Η θέση του στρατού στη δομή της κρατικής εξουσίας στην Ελλάδα μετά το δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο Εκτύπωση
Τεύχος 4, περίοδος: Ιούλιος - Σεπτέμβριος 1983


Η θέση του στρατού στη δομή της κρατικής εξουσίας στην Ελλάδα μετά το δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο

του Δημήτρη Χαραλάμπη

1. Εισαγωγή

Ο σκοπός αυτού του άρθρου (που βασίζεται σε μια λίγο παλιότερη μελέτη μου και σε μια που βρίσκεται αυτή τη στιγμή στα σκαριά) είναι πολύ περιορισμένος. Το θέμα είναι πολύ πλατύ για να είναι δυνατόν να αναπτυχθεί, όπως θα έπρεπε, στα πλαίσια ενός μόνο άρθρου. Γι αυτό θα περιοριστώ στην αναφορά μερικών μόνο σημείων, που θεωρώ ιδιαίτερα ουσιαστικά για τις πολιτικές εξελίξεις μετά τον Β' Παγκόσμιο Πόλεμο, κυρίως όσο άφορα στη θέση του στρατού στη δομή της εξουσίας.

Το πρόβλημα είναι το κομβικό σημείο εξουσίας που αποτέλεσε ο στρατός στη μετεμφυλιακή ελληνική κοινωνία.

Νομίζω, ότι μια ιστορική - αναλυτική αναδρομή είναι απαραίτητη1 για να ξεφύγουμε από τις ιστορίες με τους «άφρονες» αξιωματικούς, τις μυστικές υπηρεσίες, τα μονοπώλια κλπ. Ασφαλώς δεν αναφέρομαι εδώ στο μονότονα επαναλαμβανόμενο λόγο της εξουσίας, αλλά και σε «επιστημονικές» μελέτες, των οποίων το συμπέρασμα τελικά στηρίζει τις θέσεις περί «αφρόνων», έστω και αν προσπαθεί να πετύχει μια επιστημονική τεκμηρίωση μέσω των συντεχνιακών συμφερόντων fj της θεωρίας των ομάδων πίεσης (Σταύρου).2 Το θέμα είναι πολύ βαθύτερο για να αρκεστεί η ανάλυση μόνο στο επιφανειακό - φαινομενολογικό επίπεδο. Εξ άλλου η αναλυτική αναδρομή είναι απαραίτητη γιατί η περιγραφή και ανάλυση των δομών δεν υπάρχει χωρίς την Ιστορική τους διάσταση, ούτε οι εξελίξεις και αναπροσαρμογές των δομών γίνονται κατανοητές χωρίς την ιστορική διαδικασία σταθεροποίησης και αποσταθεροποίησης τους. Χωρίς δηλαδή το δυναμικό στοιχείο που εμπεριέχουν. "Αλλωστε οι δομές αυτές αποτελούν τη συγκεκριμένη έκφραση και πρακτική πολιτικών στρατηγικών και ιδεολογιών μέσα στη διαδικασία και τις διακυμάνσεις της ταξικής πάλης, αποτέλεσμα της εκάστοτε ισορροπίας των ταξικών δυνάμεων.

Υπάρχει μια ουσιαστική παρανόηση της θέσης του στρατού στη δομή της Εξουσίας μετά το Β ' Παγκόσμιο Πόλεμο και της σχέσης του προς τη μοναρχία, όπως και της θέσης της μοναρχίας στον κρατικό μηχανισμό. Σ' αυτά τα σημεία θα αναφερθώ ιδιαίτερα με σκοπό την κατανόηση των πραγματικών δεδομένων που προσδιόρισαν και προσδιορίζουν τη μορφή της ταξικής εξουσίας: θα αναφερθώ στους μετασχηματισμούς της οργάνωσης του «κράτους των εθνικοφρόνων», στην πορεία του στις τρεις μεταπολεμικές δεκαετίες και στην αναπροσαρμογή του μετά τη μεταπολίτευση, κατά τη διαμόρφωση του «κράτους δικαίου».3

Κατά τη γνώμη μου, πρέπει να χωρίσουμε την ελληνική μεταπολεμική πραγματικότητα σε τέσσερις περιόδους, ανάλογα με τη μορφή που παίρνει η θέση του στρατού - κέντρου εξουσίας στην οργάνωση της αστικής εξουσίας. Χωρίς να θέλω να παραβλέψω την επίδραση της προπολεμικής περιόδου (κίνημα '35 και αποτυχία του, εκκαθαρίσεις της δικτατορίας της 4ης Αυγούστου κλπ.) και υπενθυμίζοντας στον αναγνώστη, ότι κάθε μορφή συμπτυγμένης ανάλυσης της πραγματικότητας έχει κατ' ανάγκη ένα σχετικά σχηματικό και μονοσήμαντο χαρακτήρα, διακρίνω τις εξής περιόδους:

Πρώτη περίοδος: Από την ίδρυση του ΕΝΑ (1943) στη Μέση Ανατολή μέχρι το θάνατο του Παπάγου (1955).

Λεύτερη: Από την αρχή της πρώτης οκταετίας Καραμανλή μέχρι την πολιτική κρίση 6467 και το κίνημα του Απρίλη.

Τρίτη: Την περίοδο της στρατιωτικής δικτατορίας (6774).

Τέταρτη: Από τη μεταπολίτευση και μετά. Περίοδο στην οποία βρισκόμαστε ακόμη.

2. Η πρώτη περίοδος

Ο κίνδυνος να χάσει την εξουσία καθορίζει κατ' αρχήν τη μεταπολεμική στρατηγική της αστικής τάξης. Ο στρατός αποκτά την καθοριστική θέση του στην οργάνωση του αστικού μεταπολεμικού κράτους. Το «κράτος των εθνικοφρόνων» είναι το κράτος της υπεροχής των στρατιωτικών μηχανισμών. Η δομή της νομιμότητας οδηγεί σε λαθεμένες υπερεκτιμήσεις του ρόλου της μοναρχίας που αγνοούν τις πραγματικές σχέσεις εξάρτησης μέσα στο κράτος.

Οι καταβολές της οργάνωσης του ελληνικού μετεμφυλιακού κράτους βρίσκονται πολύ πιο πριν από τον εμφύλιο. Για το συγκεκριμένο θέμα μας το σημείο εκκίνησης είναι η ίδρυση του ΕΝΑ στη Μέση Ανατολή.

Θα Αναφερθώ εκτενέστερα σ' αυτά τα αρχικά σημεία της ανασυγκρότησης της αστικής εξουσίας γιατί αποτελούν αφετηρία μιας εποχής. Αφετηρία μιας συγκεκριμένης στρατηγικής της εξουσίας, η Οποία μέσα από Ορισμένες δευτερεύουσες μετατροπές και αναπροσαρμογές διατηρήθηκε μέχρι την τελική κρίση της στρατιωτικής δικτατορίας του 6774. Μιλάμε λοιπόν για τη δομή και μορφή της εξουσίας από την επάνοδο της εξόριστης κυβέρνησης στην Ελλάδα μέχρι, τουλάχιστον, τη μεταπολίτευση.

Η κατάσταση στην κυβέρνηση και το στρατό της Μέσης Ανατολής, παρά την αρχική επιρροή του μοναρχοφασισμού άρχισε να αλλάζει σύντομα. Το ουσιαστικό βήμα έγινε με τον ερχομό στην Αίγυπτο του Π. Κανελλόπουλου (1942).4 Ήδη Ο Τσουδερός είχε επαναφέρει στο στράτευμα τους αξιωματικούς που είχαν διωχθεί μετά την αποτυχία του βενιζελικού στρατιωτικού κινήματος. Ο Κανελλόπουλος άσκησε όλη του την επιρροή, ώστε οι αξιωματικοί του 35 όχι μόνο να επιστρέψουν στο στρατό αλλά και να πάρουν τους βαθμούς που δικαιωματικά θα είχαν αν είχαν παραμείνει στο στράτευμα. Μπορούμε να μιλήσουμε για μια διαδικασία εκδημοκρατισμού, μέσα στα αστικά πλαίσια, για μια τομή σε σχέση με τις συνθήκες της δικτατορίας. Οι βρετανοί αρχικά υποστήριξαν αυτή τη διαδικασία. Ο λόγος βρίσκεται στην καψυποψία τους απέναντι στους μεταξικούς βασιλικούς αξιωματικούς, υστέρα κυρίως από τη μορφή που πήρε η παράδοση του ελληνικού στρατού στις γερμανικές δυνάμεις εισβολής, μετά από την πρωτοβουλία του επιτελείου στο μέτωπο και τη στάση του Τσολάκογλου.5 Ο κίνδυνος ήταν ακόμη μεγάλος, Έτσι οι βρετανοί υποστήριζαν όλες τις δυνάμεις που δεν ήταν ύποπτες συμπάθειας προς το ναζισμό και τη γερμανική επέκταση.

Η δημιουργία του ΕΑΜ, και η αντίσταση του στο στρατό κατοχής δεν άφησε βέβαια ανεπηρέαστες τις συνθήκες στην Αίγυπτο. ΤΟ ΕΑΜ απέκτησε σύντομα πολλούς υποστηρικτές μεταξύ των Οπλιτών και των αξιωματικών του ελληνικού στρατού. Μπροστά στον κίνδυνο να αυξηθεί αυτή η επιρροή, με «ευθύνη» μάλιστα των βρετανών, οι υποστηρικτές της δικτατορίας αξιωματικοί συσπειρώθηκαν και για να εκβιάσουν τους βρετανούς και την ελληνική κυβέρνηση υπέβαλαν, την ώρα που Ο πόλεμος εμαίνετο, τις παραιτήσεις τους. Κεντρικό σημείο ιδεολογικής αναφοράς και διάστασης έγινε το θέμα της μοναρχίας. Η μοναρχία αποτελούσε γι' αυτούς τους αξιωματικούς την εγγύηση για την πάταξη κάθε διαδικασίας εκδημοκρατισμού και την επανάληψη των προπολεμικών δικτατορικών συνθηκών στην Ελλάδα μετά τον πόλεμο. Για να εμποδίσουν τον εκβιασμό και την επιρροή των μοναρχοφασιστών μέσα στο στράτευμα, οι οπαδοί του ΕΑΜ, Οπλίτες και αξιωματικοί, αντιδρούν με τη γνωστή στάση στις 3 Μαρτίου 1943 στην Αίγυπτο και στο Λίβανο.6 Αυτή η πρώτη στάση είχε μια μερική επιτυχία. Ο βασιλιάς, ύστερα από βρετανική πίεση, αναγκάστηκε να αναγνωρίσει ως προϋπόθεση της επιστροφής του λαϊκό δημοψήφισμα. Όμως μοναρχοφασίστες αξιωματικοί εξακολουθούν τις πιέσεις τους, πράγμα που Οδηγεί στη στάση του Ιουλίου 1943. Αυτή τη φορά τα πράγματα αλλάζουν όμως ουσιαστικά. Οι βρετανοί επιτυγχάνουν τη βίαιη καταστολή της στάσης και οι τιμωρίες είναι βαριές. Παρ' όλα αυτά ούτε η βρετανική ούτε η εξόριστη ελληνική κυβέρνηση δεν ευθυγραμμίζονται με τις αποφάσεις και τους σκοπούς των μοναρχοφασιστών αξιωματικών.

ΤΟ ουσιαστικό πολιτικό βήμα είναι η ίδρυση του ΕΝΑ (Ένωση Νέων Αξιωματικών) από νέους βαθιά αντικομουνιστές αξιωματικούς, που θεωρούσαν την επιβολή δικτατορίας ως τη μόνη αποδεκτή λύση για τη μεταπολεμική 'Ελλάδα.6 Απογοητευμένοι από τη στάση της βρετανικής πολιτικής και της ελληνικής κυβέρνησης δημιούργησαν αυτή τη μυστική οργάνωση με σκοπό να ελέγξουν το στρατό ώστε να μπορέσουν να ελέγξουν και τις μεταπολεμικές εξελίξεις στην 'Ελλάδα. Η εξαίρεση των μεγαλύτερων σε ηλικία και βαθμό αξιωματικών από τον ΕΝΑ ήταν λογική. Οι ανώτεροι και ανώτατοι αξιωματικοί η προέρχονταν από τους εκδιωχθέντες του '35 η βρίσκονταν Έτσι και αλλιώς σε στενή σχέση και συνεργασία με την κυβέρνηση. Ο ΕΝΑ, για τους ίδιους λόγους που είχαν προηγουμένως Οδηγήσει στην εκβιαστική παραίτηση, κρατούσε θετική στάση απέναντι στον Γεώργιο Β' και το καθεστώς της μοναρχίας, γιατί θεωρούσε τη μοναρχία θεσμική εγγύηση των συνθηκών που ήθελε να επιβάλλει μετά το τέλος του πολέμου: την επαναφορά του κράτους εκτάκτου ανάγκης. Ο ελεγχόμενος από τον ΕΝΑ στρατός αποτελούσε το μόνο μηχανισμό που μπορούσε να επιβάλλει την αναπαραγωγή της ισορροπίας των δυνάμεων που είχαν δημιούργησα και σταθεροποιήσει τη δικτατορία του '36.

Μόνο όμως η ίδρυση της ΠΕΕΑ άνοιξε το δρόμο για τον ΕΝΑ (Μάρτης '44),7 σε συνδυασμό με τον εμφύλιο πόλεμο που είχε ξεσπάσει μεταξύ ΕΑΜ και ΕΔΕΣ. Στην ουσία για την κυβέρνηση του Καΐρου, η ΠΕΕΑ, κυβέρνηση του ΕΑΜ σε ελληνικό έδαφος, αποτελούσε το μεγαλύτερο κίνδυνο. "Αν η ΠΕΕΑ νομιμοποιεί™ σαν κυβέρνηση σε συνδυασμό με την υπεροχή του ΕΑΜ, αυτό θα σήμαινε το τέλος της μορφής της εξουσίας που αντιπροσώπευε η κυβέρνηση του Καΐρου. Έτσι η ίδρυση της ΠΕΕΑ άλλαξε αμέσως τις πολιτικές συνθήκες και τις ιδεολογικές και πολιτικές ισορροπίες στην Αίγυπτο.

Οι ανταγωνισμοί μεταξύ μοναρχικών και ρεπουμπλικάνων η φιλελευθέρων εξαφανίζονται μπροστά στην απειλή για την αστική εξουσία. Οι ενδοαστικές αντιθέσεις αποκτούν δευτερεύουσα σημασία. Ο κίνδυνος είναι το ΕΑΜ που απειλεί να δημιουργήσει κρατική οργάνωση. Η στάση της εξόριστης κυβέρνησης και των βρετανών αλλάζει κατά 180 μοίρες, η βρετανική επιρροή και η αστική εξουσία αντιμετώπιζαν άμεσο κίνδυνο. Ο ΕΝΑ αναγνωρίζεται ως Ο κατ' εξοχήν πολιτικός μηχανισμός αναπαραγωγής της ταξικής εξουσίας. Ο ΕΝΑ αναγνώρισε σ' αυτήν τη στροφή τη δυνατότητα να κατοχυρώσει τη θέση του σαν καθοριστικό στοιχείο στην οργάνωση του μεταπολεμικού κράτους.

Η υλοποίηση αυτής της στροφής και η νέα σύγκλιση των συμφερόντων εκφράζεται συγκεκριμένα με την κυβέρνηση Γ. Παπανδρέου.

Για την ανάλυση μας έχουμε εδώ το πρώτο ουσιαστικό σημείο των παραπέρα εξελίξεων: την οργανική σύμπτωση και σύνδεση συμφερόντων μεταξύ ΕΝΑ και πολιτικής εκπροσώπησης της αστικής τάξης.

Η κυβέρνηση που υπήρξε το αποτέλεσμα της συμφωνίας της Γκαζέρτας, παρ' όλο που για τον αστισμό είναι το πρώτο ουσιαστικό βήμα στη σωστή κατεύθυνση, η πρώτη συγκεκριμένη πολιτική επιτυχία, δεν ανταποκρίνεται στους σκοπούς του ΕΝΑ, των συντηρητικών αστικών δυνάμεων, των βρετανών και όλων εκείνων των ανωτέρων και ανωτάτων αξιωματικών που βρίσκονται στην 'Ελλάδα και συνεργάζονται έμμεσα η άμεσα με τις δυνάμεις κατοχής η (και) περίμεναν τη νίκη των συμμάχων για να ενεργοποιηθούν. Αυτοί οι αξιωματικοί δημιούργησαν, όταν πια η νίκη των συμμάχων και η οπισθοχώρηση των γερμανών ήταν σίγουρες, μια σειρά από «αντιστασιακές Οργανώσεις» όπως η «Τρίαινα» η «Ιεραρχία» κλπ.

Από έναν αντιπρόσωπο του ΕΝΑ και έξι αντιπροσώπους της «Τρίαινας» ιδρύθηκε τον 'Οκτώβρη του 1944 στην Αθήνα ο ΙΔΕΑ8 (Ιερός Δεσμός Ελλήνων Αξιωματικών. Παρενθετικά σημειώνω την εκλογή του όρου Δεσμός = FASCIO, σαν ειδοποιού στοιχείου του ιδεολογικού υπόβαθρου της νέας αυτής οργάνωσης). Σύντομα ο ΙΔΕΑ αφομοίωσε και τους περισσότερους αξιωματικούς των ταγμάτων ασφαλείας.

Ο ιδιαίτερος ρόλος του στρατού στην οργάνωση του μεταπολεμικού ελληνικού κράτους έχει αφετηρία του την ίδρυση του ΙΔΕΑ.

Σύμφωνα με τα διάφορα πρωτόκολλα του ΙΔΕΑ και τις θέσης των απολογητών του,* σκοπός του ΙΔΕΑ ήταν η πλήρης διάλυση του κομμουνιστικού κινήματος και της επιρροής του και η εγκαθίδρυση και αναπαραγωγή του στρατιωτικού μηχανισμού ως κομβικού σημείου της οργάνωσης της αστικής εξουσίας, της οργάνωσης του ελληνικού αστικού μεταπολεμικού κράτους.

Η αντίληψη και ουσιαστική θέση του ΙΔΕΑ ήταν η ταύτιση του στρατού με το «έθνος» και η πλήρης ανεξαρτησία του από την πολιτική εξουσία που θεωρείται σαφέστατα υποδεέστερη, φαύλη κλπ. Για τα πρωτόκολλα του ΙΔΕΑ ο ουσιαστικός θεσμός έκφρασης και εφαρμογής των εθνικών συμφερόντων ήταν ο ίδιος ο ΙΔΕΑ και αυτό είναι ενδιαφέρον και ουσιαστικό πουθενά δεν αναφέρεται η μοναρχία.10 Σύμφωνα μάλιστα με ένα πρωτόκολλο που δημοσιεύτηκε το 1951 στην «Ελευθερία» στόχος του ΙΔΕΑ ήταν η δικτατορία του ΙΔΕΑ.11 Ανεξάρτητα όμως από το αν το δημοσίευμα ήταν χαλκευμένο η όχι, γεγονός παραμένει ότι η μοναρχία δεν αποτελεί θέμα για τον ΙΔΕΑ. Ανεξάρτητα από κάθε πολιτική συγκυρία ποτέ δεν ταύτιζε ο ΙΔΕΑ τους σκοπούς και τους λόγους ύπαρξης του με τη μοναρχία. Ο ΙΔΕΑ δεν ήταν μοναρχικός. Εδώ βρίσκεται το ουσιαστικότερο σημείο του προβλήματος που δεν κατενόησε ούτε η πολιτική εξουσία, δεξιά η κεντρώα, ούτε η Αριστερά, ούτε η μοναρχία.

Ούτε η απόπειρα πραξικοπήματος του '51 ούτε το κίνημα του '67 και το Ιωαννιδικό πραξικόπημα είναι δυνατόν να κατανοηθούν, εάν δεν γίνει κατανοητό αυτό το ειδοποιό στοιχείο της ιδεολογικής και πολιτικής θέσης του ΙΔΕΑ και οι συνέπειες του για τη θέση του στρατού μέσα στο κράτος. Τον ΙΔΕΑ δεν ενδιέφεραν τα πολιτικά κόμματα ή η μοναρχία παρά μόνο σε δευτερεύον επίπεδο, σε επίπεδο χρησιμότητας. Ο ΙΔΕΑ στόχευε στην οργάνωση της κρατικής εξουσίας με βάση και με εξάρτηση από το ρυθμιστικό ρόλο του στρατού, των αξιωματικών δηλαδή που ανήκαν στον κύκλο του ΙΔΕΑ. Έθνος και ΙΔΕΑ αποτελούν μια ιδεολογική οργανική ενότητα, όλοι οι άλλοι παράγοντες και ασφαλώς ο λαός αποτελούν εξαρτημένα, δευτερεύοντα επίπεδα αναφοράς. Οι αστοί πολιτικοί, οι αντιπρόσωποι δηλαδή της τάξης, της οποίας η εξουσία βρισκόταν σε άμεση απειλή από την ύπαρξη του ΕΑΜ, δέχθηκαν αυτό τον καθοριστικό ρόλο του ΙΔΕΑ. Ο ΙΔΕΑ ήταν γι' αυτούς και τότε ασφαλώς δικαίως η μοναδική πιθανότητα επιβολής της αστικής εξουσίας στη μετακατοχική Ελλάδα.

Οι άμεσες επαφές του ΙΔΕΑ με μια σειρά από ιθύνοντες πολιτικούς έδωσαν σ' αυτή τη σύμπνοια συμφερόντων συγκεκριμένη μορφή (Γ. Παπανδρέου, Π. Κανελλόπουλος, Σ. Μαρκεζίνης, Σοφούλης, Βαρβούτης κ.α.).12 Ασφαλώς δεν πρέπει να συγχέεται η εκτίμηση πολλών αξιωματικών του ΙΔΕΑ προς τον Γεώργιο με μοναρχισμό. Η εκτίμηση είχε την πηγή της στο ρόλο του βασιλιά στη δικτατορία του 3640.

Είναι κάτι παραπάνω από αυτονόητη η σύμπνοια συμφερόντων μεταξύ της αστικής τάξης και του ΙΔΕΑ το Δεκέμβρη του '44 και κατά τον εμφύλιο. Η αστική τάξη δεν διέθετε πια, μετά από την κατοχή, ούτε πολιτική ούτε οικονομική εξουσία, ούτε ιδεολογικά ερείσματα. Με άλλα λόγια δεν διέθετε εξουσία. Η επανάκτηση της ήταν μόνο στρατιωτικά δυνατή. Η συμφωνία της Γκαζέρτας αλλά και της Βάρκιζας αργότερα δεν ήταν λύση για τη βρετανική επιρροή ούτε για την αστική τάξη αλλά ούτε και για τους σκοπούς του ΙΔΕΑ. Σ' αυτό το σημείο η ταυτότητα συμφερόντων ήταν απόλυτη. Το τι επακολούθησε ήταν αποτέλεσμα αυτής της απόλυτης συμφωνίας στην επιθετική στρατηγική που εφαρμόστηκε. Δεν θα αναφερθούμε εδώ στη στρατηγική του ΚΚΕ που έκανε όλες τις επιλογές της αστικής τάξης και των συμμάχων της δυνατές, γιατί δεν είναι το θέμα μας. Απλώς το επισημαίνω εδώ για να μη ξενισθει ο αναγνώστης από τη μονόπλευρη παρατήρηση.

Έτσι ο ΙΔΕΑ σε συνάρτηση με τη βρετανική και κατόπιν αμερικανική στρατιωτική και οικονομική βοήθεια Εγινε ο ουσιαστικός εκφραστής και εφαρμοστής της αστικής στρατηγικής εγκαθίδρυσης της ταξικής εξουσίας. Ο καθοριστικός ρόλος του στρατού στην οργάνωση της αστικής εξουσίας αποτέλεσε το βασικό στοιχείο της ταξικής στρατηγικής επιβολής και πραγματικά ταυτίστηκε με την επιβολή των αστικών συμφερόντων. Για τον ΙΔΕΑ η παλινόρθωση της αστικής εξουσίας αποτελούσε την εγγύηση για τη συγκρότηση και αναπαραγωγή του ρυθμιστικού του ρόλου μέσα στο κράτος και μέσω αυτού μέσα στον ελληνικό κοινωνικό σχηματισμό. Το να μιλά κανείς για συντεχνιακά συμφέροντα, όπως κάνει ο Μουζέλης αναφερόμενος στην εποχή λίγο πριν το 196713 η για ομάδες πίεσης, όπως ο Σταύρος η ο Meynaud,14 είναι όχι μόνο ανεπαρκές για να εξηγήσει το φαινόμενο αλλά και λάθος. Η προσπάθεια επιβολής του ΙΔΕΑ δεν αφορούσε την ικανοποίηση επιμέρους οικονομικών η άλλων συμφερόντων. Αφορούσε το όλο πλέγμα της οργάνωσης της εξουσίας, αφορούσε τη δημιουργία μιας άμεσα η έμμεσα κυβερνώσας κατηγορίας, κάτι στο όποιο πέτυχαν πολύ περισσότερο και μακροπρόθεσμα οι στρατιωτικοί στην Τουρκία. Ούτε βέβαια πρόκειται για τα εξουσιαστικά συμφέροντα μιας δήθεν καινούργιας κοινωνικής τάξης. οι στρατιωτικοί είναι κοινωνική κατηγορία και το «...διακριτικό τους χαρακτηριστικό βρίσκεται στην ειδική και υπερπροσδιοριστική σχέση τους προς δομές εκτός από τις οικονομικές...»15 Κατηγορία εξαρτημένη από την ταξική δομή και κεντρικός μηχανισμός επιβολής της.

Τα κείμενα του ΙΔΕΑ και των απολογητών του εκφράζουν ασφαλώς ένα παθολογικό Esprit de Corps και είναι ιδεολογικές εκφράσεις της συνείδησης αυτής της κυβερνώσας κατηγορίας και όχι έκφραση συντεχνιακών συμφερόντων η κάποιας ιδιαίτερης ταξικής συνείδησης.

Ο ΙΔΕΑ δεν αποτελεί κοινωνική τάξη αλλά το καθοριστικό στοιχείο της οργάνωσης της ταξικής εξουσίας. Η συμμαχία των αστών πολιτικών και του ΙΔΕΑ δεν είναι για την ταξική ανάλυση συμμαχία αλλά μορφή οργάνωσης της ταξικής εξουσίας, αποτέλεσμα αναγκαίας στρατηγικής για την επιβολή της ταξικής κυριαρχίας. Έτσι μέσα από αυτή την οργάνωση της εξουσίας δεν ανατίθεται η εκπροσώπηση των ταξικών συμφερόντων κατά κύριο λόγο στους παραδοσιακούς εκπροσώπους της άρχουσας τάξης, τους αστούς πολιτικούς, αλλά στον ΙΔΕΑ. Αυτό που πολλοί ονόμασαν «δυαδική εξουσία»'6 αποτελεί τη μορφή ιεράρχησης της εκπροσώπησης των ταξικών συμφερόντων της άρχουσας τάξης.

Ασφαλώς οι βρετανοί στήριξαν με κάθε τρόπο την παλινόρθωση της μοναρχίας γιατί θεώρησαν απαραίτητη την επανασυγκρότηση ενός κέντρου επιρροής των συμφερόντων τους (όπως ήταν παραδοσιακά η μοναρχία) αλλά και συγχρόνως εμπόδισαν την επιβολή στρατιωτικής δικτατορίας, για να εμποδίσουν την αύξηση της επιρροής των κομμουνιστών. Η διατήρηση του κοινοβουλευτισμού αποτέλεσε το μέσο δημιουργίας συναίνεσης των μεσαίων στρωμάτων προς την ταξική εξουσία. Γεγονός που σε συνδυασμό με τη στάση τους κατά την πρώτη περίοδο στη Μέση Ανατολή είχε σαν αποτέλεσμα την αντίθεση του ΙΔΕΑ προς τους βρετανούς και την αναζήτηση της αμερικανικής προστασίας.

Στα επόμενα χρόνια η επιρροή του ΙΔΕΑ μέσα στο στρατό αυξήθηκε τρομερά. Το 1950 περίπου 2.500 αξιωματικοί άνηκαν στον κύκλο του ΙΔΕΑ.17 Ο ΙΔΕΑ, ο όποιος είχε οργανωθεί σε δέσμες, διοικοταν συλλογικά μέχρι το 1946 από τη Διοικητική Δέσμη. Το 1946 και για ένα μικρό χρονικό διάστημα ανέθεσε την ηγεσία στον τότε συνταγματάρχη Σ. Γκίκα, ο οποίος είχε, χωρίς προφανώς επιτυχία, προσπαθήσει να ίδρυση στη Μέση Ανατολή μια οργάνωση παρεμφερή προς τον ΕΝΑ τον ΣΑΝ (Σύνδεσμος Αξιωματικών Νέων). Γρήγορα όμως ο ΙΔΕΑ ξαναγύρισε στη μορφή της συλλογικής διοίκησης κάτω από τη Διοικητική Δέσμη.18

Η υποστήριξη κυρίως κεντρώων κυβερνήσεων από τους βρετανούς και από τους αμερικανούς αργότερα που κατενόησαν την ευφυΐα αυτής της στρατηγικής, δεν άλλαξε τίποτε ως προς την πολιτική θέση του ΙΔΕΑ μια και η πραγματική άσκηση της εξουσίας βρισκόταν στα χέρια του ΙΔΕΑ και της βρετανικής και κατόπιν αμερικανικής πρεσβείας και αποστολής. (Χαρακτηριστικό παράδειγμα η εκτέλεση του Μπελογιάννη και των άλλων πίσω από την πλάτη του Πλαστήρα, εν γνώσει όμως άλλων κεντρώων πολιτικών). "Όμως η υποστήριξη των βρετανών προς τη μοναρχία και τις κεντρώες κυβέρνησης είχε σαν αποτέλεσμα την αρνητική στάση του ΙΔΕΑ απέναντι στους βρετανούς. Η πλήρως αρνητική στάση του ΙΔΕΑ απέναντι στον αρχηγό των βρετανικών δυνάμενων, στρατηγό Rowlings στην πρώτη φάση (4647) του τελευταίου γύρου του εμφυλίου είναι ενδεικτική.19

Ο ΙΔΕΑ αναζήτησε την αμερικανική επιρροή για να ξεφύγει από τα προπολεμικά πλέγματα συμφερόντων που προσπαθούσαν να επιβάλουν οι βρετανοί. Πολύ σύντομα η οικονομική αδυναμία των βρετανών έκανε για όλους αναγκαία τη στροφή προς τους αμερικανούς. Στροφή που ήδη είχαν προετοιμάσει τα εφοπλιστικά συμφέροντα (συμφωνία για τα Liberties) και από την πλευρά του ΙΔΕΑ οι επαφές του Γκίκα στην Αμερική (όπου ήταν εκείνο το διάστημα στρατιωτικός ακόλουθος) και του ΙΔΕΑ προς τον αμερικανό στρατιωτικό ακόλουθο Andremont.20

Η νέα διεθνής ψυχροπολεμική πολιτική βρήκε στην Ελλάδα πρόσφορο έδαφος επιρροής μια και όλα απειλούντο από τη συνέχιση του εμφυλίου.

Δύο είναι λοιπόν τα κέντρα της εξουσίας μέχρι το 1947, η βρετανική παρουσία (πρεσβεία και στρατιωτική αποστολή) και ο ΙΔΕΑ. Η μοναρχία αποτελούσε συστατικό σκέλος του βρετανικού χώρου και έτσι πρέπει να καταλογιστεί στο βρετανικό παράγοντα Επιρροής.

Η κυβέρνηση και το κοινοβούλιο βρίσκονταν σε άμεση Εξάρτηση από τα δύο αυτά κέντρα εξουσίας. Ασφαλώς δεν επρόκειτο για ανταγωνιστικά κέντρα Εξουσίας, αλλά για συμπληρωματικά. Ομως μια σειρά από αντιθέσεις ήταν καθοριστικές για τη θέση των δύο πόλων.

Η νέα ταξική συμμαχία μεταξύ αμερικανικών στρατηγικών συμφερόντων και των συμφερόντων της άρχουσας τάξης στην Ελλάδα που βασίστηκε σε τρία σκέλη: Εφοπλιστικά συμφέροντα, βοήθεια Μάρσαλ και προοπτική νικηφόρας κατάληξης του εμφυλίου, βρήκε στον ΙΔΕΑ τον ουσιαστικό φορέα επιβολής των νέων συμφερόντων μέσα στην ελληνική κοινωνία. Για την αστική τάξη και για τον ΙΔΕΑ η νέα αμερικανική πολιτική ήταν ο deus ex machina.

Αρχικά οι αμερικανοί εφάρμοσαν την πολιτική που είχαν ακολουθήσει οι βρετανοί και μάλιστα με μεγαλύτερη συνέπεια. Σύντομα όμως και ύστερα από την ταξική νίκη σταμάτησαν να υποστηρίζουν κεντρώους πολιτικούς. Η αναπροσαρμογή της στρατηγικής της εξουσίας έγινε με την ανάθεση της αρχιστρατηγίας στον Παπάγο (20.1.49). Για την προσωπικότητα του Παπάγου πρέπει να λεχθούν πολλά και δυστυχώς εδώ δεν υπάρχει ο χώρος για να επεκταθώ.21 Εδώ πρέπει μόνο να τονισθεί ότι ο Παπάγος χωρίς να είναι τυπικά μέλος του ΙΔΕΑ (στον ΙΔΕΑ δεν ανήκαν ανώτατοι αξιωματικοί) ήταν η ιδανική προσωπικότητα που μπορούσε να νομιμοποιήσει την επιρροή του ΙΔΕΑ. Έτσι υστέρα από πίεση του ΙΔΕΑ στην κυβέρνηση Σοφούλη ο Παπάγος ανέλαβε την αρχιστρατηγία. Οι δικαιοδοσίες του, τις όποιες είχε εκβιάσει ο ίδιος ο Παπάγος με βοήθεια του ΙΔΕΑ, ήταν σχεδόν απεριόριστες, όσον άφορα στον έλεγχο του στρατού, των επιχειρήσεων κλπ. και θεσμοθετούσαν την ανεξαρτησία του αρχιστρατήγου και μέσω αυτού και του στρατού από την πολιτική εξουσία. Έτσι ο στρατός απέκτησε όχι μόνο ουσιαστική αλλά και θεσμική ανεξαρτησία απέναντι στην πολιτική εξουσία σε βαθμό που ποτέ ως τότε δεν είχε. Στο τέλος του εμφυλίου (30.8.49) ο ΙΔΕΑ είχε πια πραγματοποιήσει το μεγαλύτερο μέρος των στόχων του. Η πολιτική εξουσία εξαρτάτο από τον ΙΔΕΑ και τους αμερικανούς (πρεσβεία, αποστολή κλπ.).

Για τον Παπάγο η πολιτική συγκυρία ήταν τρομερά ευνοϊκή. Με την πλήρη υποστήριξη των αμερικανών και του ΙΔΕΑ παραιτήθηκε από το στρατό (είχε πάρει τον τίτλο του ισόβιου στρατάρχη) για να ηγηθεί ενός προσωπικού κόμματος στο οποίο θα συγκέντρωνε όλους τους συντηρητικούς αστούς πολιτικούς, ώστε να αναλάβει άμεσα πια τη διακυβέρνηση της χώρας. Στις 29 Μαΐου παραιτείται ο Παπάγος και τη νύχτα της 30 προς την 31 Μαΐου γίνεται η γνωστή απόπειρα πραξικοπήματος. Τα γεγονότα είναι σχετικά γνωστά αλλά δεν έχουν ως τώρα επαρκώς αναλυθεί μέσα από μια ανάλυση της συγκρότησης και οργάνωσης της μετεμφυλιακής δομής της εξουσίας. Φαίνεται ότι η απόπειρα δεν ήταν τίποτα άλλο από επίδειξη δύναμης υπέρ του Παπάγου απέναντι στη μοναρχία και τον πολιτικό κόσμο.

Το ουσιαστικό στοιχείο της όλης Ιστορίας είναι ότι όταν ο Παπάγος πληροφορήθηκε επίσημα για την ανταρσία πήγε στο Γενικό Επιτελείο, διέταξε τους αξιωματικούς (μεταξύ αυτών ήταν και πολλοί πρωταγωνιστές της 21ης Απριλίου) και τις μονάδες να γυρίσουν στις θέσεις τους και επέβαλε αμέσως πειθαρχία. Έτσι απόδειξε συγκεκριμένα την απόλυτη εξουσία του στο στράτευμα. Ούτε η κυβέρνηση ούτε η μοναρχία μπορούσαν να επιβληθούν στο στρατό. Μόνον ο Παπάγος. Η μοναρχία και η κυβέρνηση εξαρτώντο από τις αποφάσεις του στρατάρχη. "Αλλωστε είναι γνωστό ότι ο βασιλιάς ζήτησε από τον πιστό στη μοναρχία τότε Α ΓΕΣ Τσακαλώτο να συλλάβει τον Παπάγο για να εμποδίσει τις πολιτικές εξελίξεις που προέβλεπε αν ο Παπάγος αναλάμβανε την πρωθυπουργία, πράγμα βέβαια που με τη δεδομένη ισορροπία δυνάμεων ήταν απόλυτα αδύνατο.22

Έτσι τα γεγονότα του Μαΐου 51 είχαν σαφώς το χαρακτήρα προνουτσιαμέντου. Οι αξιωματικοί που είχαν ηγηθεί της απόπειρας απομακρύνθηκαν από το στρατό αλλά τους δόθηκε αμνηστία.

Το ουσιαστικό σημείο που γίνεται εδώ πια κατανοητό είναι η απομάκρυνση του στρατού από τη μοναρχία και ο όσο το 'δυνατόν μεγαλύτερος περιορισμός της επιρροής της μοναρχίας στο στράτευμα, πράγμα βέβαια που για πολιτικούς λόγους δεν θεσμοθετήθηκε. Ο Παπάγος, γόνος οικογένειας πιστής στη μοναρχία, ο οποίος υπήρξε βασικό έρεισμα της μοναρχίας στο στρατό από το 1906 και μετά, ο οποίος υποστήριξε, αν δεν οδήγησε, όλα τα μοναρχικά κινήματα του μεσοπολέμου, ο άνθρωπος που πριν αναλάβει την άρχιστρατηγία υπήρξε μέγας αυλάρχης των ανακτόρων, εξελίχτηκε στον κεντρικό εκπρόσωπο της αντιμοναρχικής στάσης στο στρατό. Η ουσία αυτής της αντίθεσης βρίσκεται στις θέσεις του ΙΔΕΑ, στο πρόβλημα του ελέγχου του στρατού. Η μοναρχία ήθελε να ελέγχει το στρατό πράγμα που σήμαινε να ελέγχει και τον ΙΔΕΑ για να εδραίωση τη θέση της μέσα στο κράτος. Εύρισκε όμως αντίθετο τον ΙΔΕΑ, ο οποίος ήθελε να κρατήσει τον αρχηγικό, ηγεμονικό του ρόλο στην οργάνωση της εξουσίας και το κατόρθωσε και μέσω του Παπάγου.

Ο Ελληνικός Συναγερμός που ίδρυσε ο Παπάγος το 51, κατά το πρότυπο του «Rassemblement Français» του De Gaulle απέτυχε στις εκλογές του 51. ΤΟ αποτέλεσμα ήταν μια καινούργια αδύναμη κυβέρνηση υπό τον Πλαστήρα. Οι αμερικανοί όμως μέσω του Πιουριφόυ πίεσαν την κυβέρνηση ν' αλλάξει τον εκλογικό νόμο, να κάνει καινούργιες εκλογές και τους αστούς πολιτικούς να πλαισιώσουν το Συναγερμό. Η πίεση αυτή είχε επιτυχία. Από τον Μανιαδάκη μέχρι τον Π. Κανελλόπουλο και τον Γ. Παπανδρέου, που εμφανίστηκε σαν ανεξάρτητος στο συνδυασμό του Συναγερμού, οι αστοί πολιτικοί και ο δεξιός και κεντρώος (Δ. Λαμπράκης) τύπος υποστήριξαν τον Παπάγο. Έτσι αντιπροσωπεύοντας τις κύριες αστικές δυνάμεις και με την ανεκτίμητη βοήθεια του γνωστού «τι Πλαστήρας, τι Παπάγος» που υποστήριζε το ΚΚΕ ζητώντας αποχή της Αριστεράς από τις κάλπες, πέτυχε ο Συναγερμός στις 16.11.1952 49.22% των ψήφων, παίρνοντας με τη βοήθεια του νέου εκλογικού νόμου (ενισχυμένο πλειοψηφικό) 24β βουλευτικές έδρες από τις 300. Η κοινοβουλευτική δικτατορία είχε πετύχει.

Πριν από τις εκλογές εντάθηκαν και οι εκκαθαρίσεις στο στρατό και κυρίως στην αεροπορία, ώστε να επιτευχθεί ο ολοκληρωτικός έλεγχος από τον ΙΔΕΑ (Υπουργός Άμυνας ο Γ. Μαύρος). Αποκορύφωμα των εκκαθαρίσεων ήταν οι συλλήψεις που οδήγησαν στις δίκες των αεροπόρων (17.9.52 και 24.2.53). Οι όποιοι τελικά αμνηστεύτηκαν από την κυβέρνηση Καραμανλή το 1955. Η «οικονομική αποκατάσταση των θυμάτων» θα γίνει 28 χρόνια αργότερα από την κυβέρνηση του ΠΑΣΟΚ.23,

Έτσι ο ΙΔΕΑ πέτυχε το πλήρη έλεγχο του στρατού και μέσω του Παπάγου της νόμιμης κυβέρνησης της χώρας. Η στρατιωτική δικτατορία δεν ήταν πια (ακόμη) απαραίτητη. Η αστική νομιμότητα, πλαισιωμένη από μια σειρά πειθαναγκαστικούς νόμους, που θεσπίστηκαν κατά τη διάρκεια του εμφύλιου και ίσχυσαν μέχρι το 1962, όποτε το Νομοθετικό Διάταγμα 4234 62 θεώρησε την «ανταρσία» λήξασα, εξυπηρετούσε τη στρατηγική του ΙΔΕΑ αλλά και σταθεροποιούσε την αμερικανική επιρροή. Η είσοδος της Ελλάδας στο NATO στις 18.2.52 συμπλήρωσε αυτή την κατάσταση.

Ο Παπάγος αντικατέστησε αμέσως την ηγεσία του στρατού και της αστυνομίας. Οι αξιωματικοί του ΙΔΕΑ που ήδη είχαν ανέλθει στα ανώτατα κλιμάκια της Ιεραρχίας αλλά είχαν αποστρατευθεί μετά το κίνημα του 51 ανέλαβαν όλες τις διοίκησης των επιτελείων. Οι βασιλικοί η απλώς μη ΙΔΕΑτες: Γρηγορόπουλος (Α ΓΕΕΘΑ), Τσακαλώτος (Α ΓΕΣ), Πετζόπουλος (Γενικός Επιθεωρητής Στρατού), Βασιλας (Διοικητής ΑΣΔΕΝ), ο όποιος προϊστατο και των ανακρίσεων που ανατέθηκαν και στον ταγματάρχη Ζωζωνάκη σχετικά με το κίνημα του 51 κ.α. απομακρύνθηκαν. 'Αντικαταστάθηκαν από τους αρχηγούς της απόπειρας που ο Παπάγος επανέφερε στο στρατό: Κιτριλάκη (το δεξί χέρι του Παπάγου), Τσιγγούνη, Χρηστέα, Γωγούση κ.α. Ειδικά ο Κιτριλάκης που έγινε Α ΓΕΕΘΑ ήταν και ο οργανωτικός νους του κινήματος.24 Μόνο ο Κελαϊδής (Α ΓΕΑ) παρέμεινε. Ήταν μέλος του ΙΔΕΑ και είχε οργανώσει τη σκευωρία που οδήγησε στις εκκαθαρίσεις στην αεροπορία. 'Ακόμη και ο αρχηγός του στρατιωτικού οίκου του βασιλιά, στρατηγός Βεντήρης, απομακρύνθηκε. Η μοναρχία βρισκόταν σε υποχώρηση...

Πρέπει όμως να τονισθεί ότι και μετά την παραίτηση του Παπάγου από την αρχιστρατηγία η σχετική αυτονομία και η αυτοδιοίκηση του στρατιωτικού μηχανισμού διατηρήθηκε με τη δημιουργία του θεσμού του ΓΕΕΘΑ από τον ίδιον τον Παπάγο. Ο Α ΓΕΕΘΑ έγινε ο ουσιαστικός συντονιστής των Γενικών 'Επιτελείων και μέχρι το 67 ο εκάστοτε Α ΓΕΕΘΑ ήταν και ο ουσιαστικός υπεύθυνος της οργάνωσης της στρατηγικής για την άμυνα. "Όμως την πραγματική διοίκηση είχαν (και έχουν) τα τρία Γενικά Επιτελεία, ενώ ο Α ΓΕΕΘΑ ήταν ουσιαστικά ο πολιτικός υπεύθυνος και σύνδεσμος του στρατού με την κυβέρνηση. Έτσι παράλληλα προς την πραγματική θέση του στρατιωτικού μηχανισμού στην οργάνωση της εξουσίας θεσμοθετήθηκε και νομιμοποιήθηκε η σχετική αυτονομία του στρατού απέναντι στην πολιτική εξουσία.23

Μέσω του υπουργού εθνικής άμυνας ο έλεγχος της κυβέρνησης πάνω στο στρατό ήταν πολύ περιορισμένος. Ο υπουργός έδινε γενικές κατευθύνσεις, οδηγίες κλπ. Η πραγματική εξουσία ήταν στα χέρια των Γενικών Επιτελείων, γιατί όπου οι αρμοδιότητες του υπουργού έπαιρναν συγκεκριμένη μορφή μπορούσαν να υλοποιηθούν μόνο μέσω των Γενικών Επιτελείων, έτσι ο υπουργός δεν είχε καμία επαφή προς τις βαθμίδες κάτω από την ηγεσία των επιτελείων. Όλες οι σχετικές απόφασης παίρνονταν από τα Ανώτατα Συμβούλια (στρατού, ναυτικού, αεροπορίας) που προεδρεύονταν από τους αρχηγούς του κάθε κλάδου. Όλες οι απόφασης σχετικά με την οργάνωση τη διοίκηση και το προσωπικό του στρατού που λάβαινε ο υπουργός η το ΑΣΕΑ (Ανώτατο Συμβούλιο Εθνικής Άμυνας, με μέλη τον πρόεδρο και τον αντιπρόεδρο της κυβέρνησης και τους υπουργούς άμυνας, δημόσιας τάξης, εξωτερικών και συντονισμού και τον Α ΓΕΕΘΑ) βασίζονταν σε πληροφορίες των επιτελείων και η υλοποίηση τους εξαρτάτο από τα Γενικά Επιτελεία και τα Στρατιωτικά Συμβούλια. Συνοπτικά μπορούμε να πούμε ότι όλο το input των πληροφοριών προς το υπουργείο άμυνας και το output των αποφάσεων εξαρτάτο από τα Γενικά Επιτελεία. Όλες αυτές οι ρυθμίσεις επανίσχυσαν με το Νόμο 660 77, αλλά θα επανέλθουμε. "Αλλωστε ο ΙΔΕΑ φρόντιζε, ώστε τουλάχιστον οι υπουργοί δημόσιας τάξης και άμυνας να είναι πρόσωπα της εμπιστοσύνης του. Η ακραία περίπτωση Γαρουφαλιά δίνη και τις διαστάσεις των συνεπειών αυτής της κατάστασης.

Την ανώτατη ηγεσία του στρατού ανέλαβε τυπικά ο βασιλιάς, σύμφωνα με το σύνταγμα του 52 άρθρο 32 χωρίς να έχει τις αρμοδιότητες του αρχιστρατήγου, οι οποίες διανεμήθηκαν σύμφωνα με την αναδιοργάνωση του στρατού μετά την παραίτηση του Παπάγου. Ο σκοπός αυτού του σημείου του άρθρου 32 περί «ανωτάτου άρχοντος» ήταν μια προσπάθεια να περιορισθεί η αυτοδιοίκηση και αυτονομία του στρατού μέσα από την παρεμβολή του βασιλιά, αποτέλεσμα που προέκυψε από την αδυναμία της κυβέρνησης του Κέντρου (Πλαστήρας) απέναντι στον ΙΔΕΑ. Μια και η κυβέρνηση δεν ήταν σε θέση να πετύχει έναν κάποιο πολιτικό έλεγχο στο στρατό θέλησε να περιορίσει την αυτονομία του παρεμβάλλοντας τη μοναρχία, το μόνο κέντρο εξουσίας το όποιο θα μπορούσε να ανεχθεί σ' αυτή τη θέση η αστική τάξη. Αυτό είναι ασφαλώς ένας από τους λόγους, αν όχι ο κυριότερος, της επιδεικτικής αναχώρησης των βουλευτών του Συναγερμού από την τελευταία ψηφοφορία για το Σύνταγμα το Δεκέμβρη του 51. 'Αλλά η ηθελημένη παρεμβολή της μοναρχίας δεν ήταν μόνο ένα, από κοινοβουλευτική άποψη, ανεπίτρεπτο μέτρο, αλλά και βαθύ δείγμα της αδυναμίας του κοινοβουλευτισμού.

Με αυτή τη συνταγματική διάταξη και το ανάλογο και πιο λεπτομερειακό Νομοθετικό Διάταγμα δεν περιορίστηκε η αυτονομία και η αυτοδιοίκηση του στρατού αλλά θεσμοθετήθηκαν εξουσιαστικές δομές οι όποιες ενεργοποιήθηκαν μετά το θάνατο του Παπάγου και εις βάρος του κοινοβουλευτισμού. Επρόκειτο για μια τελείως λανθασμένη κίνηση που ξεκινούσε από την αδυναμία της πολιτικής εξουσίας και την παρανόηση των πραγματικών δυνατοτήτων της μοναρχίας μέσα στη δομή της εξουσίας.

Με την ανάληψη της πρωθυπουργίας από τον Παπάγο (16.11.52) Ολοκληρώνεται η ανασυγκρότηση της αστικής εξουσίας στην Ελλάδα." Μια διαδικασία που δρχισε με τη συμφωνία της Γκαζέρτας και χρειάστηκε τον εμφύλιο πόλεμο για να επιβληθεί. Από τις 16.11.52 μέχρι το θάνατο του Παπάγου (4.10.55) δομήθηκε έτσι η οργάνωση της εξουσίας γύρω από δύο κεντρικούς πόλους. Γύρω από τον πόλο: στρατός (ΙΔΕΑ) - κυβέρνηση (Παπάγος) και από τον πόλο μοναρχία. Επρόκειτο για τα δύο κομβικά σημεία όπου το προσδιοριστικό βάρος έπεφτε στο πρώτο. Ο Παπάγος, απόλυτος αρχηγός πάνω στην κυβέρνηση του και τους βουλευτές του Συναγερμού (έχουμε μια ουσιαστική κατάργηση του κοινοβουλίου, στρατηγική που ακολούθησε βέβαια και ο Καραμανλής και ο Α. Παπανδρέου), ήταν συγχρόνως ο εκπρόσωπος του ΙΔΕΑ στο επίπεδο της αστικής νομιμότητας. Συγχρόνως ήταν δεδομένης της πολιτικής συγκυρίας και ο συνεπέστερος αποδέκτης της αμερικανικής πολιτικής. Πράγμα που γίνεται οφθαλμοφανές στην αντιβρετανική πολιτική της κυβέρνησης Παπάγου σχετικά με το πρόβλημα της Κύπρου (Διάσταση Παπάγου Eden, αποστολή του αρχηγού της φασιστικής οργάνωσης Χ, Γρίβα, στην Κύπρο για να οργανώσει την εθνικιστική αντίσταση κατά της βρετανικής κατοχής κλπ., πολιτική που επανέλαβε και η κυβέρνηση της Ε.Κ. το 63 64). Αυτό βέβαια δεν σημαίνει ότι οι προηγούμενες κυβερνήσεις, κυβερνήσεις του Κέντρου, δεν ήταν εξαρτημένες από την αμερικανική πολιτική. "Ας μην ξεχνάμε ότι τις πρώτες μονάδες του εκστρατευτικού σώματος στην Κορέα τις έστειλε η κυβέρνηση Σ. Βενιζέλου στο Νοέμβριο του 1950.27

Με την κυβέρνηση του Συναγερμού δεν έχουμε μόνο την ανασυγκρότηση της αστικής εξουσίας, αλλά και σε συνάρτηση με αυτήν τον ειδοποιό ρόλο του στρατού στη διαδικασία και αναπαραγωγή αυτής της συγκρότησης: την πραγματοποίηση των στόχων του ΙΔΕΑ. Χωρίς να είναι αναγκαία η στρατιωτική δικτατορία, ρύθμιζε ο ΙΔΕΑ τις πολιτικές εξελίξεις διατηρώντας συγχρόνως τη στρατιωτική αυτοτέλεια.

Πρέπει ακόμα να πούμε δύο λόγια για το δεύτερο πόλο της οργάνωσης της εξουσίας, τη μοναρχία. f

Η παλινόρθωση της μοναρχίας ήταν ένας από τους βασικούς πολιτικούς στόχους της βρετανικής πολιτικής στην Ελλάδα. Η διαδικασία της επανόδου του βασιλιά πέρασε όμως μέσα από μια σειρά από στάδια που ήταν απαραίτητα για να μην δημιουργηθούν αντιδράσεις που θα απέτρεπαν την παλινόρθωση. Από την αποδοχή του δημοψηφίσματος από τον Γεώργιο, ύστερα από πίεση των βρετανών (1943), στην αντιβασιλεία Δαμάσκηνου και τελικά στο τρομοκρατικό δημοψήφισμα του 1946.

Για πρώτη φορά μετά τη διάσπαση της αστικής τάξης σε βενιζελικούς (αβασίλευτη) και μοναρχικούς, εμφανίζεται το αστικό μπλοκ ενωμένο. Αυτή η διάσπαση που είχε εξωτερικευτεί μέσα από το πρόβλημα της συμμετοχής η όχι της Ελλάδας στον Α' Παγκόσμιο Πόλεμο, στο πλευρό της Αντάντ και της Οποίας οι ρίζες βρίσκονταν στη διάσπαση μεταξύ των οπαδών του ελεύθερου καπιταλισμού (Τρικούπης) και των ετατιστών (μικροαστοί μέσα και έξω από την κρατική γραφειοκρατία, Δεληγιάννης) κατά τον 19ο αιώνα, δεν υπήρχε πια. το πολιτειακό σταμάτησε να αποτελεί ιδεολογική έκφραση των ενδοαστικών αντιθέσεων. Το πρόβλημα θα επανεμφανιστεί στη δεκαετία του 60 μέσα οπό μια νέα πολιτική συγκυρία.

Η σύμπτωση όμως αυτή των συμφερόντων συμβάδισε και με τον περιορισμό της επιρροής της μοναρχίας σαν κέντρου εξουσίας. Η ενεργοποίηση της μοναρχίας μετά το 55 εμφανίστηκε μεν καθοριστική στο επίπεδο της πολιτικής σκηνής, αλλά δεν ανταποκρινόταν στον πραγματικό συσχετισμό δυνάμεων, πράγμα του έγινε αντιληπτό το 1967. Για τη βρετανική πολιτική η μοναρχία, σε συνδυασμό με την αυταρχική δόμηση των μηχανισμών που επέβαλαν την αστική κυριαρχία, ήταν εγγύηση για την αναπαραγωγή των συμφερόντων της στην Ελλάδα. Αυτή η σύμπτωση συμφερόντων παρέμεινε ενεργή από το 1864 τουλάχιστον και μετά. Παρ' όλες τις αντιφάσεις που δημιουργήθηκαν κατά τον Α' Παγκόσμιο Πόλεμο έμεινε σταθερή και καθόρισε και τις ουσιαστικές πολιτικές επιρροές της δικτατορίας του 36 40.

Για τους αμερικανούς που αντικατέστησαν τους βρετανούς το 1947 η μοναρχία είχε δυαδικό χαρακτήρα. Από τη μια θεωρείτο συνδεδεμένη με τα βρετανικά συμφέροντα, γεγονός ουσιαστικό εκείνη την εποχή της κρίσης μεταξύ των ιμπεριαλιστικών συμφερόντων, τουλάχιστον στη Μέση Ανατολή, από την άλλη η οργάνωση της νομιμότητας με κέντρο τη μοναρχία είχε σαν αποτέλεσμα την αναπαραγωγή των νόμιμων θεσμικών μηχανισμών ελέγχου των πολιτικών εξελίξεων στην Ελλάδα. Την αναπαραγωγή του αυταρχικού αστικού καθεστώτος, το όποιο αναγκαστικά θα εγγυούταν την αμερικανική επιρροή για να μην διακινδυνεύσει την ταξική εξουσία.

Μπορούμε λοιπόν να περιγράψουμε την κατάσταση ως Εξής: ο ΙΔΕΑ και η κυβέρνηση Παπάγου είχαν πρωτεύουσα θέση για την αμερικανική στρατηγική, ενώ η υποστήριξη προς τη μοναρχία υπαγορευόταν από δομικούς λόγους, από την αναγκαία δομή της νομιμότητας της Εξουσίας. Το ίδιο ίσχυε και για την αστική τάξη και κυρίως για την ηγεμονική μερίδα του ελληνικού" κεφαλαίου, η όποια ανεγνώριζε στον προσδιοριστικό ρόλο του IΔEA, σε συνδυασμό με την κυβέρνηση του" Συναγερμού" και την αμερικανική υποστήριξη, τις πολιτικές συντεταγμένες, οι οποίες καθόρισαν την αστική νίκη στον εμφύλιο και ήταν σε θέση να αναπαράγουν τις συνθήκες της ταξικής κυριαρχίας δηλαδή το αποτέλεσμα αυτής της νίκης. Στη μοναρχία ανεγνώριζαν ένα θεσμό η καλύτερα ένα κέντρο εξουσίας που ήταν έκφραση και μορφή της νομιμότητας, την οποία επέβαλε το αποτέλεσμα του εμφύλιου, με χαρακτήρα λιγότερο πεπερασμένο από ότι ήταν πρόσωπα και συγκυριακές συμπτώσεις συμφερόντων.

Οι περισσότεροι απολογητές του ΙΔΕΑ (Καραγιάννης, Τριανταφυλλίδης, ο ίδιος ο Παπάγος, η ΕΡΕ, ο δεξιός Τύπος κλπ.) ισχυρίζονται ότι ο ΙΔΕΑ έπαψε να υπάρχει το αργότερο μετά την ανάληψη της πρωθυπουργίας από τον Παπάγο, μια και η αστική νίκη στον εμφύλιο και η ανάληψη της κυβέρνησης από το Συναγερμό σήμαιναν την επιτυχία του ΙΔΕΑ, ώστε να μην υπάρχει πια ο λόγος ύπαρξης του.

Εδώ βρίσκεται και το δεύτερο σκοτεινό σημείο της Ερευνάς για τον ΙΛΕΑ (το πρώτο είναι η σχέση του προς τη μοναρχία). Η απάντηση στο ερώτημα αν διαλύθηκε ο ΙΔΕΑ η όχι είναι αρνητική. Ο ΙΔΕΑ δεν έπαψε να υπάρχει, απλώς η μορφή με την οποία συνέχισε την ύπαρξη του πήρε μια νέα διάσταση. Με την άνοδο των μελών του IΔEA στη στρατιωτική ιεραρχία επήλθε μια ταύτιση της νόμιμης στρατιωτικής ηγεσίας και του ΙΔΕΑ. Διαδικασία που αρχίζει με την ανάληψη της στρατιωτικής ηγεσίας από τους κινηματίες του" Μαΐου 51 μέχρι τον Απρίλη του" 67.

Μέσω αυτής της διαδικασίας ο ΙΔΕΑ νομιμοποιείται, γίνεται η επίσημη ηγεσία, επανδρώνοντας και όλες τις θέσεις - κλειδιά της Ιεραρχίας. Το γεγονός αυτό είχε ιδιαίτερες συνέπειες για τις εξελίξεις μετά το θάνατο του Παπάγου και οδήγησε στη δημιουργία του ΕΕΝΑ.

Η οργάνωση εξακολουθεί να υπάρχει, χωρίς όμως να απαιτείται πια μυστικότητα στις ενέργειες της, μια και επήλθε μια συνεχής ταύτιση των ηγετικών δεσμών του ΙΔΕΑ και της στρατιωτικής ηγεσίας, πράγμα που δημιούργησε νέες συνθήκες για τη δράση του ΙΔΕΑ. Με τη νέα κατάσταση ο καλύτερος των κόσμων του ΙΔΕΑ και της αστικής τάξης φαινόταν να γίνεται πραγματικότητα. Ο θάνατος όμως του Παπάγου δημιουργεί προβλήματα που θα οξυνθούν ιδιαίτερα κατά την πολιτική κρίση στα μέσα της δεκαετίας του 60.

Ο θάνατος του Παπάγου (4.10.55) αποτελεί και τυπικά το οριακό σημείο της πρώτης περιόδου, της περιόδου ανασυγκρότησης της αστικής εξουσίας κατά την οποία ο στρατός διατήρησε την κεντρική θέση στην οργάνωση της εξουσίας. Η περίοδος αυτή χαρακτηρίζεται από το διπολισμό στην οργάνωση της εξουσίας και την υπέρτερη θέση του ΙΔΕΑ, ο όποιος εκφράζεται άμεσα και στην κυβέρνηση. Κατάσταση που εκφράζει την υποχώρηση των ενδοαστικών αντιθέσεων μπροστά στην ανάγκη της ανασυγκρότησης της ταξικής κυριαρχίας.

3. Η δεύτερη περίοδος

Η ενεργοποίηση και αποτυχία της μοναρχίας. Η φαινομενική ισορροπία, η ενδοκρατική κρίση και η κρίση εκπροσώπησης. Από το διπολισμό στο οργανικό οργανωτικό τρίγωνο. Ο θάνατος του Παπάγου αποτέλεσε μοναδική ευκαιρία ενεργοποίησης για τη μοναρχία. Ευκαιρία ακύρωσης του παραμερισμού της από τον αρχιστράτηγο και συγκέντρωσης των ουσιαστικών στοιχείων της άσκησης της εξουσίας στα χέρια της. Η άμεση πολιτική αντίδραση της μοναρχίας μετά το θάνατο του Παπάγου είναι και η ουσιαστικότερη πράξη για να επιβάλει τη νέα θέση που η μοναρχία επιδίωκε. Τα γεγονότα είναι γνωστά: παραμερισμός των κομματικά νόμιμων διαδόχων του Παπάγου Στεφανόπουλου και Κανελλόπουλου και πρωθυπουργοποίηση του Κ. Καραμανλή. Η ενέργεια αυτή της μοναρχίας αποσκοπούσε στην ανατροπή της ετεροβαρούς ισορροπίας δυνάμεων μέσα στο κράτος. Η μορφή της πρωθυπουργοποίησης του ευνοούμενου των ανακτόρων και η πειθάρχηση των βουλευτών του Συναγερμού, που δημιούργησαν λίγο αργότερα την ΕΡΕ, κάτω από την ηγεσία του Καραμανλή, είναι η συγκεκριμένη πράξη με την οποία μεθοδεύτηκε η αλλαγή των ισορροπιών που είχαν επιτευχθεί κυρίως μετά την ανάληψη της πρωθυπουργίας από τον Παπάγο. Ο ουσιαστικός λόγος δεν είναι μόνο η εξάρτηση της κυβέρνησης από τα ανάκτορα αλλά και ο έλεγχος του στρατού από τη μοναρχία.

Πρόκειται για μια ενέργεια που βασίστηκε στο σύνταγμα του 52, του οποίου το άρθρο 32 απέκτησε υλικό περιεχόμενο μόνο μετά το θάνατο του Παπάγου. Η ενέργεια αυτή του βασιλιά υποστηρίχτηκε από τους αμερικανούς και έγινε αποδεκτή από τον ΙΔΕΑ. Για τους αμερικανούς, όπως και για τα ανάκτορα η πρωθυπουργοποίηση του Καραμανλή εγγυάτο την εξάρτηση του πρωθυπουργού από τα κέντρα που τον επέλεξαν. Το ότι ο Καραμανλής έχοντας μια ασυνήθιστη διαίσθηση των πολιτικών και κοινωνικών εξελίξεων, απομακρύνθηκε από τις προσδοκίες και των δύο παραγόντων, άλλαξε ασφαλώς την προδιαγραμμένη πορεία. Τα πράγματα οδηγήθηκαν στην κρίση των αρχών της δεκαετίας του 60.

Η αποδοχή της βασιλικής ενέργειας από τον ΙΔΕΑ έγκειται στο ότι τα πράγματα έδειχναν ότι δεν άλλαξαν και πολύ, ότι επρόκειτο για μια κίνηση που δεν αμφισβητούσε τις συνθήκες που ήδη είχαν διαμορφωθεί από το 52 (ταύτιση ΙΔΕΑ και ιεραρχίας). Προϋπόθεση παρέμεινε η ιδιαίτερη θέση του στρατού μέσα στο κράτος, και βέβαια δεν έγινε καμιά μεταβολή στη μορφή της αυτοδιοίκησης του και της αυτονομίας του απέναντι στην πολιτική εξουσία.

Για το στρατιωτικό μηχανισμό οι εξελίξεις μετά τη βασιλική ενέργεια σήμαιναν τη μετατόπιση του μέσου επιβολής του καθοριστικού ρόλου του στρατού, στα πλαίσια της νομιμότητας, από την κυβέρνηση στη μοναρχία. Εκφραστής της ιδιαίτερης θέσης του στρατού δεν ήταν πια άμεσα η κυβέρνηση η οποία Έτσι κι αλλιώς αποδεχόταν αυτό το ρόλο μια που η αστική τάξη ανεγνώριζε σ' αυτόν την εγγύηση της επιβολής της εξουσίας της αλλά η μοναρχία. Η οργανωτική δομή του στρατού, η ανεξαρτησία του απέναντι στη πολιτική εξουσία και η ταύτιση του ΙΔΕΑ με τη στρατιωτική Ιεραρχία είχαν δημιουργήσει τις συνθήκες που επέτρεψαν αυτό το βήμα χωρίς τη δημιουργία κρισίμων εντάσεων μέσα στο κράτος. Η νέα θέση της μοναρχίας στη δομή της οργάνωσης της εξουσίας δεν αποτελούσε απειλή για τον ΙΔΕΑ, εφόσον βασιζόταν στη σχέση της με τον ΙΔΕΑ και αντλούσε από αυτήν τη δυνατότητα επιβολής της. Η σύνδεση με τη μοναρχία, σύνδεση όχι εξάρτησης, αλλά έκφρασης με νόμιμη μορφή του καθοριστικού πολιτικού ρόλου του στρατού, αποτελούσε εγγύηση συνέχειας και σταθερότητας της δομής της εξουσίας, μακριά από τυχόν κοινοβουλευτικές ταλάντευσης.

Η διπολιτική οργάνωση της εξουσίας όπως αυτή είχε συγκροτηθεί μετά το 52 αναπροσαρμόστηκε στη μορφή ενός οργανικού τριγώνου: στρατιωτικός μηχανισμός (ΙΔΕΑ) - μοναρχία - κυβέρνηση. Το κομβικό σημείο εξουσίας παρέμεινε ο στρατός, εκφράζοντας αυτή την εξουσιαστική δομή νόμιμα μέσω της μοναρχίας. Η μοναρχία αποτελούσε την κεντρική εκπροσώπηση των αστικών συμφερόντων εφόσον νομιμοποιούσε το ρόλο του στρατού, που η αστική τάξη θεωρούσε εγγύηση της επιβολής της ταξικής της κυριαρχίας.

Ο βασιλιάς Παύλος υπερβάλλοντας αρκετά τη θέση της μοναρχίας απέναντι στο στρατό εξέφρασε κάποτε μπροστά σε ανώτερους αξιωματικούς τη σχέση αυτή με τη φράση «Σας ανήκω και μου ανήκετέ μη κατανοώντας ίσως την πραγματική δομή αυτής της εξάρτησης. Η κατανόηση της πραγματικότητας ήρθε αργά, το Δεκέμβρη του 67.

Η δεύτερη αυτή περίοδος διατηρεί αρχικά τη συνέχεια του ειδοποιού ρόλου του ΙΔΕΑ μέσα από την προσαρμογή που επέβαλε η πρωτοβουλία της μοναρχίας και η αναπαραγωγή των συμφερόντων της άρχουσας τάξης.

Η σύνδεση όμως της ηγεσίας με τη μοναρχία, που με την πάροδο του χρόνου έγινε όλο και στενότερη, δημιούργησε αντιθέσεις στα χαμηλότερα στελέχη του ΙΔΕΑ, με αποτέλεσμα να αρχίσει μια διαδικασία αποδέσμευσης της πραγματικής Εξουσίας από την τυπική.

Χωρίς να θίγει την κρατική εξουσία,2 * η διαδικασία αυτής της αποδέσμευσης εκμεταλλεύεται την ενδοκρατική κρίση μεταξύ μοναρχίας και κυβέρνησης (6163) που οδήγησε στην αποπομπή του Καραμανλή και εκδηλώνεται σαν αστική στρατηγική λύσης της κρίσης εκπροσώπησης.

Κατώτεροι αξιωματικοί του ΙΔΕΑ βλέπουν σ' αυτή τη σύμπτωση συμφερόντων στρατιωτικής ηγεσίας και μοναρχίας τη ματαίωση των σκοπών του ΙΔΕΑ. θεωρούν την de facto νομιμοποίηση του ΙΔΕΑ απομάκρυνση από τον τελικό στόχο που ήταν ο άμεσα ρυθμιστικός ρόλος του στρατού: η μετατροπή του" στρατού σε κυβερνώσα τάξη, δηλαδή στην πραγματικότητα σε κυβερνώσα κατηγορία. Έτσι μέσα στους κόλπους του ΙΔΕΑ και κάτω από την προστασία του δημιουργείται το 5658 ο ΕΕΝΑ (Εθνική Ένωση Νέων Αξιωματικών) μέσα στον όποιο αναδείχθηκε ηγετική φυσιογνωμία ο Γ. Παπαδόπουλος. Γεγονός που αποτελεί την αφετηρία για τη στρατηγική που επιδίωκε την επιβολή στρατιωτικής δικτατορίας, στρατηγική που βοηθήθηκε και από την πολιτική συγκυρία της εμφάνισης της Δημοκρατικής Ένωσης, η οποία περιελάμβανε κεντρώες αστικές δυνάμεις, αλλά και την ΕΔΑ (εκλογές 1956). Η δημιουργία της Δημοκρατικής Ένωσης αντιστρατευόταν την ιδεολογική συγκρότηση του «κράτους των εθνικοφρόνων», που αποτελούσε την ιδεολογική βάση της δομής της εξουσίας. Η παρουσία της ΕΔΑ σαν αξιωματικής αντιπολίτευσης το 1958 (24% των ψήφων) ενέτεινε αυτή την κατάσταση. Ο ΕΕΝΑ εκμεταλλεύτηκε τη σχέση ΙΔΕΑ - μοναρχίας και με το πρόσχημα του αντικομμουνισμού και του μοναρχισμού κατάφερε όχι μόνο να επιτείνει την αποσταθεροποίηση των κοινοβουλευτικών κυβερνήσεων της Δεξιάς (σχέδιο Περικλής, δολοφονία Λαμπράκη κλπ.) και του Κέντρου (Γοργοπόταμος, υπόθεση Ασπίδα, Έβρος κλπ.) αλλά να αποσταθεροποιήσει και αυτή την ίδια τη σχέση ΙΔΕΑ - μοναρχίας. Αποτέλεσμα αυτής της αποδέσμευσης - αποσταθεροποίησης ήταν και η πλήρης αποτυχία του κινήματος του βασιλιά το Δεκέμβρη του 1967. Η γελοιότητα που χαρακτηρίζει τη βασιλική ενέργεια δεν ήταν (μόνο) προϊόν ανικανότητας, αλλά και το αποτέλεσμα της αποκοπής της μοναρχίας από το στρατό.

Η συγκυριακή σχέση ΙΔΕΑ - μοναρχίας είχε ήδη υπονομευθεί από τον ΕΕΝΑ που εκμεταλλεύτηκε και την αποτυχία των πολιτικών ελιγμών της μοναρχίας το 6567. Η πολιτική συγκυρία: ενδοκρατική κρίση και κρίση εκπροσώπησης το είχε επιτρέψει. Τον αρχικό σκοπό του ΙΔΕΑ τον πραγματοποίησε ο ΕΕΝΑ αντιμετωπίζοντας όμως σύντομα τα όρια μιας στρατηγικής που δεν μπορούσε να εφαρμοστεί πια.

Ο Κ. Καραμανλής στο βαθμό που δεν παρέμεινε πιστός στο ρόλο που του είχε αναθέσει η μοναρχία και τα αμερικανικά συμφέροντα, επιχειρώντας να πετύχει τον εκσυγχρονισμό των πολιτικών δομών για να ανταποκριθεί στις κοινωνικές (και οικονομικές) εξελίξεις, με σκοπό την μακροπρόθεσμη σταθεροποίηση της αστικής εξουσίας, ήρθε σε αντίθεση με τη μοναρχία.29 Οι 22 προτάσεις της «βαθιάς τομής» στο σύνταγμα (1963) ήταν η αποκορύφωση και η αποτυχία αυτής της προσπάθειας. Προσπάθεια που στέφθηκε με επιτυχία μετά την αποτυχία της βασικής στρατηγικής της εξουσίας, ύστερα από

την κρίση της δικτατορίας το 7374. Η αδυναμία της δικτατορίας να εξασφαλίσει μια επαρκή λαϊκή συναίνεση απέδειξε τα όρια αυτής της στρατηγικής, που είχε σαν ρυθμιστικό σημείο το στρατιωτικό μηχανισμό και ανάγκασε την αστική τάξη να ζητήσει εναλλακτικές λύσεις και να καταφύγει στην εναλλακτική λύση που είχε προτείνει ο Καραμανλής και δεν σταμάτησε να προτείνει σ' όλη τη διάρκεια της δικτατορίας. Έτσι μπορούμε να πούμε ότι η δεύτερη περίοδος χαρακτηρίζεται από μια επιφανειακή ομαλότητα, από την επίτευξη μιας ισορροπίας που διασφαλίζεται με τη δομή του Οργανικού τριγώνου. Πρόκειται όμως για μια επίφαση ισορροπίας γιατί και στο ενδοστρατιωτικό επίπεδο Οργανώνονται οι «συνεπείς» δυνάμεις του ΙΔΕΑ(ΕΕΝΑ) και στο πολιτικό επίπεδο η ισορροπία περνάει κρίση, που συγκεκριμένα εκφράζεται με την κρίση στις σχέσεις κυβέρνησης - μοναρχίας, για να καταλήξει στην κρίση εκπροσώπησης.

Οι σχέσεις της κυβέρνησης Καραμανλή προς τον ΙΔΕΑ και τον ΕΕΝΑ δεν ίχουν διαλευκανθεί ιδιαίτερα. Υπάρχουν ανοικτά προβλήματα. ΤΟ πρώτο είναι η περίπτωση του στρατηγού Νικολόπουλου το 1958. Ο Νικολόπουλος Α ΓΕΣ το 195658 είχε ανακαλύψει τον ΕΕΝΑ και θέλησε να τον διαλύσει. Ζήτησε από τον Κ. Καραμανλή, ο όποιος το 58 ανέλαβε για λίγο και προσωπικά το υπουργείο άμυνας, να ανανεώσει τη θητεία του για ένα χρόνο, ώστε να προφτάσει να διαλύσει την οργάνωση. Νομότυπα ο Καραμανλής αρνήθηκε την ανανέωση και ο Νικολόπουλος αντικαταστάθηκε από τον Σειραδάκη για ένα μικρό χρονικό διάστημα, οπότε ανέλαβε το ΓΕΣ ο ΙΔΕΑ της Καρδαμάκης, υποστηρικτής των αξιωματικών του ΕΕΝΑ. Είναι γεγονός ότι οι Καρδαμάκης, Φροντιστής, Σακελλαρίου, Σπαντιδάκης αξιωματικοί του ΙΔΕΑ στην ηγεσία του ΓΕΣ και ΓΕΕΘΑ, διευκόλυναν τον ΕΕΝΑ και του επέτρεψαν να καταλάβει όλες τις θέσεις - κλειδιά στο στράτευμα. Η ίδρυση της επιτροπής για το σχέδιο Περικλής (όπου συμμετείχε Ο Γ. Παπαδόπουλος), εν γνώσει και υστέρα από εντολή του Κ. Καραμανλή, εξυπηρέτησε επιφανειακά τους εκλογικούς σκοπούς της ΕΡΕ και την ισχυροποίηση της κυβέρνησης Καραμανλή, ενώ ουσιαστικά προετοίμαζε την επικράτηση του ΕΕΝΑ.30 Η συνεργασία της κυβέρνησης με τον ΙΔΕΑ με σκοπό τον Ελεγχο των πολιτικών εξελίξεων (επιτροπή Γωγούση κλπ.) δεν αποτελεί ιδιαιτερότητα αλλά οργανικό στοιχείο της πρακτικής της εξουσίας. Προφανώς όμως ούτε ο Καραμανλής ούτε τα άλλα ηγετικά πρόσωπα της ΕΡΕ κατανόησαν τις νέες εξελίξεις στα πλαίσια του ΙΔΕΑ και αν τις κατανόησαν τις θεώρησαν ελεγχόμενες και ενσωματωμένες στην υπάρχουσα δομή της εξουσίας. Προφανώς ο Καραμανλής κατανοώντας την πραγματική θέση της μοναρχίας και έχοντας κάποια υποστήριξη από το στρατό αποπειράθηκε να συγκεντρώσει περισσότερες εξουσίες στα χέρια της κυβέρνησης. Προσπάθησε να επιτύχει μια αυταρχική διακυβέρνηση, όπου θα περιορίζονταν οι ατομικές ελευθερίες και ο ρόλος του κοινοβουλίου αλλά και οι δυνατότητες της μοναρχίας, για να αναπροσαρμοστεί η πολιτική δομή. Οι μαζικοί αγώνες και η καπιταλιστική συσσώρευση δημιουργούσαν συνθήκες εκρηκτικές για τις παραδοσιακές ταξικές συμμαχίες που στήριζαν την αστική εξουσία. Η στρατηγική Καραμανλή διέβλεπε την ανάγκη αυξημένης καταστολής από τη μια και συγκέντρωσης του ελέγχου και του στρατού στα χέρια της κυβέρνησης από την άλλη, ώστε να αποφευχθούν απρόβλεπτες εξελίξεις.

'Αλλά η πολιτική συγκυρία δεν ήταν ακόμη έτοιμη για την εφαρμογή αυτής της στρατηγικής. Η άρχουσα τάξη δεν ήθελε και δεν έβλεπε το λόγο να διακινδυνεύσει αλλαγές στη δομή της οργάνωσης της εξουσίας, που θεωρείτο θετική συνέχεια των αποτελεσμάτων του εμφύλιου. 'Αλλά ούτε και ο ΙΔΕΑ και ασφαλώς ο ΕΕΝΑ δεν θα υποστήριζαν κάτι τέτοιο, γιατί αυτό θα Οδηγούσε σε περιορισμό των εξουσιών τους και προφανώς στην ακύρωση της διαδικασίας που είχε αρχίσει ο ΕΕΝΑ. Η εξαρτημένη σχέση

της μοναρχίας απέναντι στο στρατό, ουσιαστικό στοιχείο της δομής της εξουσίας, θα έπαυε να είναι ο κατ' εξοχήν μηχανισμός έλεγχου των πολιτικών εξελίξεων. Η υποστήριξη ορισμένων στρατιωτικών προς τον Καραμανλή δεν αρκούσε για να εξασφαλίσει την υποστήριξη του ΙΔΕΑ. Έτσι η μοναρχία, καθώς βρισκόταν σε πλεονεκτική θέση, αντέδρασε αποδεχόμενη την εναλλακτική λύση της Ε.Κ., διατηρώντας τη θετική υποστήριξη του ΙΔΕΑ. Η εκλογική νίκη του 63 ακύρωσε τη στρατηγική που είχε προσπαθήσει να επιβάλει ο Καραμανλής.

Ο Γ. Παπανδρέου χωρίς επαφή με το στράτευμα (μόνο προς το τέλος της πρωθυπουργίας του προσπάθησε να αντιδράσει, ήταν όμως πολύ αργά) και έχοντας αρχικά σαν μοναδικό έρεισμα στη δομή της εξουσίας τη μοναρχία απολιτικοποίησε την αυθόρμητη άρνηση του αυταρχισμού της εξουσίας, από τα εργατικά και νέα μικροαστικά στρώματα. Το 53% του 64, δεν ήταν παρά μια αδύναμη κυβέρνηση, αποτελούμενη από πρόσωπα αντίθετα προς τις μεταρρυθμίσεις που απαιτούσε το 53%.

Η διαδικασία της κρίσης εκπροσώπησης αρχίζει με το εκλογικό αποτέλεσμα του Φεβρουαρίου του 64, γιατί το ίδιο το γεγονός του εκλογικού αποτελέσματος έβρισκε αντίθετη την αστική τάξη, εφόσον πρόσδιδε στην κυβέρνηση πολιτική δύναμη ανατρεπτική για την υπάρχουσα στρατηγική κατάσταση του συσχετισμού δυνάμεων, όπως αυτή είχε υλοποιηθεί μέσα από την δομή του μετεμφυλιακού κράτους. Η κρίση αυτή δεν πρόσβαλε μόνο την Ε.Κ. αλλά και την ΕΡΕ (εσωτερική διάσταση Κανελλοπουλικών - Καραμανλικών, Ομάδας Πιπινέλη κλπ.) και κυρίως την ίδια τη μοναρχία, κατ' εξοχήν εκπρόσωπο των συμφερόντων της ηγεμονικής μερίδας του κεφαλαίου στα πλαίσια της νομιμότητας. Η αποτυχία της να επιβάλλει μια αποδεκτή από την αστική τάξη πολιτική λύση, η αποτυχία της δηλαδή να διατηρήσει το οργανικό τρίγωνο της εξουσίας, σήμανε και το τέλος της μοναρχίας στην Ελλάδα. Ο ΕΕΝΑ είχε πια επιβληθεί στο στράτευμα. Η αποκοπή της μοναρχίας από την πραγματική εξουσία μέσα στο στρατό φαίνεται και μέσα από την ανικανότητα της να ενεργοποιήσει τη «μεγάλη χούντα», γεγονός που έκανε δυνατή την επιβολή του κινήματος του Παπαδόπουλου. Είναι ενδεικτικό το γεγονός ότι ο βασιλιάς προσπάθησε να επιβάλει «νόμιμη» δικτατορία, υπό τον από χρόνια απόστρατο Τσακαλώτο, αναζητώντας πιστούς στη μοναρχία αξιωματικούς. Το παιχνίδι όμως είχε παιχθεί. Οι μηχανισμοί επιβολής της αστικής κυριαρχίας, όπως αυτοί εμπεδώθηκαν μετά τον εμφύλιο, ανέδειξαν τους κινηματίες του Παπαδόπουλου, που κατείχαν την πραγματική εξουσία μέσα στο στρατό. Η συναίνεση του βασιλιά απέναντι στο κίνημα δεν ήταν μόνο πράξη υπαγορευμένη από την κατανόηση των ταξικών συμφερόντων, αλλά ήταν και αποτέλεσμα της αδυναμίας της μοναρχίας, η οποία δεν νομιμοποιούσε πια τη θέση του στρατού μέσα στο κράτος. Η προσπάθεια αναστροφής των γεγονότων το Δεκέμβρη του 67 είναι η γελοία τελειωτική πράξη μιας χαμένης υπόθεσης. Ο στρατός είχε πάρει άμεσα την ηγετική θέση, η δομή της νομιμότητας είχε ανατραπεί, η μοναρχία δεν έπαιζε κανένα ρόλο, γιατί δεν εξέφραζε πια καμιά ουσιαστική ταξική μερίδα. Το δημοψήφισμα του '75 δεν ήταν παρά μια χωρίς ιδιαίτερη πολιτική σημασία τυπική πράξη για να επικυρωθεί μια κατάσταση που είχε κριθεί τον Απρίλη του 67.

4. Η τρίτη περίοδος: Η στρατιωτική δικτατορία

Από το οργανικό τρίγωνο στο μονοκεντρικό σχήμα. Η «καθαρή μορφή» επιβολής της

μεταπολεμικής αστικής εξουσιαστικής στρατηγικής αδυνατεί να νομιμοποιηθεί και

οδηγείται σε κρίση.

Η κρίση εκπροσώπησης και η αποτυχία της μοναρχίας κλείνει τη δεύτερη περίοδο της οργάνωσης της εξουσίας στη μεταπολεμική Ελλάδα. Η δικτατορία της 21.4.67 αποτελεί την τρίτη περίοδο όπου το ουσιαστικό χαρακτηριστικό της είναι η άμεση ανάληψη της πολιτικής εξουσίας από το στρατό.

Ο διπολισμός και τριπολισμός των προηγουμένων περιόδων μεταβάλλεται σε ένα μονοκεντρικό σχήμα. Η άρνηση της συναίνεσης σ' αυτή τη μορφή της εξουσίας οδηγεί στη διάσπαση αυτού του μονοκεντρικού σχήματος και στην εσωτερική κρίση της δικτατορίας.

Το μονοκεντρικό σχήμα διαλύεται για να αντικατασταθεί από μια νέα μορφή οργάνωσης της αστικής εξουσίας όπου η πολιτική εξουσία προσπαθεί να ελέγξει το στρατό και να του επιβάλει τις επιλογές της συνεχίζοντας την προσπάθεια του 61 63.

Δεν θα αναφερθώ ιδιαίτερα στην περίοδο της δικτατορίας, θα αναφερθώ μόνο στους ουσιαστικούς παράγοντες που καθόρισαν την κρίση της δικτατορίας, κρίση πολύ βαθύτερη, κρίση της στρατηγικής της εξουσίας που είχε εφαρμοστεί από την απελευθέρωση και μετά, η οποία τη στιγμή που φθάνει στο ύψιστο και «καθαρότερο» σημείο εφαρμογής της, αδυνατεί να επικρατήσει στις εσωτερικές της αντιφάσεις και τις αντίθεσης που δημιουργεί.

Η ανάγκη συναίνεσης και συνέχειας αναγκάζει τον Παπαδόπουλο να προχωρήσει στην προσπάθεια πολιτικοποίησης του καθεστώτος και να μην προχωρήσει στη βίαιη και σύμφωνη με τα ιμπεριαλιστικά συμφέροντα λύση του κυπριακού προβλήματος. Η άρση του στρατιωτικού νόμου δίνει τη δυνατότητα έκφρασης στην αντίθεση προς τη δικτατορία και αποδεικνύει τα αδιέξοδα της. Το τελευταίο σκίρτημα της στρατιωτικής δικτατορίας, το πραξικόπημα Ιωαννίδη, δεν εκφράζει πια την αστική στρατηγική αλλά είναι μια αυτονομημένη κίνηση αποκομμένη από τα συμφέροντα της άρχουσας τάξης. Είναι η μοναδική φορά που μπορούμε να μιλήσουμε για αυτόνομη στρατιωτική κίνηση, αποτέλεσμα της διάλυσης της μονοκεντρικής δομής. Ειδοποιό στοιχείο αυτής της κίνησης είναι η βίαιη προσπάθεια λύσης του κυπριακού προβλήματος, στην πραγματικότητα μέσα από τη διχοτόμηση. Η απειλή του πολέμου διαλύει και τις τελευταίες δυνατότητες της στρατιωτικής δικτατορίας. Η επιστράτευση αλλάζει την ισορροπία δυνάμεων μέσα στο στράτευμα, απειλεί την αυτοδιάλυση της στρατιωτικής εξουσίας και αναγκάζει, αλλά και δίνει τη δυνατότητα, σε ιθύνοντες αξιωματικούς (Νταβός, Γκράτσιος κ.α.), που ως τότε είχαν στηρίξει και συμμετάσχει στη στρατιωτική δικτατορία, να αποτρέψουν μια βαθύτερη κρίση της εξουσίας υποστηρίζοντας την αποδοχή της αναγκαίας αλλαγής της στρατηγικής της εξουσίας.31

Η τέταρτη περίοδος αρχίζει με την επιστροφή του Καραμανλή που σημαίνει συγχρόνως και το τέλος εκείνης της οργάνωσης της εξουσίας που επηρεάσθηκε άμεσα και οικοδομήθηκε σε συνάρτηση με τον εμφύλιο πόλεμο. Η εκσυγχρονιστική πρόταση Καραμανλή, της οποίας το συστατικό στοιχείο είναι η δόμηση της εξουσίας με κέντρο την εκτελεστική εξουσία, εγκαινιάζει τη νέα αυτή περίοδο.

5. Η μεταπολίτευση

Τομή στη στρατηγική της εξουσίας. Αναπροσαρμογή της εξουσιαστικής στρατηγικής και εκσυγχρονισμός. Από τη σοσιαλμανία στο σοσιαλισμό και από το σοσιαλισμό στην κοινωνικοποίηση. Ο στρατός όμως;

Η κρίση του Ιουλίου 1974 σήμανε το τέλος μιας διαδικασίας κρίσης που είχε αρχίσει με την αποτυχία νομιμοποίησης της δικτατορίας. Η κρίση του 74 ήταν η κρίση της ηγεμονικής στρατηγικής της οποίας συστατικό οργανωτικό στοιχείο ήταν η θέση του ΙΔΕΑ και των στρατιωτικών μηχανισμών γενικότερα στη δομή του μεταπολεμικού αστικού κράτους. Τα γεγονότα του Ιουλίου 74 θέτουν τα όρια του «κράτους των εθνικοφρόνων».

Η πολιτική συγκυρία που οδήγησε αλλά και που δημιουργήθηκε με την κρίση της στρατιωτικής δικτατορίας επέτρεψε την εφαρμογή της στρατηγικής που είχε αποτύχειτο 61-63 και τούτη τη φορά πάνω σε μια δημοκρατικότερη βάση. Μπορούμε να πούμε ότι η «αλλαγή» αρχίζει τον Ιούλιο του '74 και όχι πολύ αργότερα όπως μερικοί η πολλοί θέλουν να νομίζουν. Το στοίχημα της πολιτικής εξουσίας με κύριο οργανωτή τον Καραμανλή ήταν η ενσωμάτωση του στρατού μέσα σε μία νέα πολιτική στρατηγική που θα εμπόδιζε τη δημιουργία πολιτικών κρίσεων παρόμοιων με την κρίση του 64-67. Κρίσεων που εκμηδένιζαν την πολιτική εξουσία και οδηγούσαν στην κατάληψη της πολιτικής εξουσίας από το στρατό, τη μόνη εναλλακτική λύση που είχε η άρχουσα τάξη για να επιβάλει την κυριαρχία της. Ο κίνδυνος δεν βρισκόταν στο γεγονός το ίδιο αλλά στις συνέπειες του, όπως είχε δείξει η κρίση του 73, με αποκορύφωση της τον κίνδυνο πολέμου το 74 και τον ακόμη μεγαλύτερο κίνδυνο ανεξέλεγκτων πολιτικών εξελίξεων. "Ας είναι καλά η «ωριμότητα του ελληνικού λάου» και η με αυτήν αλληλένδετη ανικανότητα της Αριστεράς, διαφορετικά τα πράγματα μπορούσαν να γίνουν πολύ πιο επικίνδυνα για την εξουσία, όπως πολλοί αστοί πολιτικοί και ο ίδιος ο Καραμανλής είχαν φοβηθεί.32

Η νέα πολιτική στρατηγική έπρεπε να είναι σε θέση να ενσωματώσει εναλλακτικές πολιτικές λύσεις, να εμποδίσει δηλαδή την εξωτερίκευση κρίσεων δίνοντας τη δυνατότητα στην πολιτική εξουσία να ελέγχει τον κρατικό μηχανισμό και ειδικότερα το στρατό. Εδώ βρίσκεται ­½± καθοριστικό στοιχείο της εκσυγχρονιστικής στρατηγικής που είχε αρχίσει να εκφράζεται με τις προτάσεις της «βαθιάς τομής». Στρατηγική που έγινε δυνατή, όχι μόνο λόγω της αποτυχίας της δικτατορίας αλλά και λόγω της λαϊκής συναίνεσης απέναντι στον κοινοβουλευτισμό που είχε πετύχει η διακυβέρνηση της Ε.Κ. και κυρίως οι εκλογές του 1964.

Για τις κυριαρχούμενες τάξεις η αστική κοινοβουλευτική δημοκρατία είχε γίνει δεκτή ως η καθεστωτική μορφή του ουδέτερου κράτους, του αποπολιτικοποιημενού κράτους όλων των πολιτών. Η αντιπαράθεση της προς τη βασιλική εκτροπή και τη στρατιωτική δικτατορία είχε νομιμοποιήσει την αστική κοινοβουλευτική δημοκρατία. Το «κράτος δικαίου», το κράτος των ειδικών, των τεχνοκρατών και των εμπραγμάτων αναγκών μπορούσε να διαμορφωθεί.

Απαραίτητη προϋπόθεση της νέας αυτής στρατηγικής της εξουσίας ήταν: Περιορισμός του ρόλου του κοινοβουλίου, ισχυρή εκτελεστική εξουσία και ιδιαίτερες εξουσίες του Προέδρου, οι όποιες και θα αποτελούσαν και το τελευταίο αλλά αποτελεσματικό φρένο σ' οποιαδήποτε εξέλιξη που θα απειλούσε να ξεφύγει από τον έλεγχο της εξουσίας. Απέναντι στο στράτευμα αυτό σήμαινε την τυπική και ουσιαστική καθιέρωση των πρωτείων της πολιτικής εξουσίας (άρθρο 45 του Συντάγματος του 75). "Ας γίνουμε πιο ευκρινείς.

Ο στόχος της μεταπολιτευτικής στρατηγικής δεν ήταν 0 εκδημοκρατισμός του στρατού Οργανωτικά και ιδεολογικά ήταν η πειθάρχιση του στρατού στις συντεταγμένες αυτής της στρατηγικής. Αυτής της προσπάθειας για μια νέα οργάνωση της κρατικής εξουσίας.

Η σκληρή αλλά και διπλωματική στάση απέναντι στους πρωτεργάτες του Παπαδοπουλικού αλλά και του Ιωαννιδικού πραξικοπήματος (ας θυμηθούμε ότι η δίωξη των πρωταιτίων έγινε βάση μηνύσεων ιδιωτών) αλλά και η προσπάθεια με κάθε τρόπο να διατηρηθεί το κύρος του στρατού από την άλλη, αυτό το στόχο είχαν. Αυτοί οι όποιοι παραδέχοντο τα νέα πλαίσια, ασχέτως του παρελθόντος τους, ήταν ευνοϊκά δεκτοί, οι άλλοι ασφαλώς επικίνδυνοι. Ο ρόλος των Αβέρωφ, Γκίκα αλλά και των Ντάβου, Γκράτσιου κ.δ. στο πρώτο διάστημα αυτής της διαδικασίας ήταν βασικότατος. Είναι ενδεικτική η διάρκεια της διαδικασίας απόκτησης του ελέγχου στο στρατό. Ο νέος οργανωτικός νόμος για το στρατό ψηφίστηκε μόλις το 77.

Ο κίνδυνος ήταν οι ανεξέλεγκτες εξελίξεις. Ο σκοπός ήταν τηρουμένων των αναλογιών, η οργάνωση του κράτους και η ενσωμάτωση του στρατού στις πολιτικές επιλογές της εξουσίας κατά το δυτικοευρωπαϊκό πρότυπο. Η νέα αυτή πολιτική στρατηγική ισχυροποίησης της πολιτικής εξουσίας, συγκεκριμένα της κυβέρνησης και του προέδρου και πειθάρχησης του στρατού στις πολιτικές επιλογές της, δεν πρέπει να παρερμηνευθεί, όπως τονίσαμε, ως αντίδραση σε υποθετικές τάσεις αυτόνομης των στρατιωτικών μηχανισμών απέναντι στην εξουσία. Αυτό θα προϋπέθετε ότι το κίνημα του Απριλίου ήταν αυτόνομη ενέργεια του στρατού, πράξη «αφρόνων» η κάποιων άλλων. Το πραγματικό περιεχόμενο ήταν ο προεδρικός - κυβερνητικός έλεγχος πάνω στο στρατό, σε συνδυασμό με την αυταρχική οργάνωση της πολιτικής εξουσίας (μορφή αυτού που ο Πουλαντζάς αποκάλεσε αυταρχικό κρατισμό31) , ώστε να ελαχιστοποιηθεί η δυνατότητα δημιουργίας τέτοιας πολιτικής κρίσης, όπου ο στρατός θα αποτελούσε και πάλι το μόνο «κόμμα» της ηγεμονικής μερίδας της άρχουσας τάξης (Πουλαντζάς3 *). Κατάσταση της οποίας οι επιπλοκές θα ήταν, όπως έδειξε η περίοδος και η κατάληξη της δικτατορίας Ιωαννίδη, πολιτικά πολύ επικίνδυνες.

Ακόμη και η χρονικά περιορισμένη έξοδος από το στρατιωτικό σκέλος του NATO δεν ήταν μόνο αντίδραση απέναντι στην απάθεια της συμμαχίας μπροστά στην επιθετικότητα της Τουρκίας, αλλά και πράξη παγίωσης της εξουσίας της κυβέρνησης πάνω στο στρατό. Και απέναντι στο στράτευμα και απέναντι στο NATO και στους αμερικανούς η κυβέρνηση Καραμανλή θέλησε να επιδείξει και να αποδείξει τη νέα δομή της οργάνωσης της εξουσίας, θέλησε να δείξει και να σταθεροποιήσει το ποιος ηγείται του στρατού πια. Βέβαια ο κοινοβουλευτικός έλεγχος δεν ήταν κάτι που επιδίωκε ο Καραμανλής, γι' αυτό ενώ υπήρχε η δυνατότητα δεν δημιουργήθηκαν νέοι θεσμοί διακοινοβουλευτικού έλεγχου του στρατού κατά το πρότυπο π.χ. της Δυτικής Γερμανίας (Δες και άρθρο 68 του συντάγματος του 75). Αντίθετα επαναδημιουργήθηκαν και επαναλειτούργησαν οι πολιτικοστρατιωτικοί μηχανισμοί που υπήρχαν πριν το 67: Ρόλος υπουργού "Άμυνας, ΑΣΕΑ, Γενικών Επιτελείων κλπ. Δομές που αναπαρήγαγαν όμως πάλι τη διοικητική αυτονομία του στρατού. Πράγμα που δηλώνεται καθαρά με την αναφορά στην «πλήρη διοίκηση» που ασκούν οι αρχηγοί των τριών επιτελείων (Ν. 660 77 άρθρο 15 παρ. 1). Στάση που ακολούθησε και το ΠΑΣΟΚ επιδιώκοντας όμως μεγαλύτερο έλεγχο μέσω του ΑΣΕΑ που μετονομάσθηκε σε ΚΥΣΕΑ: και περιέλαβε και τον υπουργό Προεδρίας και τους υφυπουργούς Άμυνας και Εξωτερικών (Ν. 1266 82).33 Ασφαλώς η νέα μορφή οργάνωσης (Ν. 660 77) και ελέγχου του στρατού από την πολιτική ηγεσία είναι ένα μεγάλο θετικό βήμα και δεν βρίσκεται σε καμιά σχέση με το τερατούργημα της στρατιωτικής αυτοδιοίκησης και αυτονομίας που είχε θεσπίσει η χούντα. "Όμως θέσπιζα μια νέα μορφή αυτονομίας που μόνο σε συνδυασμό με μια πληρέστερη οργάνωση της πολιτικής εξουσίας μπορούμε να πούμε ότι αποκλείει τους κινδύνους που εγκυμονούσε και η νομική οργάνωση της σχέσης στρατού - πολιτικής εξουσίας πριν από το 1967.

Αυτή η σχετική αυτονομία του στρατού έπρεπε να διατηρηθεί. "όχι μόνο γιατί το κοινοβουλευτικό σύστημα εκ των πραγμάτων είναι δυνατόν να δημιουργήσει πολιτικές εκπλήξεις αρνητικές για την άρχουσα τάξη και κυρίως για την ηγεμονική ομάδα του συνασπισμού στην εξουσία, αλλά και γιατί αυτός είναι ο μόνος τρόπος να διατηρηθεί ο χαρακτήρας της αποτελεσματικής καταστολής μέσω του στρατού.36 Εκεί ακριβώς βρίσκεται και το πολιτικό βάρος των υπερεξουσιών του Προέδρου που προσπαθεί να επιφέρει μια ισορροπία δυνάμεων. Είναι οι λεγόμενες υπερεξουσίες του Προέδρου που επιτρέπουν, η είναι δυνατόν να επιτρέψουν, ελεγχόμενες από τον Πρόεδρο στρατιωτικές ενέργειες και να αποτρέψουν λύσεις πιθανώς αντίθετες προς τις επιλογές της κορυφής της πολιτικής εξουσίας που εκφράζει ο Πρόεδρος.37 Ο λεγόμενος εκσυγχρονισμός είχε πολιτικά και οργανωτικά πλαίσια που δεν μπορούσε να υπερβεί χωρίς να αρνηθεί το χαρακτήρα του. "Αλλωστε είναι ακόμη νωπή στη μνήμη μας η αντίδραση του ΣΕΒ, με κεντρικό σημείο αναφοράς την οικονομική πολιτική, στην εκσυγχρονιστική πολιτική. Ο ΣΕΒ κατηγόρησε την κυβέρνηση για «σοσιαλμανία» (ναι θυμόσαστε; ο ίδιος ο Παπαλεξόπουλος που τότε είχε έκμανει με τον σοσιαλμανή Παπαληγούρα μιλάει τώρα περί συνεργασίας με τη σοσιαλιστική κυβέρνηση κλπ.) και του δόθηκε η κεφαλή του Παπαληγούρα επί πινάκι. Τα όρια ήταν και είναι δεδομένα.

Με τη βοήθεια της αποτελεσματικής παραστρατιωτικής οργάνωσης της αστυνομίας (ΜΑΤ, αύρες κλπ.), που επιτεύχθηκε πολύ γρήγορα, η πολιτική εξουσία απόκτησε τη νόμιμη δυνατότητα βίαιης καταστολής, χωρίς να είναι αναγκασμένη να φτάσει στα άκρα της αστικής νομιμότητας. Στρατηγική που εφαρμόζεται με μεγάλη επιτυχία στη δυτική Ευρώπη. Τα παραδείγματα είναι άφθονα. Οι αστυνομίες επιτυγχάνουν πια κανονικές στρατιωτικές επιχειρήσεις όπως στη Δ. Γερμανία στην περίπτωση των διαδηλώσεων κατά της κατασκευής του νατοϊκού αεροδρομίου της Φραγκφούρτης η" κατά των διαδηλώσεων ενάντια στην κατασκευή αντιδραστήρων η αποθήκευσης ραδιενεργών καταλοίπων: Wyhl, Brockdorf κλπ., ποινικοποιώντας συγχρόνως την πολιτική αντιπαράθεση (κάτι που εγκυμονεί και ο περίφημος νόμος περί «κοινωνικοποιήσεων») επεκτείνοντας τα εξουσιαστικά πλαίσια της αστικής νομιμότητας. Σε συνδυασμό με την οργανωμένη πάνω σε ηλεκτρονικούς υπολογιστές παρακολούθηση και χαρτογράφηση των πολιτών (Δεν είπε και ο σοσιαλιστής υπουργός Ερευνάς και τεχνολογίας ότι πέρασε η εποχή του μαρξισμού και τώρα είναι η εποχή των ρομπότ;) η στρατιωτική επέμβαση χάνει όλο και περισσότερο το νόημα της.

Ένα νέο στοιχείο στη δομή του ελληνικού στρατού δημιούργησε η τουρκική επιθετικότητα και ο κίνδυνος για τα νησιά του Αιγαίου. Για πρώτη φορά μετά το Β' Παγκόσμιο Πόλεμο ο ελληνικός στρατός είναι αναγκασμένος να οργανωθεί με βάση την όμυνα της χώρας από εξωτερικό εχθρό.

Μέχρι το '74 η εσωτερική καταστολή είχε προσδιορίσει την ιδεολογική τοποθέτηση (εθνικόφρονες εναντίον εαμοβουλγάρων), την οργάνωση, τη μορφή του εξοπλισμού κλπ. του στρατού. Δομή στην οποία είχε αφήσει ανεξίτηλη σφραγίδα ο εμφύλιος. Μέχρι τότε η αμυντική ομπρέλλα της συμμαχίας αρκούσε για την άμυνα από τον «από βορρά κίνδυνο». Η κρίση με μια χώρα της συμμαχίας δημιούργησε νέες προϋποθέσεις. Αναπροσαρμογή ιδεολογική και Οργανωτική που συν τοις άλλοις είχε θετικά αποτελέσματα και για την πολιτική στρατηγική της κυβέρνησης Καραμανλή απέναντι στο στρατό και τη μορφή της ενσωμάτωσης του στην εξουσία που αυτή αντιπροσώπευε. Βέβαια και εδώ υπάρχουν όρια και για τις κυβερνήσεις της Ν. Δ. και για το ΠΑΣΟΚ. Η ύπαρξη εθνικού κινδύνου δεν σημαίνει και την ανάγκη εκκαθάρισης προδοτικών πράξεων. Η λογική της εξουσίας απαγορεύει το περίφημο άνοιγμα του «φακέλλου της Κύπρου» γιατί τότε θα πρέπει να παραδεχτεί, αν γίνουν πραγματικές ανακρίσεις σε βάθος, ότι, τουλάχιστον ως το 74, η εσωτερική ιδεολογική συνοχή αλλά και η οργάνωση του στρατού δεν είχε καμιά σχέση με τον επίσημο λόγο ύπαρξης του. Πράγμα που θα είχε και για την αντίληψη της σημερινής του στάσης και θέσης συνέπειες αλλά και για ολόκληρο το πλέγμα της θεωρίας του ουδέτερου κράτους κλπ. Έτσι θα κινδύνευε «το αξιόμαχον» του στρατού η «η ενότητα λαού και στρατού».

Μέσω της νέας αυτής ιδεολογικής και οργανωτικής αναπροσαρμογής 0 κυβερνητικός έλεγχος αποκτά μεγαλύτερες πιθανότητες επιβολής, προσπαθώντας συγχρόνως1 να εξισορροπίσει τις τυχόν αρνητικές αντιδράσεις από μέρους των αξιωματικών (λόγω της απώλειας της άμεσης, πολιτικά ενεργής παρουσίας), με αύξηση των αποδοχών, παροχών κλπ. Πολιτική που αποσκοπεί σε ένα βαθμό και στη σχετική αποπολιτικοποίηση των αξιωματικών η τουλάχιστον στην αποδοχή της νέας κατάστασης. Πολιτική που συνέχισε και το ΠΑΣΟΚ.

Μέσα από αυτές τις επαναοριοθετήσεις, επανεκτιμήσεις και αναπροσαρμογές ο ουσιαστικός χαρακτήρας του στρατού σαν όπλο εσχάτης ανάγκης της εξουσίας παραμένει. Διαφορετικά η πολιτική στρατηγική της άρχουσας τάξης θα αντίφασκε προς τον ταξικό της χαρακτήρα. Όρος απαράβατος τον όποιον αποδέχτηκε και το ΠΑΣΟΚ για να συνεχίσει αυτό που άρχισε το 74. Π.χ., ασχέτως αν περάσει νομότυπα η όχι η στράτευση στα 18, η πρόταση που διατυπώθηκε είναι δείγμα ουσιαστικό της ιδεολογικής συνέπειας του ΠΑΣΟΚ απέναντι στις ιδεολογικές και εξουσιαστικές ανάγκες της αστικής εξουσίας την Οποία διαχειρίζεται, αλλά και δείγμα της προσπάθειας να Ικανοποιηθούν οι στρατιωτικοί. 'Αλλά και η στάση του υφυπουργού και αντιστράτηγου έ.ά. Δροσογιάννη μετά τα δημοσιεύματα για τις 107 αυτοκτονίες και τα γεγονότα κατά την επέτειο του Πολυτεχνείου, δείχνει ότι το ΠΑΣΟΚ και κυρίως η ηγεσία του, έχει δεχθεί τον ταξικό και ιδεολογικό χαρακτήρα του στρατού και τον επαναπροσδιορισμένο ρόλο του στη στρατηγική της εξουσίας.

Που δημιουργείται όμως το πρόβλημα; πρόβλημα που τα πρώτα σκιρτήματα του φάνηκαν να διαγράφονται στις υποτιθέμενες αντισταθεροποιητικές κινήσεις της 26 27 Φεβρουαρίου (είχε προηγηθεί ο ιδιόρρυθμος συναγερμός στο Πεντάγωνο πέρσι).

Ασφαλώς η ιστορία δεν επαναλαμβάνεται και μάλιστα με την ακρίβεια που Θέλα να πιστεύει ο νέος ποινικός νόμος περί εσχάτης προδοσίας κλπ. του υπουργείου δικαιοσύνης. Η πολιτική σύμπνοια του ΠΑΣΟΚ και η ισοπέδωση της Αριστεράς κάτω από την ιδεολογική κυριαρχία του αποδυναμώνει κάθε κίνδυνο για την ταξική κυριαρχία. Έτσι οι φανατικοί εχθροί της σοσιαλμανίας αποδέχονται τη σοσιαλιστική κυβέρνηση.

Η πολιτική συγκυρία που επέτρεψε αυτόν τον επαναπροσδιορισμό της θέσης του στρατιωτικού μηχανισμού μέσα στο κράτος και τη δυνατότητα έλεγχου από τις κυβερνήσεις του Καραμανλή και από τον Καραμανλή ως Πρόεδρο, δεν αλλάζει ουσιαστικά με την άνοδο του ΠΑΣΟΚ στην κυβέρνηση. Η περίφημη αλλαγή στη δομή της εξουσίας έγινε, στο βαθμό που έγινε, στην περίοδο 74-75. Η ανάληψη της κυβέρνησης από το ΠΑΣΟΚ, θα έπρεπε να πούμε πιο κυριολεκτικά, από τον Α. Παπανδρέου, δεν είναι παρά η αναγκαία γι' αυτό και συνεπής συνέχεια της πολιτικής στρατηγικής που εφάρμοσε ο Κ. Καραμανλής μετά τη μεταπολίτευση.

Έτσι ο στρατός δεν έχει κανένα λόγο να εκφράσει δυναμικά κάποια αστικά συμφέροντα που κινδυνεύουν γιατί αυτά όχι μόνον δεν κινδυνεύουν αλλά αναζητούν λύση στα αδιέξοδα τους μέσα από τη διαχείριση του ΠΑΣΟΚ.

Ασφαλώς η διακυβέρνηση του ΠΆΣΟΚ, βασισμένη στο λαϊκίστικο χαρακτήρα του, το ανάλογο του δεξιού λαϊκισμού της πρώτης και κατά ένα μέρος και της δεύτερης καραμανλικής οκταετίας απαιτεί κυρίως, όπως άλλωστε και η διακυβέρνηση της Δεξιάς προηγούμενα, όχι τον εκδημοκρατισμό των διαφόρων κέντρων εξουσίας, αλλά τον κυβερνητικό και κομματικό τους έλεγχο.

Μέσα σ' αυτά τα πλαίσια εντάσσεται και η πολιτική του ΠΑΣΟΚ απέναντι στο στρατό. Μια σειρά αλλαγές προσώπων ήταν και είναι απαραίτητες για να διασφαλιστεί η πειθαρχία και η συνέχεια μέσα στις νέες πολιτικές συνθήκες. Τότε; ΤΟ πρόβλημα είναι άλλου. "Αν την αποτυχία της Δεξιάς ακολουθήσει η αποτυχία του ΠΑΣΟΚ τι γίνεται; Βέβαια η νόμιμη εξουσία είναι αυτή τη φορά πολύ πιο θωρακισμένη, η αυταρχική της επιβολή πολύ πιο σίγουρη. Η κατάργηση του σταυρού προτίμησης έχει θωράκιση την κυβερνητική εξουσία και περιόρισα τα κέντρα εξουσίας εκμηδενίζοντας το κοινοβούλιο, σε συνδυασμό με την τρικομματική ισοπέδωση της κοινωνικής έκφρασης και την κομματικοποίηση των βασικότερων «φορέων» έκφρασης των ταξικών συμφερόντων των κυριαρχούμενων τάξεων. Πράγμα βέβαια που έχει και τα όριά του, όπως δείχνουν οι κινητοποιήσεις κατά των «κοινωνικοποιήσεων», οι όποιες όμως σύντομα θα περιοριστούν μπροστά στην απειλή της ανεργίας.

Η πολιτική εξουσία είναι σαφώς πιο θωρακισμένη απέναντι σε κρίσεις εκπροσώπησης, όπως αυτή του 64- 67, που έκανε δυνατή τη δικτατορία. Η σύμπνοια Προέδρου - Πρωθυπουργού εφόσον διαρκεί, σταθεροποιεί την εξουσία και σταθεροποιεί την αστική κυριαρχία και την αστική νομιμότητα. Όμως μια αποτυχία αυτής της συγκεντρωτικής κρατικής εξουσίας περιορίζει τα περιθώρια εναλλακτικών λύσεων. Ο καθηγητής Φ. Βεγλερής επισήμαινα ότι οι ως τώρα πολιτικές εξελίξεις μας έχουν προφυλάξει από την πλήρη εφαρμογή του συντάγματος, άρα και των συνταγματικών εξουσιών του Προέδρου. Μήπως ισχύει το ίδιο και για το στρατό; Μήπως εάν προκύψει κρίση της οργάνωσης της εξουσίας, όπως αυτή δομήθηκε μετά το 74, ενεργοποιηθεί η στρατιωτική σχετική αυτονομία, η οποία παρ' όλο τον κυβερνητικό και προεδρικό έλεγχο υπάρχει και σήμερα, όπως τη διατυπώνει ο Ν.660 77; ίσως επομένως Ο κίνδυνος που ελλοχεύει, μέσα από την Οργανωτική δομή του στρατιωτικού μηχανισμού, να βρίσκεται σε μια κρίση της πολιτικής στρατηγικής που εφαρμόστηκε από το 1974 και μετά, μια κρίση κατά την Οποία και πάλι οι λαϊκές δυνάμεις δεν θα μπορούν να επιβάλουν τις δικές τους λύσεις.

Μήπως λοιπόν η αστική διέξοδος από τα αδιέξοδα της δικτατορίας άφησε για ευνόητους λόγους, παρ' όλα αυτά, ένα παράθυρο ανοικτό και το ΠΑΣΟΚ, εν ονόματι της συνέχειας της αστικής κυριαρχίας, δεν το έκλεισε; Γιατί η αστική κυριαρχία δεν γίνεται χωρίς βαρβάρους, οι άνθρωποι αυτοί είναι πάντα για την άρχουσα τάξη μια κάποια λύση, με η χωρίς επίφαση συνταγματικής νομιμότητας.

1. Δες και Μουζέλης Νίκος. Νεοελληνική κοινωνία, όψεις υπανάπτυξης. Αθήνα 1978 σελ. 268272.

2. Σταύρου Νικόλαος. Συμμαχική Πολιτική και στρατιωτικές επεμβάσεις. Ο πολιτικός ρόλος των ελλήνων στρατιωτικών. Αθήνα 1976.

3. Πάνω σ' αυτό το θέμα δες και Μηλιός Γιάννης: «Εκσυγχρονισμός* η (και) οικονομική ανάπτυξη. Η αταθεροποίηση του αστικού «κράτους δικαίου» στις θέσεις 1 σελ. 1922 και 2231.

4. Δες κυρίως Π. Κανελλόπουλου: 'Ημερολόγιο. Αθήνα 1977 και του ίδιου Τα χρόνια του μεγάλου πολέμου. Αθήνα 1966, αλλά και αναφορές πάνω σ' αυτό το θέμα από τους Βασίλη Νεφελούδη, Heinz Richter κλπ.

5. Για τις συνθήκες της παράδοσης δες Γρηγορόπουλου Θεόδωρου: Από την κορυφή του λόφου. Αθήνα 1966 σελ. 162236 και Richter Heinz: Griechenland zwischen Revolution und Konterrevolution. Frankfurt a. M. 1973 σελ. 81117 (Η Ελλάδα μεταξύ επανάστασης και αντεπανάστασης).

6. Δες και Νεφελούδη Βασίλη: Η εθνική αντίσταση στη Μέση Ανατολή. Αθήνα 1981 και Π. Κανελλόπουλος: Ημερολόγιο και Τα χρόνια του μεγάλου πολέμου, όπως επίσης Καραγιάννη Γεωργίου: 19401952. Το όραμα της Ελλάδος. "Επη και αθλιότητες (δεν ίχει χρονολογία), σελ. 89194.

7. Καραγιάννης στο ίδιο σελ. 171180.

8. Καραγιάννης στο ίδιο σελ. 204208.

9. Καραγιάννης στο ίδιο σελ. 206207, 223224 και ασφαλώς ολόκληρο το κείμενο του Καραγιάννη, όπως επίσης και τη σειρά άρθρων του Κ. Τριανταφυλλίδη στην «Ακρόπολη» τον Ιούλιο, Αδγουστο και Σεπτεμβριο του 1951 με τον τίτλο: Το απόρρητο Αρχείο του ΙΔΕΑ.

10 Δες υποσημ. 9 και Τσακαλίίχκ ; θ. 40 χρόνια στρατιώτης της Ελλάδος, τόμος Β, Αθήνα 1960.

11. «Ελευθερία» 8 8 1951. Επίσης μια σειρά από χρήσιμες πληροφορίες και στοιχεία πάνω στον ΙΔΕΑ υπάρχουν στο: Οι δίκες της χούντας, Τόμος Δ', Αθήνα 1975.

12. Δες και τα άρθρα στην Ακρόπολη και Τσακαλώτος στο ίδιο σελ. 423 κ.ε. και Καραγιάννης σελ. 254 κ. è.

13. Μουζέλης στο ίδιο σελ. 287288.

14. Σταύρου στο ίδιο σελ. 96 κ.Ε. Meynaud, Jean: Πολιτικές δυνάμεις στην Ελλάδα, Αθήνα 1966, σελ. 330 κ.έ.

15. Πουλαντζας Νίκος Α.: Πολιτική εξουσία και κοινωνικές τάξεις. Τόμος Α', Αθήνα 1975, σελ. 114115.

16. Λουκάκος Πάνος: Ο έλεγχος της πολιτικής Εξουσίας πάνω στις Ένοπλες Δυνάμεις, Σύγχρονα θέματα 9, 'Οκτώβριος 1980 σελ. 37.

17. Καραγιάννης στο ίδιο σελ. 268 κ.έ.

18. Καραγιάννης στο ίδιο σελ. 211214 και 245246 όπως και Σταύρου στο ίδιο σελ. 117126.

19. Καραγιάννης στο ίδιο σελ. 242245.

20. Δες τα άρθρα του Τριανταφυλλίδη στην Ακρόπολη όπου αναφέρονται λεπτομερώς οι συζητήσεις και Καραγιάννης στο ίδιο σελ. 247 κ.έ., όπως και Σταύρου στο ίδιο σελ. 160 κ.έ.

21. Για τον προπολεμικό ρόλο του Παπάγου δες Βερέμης θ.: Οι επεμβάσεις του στρατού στην ελληνική πολιτική. 19161936, Αθήνα 1977, όπως και Heinz Richter στο ίδιο. Για τη μεταπολεμική του δράση. Βασιλας Εύθ.: Μικροί ηρωισμοί - μεγάλες αθλιότητες. Αθήνα 1966, όπως και τα κείμενα των Γρηγορόπουλου, Τσακαλώτου.

22. Αναλυτικά για τα γεγονότα δες Γρηγορόπουλου στο ίδιο σελ. 445 κ.έ., Τσακαλώτου στο ίδιο σελ. 397403 και Λιναρδάτου Σπύρου: Από ιόν Εμφύλιο στη χούντα. Τόμος Α' Αθήνα 1977, σελ. 227 κ.έ.

23. Δες αναλυτικά για τα γεγονότα Λιναρδάτου στο ίδιο τόμο Α', σελ. 471 κ.έ. και «Αντί», τεύχος 232 της 27 5 83, σελ. 2337.

24. Δες και Γρηγορόπουλος στο ίδιος σελ. 445 κ.έ. Τσακαλώτος στο ίδιο σελ. 400, επίσης για τον Κιτριλάκη και τη σχέση του με τον Παπάγο γράφει και ο Βάσιλας, σελ. 267 κ.έ.

25. Πάνω σ' αυτό το θέμα δες και το πολύ ενδιαφέρον και εμπεριστατωμένο άρθρο του Λουκάκου Πάνου: Ο έλεγχος της Πολιτικής εξουσίας πάνω στις Ένοπλες Δυνάμεις, Σύγχρονα θέματα, τεύχος 9, 'Οκτώβριος 1980 και το άρθρο του ίδιου στο «Βήμα» της 10 7 77. Ο πολιτικός έλεγχος στις ένοπλες δυνάμεις δεν διασφαλίζεται.

26. Λεπτομέρειες πάνω στην ανασυγκρότηση της αστικής tOüaiacDCharalambiSGesellschaftliche Klassen, politische Krise und Abhaengigkeit. Die politischen Strategen der Herrschenden Klasse in Griechenland und die innerbuergerlichen Widersprueche (19521974). (Κοινωνικές τάξεις, πολιτική κρίση και εξάρτηση. Of πολιτικές στρατηγικές της άρχουσας τάξης στην Ελλάδα και ο (ενδοαστικές αντιθέσεις), σελ. 2975.

27. Λεπτομέρειες πάνω στο εκστρατευτικό σώμα για την Κορέα δες Ζαφείρης Ηρακλής. Το εκστρατευτικό? σώμα Ελλάδος εις Κορέαν (19501955), εκδ. Διεύθυνσις Ιστορίας Στρατού Αθήνα 1977.

28. Για το πρόβλημα της Εννοίας της κρατικής εξουσίας οές Lenin W.L: Eine der Kernfragen der Revolution στο W.I. Lenin: Ausgewaehlte Werke. Bd. IIII Dietz Verlag Berlin (Ost) 1970. Τόμος II σελ. 307314 (ένα από τα βασικά ζητήματα της επανάστασης) και Πουλαντζας Νίκος Πολιτική εξουσία και..,, τόμος Α' σελ. 158 κ.έπ.

29. Πάνω στην ενδοκρατική κρίση του τέλους της πρώτης οκταετίας Καραμανλή δες και Dimitris Charalambis στο ίδιο σελ. 151191.

30. Δες και Λεντάκης Ανδρέας: Παρακρατικές οργανωθείς και 21η Απριλίου, Αθήνα 1975, σελ. 4668 και Οι δίκες της χούντας, τόμος Δ' σελ. 1631 κ.έ. Δες επίσης και Παραλίκα Δ.: ΙΔΕΑ και ΑΣΠΙΔΑ 19441974 όπου παραθέτονται πολλά στοιχεία για τον ΙΔΕΑ και για τον «Περικλή» και τον Ασπίδα.

31. Για την κρίση εκπροσώπησης και τη δικτατορική λύση από τα αστικά αδιέξοδα όπως και για την κρίση της δικτατορίας δες Dimilris Charalambis στο ίδιο σελ. 277356 και 357652.

32. Οι διάφορες δηλώσεις του Καραμανλή κατά τη διάρκεια της επταετίας είναι ενδεικτικές αυτού του φόβου.

33. Πουλαντζάς Νίκος: Το κράτος, η εξουσία, ο σοσιαλισμός, Αθήνα 1983, σελ. 291 κ.έ.

34. Πουλαντζάς Νίκος: Η κρίση των δικτατοριών, Αθήνα 1977 σελ. 150.

35. Για τη πολιτική του ΠΑΣΟΚ απέναντι στους θεσμούς και τα κέντρα εξουσίας δες και: 'Αλιβιζάτος Νίκος: Κρατική εξουσία και πολιτικοί θεσμοί. Συνέχεια και αλλαγές, ίνα χρόνο μετά την άνοδο του ΠΑΣΟΚ στην Κυβέρνηση. Σύγχρονα θέματα, τεύχος 16, Φεβρουάριος 1983, σελ. 1739.

36. Μη ξεχνάμε ότι η κήρυξη της κατάστασης πολιορκίας σύμφωνα με το άρθρο 48 του συντάγματος του '75 χρειάζεται και την προσυπογραφή του πρωθυπουργού, οπότε στα πλαίσια της νομιμότητας τα πράγματα δυσκολεύουν.

37. Γι αυτό και ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας «άρχει των Ένοπλων Δυνάμεων της χώρας» (άρθρο 45 του Συντάγματος του 75), αλλά τη «διοίκηση» ασκεί η κυβέρνηση. Πράγμα όμως που μπορεί υπό ειδικές συνθήκες να ερμηνευθεί διαφορετικά, «μετατρέποντας τη σχέση μεταξύ «άρχει» και «διοικεί» από σχέση μεταξύ ονομαστικής και ουσιαστικής αρμοδιότητας σε σχέση προϊσταμένου - υφιστάμενου», όπως τονίζει ο Ευάγγελος Βενιζέλος σελ. 122. Αντίθετα το σύνταγμα του 1927 όριζε (άρθρο 81) ότι «ο Πρόεδρος... άρχει των κατά ξηράν και θάλασσαν δυνάμεων, τας οποίας όμως ουδέποτε δύναται να διοικήσει». Πάνω στην προβληματική των εξουσιών του Προέδρου δες: Βενιζέλος Ευάγγελος: Η λογική του πολιτεύματος και η δομή της εκτελεστικής εξουσίας ατό σύνταγμα του 1975. Θεσσαλονίκη 1980. Όπως και Αναστασιάδης Γιώργος: Ο Πρόεόρος της Δημοκρατίας και το κοινοβουλευτικό πολίτευμα (μετά την πολιτική μεταβολή της 18110181), Δίκαιο και Πολιτική, τεύχος 3 σελ. 375396.

 
< Προηγ.   Επόμ. >
Θέσεις, τριμηνιαία επιθεώρηση, 38ο έτος (1982-2020), εκδόσεις Νήσος, (Σαρρή 14, 10553, Αθήνα, τηλ-fax: 210-3250058)
Το περιεχόμενο διατίθεται ελεύθερα για μη εμπορικούς σκοπούς, υπό τον όρο της παραπομπής στην αρχική του πηγή