Το χαμένο στοίχημα. Για την κρίση του «πραγματικού» μαρξισμού Εκτύπωση
Τεύχος 49, περίοδος: Οκτώβριος - Δεκέμβριος 1994


Το χαμένο στοίχημα. Για την κρίση του "πραγματικού" μαρξισμού1
του Georges Labica
μετάφραση Δημήτρης Δημούλης

Μετά το 1989, η επιτάχυνση της διαδικασίας μεταρρυθμίσεων που έγινε γνωστή ως περεστρόικα, η κατάρρευση των σοσιαλιστικών χωρών της κεντρικής και ανατολικής Ευρώπης, η πτώση του τείχους του Βερολίνου και η γερμανική επανένωση και τέλος η διάλυση του Σοβιετικού Κομμουνιστικού Κόμματος και ο κατακερματισμός της ΕΣΣΔ μας προσκαλούν να ασχοληθούμε ξανά με την "κρίση του μαρξισμού". Η πρόσκληση γίνεται επιτακτικότερη γιατί αυτή τη φορά φαίνεται να υπάρχει ομοφωνία για το ότι η κρίση είναι τελειωτική, θεωρείται έτσι ότι η βούληση μετάβασης των καθεστώτων αυτών, και ιδίως του παλιότερου και ισχυρότερου ανάμεσα τους, στην οικονομία της αγοράς και τη δημοκρατία δυτικού τύπου σημαίνει το τέλος του κομμουνισμού και συγχρόνως το τέλος του μαρξισμού.

Οι (υποθέσεις που ακολουθούν, και οι οποίες θα απαιτούσαν ευρύτερες αναπτύξεις, επιδιώκουν να δείξουν ότι τα πράγματα δεν είναι τόσο απλά όσο παρουσιάζονται στις βιαστικές κρίσεις που συχνά καθορίζονται από μια επικαιρότητα γεμάτη διακυμάνσεις.

1. θα ξεκινήσω από μια διαπίστωση. Τα φαινόμενα που παρατηρούμε σήμερα καθιστούν επιτέλους2 εμφανή και ευανάγνωστη την υφή αυτού που συνήθως αποκαλείται "κρίση του μαρξισμού". Εκδηλώνουν καθαρά τον πολιτικό χαρακτήρα της. Στην πραγματικότητα θα ήταν ακριβέστερο να μιλάμε για κρίσεις του μαρξισμού, διότι είναι ηλίου φαεινότερο ότι η ύπαρξη του μαρξισμού ταυτίζεται με τη διαδοχή των "κρίσεων" του, από την πρώτη, το 1898 (την έκφραση χρησιμοποίησε ο T.G. Masaryk) μέχρι τη σημερινή. Έχοντας τη φιλοδοξία όχι να ερμηνεύσει τον κόσμο, αλλά να τον αλλάξει3, δηλ. να παρέμβει άμεσα και έμπρακτα στις υποθέσεις της Πόλης, ο μαρξισμός αποτελεί μοναδική περίπτωση στη φιλοσοφική μας παράδοση. Αποδέχθηκε εκ των προτέρων και σχεδόν εκ (ρύσεως να αναλάβει τις συνέπειες του να "γίνει κόσμος" και να σηκώσει το βάρος όλων των ιστορικών μορφών που, με οποιονδήποτε τρόπο, εμφανίζονταν ως επίγονοι του. Σαν τον θεό Βισνού είναι καταδικασμένος να μεταμορφώνεται. Λειτουργεί μέσα από τις κρίσεις. "Η κρίση του μαρξισμού είναι λοιπόν κατ' ανάγκη η κρίση τον ιστορικών μορφών ύπαρξης του."4 Αναμφίβολα από την εποχή του ύστερου Ένγκελς και των πρώτων διαδόχων, όπως ο Λαμπριόλα ή ο Πλεχάνωφ, ο μαρξισμός προκάλεσε θεωρητικές συζητήσεις που επισήμαναν την κριτική λειτουργία του, τις ατέλειες του, τα σκοτεινά σημεία του, ακόμη και τις αντιφάσεις του. Ήδη από τότε όμως τονιζόταν κυρίως η συγκυριακή, θεωρητικοπρακτική, πλευρά πολλών από τις αναλύσεις του (από την Κατάσταση της εργατικής τάξης στην Αγγλία μέχρι την Κριτική του προγράμματος της Γκότα και της Ερφούρτης), για να μην πούμε όλων των αναλύσεων του - του Κεφαλαίου συμπεριλαμβανομένου5. Πολύ νωρίς όμως, με την αναθεώρηση του Μπέρνστάιν6 - η οποία είχε αφορμή τις νέες εξελίξεις του καπιταλισμού - καθώς και με τις συζητήσεις που προκάλεσε (Κ. Κάουτσκυ, Ρ. Λούξεμπουργκ)7, αποδείχθηκε ότι το πολιτικό στοιχείο - που ήρθε στην επιφάνεια με τα πρώτα θεσμικά διαβήματα στην κατεύθυνση της εργατικής τάξης (οργανώσεις, προγράμματα, στρατηγικές, εκπαίδευση των αγωνιστών κλπ.) - ήταν το πραγματικό επίδικο αντικείμενο των διάφορων θεωρητικών γραμμών. Το παιχνίδι ανάμεσα στο αχώριστο ζευγάρι των ορθοδοξιών και των αιρέσεων, το οποίο γινόταν ακόμη δραματικότερο διότι οδηγιόταν από ισχυρά θεσμικά μορφώματα, επανέφερε διαρκώς την κατάσταση κρίσης. Μήπως ήταν όμως διαφορετικά τα πράγματα στη δεκαετία του 1840, όταν οι Μαρξ και Ένγκελς ασκούσαν σκληρή πολεμική στους κομμουνιστές και σοσιαλιστές επιστήθιους εχθρούς τους; Το ίδιο συμβαίνει κατά μείζονα λόγο σήμερα, όταν καταρρέει ο κρατικοποιημένος μαρξισμός με το βάρος των εβδομήντα χρόνων ύπαρξης του σε εποχές παγκόσμιων τρικυμιών. Η μεγάλη κλίμακα κάνει την κρίση πιο ευανάγνωστη.

Η κρίση αυτή έχει μια άλλη, πολύ βαθύτερη, ρίζα μια και το πολιτικό στοιχείο αποτελεί το πιο αδύνατο, ή πάντως το πιο ανοιχτό, τμήμα του έργου των Μαρξ και Ένγκελς8. Η θεωρία τους για την εξουσία περιορίζεται κατά βάση στην κριτική της πλευρά, στην οποία προστίθενται λίγες μόνον αναφορές στις προοπτικές, που σε καμιά περίπτωση δεν μπορεί να θεωρηθούν εικόνα της μελλοντικής κομμουνιστικής κοινωνίας, μια και ο κομμουνισμός δεν είναι καθ' εαυτόν παρά η τάση (ορθότερα: μια τάση) που εγγράφεται στο πλαίσιο των καπιταλιστικών σχέσεων παραγωγής: "η πραγματική κίνηση που καταλύει την παρούσα τάξη πραγμάτων", σύμφωνα με τη Γερμανική Ιδεολογία''. Η κριτική του εγελιανού κράτους, στην οποία προστίθεται κυρίως η κριτική των γαλλικών και γερμανικών καθεστώτων της εποχής τους, προβαίνει βέβαια σε μια ρωμαλέα αποδόμηση, με όρους τάξεων και συσχετισμού δυνάμεων, καταγγέλλοντας τον ενδεχόμενο πειρασμό εργαλειοποίησης των μηχανισμών εξουσίας εκ μέρους των κυριαρχούμενων. Δεν οδηγεί ωστόσο σε μια συγκεκριμένη στρατηγική θεώρηση. Περιορίζεται στο να προσφέρει προσανατολισμούς σε ζητήματα αρχών: κυβέρνηση των εργαζομένων, αναγκαιότητα μιας φάσης καταναγκασμού (δικτατορία), προβάδισμα της "ιδιωτικής κοινωνίας" και εγκαθίδρυση μιας μη τυπικής αστικής δημοκρατίας. Το Κεφάλαιο, που διακόπτεται από το θάνατο του συγγραφέα του, δεν αφιερώνει ως γνωστόν στις τάξεις παρά μόνον μια σελίδα. Οι ταξικές συμμαχίες, που θέτουν καθοριστικούς όρους στην επαναστατική διαδικασία, αποτελούν αντικείμενο ποικίλων και σε πολλά σημεία διαφορετικών προσεγγίσεων: συμμαχίες με τη μικροαστική τάξη, με την αγροτιά, ακόμη και με την αστική τάξη10.

To status του προλεταριάτου ή της εργατικής τάξης - οι δύο έννοιες δεν είναι απολύτως συνώνυμες - δεν είναι απαλλαγμένο από δυσχέρειες τόσο ως προς τον ορισμό (κριτήριο οι σχέσεις παραγωγής και η οπτική της "συνείδησης" του) όσο και ως προς τη λειτουργία του (παράγοντας διάλυσης του συστήματος εξωτερικός ή εσωτερικός στον καπιταλισμό). Το ίδιο συμβαίνει και με το κόμμα. Αν εξαιρέσουμε την περίοδο της Λίγκας των Κομμουνιστών, ούτε ο Μαρξ ούτε ο Ένγκελς διεκδίκησαν κάποια κομματική ένταξη, αφού ούτε η Πρώτη ούτε η Δεύτερη Διεθνής ήταν κόμματα. Αντιθέτως δεν έπαψαν να ασκούν σκληρή κριτική στις οργανώσεις που έβλεπαν να συγκροτούνται με αναφορά σ' αυτούς, και ο Μαρξ δεν δίστασε να στραφεί ενάντια στο χαρακτηρισμό "μαρξιστής" και να ειρωνευθεί τις πεποιθήσεις των γαμπρών του". Στο Μανιφέστο κόμμα θεωρείται η τάξη και οι κομμουνιστές οφείλουν να υποστηρίξουν "κάθε κίνηση ενάντια στην υπάρχουσα τάξη"12. Κατανοούμε εύκολα γιατί - όσο και όπως το επέτρεπαν οι συγκυρίες και οι αγώνες, στους οποίους ήταν δοσμένοι - οι ηγέτες και οι θεωρητικοί του εργατικού κινήματος ερεύνησαν με τόση επιμονή και με το τίμημα τόσων αντιπαραθέσεων τα κείμενα - που ήταν κείμενα άμεσης ιστορίας, στα οποία βρίσκονταν κατευθυντήριες γραμμές, οι οποίες ήταν ταυτόχρονα συγκυριακές, και συνεπώς υποκείμενες σε διαρκή επανεξέταση, διευκρίνιση, διόρθωση. Το πολιτικό στοιχείο, ιδίως όταν πρέπει να εκφρασθεί σε θεσμικά μορφώματα, από το συνδικάτο και το κόμμα ως το κράτος, από την εκπαίδευση ως την ιδεολογία, από τη λογοτεχνία ως το δίκαιο, επιβάλλεται ως το κορυφαίο σημείο της θεωρητικολογίας γύρω από τα πρόχειρα σχεδιάσματα και τις λευκές σελίδες των θεμελιωτών.

Σ' αυτό το πλαίσιο το καίριο ερώτημα, από το οποίο εξαρτώνται τα άλλα, είναι η μετάβαση ή το πέρασμα από την παλιά κοινωνία στην κομμουνιστική κοινωνία. Η μετάβαση καθορίζει τους όρους και τα μέσα κατάληψης της εξουσίας και αποτελεί πρόπλασμα των μορφών και των δομών, με τρόπο προγραμματικό. Ωστόσο και εδώ όλα παραμένουν ανοιχτά. Διότι στους Μαρξ και Ένγκελς διαγράφονται δύο δρόμοι μετάβασης. Ο πρώτος ή μείζων, τρόπον τινά η βασιλική οδός, ξεκινά από τη θέση ότι το πιο προωθημένο στάδιο του καπιταλισμού, που έχει πραγματωθεί στις πιο ανεπτυγμένες χώρες της Δύσης με βάση τρία κριτήρια (παραγωγικές δυνάμεις, πολιτική δημοκρατία, συνειδητοποίηση των μαζών), μπορεί να επιτρέψει τη δημιουργία μιας κοινωνίας που θα είναι από κάθε πλευρά ανώτερη. Η αστική επανάσταση προηγείται λογικά της προλεταριακής επανάστασης. Η Γαλλία, όπου οι ταξικοί αγώνες "διεξήχθησαν μέχρι το τέρμα", προσφέρει το παράδειγμα. Είναι βέβαια ευνόητο ότι αυτή η διαδικασία μεταλλαγής δεν υπακούει σε κανέναν εκ των προτέρων τιθέμενο κανόνα. Μπορεί να ολοκληρωθεί με βίαιο τρόπο, σύμφωνα με τα ιστορικά προηγούμενα και όπως προβλέπει το Μανιφέστο. Μπορεί όμως να γνωρίσει και μια ειρηνική, ακόμη και κοινοβουλευτική εξέλιξη, όπως φαίνεται να δείχνουν σε μια ύστερη φάση τα παραδείγματα της Γερμανίας, της Γαλλίας και των Ηνωμένων Πολιτειών14. Ο δεύτερος δρόμος, ελάσσων και σημαντικά αποκλίνων από τον κλασικισμό του πρώτου, διατυπώνεται ως υπόθεση από τον Μαρξ in extremis, με αφετηρία την περίπτωση της Ρωσίας και με αφορμή τον τελευταίο Πρόλογο που έγραψε για το Μανιφέστο15, θα γίνει σαφέστερη από τον Ένγκελς στην αλληλογραφία του με τους οικονομολόγους και τους πρώτους ρούσους μαρξιστές (Β. Ζασούλιτς, Πλεχάνωφ). Πρόκειται για τη δυνατότητα μιας μετάβασης στον κομμουνισμό που τρόπον τινά θα αποφεύγει αν όχι το καπιταλιστικό στάδιο γενικά τουλάχιστον το στάδιο της άνθησης του, με επιχείρημα, στην περίπτωση της Ρωσίας, την αγροτική κοινότητα (obchtchina)16. θα θεωρητικοποιηθεί τόσο μέσα στην εμπειρία της κινέζικης επανάστασης (μαοϊσμός) όσο και εν όψει των αγώνων στον τρίτο κόσμο, με τη μορφή του "μη καπιταλιστικού δρόμου ανάπτυξης". Γνωρίζουμε βέβαια ότι η ιστορία του 20ου αιώνα οδήγησε στο παράδοξο να υπερισχύσει συντριπτικά ο ελάσσων δρόμος επί του μείζονος στα εγχειρήματα "οικοδόμησης του σοσιαλισμού", και αυτό ισχύει και για την ΕΣΣΔ (βλ, παρακάτω). Και μόνον με τίμημα έντονων παραμορφώσεων που είχαν βαρείες συνέπειες επιχειρήθηκε, ή μάλλον νομιμοποιήθηκε θεωρητικά, η σύνδεση των δύο δρόμων. Η εξαίρεση έπλασε τον κανόνα καθώς την ίδια στιγμή το εργατικό κίνημα των χωρών του "κέντρου", που είχε χρισθεί πρωταγωνιστής της επανάστασης έβλεπε να αναβάλλεται διαρκώς η στιγμή της νίκης του. Ανάμεσα στους δύο δρόμους η απόσταση ήταν ωστόσο μεγάλη και δύσκολα μπορούσε να γεφυρωθεί. Επρόκειτο για το αγροτικό ζήτημα που σε ορισμένες περιπτώσεις συνδυαζόταν με το εθνικό ζήτημα. Με τον μείζονα δρόμο υπήρχε η ελπίδα να παρακαμφθούν. Αυτό μαρτυρεί από τον Ένγκελς (Το ζήτημα των αγροτών)17 μέχρι τον Κάουτσκυ (Το αγροτικό ζήτημα)™ ο αγώνας που έγινε προκειμένου οι οργανώσεις του εργατικού κινήματος να λάβουν υπόψη, έστω και με όρους ταξικής συμμαχίας, την αγροτιά, η οποία εξακολουθούσε να είναι πολυάριθμη στην Ανατολική Ευρώπη. Η Δεύτερη Διεθνής θα βασισθεί και αυτή στον κανόνα του δρόμου καπιταλισμός σοσιαλισμός (κομμουνισμός), υιοθετώντας στρατηγικές πολύ παράδοξες από τη σκοπιά του ιστορικού υλισμού. Η Ισπανία είναι χαρακτηριστικό παράδειγμα. Ο Pedro Ribas αναφέρει σε ένα πρόσφατο έργο του την εκτίμηση ενός από τους πρώτους ισπανούς μαρξιστές, του A.G. Quejido, το 1901: "Γνωρίζουμε ότι δεν θα δημιουργηθούν οι κοινωνικές συνθήκες της οικονομικής επανάστασης του μέλλοντος αν το παρόν σύστημα δεν διατρέξει ολόκληρο τον κύκλο ανάπτυξης του. Το λιγότερο που μπορούμε να ζητήσουμε από τους καπιταλιστές είναι να συμπεριφερθούν ως καπιταλιστές, να εκπληρώσουν ορθά την ιστορική αποστολή τους: να αναπτύξουν την αρχή της ατομικής ιδιοποίησης του πλούτου για να ανοίξουν τον πιο σωστό δρόμο για την κοινωνική ιδιοποίηση."19 Γι αυτό και το κόμμα λησμόνησε για τριάντα σχεδόν χρόνια το ζήτημα της αγροτιάς καθώς και το εθνικό και θρησκευτικό ζήτημα. Όσον αφορά την "αποστολή" των καπιταλιστών και την απροσδιόριστη διάρκεια της, μπορεί να είναι τίποτε άλλο εκτός από έκφραση του κοινωνικοοικονομικού δαρβινισμού, που ήταν τόσο διαδεδομένος την εποχή εκείνη; Ο δεύτερος, ελάσσων κυρίαρχος, δρόμος μετάβασης θέτει αναμφίβολα στο κέντρο του ενδιαφέροντος το αγροτικό ζήτημα. Αλλά εκτός του ότι του επιφυλάσσει πολύ διαφορετική μεταχείριση ανάλογα με τις περιστάσεις (ΕΣΣΔ, Κίνα, Βιετνάμ, Κούβα) είναι αναγκασμένος να πραγματοποιεί θεωρητικούς συμβιβασμούς, για να παραμείνει πιστός στην ορθοδοξία, ιδίως διεκδικώντας τη διατήρηση του ηγετικού ρόλου της εργατικής τάξης. Γι αυτό επικαλείται το Τρίτο Βιβλίο του Κεφαλαίου και δημιουργεί έναν μαρξισμό αποδυτικοποιημένο, αντιιμπεριαλιστικό, ο οποίος επιδιώκει να ενσωματώσει τις εθνικές πολιτιστικές παραδόσεις, όπως διαπιστώνεται π.χ. στη Λατινική Αμερική, από τον Μαριάτεγκι20 μέχρι τη θεολογία της απελευθέρωσης. Η ιστορία αυτού του μαρξισμού ταυτίζεται με τις επτά πρώτες δεκαετίες του αιώνα μας. Είναι η ιστορία των "μπολιασμάτων", σύμφωνα με την έκφραση του Λένιν, μεταξύ του εργατικού (αγροτικού) κινήματος και του μαρξισμού, που εκφράζεται σε μια γεωγραφία των πραγματικών μαρξισμών, συνδέοντας εννοιολογήσεις και πρακτικές σε αξεδιάλυτες ενότητες. Και γι' αυτό μπορούμε να πούμε ότι εν τω οίκω του πατρός μοναί πολλοί εισίν.

Αν έτσι έχουν τα πράγματα, αν είναι αλήθεια ότι το πολιτικό στοιχείο παρέχει το κλειδί ερμηνείας των κρίσεων, οι οποίες εκφράζουν τον τρόπο ύπαρξης του μαρξισμού και διηγούνται την πορεία του, είναι αναγκαίο να αντιμετωπίσουμε πολιτικά την παρούσα κρίση, η οποία λειτουργεί αποκαλυπτικά. Με άλλη διατύπωση πρέπει, παρά τους θορύβους και την αναταραχή του παρόντος, να εγκαταλείψουμε τις βιαστικές κοινοτυπίες και να μπούμε στον κόπο μιας μακράς παρέκβασης στην ιστορική αφετηρία, δηλ. να επιστρέψουμε στον ύστερο Λένιν. Ο λόγος είναι προφανής: ο Λένιν ήταν ο πρώτος μαρξιστής που διεξήγαγε μια επανάσταση. Ο Μαρξ, ο Ένγκελς και ορισμένοι άλλοι πριν από τον Λένιν είχαν συντάξει το σχέδιο, είχαν διατυπώσει ορισμένους όρους, είχαν υποδείξει τα μέσα και τις στοχεύσεις, αλλά είχαν παραμείνει θεατές των προκαταρκτικών πράξεων - 1848, 1871, γέννηση του εργατικού κινήματος και των οργανώσεων του. Δεν είχαν μπορέσει να γίνουν τα δρώντα πρόσωπα. Ο Λένιν αντίθετα ιδρύει ένα κράτος που διατηρείται ως τις μέρες μας και του οποίου αντίγραφα, παρά τις ιδιομορφίες και τις αποκλίσεις, δημιουργήθηκαν σε όλον τον πλανήτη από την Ευρώπη ως την Ασία, από την Αμερική ως την Αφρική. Ο Λένιν ανέλαβε εκ των πραγμάτων, μαζί με τους μπολσεβίκους, την ευθύνη του περάσματος από μια ανοιχτή (μη ολοκληρωμένη) θεωρία στη θεσμοποίησή της, αλλά και την ευθύνη της μετάβασης και των εγγενών σ' αυτή προβληματικών που προαναφέραμε: ορισμός και ρόλος των οργανισμών εξουσίας, του κόμματος (των κομμάτων), καν συνδικάτων, των συμμαχιών, της ιδεολογίας, των οικονομικών μορφωμάτων, της διεθνούς πολιτικής κλπ.

Μπορεί να πει κανείς, ακολουθώντας μια εκτίμηση που για πολύ καιρό υιοθετούσαν και οι πλέον οξυδερκείς, όπως ο Γκράμσι, ότι ο Λένιν εφάρμοσε το μαρξισμό στη Ρωσία; Το ενδιαφέρον αυτού του στερεότυπου βρίσκεται στις σιωπηρές παραδοχές του. Η εφαρμογή είναι ζήτημα τεχνικό: αφού αποφανθεί η επιστήμη, η τεχνογνωσία του πειραματισμού την επιβεβαιώνει. Η εφαρμογή συνδέεται μάλλον με τη φαρμακολογία ή τη γαστρονομία, όπου όταν δοθεί η συνταγή δεν μένει παρά η εκτέλεση της. Με κίνδυνο την αναποτελεσματικότητα, το γιατροσόφι ή το έμπλαστρο στο ξύλινο πόδι... Παραδόξως η απλοϊκότητα αυτού του σχήματος γίνεται σαφής αν αποτιμήσει κανείς την εργασία που πραγματοποιήθηκε: όχι μόνον ο μαρξισμός μετετράπη σε μαρξισμό λενινισμό και απέκτησε δικούς του θεωρητικούς τίτλους, αλλά η εφαρμογή έγινε τελικά μοντέλο, δεκτικό αναπαραγωγής σε όλο τον κόσμο, που συνένωνε πλέον τον μείζονα και τον ελάσσονα δρόμο μετάβασης. Ο λόγος είναι προφανής. Ο Λένιν, ως εξαιρετικός γνώστης του μαρξισμού, αντιπαρέβαλε τις θεωρητικές αρχές με την κατάσταση της Ρωσίας, της οποίας ήταν επίσης έγκυρος αναλυτής. Το έργο του Κράτος και Επανάσταση είναι στο σημείο αυτό διαφωτιστικό. Συλλέγει τα διάσπαρτα κείμενα των Μαρξ και Ένγκελς για το πρόβλημα21, τα συνδέει μεταξύ τους, τα συγκρίνει με τις διάφορες ερμηνείες της εποχής του (αναρχικές, σοσιαλδημοκρατικές, αριστερίστικες) βάζει σε πρώτο πλάνο την έννοια της δικτατορίας του προλεταριάτου, την αναγκαιότητα της, τη μορφή της, τη λειτουργία της και την ενδεχόμενη διάρκεια της, σκιαγραφεί τις φάσεις της μετάβασης, έχοντας συνειδητοποιήσει πόσο επείγουσα είναι η κατάσταση, διότι την ίδια στιγμή ωριμάζουν οι συνθήκες κατάληψης της εξουσίας και γι' αυτό εγκαταλείπει την έρευνα τη στιγμή που πρέπει να περάσει στη δράση. Μόλις πραγματοποιηθεί η επανάσταση και απέναντι στους καταναγκασμούς και τον ιστορικά πρωτοφανή χαρακτήρα των καθηκόντων που επιβάλλει, ο Λένιν κυριολεκτικά εφευρίσκει. Αυτή την εφεύρεση θα εξετάσουμε τώρα για να συνάγουμε τα διδάγματα της.

2. Χωρίς να εξετάσω τα είκοσι περίπου χρόνια προετοιμασίας, θα περιορισθώ εδώ στον ύστερο Λένιν, δηλ. στο δημιουργό ενός κράτους στην περίοδο 1921192322. Το βασανιστικό ερώτημα που ως πραγματική έμμονη ιδέα θα τον καταδιώκει ως το τέλος της ζωής του είναι: Πώς μπορεί να πραγματοποιηθεί ο σοσιαλισμός στις συνθήκες της Ρωσίας; Το 1963, οι προλογίζοντες τον τόμο 33 της γαλλικής έκδοσης των "Απάντων" του Λένιν δεν διστάζουν να γράψουν ότι τα δημοσιευόμενα κείμενα "αποδεικνύουν ότι η οικοδόμηση μιας πλήρως σοσιαλιστικής κοινωνίας ήταν δυνατή στη χώρα μας" (σ. 7). Ο Λένιν είναι, αν μη τι άλλο, πιο επιφυλακτικός: "Ποιος θα νικήσει; Ο καπιταλισμός ή η εξουσία των Σοβιέτ;" διερωτάται τον Οκτώβριο του 1921. Και το Νοέμβριο του 1922 γράφει: "θα μπορέσουμε να τα καταφέρουμε; Το ζήτημα δεν έχει κριθεί. Κάθε άλλο" (σ. 58, 455). Κτο κόβο; Ποιος θα νικήσει; - έλεγαν τότε. Ο μετεπαναστατικός απολογισμός είναι αυστηρός: "Κανείς δεν μπορούσε να προβλέψει ότι το προλεταριάτο θα έπαιρνε την εξουσία σε μια από τις λιγότερο εξελιγμένες χώρες, ότι αρχικά θα προσπαθούσε να οργανώσει σε μεγάλη κλίμακα την παραγωγή και τη διανομή για τους αγρότες και μετά, επειδή δεν το κατάφερε λόγω των πολιτιστικών συνθηκών, θα έβαζε τον καπιταλισμό να συμμετάσχει στο έργο του" (τέλη Μαρτίου 1922, σ. 316). Η χώρα έχει καταστραφεί από τον εμφύλιο πόλεμο, η πείνα κυριαρχεί, το κράτος είναι από τα πιο καθυστερημένα και αδύναμα (σ. 143), λείπουν τα στελέχη, "θα έλεγε κανείς ότι είμαστε ημιάγριοι" (σ. 68), "φτωχοί και αμόρφωτοι" (σ. 248), "όχι αρκετά πολιτισμένοι" (σ. 515). Ο αναλφαβητισμός κυριαρχεί (σ. 72). "Ο εχθρός εξακολουθεί να είναι πολύ πιο δυνατός από εμάς" (σ. 19, 358) - κυρίως η "ιδιωτική αγορά" (σ. 91). Σ' αυτές τις συνθήκες "ασιατικής" υπανάπτυξης, η πολιτική νίκη θα είναι πολύ πιο δυσχερής απ' ό,τι η νίκη στον πόλεμο, όπου αρκεί ο ενθουσιασμός και ο ηρωισμός (σ. 173). Τι απέφερε η κατάληψη της εξουσίας; Η απάντηση του Λένιν είναι διττή: αφενός "πραγματοποίηση της αστικής επανάστασης", "πραγματοποίηση της μέχρι το τέρμα" (σ. 43 επ.) και αφετέρου "δημιουργία του κράτους σοβιετικού τύπου" που προχωρεί πολύ πιο πέρα από τη γαλλική εμπειρία του 1793 και του 1871 (σ. 12). Τι σημαίνουν αυτοί οι δύο ισχυρισμοί (σ. 207); Τι είναι μια "δημοκρατική αστική επανάσταση" χωρίς αστική τάξη στην εξουσία; Τι είναι ένα σοβιετικό κράτος όταν οι παλιές δομές (και το παλιό προσωπικό) διατηρούνται; Μπορεί να πει κανείς, όπως ο Deutscher, ότι πρόκειται για "το συνδυασμό μιας αστικής και μιας προλεταριακής επανάστασης"23 ; Αλλά ούτε η μια ούτε η άλλη απέδωσαν καρπούς και είναι αναγκαίο να κατανοήσουμε αυτό το πολιτικό τέρας. Ο Λένιν το επιχειρεί και δίνει στο νόθο ένα όνομα: Νέα Οικονομική Πολιτική, ΝΕΠ24. Έχει ως αρχή λειτουργίας τον "κρατικό καπιταλισμό", ο οποίος δύσκολα μπορεί να γίνει αποδεκτός, ιδίως διότι θυμίζει το γερμανικό μοντέλο και προκαλεί στις γραμμές των μπολσεβίκων τις πιο έντονες επιφυλάξεις. Ο Λένιν λαμβάνει υπόψη τις αντιρρήσεις και επιχειρεί να τις αντικρούσει. θα επιμείνει στο ότι ο σοβιετικός κρατικός καπιταλισμός είναι μια εντελώς πρωτόγνωρη μορφή διότι το προλεταριάτο κατέχει την εξουσία και την ιδιοκτησία. Ο Λένιν έχει πλήρη συνείδηση αυτών των πρωτοφανών χαρακτηριστικών, αυτής της θεωρητικής εφεύρεσης που προέκυψε από το επίσης πρωτοφανές γεγονός της ρωσικής επανάστασης: "δεν υπάρχει ούτε ένα βιβλίο που να εξετάζει τον κρατικό καπιταλισμό υπό κομμουνιστικό καθεστώς" (σ. 282). "Μέχρι τώρα τα έστω και ελάχιστα σοβαρά βιβλία για τον κρατικό καπιταλισμό γράφτηκαν σε συνθήκες και σε μια κατάσταση, στην οποία ο κρατικός καπιταλισμός ήταν καπιταλισμός. Τώρα τα πράγματα είναι διαφορετικά, και αυτό κανένας Μαρξ και κανένας μαρξιστής δεν μπορούσε να το προβλέψει" (σ. 315). Αυτός ο καπιταλισμός δεν είναι καπιταλισμός, αλλά έχει κάτι από καπιταλισμό, διότι επιβάλλει στους κομμουνιστές να διδαχθούν από τους καπιταλιστές, να φοιτήσουν στη σχολή τους (σ. 66, 175 κλπ.), να δράσουν "ως έμποροι" (σ. 268, με αφορμή τη Συνδιάσκεψη της Γένοβας), να συνάψουν στενές σχέσεις με τους καπιταλιστές του εξωτερικού (σ. 215), να διαμορφώσουν "μεικτές εταιρείες" (σ. 276, 383, 440, 468). Υποκύπτοντας στους νόμους της ανάγκης, ο Λένιν προβάλλει παράδοξα επιχειρήματα: "αν επανέλθει ο καπιταλισμός, αυτό θα έχει ως συνέπεια και την ανασυγκρότηση της προλεταριακής τάξης" (σ. 59). Και αλλού: "πρέπει να θεμελιώσουμε κάθε σημαντικό κλάδο της εθνικής οικονομίας στο προσωπικό συμφέρον" (σ. 64)...

Πρόκειται για μια άσχημη στιγμή που θα περάσει; Όταν ο Λένιν περιγράφει τις περιόδους της ΝΕΠ, σημειώνει ότι η αναγκαία "υποχώρηση" του 1921 με την "εγκατάλειψη της άμεσης σοσιαλιστικής οικοδόμησης" και την "αναδίπλωση στην κατεύθυνση του κρατικού καπιταλισμού" (σ. 89), μπορεί να ανακοπεί το 1922 (σ. 224), αλλά δεν έχει ψευδαισθήσεις: "αυτό απαιτεί την επίπονη δουλειά ολόκληρων δεκαετιών και την αφιέρωση γιγάντιων προσπαθειών" (σ. 176). Απέναντι στους κινδύνους μιας παλινόρθωσης - ελεύθερο πεδίο στην αστική τάξη και ανάπτυξη του καπιταλισμού - ο κανόνας είναι προφανής: έλεγχος και "διόρθωση" του καπιταλισμού (σ. 316).

Αλλά με ποια μέσα; Εδώ πρέπει να σταθούμε στους τρεις πρωταγωνιστές. Πρόκειται για τις κοινωνικές τάξεις ή στρώματα, το κόμμα και το κράτος. Όσον αφορά τις κοινωνικές τάξεις, το κύριο πρόσωπο και κάτοχος της εξουσίας, το προλεταριάτο, βρίσκεται σε δραματική κατάσταση και έχει χάσει σχεδόν κάθε ελπίδα. Ο Λένιν δεν το κρύβει. Ήδη τον Οκτώβριο του 1921 αναφερόμενος ακριβώς στη ντετερμινιστική προσδοκία ανασυγκρότησης του προλεταριάτου χάρη στον καπιταλισμό επισημαίνει: "Οι καπιταλιστές θα επωφεληθούν από την πολιτική μας και θα δημιουργήσουν το βιομηχανικό προλεταριάτο, το οποίο στη Ρωσία λόγω του πολέμου, της ερείπωσης και των τρομερών καταστροφών έχει χάσει τον ταξικό χαρακτήρα του, δηλ. έχει βγει από τον ταξικό δρόμο του και έχει πάψει να υπάρχει ως προλεταριάτο (...). Δεδομένου ότι η μεγάλη καπιταλιστική βιομηχανία διαλύθηκε και τα εργοστάσια ακινητοποιήθηκαν, το προλεταριάτο έχει εξαφανισθεί. Ορισμένες φορές το εμφάνισαν ως τέτοιο, με τρόπο τυπικό που δεν είχε οικονομικές ρίζες" (σ. 59). Αυτό το προλεταριάτο, "εξαντλημένο" (σ. 19), εντελώς μειοψηφικό στον πληθυσμό είχε επιπλέον σε μεγάλο βαθμό απορροφηθεί από τους κυβερνητικούς μηχανισμούς, ενώ οι μη προλετάριοι πήγαν στη θέση του να "κρυφτούν" στα εργοστάσια (σ. 305). Η μικροαστική τάξη, που θα ενισχυθεί από τους "νέπμεν"25, είναι πολύ πιο ισχυρή, ακόμη και ανάμεσα στους εργάτες, μέσω των μενσεβίκων και των σοσιαλεπαναστατών, οι οποίοι συνδέονται με την αντεπανάσταση του εξωτερικού. Συνεπώς, το προλεταριάτο είναι αναγκασμένο να πάρει με το μέρος του την αγροτιά, η οποία αποτελεί την τεράστια μάζα της χώρας. "Το μείζον πρόβλημα, το πρόβλημα κλειδί, είναι η στάση της εργατικής τάξης απέναντι στην αγροτιά, είναι η συμμαχία της εργατικής τάξης με την αγροτιά" (σ. 155). Αυτή η συμμαχία, που ο Λένιν υποστηρίζει ήδη από τις αρχές του αιώνα με τις αναλύσεις του για το λαϊκισμό, αποτελεί τη μόνη σωτηρία της επανάστασης. Δεν θα πάψει να τονίζει ότι η ΝΕΠ είναι φτιαγμένη γι' αυτήν, για την αγροτιά. Είναι ο όρος "οικοδόμησης του σοσιαλισμού όταν πρόκειται για μια αγροτική χώρα" (σ. 55). Αφορά "τη νέα οικονομία" και "την αγροτική οικονομία" (σ. 274). Χωρίς αυτή "ο αγρότης δεν μπορεί να ζήσει και να δουλέψει" (σ. 318). Είναι "η μετάβαση σε μια νέα τάξη πραγμάτων από το δρόμο τον πιο απλό, τον mo εύκολο, τον πιο προσιτό στον αγρότη" (σ. 481, υπογράμμιση του Α.). Είναι αναγκαία μάλιστα η επέκταση της "στους νέπμεν, δηλαδή στην αστική τάξη" (σ. 499). Πάντως "στην καλύτερη περίπτωση" θα κρατήσει δέκα ως είκοσι χρόνια (σ. 483). Γι αυτό και απαιτείται η λήψη μέτρων όπως η μετάβαση από την απόσπαση αγροτικών προϊόντων την περίοδο του κομμουνισμού του πολέμου σε μια προκαθορισμένου ύψους φορολόγηση σε είδος (σ. 57, 94, 157) και - τελευταία οδηγία του Λένιν, όπως θα δούμε - στους συνεταιρισμούς.

Το κόμμα δεν βρίσκεται σε καλύτερη κατάσταση απ' ό,τι το προλεταριάτο. Αριθμητικά αδύναμο (σ. 193)„ ανεπαρκώς προλεταριακό (σ. 259), διαπερνάται από ιδεολογικές διαφωνίες, ιδίως "αριστερίστικες", εχθρικές προς τη ΝΕΠ (σ. 99), δεν ξέρει να διοικεί (σ. 255) ούτε να διαχειρίζεται την οικονομία (σ. 278, 293, 338) και έλκει τους καρριερίστες (σ. 260). Στους κόλπους του "η παλιά φρουρά είναι ολιγάριθμη" (σ. 260). Όποιες και αν είναι οι αρετές τους, οι αγωνιστές πάσχουν από "υπεροψία" και δεν αποκλείονται οι δωροδοκίες (σ. 72 επ.). Με μια λέξη, το κόμμα δεν μπορεί να κάνει τίποτε μόνο του. "Να οικοδομηθεί η κομμουνιστική κοινωνία με τα χέρια των κομμουνιστών είναι μια εξαιρετικά παιδαριώδης ιδέα. Οι κομμουνιστές είναι μια σταγόνα νερού μέσα στο λαϊκό ωκεανό (...), η μεγάλη μάζα του κόμματος μας δεν έχει συνείδηση της ανάγκης να. μπούνε στη δουλειά οι κομματικά ανένταχτοι" (σ. 297298). Η έκκληση του Λένιν είναι στο σημείο αυτό ιδιαίτερα πιεστική, τα πιο πολύτιμα στοιχεία βρίσκονται στις υποδείξεις "της ανένταχτης προλεταριακής μάζας και σε πάμπολλες περιπτώσεις της ανένταχτης αγροτικής μάζας" (σ. 32). Τα συνδικάτα οφείλουν να γίνουν "το σχολείο του κομμουνισμού" για τους ανένταχτους (σ. 185). Η εκκαθάριση του κόμματος είναι λοιπόν αναγκαία. Τον Οκτώβριο του 1921, ο Λένιν υπολογίζει τον αριθμό των κομμουνιστών που πρέπει να διαγραφούν μεταξύ 100 και 200 χιλιάδων (σ. 70) και εξακολουθεί να πιστεύει τον Μάρτιο του 1922 ότι ένας αριθμός κομματικών μελών μεταξύ 300 και 400 χιλιάδων είναι "υπερβολικός" (σ. 258). Απαιτεί να τεθούν "αυστηροί όροι" (σ. 135) για την εγγραφή νέων μελών και μάλιστα κάθε περίπτωση να εξετάζεται ατομικά (τ. 45, Δεκέμβριος 1921, σ. 394). Ωστόσο σ' αυτόν τον τομέα, όπως και αλλού, τα πράγματα έχουν ήδη ξεφύγει από τα χέρια του. Ο Στάλιν, γενικός γραμματέας από το 1922 ενισχύει τις εξουσίες του αξιώματος του και την προσωπική του θέση. Του έχει ανατεθεί να επιτηρεί τον Λένιν στη διάρκεια της ασθένειας του, η οποία επιδεινώνεται, και να παίρνει μέτρα για να μην έχει ο Λένιν πρόσβαση στους πολιτικούς φακέλους. Μεταξύ των δύο η ένταση θα αυξάνεται διαρκώς, για να φτάσουμε στο αίτημα του Λένιν να απομακρυνθεί ο Στάλιν από τη θέση του26. Στην περίοδο αυτή, όπως σημειώνει ο Lewin "ενώ η εργατική τάξη αδυνατίζει, το Κόμμα διογκώνεται"27. Το Γραφείο Οργάνωσης (Orgjburo) επιβεβαιώνει την παντοδυναμία του ελέγχου του και το Πολιτικό Γραφείο ιδιοποιείται την πραγματική εξουσία. Νέα ηγετικά στελέχη εμφανίζονται και αυξάνεται το χάσμα μεταξύ ακτιβιστών και διανοουμένων, εις βάρος των τελευταίων (τ. 45, σ. 69). Η συγκεντροποίηση, που οφείλεται "στο μοναδικό κυβερνητικό κόμμα" (σ. 312) επιταχύνεται επίσης.

Ο τελευταίος πρωταγωνιστής αυτού του ιστορικού θεάτρου, το κράτος ή μάλλον ο μηχανισμός του, είναι και αυτός ένα νόθο. Ο χαρακτήρας του είναι διττός, συνδυάζει το νέο, τον προλεταριακό ή "σοβιετικό τύπο" και το παλιό, που είναι και αυτό με τη σειρά του διττό: τσαριστικό (κληρονομιά) και αστικό (λόγω της ΝΕΠ). Γι αυτό το μείγμα, που εμφανίζει "σκανδαλώδη μειονεκτήματα" (σ. 467) και αποτελεί "χάος παρανομίας" (σ. 372), εν μέρει μόνον ευθύνεται ο "παλιός κρατικός μηχανισμός" (σ. 440) που "δεν άλλαξε" (σ. 454) και πολλοί από τους υπαλλήλους του παραμένουν κατ' ανάγκη στη θέση τους, τουλάχιστον στη βάση. Ο Λένιν θα αφιερώσει τα δύο τελευταία χρόνια της ζωής του στην καταγγελία των νέων δομών. Αποκαλεί το Κεντρικό γραφείο στατιστικής "μοντέλο γραφειοκρατικού θεσμού" (σ. 21). Καταγγέλλει αδιάκοπα την ανικανότητα των υπευθύνων, τον πληθωρισμό του αριθμού των επιτροπών (σ. 313), τη δυσκινησία και την ανικανότητα των κυβερνητικών μηχανισμών (σ. 404), τις αδυναμίες των δικαστηρίων (σ. 181, 365). Επικρίνει με ιδιαίτερη δριμύτητα το Επιτροπάτο εξωτερικού εμπορίου που κάνει μεγάλες παραχωρήσεις στους καπιταλιστές και τείνει να διαλύσει το μονοπώλιο που είναι απαραίτητο για την επιτυχία της ΝΕΓ1 (σ. 298, τ. 45, σ. 443, 508, 529, 566, 621 κλπ.). Δίνει διαρκώς λεπτομερειακές οδηγίες για το στόλο (τ. 45, σ. 225), το χρυσό (σ. 229 και παντού), την αλληλογραφία (σ. 287), την ξυλεία (σ. 300), το καλαμπόκι και τα φασόλια (σ. 331), την τύρφη (σ. 468), τα μοτέρ (σ. 476), τη βρώμη (σ. 480), τους λευκίσκους και τους οξυρρύγχους (σ. 616)... Ελέγχει, διορθώνει, λογοκρίνει, επικρίνει την εργασία των συναδέλφων του, ζητώντας σεβασμό της νομιμότητας (σ. 267, 290, 329, 557, 619: ενάντια στον Στάλιν). Το Σοβναρκόμ28, το κατεξοχήν δημιούργημα του Λένιν, δεν ξεφεύγει από τις επιθέσεις: ο Λένιν θα ζητήσει από τον Μολότωφ το Μάρτιο του 1922 να βρει "ανθρώπους έξυπνους και αγωνιστικούς για να μην αφήνουν ήσυχο κανένα Λαϊκό Επιτροπάτο" (σ. 507). Δεν διστάζει να επικαλεσθεί την τρομοκρατία που η ΝΕΠ δεν έχει τερματίσει (σ. 509). Εξομολογείται στον Τρότσκυ: "δεν ξέρω τι να κάνω ούτε πώς να δράσω (...) το κύμα του εμπορίου είναι ισχυρότερο από μας" (σ. 311).

Η γραφειοκρατία που έχει ως σύμβολο της τον "γέρο Ομπλόμωφ" και τα παρασιτικά πλάνα του (σ. 33, 227) είναι προφανώς το όνομα της μάστιγας που προκαλεί όλες τις δυσλειτουργίες. Προσβάλλει τους πάντες, της διανόησης συμπεριλαμβανομένης (σ. 301). Ωστόσο δεν μπορεί να αποδοθεί μόνον στη ρωσική κληρονομιά, όπως επισημαίνει ο Lewin, και ο Λένιν που βρίσκει τα σκληρότερα λόγια για να την καταγγείλει, βρίσκεται σε αμηχανία ως προς την ερμηνεία αυτού που "έγινε η κοινωνική βάση της εξουσίας"29 και το κυριολεκτικό υποκατάστατο των τάξεων, από τον έλεγχο των οποίων ξέφυγε: της αστικής τάξης και του προλεταριάτου. Ο Λένιν παρακολουθεί αδύναμος τα αποτελέσματα της στο ζήτημα των εθνοτήτων. Ο "μεγαλορωσικός σωβινισμός" διαστρέφει τελείως τις θέσεις για το δικαίωμα αυτοδιάθεσης των εθνών. Η "γεωργιανή υπόθεση" (Ορτζονίκιτζε, Στάλιν) δίνει το παράδειγμα. Υπάρχει κάποιο γιατρικό; Στις τελευταίες παρεμβάσεις του, ο Λένιν προτείνει δύο. Το πρώτο αφορά την αναδιοργάνωση της εξουσίας. Πρόκειται για την ενίσχυση της θέσης του νέου Επιτροπάτου της εργατικής και αγροτικής επιθεώρησης (που αρχικά ανατίθεται στον Στάλιν, ο οποίος είναι ήδη Επίτροπος για τις εθνότητες) και την ανάθεση της αποστολής να επιβλέπει, να μεταρρυθμίζει και να εκκαθαρίζει, αν είναι αναγκαίο, τον γιγάντιο κρατικό μηχανισμό (σ. 495 επ.). Η τελευταία ευχή του Λένιν, οι τελευταίες γραμμές του (σ. 517), αφορούν την προοπτική ενοποίησης του Επιτροπάτου Επιθεώρησης, αφού πρώτα αλλάξουν τα μέλη του, με την Κεντρική Επιτροπεία Ελέγχου και με σκοπό να επεκταθούν οι αρμοδιότητες του στο ίδιο το κόμμα... Το δεύτερο αντίδοτο αφορά τις συμμαχίες. Είναι κεφαλαιώδους σημασίας: "Έχουμε βρει σήμερα τον τρόπο να συνδυάσουμε το ιδιωτικό εμπορικό συμφέρον με τον έλεγχο του από το κράτος, τον τρόπο να υποτάσσουμε το ιδιωτικό συμφέρον στο γενικό συμφέρον, αυτό που στο παρελθόν ήταν το μοιραίο εμπόδιο για πάμπολλους σοσιαλιστές" (σ. 481). Αυτό το αντίδοτο είναι ο συνεταιρισμός που ο Λένιν ομολογεί ότι είχε "λησμονηθεί" από τη ΝΕΠ (σ. 482)! Το επιχείρημα που επικαλείται υπέρ αυτού του νέου ιδιωτικοδημόσιου μείγματος είναι εκείνο που χρησιμοποιήθηκε και υπέρ του κρατικού καπιταλισμού: "Οι συνεταιρισμοί (...) δεν διαφέρουν από τις σοσιαλιστικές επιχειρήσεις αν το έδαφος και τα μέσα παραγωγής ανήκουν στο κράτος, δηλ. στην εργατική τάξη" (σ. 486). Συνεπώς ένα "σύστημα πολιτισμένων συνεταιριστών (...) είναι το σύστημα του σοσιαλισμού" (σ. 484, 4 Ιανουαρίου 1923).

Το κείμενο που προηγείται της οριστικής σιωπής του Λένιν, και δημοσιεύεται στην Πράβδα στις 4 Μαρτίου 1923, καταλήγει στο αναμενόμενο συμπέρασμα. Ο τίτλος είναι εύγλωττος: Καλύτερα λιγότερα αλλά καλύτερα. Επανέρχεται στην ανάγκη μεταρρυθμίσεων τόσο στον κρατικό μηχανισμό, όπου "τα πράγματα πηγαίνουν πολύ άσχημα, για να μην πούμε ότι είναι απαίσια" και τη "Δημοκρατία των Σοβιέτ" που είναι ένα "χάος" όσο και στις κομματικές οργανώσεις που έχουν γεμίσει από γραφειοκράτες. Κάνει έκκληση για τη δημιουργία "καλού ανθρώπινου υλικού". Πρέπει, θα επιμείνει, "να μορφωθούμε", να υπάρξει πρόσβαση στη γνώση, στον πολιτισμό. Η αρχική αμφιβολία επανέρχεται: "θα μπορέσουμε να αντέξουμε με τη μικρή και πολύ μικρή αγροτική παραγωγή μας, με την κατάσταση αποσύνθεσης της χώρας μας μέχρι τη μέρα που οι δυτικές καπιταλιστικές χώρες της Ευρώπης θα έχουν ολοκληρώσει την εξέλιξη τους προς το σοσιαλισμό;" Αλλά ο Λένιν έχει πάψει να πιστεύει, εδώ και καιρό, σ' αυτήν την προοπτική. Η επανάσταση του 1917 δεν βρήκε μιμητές και πρέπει να πάρει κανείς απόφαση την απομόνωση της Ρωσίας, η οποία δημιουργεί ένα επιπλέον πρόβλημα. "Η ύπαρξη" έγραφε στα τέλη του 1921 (σ. 151-152) "μιας σοσιαλιστικής δημοκρατίας στο κέντρο του καπιταλιστικού κλοιού είναι γενικά νοητή; Φαινόταν αδιανόητη, πολιτικά και στρατιωτικά. Το ότι είναι δυνατή, από πολιτική και στρατιωτική πλευρά, έχει πλέον αποδειχθεί, είναι ένα δεδομένο. Και στο εμπορικό πεδίο; Και στο πεδίο των οικονομικών ανταλλαγών; Και ως προς τις επαφές, τη βοήθεια, την ανταλλαγή υπηρεσιών μεταξύ της αγροτικής, καθυστερημένης και κατεστραμμένης Ρωσίας και της ομάδας των πλούσιων καπιταλιστικών χωρών με την ανεπτυγμένη βιομηχανία, είναι κάτι τέτοιο δυνατό;" Ο δυτικός Λένιν θα στρέψει τις ελπίδες του στην Ανατολή, τις Ινδίες, την Κίνα, την "τεράστια πλειοψηφία του πληθυσμού του πλανήτη". "Η Ανατολή έχει εισέλθει οριστικά στο επαναστατικό κίνημα..." Διαψεύσεις που προστίθενται, όπως σημειώνει ο Lewin, στο "κενό δύο επιπέδων που αντιμετωπίζει η νέα εξουσία: το πρώτο είναι η έλλειψη του προλεταριάτου. Το δεύτερο, η έλλειψη οικονομικής υποδομής"30. Η αισιοδοξία με την οποία διαπιστώνεται το σάπισμα "της παλιάς αστικής και ιμπεριαλιστικής Ευρώπης" (σ. 216, 356) ή αναγγέλλεται η "πολύ κοντινή" νίκη του επαναστατικού προλεταριάτου (σ. 359, 442) φαίνεται καθαρά συμβατική. Η συγκυρία μετά την κατάληψη της εξουσίας από τους μπολσεβίκους και οι σχεδόν ανυπέρβλητες δυσκολίες της έχουν καταφέρει βαρύ πλήγμα στις θεωρητικές βεβαιότητες που αναπτύσσονταν μέχρι το Κράτος και Επανάσταση (1917), αλλά και αργότερα μέχρι το Τρίτο Συνέδριο της Κομμουνιστικής Διεθνούς (Αύγουστος 1921) . Η "συγκεκριμένη ανάλυση της συγκεκριμένης κατάστασης" επέβαλε τον περιορισμό των βεβαιοτήτων μπροστά στη μετάβαση που αποφασίζει με βάση τον δικό της κώδικα.

Διορθώσεις, "οπισθοχωρήσεις", παρεκκλίσεις και εφευρήματα έγιναν ο κανόνας μιας πολιτικής πρακτικής που δεν μπορούσε να στηριχθεί παρά μόνον στον εαυτό της. Το είδαμε σχετικά με τον κρατικό καπιταλισμό: "η μετάβαση στον κομμουνισμό είναι δυνατή ακόμη και μέσα από τον κρατικό καπιταλισμό εάν η εξουσία βρίσκεται στα χέρια της εργατικής τάξης" (σ. 415). Το ίδιο γράφει και για τους συνεταιρισμούς, τον αντιφατικό χαρακτήρα των οποίων είχε επισημάνει ο Μαρξ31. Με την ίδια λογική ο Λένιν θα οδηγηθεί ακόμη και στην επανεξέταση της μεγάλης αντίθεσης μεταξύ μεταρρυθμίσεων και επανάστασης: "Μετά τη νίκη του προλεταριάτου, τουλάχιστον σε μια χώρα, ένα καινούριο στοιχείο εμφανίζεται στη σχέση των μεταρρυθμίσεων με την επανάσταση. Στο επίπεδο των αρχών, όλα είναι όπως πριν, αλλά στη μορφή επέρχεται μια αλλαγή που ούτε ο ίδιος ο Μαρξ μπορούσε να προβλέψει (...). Πριν από τη νίκη του προλεταριάτου, οι μεταρρυθμίσεις ήταν ένα δευτερεύον στοιχείο της πάλης της επαναστατικής τάξης. Μετά τη νίκη (και ενώ συνεχίζουν να είναι σε διεθνή κλίμακα δευτερεύον στοιχείο, οι μεταρρυθμίσεις αποτελούν επιπλέον για τη χώρα στην οποία επιτεύχθηκε η νίκη μια αναγκαία και θεμιτή ανακωχή στην περίπτωση που, μετά από μια ακραία ένταση, είναι προφανές, ότι λείπουν οι δυνάμεις για να υπάρξει μετάβαση, συνεχίζοντας τον επαναστατικό δρόμο, σε κάποιο επόμενο στάδιο..." (σ. 111-112). Η συμμαχία, με την έννοια της αναγκαίας συνεργασίας της πρωτοπορίας με τους μη επαναστάτες, πρέπει να επεκταθεί ακόμη και στους "εκπροσώπους των σύγχρονων φυσικών επιστημών", θα ήταν αθέμιτο να αναρωτηθούμε αν η ιδέα μιας "εταιρείας των υλιστών φίλων της εγελιανής διαλεκτικής" (σ. 235-237) είναι και αυτή μια μορφή "αναδίπλωσης"; Όσον αφορά τέλος τη θέση της "δημοκρατικής δικτατορίας των εργατών και αγροτών", με μια λέξη την εξουσία των Σοβιέτ ως έκφραση των "πλατιών μαζών", δεν διαστρέφεται πλήρως μέσα στο σύμπλεγμα των κρατικών και κομματικών μηχανισμών, όπου τα Σοβιέτ έχουν ελάχιστη βαρύτητα; Κατανοούμε ότι δεν απομένει τελικά στον Λένιν παρά η έκκληση στους ανθρώπους και στην επαναστατική ηθική, όπως ο Ροβεσπιέρος εκατόν τριάντα χρόνια νωρίτερα έκανε έκκληση: "Έχουμε φτάσει σε μια κατάσταση, όπου το καθοριστικό βρίσκεται στους ανθρώπους, στην επιλογή των ανθρώπων" (σ. 309).

Κτο κόβο; Ποιος θα νικήσει; Η ιστορία έδωσε πλέον την απάντηση της. Το "στοίχημα που δεν είχε κερδηθεί εκ των προτέρων"33 χάθηκε. Ούτε κάποιος σαν τον Λένιν, με τέτοιο θεωρητικό οπλισμό και τέτοια πολιτική μαχητικότητα, μπορούσε να κάνει επιτυχημένο μπόλιασμα εκεί που υπήρχαν ελάχιστες προϋποθέσεις. Δεν μπορούσε να οδηγήσει σε επιτυχία την κομμουνιστική μετάβαση, τη? οποίας οι βασικές, .κοινωνικές, πολιτικές, οικονομικές, πολιτιστικές και διεθνείς δυνάμεις ήταν τόσο περιορισμένες - για να μην πούμε κυριολεκτικά ανύπαρκτες.

Η "στροφή" της ΝΕΠ που είχε βρει ευρεία αποδοχή στη σοβιετική ηγεσία παρά τις επιφυλάξεις μιας αριστερής αντιπολίτευσης έγινε ευνοϊκά δεκτή, όχι χωρίς αυτοϊκανοποίηση, από τη "δεξιά", τους μενσεβίκους, τους σοσιαλεπαναστάτες, τη 2η και τη 2 1/234 Διεθνή. Ο Λένιν στρέφεται ιδίως εναντίον του Όττο Μπάουερ που πανηγυρίζει για την επιστροφή στον καπιταλισμό και τον αστικό χαρακτήρα της επανάστασης. Ο Λένιν του αντιπαρατάσσει την επιδίωξη "να επιτευχθεί η ολοκλήρωση της αστικής επανάστασης" (σ. 306) και απειλεί να στείλει στο εκτελεστικό απόσπασμα όσους θα επιθυμούσαν να μετατρέψουν τη διαδικασία σε ολοκληρωτική υποχώρηση (σ. 287). Πράγματι, η αίσθηση ότι πρόκειται για υποχώρηση είναι γενική. Η σοσιαλδημοκρατία διατυπώνει ήδη, με τον Κάουτσκυ, την ανάλυση περί εμφανίσεως ενός νέου γραφειοκρατικού κοινωνικού στρώματος που συνδυάζει τα συμφέροντα του κεφαλαίου και του κράτους35. Οι εκπρόσωποι του αστισμού σε διεθνές επίπεδο αντιλαμβάνονται τη δυνατότητα να υπάρξουν επωφελείς ανταλλαγές με τη Δημοκρατία των Σοβιέτ. Ο Lloyd George, που είχε προσκαλέσει τον Λένιν στη Συνδιάσκεψη της Γένοβας για την οικονομική ισορροπία στην Ευρώπη (1922) δηλώνει: "Ο Λένιν κατανόησε επιτέλους ότι οι ατμομηχανές δεν μπορούν να κινηθούν με τις θεωρίες του Μαρξ36. Ο Jules Guesde, ιδρυτής του Parti ouvrier στη Γαλλία, ο οποίος πεθαίνει το 1922, εκφράζει την έκπληξη του για τη διεξαγωγή κομμουνιστικής επανάστασης από τους μπολσεβίκους, μια και η Ρωσία δεν συγκεντρώνει καμιά από τις απαιτούμενες προϋποθέσεις. Το 1938, ο θεωρητικός των συμβουλίων Λντον Πάνεκουκ δεν διστάζει να χαρακτηρίζει καθαρά αστική την επανάσταση: "Μια νέα κυρίαρχη και εκμεταλλεύτρια τάξη ανέβηκε στην εξουσία σε βάρος της εργατικής τάξης"37. "Ο ρώσικος Μπολσεβικισμός δεν μπορεί να κατηγορηθεί ότι εγκατέλειψε το δρόμο του Μαρξισμού, γιατί ποτέ δεν είχε πάρει αυτό το δρόμο"38. Την ίδια χρονιά, ο φιλόσοφος Nicolas Berdiaev γράφει στο βιβλίο Les sources et le sens du communisme russe: "H κομμουνιστική επανάσταση πραγματοποιείται στη Ρωσία (...) σε αντίθεση με τις περισσότερες τοποθετήσεις του Μαρξ για την εξέλιξη της κοινωνίας"39. Πιο κοντά σ' εμάς, ο Fernand Braudel διαπιστώνει: "Το γεγονός που πρέπει να υπογραμμισθεί είναι ότι, κατά σύμπτωση, η σοσιαλιστική επανάσταση άρχισε στη λιγότερο βιομηχανοποιημένη μεγάλη χώρα της τότε Ευρώπης. Και έτσι ήταν αδύνατο η επανάσταση να εξελιχθεί ακολουθώντας το μαρξιστικό σχήμα κατάληψης της εξουσίας από το προλεταριάτο. Την εξουσία ανέλαβε το ΚΚ, δηλ. μια μηδαμινή μειοψηφία"40. Ο κατάλογος απόψεων θα μπορούσε να μακρύνει πολύ, μέχρι τον Charles Bettelheim41, τον Rudolf Bahro42 και τις τροτσκιστικές κινήσεις.

Αν είναι αλήθεια ότι οι πλέον οξυδερκείς μελετητές αρνήθηκαν να ομολογήσουν αυτή την αποτυχία και να αναμετρήσουν το πραγματικό της εύρος επικαλούμενοι τους ντετερμινισμούς της υπανάπτυξης, τους αναπόφευκτους καταναγκασμούς και την ακτινοβολία - αυτή τουλάχιστον είναι αναμφίβολη - μιας ελπίδας, η πραγματικότητα του αιώνα που τελειώνει σκίζει τις παρωπίδες. Το "τέλος του κομμουνισμού" είναι το τέλος εκείνου του συγκεκριμένου κομμουνισμού, ενός θνησιγενούς κομμουνισμού. Η "νίκη του καπιταλισμού" και η γοητεία που ασκεί το ζεύγος αγορά δημοκρατία μοιάζουν, σ' αυτή την προοπτική, λιγότερο ως μια επιστροφή στο παρελθόν και περισσότερο ως συνέχεια, μέσα στην οποία, εβδομήντα χρόνια αργότερα, επανενώνονται οι δύο τύποι καπιταλιστικής ανάπτυξης, οι οποίοι μέχρι τότε ήταν χωρισμένοι και φαινομενικά αντιφατικοί, θεωρούμενος υπ' αυτό το πρίσμα ο "υπαρκτός σοσιαλισμός" - γνωστός και ως "πραγματικός μαρξισμός" - δεν είναι ούτε ο εξεγερμένος έφηβος ούτε βέβαια το παιδί θαύμα: είναι ο φτωχός και μεταμελημένος συγγενής που γυρίζει στις αγκάλες της οικογένειας.

Μια τέτοια (υπό)θεση απαιτεί να εξετασθεί εκ νέου και αναλυτικά, διότι καταλήγει, με τη σειρά της, σε ένα ερώτημα: αν θεωρηθεί δεδομένο ότι στη Ρωσία η εξουσία ασκήθηκε στη θέση της αστικής τάξης και η οικονομία αναπτύχθηκε στη θέση του καπιταλισμού, τι έννοια πρέπει να αποδώσουμε σ' αυτό το "στη θέση"; Και ποιες συνέπειες να συνάγουμε;

Σεπτέμβριος 1991

1.. Το κείμενο αποτελεί το πρώτο μέρος ενός υπό έκδοση ομότιτλου βιβλίου. Πρόκειται λοιπόν για μια ημιτελή "απόδειξη" (G.L.). Η μετάφραση έγινε από το περιοδικό Les Etudes philosophiques, τ. l, 1992. Όπου ήταν ευχερές, παραπέμπονται οι ελληνικές μεταφράσεις. Για τα ζητήματα που θίγονται στο άρθρο βλ. (με περαιτέρω βιβλιογραφία για την εξέλιξη της ταξικής πάλης και τις θεωρητικές επεξεργασίες στη Ρωσία μέχρι τη δεκαετία του '30) τα αφιερώματα των θέσεων, στα τεύχη 31 (1990) και 33 (1990) καθώς και Γ. Μηλιό, Ο Λένιν αντιμέτωπος με το ζήτημα της καπιταλιστικής ανάπτυξης (1893-1900), θέσεις, τ. 38, 1992, σ. 93 επ. (ΣτΜ).

2. Με την έννοια που ο Αλτουσέρ έγραφε το 1977: "Επιτέλους, ξέσπασε η κρίση του μαρξισμού" (Λ. Αλτουσέρ, Για την κρίση τον μαρξισμού, Αθήνα, εκδ. Αγώνας, 1980. σ. 25 επ.).

3. Ενδέκατη θέση για τον Feuerbach. Βλ. G. Labica, Karl Marx. Les Theses sur Feuerbach, Paris, PDF, 1987 (G.L.). Γι αυτή τη σύλληψη της μαρξιστικής παρέμβασης βλ. και την οξεία κριτική του Αλτουσέρ στο κείμενο "Sur la pensee marxiste" (Futur anterieur, Sur Allhusser. Passages, Paris 1993, σ. 19 επ.), όπου για την "ενδέκατη θέση" σημεκόνεται: "Τι κερδίζουμε από αυτή την περίεργη φράση εκτός από λίγη σύγχυση επιπλέον;" (σ. 21) (ΣτΜ).

4. Όπως το διατύπωσε θαυμάσια ο G. Bensussan, Crises du marxisme, in: G. Labica/G. Bensussan, Dictionnaire critique du marxisme, Paris, PDF, 2η εκδ. 1985.

5. Όπως το έδειξα σε άλλο σημείο (Le marxisme, orthodoxie et heterodoxie, pour un bilan critique, in: L'Univers philosophique, Paris, PUF, 1989. σ. 314).

6. Εννοείται η απόπειρα "αντιστοίχισης" της μαρξιστικής θεωρίας και στρατηγικής στην κατά βάση ρεφορμιστική πολιτική και συνδικαλιστική πρακτική του γερμανικού σοσιαλδημοκρατικού κόμματος: Βλ. Ε. Bernstein, Die Voraussetzungen des Sozialismus und die Autgaben der Sozialdemokratie, α' έκδ. 1899 (πολλές ανατυπώσεις της β' εκδ. του 1921) (ΣτΜ).

7. Κ. Kautsky, Bernstein und das sozialdemokratische Programm. Eine Antikritik. Stuttgart 1899, R. Luxemburg, Sozialretorm oder Revolution (1899), in: Gesammelte Werke, τ. l/l. Berlin (Ost) 1987, σ. 369 επ. καθώς και: Kautskys Buch wider Bernstein (1899), στο ίδιο, σ. 537 επ. (ΣτΜ).

8. Βλ. Ε. Μπαλιμπάρ. Τς. Λουπορίνι, Α. Τοζέλ. Η κριτική της πολιτική: στον Μαρξ, Αθήνα. Εκδ. Πολύτυπο. 1984.

9. Κ. Marx. F. Engels. Die Oeuische Ideologie (1845), MarxEngelsWerke, τ. 3, Berlin (Ost), σ. 35 (ΣτΜ).

10.. Για όλες αυτές τις έννοιες, και για πολλές από τις ακόλουθες, ας μου επιτραπεί να παραπέμψω στα αντίστοιχα λήμματα του Dictionnaire critique du marxisme, ό.π. (G.L). Στα ελληνικά έχουν μεταφρασθεί: Ε. Μπαλιμπάρ, Δικτατορία τον προλεταριάτου, θέσεις, τ. 26, 1989, σ. 45 επ., L. Marcou, Οι Διεθνείς τον εργατικού κινήματος, θέσεις, τ. 48, 1994, σ. 91 επ. (ΣτΜ).

11. "Ο Λουγκέ, τελευταίος προυντονικός και ο Λαφάργκ, τελευταίος μπακουνινικός! Να τους πάρει ο διάολος!" (γράμμα στον Ένγκελς. 11.11.1882).

12. Κ. Marx, F. Engels, Das Manifest der Kommunistischen Partei (1848), Marx Engels Werke, τ. 4. μέρος II και IV (σ. 474 επ., 492 επ.). Το απόσπασμα έχει ως εξής: "οι κομμουνιστές υποστηρίζουν παντού κάθε επαναστατική κίνηση ενάντια στις υπάρχουσες κοινωνικές και πολιτικές συνθήκες" σ. 493 (ΣτΜ).

13. Στο ίδιο. σ. 493 (ΣτΜ).

14.. Βλ. τα κείμενα των Μαρξ και Ένγκελς μετά το 1870 που δημοσιεύονται σε: Κ. Μαρξ. Για το κράτος, Εξάντας, Αθήνα 1989, σ. 65 επ., 312 επ. (ΣτΜ).

15. Πρόλογος των Μαρξ και Ένγκελς στη β' έκδοση του Μανιφέστου στα ρωσικά, (1882). Marx Engels Werke, τ. 19, σ. 296. Βλ. και Γ. Μηλιό Ο Λένιν.... όπ. π. σελ. 122 επ. («Παράρτημα: Οι Μαρξ Ένγκελς και οι ναρόντνικοι»). (ΣτΜ).

16. Βλ. τον τόμο: Sur les societes precapitalistes, Paris, CERM, ed. Sociales 1970.

17.. Die Bauerntrage in Frankreich und Deutschland (1894), Marx Engels Werke, τ. 22 (ΣτΜ).

18.. Die Agrarfrage (1898) (πολλές μεταγενέστερες ανατυπώσεις) (ΣτΜ).

19.. Apmximaciön a la historia del marxismo espanol Madrid. o Endymion, 1990. σ. 5859.

20.. JoseCarlos Mariategui (18941930), μαρξιστής που επικέντρωσε τη δράση του στην ανάλυση της κοινωνικής κατάστασης στο Περού, επισημαίνοντας την καθοριστική θέση των ίντιος της χώρας με μια ενδεχόμενη μετάβαση στο σοσιαλισμό (ΣτΜ).

21.. Με τη αξιοσημείωτη εξαίρεση εκείνων που αφορούν τον "ειρηνικό" δρόμο.

22.. Αυτή η περίοδος αντιστοιχεί στον τόμο 33 της γαλλικής έκδοσης των Απάντων, Paris Moscou, ed. Sociales 1963. Η αναφορά σελίδας χωρίς άλλη διευκρίνιση παραπέμπει σ' αυτόν τον τόμο. θα ανατρέξω επίσης στον τόμο 45. Correspondance 1920-1923, ίδια έκδοση 1970.

23.. La revolution inachevee, 19171967, ed. R. Laffont, Paris, 1967, σ. 48.

24.. ΝΕΠ: Σύντμηση του Νόβαγια Εκονομιτσέσκαγια Πολιτικά. Δηλώνει την πολιτική συμμαχίας εργατών αγροτών και "παραχωρήσεων" στο ιδιωτικό εμπόριο, την οποία ακολούθησαν οι μπολσεβίκοι από το 1921 ως το 1928. Η ΝΕΠ διαδέχθηκε τη "σκληρή γραμμή" και τον "κομμουνισμό του πολέμου" (την πρώτη μετεπαναστατική περίοδο). Η κρίση και η οριστική εγκατάλειψη της ΝΕΠ το 192930 οδηγεί στη "μεγάλη στροφή", με τη βίαιη κολλεκτιβοποίηση της καλλιεργήσιμης γης και τη συστηματική δίωξη των πραγματικών ή υποτιθέμενων αστών και κουλάκων (ΣτΜ).

25.. Ο όρος δηλώνει τους εμπόρους και επιχειρηματίες, οι οποίοι "πλούτισαν" στη διάρκεια της ΝΕΠ - κατά βάση με την ανοχή της σοβιετικής εξουσίας (ΣτΜ).

26.. Στις 4 Ιανουαρίου 1923. Βλ. Μ. Lewin. Le dernier combat de Lenine. Paris, ed. Minuit, 1978, κεφ. V και VI. Ελληνικά, Μ. Λεβίν Η τελευταία μάχη τον Λένιν, εκδ. «Παρουσία», Αθήνα 1983 (σ.τ.Μ.)

27.. Στο ίδιο, σ. 28.

28.. Σύντμηση του Σοβιέτ Ναρόντνι Κομισάροβ (Συμβούλιο Λαϊκών Επιτρόπων), το ελεγχόμενο από το κόμμα των μπολσεβίκων "Υπουργικό Συμβούλιο" της Ρωσίας που ιδρύεται κατά την Οκτωβριανή Επανάσταση και διατηρείται με την ονομασία αυτή ως το 1946 (ΣτΜ).

29.. Μ. Lewin, ό.π., σ. 127. 30. Στο ίδιο, σ.31.

31.. To Κεφάλαιο Τόμος τρίτος, κεφ.23, εκδ. Σύγχρονη Εποχή, Αθήνα 1978. σ. 488 επ.

32.. G. Labica, Rohespherre. une politique de la philosophie. Paris, PUF, 1990, σ. 22 επ.

33.. Μ. Lewin, ό.π., σ. 37.

34.. Ιδρύθηκε το 1921 ατή Βιέννη, από κεντριστικές ομάδες που είχαν αποσχισθεί από τη 2η Διεθνή, διάσπαση που θα τερματισθεί το 1923 (G.L). Βλ. πρόσφατα Α. Χατζηπαρασκευαΐδης, Σημειώσεις για την Ιστορία της 2 1/2 Διεθνούς, θέσεις, τ. 46, σ. 100 επ. (ΣτΜ).

35.. Η θέση του Κάουτσκυ θα αναπτυχθεί σε αρκετά έργα του από το Τρομοκρατία και κομμουνισμός (1921) μέχρι το Οι μπολσεβίκοι σε αδιέξοδο (1930).

36.. Αναφέρεται από τον G. Walter, Lenine, Paris, ed. Juillard, 1950, σ. 448.

37.. A. Πάνεκουκ, Ο Λένιν σαν φιλόσοφος, Αθήνα 1981, σ. 29. Ο Πάνεκουκ διευκρινίζει: "Αυτή η κρατική γραφειοκρατία, που αποτελεί τη νέα κυρίαρχη τάξη, έχει στην άμεση διάθεση της το προϊόν, συνεπώς και την υπεραξία, ενώ οι εργάτες παίρνουν μόνο μισθούς και αποτελούν μιαν εκμεταλλευόμενη τάξη" (σ. 149) (ΣτΜ).

38.. Στο ίδιο, σ. 143.

39.. Paris, ed. Gallimard, 1963, σ. 208.

40.. Grammaire des civilisations, Paris, Arthaud Flammarion, 1987, σ. 581.

41.. Les luttes de classes en URSS, t.I, II, Illa και IIIb, Paris, ed. Seuil - Maspero 19741983 Ελληνικά, «Η πάλη των τάξεων στην ΕΣΣΔ», Ράππας, Αθήνα (τ. Ι, II). (ΣτΜ).

42.. Die Alternative. Zur Kritik des realexistierenden Sozialismus (1977), Rohwolt, Reinbek b. Hamburg 1980, σ. 70 επ. (ΣτΜ).

 
< Προηγ.   Επόμ. >
Θέσεις, τριμηνιαία επιθεώρηση, 37ο έτος (1982-2019), εκδόσεις Νήσος, (Σαρρή 14, 10553, Αθήνα, τηλ-fax: 210-3250058)
Το περιεχόμενο διατίθεται ελεύθερα για μη εμπορικούς σκοπούς, υπό τον όρο της παραπομπής στην αρχική του πηγή