Παντελής Πουλιόπουλος: Μια διαφορετική ανάλυση για το χαρακτήρα του ελληνικού καπιταλισμού Εκτύπωση
Τεύχος 50, περίοδος: Ιανουάριος - Μάρτιος 1995


Παντελής Πουλιόπουλος: Μια διαφορετική ανάλυση για το χαρακτήρα του ελληνικού καπιταλισμού
του Δημήτρη Κατσορίδα

Στις αρχές του 1934 πρωτοεκδόθηκε από τις εκδόσεις Γκοβόστη το βιβλίο του Παντελή Πουλιόπουλου με τίτλο: «Δημοκρατική ή Σοσιαλιστική Επανάσταση στην Ελλάδα;».

Το έργο αυτό γράφτηκε ως απάντηση στην 8η Ολομέλεια της Κεντρικής Επιτροπής του Κ.Κ.Ε. του 1934. Τότε το Κ.Κ.Ε., όπως επισημαίνει ο Πουλιόπουλος, «χάραξε μια νέα στρατηγική προγραμματική αρχή, ριζικά αντίθετη με ό,τι ίσαμε τώρα δεχόταν το Κόμμα για πρόγραμμα του: Η επανάσταση που θ' ανατρέψει την εξουσία των καπιταλιστών στην Ελλάδα δε θα είναι πια προλεταριακή, παρά θα είναι μια άλλη, "αστικοδημοκρατική", και η νέα εξουσία που θα δημιουργήσει η επανάσταση αυτή δε θα είναι η διχτατορία της εργατικής τάξης, παρά θα είναι μια κάποια "δημοκρατική διχτατορία", που δε θα την ασκήσει η εργατική τάξη μονάχη της, παρά μαζί και μοιρασμένα με τους "φτωχομεσαίους" χωρικούς. Αυτό θα είναι ένα ενδιάμεσο πολιτικό και οικονομικό καθεστώς, που θα το περάσουμε αναπότρεπτα ώσπου να 'ρθει λίγο ή πολύ γρήγορα η διχτατορία του προλεταριάτου. Και το νέο αυτό μιχτό "εργατοαγροτικό" καθεστώς δε θα εφαρμόσει μέτρα σοσιαλιστικής κοινωνικής επανάστασης, παρά θα περιορίζεται μονάχα να συμπληρώνει τον ατελείωτο ακόμα από την αντιδραστική μπουρζουαζία αστικοδημοκρατικό μετασχηματισμό της χώρας, ώσπου να ωριμάσουν έτσι - πάντα "λίγο ή πολύ γρήγορα" - οι προϋποθέσεις για την έναρξη της σοσιαλιστικής μετατροπής και στη χώρα μας ("Ριζοσπάστης" 21, 24, 25, 26 Γενάρη 1934)».

Είναι γεγονός ότι εκείνη την περίοδο, λίγοι ήταν εκείνοι που κατάλαβαν τη σημασία αυτής της στροφής. Ο Π. Πουλιόπουλος και οι σύντροφοι του κατάλαβαν την τεράστια σημασία αυτής της αλλαγής. Μάλιστα, όπως ο ίδιος αποκαλύπτει στο βιβλίο του (σελ. 24, εκδόσεις "Πρωτοποριακή Βιβλιοθήκη"), «μια τέτοια κολοσιαίας σημασίας αλλαγή, που οι συνέπειες της θιγούνε το σύνολο της πραχτικής δράσης του Κόμματος σαν ταξικού κόμματος του προλετάριο του, αναγγέλθηκε στις 21 του Γενάρη 1934 αιφνιδιαστικά, σαν αναπάντεχη είδηση για κάποιο παράδοξο γεγονός, δίχως το Κόμμα ούτε σε συνέδριο του, ούτε στη βάση του, όχι να συζητήσει, να διαφωτιστεί και να πειστεί για την ορθότητα της, μα ούτε καν να υποψιάζεται από πριν πως υπάρχει ένα τέτοιο ζήτημα. Οι τοποθετημένοι από τα πάνω υπάλληλοι της σταλινικής γραφειοκρατίας, που ποτέ δεν εκλέχτηκαν, ούτε λογοδότησαν στο Κόμμα, βλάγαν μέσα σε μια συνάθροιση τους (δήθεν 8η Ολομέλεια) το νέο "διάταγμα", και ύστερα κάλεσαν από τη μια μεριά τα τοποθετημένα από τους ίδιους πάλι πρόσωπα του τοπικού μηχανισμού τους να στείλουνε στο "Ριζοσπάστη" τις συνηθισμένες "παμψηφεί" εγκρίσεις των "αχτίβ", κι από την άλλη μεριά τα εμβρόντητα μέλη να πειθαρχήσουνε στη "γενική γραμμή" και να καταδικάσουνε "παμψηφεί" ως "αντεπαναστάτη πράχτορα του τροτσκισμού" κάθε "ασεβούντα" προς το αλάθητο της "καθοδήγησης", όμοια όπως αυτή έκανε με το μέλος της Ασημίδη» (σελ. 24).

Μέχρι και σήμερα είναι λίγοι οι μαρξιστές εκείνοι οι οποίοι διαθέτουν τόσο μεγάλη και πολύπλευρη μόρφωση για όλες τις πνευματικές εκδηλώσεις του πολιτισμού: με μεγάλες αρετές στην πολιτική δράση, ο Π. Πουλιόπουλος, έγραψε μια σειρά από βιβλία, άρθρα και μελέτες που μαρτυρούν για τον ειδικό του ρόλο στο ελληνικό και διεθνές εργατικό κίνημα. Ταυτόχρονα, μετέφρασε πολλά βασικά έργα του μαρξισμού, όπως την "Κριτική της Πολιτικής Οικονομίας" του Μαρξ (μαζί με τον Γ. Δούμα), τις "Οικονομικές θεωρίες του Καρλ Μαρξ" του Κάουτσκι, τη "θεωρία του Ιστορικού Υλισμού" του Μπουχάριν. Τμήμα από το "Κεφάλαιο" του Μαρξ (με τον Γ. Δούμα), κείμενα του Τρότσκι και διάφορα άλλα.

Ηγέτης του κινήματος των "Παλαιών Πολεμιστών" με έντονη αντιπολεμική δράση στο μικρασιατικό μέτωπο, εκλέγεται από το 3ο έκτακτο Συνέδριο του Κ.Κ.Ε. (Νοέμβριος 1924) μέλος της Κεντρικής Επιτροπής και από την Κεντρική Επιτροπή γενικός γραμματέας του κόμματος, σε ηλικία 24 χρονών. Παρακολουθεί με ανησυχία την ιστορική πάλη στις γραμμές της Τρίτης Διεθνούς, ανάμεσα στη θεωρία της διαρκούς επανάστασης (Τρότσκι) και τη θεωρία του χτισίματος του σοσιαλισμού σε μια μόνη χώρα (Στάλιν). Ο Πουλιόπουλος είναι από τους πρώτους μέσα στο Κ.Κ.Ε. που συνειδητά υιοθετεί τις θέσεις της Αριστερής Αντιπολίτευσης του Κ.Κ. της Σοβιετικής Ένωσης και της Τρίτης Διεθνούς γύρω από τον Τρότσκι. Παραιτείται από μέλος της Κεντρικής Επιτροπής του Κ.Κ.Ε. το 1926, κάνοντας κριτική για την άσχημη κατάσταση του κόμματος. Βασική ιδέα του Π. Πουλιόπουλου είναι ότι η ποιοτική στάθμη των μελών του κόμματος είναι τόσο χαμηλή ώστε δεν μπορεί να ανταποκριθεί στα καθήκοντα της εποχής. Πρέπει όλο το κόμμα να ανέβει ποιοτικά και να ξεκαθαρίσει τις γραμμές του από τα στοιχεία που το μειώνουν1.

Μέσα στο Κ.Κ.Ε. επικρατούσε τότε μεγάλη σύγχυση για την κατάσταση στην Ελλάδα, τη θέση της εργατικής τάξης και τις συνθήκες που κάτω από αυτές θα δρούσε το κόμμα. Η σύγχυση προκαλούσε μια σοβαρή κρίση για τον πολιτικό προσανατολισμό, την ανάλογη επαναστατική δράση του και κατά συνέπεια γι' αυτή την ίδια του την ύπαρξη. Η κρίση αυτή έπαιρνε όλο και πιο μεγάλη έκταση και γιατί έλειπε ο ηγετικός αφομοιωτικός πυρήνας, και γιατί το μορφωτικό επίπεδο των μελών ήτανε πολύ χαμηλό, και εξαιτίας της αδιάκοπης διαρροής τους που εξαφάνιζε τη συνέχεια και την παράδοση στο κόμμα2.

Ο Π. Πουλιόπουλος διαγράφεται από το Κ.Κ.Ε. το 1927. Η Αριστερή Αντιπολίτευση του Πουλιόπουλου και η "ομάδα του κέντρου" στην οποία ανήκε και ο Σεραφείμ Μάξιμος, ενώνονται με το όνομα "Ενωμένη Αντιπολίτευση". Η "Ενωμένη Αντιπολίτευση" διαγράφεται το 1928 από το Κ.Κ.Ε., το οποίο έμεινε χωρίς διανοούμενους. Έκτοτε, ποτέ στην ιστορία του δεν θα αποκτήσει, πλέον, μια τέτοια σοβαρή ομάδα θεωρητικών, που όμως ήταν συγχρόνως και μαχητές της καθημερινής πάλης. Στην επόμενη σταλινική περίοδο θα γίνει σαφής διαχωρισμός καθοδήγησης, αποτελούμενης σχεδόν αποκλειστικά από επαγγελματίες της επανάστασης που δίνουν γραμμή και μιας βάσης μελών που έχει καθήκον να αποδέχεται αποφάσεις και να θυσιάζεται στην καθημερινή δράση3.

Η "Ενωμένη Αντιπολίτευση" συγκροτεί μια ενιαία ομάδα με το όνομα "Σπάρτακος" που άρχισε να βγάζει από το 1928 το ομώνυμο περιοδικό της. Μέσα από τον "Σπάρτακο" διατυπώνεται, ταυτόχρονα, και μια διαφορετική ανάλυση για τον ελληνικό καπιταλισμό και συνακόλουθα για την προλεταριακή στρατηγική. Αργότερα, ο "Σπάρτακος" και η "Ενωμένη Αντιπολίτευση" με πρωταγωνιστή τον Πουλιόπουλο, ευθυγραμμίζεται οριστικά με τον Τρότσκι και την Διεθνή Αριστερή Αντιπολίτευση, οι οποίοι θα ιδρύσουν το 1939 την 4η Διεθνή.

Στη δικτατορία του Μεταξά ήταν ένας από τους λίγους που επικηρύχτηκαν από τον Μανιαδάκη. Συλλαμβάνεται το 1938 και ύστερα από αρκετούς μήνες φυλακή στην Αίγινα στάλθηκε στο στρατόπεδο της Ακροναυπλίας όπου και απομονώθηκε στο θάλαμο των ιδιαίτερα επικίνδυνων. Από εκεί μεταφέρεται το 1942 στο στρατόπεδο της Λάρισας. Στις 6 Ιουνίου 1943 εκτελέστηκε στο Κούρνοβο μαζί με άλλους 106 φυλακισμένους. Όπως αναφέρουν οι μαρτυρίες, αντιμετώπισε το εκτελεστικό απόσπασμα με θάρρος και αξιοπρέπεια και αυτός είναι που μίλησε στους Ιταλούς στρατιώτες, στη γλώσσα τους, κατά του πολέμου, της βίας και του φασισμού και για το έγκλημα που διαπράττουν σκοτώνοντας τους ταξικούς τους αδελφούς. Ο λόγος του διάρκεσε 30 40 λεπτά και εκτελέστηκε από τον αξιωματικό του αποσπάσματος, επειδή αρνήθηκαν οι φαντάροι να πυροβολήσουν.

1. Οι θεωρίες της εξάρτησης και ο ελληνικός καπιταλισμός

Ο Π. Πουλιόπουλος, χάρη στη θεωρητική και γενική του κατάρτιση και την πρακτική επαναστατική του πείρα, εκπροσωπούσε μια τάση στο ελληνικό εργατικό κίνημα, η οποία διερμήνευε τις ιδέες και το πνεύμα του επαναστατικού μαρξισμού. Αυτό φαίνεται καθαρά στα διάφορα έργα του και ιδιαίτερα στο βασικό του πόνημα "Δημοκρατική ή Σοσιαλιστική Επανάσταση στην Ελλάδα;", που για την εποχή του υπήρξε η πιο τεκμηριωμένη οικονομικοκοινωνική ανάλυσή του ελληνικού καπιταλισμού, με μεγάλη επικαιρότητα ακόμα και σήμερα. Όπως ο ίδιος παρατηρεί για την ανάλυση που επιχειρεί στο βιβλίο του, "δεν λέμε τίποτα καινούργιο μα διερμηνεύουμε τις ιδέες των δασκάλων του Επιστημονικού Κομμουνισμού, συχνά με τα ίδια τους τα λόγια από τα σχετικά χωρία των κλασικών τους έργων». Επισημαίνει δε ότι δεν έχει γίνει μια καθολική και ολοκληρωμένη έρευνα για την υφή της ελληνικής οικονομίας με τη μαρξιστική μέθοδο από τους Έλληνες μαρξιστές.

Ο Π. Πουλιόπουλος, στο έργο του αυτό, αντέκρουσε τη θέση που άρχισε από τότε (1934) συστηματικά να υποστηρίζει το Κ.Κ.Ε. με την απόφαση της 8ης Ολομέλειας, ότι η Ελλάδα ήταν υπανάπτυκτη χώρα, καθυστερημένη, αστικοτσιφλικάδικη, εξαρτημένη από τον ξένο ιμπεριαλιστικό ζυγό, μισοαποικιακή, με ασυμπλήρωτο αστικοδημοκρατικό μετασχηματισμό ικανό να ολοκληρωθεί μόνο από μια "αστικοδημοκρατική επανάσταση" και όχι σοσιαλιστική. Έτσι, αυτή η νέα στρατηγική, έβαζε ως καθήκον της τη διάλυση των "φεουδαρχικών" μορφών οικονομίας και την εθνική ενότητα και ανεξαρτησία προκειμένου να αποτιναχθεί ο ξένος ιμπεριαλιστικός ζυγός.

Είναι γεγονός ότι η αντίληψη αυτή περί "αστικοτσιφλικάδικης" και "εξαρτημένης" Ελλάδας, προερχόταν από την επικράτηση του σταλινισμού στην ΕΣΣΔ, ο οποίος άρχισε μια διαδικασία σταδιακού μετασχηματισμού της κυρίαρχης εκδοχής του μαρξισμού. Στα πλαίσια της αντίληψης αυτής η μαρξιστική θεωρία της πάλης των τάξεων, οι νόμοι κίνησης του καπιταλισμού, η μαρξιστική ανάλυση των δομικών χαρακτηριστικών της κεφαλαιακής εξουσίας, υποκαθίστανται από ένα απλουστευτικό σχήμα που αντιλαμβάνεται τον καπιταλισμό ως "εξουσία των μονοπωλίων" και το καπιταλιστικό κράτος ως εργαλείο στα χέρια των μονοπωλίων4.

Από την αντίληψη αυτή πηγάζουν, κατά την εποχή επικράτησης του σταλινισμού, μια σειρά θεωρητικές αντιλήψεις που σχηματικά μπορούμε να ονομάσουμε καταστροφολογικές, οι οποίες με τη σειρά τους μορφοποιήθηκαν στη θεωρία της "υποκατανάλωσης" και της "γενικής κρίσης" τον καπιταλισμού. θεωρίες που διατηρούν ακόμα μια κεντρική θέση στο εσωτερικό της Αριστεράς συμπεριλαμβανομένης και της κύριας μαρξιστικής αντιπολιτευτικής κίνησης, της διεθνούς τροτσκιστικής αντιπολίτευσης στον σταλινισμό.

Στην Ελλάδα η κυριαρχία του σταλινισμού συνδέεται με την αντίληψη για τον χαρακτήρα του ελληνικού καπιταλισμού, πόρισμα το οποίο εκφράζεται στην απόφαση της 8ης Ολομέλειας.

Η ανάλυση του Π. Πουλιόπουλου προσπαθεί να δείξει ότι η ελληνική οικονομία και κοινωνία έχει μπει σε μια τροχιά μεγάλων μεταβολών, αποδεικνύοντας ότι οι θεωρούμενες "προκαπιταλιστικές" μορφές στην Ελλάδα δεν ήταν "φεουδαρχικά υπολείμματα", αλλά μορφές συντηρούμενες από το σύγχρονο κεφάλαιο.

Αντίθετα, λοιπόν, με τις απόψεις αυτές σχετικά με την "εξαρτημένη" και "μισοαποικιακή" Ελλάδα, έγραφε ο Πουλιόπουλος: «Είναι γνωστό πως πραγματοποιήθηκε από την ελληνική ιμπεριαλιστική μπουρζουαζία η "εθνική ενότητα μας" μέσα στα όρια της ελληνικής αστικής δημοκρατίας με τους ιμπεριαλιστικούς πολέμους 1912 22, με το βίαιο και "εκούσιο" εξανδραποδισμό, εκπατρισμό και εξεθνισμό Τούρκων, Εβραίων, Σλάβων κ.λπ. κατοίκων της Μακεδονίας, Θράκης, Μικρασίας και Κρήτης» (σελ. 80). «Από την άποψη αυτή η ελληνική αστική τάξη είναι καιρός που έχει περάσει από το στάδιο του "αμυντικού εθνικισμού" για την εθνική ανεξαρτησία στο στάδιο του επιθετικού εθνικισμού. Κρατάει κιόλα στη Μακεδονία και στη Θράκη κάτω από τον εθνικό ζυγό ξένες μειονότητες. Είναι καθαρή ηλιθιότητα, ανάξια για συζήτηση, ο ισχυρισμός της 8ης Ολομέλειας ότι εξόν από τάλλα, ακόμα κι επειδή μια χώρα καταπιέζει ξένες εθνικές μειονότητες, βρίσκεται τάχα μπροστά στην αστικοδημοκρατική της επανάσταση! Η Αγγλία τότε, και η Αμερική ακόμα, θα είτανε τα πρότυπα "καθυστερημένων" χωρών, όπου η σοσιαλιστική επανάσταση θα είτανε μακρινή μουσική του μέλλοντος» (σελ. 81).

Στη συνέχεια, κριτικάροντας τις "προπαγανδιστικές γενικολογίες" της 8ης Ολομέλειας περί "ηγεμονίας του ξένου κεφαλαίου πάνω στο ντόπιο" (σελ. 83), απαντάει με τα εξής επιχειρήματα: «Είναι αναμφισβήτητο ότι διαφορετικά από τις αποικιακές και μισοαποικιακές (μισοφεουδαρχικές χώρες, η ντόπια καπιταλιστική μας τάξη, συνυφασμένη εξαρχής με το ξένο κεφάλαιο και με τη βοήθεια του, κρατάει σήμερα στα χέρια της τους αποφασιστικούς τομείς της οικονομικής ζωής και την πολιτική του τόπου, και τους έχει δώσει τη δική της ταξική σφραγίδα». Σε ό,τι αφορά το πρόβλημα της πάλης με τον ξένο ιμπεριαλιστικό ζυγό, τίθεται «όχι σαν πρόβλημα καμιάς ιδιαίτερης αστικοδημοκρατικής επανάστασης, μα αδιάσπαστα ενωμένο με το καθήκον της προλεταριακής σοσιαλιστικής επανάστασης. Το θέτουνε με τρόπο ανάλογο όπως μπαίνει σε μια σειρά πιο προχωρημένες καπιταλιστικές χώρες της Ευρώπης λ.χ., που, "ανεξάρτητες" κρατικά, βρίσκονται σε αντίστοιχη υποτέλεια από τον ξένο ιμπεριαλισμό. Σε μια πολύ χειρότερη τέτοιου είδους υποτέλεια βρίσκεται σήμερα με τη συνθήκη των Βερσαλιών η Γερμανία. Μια ανάλογη δημοσιονομική εξάρτηση έχουμε γενικότερα όλης της Ευρώπης, οφειλέτριας στο μεγάλο πόλεμο, από τις πιστώτριες Ενωμένες Πολιτείες της Βόρειας Αμερικής».

Στους χαρακτηρισμούς για οικονομική "κυριαρχία", "ηγεμονία" κ.τλ. του ξένου κεφαλαίου πάνω στην ελληνική κεφαλαιοκρατία, επισημαίνει ότι "ξένες" επιχειρήσεις με απόλυτη χημική καθαρότητα στην πραγματικότητα δεν υπάρχουνε στην Ελλάδα, αφού στο μετοχικό κεφάλαιο είναι μπασμένο και το ελληνικό, είτε άμεσα, είτε μέσω της Εθνικής Τράπεζας, είτε μέσω του σημαντικού ελληνικού κεφαλαίου που στο εξωτερικό ντύνεται με ελληνικές αξίες (σελ. 84). θέτει, μάλιστα, το εξής ερώτημα «- πόσο είναι το "ντόπιο" και πόσο το "ξένο" μέρος στα μετοχικά κεφάλαια λ.χ. της "ξένης" Τράπεζας Αθηνών, για να δούμε σε τι βαθμό μπορούμε να την πούμε ξένη» (σελ. 86). Επιπλέον, αφού αναφέρει κάποια στοιχεία για το ποιες είναι οι επιχειρήσεις όπου απομυζάει υπεραξία το ξένο χρηματιστικό κεφάλαιο, είτε μονάχο του, είτε μαζί με το ντόπιο (σελ. 85), διατυπώνει ταυτόχρονα την άποψη ότι «απέναντι σ' αυτά πρέπει να λογαριάσει κανείς τα ελληνικά κεφάλαια τα τοποθετημένα στο εξωτερικό, που το εισόδημα τους μπαίνει στο ενεργητικό της εθνικής μας καπιταλιστικής οικονομίας. Είναι πολύ λιγότερα από τα τοποθετημένα εδώ ξένα. Λογαριάζουν όμως οι ειδικοί πως τα ελληνικά κεφάλαια τα τοποθετημένα πρόσκαιρα (βραχυπρόθεσμα) στο εξωτερικό είναι πολύ πιο μεγάλα από τα όμοια τοποθετημένα εδώ ξένα».

Από τα παραπάνω είναι δυνατό να διαπιστωθεί ότι το ελληνικό κεφάλαιο δεν συγκρούστηκε με το ξένο, αλλά συνεργάστηκαν στη βάση των κοινών συμφερόντων τους, ανάπτυξαν τον ελληνικό καπιταλισμό.

Έτσι, αντίθετα με τους οπαδούς της "εξάρτησης", της "υποτέλειας" κ.λπ., ποτέ το ξένο κεφάλαιο δεν καταδυνάστευσε το ντόπιο και δεν το εμπόδισε ν' αναπτυχθεί. Ιδιαίτερα κατά τη δεκαετία του '60, η εισροή ξένου κεφαλαίου έγινε σε τομείς όπου δεν υπήρχε καθόλου ελληνικό κεφάλαιο ή είχε πολύ μικρή συμμετοχή. Εκεί που υπήρχε μια σημαντική παρουσία ελληνικού κεφαλαίου, το ξένο συνεργάστηκε μαζί του. Γι αυτό δεν παρατηρήθηκαν φαινόμενα "αφανισμού" ελληνικών επιχειρήσεων από τις ξένες, αλλά συνεργασιών και συγχωνεύσεων. Το ελληνικό κεφάλαιο δεν συγκρούστηκε με τις επιλογές του ξένου, αλλά συνεργάστηκε μαζί του στη βάση των κοινών συμφερόντων, ενοποιήθηκε μαζί του εντασσόμενο μεταγενέστερα στην ΕΟΚ και διεκδικώντας μια καλύτερη θέση στην ιμπεριαλιστική αλυσίδα.

Είναι γεγονός ότι η διαφορετική ιστορική ανάπτυξη κάθε καπιταλιστικής χώρας, της προσδίδει και μια ανάλογη θέση στον διεθνή καταμερισμό εργασίας. Σήμερα εκτός από τη διαίρεση των αναπτυγμένων χωρών σε τρεις σαφώς διακριτούς εμπορικούς συνασπισμούς, (ΗΠΑ Ε.Ε. Ιαπωνία) μεταξύ των οποίων αναπτύσσονται ενδοϊμπεριαλιστικές αντιθέσεις, αναπτύσσεται, μέσα στα πλαίσια της Ευρωπαϊκής Ένωσης μια διαδικασία οικονομικής ολοκλήρωσης. Η υπερεθνική οικονομική ένωση που σχηματίζεται έτσι, εμφανίζεται ως αλυσίδα χωρών οι οποίες συνδέονται μεταξύ τους με σχέσεις ανισότιμης αλληλεξάρτησης: από τη μια, ελευθερία του εμπορίου, εθνική ανεξαρτησία, από κοινού ιδιοκτησία των εργατικών τάξεων, ίσοι όροι ανταγωνισμού, κοινή εσωτερική αγορά, ελεύθερη κίνηση κεφαλαίων, και από την άλλη, ηγεμονία - αγώνας, δηλαδή, για την επικράτηση. Συνεπώς, μεταξύ της Γερμανίας που είναι η ηγεμονική δύναμη της Ευρώπης και βρίσκεται στην κορυφή της αλυσίδας, παρεμβάλλονται, ως κρίκοι ενδιάμεσης ισχύος, οι υπόλοιποι εθνικοί καπιταλισμοί της Ευρωπαϊκής Ένωσης, θα πρέπει, δηλαδή, να θυμηθούμε ξανά την κλασική πρόταση του Λένιν που παρομοιάζει τις ιμπεριαλιστικές χώρες με κρίκους μιας και της αυτής αλυσίδας. Σ' αυτήν την ευρωπαϊκή αλυσίδα ιμπεριαλιστικών χωρών εντάσσεται και ο ελληνικός καπιταλισμός, όχι ως "εξαρτημένος", υπανάπτυκτος, υποδεέστερος καπιταλισμός, αλλά ως ένα εκ των ασθενέστερων μελών μιας υπερεθνικής ένωσης που ενισχύει τη συσσώρευση κεφαλαίου στους παραγωγικά ασθενέστερους κρίκους της, που χαρακτηρίζεται δηλαδή από την αναβάθμιση κάθε εθνικού καπιταλισμού που συμμετέχει στην υπερεθνική Ένωση (αναβάθμιση που αποτελεί και την αντικειμενική βάση της συμμαχίας των εθνικών αστικών τάξεων)5. Ουσιαστικά πρόκειται για μια διάκριση ενδοϊμπεριαλιστική, διαφορετική από τη διάκριση ιμπεριαλισμού περιφέρειας. Είναι σ' αυτόν τον δυτικοευρωπαϊκό ιμπεριαλισμό που εντάσσεται και ο ελληνικός καπιταλισμός.

Αυτή την ενδοϊμπεριαλιστική διάκριση, φαίνεται να την είχε πολύ καλά υπόψη του ο Π. Πουλιόπουλος, βέβαια πάντα μέσα στα πλαίσια της δικής του εποχής.

2. Ο Π. Πουλιόπουλος και ο χαρακτήρας τον ελληνικού καπιταλισμού

Ο Π. Πουλιόπουλος και ο "ΣΠΑΡΤΑΚΟΣ", από τα πρώτα τεύχη ακόμα του περιοδικού, που αρχίζει να εκδίδεται από τον Ιανουάριο του 1928, προσανατολίζονται στην μελέτη του χαρακτήρα του ελληνικού καπιταλισμού. Ιδιαίτερα ο Σ. Μάξιμος, δημοσιεύει ένα άρθρο σε δύο συνέχειες με τον τίτλο "Μερικά προβλήματα από την εξέλιξη του καπιταλισμού στην Ελλάδα", το οποίο περιέχει ορισμένες θεωρητικές θέσεις απόλυτα αποκαλυπτικές για τον ιδεολογικό και θεωρητικό προσανατολισμό του συγγραφέα του αλλά και του περιοδικού.

Σ' αυτές τις θεωρητικές επεξεργασίες, στηρίχτηκε ο Π. Πουλιόπουλος για να γράψει το προαναφερθέν βιβλίο του, το 1934.

Συγκεκριμένα, ο Π. Πουλιόπουλος, αναλύοντας τα οικονομικά κριτήρια της 8ης Ολομέλειας του Κ.Κ.Ε., αντικρούει ουσιαστικά την θέση ότι στην Ελλάδα δεν έχει ολοκληρωθεί η αστικοδημοκρατική επανάσταση, δείχνοντας με «τρόπο αναμφίβολο την κολοσσιαία απόσταση που χωρίζει την τωρινή ελληνική πραγματικότητα από το "μισοφεουδαρχικό" νοητικό κατασκεύασμα που αποτελεί την οικονομική θεμελίωση των στρατηγικών αποφάσεων της 8ης Ολομέλειας».

Απαντώντας, στο μεθοδολογικό σφάλμα της 8ης Ολομέλειας, η οποία είναι επηρεασμένη από το πνεύμα της αναζήτησης ενός χημικά ολοκάθαρου και άμιχτου καπιταλισμού, αναφέρει ότι δίπλα και στις πιο εξελιγμένες ακόμα μορφές ενός τρόπου παραγωγής που κυριαρχεί, εξακολουθούνε να συνυπάρχουνε και να μπλέκονται απομεινάρια από οικονομικοκοινωνικές κατηγορίες παλιότερων τρόπων παραγωγής που ιστορικά έχουνε πάψει να είναι κυριαρχικά συστήματα. Συνεπώς, ο κύριος λόγος της αστικοδημοκρατικής επανάστασης που είναι η αγροτική μεταρρύθμιση και η κατάργηση των φεουδαρχικών σχέσεων, δεν υφίσταται πλέον, γιατί τα μικρά υπολείμματα από φεουδαρχικές σχέσεις ιδιοκτησίας δεν αποτελούνε την επικρατέστερη μορφή της ελληνικής οικονομίας εκείνης της περιόδου. Σχέσεις καθαρά αστικές είχαν επικρατήσει πάνω στο έδαφος των διαλυμένων φεουδαρχικών μορφών, όπως ο Αυτόνομος Σταφιδικός Οργανισμός (ΑΣΟ), η Αγροτική Τράπεζα, τα φορολογικά και τοκογλυφικά βάρη δίχως επαρκή καλλιεργητικά εφόδια κ.τλ. Ο ΑΣΟ και μόνο είναι μία απόδειξη ότι η Ελλάδα στον τομέα αυτού του εξαγωγικού προϊόντος είχε «ενσωματωθεί στο μηχανισμό της παγκόσμιας υπερεξελιγμένης καπιταλιστικής οικονομίας»; σκοπός του Οργανισμού ήταν η προστασία του σταφιδεμπορικού κεφαλαίου και του καπιταλιστικού κράτους, προκειμένου ν' αντιμετωπίσουνε το «διεθνικό συναγωνισμό και τον εξευτελισμό των τιμών στην παγκόσμια αγορά». Η χρόνια, δηλαδή, σταφιδική εμπορική κρίση, εκείνης της περιόδου, ήταν ένα φαινόμενο που μόνο μέσα στις εξελιγμένες καπιταλιστικές οικονομικές σχέσεις μπορούσε ν' αναπτυχθεί κι όχι σε φεουδαρχικές ή μισοφεουδαρχικές σχέσεις.

Αντίθετα, λοιπόν, με τις απόψεις της 8ης Ολομέλειας περί "μισοφεουδαρχικής" και "αστικοτσιφλικάδικης Ελλάδας", ο Π. Πουλιόπουλος, έγραφε το 1934: «Ανεξάρτητα από τις ιστορικές περιπέτειες του βαθμιαίου αστικοδημοκρατικού μετασχηματισμού της χώρας και ανεξάρτητα από το βαθμό της εξέλιξης των καθαρά αστικών καπιταλιστικών μορφών στα διάφορα πεδία της οικονομικής, κοινωνικής και πνευματικής ζωής της, συγκριτικά με τις εξελιγμένες χώρες της Ευρώπης, οι μορφές αυτές είναι σήμερα αναμφισβήτητα κυρίαρχες στην ελληνική οικονομία. Μια ανάπτυξη εξαιρετικά γοργή από τα 1916-1930 της βιομηχανίας, η διάλυση των κλειστών οικιακών οικονομιών, η ορμητική διείσδυση και ολοκληρωτική επικράτηση των αστικών εμπορευματικών σχέσεων στα χωριά, οι σύγχρονες μέθοδες οργάνωσης του τραπεζικού συστήματος, η συγκέντρωση και αποφασιστική επίδραση του στην αγροτική οικονομία, στη βιομηχανία και στο εμπόριο, η ύπαρξη μιας καπιταλιστικής συγκεντρωμένης εμπορικής ναυτιλίας, κ.λπ. - όλα αυτά αποδείχνουν όχι μόνο ότι οι καθαρά καπιταλιστικές σχέσεις έχουν αποφασιστικά πια επικρατήσει στην οικονομική ζωή της χώρας, μα ακόμα και ότι υπάρχει κιόλας ένα ισχυρό προλεταριάτο που συνολικά και ειδικά στο βιομηχανικό του πυρήνα, είναι το μεγαλύτερο στη Βαλκανική» (σελ. 38).

Μάλιστα, βρίσκει την ευκαιρία να τονίσει ότι η ανάπτυξη του ελληνικού καπιταλισμού είναι μια πραγματικότητα σχετικά ανεξάρτητη από την πολιτική κατάσταση του αστικού κράτους. «Όσο για το αστικό οικονομικό υπόστρωμα της Ελλάδας, αυτό είναι σε σημαντικό βαθμό ανισόμερα και πιο πολύ προχωρημένο από το πολιτικό αστικοδημοκρατικό της εποικοδόμημα» (σελ. 42). Επισημαίνει δε ότι η αστική δημοκρατία, φτάνοντας στην Ελλάδα με ιστορική καθυστέρηση, διασταυρώνεται με τις τάσεις της αντιδραστικής αναστροφής της μπουρζουαζίας, (διχτατορίες, φασισμός).

Όσον αφορά τον ρυθμό βιομηχανικής ανάπτυξης στην Ελλάδα, απαντώντας ουσιαστικά στο ηγετικό στέλεχος του Κ.Κ.Ε., Κ. θεό, που δήλωνε ότι "η χώρα δε βγάζει παρά μόνο κάτι χαλβάδες και κάτι μεντζισόλες", σημείωνε ότι μέσα σε 11 χρόνια (1917-1929) κι ενώ ο πληθυσμός της χώρας δεν αυξήθηκε ούτε κατά το μισό μαζί με τους πρόσφυγες, η βιομηχανία τριπλασιάστηκε στην αξία των εγκαταστάσεων της, έγινε δυόμισι φορές μεγαλύτερη στην αξία της παραγωγής της και πλησίασε το διπλάσιο στην αξία των εξαγωγών της. Η βιομηχανική παραγωγή από το 1923 έως το 1928 αυξήθηκε κατά 124%, ενώ από το 1924 μέχρι το 1928 ιδρυθήκανε 221 νέες Α.Ε., τοποθετηθήκανε 1.500.000.000 νέα κεφάλαια συνολικά (παλιές και νέες επιχειρήσεις) και φτιαχτήκανε 770 νέα βιομηχανικά εργοστάσια με παραπάνω δύναμη 83.000 ίππους. Επιπλέον, 75% απότις βιομηχανικές ανάγκες της χώρας, από το 1929, καλύπτονταν από την εγχώρια βιομηχανία.»

Ο Π. Πουλιόπουλος, προσεγγίζοντας την εξέλιξη του ελληνικού καπιταλισμού με τη μαρξιστική μεθοδολογία, η οποία αντιλαμβάνεται την ιστορία ως ιστορία της πάλης των τάξεων, δεν αγνοεί το διεθνή καταμερισμό της εργασίας και τους ιστορικοϋλιστικούς όρους της κοινωνικής εξέλιξης της ελληνικής οικονομίας, άρα και το διαλεχτικό συσχετισμό που βρίσκονται οι παραγωγικές δυνάμεις με τις παραγωγικές σχέσεις (κοινωνικές συνθήκες). Αντίθετα, ο σταλινισμός έχοντας ως εργαλείο ανάλυσης τη "θεωρία των παραγωγικών δυνάμεων", αντιλαμβάνεται την ιστορική εξέλιξη σαν αποτέλεσμα της "ανάπτυξης των παραγωγικών δυνάμεων", ανάπτυξη η οποία υποτίθεται ότι έρχεται σε σύγκρουση με τις παραγωγικές σχέσεις και καθιστά, έτσι, αναπόφευκτο το μετασχηματισμό των παραγωγικοί σχέσεων, θεωρεί, δηλαδή, αυτή η αντίληψη, ότι οι καπιταλιστικές παραγωγικές σχέσεις αποτελούν τροχοπέδη για τις παραγωγικές δυνάμεις, γι' αυτό άλλωστε ο καπιταλισμός βρίσκεται σε στασιμότητα6.

Έτσι ο Π. Πουλιόπουλος αντικρύζοντας την ανάπτυξη του ελληνικού καπιταλισμού με βάση τον ταξικό συσχετισμό δυνάμεων και τις κοινωνικές συνθήκες εξέλιξης του, υποστηρίζει τα εξής: «Βαρεία βιομηχανία λείπει. Είναι γενικά ελαφριά η βιομηχανία μας. Βέβαια, η καπιταλιστική Ελλάδα δε μπορεί, από την άποψη της οικονομικής της συγκρότησης και του εθνικού εισοδήματος, να χαρακτηριστεί χώρα του βιομηχανικού καπιταλισμού. Μα ούτε και "εμπορομεσιτική" ή κυρίως αγροτική. Το μεγάλο ειδικό βάρος της μικροβιοτεχνίας μας είναι σημαντικό τεκμήριο της οικονομικής καθυστέρησης μας. Η βιομηχανική καθυστέρηση δεν οφείλεται στην έλλειψη πρώτων υλών, όπως αφήνει να εννοηθεί η 8η Ολομέλεια. Η έλλειψη ντόπιας πρώτης και καύσιμης ύλης (πετρέλαια, βενζίνη κ.λπ.) δεν εμπόδισε την τεράστια βιομηχανική ανάπτυξη της Αγγλίας, Γερμανίας, κ.λπ. Όπως αντίστροφα οι τεράστιες ποσότητες από τέτοιες ύλες στην Τουρκία δε φτάσανε για να εξελιχθεί βιομηχανικά αυτή η χώρα. Ο σταλινισμός κι εδώ αγνοεί το διεθνικό καταμερισμό της εργασίας και αρνιέται τους ιστορικοϋλιστικούς όρους της κοινωνικής εξέλιξης» (σελ. 45). Στο πεδίο, όμως, της ναυτιλίας δεν παραβλέπει ότι «είναι ένας από τους πιο συγχρονισμένους και καπιταλιστικά συγκεντρωμένους κλάδους της οικονομίας μας» και ότι η Ελλάδα έρχεται δέκατη στη σειρά μέσα σε όλες τις ναυτιλιακές χώρες στον απόλυτο αριθμό χωρητικότητας σκαφών σε τόνους και έκτη αν ληφθούν υπόψη οι σχετικές αναλογίες ανάμεσα στους πληθυσμούς.

3. Η "δημοκρατική" επανάσταση της εργατικής αθλιότητας και η αθλιότητα της δημοκρατικής επανάστασης

Ο Π. Πουλιόπουλος ως μαρξιστής, ο οποίος εφάρμοζε τη διαλεχτική μέσα στη συγκεκριμένη ιστορική και κοινωνική εξέλιξη και που, ταυτόχρονα, ζούσε αυτές τις εξελίξεις μαζί με το ίδιο το κίνημα της εργατικής τάξης, δεν παρέλειψε να επισημάνει ότι αυτή η μεγάλη ανάπτυξη της ελληνικής βιομηχανίας στηρίχτηκε - εκτός από το προστατευτικό δασμολόγιο, το πλάτεμα της αγοράς και το νομισματικό πληθωρισμό - στην εξαθλίωση της εργατικής τάξης και στην αριθμητική αύξηση του προλεταριάτου.

Παρουσιάζοντας μια σειρά από στοιχεία που δείχνουν την αξιοσημείωτη αύξηση του αριθμού των αγροτικών προλεταρίων, τη σημαντική αριθμητική αναλογία του βιομηχανικού προλεταριάτου σχετικά με όλη την εργατική τάξη και όλου του ελληνικού προλεταριάτου σχετικά με τον πληθυσμό της χώρας, καθώς επίσης την αναλογία γεωργικού και αστικού πληθυσμού και ειδικότερα την πυκνή συγκέντρωση του πληθυσμού στα μεγάλα αστικά κέντρα, φανερώνει το μεγάλο βαθμό αστικοποίησης στην Ελλάδα που η 8η Ολομέλεια τη θεωρούσε αγροτική χώρα. Συγκρίνοντας, μάλιστα, τα στοιχεία για την ελληνική αστική εξέλιξη με μερικές άλλες αναπτυγμένες και καθυστερημένες χώρες της Ευρώπης, ώστε να παρουσιάσει μια εικόνα όσο γίνεται πιο καθαρή, καταρρίπτει τη θέση της 8ης Ολομέλειας του Κ.Κ.Ε. η οποία μιλούσε για αριθμητική αδυναμία του ελληνικού προλεταριάτου. Ουσιαστικά, «η απόφαση της 8ης Ολομέλειας εγκαταλείπει την προλεταριακή επανάσταση για μια άλλη αστικοδημοκρατική. Αυτή θα ‘χει άλλες κινητήριες δυνάμεις από την προλεταριακή και θα "περάσει" τάχα "πολύ ή λίγο αργά σε σοσιαλιστική"».

Συγκεκριμένα, τα στοιχεία που παραθέτει ο Πουλιόπουλος, στο βιβλίο του, για το σύνολο του απασχολούμενου ενεργού πληθυσμού πάνω από δέκα ετών, δείχνουν ότι το 26,37% είναι ημερομίσθιοι εργάτες, ενώ συνολικά το προλεταριάτο (μισθωτοί εργάτες και υπάλληλοι γενικά) είναι 32,74% (σελ. 57, 58 κ.λπ.). Παρατηρεί, όμως, πως πρέπει να λάβουμε υπόψη ότι πολύ σημαντικό μέρος από τους "μη δηλώσαντες επάγγελμα" (2.069.212), ανήκει στην εργατική τάξη. Γεγονός, το οποίο σημαίνει ότι το ποσοστό της εργατικής τάξης μεγαλώνει ακόμα περισσότερο.

Βέβαια, όπως ήδη αναφέραμε - συμβουλευόμενοι, πάντα, την ανάλυση του Πουλιόπουλου - μαζί με την αριθμητική αύξηση της εργατικής τάξης αυξάνουν και τα φαινόμενα εξαθλίωσης της.

Η 8η Ολομέλεια, στηριζόμενη στο πραγματικό γεγονός της αθλιότητας των όρων ζωής και εργασίας του ελληνικού προλεταριάτου, οδηγήθηκε στη σκέψη ότι όλα αυτά τα φαινόμενα της καπιταλιστικής βαρβαρότητας συμβαίνουν μόνο στις "αστικοδημοκρατικά ασυμπλήρωτες χώρες σαν την Ελλάδα" και πως γι' αυτό χρειάζεται, υποτίθεται, πριν από τη σοσιαλιστική επανάσταση μια άλλη "αστικοδημοκρατική" επανάσταση, για να συμπληρώσει πρώτα τον αστικοδημοκρατικό μετασχηματισμό.

Αντίθετα, ο Πουλιόπουλος επικαλούμενος το "Κομμουνιστικό Μανιφέστο" των Μαρξ Ένγκελς, ισχυρίστηκε ότι «τα φαινόμενα του ξαναγυρισμού της κεφαλαιοκρατίας στις βαρβαρότητες της χαραυγής του καπιταλισμού, γεμίζουνε σήμερα τη ζωή σε όλες τις καπιταλιστικές χώρες και τις πιο εξελιγμένες. Ίσα ίσα σ' αυτές τις τελευταίες περισσότερο. Όλες οι μεγάλες κατακτήσεις της εργατικής τάξης, τη μία ύστερ' απ' την άλλη, τις καταργούν ή τις ποδοπατούνε στην πράξη με πολύ ή λίγο απροκάλυπτο τρόπο, ολικά ή μερικά, ανάλογα με τη δύναμη της οργανωμένης αντίστασης από την εργατική τάξη σε κάθε χώρα. Κοινωνικές ασφαλίσεις, εργατική και κοινωνική νομοθεσία γενικότερα, οχτάωρο, νυχτερινή και ανθυγιεινή εργασία, προστασία παιδιού και γυναίκας κ.λ.π.». Ταυτόχρονα, διαβλέποντας ότι οι αντιλήψεις της 8ης Ολομέλειας έχουν τη ρίζα τους στο παλιό σχήμα της αστικής μεταρρύθμισης και του δημοκρατικού "διορθώματος" του καπιταλισμού, το οποίο υποστήριζε ο ρεφορμισμός και η 2η Διεθνής, ο Πουλιόπουλος απαντούσε ότι κάτω από αυτές τις συνθήκες, που οι καταχτήσεις της εργατικής τάξης δέχονται την αγριότερη επίθεση από το κεφάλαιο και το κράτος του, χάνεται ολότελα η ειδυλλιακή φυσιογνωμία για "μεταρρύθμιση" του καπιταλισμού, που τόσο επίμονα υποστηρίζει η σοσιαλδημοκρατία. Ουσιαστικά, ο Πουλιόπουλος κάνει κριτική στην περίφημη "θεωρία των σταδίων" που προωθούσε ο σταλινισμός, μία άποψη καθαρά σοσιαλδημοκρατική, η οποία έβλεπε με μηχανιστικό και αφηρημένο τρόπο την καπιταλιστική εξέλιξη στην Ελλάδα: Μεσαιωνική βαρβαρότητα στη χαραυγή του καπιταλισμού. Ύστερα, μεταρρυθμιστική πάλη και τέλος, συμπλήρωση του μεταρρυθμιστικού αυτού έργου από μια, όχι σοσιαλιστική, μα αστικοδημοκρατική επανάσταση.

Πρόκειται για μια θεωρία και μεθοδολογία ριζικά αντίθετη με τη διαλεκτική του Μαρξ. Όπως λέει ο Πουλιόπουλος, η θεωρία των σταδίων δεν μπορεί να ερμηνεύσει τη διαπλοκή δύο περιόδων του συγκεκριμένου ιστορικού καπιταλισμού: «Δε βλέπει καθόλου ότι ο νεαρός ελληνικός καπιταλισμός, ιστορικά, συγκεκριμένα, χρειάστηκε να περάσει τα στάδια του αφηρημένου αυτού σχήματος με διαφορετικό τρόπο από τον αγγλικό έξαφνα. Ότι η ελληνική καπιταλιστική οικονομία δε ζει κλεισμένη αεροστεγώς μέσα σ' ένα εθνικό θερμοκήπιο, ούτε μέσα στα αφηρημένα σχήματα της "καθαρής" θεωρίας, αλλά μέσα σε ένα ζωντανό, συγκεκριμένο διεθνικό περιβάλλον και δέχεται αποφασιστικά την επίδραση του και συμμερίζεται τις τύχες του. Έτσι αυτή η οικονομία αναγκαστικά έχει μέσα της συνθεμένες και διασταυρωμένες σε ιστορικώς αδιάλυτα συμπλέγματα και τις δύο τάσεις, της καπιταλιστικής ανατολής και της καπιταλιστικής δύσης μαζί... Τα φουγάρα της μοντέρνας μεγάλης φάμπρικας συνταιριασμένα στον Πειραιά με πρωτόγονες συχνά μέθοδες παραγωγικής εκμετάλλευσης. Ο τόσο παινεμένος από τον αστικό τύπο αμερικανισμός των βιομηχανικών εργοστασίων Παπαστράτου - ντερνιέ κρι καπιταλιστικής βιομηχανικής οργάνωσης - συνοδευόμενος από την πιο απάνθρωπη εκμετάλλευση της υπερεργασίας και από μεροκάματα πείνας για την εργάτρια και τον εργάτη. Τα μεγάλα κλωστοϋφαντήρια, ταπητουργεία, χημικά εργοστάσια, χρωματουργεία, μηχανουργεία κ.λπ. στην Αθήνα, στο Φάληρο, στον Πειραιά, στη Θεσσαλονίκη, στο Βόλο, στη Νάουσα, στην Καβάλα, στοιβαγμένα με χιλιάδες προσφυγόπουλα και προσφυγοπούλες που ξεζουμίζονται άγρια με 10 και περισσότερες ώρες δουλειά και 10 δραχμές ή λιγότερο μεροκάματο, λιώνουνε μέσα στη σκόνη, στην ασφυξία, καταπετσοκόβονται από τα απροφύλαχτα λεπίδια και τις ρόδες των μηχανών, τρομοκρατούνται από άσπλαχνους κέρβερους επιστάτες και μισθοφόρους τοποτηρητές του κεφαλαίου, από οργανωμένες μυστικές αστυνομίες των επιχειρήσεων, πρόστιμα, αυθαίρετες απολύσεις κ.λπ. Γενικά, τα χαρακτηριστικά της συγχρονισμένης βιομηχανικής οργάνωσης αγκαλιασμένα με τις βάρβαρες συνθήκες και τους φριχτούς όρους δουλειάς του αγγλικού προλεταριάτου στο προπό μισό του 19ου αιώνα» (σελ. 69).

4. Η θεωρητική παράδοση τον επαναστατικού μαρξισμού

Ο Π. Πουλιόπουλος, στηριζόμενος στο βιβλίο του Σεραφείμ Μάξιμου "Κοινοβούλιο ή Δικτατορία", το οποίο εκδόθηκε το 1930, επιχειρεί μια μικρή ανάλυση του κοινωνικού χαρακτήρα των δύο κυρίαρχων αστικών κομμάτων της εποχής του, του Φιλελεύθερου και του Λαϊκού (σελ. 71).

Αναφέρει ότι τόσο το Φιλελεύθερο όσο και το Λαϊκό Κόμμα είναι οι δύο αντιμαχόμενες δυνάμεις της ελληνικής μπουρζουαζίας και πως οι διαφορές που χωρίζουνε τα δύο αυτά μεγάλα κόμματα από την άποψη των καπιταλιστικών συμφερόντων δεν είναι τόσο βαθιές. «Η διαφορά που υπάρχει ανάμεσα τους πηγάζει από το διαφορετικό χαρακτήρα της ιστορικής τους προέλευσης και εξέλιξης και από τις επιδράσεις κάθε φορά των ανταγωνιζομένων κοινωνικών και πολιτικών ρευμάτων στη χώρα». Δηλαδή, όπως ο Μάξιμος, έτσι και ο Πουλιόπουλος καταλαβαίνει ότι το ποια αστική πολιτική θα κυριαρχήσει, δεν καθορίζεται μόνο από τα μακροπρόθεσμα αστικά συμφέροντα, αλλά και από την παρέμβαση των μαζών, «από τις επιδράσεις κάθε φορά των ανταγωνιζομένων κοινωνικών και πολιτικών ρευμάτων στη χώρα». Με λίγα λόγια, «από το κατά πόσο και το πώς θα καταφέρουν τα διαφορετικά αστικά κόμματα (και, προπαντός, το κοινοβουλευτικό σύστημα ως σύνολο), ν' "αντιπροσωπεύουν" τις μάζες, από τη δυνατότητα τους επομένως να ασκήσουν "ηγεμονική πολιτική"»7.

Ο Πουλιόπουλος συνοψίζει τη θέση του αυτή ως εξής " - για να τραβηχτούνε τα διάφορα αυτά στρώματα τόσο της μπουρζουαζίας όσο και της μικρομπουρζουαζίας και των εργατών, για να βοηθήσουν ενεργά ή ν' ανεχτούνε παθητικά την πολιτική εκείνη που συμφέρει στους γενικούς σκοπούς της τάξης του κεφαλαίου, χρειάζονται κάθε φορά ιδιαίτερα συνθήματα, ιδιαίτερες μορφές οργανωτικές, ιδιαίτερα μοτίβα προπαγάνδας και ζύμωσης, ιδιαίτερες "ιδεολογίες", μ' ένα λόγο μια ιδιαίτερη πολιτική σκηνοθεσία. Από εδώ πηγάζει η ιστορική αναγκαιότητα περισσότερων κομμάτων της μπουρζουαζίας σε κάθε χώρα και σε κάθε εποχή» (σελ. 73). Ταυτόχρονα, ο Πουλιόπουλος, διακρίνει την αστική τάξη, όπως εξάλλου και κάθε άλλη κοινωνική τάξη, ως ένα ζωντανό κοινωνικό σχηματισμό με εσωτερικές αντιθέσεις και όχι σαν "μονολιθικό" πράμα. Αντιθέσεις που «πηγάζουν από σχετικές διαφορές διαστρωματικές της ίδιας τάξης, δηλαδή διακρίσεις ανάμεσα στα ιδιαίτερα στρώματα που συναπαρτίζουν την ενότητα. Αυτά είναι στρώματα με διαφορετική προέλευση και οικονομική βάση... με διαφορετικό βαθμό ταξικής ηλικίας και συνειδητοποίησης, με διαφορετικούς οικονομικούς, ιστορικούς, διεθνικούς, τοπικούς, πολιτικούς, δεσμούς και παραδόσεις, άρα με μια διαφορετική ως ένα βαθμό ψυχολογία και νοοτροπία».

Στη βάση αυτής της προσέγγισης, ο Πουλιόπουλος, καθορίζει τον κοινωνικό χαρακτήρα των κομμάτων και ιδιαίτερα των δύο μεγάλων αστικών κομμάτων, δίνοντας τους τον χαρακτηρισμό ως «δύο κόμματα του νεαρού ελληνικού ιμπεριαλισμού». Έτσι, μ' αυτό το σκεπτικό κρίνεται μάταια οποιαδήποτε προσπάθεια συμμαχίας με ένα από τα δύο αυτά κόμματα, προβλέποντας μάλιστα ότι η ηγεσία του Κ.Κ.Ε. θα φτάσει μέχρι τη συνεργασία μαζί τους (σύμφωνο Σοφούλη Σκλάβαινα), δέσμια της "αστικοδημοκρατικής" προοπτικής και του "δημοκρατικού αντιφασισμού".

Το Κ.Κ.Ε. είναι, πλέον, δέσμιο της γραμμής της "αστικοδημοκρατικής επανάστασης" και της "θεωρίας των σταδίων". Αυτή η αντίληψη, η οποία όπως είπαμε εκφράστηκε στην 8η Ολομέλεια, είχε ως συνέπεια να δικαιολογεί τη διαρκή "συνεργασία των τάξεων" και τη συμμαχία με τα κόμματα της "εθνικής αστικής τάξης", με το πρόσχημα της ολοκλήρωσης του "αστικοδημοκρατικού μετασχηματισμού".

Οι καταστροφικές συνέπειες αυτής της γραμμής θα φανούν, ακόμα καθαρότερα, στην Κατοχή. Τη στιγμή που στο μεγαλύτερο τμήμα της Ελλάδας έχει κυριαρχήσει η λαϊκή εξουσία και λειτουργούν θεσμοί όπως η Λαϊκή Δικαιοσύνη, η Τοπική Αυτοδιοίκηση και ο Λαϊκός Στρατός, το Κ.Κ.Ε., δέσμιο της ολοκλήρωσης αυτού του κοινωνικού σταδίου που έχει εφεύρει, θα επιζητήσει όχι μόνο τη συμμαχία αλλά και την ένταξη του (υποταγή) κάτω από τα αστικά κόμματα, χωρίς αυτό βέβαια να σημαίνει ότι η ήττα μπορεί να αποδοθεί μόνο σε "λάθη" μιας ηγεσίας.

Σίγουρο είναι πάντως, ότι από τότε μέχρι σήμερα, η ανάπτυξη της Αριστεράς δεν γίνεται μέσα από ένα σοσιαλιστικό πρόγραμμα, το οποίο θα συνδέεται με τη μελέτη τον ελληνικού καπιταλισμού, αλλά από αντιιμπεριαλιστικά και εθνικοανεξαρτησιακά συνθήματα. Γι αυτό άλλωστε, μέχρι σήμερα, προσπαθούσε και προσπαθεί να εφαρμόσει τη συμμαχία της με τη λεγόμενη "εθνική" αστική τάξη, τους "αστούς δημοκράτες", με πρωταρχικό στόχο της την πάλη για "εθνική ανεξαρτησία" και "αυτοδύναμη οικονομική ανάπτυξη".

Η θεμελιώδης σημασία της διαφορετικής εκτίμησης, από τον Πουλιόπουλο και την ομάδα "Σπάρτακος", για τον χαρακτήρα του ελληνικού καπιταλισμού και της επανάστασης, θα φανεί πληρέστερα όταν μελετηθεί η πραγματική ιστορία του ελληνικού εργατικού κινήματος και αποκατασταθεί ο θεωρητικός και πρακτικός ρόλος που έπαιξαν ξεχωριστές φυσιογνωμίες, όπως αυτή του Π. Πουλιόπουλου, πρωτοπόρου διανοούμενου αγωνιστή και θεμελιωτή του επαναστατικού μαρξισμού στην Ελλάδα.

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ:

1. Λιβιεράτος Δ.: Παντελής Πουλιόπουλος. Ένας διανοούμενος επαναστάτης, εκδ. Γλάρος, Αθήνα.

2.. "Διεθνιστής", Ιούνης 1943 (Όργανο του τεταρτοδιεθνιστικού Κόμματος ΚομμουνιστώνΔιεθνιστών Ελλάδας): Παντελής Πουλιόπουλος (Αφιέρωμα).

3. Λιβιεράτος Δ.: ο.π.

4. Μηλιός Γ.: Ο Μαρξισμός στο Μεσοπόλεμο και ο Σεραφείμ Μάξιμος, "θέσεις", Ιανουάριος Μάρτιος 1989, τ. 26.

5.. Ιωακείμογλου Η.: Ηγεμονία και Ολοκλήρωση. Η διεθνής οικονομία στη δεκαετία του '90, (βλέπε σελίδες 100-119), εκδ. ΙΑΜΟΣ, Αθήνα 1994.

6.. Μηλιός Γ.: Ο ελληνικός κοινωνικός σχηματισμός. Από τον επεκτατισμό στην καπιταλιστική ανάπτυξη, (βλέπε Μέρος Πρώτο και Δεύτερο), εκδ. Εξάντας, Αθήνα 1988.

7. Μηλιός Γ.: Ο Μαρξισμός στο Μεσοπόλεμο και ο Σεραφείμ Μάξιμος, ο.π.

 
< Προηγ.   Επόμ. >
Θέσεις, τριμηνιαία επιθεώρηση, 36ο έτος (1982-2018), εκδόσεις Νήσος, (Σαρρή 14, 10553, Αθήνα, τηλ-fax: 210-3250058)
Το περιεχόμενο διατίθεται ελεύθερα για μη εμπορικούς σκοπούς, υπό τον όρο της παραπομπής στην αρχική του πηγή