Οικονομική κρίση και μερίδιο των μισθών στο καθαρό προϊόν Εκτύπωση
Τεύχος 52, περίοδος: Ιούλιος - Σεπτέμβριος 1995


Οικονομική κρίση και μερίδιο των μισθών στο καθαρό προϊόν:
Ανάπτυξη μέσω λιτότητας;1
του Γιάννη Μηλιού

Στη μνήμη του Αννίβα (20.04.81 - 16.05.95)

1. Η οικονομική κρίση και η συνταγή για το ξεπέρασμά της

Ένα φάντασμα έχει κυριεύσει την Ευρώπη - το φάντασμα της λιτότητας. Για δύο σχεδόν δεκαετίες, οι κυβερνήσεις και οι οικονομικοί επιτελείς τους, οι εκπρόσωποι των διεθνών οργανισμών και οι "εθνικοί" εμπειρογνώμονες κάθε χώρας, ο "σοβαρός" τύπος και η συντριπτική πλειοψηφία των πανεπιστημιακών, ακόμα και μια μερίδα της συνδικαλιστικής ηγεσίας ομονοούν στην άποψη ότι βασική προϋπόθεση για να θεραπευθούν τα δεινά της οικονομίας είναι να συμπιεσθούν οι μισθοί, ή, έστω, να συγκρατηθεί η αύξησή τους σε περίπου μηδενικά πραγματικά επίπεδα.

Η συμπίεση των μισθών προβάλλεται έτσι ως μια αναγκαία, λίγο-πολύ προσωρινή θυσία, που μπορεί να εγγυηθεί ένα καλύτερο μέλλον: την ανάκαμψη της οικονομίας, την επίτευξη και πάλι ψηλών ρυθμών μεγέθυνσης της επιχειρηματικής δραστηριότητας, συνεπώς την αύξηση της απασχόλησης, τη μείωση της ανεργίας και των κρατικών ελλειμμάτων και, τελικά, την αύξηση και αυτών των μισθών.

Όμως, το παρόν διαρκεί πολύ. Η λιτότητα διαιωνίζεται μαζί με την ανεργία, καθώς οι ανακάμψεις που ακολουθούν τις φάσεις ύφεσης δεν είναι ικανές να εγκαθιδρύσουν τους υψηλούς ρυθμούς μεγέθυνσης που γνώρισαν οι καπιταλιστικές οικονομίες τις δύο ή τρεις δεκαετίες μετά το τέλος του Β' Παγκοσμίου Πολέμου.

Αν μείνουμε για λίγο στη φαινομενολογία της οικονομικής δυσπραγίaς, θα παρατηρήσουμε ότι έχουμε να κάνουμε με τρείς τύπους κρισιακών συμπτωμάτων:

* Κρίση του κεφαλαίου, ή έστω μιας σημαντικής μερίδας του, που εκδηλώνεται με μειωμένα επίπεδα κερδών, χαμηλούς ρυθμούς επένδυσης, συρρίκνωση των πωλήσεων, υποαπασχόληση ενός υπολογίσιμου τμήματος του ήδη επενδεδυμένου κεφαλαίου. Σε ορισμένες συγκυρίες και οικονομικούς κλάδους, κυρίως της μεταποίησης, η κρίση του κεφαλαίου οδηγεί ατην υπερχρέωση, τη χρεοκοπία και το κλείσιμο ενός αριθμού επιχειρήσεων.

* Κρίση των δημοσίων οικονομικών, με την αύξηση του δημοσίου χρέους και των ελλειμμάτων του κρατικού προϋπολογισμού.

* Κρίση της εργασίας, με την αύξηση της ανεργίας και τη συρρίκνωση του εισοδήματος όσων ζουν από τη μισθωτή δουλειά, την επανεμφάνιση πληθυσμών σε συνθήκες περιθωριοποίησης, με οικογενειακά εισοδήματα κάτω από το όριο της φτώχειας κ.ο.κ.

Η κυρίαρχη θεωρητική-ιδεολογική αντίληψη και πολιτική, θεωρεί λοιπόν, ότι οι τρεις αυτές κρίσεις αποτελούν όψεις μιας και της αυτής κατάστασης, η ισχυρή πλευρά της οποίας είναι η κρίση του κεφαλαίου, και ειδικότερα η κρίση των κερδών. Σε πείσμα όχι απλώς των θεωρητικών προσεγγίσεων του Μαρξ σχετικά με τον βιομηχανικό εφεδρικό στρατό, αλλά και αυτής ακόμα της Γενικής Θεωρίας του Κέυνς, η κυρίαρχη προσέγγιση αρνείται ότι μπορεί να υπάρξει μια συγκυρία ισορροπίας στην αγορά αγαθών, δηλαδή πλήρους απασχόλησης του παραγωγικού δυναμικού (επομένως ξεπεράσματος των συμπτωμάτων της κρίσης του κεφαλαίου) με παράλληλη ανισορροπία στην αγορά εργασίας, δηλαδή με διατήρηση ή και επιδείνωση της ανεργίας (επομένως και της κρίσης της εργασίας).

Όμως οι αδυναμίες της κυρίαρχης αντίληψης δεν έγκεινται μόνο στο γεγονός ότι αδυνατεί να τεκμηριώσει τη βασική θέση της, ότι δηλαδή η θεραπεία της κρίσης του κεφαλαίου θα θεραπεύσει αυτομάτως και την κρίση της εργασίας (και του κράτους). Στην πραγματικότητα η θεώρηση ότι η κρίση της οικονομίας (ή οι ανισορροπίες της οικονομίας, όπως συνήθως λέγεται) μπορεί να αντιμετωπιστεί με βάση μια πολιτική λιτότητας στηρίζεται σε μια σειρά απλουστευτικές θέσεις ή σε κάποια απλοϊκά επιχειρήματα, τα οποία έχουν βεβαίως το προσόν ότι είναι εύληπτα από τους εκλαϊκευτές των ΜΜΕ, αλλά όμως τα οποία λίγη μόνο σχέση έχουν με την πραγματικότητα, όπως θα γίνει φανερό στα επόμενα:

Σύμφωνα, λοιπόν, με το κυρίαρχο οικονομικό δόγμα, η συμπίεση των μισθών θα επιφέρει ως άμεσο αποτέλεσμα την αύξηση των κερδών, η οποία με τη σειρά της θα προκαλέσει αύξηση των ρυθμών επένδυσης και συνεπώς ψηλότερους ρυθμούς ανάπτυξης. Παράλληλα, η συμπίεση των μισθών συνεπάγεται τη μείωση της ζήτησης για καταναλωτικά αγαθά, γεγονός που οδηγεί στην αποκλιμάκωση του πληθωρισμού. Τόσο η μείωση του πραγματικού μισθού καθαυτή, όσο και επακόλουθη αύξηση των επενδύσεων ενθαρρύνουν τους εργοδότες στο να προσφέρουν περισσότερη εργασία στους μισθωτούς, γεγονός που συνεπάγεται, τελικά, και τη μείωση της ανεργίας.

Την αντίληψη αυτή, που θέτει τους μισθούς στο στόχαστρο και νομιμοποιεί τις πολιτικές λιτότητας, κωδικοποιεί με συνοπτικό τρόπο το Λευκό Βιβλίο της Ε.Ε., όπου διαβάζουμε: "Υπάρχει ευρεία συναίνεση ως προς την ανάγκη συνέχισης της μισθολογικής συγκράτησης καθώς και για τα θετικά αποτελέσματα που συνεπάγεται η συγκράτηση αυτή (...) Υπό κανονικές συνθήκες, οι κατά κεφαλήν ονομαστικοί μισθοί θα μπορούσαν να αυξάνονται κατά ένα ποσό ισοδύναμο με (...) το ύψος του πληθωρισμού (...) επαυξανόμενο με το ποσοστό αύξησης της παραγωγικότητας, το οποίο μπορεί να διανεμηθεί στους μισθωτούς" (Λευκό Βιβλίο, μέρος Β', κεφ. 1.5, Ριζοσπάστης-Ειδική έκδοση 1994, σελ. 53, οι υπογρ. δικές μου, Γ.Μ.). Στη συνέχεια, για να παρουσιαστεί "το ποσοστό αύξησης της παραγωγικότητας, το οποίο μπορεί να διανεμηθεί στους μισθωτούς" ως ανύπαρκτο, διατυπώνεται ο παράδοξος ισχυρισμός ότι η αύξηση της παραγωγικότητας της εργασίας (που παραγόμενου καθαρού προϊόντος ανά απασχολούμενο) δεν προέρχεται από την αναδιάρθρωση της παραγωγής, την εισαγωγή τεχνολογικών καινοτομιών και νέων συστημάτων μηχανών κ.ο.κ., αλλά αποκλειστικά από τη μείωση του αριθμού των απασχολουμένων: "Στην παρούσα κατάσταση, η αύξηση της παραγωγικότητας οφείλεται αποκλειστικά στην κατάργηση των υπερβαλλουσών θέσεων εργασίας λόγω της μείωσης της παραγωγής και δεν αντιστοιχεί σε οποιαδήποτε δημιουργία πλούτου που μπορεί να αναδιανεμηθεί" (Λευκό Βιβλίο, μέρος Β', κεφ. 1.5, Ριζοσπάστης-Ειδική έκδοση 1994, σελ. 53, οι υπογρ. δικές μου, Γ.Μ.).

2. Οι παράγοντες που καθορίζουν την κρίση του κεφαλαίου Η πραγματικότητα αποδεικνύεται, όμως, πολύ περισσότερο πολύπλοκη από την απλουστευτική εικόνα που δίνει η υπέρ της λιτότητας απολογητική:

Ο καθοριστικός παράγοντας που κρίνει την απόδοση της καπιταλιστικής οικονομίας συνολικά, αλλά και των επιμέρους τομέων ή τμημάτων της, μέχρι τη μεμονωμένη επιχείρηση, δεν είναι γενικά το κέρδος ή τα κέρδη, αλλά το ποσοστό κέρδους, ο λόγος του κέρδους προς το συνολικό επενδεδυμένο κεφάλαιο. Το ύψος του μισθού δεν είναι επομένως ούτε η μοναδική ούτε η καθοριστική παράμετρος που επηρεάζει ή ρυθμίζει την οικονομική αποδοτικότητα, εφόσον το ποσοστό κέδρους εξαρτάται επίσης, και σε μεγαλύτερο βαθμό σε σύγκριση με το ύψος του μισθού, από την παραγωγικότητα της εργασίας (το παραγόμενο καθαρό προϊόν ανά απασχολούμενο) και την ένταση κεφαλαίου (το συνολικά επενδυμένο κεφάλαιο ανά απασχολούμενο). Η παραγωγικότητα της εργασίας από κοινού με το απόλυτο ύψος του μισθού ρυθμίζει τη μερίδα του, δηλαδή τη συμμετοχή των μισθών στο καθαρό προϊόν, ενώ από κοινού με την ένταση κεφαλαίου ρυθμίζει το λόγο προϊόντος κεφαλαίου, ή το παραγόμενο προϊόν ανά μονάδα κεφαλαιακού αποθέματος.

Αν θεωρήσουμε τη διαφορά ανάμεσα στο πάγιο και στο συνολικό σταθερό κεφάλαιο (πάγιο και κυκλοφορούν) αμελητέα ή έστω μικρή, τότε η αποδοτικότητα του παγίου κεφαλαίου αποτελεί ένα δείκτη που προσεγγίζει το ποσοστό κέρδους, η εξέλιξη του οποίου μάλιστα μπορεί, κατά περίπτωση, να γίνει αντικείμενο εμπειρικής μελέτης και μέτρησης.

Η αποδοτικότητα του παγίου κεφαλαίου, R, δίνεται από τη σχέση:

R = (Y-L)/K (1)

όπου Υ είναι το καθαρό προϊόν, L οι συνολικοί μισθοί και Κ το κεφαλαιακό απόθεμα.

Διαιρώντας αριθμητή και παρονομαστή δια του Υ, η σχέση (1) γράφεται:

R = [1 - (L/Y)][Y/K] (2)

Η αποδοτικότητα του παγίου κεφαλαίου, R, είναι, λοιπόν το γινόμενο της μερίδας των κερδών [1 - (L/Y)] και του λόγου προϊόντος/κεφαλαίου [Y/K].

Η μερίδα των κερδών [1 - (L/Y)] αυξάνει όσο μειώνεται η μερίδα των μισθών (L/Y). Η εξέλιξη όμως αυτής της τελευταίας δεν εξαρτάται μόνο από το ύψος των μισθών. Αν Ν είναι ο συνολικός αριθμός των απασχολουμένων, τότε έχουμε:

L/Y = (L/N)/(Y/N) (3)

Η μερίδα των μισθών, L/Y, είναι επομένως το πηλίκο του μέσου μισθού, (L/N), δια της παραγωγικότητας της εργασίας (καθαρό προϊόν ανά απασχολούμενο), (Y/N).


Στο Διάγραμμα 1 παρουσιάζεται η διαχρονική εξέλιξη της αποδοτικότητας του παγίου κεφαλαίου, R, της μερίδας των μισθών (L/Y), και της "παραγωγικότητας του κεφαλαίου" (Υ/Κ) για τη συνολική οικονομία των 12 χωρών-μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Όλοι οι υπολογισμοί έγιναν (όπως και για τα διαγράμματα που ακολουθούν) σε σταθερές τιμές, με έτος βάσης το 1970. Παρατηρούμε ότι η πτωτική τάση του R αντιστρέφεται στις αρχές της δεκαετίας του 1980, ως αποτέλεσμα τόσο της μείωσης της μερίδας των μισθών (L/Y), όσο και της σταθεροποίησης της τιμής του λόγου προϊόντος/κεφαλαίου (Υ/Κ).

Διάγραμμα 1

Αυτό που ιδιαίτερα αξίζει να προσέξουμε είναι, εντούτοις, το γεγονός ότι οι τιμές της αποδοτικότητας του παγίου κεφαλαίου, R, παραμένουν μέχρι το 1990 που εκτείνονται οι χρονοσειρές μας χαμηλότερες από τις αντίστοιχες τιμές της περιόδου 1970-73, παρά τη μείωση κατά αυτό το χρονικό διάστημα της μερίδας των μισθών (L/Y). Το αποτέλεσμα αυτό προκύπτει από το γεγονός ότι η "παραγωγικότητα του κεφαλαίου" (Υ/Κ) περιορίζεται σε σημαντικά χαμηλότερες τιμές από ό,τι στις αρχές της δεκαετίας του 1970.

Αντίστοιχα είναι τα συμπεράσματα που προκύπτουν από το Διάγραμμα 2, στο οποίο παρουσιάζεται η εξέλιξη των ίδιων δεικτών (R, L/Y, Y/K) για την ελληνική "μεγάλη" βιομηχανία (επιχειρήσεις με περισσότερους από δέκα εργαζομένους) και για το χρονικό διάστημα 1970-94.2*

Διάγραμμα 2


Η αυξητική πορεία της αποδοτικότητας του παγίου κεφαλαίου, R, της ελληνικής "μεγάλης" βιομηχανίας έχει χρονική αφετηρία στα μέσα της δεκαετίας του 1980, όταν από τη μια παρατηρείται μια έντονη πτωτική πορεία της μερίδας των μισθών, ενώ από την άλλη επιτυγχάνεται η σταθεροποίηση (ή και η μικρή αύξηση) της τιμής του λόγου προϊόντος/κεφαλαίου (Υ/Κ).

Αυτό που πρέπει να προσέξουμε είναι ότι τόσο για τη συνολική ευρωπαϊκή οικονομία όσο και για την ελληνική βιομηχανία η αποδοτικότητα του παγίου κεφαλαίου, R, παραμένει σε χαμηλότερο επίπεδο από ό,τι στις αρχές της δεκαετίας του 1970, παρότι η μερίδα των μισθών (L/Y) έχει μειωθεί σε σχέση με την τιμή που κατείχε κατά τη δεκαετία του 1970. Η αιτία εντοπίζεται στη συγκριτικά χαμηλή τιμή της "παραγωγικότητας του κεφαλαίου" (Υ/Κ).

Επιπλέον, η ανάκαμψη του R είναι πιο έντονη για την ευρωπαϊκή οικονομία από ό,τι για την ελληνική βιομηχανία, όχι γιατι η μερίδα των μισθών (L/Y) μειώθηκε περισσότερο στην Ευρώπη, το αντίθετο ακριβώς συνέβη, αλλά γιατί η "παραγωγικότητα του κεφαλαίου" (Υ/Κ) μειώθηκε λιγότερο στην Ευρώπη και περισσότερο στην ελληνική βιομηχανία.

Θα πρέπει εξάλλου να σημειώσουμε στο σημείο αυτό ότι η επίδραση της μερίδας των μισθών (L/Y), η οποία, σημειωτέον, συμπίπτει με το μοναδιαίο κόστος εργασίας, όταν οι υπολογισμοί αφορούν μία χώρα και γίνονται σε εθνικό νόμισμα, επιδρά τόσο περισσότερο στην εξέλιξη του R, όσο ψηλότερη είναι η απόλυτη τιμή της. Αυτό σημαίνει ότι η μείωση κατά π.χ. 10% του (L/Y) σε χώρες όπως η Γερμανία ή η Γαλλία, όπου η απόλυτη τιμή του δείκτη ξεπερνάει το 0,7, έχει σημαντικότερη επίπτωση στο R από ό,τι μια αντίστοιχη μείωση του ίδιου δείκτη στην Ελλάδα, όπου η απόλυτη τιμή του δεν ξεπερνάει το 0,5. Μάλιστα, στην ελληνική μεγάλη βιομηχανία, (λόγω ακριβώς της πάνω από τον εθνικό μέσο όρο παραγωγικότητας της εργασίας που αυτή κατέχει), η τιμή του δείκτη βρίσκεται πλέον σε επίπεδα κάτω του 0,35, όπως φαίνεται στο Διάγραμμα 3.

Διάγραμμα 3


Πέρα όμως από το βαθμό που η μείωση της μερίδας των μισθών (του κόστους εργασίας ανά μονάδα προϊόντος) επηρεάζει την αποδοτικότητα του κεφαλαίου, θα ήταν λάθος να θεωρήσουμε ότι η μείωση αυτή είναι κυρίως το αποτέλεσμα της συγκράτησης των μισθών, όπως ισχυρίζεται η συγχορδία των ιδεολόγων και οπαδών της λιτότητας. Τα στατιστικά στοιχεία από οποιαδήποτε ευρωπαϊκή χώρα αποδεικνύουν ότι η μείωση της μερίδας των μισθών είναι κυρίως το αποτέλεσμα της αύξησης της παραγωγικότητας της εργασίας, με ρυθμούς γρηγορότερους από την αύξηση του μισθού, όπως προκύπτει από τη σχέση (3) που παραθέσαμε στα προηγούμενα.

Το αποτέλεσμα αυτό παρουσιάζεται στο Διάγραμμα 4, για την ελληνική "μεγάλη" βιομηχανία. Η μείωση της μερίδας των μισθών μετά το 1984 δεν προκύπτει από μια μείωση του μέσου μισθού, ο οποίος συνεχίζει να εμφανίζει μια μικρή πραγματική αυξητική τάση, αλλά από μια γρηγορότερη αύξηση της παραγωγικότητας της εργασίας (Υ/Ν).

Ο δεύτερος παράγοντας που καθορίζει την εξέλιξη της αποδοτικότητας του κεφαλαίου (R), ο λόγος προϊόντος/κεφαλαίου (Υ/Κ) αποτελεί συνάρτηση τόσο της παραγωγικότητας της εργασίας (Υ/Ν) όσο και της έντασης κεφαλαίου, δηλαδή του ήδη επενδεδυμένου κεφαλαίου ανά άτομο (Κ/Ν), όπως φαίνεται από τη σχέση (4):

Υ/Κ = (Υ/Ν)/(Κ/Ν) (4)

Διάγραμμα 4

Όταν οι τεχνολογικές καινοτομίες που εισάγονται στην παραγωγή για να αυξήσουν την παραγωγικότητα της εργασίας, έχουν ως αποτέλεσμα μια αύξηση και της έντασης του κεφαλαίου (Κ/Ν), με ρυθμούς ίσους ή και ψηλότερους ως προς τους ρυθμούς αύξησης της παραγωγικότητας της εργασίας (Υ/Ν), τότε ο λόγος προϊόντος/κεφαλαίου μένει στάσιμος ή, αντίστοιχα, μειώνεται, γεγονός που επιδρά αρνητικά στην αποδοτικότητα του κεφαλαίου (R). Ένα άλμα στην ένταση κεφαλαίου προκαλείται και από την αύξηση του βαθμού υποαπασχόλησης του επενδεδυμένου κεφαλαίου.

Η ταχύτερη αύξηση της έντασης του κεφαλαίου έναντι της αύξησης της παραγωγικότητας της εργασίας υπήρξε η αιτία μείωσης του λόγου προϊόντος/κεφαλαίου και στην περίπτωση της ελληνικής μεγάλης βιομηχανίας, όπως μπορούμε να διαπιστώσουμε από το Διάγραμμα 5. Ο λόγος προϊόντος/κεφαλαίου (Υ/Κ), μετά μια περίοδο διακύμανσης γύρω από μια σταθερή τιμή, μειώνεται σημαντικά κατά την περίοδο 1980-1983 υπό την επίδραση ακριβώς των παραγόντων που αναφέραμε. Έκτοτε παραμένει περίπου στάσιμος, καθώς ο ρυθμός αύξησης της παραγωγικότητας της εργασίας δεν φαίνεται να μπορεί να ξεπεράσει το ρυθμό μεταβολής της έντασης κεφαλαίου.

Συνοψίζοντας τα αποτελέσματα της εμπειρικής έρευνας διαπιστώνουμε λοιπόν ότι η ιδεολογία της λιτότητας στηρίζεται σε μια διπλή παραπλάνηση, όταν θεωρεί τους μισθούς υπεύθυνους για τη μείωση της αποδοτικότητας του κεφαλαίου, ενώ:

* H μερίδα των μισθών, ή το μοναδιαίο κόστος εργασίας (L/Y), δεν καθορίζεται τόσο από το απόλυτο ύψος του μισθού (L/N), το οποίο αποδεικνύεται ότι δεν μπορεί να συμπιεστεί πέρα από ένα ιστορικό όριο, όσο από την εξέλιξη της παραγωγικότητας της εργασίας (Υ/Ν).

* Η αποδοτικότητα του κεφαλαίου, R, δεν καθορίζεται μόνο από τη μερίδα των μισθών, ή το μοναδιαίο κόστος εργασίας (L/Y), αλλά καθορίζεται εξίσου από το λόγο προϊόντος/κεφαλαίου (Υ/Κ), η μείωση του οποίου προκαλείται από την ταχύτερη αύξηση της έντασης κεφαλαίου (Κ/Ν) έναντι της παραγωγικότητας της εργασίας Υ/Ν. Η γρήγορη αύξηση της έντασης του κεφαλαίου ερμηνεύει λοιπόν γιατί η τιμή της αποδοτικότητας του κεφαλαίου βρίσκεται σήμερα σε χαμηλότερο επίπεδο από ό,τι στις αρχές της δεκαετίας του 1970, παρότι το μοναδιαίο κόστος εργασίας έχει στο μεταξύ διάστημα μειωθεί σημαντικά.

Ο αποφασιστικός ρόλος που παίζει η αυξανόμενη ένταση του κεφαλαίου για την επιδείνωση της κεφαλαιακής αποδοτικότητας μας επιτρέπει να αντιληφθούμε την κρίση του κεφαλαίου ως κρίση υπερσυσσώρευσης (Μηλιός/Ιωακείμογλου 1990).

Πρόκειται για μια οικονομική και κοινωνική διαδικασία που καθορίζεται τόσο από τα δομικά χαρακτηριστικά της κεφαλαιακής σχέσης, όσο και από την ιστορική εξέλιξη των κοινωνικών συσχετισμών δυναμης. Δεν έχει έτσι νόημα να μιλάμε για τους "υπευθύνους" της κρίσης, όπως κάνει η απλοϊκή ιδεολογία της λιτότητας, που θεωρεί ως "υπευθύνους" της κρίσης τους μισθωτούς. Δεν μπορούμε όμως να μην υποκύψουμε στον πειρασμό να παρατηρήσουμε ότι τόσο η αύξηση της παραγωγικότητας της εργασίας, όσο και η μείωση της κεφαλαιακής έντασης (η "οικονομία στη χρήση σταθερού κεφαλαίου") ανήκουν στις λειτουργίες και θεωρούνται ευθύνη αυτών που επιφορτίζονται με τη διεύθυνση της παραγωγής, δηλαδή των καπιταλιστών και των μάνατζερς.

3. Μισθοί και πληθωρισμός Η θεώρηση των αυξήσεων στους μισθούς ως της γενεσιουργού αιτίας των αυξήσεων των τιμών πάσχει ταυτόχρονα από μονομέρεια και απλοϊκότητα. Χαρακτηρίζεται από μονομέρεια, διότι αν θεωρήσουμε ότι οι αυξήσεις των μισθών προκαλούν αυξήσεις στην καταναλωτική ζήτηση και δαπάνη, και ότι αυτές οι τελευταίες πυροδοτούν το δείκτη τιμών καταναλωτή, τότε θα μπορούσε κανείς εξίσου λογικά να ισχυριστεί ότι οι μειώσεις των μισθών, εφόσον, σύμφωνα με την κυρίαρχη αντίληψη προκαλούν αυξήσεις των κερδών και συνεπώς της επενδυτικής δαπάνης, προκαλούν αύξηση στις τιμές των επενδυτικών (κεφαλαιουχικών) αγαθών, η οποία με τη σειρά της (εφόσον συνιστά αύξηση του κόστους του κεφαλαίου) μετακυλίεται και στα καταναλωτικά αγαθά.

Όσο για την άποψη ότι οι αυξήσεις των μισθών προκαλούν μείωση της αποδοτικότητας του κεφαλαίου, την οποία προσπαθούν να αντισταθμίσουν οι επιχειρηματίες με αυξήσεις των τιμών, είναι μονομερής γιατί αγνοεί τους παράγοντες παραγωγικότητα της εργασίας και ένταση κεφαλαίου, που όπως δείξαμε στα προηγούμενα καθορίζουν αποφασιστικότερα την εξέλιξη της κεφαλαιακής αποδοτικότητας από ό,τι το απόλυτο ύψος του μισθού.

Χαρακτηρίζεται, όμως, επίσης η άποψη αυτή από απλοϊκότητα, γιατί είναι αδύνατον να προσεγγίσουμε το φαινόμενο του πληθωρισμού χωρίς να λάβουμε υπόψη μας τις συνθήκες του ανταγωνισμού και την οικονομική συγκυρία:

Η δυνατότητα των επιχειρήσεων να μετακυλίουν στις τιμές την αύξηση του κεφαλαιακού, κυρίως, κόστους, αλλά και του κόστους εργασίας, προϋποθέτει λίγο-πολύ ολιγοπωλιακές μορφές αγοράς, ενώ αυτή καθαυτή η αύξηση του κόστους παραγωγής, οι μεταβολές της ζήτησης κ.ο.κ. συναρτώνται με τη συγκυρία του οικονομικού κύκλου.

Δεν είναι λοιπόν τυχαίο που τα εμπειρικά στοιχεία διαψεύδουν την υποτιθέμενη θετική συσχέτιση ανάμεσα στις μεταβολές των μισθών και στις μεταβολές των τιμών. Στο Διάγραμμα 5 παρουσιάζονται οι μεταβολές του μέσου μισθού (L/N) στην ελληνική "μεγάλη" βιομηχανία και οι μεταβολές των τιμών των προϊόντων της βιομηχανίας αυτής, τα οποία καταναλώθηκαν εγχωρίως, για το διάστημα 1975-1994. Με εξαίρεση μια μικρή περίοδο περί τα τέλη της δεκαετίας του 1980, τα δύο εξεταζόμενα μεγέθη μεταβάλλονται προς την αντίθετη κατεύθυνση. Ούτε οι περίοδοι μείωσης των μισθών συμπίπτουν με μειώσεις του πληθωρισμού, ούτε οι περίοδοι αύξησης των μισθών αποτελούν περιόδους αύξησης του πληθωρισμού. Το αντίστροφο είναι κατά κανόνα αληθές, πλην της σύντομης χρονικής περιόδου που προαναφέραμε.

Διάγραμμα 5

4. Μισθοί και ανεργία Στο σημείο αυτό αξίζει να αναφερθούμε στα αποτελέσματα μιας σειράς εμπειρικών ερευνών που έλαβαν χώρα πρόσφατα στις ΗΠΑ και αφορούσαν τις επιπτώσεις που είχε η αύξηση του κατώτατου μισθού στον κλάδο των εστιατορίων "γρήγορου φαγητού" (fast-food) (Card/Krueger 1995).

Η αύξηση του κατώτατου μισθού είχε ως αποτέλεσμα το να αυξηθούν επίσης και οι μισθοί πολλών κατηγοριών εργαζομένων στον κλάδο, που στις περισσότερες περιπτώσεις ήταν πάνω από το κατώτατο όριο του μισθού που θεσπίστηκε. Προκλήθηκε έτσι μια αύξηση στο επίπεδο του μισθού των πρωτοπροσλαμβανόμενων εργαζομένων στα εστιατόρια, αλλά και σε άλλους συναφείς κλάδους από 5% μέχρι 11%, με αποτέλεσμα την αντίστοιχη αύξηση και του μέσου μισθού.

Συσχετίζοντας τις μισθολογικές αυξήσεις με τις μεταβολές στην απασχόληση οι συγγραφείς κατέληξαν στα εξής συμπεράσματα: "Βρίσκουμε μηδενικές ή θετικές συνέπειες στην απασχόληση για διαφορετικές ομάδες χαμηλόμισθων εργατών σε διαφορετικές χρονικές περιόδους και σε ένα πλήθος περιοχών της χώρας (...) Τα αποτελέσματα δεν παρέχουν στοιχεία υπέρ της άποψης ότι οι υψηλότεροι ελέχιστοι μισθοί οδηγούν στη μείωση του καθαρού αριθμού εστιατορίων McDonald σε μια Πολιτεία, ή σε χαμηλότερους ρυθμούς δημιουργίας νέων εστιατορίων στο διάστημα 1986 - 1991 (...) Τα αποτελέσματά μας δείχνουν ότι η αύξηση στους μισθούς συνοδεύτηκε από μια αύξηση της απασχόλησης" (Card/Krueger 1995, p. 387-88).

Καμιά από τις υποθέσεις της νεοφιλελεύθερης ιδεολογίας της λιτότητας δεν επαληθεύεται, λοιπόν, στην πράξη.

5. Η λιτότητα ως ταξική ιδεολογία και πολιτική Για περισσότερες από πέντε δεκαετίες, στη διάρκεια του 19ου αιώνα, οι ίδιες κοινωνικές δυνάμεις που στηρίζουν σήμερα στην Ευρώπη την ιδεολογία της λιτότητας ως του κατ' εξοχήν μέσου για την οικονομική ανάκαμψη (οι κορυφαίοι οικονομολόγοι της εποχής, ανάμεσά τους, τότε, οι James Mill, McCulloch, John Stuart Mill, η επιστημονική κοινότητα ανεξαρτήτως επαγγελματικού προσανατολισμού και το σύνολο σχεδόν των διανοουμένων, ο "σοβαρός" τύπος, τα κόμματα εξουσίας κ.ο.κ.) υποστήριζαν τη θεωρία του "κονδυλίου των μισθών". Σύμφωνα με αυτήν, το συνολικό ποσό που διατίθεται για μισθούς (L), σε μια χώρα και μια ιστορική περίοδο, παραμένει σταθερό. Αυτό σημαίνει ότι το ύψoς του μέσου πραγματικού μισθού (L/Ν) εξαρτάται μόνο από τον αριθμό των εργατών, ενώ οι μεταβολές του μέσου πραγματικού μισθού καθορίζονται μόνο από τους ρυθμούς μεταβολής του εργατικού πληθυσμού, από τη φυσική αύξηση του πληθυσμού. Ούτε τα συνδικάτα και οι αγώνες τους, ούτε οι πολιτικές ανακατατάξεις, ούτε η οικονομική συγκυρία θα μπορούσαν ποτέ, σύμφωνα με την παράδοξη και απλοϊκή αυτή θεωρία, να επηρεάσουν το ύψος του μέσου μισθού. Είναι χαρακτηριστική η έπαρση του διάσημου οικονομολόγου της εποχής A. L. Perry, όταν στα τέλη της δεκαετίας του 1860 έγραφε: "Δεν έχει κανένα νόημα να επιχειρηματολογογεί κανείς εναντίον κάποιας από τις τέσσερεις θεμελιώδεις πράξεις της αριθμητικής. Το ζήτημα των μισθών είναι ένα ζήτημα διαίρεσης" (παρατίθεται Rubin 1994, p. 402).

Όσα προηγήθηκαν δείχνουν, νομίζω, ότι η λιτότητα δεν αποτελεί παρά μια (εξίσου απλοϊκή) παραλλαγή της ίδιας ταξικής ιδεολογίας και πολιτικής: Της ιδεολογίας και πολιτικής που χωρίς κανενός είδους επιστημονική τεκμηρίωση υποστηρίζει και προωθεί την αύξηση των κερδών μέσα από τη μείωση των μισθών.

Πρόκειται για μια ιδεολογία και πολιτική που σε ένα πρώτο επίπεδο εκφράζει και υποστηρίζει τα άμεσα συμφέροντα των πιο καθυστερημένων μερίδων του κεφαλαίου, δηλαδή όλων εκείνων των επιχειρήσεων που δεν μπορούν να αντεπεξέλθουν στην κρίση αποδοτικότητας μέσα από την αύξηση της παραγωγικότητας της εργασίας, δηλαδή με άλλα μέσα πλην της συμπίεσης των μισθών.

Στις ίδιες θέσεις μάχης παρατάσσονται, όμως, προς το παρόν, και οι υπόλοιπες μερίδες του κεφαλαίου, προσβλέποντας σε μια συνολική ανατροπή των κοινωνικών συσχετισμών δύναμης προς όφελός τους και σε βάρος των δυνάμεων της εργασίας. Λέμε προς το παρόν, γιατί όπως μας πείθουν πολλές ενδείξεις, που προέρχονται κυρίως από χώρες εκτός Ε.Ε., οι δυνάμεις της εργασίας, το συνδικαλιστικό κίνημα μπορεί να επιβάλλει μια αντίληψη για την αναδιάρθρωση της οικονομίας που να μην προσβλέπει στο παρελθόν, στην παραγωγική στασιμότητα και τη συμπίεση του μισθού, αλλά προς το μέλλον, την τεχνολογική ανανέωση και την οικονομική εξέλιξη με ενίσχυση των θέσεων και των κατακτήσεων των εργαζομένων.

Βιβλιογραφία Card, D. & Krueger, A. B. (1995), Myth and Measurement. The New Economics of the Minimum Wage, Princeton U. P.

Commission of the European Communities (1991-2), European Economy, Νο 50, 55.

Friedrich Ebert Stiftung (1994), Die Neue Gesellschaft, Frankfurter Hefte, No 12.

ΕΣΥΕ, Ετήσιες Βιομηχανικές Έρευνες (διάφορα έτη).

Μηλιός, Γ. και Ιωακείμογλου Η. (1990), Η διεθνοποίηση του ελληνικού καπιταλισμού και το ισοζύγιο πληρωμών, Εξάντας.

Ριζοσπάστης-Ειδική έκδοση (16.01.94), H Λευκή Βίβλος.

Rubin, I.I. (1994), Ιστορία Οικονομικών Θεωριών, Κριτική.

1. Eισήγηση του συγγραφέα στο διεθνές Συνέδριο που διοργάνωσαν το Ευρωπαϊκό Πολιτιστικό Κέντρο Δελφών και το Ε. Μ. Πολυτεχνείο στους Δελφούς, στο διάστημα 24-28.5.95, με γενικό τίτλο: Eυρωπαϊκή Ένωση 1992 + 3. Οι προοπτικές της "Οικονομικής-Νομισματικής Ένωσης" και της "Ευρώπης των Πολιτών".

2. Για την ελληνική οικονομία είναι προς το παρόν αδύνατο να παρουσιάσουμε χρονοσειρές των συνολικών οικονομικών μεγεθών, γιατί βρίσκεται ακόμα σε εξέλιξη η διαδικασία αναθεώρησης των εθνικών λογαριασμών, για την εναρμόνισή τους με τις αρχές του "Ευρωπαϊκού Συστήματος Ολοκληρωμένων Οικονομικών Λογαριασμών" (European Statistical Accounts). Αποτελέσματα έχουν δημοσιευθεί μόνο για το διάστημα 1988-94, από τα οποία προκύπτει ότι με το αναθεωρημένο σύστημα υπολογισμού τα μεγέθη της ελληνικής οικονομίας αυξάνονται σε σημαντικό βαθμό, σε σύγκριση με τις τιμές που προέκυπταν με βάση το παραδοσιακό σύστημα υπολογισμού. Έτσι, για παράδειγμα:

* Το Α.Εγχ.Π. (τιμ.. συντελ. παραγ.) βρέθηκε κατά 23,44% υψηλότερο.

* Η Ιδιωτική Κατανάλωση (εγχ.) βρέθηκε κατά 24,08% υψηλότερη.

* Οι Ακαθάριστες Επενδύσεις Παγίου Κεφαλαίου βρέθηκαν κατά 49,24% υψηλότερες.

 
< Προηγ.   Επόμ. >
Θέσεις, τριμηνιαία επιθεώρηση, 37ο έτος (1982-2019), εκδόσεις Νήσος, (Σαρρή 14, 10553, Αθήνα, τηλ-fax: 210-3250058)
Το περιεχόμενο διατίθεται ελεύθερα για μη εμπορικούς σκοπούς, υπό τον όρο της παραπομπής στην αρχική του πηγή