Editorial Εκτύπωση
Τεύχος 49, περίοδος: Οκτώβριος - Δεκέμβριος 1994


Η παγίωση των κοινωνικών συσχετισμών

(και η ένταση του πολιτικού ανταγωνισμού)

Καθεστώτα...

Μια νέα πολιτική ορολογία ανεδύθη προσφάτως στην ελληνική πολιτική (και συνταγματική) σκέψη: η έννοια του "καθεστώτος", ως όρου κλειδί που αποδίδει απορριπτικά τις πολιτικές διεργασίες που συντελούνται στο εσωτερικό μιας χώρας και ανάγονται σε εκφάνσεις της "λαϊκής κυριαρχίας". Με την παραπάνω έννοια, η κυρίαρχη πολιτική ιδεολογία ενστερνίζεται ορισμένα σημεία της πολιτικής σκέψης που έλκει την καταγωγή της από τον "ολοκληρωτικό" μαρξισμό. Έτσι, για παράδειγμα, αποβάλλονται εν μια νυκτί από το εθνικό σώμα ιδεολογίες με ιστορική παράδοση και θαυμαστή αντοχή στον χρόνο, όπως το περί "ελευθέρων εκλογών" δόγμα της σύγχρονης φιλελεύθερης σκέψης, το οποίο - για ευνόητους λόγους - εδέχετο τα πυρά και βρέθηκε στο στόχαστρο των κομμουνιστογενών ιδεοληψιών. Αυτή η αθόρυβη επάνοδος των κομμουνιστικών ιδεών στο πολιτικό προσκήνιο, συνδέεται βέβαια με τα πρόσφατα συμβάντα στην Αλβανία (γι' αυτό και προς το παρόν εμφανίζεται μόνο στο φραστικό σύμπλεγμα "το καθεστώς Μπερίσα"), αλλά δεν φαίνεται απίθανο (λόγω της ιδιαίτερης απήχησης που είχε αυτή η κριτική του κοινοβουλευτισμού) να υιοθετηθεί και σε άλλες περιπτώσεις, όπως για παράδειγμα "το καθεστώς Κλίντον" ή "το καθεστώς Παπανδρέου". Οπότε ανοίγει βεβαίως ο δρόμος για μια γενικότερη αμφισβήτηση του πολιτικού συστήματος και των πολιτικών συσχετισμών που διαμορφώνονται στο αστικό καθεστώς, με απρόβλεπτες συνέπειες για τις κοινωνικές ισορροπίες της εποχής μας. Μια μικρή και "ανώδυνη" φράση, μπορεί τελικά να πυροδοτήσει εξελίξεις που ενδέχεται να προσλάβουν τις διαστάσεις χιονοστιβάδας...

Παραινέσεις...

Είναι πλέον πρόδηλο ότι η "Ελλάς" υφίσταται μια γενικευμένη επίθεση από όλα τα μέτωπα που μπορεί να διανοηθεί κανείς, με εξαίρεση ίσως τις από νότο θάλασσες λόγιο της εξαιρετικής αμυντικής θωράκισης του εθνικού θαλάσσιου χώρου. Από συστάσεως του "κράτους χωρίς όνομα" προκλητικός εμφανίζεται ο Γκλιγκόροφ διεκδικώντας από την Ελλάδα το αναφαίρετο ελληνικό δικαίωμα να ορίζει το όνομα του ψευδοκράτους του. Προκλητικά αποφάσισε να συμπεριφερθεί το "καθεστώς Μπερίσα" (βλέπε και πιο πάνω), καταδικάζοντας με την καθοδηγούμενη "δικαιοσύνη" του αθώους μειονοτικούς που το μόνο έγκλημα τους ήταν να ζητήσουν "αυτονομία" για τη "Βόρεια Ήπειρο". Μονίμως προκλητικά συμπεριφέρεται η Τουρκία που αμφισβητεί το αναφαίρετο δικαίωμα της Ελλάδας να επεκτείνει τα χωρικά της ύδατα στα 12 μίλια και να διαθέτει (ιστορικά, ως λέγεται) την ελευθερία προσδιορισμού του εθνικού εναέριου χώρου σε ακτίνα διαφορετική από εκείνη των χωρικών υδάτων (10 αντί 6 μίλια). Εμφανίζεται όμως το αξιοπερίεργο να μην έχει ακόμη εγείρει αξιώσεις η Βουλγαρία, η οποία με ενδεχόμενες προκλήσεις θα συντελούσε στον ερμητικό αποκλεισμό του ελλαδικού χώρου από το ετερόκλητο ανθελληνικό τόξο. Οπότε τίθεται το ερώτημα: Μήπως η βουλγαρική διαφοροποίηση συνιστά μια ιδιότυπη πρόκληση, επειδή καλλιεργεί στους Έλληνες την αυταπάτη ότι δεν είναι ολοκληρωτικά αποκλεισμένοι: Ιδού ένα ζήτημα που οφείλει να απασχολήσει το γρηγορούν ελληνικό πνεύμα!

Συσχετισμοί

Διάχυτη ήταν η ευφορία των περί τα πολιτικά πράγματα καταστροφολογούντων μετά τις Ευρωεκλογές του Ιουνίου, οπότε φάνηκε να δέχεται σημαντική (κατ' αυτούς) ώθηση το πάγιο όνειρο τους περί αναδιάταξης του πολιτικού σκηνικού και τερματισμού του πολιτικού διπολισμού στην κεντρική πολιτική σκηνή. Το όνειρο αυτό δεν σκιάστηκε ούτε κατά το ελάχιστο από το γεγονός ότι η διασπορά των ψήφων έγινε εν μέρει προς τον ακροδεξιό εθνικιστικό "κέντρισμα" του Α. Σαμαρά, ή προς αλλοπρόσαλλες κατευθύνσεις που φανερώνουν την παντελή άρνηση της πολιτικής.

Και ενώ η φυσιολογική εξέλιξη μετά από μια τέτοια σημαντική ανακατάταξη θα ήταν πολιτικές μετατοπίσεις και κομματικές αναδιαρθρώσεις μικρότερου ή μεγαλύτερου, σε κάθε περίπτωση όμως αισθητού μεγέθους, συνέβη ακριβώς το αντίθετο. Οι "νικητές" των εκλογών χάθηκαν από το προσκήνιο: Ο Α. Σαμαράς αγωνίζεται να βρει τρόπους για να πραγματώσει το όνειρο της πολυσυλλεκτικότητας, ο Συνασπισμός να διατηρηθεί στον αφρό και το ΚΚΕ να επιβιώσει σε έναν κόσμο που δεν κατανοεί, αλλά ούτε καταβάλλει προσπάθειες να τον αναλύσει. Οι "ηττημένοι", και πρώτο απ' όλους το ΠΑΣΟΚ, συνεχίζουν αταλάντευτα την ίδια πορεία στην κρατική διαχείριση εμπεδώνοντας τις κατευθύνσεις που υποτίθεται ότι τους έφεραν τη λαϊκή αποδοκιμασία. Μάλιστα, η δημοσκόπηση της ICAP που πραγματοποιήθηκε τον Ιούλιο πανελλαδικά, - δείχνει ορισμένες αξιοσημείωτες μεταστροφές του εκλογικού σώματος, που φαίνεται να αντιστρατεύονται ανοιχτά τις τάσεις του εκλογών του Ιουνίου: σε περίοδο χωρίς εκλογές εν όψει, το ΠΑΣΟΚ ανακάμπτει στο 39% (πάνω «από το εκλογικό αποτέλεσμα του), η ΝΔ παραμένει στο 32%, ο Α. Σαμαράς στο 7% και τα δυο κόμματα ΣΥΝ και ΚΚΕ περί το 34%, ενώ οι αναποφάσιστοι περιορίζονται στο 10% περίπου. Τι συνέβη άραγε με την απελευθέρωση των Ελλήνων από τον πολυθρύλητο δικομματισμό; Γιατί επέστρεψαν στη στάνη; Η "ωριμότητα" της ψήφου που πήγε στους κυνηγούς και άλλους εξωτικούς υποψήφιους χάθηκε μέσα σε τόσο λίγο διάστημα; Η απάντηση στα ερωτήματα αυτά βρίσκεται αν ανιχνευθούν οι κοινωνικοί συσχετισμοί και οι πολιτικές και ιδεολογικές προεκτάσεις τους.

α) Η επίθεση του κεφαλαίου, που έχει διέλθει διαδοχικές φάσεις μετά τη λιτότητα του 1985 για να κορυφωθεί στην ολομέτωπη νεοφιλελεύθερη επίθεση της νεοδημοκρατικής τετραετίας, έχει φέρει αποτελέσματα με τη διαμόρφωση μετατοπισμένων κέντρων βάρους υπέρ του κεφαλαίου στους κοινωνικούς συσχετισμούς και συντηρητικές μετατοπίσεις στην πολιτική της κρατικής διαχείρισης.

β) Η κυβερνητική αλλαγή του 1993 δεν συνιστά ριζική τομή στην κρατική πολιτική, αλλά μάλλον διορθωτική παρέμβαση που τείνει να εξαλείψει τις "υπερβολές" και "ακρότητες" της νεοφιλελεύθερης περιόδου.

γ) Οι κοινωνικές αντιστάσεις στη νεοφιλελεύθερη πολιτική έχουν αποδυναμωθεί και διέρχονται μια περίοδο υπόγειων ανιχνεύσεων των σημείων αδυναμίας που εμφανίζει το πλέγμα των κυρίαρχων πολιτικών, διότι αδυνατούν να αρθρωθούν στο πεδίο άσκησης της κρατικής πολιτικής και παρέμβασης των κυρίαρχων διαχειριστικών ιδεολογιών.

Συνολικά, θα μπορούσε να διατυπωθεί η φαινομενικά παράδοξη θέση, ότι την περίοδο που το πολιτικό σκηνικό φάνηκε να αναδιατάσσεται προς το ρευστότερο (ή έστω πριμοδοτήθηκε αυτή η εικόνα), οι κοινωνικοί συσχετισμοί παγιώθηκαν σε ισορροπίες που εξωτερικεύουν καθημερινά την ηγεμονία το κεφαλαίου γύρω από τους άξονες της πολιτικής εκκαθάρισης ως διεξόδου από την κρίση. Μένει βεβαίως να ερμηνευθεί το γεγονός ότι η εμπέδωση αυτή των συσχετισμών φέρει το πρόσημο ενός ήπιου ("σοσιαλδημοκρατικού", ό,τι και αν σημαίνει αυτό σήμερα) νεοφιλελευθερισμού, που διαρκώς απομακρύνεται από κάποιο υποτιθέμενο "φιλολαϊκό προσανατολισμό" της διαχείρισης.

Μια πρώτη γενική διαπίστωση θα υπογράμμιζε το γεγονός ότι η μετωπική νεοφιλελεύθερη επίθεση όξυνε αντιφάσεις και πριμοδότησε συσπειρώσεις αντίστασης ετερόκλητων κοινωνικών κατηγοριών, τις οποίες στη συνέχεια δεν κατόρθωσε να διαχειριστεί πολιτικά, θα μπορούσε ακόμη να υποστηριχθεί ότι η ιστορική πορεία και η διαχειριστική πρακτική του ΠΑΣΟΚ δείχνουν ότι μπορεί να ενσωματώσει αντιστάσεις και να διαχειριστεί τη διαμόρφωση λαϊκών ιδεολογιών που θα εναρμονίζονται αποτελεσματικότερα με τα ιδεολογικά ίχνη των κοινωνικών συσχετισμών, οργανώνοντας αποτελεσματικά τη συναίνεση των κυριαρχούμενων τάξεων. Μένει να δούμε στη συνέχεια αν πληρούνται σήμερα οι προϋποθέσεις για την ευέλικτη πολιτική διαχείριση αυτής της επίπονης διαδικασίας προσαρμογής.

Πολιτικοί ακροβατισμοί

Αν παρά τις εντυπώσεις που δημιουργήθηκαν από τις μετατοπίσεις των Ευρωεκλογών του Ιουνίου, η πολιτική καθημερινότητα έδειξε την παγίωση των κοινωνικών συσχετισμών γύρω από τις ισορροπίες που σταδιακά εμπεδώθηκαν την τελευταία δεκαετία, δεν συμβαίνει το ίδιο και με την αμείωτη κινητικότητα των πολιτικών αντιπαραθέσεων στο κυβερνητικό στρατόπεδο, αλλά και στους αντιπολιτευτικούς χώρους. Μάλιστα, ο πολιτικός ανταγωνισμός φάνηκε να τροφοδοτείται σημαντικά στην πορεία προς τις δημοτικές εκλογές, με αποχρώσεις που εμφανίζουν σοβαρές ιδιομορφίες: ενώ παραδοσιακά οι δημοτικές εκλογές προσφέρονται για την ενίσχυση του τοπικού παραγοντισμού και για διαγκωνισμούς μεταξύ τοπικών και περιφερειακών μεσαίων στελεχών στην πορεία τους προς την κομματική και πολιτική ανέλιξη, οι διαστάσεις που προσέλαβαν οι διενέξεις αυτή τη φορά υποδεικνύουν ότι λαμβάνει χώρα και κάποια άλλη διαφορετικής ποιότητας διαμάχη, τα χαρακτηριστικά της οποίας συνδέονται με την κεντρική πολιτική σκηνή και μπορούν να ανιχνευθούν από τα επιφαινόμενα των τοπικών "κρίσεων".

Η επιφάνεια των διενέξεων δείχνει μια διαμάχη τοπικού και κεντρικού μηχανισμού των κομμάτων, στις περιπτώσεις που ο τελευταίος επιχειρεί να επιβάλλει κάποιες κεντρικές πολιτικές επιλογές αμφισβητούμενες στο τοπικό επίπεδο. Ο ιδιαίτερα σημαντικός αριθμός των διπλών υποψηφίων, και η εξώθηση της διένεξης στα άκρα στον Πειραιά, υποδηλώνουν ότι η πολιτική παράμετρος της σύγκρουσης είναι ιδιαίτερα σημαντική. Όταν μάλιστα το επίκεντρο της διαμάχης εντοπίζεται στον κυβερνητικό χώρο, τότε οφείλουμε να συμπεράνουμε ότι στα κίνητρα που εξωθούν στις συγκρούσεις δεσπόζουσα θέση κατέχουν πολιτικά ζητήματα που - έστω και περιφερειακά - άπτονται της κρατικής διαχείρισης.

Θα αντιτείνει βεβαίως κανείς ότι μεγάλο μέρος των συγκρούσεων συνδέεται με τη διαμάχη των στελεχών της πρώτης γραμμής για τον έλεγχο των εξελίξεων στην μετά τον Α. Παπανδρέου περίοδο, που φαίνεται να πλησιάζει με τις προεδρικές εκλογές του 1995. Αν αυτή η εκδοχή μπορεί να εξηγήσει ένα μέρος των διαγκωνισμών και των συγκρούσεων των κορυφαίων στελεχών, εντούτοις δεν ερμηνεύει συστηματικές τάσεις που διακρίνουν αυτά τα φαινόμενα. Μερικά ερωτήματα μπορούν να συμβάλουν στην αποσαφήνιση της κατάστασης:

Γιατί στην πλειοψηφία των περιπτώσεων όπου παρατηρείται διαφωνία, αυτή ενδύεται τη μορφή σύγκρουσης κεντρικού και περιφερειακού κομματικού μηχανισμού, και όχι διαφορετικών φατριών των τοπικών μηχανισμών;

Γιατί ο κεντρικός μηχανισμός έχει δημιουργήσει ένα ακόμη σημείο τριβής με τις τοπικές κομματικές οργανώσεις, εμμένοντας στην υποστήριξη στελεχών του (ανύπαρκτου ουσιαστικά) Συνασπισμού;

Ποιοι λόγοι συντείνουν στην υποβάθμιση της πολιτικής σε αυτές τις δημοτικές εκλογές και στην προβολή του αμιγώς διαχειριστικού χαρακτήρα της τοπικής αυτοδιοίκησης, σε αντίθεση με την "πολιτική" παράδοση των αναμετρήσεων την τελευταία εικοσαετία;

Τα φαινόμενα που αναφέραμε υποδηλώνουν κατ' αρχάς μια σχετική ρευστότητα στο επίπεδο οργάνωσης της συναίνεσης, αρχικά μέσα στην οργανωμένη βάση του ΠΑΣΟΚ και στη συνέχεια σε ευρύτερους κοινωνικούς χώρους. Είναι πλέον ορατό ότι οι σημερινές πολιτικές επιλογές δεν είναι απόλυτα αδιαμφισβήτητες, ή μάλλον ότι δεν έχει ακόμη βρεθεί ο πολιτικός άξονας γύρω από τον οποίο θα μπορέσει να οργανωθεί μια μακρά περίοδος ευσταθών πολιτικών ισορροπιών. Πρόκειται για περίοδο μεταβατική: το αδιέξοδο οδήγησε στην ανάγκη τροποποίησης του νεοφιλελεύθερου πλαισίου, αλλά η μορφή του νέου άξονα, του "ήπιου νεοφιλελευθερισμού, δεν έχει ακόμη επαρκώς προσδιοριστεί. Αυτός ο αρνητικός καθορισμός της νέας συγκυρίας δίνει τη δυνατότητα να αναλυθεί η ακόλουθη αντίφαση που συνδέεται με το ερώτημα: πώς είναι δυνατό να διατείνεται κανείς αφενός ότι οι κοινωνικοί συσχετισμοί παγιώνονται σε μια ήπια νεοφιλελεύθερη βάση, και να υποστηρίζει αφετέρου ότι η οργάνωση της συναίνεσης σημαδεύεται από στοιχεία ρευστότητας, ότι δηλαδή οι δεσμοί εκπροσώπησης δεν είναι εξίσου συμπαγείς; Η ανάδυση αυτής της αντίφασης συνδέεται με την ιστορική παράδοση του ΠΑΣΟΚ (των σοσιαλδημοκρατικών κομμάτων γενικότερα), και με τις σημαντικές μετατοπίσεις των πολιτικών συντεταγμένων τους μέσα στην κρίση και τη διαδικασία καπιταλιστικής αναδιάρθρωσης.

Η παγίωση των κοινωνικών συσχετισμών συνδέεται με την αδιαμφισβήτητη υπεροπλία του κεφαλαίου και του κοινωνικού μπλοκ εξουσίας, την απουσία εναλλακτικής στρατηγικής και πολιτικής κοινωνικών συμμαχιών που να αμφισβητεί τα κοινωνικά δεδομένα, την κυριαρχία των νεοφιλελεύθερων ιδεολογιών και την ενσωμάτωση τους στις καθημερινές κοινωνικές πρακτικές των ιδεολογικών μηχανισμών του κράτους. Από την άλλη πλευρά, το γεγονός ότι η παγίωση αυτών των συσχετισμών συντελείται και με την κρατική διαχείριση του ΠΑΣΟΚ, δεν στερείται (άδηλων, έστω, προς το παρόν) επιπτώσεων στα παραδοσιακά κοινωνικά στηρίγματα του κυβερνητικού κόμματος. Η προοπτική της ανεργίας σε μόνιμη βάση, η συμπίεση των εισοδημάτων, η αναδιάρθρωση των εργασιακών σχέσεων με αιχμή του δόρατος τις ιδιωτικοποιήσεις, αποτελούν εξαιρετικά ολισθηρό έδαφος που δύσκολα συνδυάζεται με την ιστορική παράδοση και τις κοινωνικές αναφορές του κυβερνητικού κόμματος. Η επιτυχία στους νεοφιλελεύθερους "δείκτες" αποτελεσματικής διαχείρισης των δημόσιων οικονομικών δεν αποτελεί κατ' ανάγκη διαβατήριο για κυβερνητική μακροβιότητα, όπως άλλωστε έχει δείξει και η εμπειρία σοσιαλιστικών κυβερνήσεων σε άλλες ευρωπαϊκές χώρες. Απαιτείται και πολιτική ενσωμάτωσης των κοινωνικών αντιστάσεων, διαχείρισης της κοινωνικής αντίφασης με "παραγωγικό" τρόπο: Εδώ ακριβώς είναι που παρατηρούνται σημαντικές ανακολουθίες και υστερήσεις.

Οι δεσμοί εκπροσώπησης μεταξύ κρατικής διαχείρισης και κοινωνικών στηριγμάτων του ΠΑΣΟΚ είναι ήδη χαλαροί (και μια ένδειξη σχετικά είχαμε στις εκλογές του Ιουνίου), γεγονός που επιτρέπει την αναψηλάφηση τους και την επιδίωξη νέων σημείων σύνδεσης, επαφής και εκπροσώπησης. Είναι προφανές ότι στην προσπάθεια αυτή δεν ακούγονται πολλές φωνές που να εμμένουν στην ιστορική παράδοση του ΠΑΣΟΚ, επειδή ακριβώς το σημερινό ηγεμονικό ρεύμα του κόμματος αυτού πατάει περισσότερο από κάθε άλλη φορά πάνω στο έδαφος του κοινωνικού ρεαλισμού. Σήμερα επιχειρείται από τις διάφορες τάσεις του ΠΑΣΟΚ ένας επαναπροσδιορισμός του κοινοτικού και πολιτικού στίγματος τους στο πλαίσιο ενός ήπιου νεοφιλελεύθερου προτύπου, όπου στο ένα άκρο υπάρχουν νεωτεριστικές εξάρσεις που τείνουν να αποκαταστήσουν δεσμούς με εντελώς διαφορετικά κοινωνικά στηρίγματα (σε ρήξη με την παράδοση του χώρου), και στο άλλο άκρο επιχειρείται με υποχωρήσεις και συμβιβασμούς να προσδοθεί ένα περισσότερο παραδοσιακό πρόσωπο στην εικόνα του διαχειριστικού έργου, προκειμένου να καταγραφεί η σχέση εκπροσώπησης με τα παραδοσιακά κοινωνικά στηρίγματα. Οι τάσεις αυτές δοκιμάζονται στο απολίτικο έδαφος των δημοτικών εκλογών, κάπως σαν μια μαζική δημοσκόπηση με τεράστιων διαστάσεων δείγμα.

Στον αγώνα αυτό επιστρατεύονται τα τοπικά κομματικά στελέχη, τροφοδοτούνται οι τοπικές συγκρούσεις, ενώ σε κεντρικό επίπεδο η "συμμαχία" με τον ανύπαρκτο Συνασπισμό, κοινός παρονομαστής των περισσότερων τάσεων, βοηθάει να εικονογραφηθεί το μήνυμα επαγγελίας του "εκσυγχρονισμού". Αυτό και μόνο δίνει μια εικόνα της συντηρητικής μετατόπισης των πολιτικών ιδεολογιών.

Και οι δυο εκφάνσεις - παγίωση των συσχετισμών, γενίκευση της πολιτικής διαμάχης - εικονογραφούν ανάγλυφα τις δυνατότητες και τους περιορισμούς του κυριαρχούντος εκσυγχρονιστικού ρεύματος στο ΠΑΣΟΚ. Σε άλλη συγκυρία η ένταση ανάμεσα σε αυτές τις εκφάνσεις των κοινωνικών και πολιτικών δεδομένων, θα τροφοδοτούσε την πολιτική ρευστότητα στην κεντρική σκηνή. Σήμερα όμως, συμπίπτει με τη σοβαρότατη κρίση πολιτικών προσανατολισμών και ταυτότητας που διέρχεται και η ΝΔ.

Αν η διαμάχη στο ΠΑΣΟΚ έχει ως επίδικο αντικείμενο τη μορφή κρατικής διαχείρισης, τους δεσμούς εκπροσώπησης και τον τρόπο οργάνωσης της συναίνεσης γύρω από τις εξαιρετικά συμπαγείς και προκαθορισμένες κατευθύνσεις της κρατικής πολιτικής, η σύγκρουση που λαμβάνει χώρα στη ΝΔ είναι εντελώς άλλης φύσης. Πρόκειται για καταστροφικό πόλεμο μέχρις εσχάτων, χαρακτηριστικό σχηματισμών που βρίσκονται σε καθοδική πορεία και εισπράττουν τα παρεπόμενα της ήττας. Η διαρκής αμφισβήτηση της ηγεσίας, η αδυναμία επεξεργασίας μιας τακτικής που θα απαντά στις πρόδηλες αδυναμίες χειρισμών του ΠΑΣΟΚ (στο ζήτημα των σκανδάλων της ΝΔ και της διαφαινόμενης επανάληψης της φάρσας του Ειδικού Δικαστηρίου), η διαρκής ταλάντωση από ρεαλιστικές προς εθνικιστικές θέσεις στην εξωτερική πολιτική, και κυρίως η αδυναμία πολιτικής διαφοροποίησης σε καίριες πολιτικές επιλογές του ΠΑΣΟΚ, αντανακλώνται σε διαρκή φατριασμό και καταστροφικές ισορροπίες στη ΝΔ, συγκρινόμενες με τις οποίες οι διαμάχες στο ΠΑΣΟΚ αποτελούν φιλικούς εναγκαλισμούς. Αν μάλιστα ληφθεί υπόψη ότι η πρόσφατη σύγκρουση "εκδοτών" στον "Ελεύθερο Τύπο", που αλληλοκατηγορούνται ως εκπρόσωποι κλάδων της local mafia, έφερε στην επιφάνεια κατηγορίες για χρηματισμούς, συμμετοχή σε ληστείες, εμπόριο ναρκωτικών και άλλα συναφή, τότε αντιλαμβάνεται κανείς ότι πρόκειται για διαμάχη εντελώς άλλης ποιότητας, που δεν στερείται ανεκδοτολογικού ενδιαφέροντος και συνεπώς μπορεί να παραμένει ως ιστορικό αξιοπερίεργο με απρόβλεπτες προεκτάσεις στο μέλλον.

Η πολιτική δεν αποτελεί λοιπόν τη δεσπόζουσα πλευρά των κοινωνικών συσχετισμών. Η οικονομία και τα "πάθη" της βρίσκονται στο επίκεντρο των κοινωνικών ιδεολογιών.

Η προς το μέλλον διαρκώς διολισθαίνουσα ανάπτυξη...

Είχε αναγγελθεί επανειλημμένα, προεκλογικά και μετεκλογικά, ότι βασικός άξονας της κυβερνητικής πολιτικής θα ήταν ένα πακέτο σταθεροποίησης και ανάπτυξης, προκειμένου να επιτευχθεί ο συνδυασμός δημοσιονομικής εξυγίανσης και κοινωνικής πολιτικής. Από τις σημερινές εξαγγελίες μπορεί άνετα να συμπεράνει κανείς ότι το εξαγγελθέν χώλαινε κατά το ένα σκέλος, μόνιμο φαινόμενο των τελευταίων χρόνων: "Μέσα σε λιγότερο από έναν χρόνο έχουμε πετύχει να αντιστρέψουμε τις τάσεις αποδιάρθρωσης που χαρακτήριζαν την οικονομία που παραλάβαμε. Το παιχνίδι κερδήθηκε και η εμπιστοσύνη έχει αποκατασταθεί. Οι συνθήκες για μια πιο έντονη αναπτυξιακή πολιτική είναι πλέον ώριμες, και είμαστε αποφασισμένοι να περάσουμε σε πολιτικές που θα ενισχύσουν την παραγωγή, θα δημιουργήσουν θέσεις απασχόλησης και θα ξεκολλήσουν την οικονομία από την στασιμότητα των τελευταίων χρόνων... Η πολιτική μας για τη μείωση των δημοσιονομικών ανισορροπιών και την καταπολέμηση του πληθωρισμού θα αποτελέσει για μακρό διάστημα στόχο πρώτης προτεραιότητας για την κυβέρνηση." (Α. Παπανδρέου στη Θεσσαλονίκη, Βήμα 11.9.94).

Βλέπουμε στα παραπάνω την εμμονή σε ιδεοληψίες που συνιστούν το πάγιο σημείο αγκίστρωσης της σοσιαλδημοκρατικής πολιτικής πρακτικής στις συντηρητικές επιλογές των περιοριστικό πολιτικών: την αυστηρή δημοσιονομική πολιτική. Παρά τις φραστικές παραλλαγές με τις οποίες εμφανίζεται η επιλογή αυτή, η "υπεύθυνη" διατύπωση του κυβερνητικού ΠΑΣΟΚ επαναφέρει το πολιτικό κλήμα που αναπαράγει τις εκκαθαριστικές πολιτικές ως διέξοδο από την κρίση. Αλλά η σημερινή παραδοχή δεν τίθεται με τους ίδιους όρους που κυριαρχούσαν το 1985, την εποχή που εγκαινιάστηκε η επίσημη προσχώρηση στην πολιτική λιτότητας. Τότε επικρατούσε η αντίληψη ότι η πολιτική στροφή αποτελούσε σύντομο διάλειμμα σε μια πορεία παρεμβατικής παρουσίας του δημόσιου τομέα, που ανακτώντας την "ισορροπία" του θα μπορούσε να κινήσει εκ νέου το μοχλό των δημοσίων επενδύσεων ως μέσο άσκησης σοσιαλδημοκρατικής πολιτικής και οδηγό των ιδιωτικών επενδύσεων.

Η "αυταπάτη" αυτή έχει σήμερα εγκαταληφθεί οριστικά και αμετάκλητα, με αποτέλεσμα να προκύπτει και ένα δεύτερο σημείο αγκίστρωσης των σοσιαλδημοκρατικών πολιτικών στο άρμα της εκκαθαριστικής πολιτικής: στους στόχους που έχει προδιαγράψει η κυβέρνηση για τη θητεία της, ο Α. Παπανδρέου αναφέρει σε δεύτερη θέση μετά την υποστήριξη του βιωτικού επιπέδου των εργαζομένων και την αντιμετώπιση της ανεργίας, την "αποτροπή της αποβιομηχάνισης, την αποδοτική λειτουργία των επιχειρήσεων του ιδιωτικού τομέα και την αύξηση τ(»ν επενδύσεων" (Νέα, 10.9.94), χωρίς την παραμικρή αναφορά σε κρατικό ρόλο. Η ιδιωτικοποίηση είναι πλέον ο μοχλός της αναπτυξιακής διαδικασίας, ενώ το κράτος περιορίζεται στο ρόλο του "ισορροπημένου" διαιτητή εκ του μακρόθεν. Η πολιτική του "λιγότερου κράτους" αποτελεί, όπως θα δούμε στη συνέχεια, το εφαλτήριο για την αποσύνδεση του δίπολου σταθεροποίηση ανάπτυξη, με μετατόπιση των ισορροπιών από το δεύτερο στο πρώτο.

. ..και η πραγματικότητα των ιδιωτικοποιήσεων

Ενδεικτική περίπτωση αυτού του νέου κοινωνικού ρεαλισμού της σοσιαλδημοκρατικής διαχείρισης, είναι η περίπτωση του αναπληρωτή υπουργού Βιομηχανίας, που αυτοπροσδιορίζεται ως υπουργός των ιδιωτικοποιήσεων από το ενδιαφέρον του για την προστασία των θέσεων εργασίας: "Με τη μεγαλύτερη δυνατή ευαισθησία στους εργαζόμενους και τους ανέργους, στην ανάγκη διάσωσης θέσεων εργασίας, είναι ανάγκη να προχωρήσουμε με γρήγορα και αποφασιστικά βήματα... Αν δεν πάρουμε μέτρα αποτροπής της κατηφορικής πορείας και διάσωσης, όπου είναι δυνατό, του παραγωγικού δυναμικού, θα την πληρώσουν άλλωστε χιλιάδες άνθρωποι που θα χάσουν την εργασία τους...[το ναυπηγείο του Νεώριου Σύρου] ή το διασώζουμε την ύστατη ώρα ή το χάνουμε δια παντός και μαζί χάνουμε εκατοντάδες θέσεις εργασίας" (Χ. Ροκόφυλλος, Βήμα, 14.8.94). Βλέπουμε λοιπόν ότι η παραδοσιακή σοσιαλδημοκρατική επιταγή φιλεργατικής διαχείρισης του κοινωνικού δικαιώματος στην εργασία, γίνεται ο μοχλός για την ανατροπή των εργασιακών σχέσεων σε κλάδους των κρατικών επιχειρήσεων, και μάλιστα εμφανίζεται ως η φυσική τάξη πραγμάτων, διότι "αυτό είναι το πνεύμα αντιμετώπισης όλων των επιχειρήσεων, που η φύση τους είναι να ανήκουν στον ιδιωτικό τομέα και υπό κάποιες συνθήκες βρέθηκαν στο δημόσιο" (στο ίδιο). Ο M. Freedman το είχε διατυπώσει σαφέστερα στο μνημειώδες εκλαϊκευτικό έργο του "Free to Choose", ως δικαίωμα του ανέργου να επιλέξει την εργασία με "ελεύθερο ημερομίσθιο" αντί της ανεργίας (κατάργηση του κατώτατου μισθού). Αυτό το ενδιαφέρον του υπουργού για την αποτροπή της αποβιομηχάνισης και αποφυγή της ανεργίας, γιατί θα πρέπει άραγε να σταματήσει μπροστά σε αυτούς τους παρωχημένους φραγμούς;

Ξεχάστηκαν λοιπόν όλες οι πάγιες συντεταγμένες της σοσιαλδημοκρατικής παράδοσης που όριζαν ακριβώς το αντίθετο, την ανάγκη δηλαδή ύπαρξης του κρατικού παρεμβατισμού προκειμένου να δίνονται ωθήσεις στις καπιταλιστικές επιχειρήσεις και να επιχειρούνται διορθώσεις στην αναρχία της αγοράς; Ο κ. υπουργός έχει αντίθετη γνώμη: "Κάποιοι προσπαθούν να σε κολλήσουν στον τοίχο της ασυνέπειας. Νομίζω όμως ότι παρελθοντολογούν και γι' αυτό ματαιοπονούν. Εκείνο που μετράει είναι αν οι λύσεις που κάθε φορά δίνονται είναι οι καλύτερες δυνατές και όχι αν παρουσιάζουν κάποια απόκλιση σε σχέση με διακηρύξεις του παρελθόντος..." (στο ίδιο). Και κατ' αυτό τον τρόπο λύνεται και το ζήτημα του ιδεολογικού στίγματος των πολιτικών επιλογών. Ο Μ. Freedman είναι πράγματι πολύ κοντά!

Χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι επίσης η περίπτωση της Ολυμπιακής Αεροπορίας, η εξυγίανση της οποίας αποτελεί αντικείμενο του σχεδίου νόμου που έγινε πρόσφατα γνωστό (Νέα, 10,13.9.94). Το νομοσχέδιο αναφέρεται σε μέτρα αναδιάρθρωσης της εταιρίας, με αιχμή τις εργασιακές σχέσεις του προσωπικού της. Μεταξύ άλλων προβλέπονταν (τουλάχιστον στην πρώτη εκδοχή του που δόθηκε στη δημοσιότητα τον Σεπτέμβριο, για να αποσυρθεί(;) στη συνέχεια από τον νέο υπουργό θ. Τσούρα) η κατάργηση των συλλογικών συμβάσεων και των πρακτικών των συμφωνιών διοίκησης/εργαζομένων που είχαν συναφθεί εδώ και χρόνια, με στόχο να μεταβληθούν ριζικά οι εργασιακές σχέσεις στην επιχείρηση. Οπότε αποκομίζει κανείς από την προκείμενη απόπειρα "εξυγίανσης" την εικόνα, ότι η Ολυμπιακή είναι μια εταιρία που τουλάχιστον κατά 99% εμφανίζει ένταση εργασίας (κάπως σαν να πρόκειται για μεταφορές την εποχή που οι άνθρωποι ζούσαν αποκλειστικά από το κυνήγι και το ψάρεμα). Ενώ παράλληλα, η διοίκηση της εταιρίας που με σκανδαλώδεις πράξεις και παραλήψεις έφερε την εταιρία στα πρόθυρα της χρεοκοπίας (αγορά αεροσκαφών, εισαγωγή αερογραμμών για "εθνικούς λόγους" (Τόκιο), η απουσία οποιασδήποτε πολιτικής συμμαχιών ενόψει του εντεινόμενου ανταγωνισμού) θεωρείται δευτερεύων συντελεστής που θα αντιμετωπιστεί όταν ρυθμιστούν οι εργασιακές σχέσεις και το εργασιακό κόστος της επιχείρησης. Φαίνεται πως η λογική του νομοσχεδίου ήταν να παρακαμφθεί το εμπόδιο των εργασιακών σχέσεων, ώστε να υπάρξει ενδιαφέρον για την εταιρία από τον ιδιωτικό τομέα, οπότε θα γινόταν εφικτό να ξεκινήσει ο κύκλος ανάπτυξης της εταιρίας ως ιδιωτικής πλέον. Και πάλι "ανάπτυξη" υπό την αιγίδα του ιδιωτικού τομέα. Αναρωτιέται κανείς αν το σημερινό ΠΑΣΟΚ θεωρεί την αναδιάρθρωση του δημόσιου τομέα εκ προοιμίου αδύνατη...

Τέλος η όλη εικόνα της κρατικής πολιτικής στον τομέα των ιδιωτικοποιήσεων συμπληρώνεται από τη σύνδεση των επιλογών αυτών με την ευρύτερη δημοσιονομική πολιτική και το χειρισμό των δημοσιονομικών ελλειμμάτων ειδικότερα. Η λογική που υιοθετείται εν προκειμένω είναι εξαιρετικά αντιφατική. Από τη μια πλευρά τονίζεται η ανάγκη εξυγίανσης των δημοσίων επιχειρήσεων και πώλησης των προβληματικών, αλλά ταυτόχρονα καθίσταται περισσότερο από σαφές ότι τα έσοδα από τις μετοχοποιήσεις και τις μερικές ιδιωτικοποιήσεις των ΔΕΚΟ δεν πρόκειται να χρησιμοποιηθούν ως επενδυτικές ωθήσεις και μέσο αναδιάρθρωσης για τους οργανισμούς αυτούς, αλλά ως μέσο κάλυψης των κρατικών ελλειμμάτων. Παράγεται λοιπόν με εκπληκτική αυτοσυνέπεια ένας ερμητικός φαύλος κύκλος: Τα ελλείμματα του Δημοσίου και των ΔΕΚΟ πιέζουν και αναγκάζουν το κράτος να αποσυρθεί ή να περιορίσει την εμπλοκή του στην παραγωγική σφαίρα, προκειμένου να επιτρέψει την αποτελεσματική ιδιωτική εκμετάλλευση της υπεραξίας που παράγεται σε δημόσιες καπιταλιστικές επιχειρήσεις. Τα έσοδα όμως που προκύπτουν από την ιδιωτικοποίηση ή τη μετοχοποίηση θα χρησιμοποιηθούν για να θεραπεύσουν αποκλειστικά σχεδόν τις δημοσιονομικές ανισορροπίες, και όχι για να πριμοδοτήσουν κάποια αναπτυξιακή αναδιάρθρωση των ΔΕΚΟ υπό την αιγίδα του κράτους. Το αποτέλεσμα; Νέα ελλείμματα και νέα απόσυρση από την παραγωγική εμπλοκή, η οποία σε μερικούς κύκλους θα οδηγήσει στην πλήρη ιδιωτικοποίηση. Αυτό ακριβώς επισημαίνεται ως θετικό χαρακτηριστικό και στην έκθεση του ΔΝΤ (Βήμα, 17.7.94): "Οι ιδιωτικοποιήσεις είτε συνεισφέρουν στον προϋπολογισμό είτε μειώνουν τις οικονομικές ανάγκες των δημοσίων επιχειρήσεων, μπορούν να βοηθήσουν να αμβλυνθεί η άμεση οικονομική ανάγκη για τον δημόσιο τομέα...Οι ενέργειες [της ελληνικής κυβέρνησης] σε αυτόν τον τομέα είναι σημαντικές διότι αποτελούν δείγμα πως η αναδιάρθρωση του δημόσιου τομέα και η μείωση της κρατικής παρέμβασης βρίσκονται σε εξέλιξη". Αρχή και τέλος της περί το ρόλο του κράτους φιλολογίας είναι και παραμένουν και στην "προοδευτική" εκδοχή η περιοριστική δημοσιονομική πολιτική, η οποία αποτελεί το σημείο κρυστάλλωσης των πολιτικών εκκαθάρισης στην κρίση. Η "ανάπτυξη" είναι η πλέον συνώνυμο της ιδιωτικοποίησης και εξοβελίζεται στον εκτός του κρατικού παρεμβατισμού χώρο.

Αλλά και από την πλευρά των συνδικάτων δεν υπάρχει μια ουσιαστική διαφοροποίηση λογικής, παρά τη συνεχή επίκληση της ανάπτυξης. Το επίμαχο σημείο είναι ότι και τα συνδικάτα έχουν ενσωματωθεί στην ταύτιση της ανάπτυξης με τη διόγκωση των ιδιωτικών επενδύσεων και τον περιορισμό του ρόλου του κράτους σε εκείνον του επιδιαιτητή των διαφορών και διαμορφωτή του συναινετικού πλαισίου. Μιλώντας για τη διετή συμφωνία εργασιακής ειρήνης ο Πρόεδρος της ΓΣΕΕ Χ. Πρωτοπαπάς δηλώνει: "Οι επιχειρήσεις πρέπει να αξιοποιήσουν τη δυνατότητα που τους παρέχει η διετής συμφωνία. Εγώ πιστεύω στον αναντικατάστατο ρόλο της επιχείρησης και ειδικότερα της βιομηχανίας, αν θέλουμε να ελπίζουμε σε ανάπτυξη και απασχόληση. Υπάρχουν ασφαλώς περιπτώσεις επιχειρήσεων που έκαναν επενδύσεις και εν πάσει περιπτώσει ανταποκρίθηκαν στο καθήκον τους, αλλά θα πρέπει να βρουν μιμητές... Πρέπει η κυβέρνηση να βοηθήσει την υγιή και ικανή ελληνική επιχείρηση εξαντλώντας όλες τις δυνατότητες που επιτρέπονται ως το 1997 για τις κρατικές προμήθειες, προστατεύοντας την από το ιδιότυπο ντάμπιγκ Ανατολικών και άλλων... [Πρέπει] να μη χαθεί κατ' αρχήν η ευκαιρία υποδομών στη χώρα μέσω του Β' Κοινοτικού Πλαισίου Στήριξης. Να στηρίξουμε με πόρους την ανάπτυξη του δυναμισμού της ελληνικής επιχείρησης. Να ενισχύσουμε τις τεχνολογικές αναδιαρθρώσεις και τη στροφή της παραγωγής στην ποιότητα... Πρέπει να σπάσουν κατεστημένες νοοτροπίες, να ξεχάσουμε τη λογική του εύκολου κέρδους, του μεταπρατισμού και της συντεχνίας. Να ξεπεράσουμε τον κρατισμό σε όλες του τις μορφές." (Βήμα, 3.7.94). Καλώς ήλθατε στο βιομηχανικό λόμπυ κύριε Πρόεδρε!

Ορίζοντες και οράματα

Μέσα στο γενικότερο πλαίσιο προσαρμογής ιδεολογιών και πολιτικών κατευθύνσεων που έφερε η επάνοδος του ΠΑΣΟΚ στην κρατική διαχείριση, εμπεδώθηκαν συνολικά και απέκτησαν καθολική εθνική ακτινοβολία τα νέα εθνικά οράματα που συνοψίζονται υπό τον αφαιρετικό τίτλο της ευρωπαϊκής σύγκλισης. Είναι χαρακτηριστικό ότι η επιγραφή αυτή δεν περιλαμβάνει τίποτε στο οποίο θα μπορούσε έστω και προσεγγιστικά να αποδοθεί ο χαρακτηρισμός του οράματος, αλλά ίσως να είναι και αυτό μια μαρτυρία για τη προσγείωση των απαιτήσεων στην εποχή του "τέλους των ιδεολογιών", μια "μεταιδεολογία" όπως θα προτιμούσαν να την ονομάζουν οι μεταδιανοούμενοι. Χαρακτηριστικά αυτού του "οράματος" είναι η συρρίκνωση των εννοιών που το συνθέτουν σε περιοριστικά μέτρα (περιορισμός του ελλείμματος, του χρέους, του πληθωρισμού, των διακυμάνσεων των ισοτιμιών), ενώ τα θετικά στοιχεία του συμπυκνώνονται στην απαλλαγή από ρυθμιστικές κανονιστικές διατάξεις του κράτους, απελευθέρωση των αγορών και πριμοδότηση του καπιταλιστικού ανταγωνισμού σε όλες τις εκφάνσεις των οικονομικών διεργασιών. Το γεγονός ότι το "όραμα" αυτό συνδέεται με έναν ορίζοντα ελεγχόμενης λιτότητας διαρκείας, με αναπτυξιακές ωθήσεις όπου υπάρχουν ελλείψεις στην υποδομή προκειμένου να διασφαλιστούν με κοινωνικά μέσα οι συνθήκες βέλτιστης υπεραξίωσης των ατομικών κεφαλαίων, το γεγονός ότι η κρατική διαχείριση χάνει στην πορεία σύγκλισης τα βασικά μέσα άσκησης πολιτικής, με αποτέλεσμα να μην μπορεί να παρέμβει στην αναπαραγωγή των ανισομερεκόν και χασμάτων στην εξέλιξη των επιμέρους χωρών, δεν φαίνεται να ενοχλεί τις διάφορες αποχρώσεις του εθνικού κορμού. Εκείνο που μετράει είναι το "όραμα" μιας ανάπτυξης που θα καθοδηγείται από τις δυνάμεις που απελευθερώνονται από τις κρατικές ρυθμιστικές διαδικασίες και τα αντίστοιχα κανονιστικά πλαίσια.

Επειδή όμως η σύγκλιση που προπαγανδίζεται, στο όνομα της οποίας εκπονούνται τα διαδοχικά προγράμματα προσαρμογής, μάλλον διακρίνεται από υφεσιακά χαρακτηριστικά και, με τις διαρκείς περιοριστικές αποκλιμακώσεις, δίνει την εικόνα αποκαθήλωσης μάλλον, παρά ανελικτικής πορείας, γι αυτό επιχειρείται ο εξωραϊσμός της πραγματικότητας και των προοπτικών που διανοίγονται, συνοδευόμενος από μερικές αρκετά ενδιαφέρουσες επισημάνσεις. Πρόσφατα, τόσο ο υπουργός Εθνικής Οικονομίας Γ. Παπαντωνίου, όσο και ο σύμβουλος του πρωθυπουργού Τ. Γιαννίτσης επεσήμαναν μερικούς εξωγενείς και ενδογενείς παράγοντες που συντείνουν στην επιτυχία του προγράμματος σύγκλισης που υποβλήθηκε στην Ε.Ε. για την περίοδο έως το τέλος της δεκαετίας. Ενώ στους εξωγενείς περιλαμβάνονται μερικοί συγκυριακοί συντελεστές επιτυχίας, όπως είναι η ανάκαμψη στη Δ. Ευρώπη, οι Βαλκανικές αγορές, οι πόροι του Β' Πακέτου Ντελόρ που υποκαθιστούν καθ' ολοκληρία τις δημόσιες επενδύσεις και εκτιμάται ότι θα αντιστρέψουν τη υφεσιακή πορεία, στους ενδογενείς παράγοντες συγκαταλέγονται και τα ακόλουθα:

α) Η δραματική βελτίωση των εργασιακών σχέσεων που, όπως είπε ο υπουργός, "ζούμε εδώ και δέκα μήνες ένα πρωτόγνωρο κλίμα κοινωνικής ηρεμίας και έχουμε ξεχάσει τις απεργίες, γεγονός που οφείλεται σε σημαντικό βαθμό στη νέα υψηλή ποιότητα των συνδικαλιστικών στελεχών".

β) Η αυξανόμενη επιρροή των νέων δυναμικών και κερδοφόρων βιομηχανικών επιχειρήσεων, και

γ) Η πλήρης απελευθέρωση των αγορών, συμπεριλαμβανομένης και της δραχμής, που βοηθούν στην ανάπτυξη ενός υγιούς ανταγωνισμού (Βήμα, 10.7.94).

Επανέρχεται και πάλι σε περίοπτη θέση το φάντασμα της κοινωνικής ειρήνης.

Αυτό το σύμπλεγμα απονεύρωσης των κοινωνικών αντιστάσεων, βουβής παρακολούθησης των εξελίξεων από μέρους του εργατικού κινήματος, υποταγής στους νόμους και τις τάσεις εξέλιξης που υπαγορεύει η παντελής κυριαρχία του καπιταλιστικού ανταγωνισμού και η πρωτοκαθεδρία των αγορών, είναι άραγε μόνιμο χαρακτηριστικό της επόμενης περιόδου, δείγμα πρόσδεσης του εργατικού κινήματος στα συγκλισιακά οράματα, ή μήπως συνιστά μια πρώτη αμήχανη στάση μπροστά στη μετατόπιση των κοινωνικών και πολιτικών συντεταγμένων; Η απάντηση στο ερώτημα αυτό δεν είναι σαφής από τα σημερινά δεδομένα της συγκυρίας και τις τάσεις που διαφαίνονται προς το παρόν. Αν η στάση της "κοινωνικής ειρήνης" συνδέεται με μια απλοϊκή αποδοχή του οράματος συγκλινουσών οικονομιών και κοινωνιών, τότε σίγουρα θα έχει κλονιστεί από τις τελευταίες εξελίξεις: την ακύρωση ενός πλασματικού χρονοδιαγράμματος νομισματικής ενοποίησης που έχει ήδη ανεπανόρθωτα τρωθεί από τις πραγματικές αποκλίσεις των κοινωνιών των χωρών της Ευρώπης και τις νομισματικές κρίσεις που μετέτρεψαν τις συμφωνίες νομισματικής ενοποίησης σε απλά χαρτιά χωρίς πραγματικό αντίκρυσμα. Αλλά αποσταθεροποιητικά πρέπει να έχουν επιδράσει και οι πρόσφατες προτάσεις της γερμανικής Προεδρίας που αφορούν στη θεσμοθέτηση της Ευρώπης πολλών ταχυτήτων. Αυτοί οι εσωτερικοί κλυδωνισμοί μπορούν να συμβάλουν στην αφύπνιση των συνειδήσεων. Όχι διότι συνιστούν τομή στις εξελίξεις, αλλά ακριβώς το αντίθετο: επειδή ρητοποιούν σε προγραμματική βάση αυτό που έτσι κι αλλιώς θα συνέβαινε με τον καιρό στην πράξη. Η σύγκλιση με τη νομισματική ενοποίηση είναι ακριβώς το εισιτήριο για την Ευρώπη των πολλών ταχυτήτων, η οποία επιχειρείται να προσλάβει τώρα και θεσμικό χαρακτήρα. Σε αυτή την περίπτωση, η προσκόλληση ορισμένων στους θεσμούς ενδέχεται να επιδράσει θετικά στην πολιτική και κοινωνική αφύπνιση τους. Όμως, για τη ριζική μεταβολή που κοινωνικών συσχετισμών, απαιτείται κάτι περισσότερο από τον κλωνισμό του συγκλισιακού οράματος.

Μαριονέτες

Η πολιτική συγκυρία διαμορφώνεται, όπως είδαμε, με βάση τα δεδομένα των κοινωνικών συσχετισμών δύναμης που χαρακτηρίζονται από την υποχώρηση των κοινωνικών αντιστάσεων και την εμπέδωση μιας απονευρωμένης κοινωνικής ομοιομορφίας. Ταυτόχρονα, διαπιστώσαμε ότι εντείνεται ο πολιτικός ανταγωνισμός γύρω από "ρηξικέλευθες" πολιτικές προτάσεις και στάσεις που προσπαθούν να ανιχνεύσουν τα όρια της κοινωνικής αντοχής, ενώ οι αντιπολιτευόμενες φωνές - ακόμη και στο εσωτερικό του ΠΑΣΟΚ - τείνουν να προσλάβουν μάλλον γραφικό χαρακτήρα. Σε αυτόν τον αγώνα επανοριοθέτησης του κοινωνικού και πολιτικού τοπίου έχουν επιδοθεί τα στελέχη πρώτης γραμμής των κομμάτων, και κατά κύριο λόγο του ΠΑΣΟΚ, που βρίσκεται στο κομβικό σημείο της κρατικής διαχείρισης, προκειμένου να αναδειχθούν σε "ηγετικές φυσιογνωμίες" της νέας εποχής του κοινωνικού και πολιτικού τοπίου, θα αναφερθούμε ενδεικτικά στην απεγνωσμένη προσπάθεια προβολής των κομματικών στελεχών με θέσεις και προτάσεις οι οποίες έρχονται σε εμφανή ρήξη με την ιστορική πορεία του πολιτικού χώρου τους και αποπειρώνται να διαμορφώσουν νέα πεδία πολιτικών συγκλίσεων.

Χαρακτηριστική περίπτωση είναι ο "ηγετικός" θ. Πάγκαλος, ο οποίος προσπαθεί να υπερβεί την πολύμορφη δική του πολιτική καταβολή με ρίζες "λαϊκισμού" (σφοδρός πολέμιος του '89), "εκσυγχρονισμού" (ενταγμένος στη συγχορδία που "ανανεωτών"), "ευρωπαϊσμού" (απροκάλυπτα υπέρμαχος της "σύγκλισης") και "εθνικισμού" (μονίμως προβάλλων τα "εθνικά"). Ο θ. Πάγκαλος επανέρχεται με συχνότητα εβδομαδιαία στην ριζοσπαστική πρόταση του για 100 χρόνια λιτότητας, στην ανάγκη για "εθνική" εξωτερική πολιτική που ταυτόχρονα θα είναι επιθετική αλλά μη "εθνικιστική", στην καταδίκη των συντεχνιών που υποσκάπτουν τη λειτουργία των δημοσίων επιχειρήσεων κλπ. Μάλιστα η υποψηφιότητα του για το δήμο της Αθήνας του δίνει επιπλέον δυνατότητες αποστασιοποίησης από τα πολιτικώς πεπατημένα και δοκιμαστικής ανίχνευσης της μέσης συνείδησης του εθνικού ακροατηρίου.

Στο ίδιο μήκος κύματος κινούνται και άλλα στελέχη από το χώρο της "διαδοχής" με μικρότερη ή μεγαλύτερη επιτυχία. Αυτό το μετατοπισμένο κέντρο βάρους του πολιτικού παιχνιδιού έχει επιφέρει και τη σχετική εξαφάνιση του Κ. Σημίτη από το χώρο του πολιτικού thinktank, μιας και η πολιτική αγορά έχει φέρει στον αφρό πολλούς μικρούς Σημίτηδες που διαθέτουν ακόμη μικρότερο (πιο μικρό, πεθαίνεις!) βαθμό πρωτοτυπίας στις συλλήψεις και τις προτάσεις τους. Ο Σημίτης εξαφανίστηκε από το προσκήνιο, οι "ιδέες" του όμως ανθούν... Η ομοιομορφία αυτών των πολιτικών στάσεων δεν συγκαλύπτει βεβαίως την αμηχανία του πολιτικού προσωπικού απέναντι στην υπόγεια κοινωνική δυναμική, η οποία συχνά ακυρώνει τις ευκαιριακές προβλέψεις και αναδύεται στο πολιτικό προσκήνιο με τον πλέον απροσδόκητο τρόπο, με πρωτόφαντες μορφές και σε ιστορικές στιγμές που ουδείς την αναμένει. Υπό αυτή την έννοια και με εντελώς διαφορετική οπτική και απώτερους στόχους εξετάζουμε με ιδιαίτερο ενδιαφέρον μια σοβαρή πρόταση του πρώην Ευρωβουλευτή της ΝΔ και νυν Παγκαλίζοντος. Φ. Πιέρρου, ο οποίος ονειρεύεται: «Υπάρχει ('«μέση ανάγκη δημιουργίας ενός νέου πολιτικού φορέα με προσωπικότητες που θα προέρχονται κυρίως από τα δυο μεγάλα κόμματα και θα αναλάβουν έναν πρωτοποριακό ρόλο στην ελληνική κοινωνία, με την έννοια ότι θα προβάλλουν με θάρρος τις ιδέες τους... Το "ντριμτιμ" ασφαλώς θα συμπεριλάμβανε τους θ. Πάγκαλο, Σ. Μάνο, Α. Ανδριανόπουλο, Μ. Παπαγιαννάκη και φυσικά πολλούς άλλους» (Ελευθεροτυπία, 24.8.94). Σε αυτή την περίπτωση μπορεί να δημιουργηθεί κοινό και για μικρότερες ομάδες του μπάσκετ...

 
< Προηγ.   Επόμ. >
Θέσεις, τριμηνιαία επιθεώρηση, 37ο έτος (1982-2019), εκδόσεις Νήσος, (Σαρρή 14, 10553, Αθήνα, τηλ-fax: 210-3250058)
Το περιεχόμενο διατίθεται ελεύθερα για μη εμπορικούς σκοπούς, υπό τον όρο της παραπομπής στην αρχική του πηγή