 1934.

Εφόσον δεν συντρέχουν λόγοι πολιτικής σκοπιμότητας που να δικαιολογούν την αποδοχή εκ μέρους του Κορδάτου των απόψεων της Διεθνούς (την περίοδο αυτή, όπως είπαμε, ασκεί ανοικτή κριτική σε μια σειρά επιλογών της σοβιετικής ηγεσίας), την απάντηση στο ερώτημα που μόλις θέσαμε πρέπει να την αναζητήσουμε στο θεωρητικό υπόβαθρο των αναλύσεων του: Χωρίς άλλο, ήταν ο μαρξισμός του Κορδάτου που τον οδήγησε, αυτόν πρώτον απ' όλους, στο να υιοθετήσει τις νεότερες εκτιμήσεις της Κομ. Διεθνούς, δηλαδή ένα είδος «οργανικής» εσωτερικής στο θεωρητικό πλαίσιο, αιτιότητας (κάτι που βέβαια δεν σημαίνει ότι η συγκεκριμένη υιοθέτηση απόψεων ήταν σε κάθε περίπτωση «δικαιολογημένη» ή «αναπόφευκτη»).

5. Οι θεωρητικές σταθερές: Οικονομισμός - καταστροφισμός - εργαλειακή σύλληψη τον κράτους και τον κεφαλαίου

Στο παρελθόν (Μηλιός 1988, 1989) είχαμε την ευκαιρία να ασχοληθούμε με τα χαρακτηριστικά της κυρίαρχης εκδοχής του μαρξισμού, όπως αυτή διαμορφώθηκε και επικράτησε κυρίως μετά το θάνατο του Λένιν, τόσο στη Σοβιετική Ένωση, όσο και στα κομμουνιστικά κόμματα των περισσότερων χωρών (σοβιετικός μαρξισμός). Η επικράτηση του σοβιετικού μαρξισμού σ' όλες τις δυτικές χώρες από τις αρχές ή τα μέσα της δεκαετίας του 30, δεν είναι απλώς το αποτέλεσμα του κύρους της Διεθνούς και της επιρροής της πάνω στα ΚΚ των δυτικών χωρών. Είναι ταυτόχρονα ένα αποτέλεσμα που προκύπτει από την αυτοφυή ανάπτυξη των κοινωνικών, πολιτικών, ιδεολογικών και θεωρητικών αγώνων και αντιπαραθέσεων στις χώρες αυτές.

Ο σοβιετικός μαρξισμός χαρακτηρίζεται, κατά τη γνώμη μου, από τρεις ιδιομορφίες, που και οι τρεις αποτελούν παρέκκλιση από τη μαρξική θεωρία (βλ. αναλυτικά Μηλιός 1988, ιδίως κεφ. 1 & 5, Μηλιός 1989, σελ. 106 επ., Νούτσος 1993, σελ. 27 επ.):

Τον οικονομισμό, δηλ. την υποτίμηση της πάλης των τάξεων, την αναγωγή όλων των ταξικών κοινωνικών σχέσεων στην οικονομία και, το κυριότερο, τη θεώρηση της κοινωνικής εξέλιξης ως αποτελέσματος της "ανάπτυξης των παραγωγικών δυνάμεων", ανάπτυξης η οποία (υποτίθεται ότι) έρχεται σε σύγκρουση με τις παραγωγικές σχέσεις και καθιστά έτσι αναπόφευκτο τον κοινωνικό μετασχηματισμό.

Τον καταστροφισμό, δηλαδή την αντίληψη ότι ο καπιταλισμός βρίσκεται πλέον σε μια φάση παρακμής, "σαπίσματος" ή και κατάρρευσης.

Την εργαλειακή αντίληψη για το κράτος και το κεφάλαιο, η οποία ανάγει την κεφαλαιακή σχέση, δηλαδή το συνολικό κοινωνικό κεφάλαιο, στα "μονοπώλια" (δηλαδή σε κάποια συγκεκριμένα ατομικά κεφάλαια) και την πολιτική συμπύκνωση της κεφαλαιακής εξουσίας, δηλαδή το καπιταλιστικό κράτος, σε ένα "όργανο των μονοπωλίων".

Φορέας και των τριών αυτών θεωρητικών αντιλήψεων εμφανίζεται ο Γ. Κορδάτος, από την πρώτη φάση ήδη της συγγραφικής του δραστηριότητας, δηλαδή προτού οι αντιλήψεις αυτές μορφοποιηθούν τελειωτικά και κυριαρχήσουν μέσα στον επίσημο μαρξισμό.

Σχετικά με τον οικονομισμό:

Στην πρώτη ήδη γραφή του "Η κοινωνική σημασία. ..", ο Κορδάτος ταυτίζει τις υλικές κοινωνικές σχέσεις γενικά με την οικονομία και θεωρεί έτσι την κοινωνική εξέλιξη ως το αποτέλεσμα επαναστάσεων μεν, οι συνθήκες για τις οποίες, όμως, δεν ωριμάζουν συνεπεία της πάλης των τάξεων (η οποία μόνο σε τελευταία ανάλυση καθορίζεται από την οικονομική πάλη των τάξεων), αλλά συνεπεία της εξέλιξης των "εργαλείων" (μέσων παραγωγής): «Αναλόγως της μορφής των εργαλείων καθωρίζετο και ο τρόπος της παραγωγής των προϊόντων και εκ του τρόπου της παραγωγής αναλόγως πάλιν εγένετο η διανομή και η κατοχή αυτών (...) Αι μεγάλαι πολιτειακοί μεταβολαί εις την ιστορίαν της ανθρωπότητος έχουν την καταγωγήν των εις οικονομικά φαινόμενα. Αλλά και αϊ "εθνικαί" εξεγέρσεις δεν είναι ανεξάρτητοι από τον υλιστικόν παράγοντα, ο οποίος κυριαρχεί εις την ζωήν (...) Ενόσω τα εργαλεία μένουν στάσιμα, δηλαδή από τεχνικής απόψεως δεν εξελίσσονται, δεν τελειοποιούνται, κατ' ανάγκην μένουν στάσιμοι και αϊ κοινωνικοί και αϊ οικονομικοί σχέσεις των ανθρώπων, δηλαδή το πολιτειακόν καθεστώς (...) Μόλις επέλθουν τελειοποιήσεις εις τα μέσα παραγωγής (...) αμέσως επέρχεται ανάλογος με την σημασίαν των επελθουσών τεχνικών τελειοποιήσεων αλλαγή εις τας οικονομικός συνθήκας και σχέσεις της κοινωνίας» (Κορδάτος 1927, σελ. 1617 & 10, οι υπογρ. στο πρωτοτ.)12.

Οι εργασίες του Αλτουσέρ και των συνεργατών του (βλ. π.χ. Αλτουσέρ 1977, Μπετελέμ 1975, Μπαλιμπάρ 1978) έδειξαν πέρα από κάθε αμφιβολία ότι αυτή η "θεωρία των παραγωγικών δυνάμεων" (όπως αποκάλεσε τον οικονομισμό η κινέζικη Πολιτιστική Επανάσταση) μετατρέπει το μαρξισμό σε ένα εξελικτικό μηχανιστικό τελεολογικό δόγμα: συνιστά την κατ' εξοχήν μορφή κυριαρχίας της αστικής ιδεολογίας πάνω στο μαρξισμό, καθώς αρνείται τη βασική μαρξιστική θέση ότι η πάλη των τάξεων αποτελεί την κινητήρια δύναμη της ιστορίας, ότι επομένως η εξέλιξη των παραγωγικών σχέσεων έχει την πρωτοκαθεδρία και καθορίζει συνακόλουθα και την εξέλιξη των παραγωγικών δυνάμεων.

Ο εξόφθαλμος οικονομισμός του Κορδάτου, ήδη από την πρώτη φάση της συγγραφικής του παρουσίας, έγινε αντικείμενο κριτικής τόσο από μη μαρξιστές (βλ. Κορδάτος, σε Νούτσο 1992, σελ. 396 επ.), όσο και από μαρξιστές συγγραφείς. Χαρακτηριστικότερη και περισσότερο καίρια θεωρώ την κριτική του Σ. Μάξιμου το 1928, ο οποίος συγκρίνοντας τα έργα του Σκληρού με αυτά του Κορδάτου έγραφε ότι τα πρώτα είναι "ασυγκρίτως ανώτερα από τα έργα του ς. Κορδάτου", μια που τα τελευταία, τα έργα του Κορδάτου, "δεν χαρακτηρίζονται ούτε για τη μεθοδολογία τους (...) μα ούτε είναι μαρξιστική ανάλυση της ελληνικής ιστορίας, επειδή τονίζουνε τον οικονομικό παράγοντα" (Μάξιμος 1982, σελ. 11).

Χαρακτηριστικός της εμμονής του Κορδάτου στον οικονομισμό είναι και ο τρόπος που απαντάει στους επικριτές του, το Δεκέμβρη 1929: Επιλέγει ένα απόσπασμα του Πλεχάνοφ, στο οποίο ο ρώσος μαρξιστής ερμηνεύει με οικονομιστικό τρόπο τη θέση του Μαρξ ότι οι άνθρωποι δεν καθορίζουν ελεύθερα τη μορφή της κοινωνίας στην οποία ζουν. Ακολουθώντας τον πάγιο οικονομισμό της Β ' Διεθνούς, ο Πλεχάνοφ βάζει στη θέση της πάλης των τάξεων τις παραγωγικές δυνάμεις: «Ο χαρακτήρας του "οικονομικού οικοδομήματος" και ο δρόμος που παίρνει το άλλαγμα αυτουνού του χαρακτήρα δεν εξαρτιέται από την ανθρώπινη θέληση, μα από την κατάσταση των παραγωγικών δυνάμεων» (στο: Κορδάτος 1974, σελ. 16).

Σχετικά με τον καταστροφισμό:

Εξίσου έκδηλος με τον οικονομισμό είναι και ο καταστροφισμός στα γραπτά του Κορδάτου, ο οποίος μάλιστα διαπλέκεται στενά με τον οικονομισμό, ενώ συχνά πηγάζει άμεσα από αυτόν. Στην πρώτη φάση της συγγραφικής του παρουσίας, ο καταστροφισμός συμπυκνώνεται στη θέση ότι ο καπιταλισμός πλήττεται από μια οικονομική κρίση τέτοιας έκτασης και οξύτητας, ώστε δεν έχει τη δυνατότητα πλέον να ανακάμψει.

Το 1924 ο Κορδάτος έγραφε: "Πουθενά ο καπιταλισμός δεν είναι σε θέση να υπερπήδηση την κρίση που διέρχεται ή να φέρει μιαν ισορροπία στις οικονομικές και παραγωγικές δυνάμεις" (Κορδάτος 1964, σελ. 249). Την ίδια χρονιά, στις εισηγήσεις του στο 3ο Έκτακτο συνέδριο του ΚΚΕ υποστήριζε: «Η ελληνική κεφαλαιοκρατία άρχισε να κλονίζεται (...) Η αποσύνθεσις των δύο μεγάλων κομμάτων της αστικής τάξεως είναι αποτέλεσμα της οικονομικής κρίσεως (...) Δεν υπάρχει ουδεμία πιθανότης, ότι ο πολιτικός ανταγωνισμός θα συνεχιστεί μεταξύ των δύο πολιτικών μερίδων της αστικής τάξεως (...) Η "συμφιλίωση" του βενιζελισμού και [του] βασιλισμού και η "αποσύνθεση" των δύο κομμάτων (...) άγει μοιραίως εις την ενοποίησιν των πολιτικών δυνάμεων της αστικής τάξεως εις μίαν "ιεράν ένωσιν" εις μίαν "αντικομμουνιστικήν" παράταξιν» Κορδάτος, στο ΚΚΕ 1991, σελ. 67, 68, 69, 74, οι υπογρ. δικές μου, Γ.Μ.).

Οι απόψεις αυτές έγιναν αντικείμενο κριτικής από αρκετούς συνέδρους. Χαρακτηριστική είναι εδώ η παρέμβαση του Γιατσόπουλου: "Ο ς. Κορδάτος στη διαπίστωση της οικονομικής κρίσεως στηρίζεται κυρίως στη διαφορά της εισαγωγής και εξαγωγής (...) Αυτό όμως μόνον σε ομαλές συνθήκες μπορούσε νά ναι ασφαλές (...) Επιπλέον ούτε σ' αυτή μα ούτε και στη δημοσιονομική κρίση δεν μας δίδει πληροφορίες. Μιλάει για πτώση της παραγωγής χωρίς και να παρουσίαση ντοκουμέντα (...) Όσον αφορά το εφοπλιστικό κεφάλαιο η χωρητικότης του εμπορικού στόλου αντίθετα με την εισήγηση παρουσιάζει μιαν αύξηση από το 1920" (Γιατσόπουλος, στο ΚΚΕ 1991, σελ. 89).ι3

Ο καταστροφισμός (όπως και ο οικονομισμός) θα εξακολουθήσει να αποτελεί το σταθερό θεωρητικό υπόβαθρο των αναλύσεων του Κορδάτου και μετά τη μεταστροφή των απόψεων του αναφορικά με το χαρακτήρα του ελληνικού κοινωνικού σχηματισμού: Έτσι το 1930, αφού τονίζει ότι αρχικά η Διεθνής υποστήριζε "πως η κρίση του καπιταλιστικού συστήματος είναι άμεσα καταστροφική", ενώ αργότερα εκτίμησε ότι ο καπιταλισμός πέρασε σε φάση σταθεροποίησης σημειώνει: "Όσο για τη γνώμη που υποστηρίζουν σήμερα οι ηγέτες της Τρίτης Διεθνούς δε φαίνεται να είναι ολότελα σωστή (...) Το τέλος της κυριαρχίας του καπιταλισμού πλησιάζει" (Κορδάτος 1972α, σελ. 105, 108, 109).

Σχετικά με την εργαλειακή αντίληψη:

Η εργαλειακή αντίληψη για το κράτος και το κεφάλαιο οδηγεί, με τυπικό τρόπο, στις δοξασίες περί εξάρτησης. Υποστήριζε, έτσι, ο Κορδάτος το 1924 για τη Γερμανία: "Το σχέδιον Νταίηβς τείνει να καταστήσει τον γερμανικόν λαόν αποικίαν του αγγλοαμερικανικού κεφαλαίου" (Κορδάτος, στο: ΚΚΕ 1991, σελ. 21). Δεν είναι, λοιπόν, παράξενο που από το 1927 ο Κορδάτος στερεότυπα επαναλαμβάνει θέσεις όπως: "Το ελληνικό τραπεζιτικό κεφάλαιο (...) είναι εξάρτημα του αγγλογαλλικού καπιταλισμού και τώρα τελευταία του αμερικανικού" (Κορδάτος 1972α, σελ. 96).

Συμπερασματικά, μπορούμε να πούμε, λοιπόν, ότι ο Κορδάτος υπήρξε ένας πρώιμος εκπρόσωπος στη χώρα μας του "σοβιετικού μαρξισμού", της εκδοχής δηλαδή του μαρξισμού που κυριάρχησε σταδιακά από τα μέσα της δεκαετίας του 1920 μέχρι τα μέσα της δεκαετίας του 1930 στη Σοβιετική Ένωση και τα κομμουνιστικά κινήματα των δυτικών χωρών.

6. Μια ερμηνεία της μεταστροφής

Η εκδοχή του μαρξισμού που εκπροσωπεί ο Κορδάτος, η οποία όπως είδαμε στηρίζεται στη σύμφυση οικονομισμού, καταστροφισμού και εργαλειακής αντίληψης για το κράτος και το κεφάλαιο, είναι ο παράγοντας που, κατά τη γνώμη μου, τον οδήγησε στο να μεταλλάξει με τόση ευκολία τις θέσεις του για τη νεοελληνική κοινωνία, και να υιοθετήσει τις αναλύσεις της Κ.Δ. ήδη πριν από τη (σταλινική) ηγεσία του ΚΚΕ:

Οι θέσεις του( Κορδάτου μέχρι το 1926, για την επικείμενη κορύφωση της σύγκρουσης ανάμεσα στην επαναστατική εργατική τάξη και τον αστισμό («ενοποίηση των πολιτικών δυνάμεων της αστικής τάξεως εις μίαν "ιεράν ένωσιν" εις μίαν "αντικομμουνιστικήν" παράταξιν»), θέσεις που θεμελιώνονταν στον οικονομισμό και τον καταστροφισμό (λόγω της γρήγορης ανάπτυξης των παραγωγικών δυνάμεων ο καπιταλισμός καταρρέει), διαψεύστηκαν τραγικά από τα γεγονότα: Από την πολιτική κρίση της περιόδου όχι μόνο δεν προέκυψε η σοσιαλιστική επανάσταση, αλλά τον κοινοβουλευτισμό διαδέχθηκε η βραχύβια δικτατορία του Πάγκαλου. Μετά την ανατροπή της δικτατορίας, οι πολιτικές εξελίξεις οδήγησαν ουσιαστικά στην περιθωριοποίηση του κομμουνιστικού κινήματος: Στις εκλογές του 1928 θριάμβευσε ο Βενιζέλος, ενώ η εκλογική δύναμη του ΚΚΕ συρρικνώθηκε στο 1,41%. Εξάλλου, ήδη από το Μάρτιο του 1926 το ΚΚΕ είχε πάψει να ελέγχει τη ΓΣΕΕ, καθώς οι εκπρόσωποι του μειοψήφησαν στο Γ' Συνέδριο της Συνομοσπονδίας (Λιβιεράτος 1985).

Με ποιο τρόπο θα μπορούσε το τρίπτυχο οικονομισμός - καταστροφισμός εργαλειακή αντίληψη να ερμηνεύσει τη διάψευση των ελπίδων περί της επικείμενης επαναστατικής κρίσης; Κατά τη γνώμη μου υπήρχαν, γενικά, τρεις δυνατοί τύποι ερμηνείας (και οι ενδεχόμενοι συνδυασμοί τους):

α) Εμμονή στη θέση περί της άμεσα επικείμενης επανάστασης, παρά τη διάψευση της επαναστατικής αυτής επαγγελίας από τα ίδια τα γεγονότα. Την ερμηνεία αυτή φαίνεται να πριμοδοτεί η ζαχαριαδική ηγεσία του ΚΚΕ μέχρι τον Ιανουάριο του 1934.

Πρόκειται για την πλέον ασταθή ερμηνεία, η μακροχρόνια συντήρηση της οποίας μπορεί να εξασφαλισθεί μόνο υπό παραλλαγμένη μορφή, στη βάση της υπόθεσης ότι η κρίση του καπιταλισμού δεν είναι άμεσα καταστροφική, αλλά χρόνια (η "γενική κρίση" του καπιταλισμού ερμηνεύεται ως "αργό σάπισμα").

β) Υιοθέτηση μιας "εξωτερικής" (ως προς τη θεωρία) ερμηνείας, για να δικαιολογηθεί η καθυστέρηση της επαναστατικής ρήξης, όπως π.χ. η "προδοτική στάση" ορισμένων πολιτικών και συνδικαλιστικών δυνάμεων της μη κομμουνιστικής Αριστεράς. Την ερμηνεία αυτή υιοθέτησαν, σε αντίστοιχες συγκυρίες διάψευσης των επαναστατικών επαγγελιών, πολλά Κ.Κ. της Δύσης, αλλά και η Κομ. Διεθνής, κατά την πρώτη περίοδο μετά την επικράτηση του σταλινισμού (θεωρία του "σοσιαλφασισμού").

γ) Αναγνώριση του γεγονότος ότι η επανάσταση δεν είναι προ των πυλών (με παράλληλη εμμονή στο ιδεολογικό τρίπτυχο οικονομισμός καταστροφισμός εργαλειακή αντίληψη), πράγμα που κατ' ανάγκην συνεπάγεται ότι απουσιάζουν οι συνθήκες της επανάστασης: μ' άλλα λόγια "τα εργαλεία μένουν στάσιμα, δηλαδή από τεχνικής απόψεως δεν εξελίσσονται, δεν τελειοποιούνται", άρα "κατ' ανάγκην μένουν στάσιμοι και αϊ κοινωνικοί και αϊ οικονομικοί σχέσεις των ανθρώπων, δηλαδή το πολιτειακόν καθεστώς" (Κορδάτος 1927, σελ. 1617).

Η τελευταία αυτή ερμηνεία, την οποία υιοθετεί ο Κορδάτος ήδη από το 192627, είναι και η περισσότερη "ευσταθής", γιατί στηρίζεται αποκλειστικά στο ιδεολογικό τρίπτυχο οικονομισμός καταστροφισμός εργαλειακή αντίληψη, χωρίς να εισάγει εξωγενή ή αντιφατικά προς αυτό στοιχεία.14

Εξ' άλλου, η εκδοχή αυτή, θεωρώντας ότι ο σοσιαλισμός αποτελεί ένα απώτερο στόχο, για την επίτευξη του οποίου πρέπει, επομένως, να προηγηθεί μια σειρά ενδιάμεσων στόχων, προσαρμόζεται άμεσα και προς τη μεταρρυθμιστική στρατηγική που υιοθέτησε η παραδοσιακή Αριστερά, αρχικά μετά το 7ο Συνέδριο της Διεθνούς (η στρατηγική των "λαϊκών μετώπων" "για τη δημοκρατία" και την "αντιμονοπωλιακή" αλλαγή, 1934) και στη συνέχεια μετά το Β' Παγκόσμιο Πόλεμο (η θεωρία των σταδίων, που στο 20ο Συνέδριο του ΚΚΣΕ, 1956, ονομάστηκε "αργό, σταδιακό και ειρηνικό πέρασμα στο σοσιαλισμό", και αργότερα, από τους αυτοαποκαλούμενους "ευρωκομμουνιστές", "δημοκρατικός δρόμος στο σοσιαλισμό", βλ. και Μηλιός 1990).

Ο οικονομισμός είναι το κατ' αρχήν "κλειδί" για να αντιληφθούμε τη διαδικασία μεταστροφής των θέσεων του Κορδάτου. Η ανάπτυξη των παραγωγικών δυνάμεων αναγορεύεται πάντα σε αιτία της κοινωνικής εξέλιξης: Η (υποτεθείσα) επικείμενη επανάσταση (η κατάρρευση του καπιταλισμού) ερμηνευόταν αρχικά (μέχρι το 1926) ως το αναγκαίο αποτέλεσμα της γρήγορης ανάπτυξης των παραγωγικών δυνάμεων. Όταν, όμως, έγινε φανερή η στασιμότητα της επαναστατικής διαδικασίας, τότε δεν έμενε (στο πλαίσιο του οικονομισμού) καμιά άλλη ερμηνεία, από την υπόθεση ότι οι παραγωγικές δυνάμεις ήταν επίσης σε στασιμότητα (η αδυναμία του καπιταλισμού να κυριαρχήσει και να αναπτυχθεί στην Ελλάδα).

Μέσα από την αλλαγή των θέσεων για την ελληνική κοινωνία ο οικονομισμός παρέμεινε ανέπαφος. Και στη μία και στην άλλη περίπτωση ο οικονομισμός έχει ως συμπλήρωμα τον καταστροφισμό: ο καπιταλισμός είτε βρίσκεται στα πρόθυρα της ανατροπής του (περίοδος μέχρι το 1926), είτε δεν μπορεί να ριζώσει ως κυρίαρχο κοινωνικό σύστημα (εκτιμήσεις μετά το 1927).15

Μια μικρή "μετατόπιση" χωρίζει τις θέσεις αυτές του Κορδάτου της δεκαετίας του 1930 από την ιδεολογία της μετεμφυλιοπολεμικής παραδοσιακής Αριστεράς: Η "μετατόπιση" που προκύπτει από τη θέση ότι η (καπιταλιστική) "οικονομική ανάπτυξη" στην Ελλάδα (ως η κατεξοχήν προϋπόθεση του σοσιαλισμού) είναι δυνατή, αρκεί να αναλάβουν τη διακυβέρνηση της χώρας "οι προοδευτικές δυνάμεις".

Μετά τη μεταπολίτευση του 1974 και την κατάργηση του "κράτους των εθνικοφρόνων", η "μετατόπιση" αυτή επέτρεψε στην Αριστερά να διεκδικεί τη συμμετοχή της στη διαχείριση του καπιταλιστικού συστήματος, παρουσιάζοντας ταυτόχρονα αυτή τη διαχείριση (την προώθηση της "οικονομικής ανάπτυξης", διανθισμένη με εκείνη τη δόση μεταρρυθμισμού που επέτρεπε η εκάστοτε συγκυρία - "αναδιανομή εισοδήματος", "κοινωνικό κράτος",. ..) ως την προϋπόθεση του σοσιαλισμού. Στη συγκυρία αυτή, οι αναλύσεις του Κορδάτου της περιόδου 192761, σχετικά με την "καθυστέρηση" και την "εξάρτηση" του ελληνικού καπιταλισμού αναδείχθηκαν σε θεωρητικό "ευαγγέλιο" της Αριστεράς: τεκμηρίωναν την (υποτιθέμενη) "ελληνική ιδιομορφία", που στην ουσία της συνίστατο στο (υποτιθέμενο) ανεπίκαιρον της αντικαπιταλιστικής στρατηγικής, και την προτεραιότητα της "οικονομικής ανάπτυξης".

Επίλογος

Η περιήγηση μας στις αναλύσεις του Γ. Κορδάτου σχετικά με το χαρακτήρα και την ιστορική εξέλιξη της νεοελληνικής κοινωνίας επικεντρώθηκε στην τομή που λαμβάνει χώρα στις θεωρητικές του θέσεις, κατά το δεύτερο μισό της δεκαετίας του 1920. Στη συνέχεια αναζητήσαμε τις θεωρητικές ρίζες αυτής της τομής, δηλαδή τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά του μαρξισμού του Κορδάτου, σε συνάρτηση πάντα με τον κυρίαρχο μαρξισμό της εποχής του.

Σε ό,τι αφορά λοιπόν την ανάλυση της νεοελληνικής κοινωνίας, ο Γ. Κορδάτος λειτούργησε ως εκφραστής (και κατά την περίοδο 192734 ως "πρόδρομος") του επίσημου μαρξισμού της εποχής του.

Μέχρι το 1926, οι επίσημες μαρξιστικές αναλύσεις (από τον Γ. Σκληρό μέχρι τα "επίσημα κείμενα" του ΚΚΕ), τις οποίες στήριζε ο Κορδάτος με το έργο του, κατέτειναν σε συμπεράσματα που βρίσκονται στον αντίποδα των μετέπειτα αναλύσεων περί "καθυστερημένου", "στρεβλού", "εξαρτημένου", ή ακόμα και "ανύπαρκτου" ελληνικού καπιταλισμού, περί "αστικοτσιφλικάδικης" Ελλάδας κ.ο.κ. Η θεωρητική μαρξιστική ανάλυση εκείνης της περιόδου υποστήριζε (κατά τη γνώμη μου σωστά, παρά τα προβληματικά στοιχεία, τόσο της θεωρίας όσο και της ανάλυσης) ότι η Ελλάδα αποτελεί μια καπιταλιστική χώρα, με ψηλούς ρυθμούς ανάπτυξης (κατά την εξεταζόμενη περίοδο), μια χώρα, επομένως, στην οποία υπήρχαν οι κατ' αρχήν όροι της σοσιαλιστικής επανάστασης. Ως κυρίαρχη τάξη ανιχνευόταν από την ανάλυση αυτή αποκλειστικά το κεφάλαιο (με τις επιμέρους μερίδες του) και ως κινητήρια δύναμη της κοινωνικής αλλαγής η εργατική τάξη (σε συμμαχία με τις άλλες λαϊκές τάξεις).

Από την προσέγγιση αυτή διαφοροποιείται το 1927 ο Κορδάτος, εναρμονίζοντας τις αναλύσεις του με τις εκτιμήσεις που διατυπώνουν κατά την περίοδο αυτή οι αποφάσεις της Κομμουνιστικής Διεθνούς, πριν ακόμα οι εκτιμήσεις αυτές υιοθετηθούν από την ηγεσία του ΚΚΕ. Έκτοτε, με σταθερότητα και συνέπεια εφάρμοσε, μέχρι το τέλος της ζωής του, τα θεωρητικά σχήματα του σοβιετικού μαρξισμού στην περιγραφή της νεοελληνικής κοινωνίας και ιστορίας. Όσο και αν διαφωνεί κανείς με τα θεωρητικά αυτά σχήματα, θα πρέπει να αναγνωρίσουμε ότι οι προθέσεις του Κορδάτου, τουλάχιστον κατά τη μεσοπολεμική περίοδο, ήταν απόλυτα ξένες προς την απολογητική χρήση του έργου του, που έλαβε χώρα κυρίως μετά τη μεταπολίτευση του 1974, για να τεκμηριωθεί η προσχώρηση της παραδοσιακής Αριστεράς στα ιδεολογήματα και τις στρατηγικές του "εκσυγχρονισμού" και της "ανάπτυξης" του ελληνικού καπιταλισμού.

Βιβλιογραφία

Αλτουσέρ, Λ. (1977): "Απάντηση στον Τζων Λιούις", θεμέλιο

Βερναρδάκης, A.N. (1990): "Περί του εν Ελλάδι εμπορίου", Καραβίας

Bucharin, N. (1926): "Die kapitalistische Stabilisierung und die proletarische

Revolution", EKKIMoskau

Ελεφάντης, A. (1976): "H επαγγελία της αδύνατης επανάστασης", Ολκός

"Geschichte der internationalen Arbeiterbewegung in Daten", Dietz Verlag, Berlin

(Ost), 1986

KKE (1966): "Επίσημα κείμενα", τόμος Γ', ΠΛΕ:

ΚΚΕ (1968): "Επίσημα κείμενα", τόμος Δ', ΠΛΕ

ΚΚΕ (1974Α): "Επίσημα κείμενα", τόμος Α', Σύγχρονη Εποχή

ΚΚΕ (1974Β): "Επίσημα κείμενα", τόμος Β', Σύγχρονη Εποχή

ΚΚΕ (1991): "Το τρίτο έκτακτο Συνέδριο του ΣΕΚΕ(Κ)", έκδ. Ιστορικού Τμήματος της

ΚΕ του ΚΚΕ

Κορδάτος Ι. Κ. (1927): "Η Κοινωνική σημασία της Ελληνικής Επαναστάσεως

του 1821", εκδ. οίκος Γ.Ι. Βασιλείου, Αθήναι

Κορδάτος, Γιάννης (1957Α): "Ιστορία της νεώτερης Ελλάδας" τ. Α ', εκδ. "20 αιώνας"

- (1957Β): "Ιστορία της νεώτερης Ελλάδας" τ. Β', "20 αιώνας".

- (1957Γ): "Ιστορία της νεώτερης Ελλάδας" τ. Γ', "20 αιώνας"

- (1958Α): "Ιστορία της νεώτερης Ελλάδας" τ. Δ', "20 αιώνας"

- (1958Β): "Ιστορία της νεώτερης Ελλάδας" τ. Ε', "20 αιώνας"

- (1964): "Σελίδες από την Ιστορία του αγροτικού κινήματος στην Ελλάδα", Ιστορ. Φιλολ. Ινστιτούτο "Γιάννης Κορδάτος"

- (1972α): "Εισαγωγή εις την ιστορίαν της ελληνικής κεφαλαιοκρατίας", Επικαιρότητα

- (1972β): "Ιστορία του ελληνικού εργατικού κινήματος", Μπουκουμάνης

- (1972γ): "Η Κοινωνική σημασία της Ελληνικής Επαναστάσεως του 1821",

Επικαιρότητα

- (1973): "Τα Αμπελάκια και ο μύθος για το συνεταιρισμό τους", Μπουκουμάνης

- (1974α): "Η Επανάσταση της Θεσσαλομαγνησίας το 1821", Επικαιρότητα

- (1974β): "Δημοτικισμός και Λογιωτατισμός", Δ' έκδοση, Μπουκουμάνης

- 1981: "Οι επεμβάσεις των Άγγλων στην Ελλάδα", Επικαιρότητα

- 1983: "Ο Ρήγας Φεραίος και η Βαλκανική Ομοσπονδία", Επικαιρότητα

- (χ.χ.ε.): "Μορφές του νέου Ελληνισμού", Μπάυρον

Λιβιεράτος, Δ. (1974): "Το ελληνικό εργατικό κίνημα (1918-1923), Καρανάσης

- (1985): "Κοινωνικοί αγώνες στην Ελλάδα (1923-27)", Κομμούνα

- (1987): "Κοινωνικοί αγώνες στην Ελλάδα (1927-31)", Κομμούνα,. ;'·

- (1994): "Κοινωνικοί αγώνες στην Ελλάδα (1932-36)", Κομμούνα. '·,'·

Μάξιμος, Σ. (1975): "Κοινοβούλιο ή δικτατορία;", Στοχαστής

Μάξιμος, Σ. (1982): "Μερικά προβλήματα από την εξέλιξη του καπιταλισμού στην Ελλάδα", στο "Σπάρτακος, 1928", σς. 10-12, & 89-91

Μάο τσε Τουγκ (1975): "Για την οικοδόμηση του σοσιαλισμού. Κριτική στον Στάλιν και την ΕΣΣΔ", εκδ. του λαού,

Μαστραντώνης, Τ. /Μηλιός, Γ. (1983): "Η θεωρία της Αριστεράς για την εξάρτηση του ελληνικού καπιταλισμού: όρια και συνέπειες", θέσεις τ. 2

Μαυρής, Γ. / Τσεκούρας, θ. (1983): "Το ξένο κεφάλαιο και η ανάπτυξη του ελληνικού καπιταλισμού", θέσεις, τ. 2

Μηλιός, Γ. (1988): "Ο ελληνικός κοινωνικός σχηματισμός. Από τον επεκτατισμό στην καπιταλιστική ανάπτυξη", Εξάντας

Μηλιός, Γ. (1989): "Ο μαρξισμός στο Μεσοπόλεμο και ο Σεφαφείμ Μάξιμος", θέσεις, τ. 26

Μηλιός, Γ. (1990): "Από τη 'συντριβή της κρατικής μηχανής' στην 'κρίση και μετεξέλιξη του κράτους'. Η θεωρητική τομή στο έργο του Ν. Πουλαντζά", θέσεις, τ. 30.

Μπαλιμπάρ, Ε. (1978): "Για τη δικτατορία του προλεταριάτου", Οδυσσέας

Μπετελέμ, Σ. (1975): "Μορφές ιδιοκτησίας στο μεταβατικό στάδιο προς τον σοσιαλισμό", Ράππας

Νούτσος, Π. (1992): "Η σοσιαλιστική σκέψη στην Ελλάδα από το 1875 ως το 1974", τόμος Β', 2ο μέρος, Γνώση

Νούτσος, Π. (1993): "Η σοσιαλιστική σκέψη στην Ελλάδα από το 1875 ως το 1974", τόμος Γ', Γνώση

Πουλιόπουλος, Π. (1972): "Δημοκρατική ή σοσιαλιστική επανάσταση στην Ελλάδα;", νέοι στόχοι

Σκληρός, Γ. (1977): «Το κοινωνικό μας ζήτημα. Οι "σοσιαλιστάδες" στους "νατσιοναλιστές"», στο "Έργα", σελ. 387 επ., Επικαιρότητα

Στάλιν, Ι. (1951): "Ζητήματα Λενινισμού", ΠΛΕ

1.. Το κείμενο αυτό αποτελεί ανάπτυξη ενός μέρους της εισήγησης, που υπό τον τίτλο Ο Γ. Κορδάτος και ο "επίσημος" μαρξισμός της εποχής του, ετοίμασε ο συγγραφέας για το Συμπόσιο: «Γ. Κορδάτος: Ξαναδιαβάζοντας το έργο ενός μαρξιστή "εγκυκλοπαιδιστή"». Το Συμπόσιο, που επρόκειτο να πραγματοποιηθεί στη Ζαγορά Πηλίου το Μάιο 1994 με τη συνεργασία του Πανεπιστημίου Ιωαννίνων, του Παντείου Πανεπιστημίου και τοπικών φορέων, τελικώς αναβλήθηκε.

2. Χαρακτηριστικά βλ. τα άρθρα: Τ. Μαστραντώνη / Γ. Μηλιού, Η θεωρία της Αριστεράς για την εξάρτηση τον ελληνικού καπιταλισμού. Όρια και συνέπειες και Γ. Μαυρή / θ. Τσεκούρα, Το ξένο κεφάλαιο και η ανάπτυξη του ελληνικού καπιταλισμού, στις θέσεις τ. 2. Γενάρης - Μάρτης 1983.

3. Βλ. π.χ. τα "Προλεγόμενα" του συγγραφέα στο: Γιάννη Κορδάτου "Η Επανάσταση της Θεσσαλομαγνησίας το 1821". Β' έκδοση, "Επικαιρότητα" 1974. σελ. 8.

4. Η ανάλυση του Κορδάτου για το 21 και το χαρακτήρα της ελληνικής κοινωνίας ακολουθεί τη θεωρητική γραμμή που είχε εισαγάγει ο Σκληρός ήδη από το 19078: «Αναφορικώς με την Ελλάδα είπαμε: 1) Η σημερινή Ελλάδα (...) είναι ολωσδιόλου αστικό κράτος. 2) Η Ελληνική επανάσταση (...) "κατά λάθος ήτο αστική επανάστασις". η οποία τότε μόνον μπόρεσε να πραγματοποιηθεί, όταν τα αστικά στοιχεία του έθνους έφθασαν σε μεγάλη οικονομική ακμή και είχαν ξυπνημένο πια το εθνικό αίσθημα και την ιδέα της πατρίδας, που την είχαν ρίξει στη μέση οι αστικές επαναστάσεις της δυτικής Ευρώπης. 3) Η αστική μας τάξη έδειξε όλη της τη ζωτικότητα και το σφρίγος ενόσω πάλεσε με ανώτερες τάξεις: Πρώτα με τους φεουδάλους Τούρκους και κατόπι με τους αριστοκράτες Βαυαρούς. Μόλις έμεινε όμως μόνη κυρίαρχη, χωρίς αντιπάλους από πάνω και από κάτω, έπεσε σε στασιμότητα και σαπίλα. 4) Όλα τα φάρμακα που μας πρότειναν ως τα τώρα διάφοροι "ουτοπισταί" προς θεραπείαν της αστικής μας σαπίλας, έμειναν χωρίς κανένα αποτέλεσμα, γιατί ήταν αστικά φάρμακα κατά αστικής αρρώστιας. Μόνον "εργατικά, προλεταριακά" φάρμακα θα μπορέσουν να γιατρέψουν την αστική μας αρρώστια» (Σκληρός 1977, σελ. 390-91, οι υπογρ. του συγγραφέα).

5. Εννοεί καταπιέζει, Γ.Μ.

6. Θέσεις που συχνά συνοψίζονταν στο σύνθημα: "Κάτω η αστική δημοκρατία. Ζήτω η εργατοαγροτική κυβέρνησις" (Προκήρυξις της Κεντρικής Επιτροπής 15.4.24, ΚΚΕ 1974Α σελ. 433). Πρβλ. τη φράση του Κορδάτου από άρθρο του στην Κομμουνιστική Επιθεώρηση του 1924: "Η αστική τάξις πρέπει να γκρεμισθή από την εξουσία. Η Κυβερνητική Εξουσία πρέπει να περιέλθη στα χέρια των εργατών και αγροτών" (στο: Κορδάτος 1964, σελ. 250).

7.. "Κατά το δεύτερον συνέδρων το οποίον έγινεν εν Αθήναις (Απρίλιος 1920) εισηγητής επί του αγροτικού υπό της τότε Κ.Ε. ωρίσθη ο Ι. Κορδάτος (...) Έκτοτε, μέχρι του τέλους 1924, εμπνευστής της πολιτικής του ΚΚΕ επί του αγροτικού, ήτο ο Κορδάτος" (Γ. Κορδάτου: "Αγροτικόν ζήτημα", στο Κορδάτος 1964, σελ. 275).

8. "Η Ανατολική Ελλάδα όπως μας την περιγράφει [ο Εϊχτάλ, Γ.Μ.] στα 1835, έμεινε τέτοια μέχρι το 1900 (...) τέτοια ήταν όλη η ελεύθερη Ελλάδα στα 1830-1910" (Κορδάτος 1964, σελ. 44). Η άποψη αυτή, αν και σήμερα δεν ξενίζει, καθώς παραμένει κυρίαρχη στην ελληνική αριστερή ιστοριογραφία από τα μέσα της δεκαετίας του 1930, βρίσκεται σε κατάφωρη αντίθεση με τα εμπειρικά δεδομένα της οικονομικής ανάπτυξης της Ελλάδας κατά τον 19ο αιώνα. Χαρακτηριστικά παραθέτουμε ένα απόσπασμα από τη μελέτη του A.N. Βερναρδάκη "Περί του εν Ελλάδι εμπορίου" (α' εκδ. 1885): "Εν διαστήματι τεσσαρακονταετίας [από την ίδρυση του νεοελληνικού κράτους, Γ.Μ.] (...) η έκτασις των καλλιεργούμενων γαιών ετετραπλασιάσθη, τα προϊόντα επολλαπλασιάσθησαν, τινά δε τούτων έλαβον και απίστευτον έκτασιν, η κτηνοτροφία δεν υπολείπεται πολλών εθνών (όταν εκτιμηθώσιν αναλόγως και ληφθώσιν εις τους υπολογισμούς και τα μικρά ζώα). Το ναυτικόν, αν και δεν ηύξησεν εκ παραλλήλου με τας λουιάς προόδους, ουχ ήττον αναλόγως του πληθυσμού είναι εκ των πρωτευόντων εν τω κοσμώ (...) Το εμπόριον κατέχει πάντοτε την επίζηλον αυτού θέσιν, η δε βιομηχανία ήρχισε να μεταμορφούται βραδέως μεν αλλ' άνευ κλονισμών, η επιτηδευματική εργασία κατέχει διακεκριμένην θέσιν (...) ο δε Έλλην ζη και ενδιαιτάται, όπως τα μάλλον ανεπτυγμένα έθνη, πραγματοποιών πλείονας παντός άλλου οικονομίας (...) Έθνος (...) κεκτημένον περιουσίαν αξίας 7.300 εκατομ. δραχ. και δυνάμενον να παράγει ετησίως 689 εκατομ. δρ. εξ ων να δαπανά 480 εκατομ. δρ. και να εναποταμιεύη 208,8 εκατομ. δρ., τοιούτον έθνος εξασφάλισε το μέλλον αυτού" (Βερναρδάκης 1990. σελ. 316).

9. Αντίθετα, στην πρώτη εκδοχή του βιβλίου του ο Κορδάτος τόνιζε ότι "εντός της υποδούλου Ελλάδος είχεν γεννηθή (...) μία νέα τάξις, η αστική, η οποία (...) είχε φθάσει εις μεγάλην οικονομικήν ακμήν" και ως εκ τούτου "ο καθ' αυτό Ελληνικός λαός της Νοτίου Βαλκανικής είναι περισσότερον προετοιμασμένος δια το κίνημα" (Κορδάτος 1927, σελ. 68, 70).

10. Η πολεμική του Ζεύγου στον Κορδάτο το 1934, αναφορικά με το χαρακτήρα του 21 (βλ. Μούτσος 1993, σελ. 58 επ., 208 επ.) αφορούσε την πρώτη γραφή (εκδόσεις ετών 192427) του "Η Κοινωνική σημασία. ..", και εστιαζόταν στον (δήθεν υποτεθέντα από τον Κορδάτο) ρόλο της αστικής τάξης ως μοναδικής δύναμης της Επανάστασης. Στην πραγματικότητα ο Κορδάτος του 192427 απέδιδε σωστά στην αστική τάξη το ρόλο του ιδεολογικού και πολιτικού "καθοδηγητή" των λαϊκών μαζών της Επανάστασης, κατ' αναλογία με ό,τι συμβαίνει σε κάθε αστική επανάσταση (π.χ. τη Γαλλική Επανάσταση). Βασικές αιτίες της επίθεσης ενάντια στον Κορδάτο - που από το 1930 είχε προσεγγίσει το ΚΚΕ ως συνεργάτης του ελεγχόμενου από το κόμμα περιοδικού "Πρωτοπόροι" (που από το 1931 εκδιδόταν ως "Νέοι Πρωτοπόροι") - ήταν: α) η άρνηση του Κορδάτου να αποκηρύξει το λήμμα "Τρότσκυ" που είχε γράψει στη "Μεγάλη Ελληνική Εγκυκλοπαίδεια" του Πυρσού και β) η συνεργασία του με το περιοδικό "Νέα Επιθεώρηση", μετά την απομάκρυνση του (το 1932) από τους "Νέους Πρωτοπόρους" (Ελεφάντης 1976, σελ. 138). Στην αρθρογραφία του στη "Νέα Επιθεώρηση" ο Κορδάτος ασκούσε έντονη κριτική στη "διευθύνουσα κλίκα" των "Στάλιν και Σίας" και υιοθετούσε τη θέση του Τρότσκι για "την απαραίτητη επέκταση της κοινωνικής επανάστασης έξω από τα σύνορα της ΕΣΣΔ" (Κορδάτος, στο Νούτσος 1993, σελ. 642 επ.). Μια κριτική του Κορδάτου στη "θεωρία του λαϊκισμού" των Ζεύγου, Λαμπρινού και Ζαχαριάδη βρίσκουμε στον Πρόλογο του Β τόμου της "Ιστορίας της Νεώτερης Ελλάδας" (Κορδάτος 1957, σελ. 8 επ.).

11. Αξίζει πάντως να σημειωθεί ότι και μετά την 8η Ολομέλεια, υπήρξαν για ένα διάστημα αντιστάσεις και δυσκολίες στην αφομοίωση της νέας θεωρητικής αντίληψης και πολιτικής στρατηγικής - αν και βέβαια, όπως παρατηρεί ο Ελεφάντης (1976, σελ. 229), στο επίπεδο της πολιτικής τακτικής πολύ λίγα πράγματα άλλαξαν. Έτσι, στο 5ο Συνέδριο του ΚΚΕ (Μάρτης 1934) επικυρώνονται μεν οι αποφάσεις της 8ης Ολομέλειας, αλλά συγχρόνως υποστηρίζεται ότι "όλοι οι αγώνες των μαζών στη χώρα μας πρέπει να αναπτυχθούν κάτω από το σύνθημα της πάλης: Για τη Σοβιετική Εξουσία. Για τη Σοβιετική Ελλάδα" (ΚΚΕ 1968, σελ. 51).

12. Αξίζει να συγκρίνουμε την ακόλουθη διατύπωση του Στάλιν, του 1938: "Πρώτα αλλάζουν και εξελίσσονται οι παραγωγικές δυνάμεις της κοινωνίας, κι ύστερα σε εξάρτηση από τις αλλαγές αυτές και σε αντιστοιχία μ ' αυτές, αλλάζουν οι παραγωγικές σχέσεις των ανθρώπων (...) Ό,τι λογής είναι οι παραγωγικές δυνάμεις, τέτοιες πρέπει να είναι και οι παραγωγικές σχέσεις" (Στάλιν 1951, σελ. 728-29, οι υπογρ. στο πρωτοτ.). Στην αντίληψη αυτή πρβλ. την κριτική του Μάο Τσε Τουγκ: "Η επανάσταση πρέπει κατ' αρχήν να ανατρέψει το παλιό εποικοδόμημα για να μπορούν να καταργηθούν οι παλιές σχέσεις παραγωγής (...) Έτσι χαράζεται ένας δρόμος στην ανάπτυξη των παραγωγικών δυνάμεων της νέας κοινωνίας (...) Μια μεγάλη ανάπτυξη των παραγωγικών δυνάμεων είναι πάντοτε μεταγενέστερη από το μετασχηματισμό των σχέσεων παραγωγής" (Μάο, 1975, σελ. 93).

13. Η παρατήρηση του Γιατσόπουλου αφορά γενικότερα τη μέθοδο του Κορδάτου. Πραγματικά, στα βιβλία του ο Κορδάτος αποφεύγει τις περισσότερες φορές να τεκμηριώσει με συστηματικό τρόπο τις θέσεις, που μάλλον αξιωματικά εισάγει. Αντί για τεκμηρίωση χρησιμοποιεί απλώς ένα δυο μεμονωμένους δείκτες, ή. συνηθέστερα, αποσπάσματα από έναν ή δύο συγγραφτείς της περιόδου στην οποία αναφέρεται, τα οποία "αποδεικνύουν", υποτίθεται, την αξιωματικώς εισαχθείσα θέση του.

14.. Την εκδοχή αυτή υιοθετούσαν άλλωστε και οι αποφάσεις της Διεθνούς, γεγονός που την καθιστούσε ιδιαίτερα "έγκυρη". Οι λόγοι που οδήγησαν τη σταλινική ηγεσία της Διεθνούς να κατατάξει την Ελλάδα στην "5η ομάδα χωρών" (βλ. Σεφ. 4 του παρόντος άρθρου) ανάγονται περισσότερο σε διεθνοπολιτικές σκοπιμότητες, παρά απορρέουν από θεωρητικές συναγωγές. (Άλλωστε, οι σχετικές αποφάσεις της Διεθνούς ουδέποτε προσέλαβαν ένα θεωρητικό ή αναλυτικό χαρακτήρα, παραμένοντας πάντα σε μια μορφή περιγραφής, διατυπωμένης με αξιωματικό τρόπο.) Το ζήτημα όμως αυτό ξεπερνά το αντικείμενο του παρόντος άρθρου.

15. Βέβαια, οι δύο περίοδοι της συγγραφικής δραστηριότητας του Κορδάτου δεν πρέπει να αξιολογηθούν ως ίσης σημασίας, παρότι βασίζονται σε κοινά θεωρητικά θεμέλια. Άποψη μου είναι - όπως προσπάθησα να υποστηρίξω με συστηματικό τρόπο στο παρελθόν (Μηλιός 1988, σς. 163-205. 236-265) - ότι οι θέσεις που υποστήριζε η επίσημη μαρξιστική Αριστερά κατά την πρώτη περίοδο της ιστορικής της ύπαρξης (και ο Κορδάτος μέχρι το 1926) είναι επιστημονικά γονιμότερες από τις θέσεις της μετέπειτα, της καθαυτό σταλινικής περιόδου. Πέραν αυτού, δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι η κυριαρχία του οικονομισμού καταστροφισμού και της εργαλειακής αντίληψης, καθιστούν αναγκαία την κριτική ακόμα και του έργου του Γ. Κορδάτου της πρώτης περιόδου (1919-26): Οι αντιλήψεις του περί της σύγκρουσης ανάμεσα στη "φεουδαρχία" και τον αστισμό, για παράδειγμα, αποτελούν το χαρακτηριστικότερο ίσιος δείγμα της μηχανιστικής εκείνης ερμηνείας της ιστορίας, η οποία συναντάται πάντοτε στις αναλύσεις που κυριαρχούνται από τον οικονομισμό και την εργαλειακή αντίληψη των κοινωνικών σχέσεων.

 
< Προηγ.   Επόμ. >
Θέσεις, τριμηνιαία επιθεώρηση, 36ο έτος (1982-2018), εκδόσεις Νήσος, (Σαρρή 14, 10553, Αθήνα, τηλ-fax: 210-3250058)
Το περιεχόμενο διατίθεται ελεύθερα για μη εμπορικούς σκοπούς, υπό τον όρο της παραπομπής στην αρχική του πηγή