Τοπική εκπαιδευτική ιστορία. Η ελληνική περίπτωση Εκτύπωση
Τεύχος 50, περίοδος: Ιανουάριος - Μάρτιος 1995


Τοπική εκπαιδευτική ιστορία Η ελληνική περίπτωση
(Εισαγωγικές Σημειώσεις)
του Αποστόλη Ανδρέου

Ελάχιστες είναι οι αναφορές στην τοπική εκπαιδευτική ιστορία και τη μικροϊστορία, και ανύπαρκτες για την τοπική εκπαιδευτική ιστοριογραφία1. Και μάλιστα όταν:

α) ο όγκος της ιστοριογραφικής παραγωγής είναι μεγάλος,

β) την περίοδο 1989-1990 είχε αρχίσει η ένταξη της τοπικής ιστορίας στις ιστορικές σπουδές στο σχολικό πρόγραμμα της δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης2,

γ) είχε αρχίσει η σχετική συζήτηση για την τοπική ιστορία στο σχολικό πρόγραμμα3,

δ) από τα μέσα της δεκαετίας του '80 παρατηρείται μια στροφή στον ιστορικό λόγο για τις μεθοριακές περιοχές του Ελληνικού κράτους, για προφανείς λόγους.

Τα δημοσιεύματα ειδικά για την τοπική εκπαιδευτική ιστορία και την μικροϊστορία που ξεκινούν από τις πρώτες δεκαετίες του 19ου αιώνα έχουν καταχωρηθεί σε τοπικά ιστορικά φιλολογικά περιοδικά, τοπικές εφημερίδες, λευκώματα, αφιερωματικούς τόμους, πρακτικά τοπικών περιφερειακών συνεδρίων, βιβλία τοπικής ιστορίας. Σε αρκετές περιπτώσεις υπάρχουν αυτόνομες εκδόσεις για την εκπαιδευτική ιστορία μιας περιοχής ή ενός σχολείου ή μιας σχολής4. Μια γενική κατηγοριοποίηση αυτών των δημοσιευμάτων μπορεί να είναι η ακόλουθη:

α) Τοπική εκπαιδευτική ιστορία

β) Ιστορία ενός σχολείου ή μιας σχολής

γ) Ιστορία φιλεκπαιδευτικών οργανώσεων.

δ) Βιογραφίες εκπαιδευτικών.

ε) Ιστορία της εκκλησίας μιας περιοχής.

στ) Μαρτυρίες και απολογισμοί

ζ) Ιστορία μιας περιοχής

Οι εργασίες αυτές έχουν κατά κανόνα παραχθεί από τοπικούς λογίους και εκπαιδευτικούς.

Οι πρώτες αυτές διαπιστώσεις μας, θέτουν μια σειρά ερωτήματα σχετικά με τον ορισμό του τόπου περιοχής, της σχέσης «τοπικού συνολικού» στην ιστορία, αλλά και ζητήματα για τον προσανατολισμό της τοπικής ιστορίας. Ακόμη και για τους λόγους αυτής της σύγχρονης στροφής του ιστορικού λόγου, μιας και δεν φαίνεται να είναι ισχυρή η άποψη που την αποδίδει στην ανάγκη επιστροφής και νοσταλγίας, στην πραγματοποίηση ενός προσκυνήματος στις πηγές, σ' ένα πάθος για τις βαθιές ρίζες, σε μια έλξη από το παρελθόν.

II

Ο ορισμός του «τόπου» και της σχέσης «τοπικού συνολικού» στην ιστορία είναι ένας δύσκολος προσδιορισμός. Η ίδια δυσκολία υπάρχει και για την «περιοχή», όπως και για την έννοια του «κράτους» σε μια ομόσπονδη κατάσταση. Ο ορισμός του «τόπου», της «περιοχής» πρέπει να προσδιοριστεί μέσα στο χρόνο, αφού «τόποι» και «περιοχές» ορίζονται σύμφωνα με τις «ανάγκες των καιρών και των ανθρώπων» και συνεπώς δεν είναι άπαξ ορισμένοι. Αλλά και στο συγκεκριμένο χρόνο ο «τόπος» και η «περιοχή» δεν είναι μια και σαφώς δεν μπορεί να συρρικνωθεί στο πλαίσιο της εθνικής ιστορίας, να οριστεί στη σκηνή του εθνικού χώρου και τελικά να υπηρετηθούν τα προτάγματα της εθνικιστικής ιδεολογίας, κάτι σύνηθες στην τοπική ιστοριογραφία. Ο R. Romano παρατηρεί: «μέσα σ' αυτήν την οποία θεωρούμε ως μια περιοχή θα βρούμε πολλές άλλες: μια πιο μικρή τουριστική, μια άλλη πιο μεγάλη η οποία θα συγκεντρώνει την έλξη της αγοράς, μια άλλη ιατρική, πιο μεγάλες ή πιο μικρές περιοχές αρθρωμένες γύρω από νοσοκομειακά κέντρα και μια ατελείωτη σειρά από άλλες (πανεπιστημιακή, δικαστική, εκκλησιαστική, αγροτική, μεταλλευτική, περιοχή των φυλακών κλπ.)»5. Ανάλογα τίθενται και τα θέματα για την μικροϊστορία. Η ιστορία π.χ. ενός εκπαιδευτικού ιδρύματος θα μας οδηγήσει να ορίσουμε την «περιοχή» του. Όλα αυτά - τοπική ιστορία, μικροϊστορία - μας θέτουν το βασικό πρόβλημα: «τοπικό συνολικό γενικό». Η γενική αρχή ότι κάθε ιστορία αποτελεί μέρος ενός ευρύτερου μηχανισμού, μιας ευρύτερης κίνησης, είναι ισχυρή. Όμως δεν έχει νόημα αν δεν τοποθετηθεί οργανικά η τοπική ιστορία στο εσωτερικό αυτού του μηχανισμού, αυτής της κίνησης. Αλλά ισχύει και το «αντίστροφο», δηλαδή η τοπική ιστορία να φωτίσει ορισμένα θέματα της γενικής ιστορίας, να διασαφίσει το ερμηνευτικό πλαίσιο και να προσδιορίσει τα όρια της γενικής ιστορίας. Παραδείγματα αποτελούν το έργο του Ε. Le Roy Ladurie για το χωριό Montaillou των Πυρηναίων τη περίοδο 129413246 και το έργο της P. Leclercq για την κωμόπολη Careoult της Προβηγκίας στο 2ο μισό του 1βου αιώνα7.

Και είναι προφανές πως η τοπική ιστορία ούτε αυτόνομη είναι, ούτε αντιτίθεται στη γενική συνολική ιστορία8.

III

Η θεματική των δημοσιευμάτων για την τοπική εκπαιδευτική ιστορία, στην Ελληνική περίπτωση, είναι ευρύτατη: η έκταση του εκπαιδευτικού δικτύου μιας περιοχής ή μιας κοινότητας, οι τύποι των σχολείων που λειτούργησαν, οι εκπαιδευτικοί, οι όροι εργασίας και αμοιβής τους, η χρηματοδότηση των σχολείων όταν αυτά υπάγονταν στις κοινότητες ή (και) την εκκλησία, η εκπαιδευτική πολιτική των κοινοτήτων, η δράση των φιλεκπαιδευτικών συλλόγων, η ιστορία σχολείων και σχολών. Τα περισσότερα δημοσιεύματα, χρονολογικά, καλύπτουν την περίοδο από το 18ο αιώνα ως το χρόνο που οι υπό μελέτη περιοχές ενσωματώθηκαν στο Ελληνικό κράτος (π.χ. Θεσσαλία, Ήπειρος, Μακεδονία, Δωδεκάνησα, Σάμος), άρα και το εκπαιδευτικό τους σύστημα ενσωματώθηκε και προσαρμόστηκε στο ενιαίο κρατικό εκπαιδευτικό σύστημα της χώρας. Άλλα δημοσιεύματα διαπραγματεύονται την εκπαιδευτική ιστορία μιας περιοχής ή κοινότητας μέχρι την καταστροφή των Ελληνικών πληθυσμών και των τοπικών κοινοτικών δομών. Τέλος σε ελάχιστα δημοσιεύματα που αναφέρονται σε περιοχές που οι συγγραφείς τους τις θεωρούν ως υπόδουλες (π.χ. Β. Ήπειρος) η μελέτη της εκπαιδευτικής ιστορίας εκτείνεται ως σήμερα. Οι ιστοριογραφικές παραγωγές της τοπικής εκπαιδευτικής ιστορίας εστιάζονται κυρίως σε περιοχές και σε περιόδους που η εκπαιδευτική οργάνωση ανήκε σε κοινοτικούς και εκκλησιαστικούς θεσμούς, συλλόγους και αδελφότητες. Και επειδή το εκπαιδευτικό δίκτυο ήταν περιορισμένο ή επειδή σχολεία και σχολές ανωτέρου επιπέδου ήταν ελάχιστα ή μοναδικά και ακόμη γιατί σ' αυτά εργάστηκαν εκπαιδευτικοί που καινοτόμησαν ή εισήγαγαν νεωτεριστικές αντιλήψεις στο πλαίσιο κάποιας κίνησης και κατά κανόνα προκάλεσαν συγκρούσεις. Όλα αυτά αποτελούν το προνομιακό πεδίο της τοπικής εκπαιδευτικής ιστορίας. Άλλωστε το «μοναδικό» και το «ευδιάκριτο» γίνεται εύκολα αντιληπτό - από τους τοπικούς λογίους - και σ' ένα βαθμό ενισχύει το μύθο του «μοναδικού» του τόπου. Έτσι η μελέτη της τοπικής εκπαιδευτικής ιστορίας εστιάζεται σε κάποιο σχολικό δίκτυο ή μια ευρύτερη εκπαιδευτική κίνηση. Πρόκειται για ένα «ιστορικό» προσανατολισμό που έχει σχέση με την τοπικιστική αντίληψη για την προβολή του «τόπου-κέντρου» του έθνους. Τις αντιλήψεις αυτές διευκόλυναν και διευκολύνουν η ελλιπής ή στρεβλή ιστορική παιδεία των ιστοριογράφων, κατά κανόνα τοπικών λογίων. Ο μεγαλύτερος αριθμός αυτών των τοπικών λογίων έδρασε μέσα από τις τοπικές Ιστορικές Λαογραφικές Φιλολογικές Εταιρείες και Συλλόγους, οι οποίοι διέσωσαν και συγκέντρωσαν σημαντικό αρχειακό υλικό και στήριξαν και καλλιέργησαν την τοπική ιστοριογραφία μέσα από τις εκδόσεις τους. Μάλιστα από τα μέσα της δεκαετίας του '80 προστέθηκαν και ορισμένα νέα ιδρύματα και δραστηριοποιήθηκε η Τοπική Αυτοδιοίκηση με την οικονομική στήριξη της κεντρικής εξουσίας. Μια πρώτη καταγραφή μας δίνει 48 τοπικές ιστορικές λαογραφικές φιλολογικές εταιρείες και συλλόγους που «καλύπτουν» όλα τα γεωγραφικά διαμερίσματα της χώρας. Οι δε περιοδικές τους εκδόσεις ανέρχονται περίπου σήμερα σε 87. Το φαινόμενο δεν είναι Ελληνικό. Στην Ιταλία οι ιστορικές εταιρείες και οι «Deputazioni di storia patria», που πολλαπλασιάστηκαν στο δεύτερο μισό του 19ου αιώνα, διαμόρφωσαν ένα πυκνό δίκτυο9 και αριθμούσαν «μεταξύ των εργατών ιστορικούς μεγάλου διαμετρήματος, καλούς τοπικούς λογίους, καθώς επίσης και αναρίθμητους ατζαμήδες»10, προώθησαν την τοπική ιστορία και συγκέντρωσαν τη διάσπαρτη ιστοριογραφική ενεργητικότητα". Κάτι ανάλογο ισχύει και στη Βρετανία12 και στη Γαλλία13.

Το μεγαλύτερο μέρος των δημοσιευμάτων της τοπικής ιστορίας διαπραγματεύεται ένα κεντρικό πρόβλημα, αυτό της αποκατάστασης της αμφισβητούμενης συνέχειας του Ελληνισμού: η εδραίωση της συνείδησης ενός ενιαίου Ελληνικού έθνους «και η ελπίδα της δημιουργίας ενός Ελληνικού κράτους που θα συνένωνε τα διάσπαρτα τμήματα του». Από την αναγνώριση της ανεξαρτησίας της Ελλάδας ως τη Μικρασιατική καταστροφή του 1922 «γνώμονας της πολιτικής του εθνικού κέντρου (...) υπήρξε η ένταξη στο Ελληνικό κράτος όλων των τμημάτων του Ελληνισμού που είχαν μείνει πέρα από τα σύνορα του»14. Η ιδεολογία της διαμόρφωσης της νεοελληνικής εθνότητας και ο Ελληνικός αλυτρωτισμός κυριαρχούν στα δημοσιεύματα αυτά. Η κυριαρχία τους εκτείνεται, χρονικά, και σε δημοσιεύματα πολύ μεταγενέστερα εκείνης της ιστορικής περιόδου που βασική της ιδεολογία ήταν η διαμόρφωση της νεοελληνικής εθνότητας. Οι ιδεολογικές πλευρές του προβλήματος της «εθνικής συνείδησης» είναι κυρίαρχες στο σύνολο σχεδόν των δημοσιευμάτων για την τοπική εκπαιδευτική ιστορία. Άλλωστε η εκπαιδευτική ιστορία προσφέρεται για την ανάδειξη τους, όπως και η «ομογενειακή» δικτύωση των φιλεκπαιδευτικών συλλόγων15 του Ελληνικού κράτους με αρκετές Ελληνικές κοινότητες της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, για την οργάνωση και τη λειτουργία των σχολείων αυτών των κοινοτήτων. Στα περισσότερα δημοσιεύματα προβάλλεται η διαμόρφωση της νεοελληνικής εθνότητας στα χρόνια της Τουρκοκρατίας, ως νέα ιστορική κατηγορία με συστατικά στοιχεία την κοινή γλώσσα, τη θρησκεία, και τα κοινά ήθη. Το έθνος αντιμετωπίζεται ως μια διαχρονική κοινότητα κουλτούρας και ιστορίας. Τα στοιχεία αυτά συνιστούσαν ενωτικά γνωρίσματα. Οι κατευθύνσεις αυτές της τοπικής ιστοριογραφίας έχουν σημαδευτεί τόσο από τον Ελληνικό εθνικισμό, που καθορίστηκε στα μέσα του 19ου αιώνα από το «Ανατολικό Ζήτημα», όσο και από τον Γερμανικό ιστορισμό - κατά κύριο λόγο - όπως άλλωστε και το σύνολο της Ελληνικής ιστοριογραφίας. Αυτή η ιστορία δεν ήταν μόνο αναπόσπαστη από την κρατική εξουσία, αλλά και ταυτόσημη με την ιδέα του έθνους, και όπως θα σημείωνε ο Ch. O. Carbonnel, ο λόγος των ιστορικών ήταν λόγος περί κράτους16. Η παρέκκλιση που εμφανίζεται είναι ότι οι επιρροές του Γερμανικού ιστορισμού και τα χαρακτηριστικά του Ελληνικού εθνικισμού της περιόδου 18301922 είναι εμφανή και κυρίαρχα στην ιστοριογραφία της τοπικής εκπαίδευσης σε μεταγενέστερες περιόδους, όταν οι επιρροές και τα χαρακτηριστικά αυτά δεν είναι κυρίαρχα στην Ελληνική ιστοριογραφία.

IV

Ο αναπροσανατολισμός σε μια προοπτική μελέτης των εκπαιδευτικών θεσμών και των εκπαιδευτικών αντιλήψεων που επικράτησαν στο πλαίσιο ευρύτερων «τόπων» και κινήσεων, χωρίς να αποκρύπτονται ή να αγνοούνται οι τοπικές ιδιαιτερότητες και εκφάνσεις μιας γενικότερης κίνησης αποτελεί την εναλλακτική λύση. Μια τέτοια προσέγγιση θα μας επιτρέψει την ανίχνευση των κοινωνικών διαστάσεων της εκπαιδευτικής ιστορίας. Υπάρχει η ανάγκη για τη μελέτη της τοπικής εκπαιδευτικής ιστορίας, και για την Ελληνική περίπτωση του νεοελληνικού κράτους, προκειμένου να οργανωθεί η «συνολική» εκπαιδευτική ιστορία που επιμένει και για λόγους αντικειμενικής αδυναμίας στις κεντρικές ρυθμίσεις και στις καινοτόμες και νεωτεριστικές περιπτώσεις. Τέτοιες προσεγγίσεις θα μας επιτρέψουν, εκτός των άλλων, να διαπιστώσουμε την έκταση της εφαρμογής των κεντρικών πολιτικών επιλογών, τα εκπαιδευτικά και κοινωνικά προβλήματα που προέκυψαν, τις αντιστάσεις που εκδηλώθηκαν κλπ. Οι ψηφίδες της περιφέρειας θα μας δώσουν τη γενική εικόνα, που φαντάζομαι ότι δεν θα είναι ομοιόχρωμη. Μάλλον θα υπάρχουν πολλές «μαύρες τρύπες», και πολλοί «μέσοι όροι» των στατιστικών θα καταρριφθούν. Είναι δυνατό να συντεθεί ένας ιστορικός εκπαιδευτικός χάρτης που θα μας αποκαλύψει πολλές εκπαιδευτικές πολιτικές ή πολλές πτυχές, περισσότερες από όσες γνωρίζουμε.

Ιδιαίτερη σημασία έχει στην τοπική εκπαιδευτική ιστορία να μελετήσουμε κατά πόσο η εκπαιδευτική παράδοση ορισμένων περιοχών έχει συμβάλει σε επιλογές σύγχρονων εκπαιδευτικών πολιτικών και ιδιαίτερα στη διαμόρφωση ενός δικτύου σχολών ανώτερης και ανώτατης εκπαίδευσης. Και πρέπει να διερευνηθεί κατά πόσο αυτή η εκπαιδευτική παράδοση αποτέλεσε και αποτελεί στοιχείο και επιχείρημα των τοπικών κοινωνικών, πολιτικών και επαγγελματικών φορέων και οργανώσεων για να εκβιάσουν κεντρικές πολιτικές επιλογές. Γιατί η κακή γνώση του παρελθόντος δεν επιτρέπει την ορθή κατανόηση και άρα την αποτελεσματική δράση στο παρόν.

1. Μία πρώτη προσέγγιση της τοπικής εκπαιδευτικής ιστορίας επιχείρησα στο κείμενο μου, Ιστοριογραφία της νεοελληνικής εκπαίδευσης. Μια περιοδολόγηση, περ. «θέσεις», τ. 45 (1993). Περιλαμβάνεται και στον τόμο, Απ. Ανδρέου, θέματα Ιστορίας της Νεοελληνικής Εκπαίδευσης. Α.Π.Θ. - Έκδοση: Υπηρεσία Δημοσιευμάτων, Θεσσαλονίκη 1993.

2. Αναφερόμαστε στις εγκυκλίους του ΥΠΕΠΘ Γ2 299 29.1.1990 και Γ2 563 15.2.1990. Σχόλια γι' αυτές στο Αγ. Κωνσταντακοπούλου, θέματα βαλκανικής ιστοριογραφίας και εθνικιστικής ιδεολογίας, περ. «Σύγχρονα θέματα», τ. 50-51 (1994).

3. Σχετικά βλ. - Χαρ. Ντούλας, Σχολικά βιβλία ιστορίας και τοπική ιστορία: Η περίπτωση της Θεσσαλίας, περ. «Σεμινάριο» (Π.Ε.Φ.), τ. 9, Αθήνα, Μάρτης 1988, σς. 88-107. - Γ. Λεοντσίνης, Τοπικές ιστορικές σπονδές και μελέτη του περιβάλλοντος, Πανεπιστήμιο Αθηνών, 1990. Σχολιασμός αυτού του βιβλίου στο Αγ. Κωνσταντακοπούλου, όπ. παρ. - Χ. Χάριτος, Από την τοπική ιστορία στην αυτογνωσία, περ. «Εκπαιδευτικά», τ. 12 (1988), σς. 9498. - Φ.Κ. Βώρος, Τοπική ιστορία (μία πρόταση - απάντηση στο έγγραφο του Υπουργείου Παιδείας), περ. «Νέα Παιδεία», τ. 52 (1989), σς. 176178. - Περ. «Διάλογος» (Ένωση φιλολόγων Ν. Ηρακλείου), τ. 9 και 10 (1991). - Ιστορικό Αρχείο Σάμου - Δήμος Σαμίων, Τοπική ιστορία και αρχεία. Πρακτικά διημέρου, Σάμος 2627 Απριλίου 1991, Σάμος 1992.

4. Σχετική καταγραφή βλ. Απ. Ανδρέου, Πηγές της ιστορίας της νεοελληνικής εκπαίδευσης. Αρχεία Αρχειακές συλλογές, Βιβλιογραφία. Καταγραφή, Εκδόσεις Βάνιας, Θεσσαλονίκη 1992.

5. R. Romano, 77οί> οδεύει η ιστορία; Αναζητήσεις της σύγχρονης ιστοριογραφίας, Ε.Μ.Ν.Ε. Μνήμων. Αθήνα 1988. Μια ενδιαφέρουσα προσέγγιση για «τόπο περιοχή» στο Γ. Γιαννόπουλος, Η τοπική ιστορία, στο ΙΣΤΟΡΙΚΟ ΑΡΧΕΙΟ ΣΑΜΟΥ - ΔΗΜΟΣ ΣΑΜΙΩΝ, Τοπική ιστορία και αρχεία, Σάμος 1992.

6. Βλ. Ε. Le RoyLadurie, Montaillou, village occitan de 12941324, Paris 1975.

7. Βλ. Ρ. Leclercq, Gareoult: un village de Provence dans la seconde moitie du XVIe siecle, Paris 1979.

8.. Αυτό είχε υποστηρίξει ο Ρ. Leui lot στο Problemes de la Recherche: Defense et illustration Γ histoire local, Annales E.S.C., 1967.

9. Βλ. R. Romano, όπ. παρ., όπου γίνονται αναφορές στον Β. Croce.

10. Βλ. R. Romano, όπ. παρ.

11.. Η αναλογία αυτή για την «καλλιέργεια» της τοπικής ιστορίας στην Ελλάδα και στην Ιταλία ίσως να οφείλεται και στον εθνικισμό, με το στοιχείο του αλυτρωτισμού, που αναπτύχθηκε στις δύο χώρες. Άλλωστε, η Ιταλική ενοποίηση λειτούργησε ως πρότυπο της αντίστοιχης Ελληνικής. Σχετικά βλ. Α. Λιάκος, Η Ιταλική ενοποίηση και η μεγάλη ιόέα (18591862), θεμέλιο, Αθήνα 1985, κυρίως σς. 101216.

12. Σχετικές πληροφορίες και δημοσιεύματα στο περ. «The local historian» που εκδίδει η «British Association for Local Histoy».

13. Βλ. P. Leuillot, Histoire locale et politique de Γ histoire. Annales E.S.C., 1974.

14.. Βλ. Π. Κιτρομηλίδης. Το Ελληνικό κράτος ωζ εθνικό κέντρο, στο: Δ.Γ. Τσαούσης, (επιμ.) Ελληνισμός-Ελληνικότητα. Ιδεολογικοί και βιωματικοί άξονες της νεοελληνικής κοινωνίας, «Εστία» (1983), σς. 143164.

15.. Σχετικά βλ. Ελ. Σκοπετέα, Το «Πρότυπο βασίλειο» και η μεγάλη ιδέα. Όψεις τον εθνικού προβλήματος στην Ελλάδα (1830-1880), Δ.Δ., Α.Π.Θ., Θεσσαλονίκη 1984.

16. Βλ. Ch. Ο. Carbonnel, L' Historiographie, P.U.F., Paris 1966.

 
< Προηγ.   Επόμ. >
Θέσεις, τριμηνιαία επιθεώρηση, 36ο έτος (1982-2018), εκδόσεις Νήσος, (Σαρρή 14, 10553, Αθήνα, τηλ-fax: 210-3250058)
Το περιεχόμενο διατίθεται ελεύθερα για μη εμπορικούς σκοπούς, υπό τον όρο της παραπομπής στην αρχική του πηγή