Αξίες και τιμές παραγωγής. Η σχέση μεταξύ του 1ου και του 3ου τόμου του «Κεφαλαίου» Εκτύπωση
Τεύχος 4, περίοδος: Ιούλιος - Σεπτέμβριος 1983


Άξιες και τιμές παραγωγής: Η σχέση μεταξύ του 1ου και του 3ου τόμου του «Κεφαλαίου»

του Γιώργου Σταμάτη

1. Εισαγωγή

Σκοπός μας δεν είναι να δείξουμε απλώς, ότι μεταξύ του 1ου και του 3ου τόμου του «Κεφαλαίου» δεν υπάρχει καμιά αντίφαση, όπως ισχυρίζεται ο Böhm - Bawerk,1 ούτε να «λύσουμέ για μια ακόμη φορά το «πρόβλημα» του μετασχηματισμού των άξιων σε τιμές παραγωγής. Πως μεταξύ του 1ου και του 3ου τόμου του «Κεφαλαίου» δεν υπάρχει καμιά αντίφαση, δεν αμφισβητείται σήμερα από καμιά πλευρά. Και το σωστό τρόπο «λύσης» του «προβλήματος» του μετασχηματισμού των άξιων σε τιμές παραγωγής περιγράφει ήδη ο ίδιος ο Marx στον 3ο τόμο του «Κεφαλαίου».2 Στην περιγραφή αυτή βασίζεται η σωστή λύση που διατύπωσε ο von Bortkiewicz ήδη πριν 80 περίπου χρόνια.3

Σκοπός είναι ν' αναπτύξουμε τη μεθοδολογική σημασία του περάσματος από τις αξίες στις τιμές παραγωγής και της σχέσης μεταξύ του 1ου και του 3ου τόμου του «Κεφαλαίου». Η ανάπτυξη της σχέσης αυτής διευκόλυνα την κατανόηση της πραγματικής σημασίας του μετασχηματισμού των άξιων σε τιμές παραγωγής, ο όποιος κατά κανόνα παρανοείται ως μαθηματικό πρόβλημα η αίνιγμα.

2. Από τις αξίες στις τιμές παραγωγής

Έστω ένα σύστημα παραγωγής, στο όποιο σε δυο διαδικασίες παραγωγής (τομείς) με τη χρήση ενός και του αυτού μέσου παραγωγής (εμπόρευμα 1) παράγονται αυτό το ίδιο μέσο παραγωγής κι ένα καταναλωτικό εμπόρευμα





Oι τιμές είναι λοιπόν ανάλογες των αξιών.

"Ας εξετάσουμε τώρα τη σχέση μεταξύ του λόγου των αξιών και του λόγου των τιμών στην περίπτωση, στην οποία τα εμπορεύματα ανταλλάσσονται σε τιμές, που διαμορφώνονται σύμφωνα με την ακόλουθη αρχή: Κάθε τιμή αποτελείται από το κόστος σε υλικά και μισθούς και από ένα κομμάτι του συνολικού πλεονάσματος, του όποιου ο λόγος προς το κεφάλαιο, που χρησιμοποιήθηκε για την παραγωγή μιας μονάδας του εν λόγω εμπορεύματος, είναι ισος με το λόγο του συνολικού πλεονάσματος προς το κεφάλαιο, που χρησιμοποιήθηκε για την παραγωγή του συνόλου των εμπορευμάτων. Ο λύγος του συνολικού πλεονάσματος προς το συνολικό κεφάλαιο είναι το ενιαίο ποσοστό κέρδους r.6

Για τις τιμές Pj και ρ2, οι όποιες προφανώς ισχύουν μόνον, όταν συνεπεία του κυριάρχου τρόπου παραγωγής το κεφάλαιο παρουσιάζεται ως ο παράγων, ο οποίος δημιουργεί τα εμπορεύματα και το πλεόνασμα (κι επομένως τα εμπορεύματα και το πλεόνασμα δεν παρουσιάζονται ως αυτά που πράγματι είναι, δηλ. ως


Τα συμπεράσματα μας σχετικά με τις συνθήκες, κάτω από τις όποιες οι τιμές παραγωγής είναι ανάλογες των αξιών, δεν έχουν γενική ισχύ.

Γενικά ισχύει το εξής:

Οι τιμές παραγωγής είναι ανάλογες των αξιών, όταν

α) η οργανική σύνθεση του κεφαλαίου, υπολογισμένη σε τιμές παραγωγής,* είναι ιση σ' όλους τους τομείς και

β) ο λόγος g του καταναλωθέντος σταθερού κεφαλαίοι:, υπολογισμένου σε τιμές παραγωγής, προς το χρησιμοποιηθέν σταθερό κεφάλαιο, υπολογισμένο επίσης σε τιμές παραγωγής, είναι σε κάθε τομέα ανεξάρτητος από τις τιμές παραγωγής και ως εκ τούτου σταθερός.

Η δεύτερη συνθήκη πληρούται στο μοντέλο μας, διότι σ' αυτό υπάρχει ένα και μόνον ομοιογενές μέσο παραγωγής (ιό εμπόρευμα 1). Το γεγονός αυτό έχει σαν συνέπεια, πως σε κάθε τομέα το καταναλωθέν και το χρησιμοποιηθέν σταθερό κεφάλαιο είναι από υλική άποψη Ομοιογενή μεγέθη, πράγμα, που συνεπάγεται, πως σε κάθε τομέα 0 λόγος g του καταναλωθέντος σταθερού κεφαλαίου, υπολογισμένου σε τιμές παραγωγής, προς το, επίσης σε τιμές παραγωγής υπολογισμένο, χρησιμοποιηθέν σταθερό κεφάλαιο είναι ένα μέγεθος ανεξάρτητο από τις τιμές παραγωγής.

"Ας δούμε τώρα πάλι τις τιμές ρ\ και ρ'2, που εξετάσαμε στην αρχή. Το κέρδος που περιέχουν οι τιμές αυτές, είναι προσδιορισμένο έτσι ώστε Ο λόγος πια του κέρδους προς τη ζωντανή εργασία να είναι για όλα εμπορεύματα ίσος με τον κοινωνικά μέσο λόγο Μ:Α του κέρδους προς τη ζωντανή εργασία. Οι τιμές αυτές ενέχουν λοιπόν ισότητα των επιμέρους λόγων «κέρδος προς ζωντανή εργασία». Επίσης είναι πάντα ανάλογες των αξιών. Γι αυτό, όταν τα εμπορεύματα ανταλλάσσονται σ' αυτές τις τιμές, Ο λόγος του κέρδους προς τη ζωντανή εργασία είναι για κάθε εμπόρευμα ανάλογος του λόγου της υπεραξίας προς τη ζωντανή εργασία. Μεταξύ των δύο αυτών λόγων υπάρχει μια σταθερή σχέση. Ο λόγος τους δηλ. είναι σταθερός (και ίσος για όλα τα εμπορεύματα). Και τούτο διότι, όταν οι τιμές είναι ανάλογες των αξιών, τότε προφανώς όλοι οι λόγοι των τιμιακών μεγεθών προς τα αντίστοιχα αξιακά μεγέθη, όπως π.χ. Ο λόγος του κέρδους (της τιμής του υπερπροϊόντος) προς την υπεραξία (την άξια του υπερπροϊόντος) είναι σταθεροί (και ίσοι για όλα τα εμπορεύματα).

"Αν όμως ο λόγος του κέρδους προς τη ζωντανή εργασία είναι για όλα τα εμπορεύματα ίσος και το κέρδος είναι ανάλογο της υπεραξίας, τότε είναι και ο λόγος της υπεραξίας προς τη ζωντανή (πληρωμένη και απλήρωτη) εργασία για όλα τα εμπορεύματα ίσος· είναι προφανές πως, όταν ο τελευταίος αυτός λόγος είναι ίσος για όλα τα εμπορεύματα, τότε και ο λόγος της υπεραξίας προς την πληρωμένη εργασία, δηλ. το ποσοστό υπεραξίας, είναι ίσος για όλα τα εμπορεύματα και αντίστροφα. Μπορούμε λοιπόν να πούμε, πως, όταν τα ποσοστό υπεραξίας είναι ίσο για όλα τα εμπορεύματα, οι τιμές είναι ανάλογες η ίσες των αξιών. Έτσι γίνεται κατανοητό, γιατί ο Μαρξ στον 3ο τόμο του «Κεφαλαίου» ονομάζει το πέρασμα από τις αξίες στις τιμές πέρασμα από το γενικό ποσοστό υπεραξίας στο γενικό ποσοστό κέρδους: Διότι οι τιμές εκείνες, που είναι ανάλογες η ίσες των άξιων, ενέχουν ένα ποσοστό υπεραξίας ίσο για όλα τα εμπορεύματα κι όλους τους τομείς, δηλ. ένα ενιαίο ποσοστό υπεραξίας, ενώ αντίθετα οι τιμές παραγωγής, που κατά κανόνα δεν είναι ανάλογες των αξιών, ενέχουν ένα για όλα τα εμπορεύματα κι όλους τους τομείς ίσο δηλ. ένα ενιαίο ποσοστό κέρδους.

Από τα παραπάνω διαφαίνεται, τι σημαίνει η αναλογία η ισότητα τιμών και αξιών στον Ιο τόμο του «Κεφαλαίου»: Δεν πρόκειται ούτε για «(προσωρινή) παραδοχή» ούτε για «υπόθεση εργασίας» ούτε για αναφορά σε προκαπιταλιστικές κοινωνίες απλής εμπορευματικής παραγωγής (στις όποιες οι άμεσοι παραγωγοί είναι και ιδιοκτήτες των μέσων παραγωγής που χρησιμοποιούν και στις όποιες γι' αυτό το λόγο η εργασία παρουσιάζεται ως αυτό που πράγματι είναι, δηλ. ως ο παράγων που δημιουργεί τα εμπορεύματα και το πλεόνασμα), αλλά για αναγκαίο στοιχείο της μαρξικής παράστασης της κεφαλαιακής σχέσης, η αναγκαιότητα του οποίου απορρέει από τη λογική αυτής της ίδιας της κεφαλαιακής σχέσης.

Στον 1ο τόμο του «Κεφαλαίου» ο Μαρξ θέλει να παραστήσει την ουσία της κεφαλαιακής σχέσης. Η παράσταση της ουσίας της κεφαλαιακής σχέσης απαιτεί όμως αφαίρεση από τις μορφές της σχέσης αυτής, επειδή στις μορφές της η κεφαλαιακή σχέση παρουσιάζεται αναγκαία στρεβλή. Γι αυτό το λόγο Ο Μαρξ στον 1ο τόμο του «Κεφαλαίου» αντιπαρέρχεται τις αναγκαία στρεβλές μορφές παρουσίας της κεφαλαιακής σχέσης και ιδιαίτερα το γεγονός, πως στον κεφαλαιακό τρόπο παραγωγής καίτοι κι εδώ, όπως σε κάθε τρόπο παραγωγής, το υποκείμενο της διαδικασίας παραγωγής, δηλ. ο παράγων που δημιουργεί τα εμπορεύματα και το πλεόνασμα, είναι η εργασία δεν παρουσιάζεται η εργασία ως ο παράγων, που δημιουργεί τα εμπορεύματα και το πλεόνασμα, αλλά το κεφάλαιο. Τις (γενικές) μορφές της κεφαλαιακής σχέσης, όπως προκύπτουν από το γεγονός, πως στο κεφαλαιακό τρόπο παραγωγής ως υποκείμενο της διαδικασίας παραγωγής δεν παρουσιάζεται η εργασία, αλλά το κεφάλαιο, παρίστανα ο Μαρξ, στον 3ο τόμο του «Κεφαλαίου». Στον Ιο τόμο όμως ο Μαρξ για να μπορέσει να παραστήσει την ουσία της κεφαλαιακής σχέσης, δηλ. την κεφαλαιακή σχέση χωρίς τις στρεβλώσεις των μορφών παρουσίας της, παριστάνει την εργασία όχι μόνο ως το υποκείμενο της κεφαλαιακής διαδικασίας παραγωγής το όποιο η εργασία πράγματι είναι αλλά και ως αυτό το όποιο και στην πραγματικότητα παρουσιάζεται ως το υποκείμενο της κεφαλαιακής διαδικασίας παραγωγής. Στον 1ο τόμο Ο Μαρξ παριστάνει λοιπόν την εργασία σαν αυτή να ήταν εκείνο, που στο κεφαλαιακό τρόπο παραγωγής παρουσιάζεται ως το υποκείμενο της διαδικασίας παραγωγής, ως ο παράγων δηλ., που δημιουργεί τα εμπορεύματα και το πλεόνασμα. Στην παράσταση της ουσίας της κεφαλαιακής σχέσης στο Ιο τόμο η εργασία δεν είναι μόνο (όπως πράγματι είναι), αλλά και παρουσιάζεται (όπως στην πραγματικότητα δεν παρουσιάζεται) ως το υποκείμενο της κεφαλαιακής διαδικασίας παραγωγής.

Η παράσταση αυτή της ουσίας της κεφαλαιακής σχέσης και συνεπώς η παράσταση της εργασίας ως αυτού που παρουσιάζεται ως ο παράγων ο όποιος δημιουργεί τα εμπορεύματα και το πλεόνασμα, ενέχει ποσοτικές σχέσης ανταλλαγής (σχετικές τιμές), που κατανέμουν το συνολικό πλεόνασμα κατ' αναλογίαν αυτού που στην παράσταση αυτή παρουσιάζεται ως ο παράγων που δημιουργεί το πλεόνασμα, δηλ. κατ' αναλογίαν της (ζωντανής) εργασίας. Οι τιμές αυτές διαμορφώνουν, όπως είδαμε, ένα ενιαίο ποσοστό υπεραξίας και είναι, ανάλογες των αξιών.

Αντίθετα, στη βαθμίδα παράστασης της κεφαλαιακής σχέσης στην οποία φτάνει ο Μαρξ στον 3ο τόμο, στην παράσταση δηλ. των γενικών μορφών

παρουσίας της κεφαλαιακής σχέσης, ως παράγων που δημιουργεί τα εμπορεύματα και το πλεόνασμα, δεν παριστάνεται αυτό, που και στον κεφαλαιακό τρόπο παραγωγής παράγει πράγματι, αλλά αυτό, που σ' αυτόν τον τρόπο παραγωγής παρουσιάζεται να παράγει τα εμπορεύματα και το πλεόνασμα: Όχι η εργασία λοιπόν, αλλά το κεφάλαιο.

Η παράσταση αυτή των (στρεβλών) μορφών της κεφαλαιακής σχέσης και συνεπώς η παράσταση του πλεονάσματος ως «καρπού του κεφαλαίου» ενέχει τιμές, που κατανέμουν το πλεόνασμα στους καπιταλιστές κατ' αναλογίαν αυτού που σ' αυτή την παράσταση της κεφαλαιακής σχέσης, αλλά και στην πραγματικότητα παρουσιάζεται ως ο παράγων, που δημιουργεί το πλεόνασμα, δηλ. κατ' αναλογίαν του χρησιμοποιηθέντος κεφαλαίου.

Οι τιμές αυτές, οι τιμές παραγωγής, διαμορφώνουν, όπως δείξαμε, ένα ενιαίο ποσοστό κέρδος (και κατά κανόνα δεν είναι ανάλογες των άξιων).

3. Σχετικές και απόλυτες τιμές

Οι τιμές παραγωγής που παρουσιάσαμε παραπάνω είναι σχετικές τιμές, λόγοι τιμών. Μετατρέπονται σε απόλυτες τιμές, αφού πρώτα θέσουμε την τιμή ενός εμπορεύματος η ενός καλαθιού εμπορευμάτων ίση με μια δεδομένη σταθερή ποσότητα ενός πράγματος.

Εδώ θέσαμε μέσω της (16) την τιμή του εμπορεύματος 2 ίση με τη μονάδα. Η τιμή ενός εμπορεύματος έχει όμως τη διάσταση [μονάδες χρήματος μονάδα του εμπορεύματος]. Αυτό ισχύει και για την τιμή του εμπορεύματος 2. Η διάσταση της είναι [μονάδες χρήματος μονάδα του εμπορεύματος 2].

Στο μοντέλο όμως, στα πλαίσια του οποίου προσδιορίσαμε τις τιμές παραγωγής, δεν υπάρχει χρήμα. Το χρήμα εισάγεται εδώ ως πλασματικό χρήμα μέσω της εξίσωσης της τιμής ενός εμπορεύματος η ενός καλαθιού εμπορευμάτων (στην περίπτωση μας του εμπορεύματος 2) με μια σταθερή ποσότητα ενός Ορισμένου πράγματος. Το πράγμα αυτό μπορεί να είναι το πραγματικό χρήμα, δηλ. δραχμές, το ίδιο το εμπόρευμα, του οποίου η τιμή τέθηκε σταθερή, η οτιδήποτε άλλο πράγμα, το Οποίο όμως δεν παράγεται από το σύστημα ως εμπόρευμα, π.χ. ώρες εργασίας.

Ο ποσοτικός προσδιορισμός των τιμών παραγωγής είτε αφήνοντας τις τιμές παραγωγής σχετικές τιμές είτε εισάγοντας αυθαίρετα ένα οποιοδήποτε πλασματικό χρήμα, αφήνει λοιπόν άλυτο το πρόβλημα του χρήματος, δηλ. αναπάντητο το ερώτημα τι είναι χρήμα.

Η υφή των τιμών όμως είναι το χρήμα. Οι τιμές όμως (οι πραγματικές τιμές, οι τιμές της πραγματικής αγοράς) είναι χρήμα. Δεν είναι δυνατόν λοιπόν να ερμηνευθούν, εάν δεν ερμηνευθεί το χρήμα.

Ο ποσοτικός προσδιορισμός των τιμών παραγωγής δεν αρκεί για την εξήγηση των τιμών. 'Αλλά κι αν ακόμη από τις τιμές παραγωγής περάσουμε, λαβαίνοντας υπ' όψη μας τη σχέση μεταξύ προσφοράς και ζήτησης καθώς και κάθε άλλο σημαντικό παράγοντα που καθορίζει το υψος των τιμών αγοράς, στις τελευταίες, δεν έχουμε ερμηνεύσει ακόμη τις τιμές, όσο δεν έχουμε εξηγήσει, τι είναι το χρήμα. Την ερμηνεία του χρήματος δίνει η εξέλιξη της μορφής της αξίας ως τη χρηματική της μορφή, η μεταμόρφωση δηλ. της αφηρημένης εργασίας σε χρήμα, όπως παριστάνεται στο 1ο κεφάλαιο του 1ου τόμου του Κεφαλαίου, κι όχι ο μετασχηματισμός των άξιων σε τιμές παραγωγής και των τελευταίων σε τιμές αγοράς. Το πέρασμα από τις αξίες στις τιμές παραγωγής, όπως το περιγράψαμε, και αυτό από τις τελευταίες στις τιμές αγοράς, που θα μπορούσαμε να σκιαγραφήσουμε, αφορούν αποκλειστικά το ύψος των τιμών και μόνον. Αφήνουν λοιπόν αναπάντητο το ερώτημα, τι είναι το χρήμα, κι επομένως το ερώτημα, τι είναι η υφή των τιμών. Δεν είναι τυχαίο λοιπόν, που ο Μαρξ πραγματεύεται στον 3ο τόμο του «Κεφαλαίου» το μετασχηματισμό των άξιων σε τιμές παραγωγής και των τιμών παραγωγής σε τιμές αγοράς, αφού προηγουμένως, στον Ιο τόμο, ερμήνευσα το χρήμα ως μορφή ύπαρξης της αφηρημένης εργασίας.

4. Επίλογος

Μια ολοκληρωμένη θεωρία της αξίας και των τιμών, όπως αυτή του Μαρξ, εμπεριέχει λοιπόν αναγκαστικά εκτός από τους ποσοτικούς μετασχηματισμούς της αξίας ως την τιμή αγοράς και τις μορφικές της μεταβολές ως τη χρηματική της μορφή και το χρήμα. Η σημασία της ανάπτυξης των μορφικών μεταβολών της αξίας για την ερμηνεία των τιμών παραγνωρίζεται δυστυχώς κατά κανόνα και από τους μαρξιστές οικονομολόγους. Κι αυτός είναι ο λόγος, για τον Οποίο αναφερθήκαμε εδώ σ' αυτήν, καίτοι δεν άφορα άμεσα το κύριο θέμα αυτής της εργασίας.

1. Δες Ε. von Böhm - Bawerk, Zum Abschluss des Marxschen Systems, στο F. Eberle (Hrsg.), Aspekte der Marxschen Theorie l, Frankfurt 1973, σελ. 25129.

2. Δες K. Marx, Das Kapital, Bd III (MEW, Bd 23), σελ. 164209 και ιδιαίτερα σελ. 174.

3. Δες L. von Bortkiewicz, Zur Berichtigung der grundlegenden theoretischen Konstuktion von Marx in dritten Band des "Kapital", Jahrbücherßtr Nationalökonomie und Statistik, 3. F. Bd. 34 (89), 1907, σελ. 319335.

4. Πραγματικό ωρομίσθιο ονομάζουμε τον πραγματικό μισθό ανά μονάδα (εδώ: ώρα) εργασιακής δύναμης.

5. Πλεόνασμα ονομάζουμε το κέρδος υπολογισμένο στις τιμές που Ισχύουν στη δεδομένη περίπτωση.

6. Το ενιαίο αυτό ποσοστό κέρδους της οικονομίας στο σύνολο της είναι βέβαια ένα μόνο ως προς την τάση του ενιαίο ποσοστό κέρδους, διότι τα ποσοστά κέρδους των διαφόρων τομέων παραγωγής διαφέρουν μεταξύ τους. Η μετακίνηση κεφαλαίων από τομείς με χαμηλό σε τομείς με υψηλό ποσοστό κέρδους, ο ανταγωνισμός δηλ. των κεφαλαίων των διαφόρων τομέων, έχει ως συνέπεια τη μείωση των υψηλών και την αύξηση των χαμηλών ποσοστών κέρδους των επιμέρους τομέων, τη δημιουργία μιας τάσης εξίσωσης των ποσοστών κέρδους των επιμέρους τομέων και το σχηματισμό ενός ως προς την τάση του ενιαίου ποσοστού κέρδους.

Άλλα και σε καθένα από τους τομείς δεν υπάρχει ίνα ενιαίο ποσοστό κέρδους. Ενιαία σε κάθε τομέα είναι μόνο η τιμή του από τους καπιταλιστές του τομέα παραγόμενου εμπορεύματος. Διότι οι καπιταλιστές του κάθε τομέα, επειδή εφαρμόζουν τεχνικές παραγωγής, που διαφέρουν μεταξύ τους ως προς την παραγωγικότητα της εργασίας και την «παραγωγικότητα» του κεφαλαίου, επιτυγχάνουν ποσοστά κέρδους, που διαφέρουν μεταξύ τους. Καπιταλιστές, που εφαρμόζουν παραγωγικότερες τεχνικές, επιτυγχάνουν υψηλότερα ποσοστά κέρδους. Ο ανταγωνισμός όμως μεταξύ των καπιταλιστών ενός τομέα γενικεύει την εφαρμογή των πλέον παραγωγικών τεχνικών και δημιουργεί μια τάση εξίσωσης των ατομικών ποσοστών κέρδους του κάθε τομέα. Έτσι λοιπόν και για τον κάθε τομέα δεν υπάρχει ίνα ενιαίο, αλλά ένα ως προς την τάση του μόνον ενιαίο ποσοστό κέρδους.

 
< Προηγ.   Επόμ. >
Θέσεις, τριμηνιαία επιθεώρηση, 39ο έτος (1982-2021), εκδόσεις Νήσος, (Σαρρή 14, 10553, Αθήνα, τηλ-fax: 210-3250058)
Το περιεχόμενο διατίθεται ελεύθερα για μη εμπορικούς σκοπούς, υπό τον όρο της παραπομπής στην αρχική του πηγή