Editorial Εκτύπωση
Τεύχος 56, περίοδος: Ιούλιος - Σεπτέμβριος 1996


Πολιτική και διαχείριση

Η πολιτική σε κρίση «Η πολιτική διέρχεται σήμερα κρίση». Πρόκειται για μια κοινότοπη διαπίστωση που εκστομίζεται σε κάθε ευκαιρία και δίνει δουλειά στους κάθε λογής αξιωματούχους της κυρίαρχης ιδεολογίας. Εκείνο που κάθε φορά διαφέρει είναι η μορφή που προσλαμβάνει, ανάλογα με τις ιδεολογικές παραμέτρους που χαρακτηρίζουν τον φορέα της. Τίθεται όμως εύλογα το ερώτημα: πρόκειται άραγε για μια επινόηση της κυρίαρχης ιδεολογίας, ή μήπως είναι όντως μια κοινωνική πραγματικότητα, ανεξάρτητα από την εκμετάλλευση που γίνεται προκειμένου να παραχθούν συγκεκριμένα πολιτικά και ιδεολογικά αποτελέσματα; Για να απαντηθεί το παραπάνω ερώτημα πρέπει να διερευνηθούν τα φαινόμενα αυτής της «κρίσης», για να στοιχειοθετηθεί ο τρόπος που παράγεται αυτή η πρωτόγνωρη ομοφωνία.

Φαινόμενα κρίσης οπωσδήποτε υπάρχουν. Από τη σημαντική υποχώρηση του αιτήματος του κομμουνισμού ως κοινωνικού οράματος, των ριζοσπαστικών κοινωνικών ιδεών γενικότερα, και των οργανωμένων δυνάμεων που κάποτε πάλευαν «για την επανάσταση» σαν να ήταν ένα άμεσο πολιτικό ενδεχόμενο, έως την έκλειψη της πολιτικής βουλησιαρχίας των κοινοβουλευτικών κομμάτων, την προγραμματική σύγκλιση των συντηρητικών και προοδευτικών κυβερνητικών πρακτικών, και το ναυάγιο των επαγγελιών περί αναδιανομής του εισοδήματος και... της κρατικής εξουσίας. Και παραθέτουμε μόνο την κορυφή του παγόβουνου...

Η φαινομενολογία που παραθέσαμε πιο πάνω μπορεί να επεκταθεί κατά βούληση, χωρίς να βρει κανείς σημεία που να στοιχειοθετούν μια περί του αντιθέτου αντίληψη. Τα φαινόμενα που περιγράψαμε συνοψίζονται στις ακόλουθες βασικές διαπιστώσεις που μπορούν να αποδώσουν με συνέπεια την «ουσία» των όσων παρατηρούνται:

• η πολιτική ταυτίζεται πλέον με την απλή διαχείριση των τρεχουσών υποθέσεων της κρατικής εξουσίας, • η πολιτική δεν «αλλάζει» πλέον τους κοινωνικούς συσχετισμούς, αφού απουσιάζουν νέα πολιτικά οράματα και τα παλαιά έχουν συρρικνωθεί σε «ιστορικά γεγονότα», • οι πολιτικοί φορείς έχουν χάσει πλέον τις ταξικές αναφορές τους και δεν εκπροσωπούν τις κοινωνικές αντιθέσεις και αντιστάσεις, • το πολιτικό τοπίο οδηγείται σε πλήρη αναδιάταξη, με διασπάσεις, συρρίκνωση και ανακατατάξεις των κομματικών σχηματισμών (βλ. «ιταλοποίηση»), για να προσαρμοστεί στη νέα κοινωνική πραγματικότητα.

Τα πρώτα συμπεράσματα Η φαινομενολογία που αποσπασματικά περιγράψαμε και η ενδεικτική πρώτη συγκεφαλαίωση που επιχειρήσαμε έχουν συγκεκριμένες προεκτάσεις. Τείνουν να στοιχειοθετήσουν μια θετική και μια αρνητική βασική διαπίστωση:

• Η θετική διαπίστωση συνδέεται με μια συγκεκριμένη άποψη για το τι είναι η πολιτική: είναι το γόνιμο έδαφος πάνω στο οποίο ανθούν οι κοινωνικοί αγώνες, οι κοινωνικές αντιστάσεις, είναι ο προνομιακός χώρος για την ανάπτυξη της ταξικής πάλης.

• Η αρνητική διαπίστωση αφορά την έλλειψη της, ή μάλλον την υποκατάσταση της από την τεχνοκρατική διαχείριση. Η τελευταία, μέσα από την ουδετερότητα της συμπαρασύρει και το κοινωνικό στοιχείο προς στάσεις ανοχής και παθητικότητας, ή σε προχωρημένο στάδιο προς στάσεις πλήρους ενσωμάτωσης στην κυρίαρχη ιδεολογία.

• Από τα παραπάνω συνάγεται ευθέως η κατεύθυνση για την ενδεχόμενη και ευκταία αντιστροφή του κλίματος «αποπολιτικοποίησης», η οποία οφείλει σε κάθε περίπτωση να περιλαμβάνει:

• την αποκατάσταση της πολιτικής σε πρωταρχικό στοιχείο που επικαθορίζει τη διαχείριση • τη μαζικοποίηση της πολιτικής ώστε να αποτελέσει μέρος των λαϊκών ιδεολογιών που θα οδηγήσουν στην υποχώρηση των συνδρόμων παθητικότητας και ενσωμάτωσης • την παραγωγή νέων οραμάτων ικανών να εμπνεύσουν τα κοινωνικά στηρίγματα των πολιτικών φορέων, ώστε να ανασχεθεί η κρίση του πολιτικού συστήματος.

Αρκεί λοιπόν να βρεθούν τα υποκείμενα που θα επεξεργαστούν και θα προωθήσουν αυτές τις στρατηγικές επιλογές, για να χαραχθεί μια αντίστροφη πορεία, μια ανάκαμψη της πολιτικής.

Οι πρώτες αντιρρήσεις Όσο πειστική και αν δείχνει από πρώτη ματιά η παραπάνω επιχειρηματολογία, μια πρόχειρη ανάλυση των φαινομένων οδηγεί σε διαφορετικές κατευθύνσεις. Η κρίση της πολιτικής, έστω σε όχι τόσο ακραία μορφή, δεν είναι σημερινό φαινόμενο. Αν ανατρέξει κανείς σε παλαιότερες εποχές, αλλά και στην τελευταία δεκαετία, οπότε και είναι εμφανή τα στοιχεία βαθμιαίας φθοράς του πολιτικού συστήματος, μπορεί εύκολα να καταγράψει ορισμένες βασικές τάσεις:

• Η πολιτική ουδέποτε είχε την πρωταρχικότητα (σε σχέση με τη διαχείριση) που πλασματικά προβάλλεται σήμερα. Πάντοτε λειτουργούσε διορθωτικά, στην καλύτερη περίπτωση, στις αυθόρμητες τάσεις που αναδείκνυε η διαχείριση της εξουσίας.

• Ακόμη και στην περίοδο της πρώτης τετραετίας του ΠΑΣΟΚ (8185), που με τη μορφή της πολιτικής βούλησης έδινε την εικόνα παντοδυναμίας, είχε τους περιορισμούς της, που σταδιακά την οδήγησαν σε ρόλο κομπάρσου, αν κρίνει κανείς από τα ολοένα εντονότερα προβαλλόμενα επιχειρήματα περί οικονομικών (δημοσιονομικών, νομισματικών...) περιορισμών.

• Ο σταδιακός μετασχηματισμός του πολιτικού συμπαρέσυρε και τους τρόπους άρθρωσης του κοινωνικού, τις μορφές και το περιεχόμενο των διεκδικήσεων, οδηγώντας τις στη σημερινή αμβλύτητα και απονεύρωση.

• Στη θέση των παλαιότερων «επιθετικών» λαϊκών ιδεολογιών περί συμμετοχής, δημοκρατίας και αναδιανομής του εισοδήματος, εγκαθίσταται σταδιακά μια ολότελα αμυντική ιδεολογία του «φόβου της λιτότητας και της ανεργίας» που έχει προσλάβει πλέον ακραίες διαστάσεις με την επίκληση της «ανάπτυξης» ως της μοναδικής διεξόδου.

• Τέλος, άλλο ένα συνεπαγόμενο της φθοράς της πολιτικής είναι η αμφισβήτηση των κομμάτων, του πολιτικού συστήματος, των πολιτικών, η αίσθηση της «διαφθοράς» ως κυρίαρχης όψης του πολιτικού συστήματος. Αντί νέων οραμάτων, αναφύονται νέα δείγματα κηδεμονίας του πολιτικού συστήματος, κυρίως μέσα από τους κρατικούς μηχανισμούς, ενδεδυμένα με φασίζουσα ή αντιδραστική χροιά.

Όλα τα παραπάνω δείχνουν από τη μια πλευρά ότι η υποχώρηση της πολιτικής συνδυάζεται με επιδείνωση των κοινωνικών συσχετισμών, αλλά δεν συνεπάγεται απαραίτητα μια σχέση αντίστροφης αναλογίας πολιτικής και διαχείρισης, στην οποία η σημερινή κριτική εντοπίζει το γενεσιουργό αίτιο της κρίσης. Από την άλλη όμως διαφαίνεται και κάποια αντίθεση μεταξύ πολιτικής, όπως τη γνωρίσαμε, και των διαχειριστικών επιλογών της εποχής της λιτότητας, η οποία φαίνεται να έχει προσλάβει σημαντικές διαστάσεις, αν κρίνουμε από την έκταση των μετασχηματισμών που προκαλεί. Μένει λοιπόν να διερευνήσουμε τη σχέση πολιτικής και διαχείρισης σε κάποια λεπτομέρεια, προκειμένου να διακρίνουμε ποιες αντιφάσεις την επικαθορίζουν. Έτσι θα εντοπίσουμε τα αίτια και τα αποτελέσματα, την κινητήρια δύναμη της αντίφασης, και τους ουσιαστικούς μετασχηματισμούς που έχουν συντελεστεί πίσω από το πολιτικό προσκήνιο.

Πριν προχωρήσουμε όμως, ας διευκρινίσουμε ορισμένες έννοιες προκείμενου να υπάρχει κοινό πεδίο συνεννόησης.

Οι έννοιες έχουν σημασία...

Η παραπάνω εισαγωγική ανάλυση έδειξε ότι στη διατύπωση των απόψεων υπεισέρχονται έννοιες, για τις οποίες δεν είναι βέβαιο ότι υπάρχει κοινή αντίληψη του περιεχομένου τους. Είναι ανάγκη λοιπόν να διευκρινιστεί τι ακριβώς σηματοδοτεί η ορολογία που χρησιμοποιείται.

Το πρόβλημα δεν ανάγεται φυσικά σε απλό ζήτημα ορολογίας. Αν θυμηθούμε όμως ότι στην ιστορία του εργατικού κινήματος έχουν δοθεί μάχες και έχουν ξετυλιχθεί συγκρούσεις γύρω από λέξεις, έννοιες και όρους, τότε αντιλαμβανόμαστε ότι η ιδεολογική θέση που συνδέεται με την υιοθέτηση της μιας ή της άλλης αντίληψης, κάθε άλλο παρά στερείται σημασίας.

Και πρώτα απ' όλα ας σταθούμε στο δίπολο πολιτική διαχείριση. Ως πολιτική ορίζεται ο χώρος συμπύκνωσης των κοινωνικών αντιφάσεων, το πεδίο στο οποίο αυτή η λειτουργία παράγει, με την τυφλή επενέργεια των απόντων αιτίων και υποκειμένων, την τακτική και τη στρατηγική των ταξικών συγκρούσεων. Η διαχείριση από την άλλη πλευρά είναι ο χώρος όπου οργανώνονται, διευθετούνται διορθωτικά και τελικά προσλαμβάνουν υλική υπόσταση οι τάσεις που προκύπτουν από το χώρο της πολιτικής, οι κατευθύνσεις που αναδεικνύονται από την κίνηση, τη συμπύκνωση, το μετασχηματισμό των κοινωνικών αντιφάσεων. Η τοποθέτηση αυτή παράγει τη θέση ότι και οι δυο έννοιες ορίζονται, είναι δυνατό να οριστούν με αυστηρό τρόπο, αποκλειστικά και μόνο μέσα στη συγκυρία. Πολιτική ή διαχείριση που λειτουργεί αφαιρετικά και υπερσυγκυριακά, συνιστούν σχήμα οξύμωρο. Και κάτι ακόμα. Η πολιτική «παράγει» τη διαχείριση, με την έννοια ότι η κινητήρια δύναμη της διαχείρισης οφείλει να αναζητηθεί στη συμπύκνωση των κοινωνικών αντιφάσεων, στην πολιτική. Το γεγονός ότι σε μια ιστορική περίοδο μπορεί να εμφανίζεται πρωτοκαθεδρία της διαχείρισης, σημαίνει απλά ότι θα πρέπει να αναζητηθεί ο μη προφανής και διαμεσολαβημένος τρόπος, αλλά και οι λόγοι για τους οποίους η φαινομενολογία «αντιστρέφει» την εικόνα της πραγματικότητας.

.. .γιατί έχουν πολιτικές επιπτώσεις Η πολιτική και η διαχείριση υλοποιούνται από τους ιδεολογικούς μηχανισμούς του κράτους. Κεντρικό ρόλο κατέχει εδώ ο πολιτικός ιδεολογικός μηχανισμός. Τα πολιτικά κόμματα αποτελούν μέρος του πολιτικού ιδεολογικού μηχανισμού, συγκροτούν και υλοποιούν το σύστημα αντιπροσώπευσης των κοινωνικών αντιφάσεων. Κεντρικός πυρήνας του συστήματος αντιπροσώπευσης είναι η οργάνωση της κοινωνικής συναίνεσης, δηλαδή:

• η ενσωμάτωση των κυριαρχούμενων τάξεων στο σύστημα καπιταλιστικής εκμετάλλευσης, και • η διευθέτηση των διαφορών μεταξύ των διαφόρων κεφαλαιακών μερίδων κατά τρόπο που να διασφαλίζει την ηγεμονία του άρχοντος συγκροτήματος στον κοινωνικό σχηματισμό, και της ηγεμονικής μερίδας μέσα σε αυτό.

Για να το τονίσουμε άλλη μια φορά με διαφορετικό τρόπο, τα πολιτικά κόμματα είναι μηχανισμοί οργάνωσης της συναίνεσης των κυριαρχούμενων τάξεων, αλλά και των διαφόρων κεφαλαιακών μερίδων μέσα στο άρχον συγκρότημα γύρω από τη στρατηγική της ηγεμονικής κεφαλαιακής μερίδας.

Η θέση αυτή έχει συγκεκριμένα συνεπαγόμενα:

• Τα πολιτικά κόμματα δεν είναι μηχανισμοί εκπροσώπησης συμφερόντων κοινωνικών ομάδων, μερίδων ή τάξεων, ούτε πολύ περισσότερο εκπρόσωποι ή σημείο αναφοράς κοινωνικών αντιστάσεων στην κοινωνική τοπολογία.

• Οι διαφορές των πολιτικών κομμάτων ανάγονται σε τελική ανάλυση, σε διαφορετικές, συμπληρωματικές, εναλλακτικές ή αντιθετικές στρατηγικές οργάνωσης της συναίνεσης γύρω από την ηγεμονική πολιτική του άρχοντος συγκροτήματος.

• Αυτό σε ορισμένες περιόδους όξυνσης της ταξικής (και πολιτικής) πάλης, μπορεί να διαμεσολαβείται ως καθαρή σύγκρουση δυο γραμμών, μιας «συντηρητικής» (το «κόμμα της τάξης») και μιας «προοδευτικής» (το κόμμα των κυριαρχούμενων), αλλά τούτο δεν αποτελεί δομικό χαρακτηριστικό, παρά μόνο παράγωγο της συγκυρίας.

• Τα διαφορετικά κόμματα δεν ταυτίζονται με συγκεκριμένες μερίδες μέσα στο άρχον συγκρότημα (κόμμα του μεγάλου, του μονοπωλιακού, του μικρού κεφαλαίου κλπ.). Όλα τα κόμματα είναι σε τελική ανάλυση κόμματα του «μεγάλου κεφαλαίου», διάβαζε της ηγεμονικής μερίδας μέσα στο άρχον συγκρότημα.

Και πάλι να σημειώσουμε ότι αν παρατηρείται αλλοίωση των παραπάνω χαρακτηριστικών, τα αίτια θα πρέπει να αναζητηθούν στη συγκυρία και όχι σε κάποια διαφοροποίηση των δομικών προσδιορισμών.

Και μετά από αυτή την παρέκβαση, ας επιστρέψουμε στο κυρίως αντικείμενο του σημειώματος.

Η ανάδυση της «διαχείρισης»

Η πεποίθηση ότι η «κρίση της πολιτικής» προκύπτει από την σταδιακή ενίσχυση της θέσης της «διαχείρισης», έχει τις ρίζες της στην πρόσφατη πολιτική ιστορία της τελευταίας δεκαπενταετίας. Η αντίληψη που κυριαρχεί είναι ότι η στροφή στη «διαχείριση»;

• είτε σηματοδότησε τη σταδιακή εγκατάλειψη από το ΠΑΣΟΚ κάποιων κοινωνικών αναφορών (=πολιτική εκπροσώπηση), και το μόνιμο προσανατολισμό του σε συντηρητικότερες πολιτικές κατευθύνσεις, • είτε προέκυψε ως διορθωτική κίνηση που ήρθε να απαντήσει στις «υπερβολές» της υπερπολιτικοποίησης της πρώτης τετραετίας του ΠΑΣΟΚ.

Γεγονός είναι πάντως ότι, ανεξάρτητα από επαγγελίες και δεσμεύσεις, η δεύτερη τετραετία του ΠΑΣΟΚ - αλλά και ο συνολικός πολιτικός ορίζοντας μετά το '85 - συνδέεται με την πολιτική της λιτότητας. Αν εφαρμόσουμε το θεωρητικό σχήμα που εκθέσαμε παραπάνω για τη λειτουργία των πολιτικών κομμάτων, τότε είναι προφανές ότι η στροφή του '85 σηματοδοτεί μια σειρά βασικές πολιτικές μετατοπίσεις, δηλαδή μετατοπίσεις στη συμπύκνωση των κοινωνικών αντιφάσεων.

Βασικό ρόλο διαδραματίζει εδώ ότι το ΠΑΣΟΚ ανέλαβε μετά το '85 να προωθήσει τις εκκαθαριστικές λειτουργίες της καπιταλιστικής κρίσης. Επίδικο αντικείμενο ήταν αφενός η τροποποίηση του συσχετισμού δύναμης κεφαλαίου εργασίας υπέρ του πρώτου, και αφετέρου η τροποποίηση των συσχετισμών στο εσωτερικό του ηγεμονικού μπλοκ υπέρ της καπιταλιστικής αναδιάρθρωσης. Το γεγονός ότι ως μοχλός για την πολιτική στροφή χρησιμοποιήθηκε η «κρίση του ισοζυγίου πληρωμών» και η «δημοσιονομική κρίση», ανήκει στη σφαίρα των τακτικών επιλογών. Σημασία έχει ότι το ΠΑΣΟΚ φάνηκε το '85 να εγγυάται την ομαλότερη δυνατή μετάβαση στις νέες ισορροπίες, την πλέον αξιόπιστη εκδοχή για την οργάνωση της συναίνεσης σε μια ταραγμένη περίοδο αλλαγής των συσχετισμών.

Η εκτίμηση αυτή επαληθεύθηκε μόνο μερικώς.

Υπήρξε όντως μετατόπιση της ισορροπίας δυνάμεων, υπήρξε ήττα του εργατικού κινήματος στην αναμέτρηση που άρχισε να ξετυλίγεται από τότε, εγκαινιάστηκε όντως η εποχή της καπιταλιστικής αναδιάρθρωσης. Παρατηρήθηκε όμως ταυτόχρονα και σοβαρή καθυστέρηση, οφειλόμενη στη σημαντική αντίσταση που συνάντησε το εγχείρημα από την πλευρά των κυριαρχούμενων τάξεων. Ενώ ενισχύθηκε ταυτόχρονα η ελκυστικότητα και μιας άλλης περισσότερο επιθετικής, αμιγώς νεοφιλελεύθερης πολιτικής, ως εναλλακτικής πολιτικής προοπτικής.

Παράλληλα παρατηρήθηκαν σημαντικές πολιτικές και ιδεολογικές μετατοπίσεις. Η πολιτική βουλησιαρχία της πρώτης περιόδου έδωσε τη θέση της στους οικονομικούς και διαχειριστικούς περιορισμούς. Η κοινωνική πολιτική στιγματίστηκε ως γενεσιουργός αιτία των δημοσιονομικών ανισορροπιών. Το «κράτος» εντοπίστηκε ως έδρα του οικονομικού ανορθολογισμού, σε αντίθεση με τις «υγιείς δυνάμεις» της «ελεύθερης αγοράς». Και όταν αναφερόμαστε στα παραπάνω εννοούμε ότι απέκτησαν υλικά ίχνη ως ιδεολογίες που εγγράφηκαν στη συγκυρία με την εγκυρότητα του νέου κοινωνικού ορθολογισμού. Οι ιδεολογίες του νεοφιλελευθερισμού απέκτησαν κοινωνικό έρεισμα στα μεσοστρώματα και άρχισαν σταδιακά να υποκαθιστούν τον «παρεμβατικό» κρατικό λόγο.

Οι επιπτώσεις αυτής της στροφής ήταν ιδιαίτερα σημαντικές. Με τη συστηματική προώθηση της καπιταλιστικής αναδιάρθρωσης, αποκαθίσταται και νομιμοποιείται στο πολιτικό προσκήνιο η σημασία και η βαρύτητα του τρόπου διαχείρισης ενός πλαισίου πολιτικής, που ενώ πάντα ήταν, τώρα αρχίζει και να φαίνεται εξαιρετικά στενό. Η πολιτική αρχίζει να ταυτίζεται με τη διαχείριση, ως τέχνη των διορθωτικών διευθετήσεων σε ένα προδιαγεγραμμένο και εν πολλοίς περιοριστικό κοινωνικό πλαίσιο. Βέβαια η στροφή δεν είναι τόσο απόλυτη όσο την παρουσιάζουμε, διότι η «διαχείριση της λιτότητας» διατυμπανίζεται κατά την πρώτη περίοδο ως προσωρινή. Στη συνέχεια όμως αποκτά ολοένα περισσότερο ειδικό βάρος και εγκαθίσταται μόνιμα στο πολιτικό σκηνικό.

Αν συνοψίσουμε λοιπόν τις ανακατατάξεις αυτής της περιόδου θα μπορούσαμε να διατυπώσουμε τις εξής θέσεις:

• Η υποχώρηση της «πολιτικής» συνδέεται με το τέλος της εποχής της «πολιτικής βούλησης» και την είσοδο στον αστερισμό των περιορισμών.

• Η πρωταρχικότητα της διαχείρισης ενδύεται τη μορφή «διαχείρισης της λιτότητας», χαρακτηριστικό που διατηρείται σε αμείωτη ένταση έως τις μέρες μας.

Και οι δυο όψεις συνδέονται με την ανάγκη συντονισμού των εκκαθαριστικών λειτουργιών της καπιταλιστικής κρίσης. Η «πολιτική» αποτελεί το εκτατικό και η διαχείριση το εντατικό εργαλείο του συστήματος αντιπροσώπευσης. Η υπερίσχυση της μιας ή της άλλης τάσης σηματοδοτεί αντίστοιχες ανακατατάξεις στους κρατικούς μηχανισμούς, που αντανακλούν κοινωνικές αναδιατάξεις.

Η απαξίωση της πολιτικής Αυτό που είδαμε στα προηγούμενα σηματοδοτεί ουσιαστικά έναν επαναπροσδιορισμό της εμβέλειας της «πολιτικής» και της διαχείρισης. Πώς οδηγούμαστε από αυτή τη μετατόπιση των σχετικά ρευστών διαχωριστικών γραμμών μεταξύ των δυο, σε μια γενικότερη αίσθηση «κρίσης της πολιτικής»; Πώς σχετίζεται με την εγκατάσταση της «διαχείρισης της λιτότητας» στο πολιτικό προσκήνιο, η κρίση των πολιτικών κομμάτων και η διάχυτη αίσθηση αφλογιστίας της πολιτικής;

Μια προσφιλής και «εμπειρικά» βάσιμη απάντηση λέει: «Διότι τα κόμματα και η πολιτική δεν εκπροσωπούν πλέον τα κοινωνικά συμφέροντα, και απλά διαχειρίζονται την κρίση». Άραγε τα εκπροσωπούσαν στην προηγούμενη «υπέρ πολιτική» περίοδο, όταν το ΠΑΣΟΚ είχε καλύτερες σχέσεις με τα κοινωνικά του στηρίγματα, ή μήπως στην αντιπολιτευτική του περίοδο, '90'93, οπότε και στηρίχθηκε σε μια δυναμική που το επανέφερε θριαμβευτικά και πάλι στην κυβέρνηση;

Η λογική αυτή οδηγεί σε αδιέξοδο. Υπάρχει κάτι ριζικά διαφορετικό που αναδύεται σταδιακά μετά το '85 και παράγει την «κρίση της πολιτικής». Και τούτο οφείλει να αναζητηθεί εκτός «πολιτικής», στο κοινωνικό.

Πράγματι η ερμηνεία των φαινομένων δίνεται στο πεδίο των κοινωνικών ανταγωνισμών και του ρόλου που καλείται να διαδραματίσει το σύστημα αντιπροσώπευσης.

Η σύγκρουση που εξελίσσεται από τη δεκαετία του '80 με επίδικο αντικείμενο την τροποποίηση των συσχετισμών δύναμης κεφαλαίου εργασίας, οδήγησε σε σταδιακή μετατόπιση των ισορροπιών η οποία εξελίχθηκε σε ήττα του εργατικού κινήματος και επικράτηση της τάσης καπιταλιστικής αναδιάρθρωσης. Η εξέλιξη αυτής της μάχης δεν ήταν βέβαια γραμμική: διήλθε τη φάση «αναστολής» της λιτότητας την περίοδο '87'89, εισήλθε σε νέα επιθετική φάση μετά το '90 με την κυβέρνηση ΝΔ και την ήπια, αρχικά, νεοφιλελεύθερη επίθεση, εξελίχθηκε σε κατά μέτωπο αναμέτρηση την περίοδο '92'93, για να ανασχεθεί προσωρινά με τη νίκη του ΠΑΣΟΚ και την επάνοδο ενός ήπιου νεοφιλελευθερισμού. Γεγονός είναι πάντως ότι οι σημερινές ισορροπίες και η νέα φάση στην κυβέρνηση του ΠΑΣΟΚ με την επικράτηση των «εκσυγχρονιστών» σηματοδοτεί και στο συμβολικό επίπεδο το νέο κοινωνικό κέντρο βάρους που προκύπτει από τις νέες ισορροπίες.

Οι νέοι κοινωνικοί συσχετισμοί έχουν επιπτώσεις και στη λειτουργία του συστήματος αντιπροσώπευσης. Η υποχώρηση των κοινωνικών αντιστάσεων και η ύφεση της κοινωνικής αμφισβήτησης δεν αφήνουν πολλά περιθώρια εναλλακτικών στρατηγικών ενσωμάτωσης των κυριαρχούμενων στο σύστημα καπιταλιστικής εκμετάλλευσης: οι διαφορές στο οικονομικό και κοινωνικό «πρόσωπο» των κομμάτων αρχίζουν να μην είναι επαρκώς ορατές, το πλαίσιο της διαχείρισης γίνεται ασφυκτικό, η λιτότητα εναλλάσσεται με λιτότητα, πάντοτε ως «μονόδρομος». Η οργάνωση της συναίνεσης των κυριαρχούμενων δεν απαιτεί ιδιαίτερη κοινωνική δεξιότητα ή στρατηγική διορατικότητα. Τα κόμματα λίγα έχουν να προσφέρουν στον πολιτικό ιδεολογικό μηχανισμό ως προς αυτό το σκέλος της λειτουργίας τους. Τα «προγράμματα» συγκλίνουν, οι «ιδεολογίες» εξομοιώνονται, οι πρακτικές αρχίζουν να ταυτίζονται.

Από την άλλη πλευρά όμως, η απουσία του αντίπαλου δέους «από τα κάτω» αφήνει πεδίο ελεύθερο στους ενδοαστικούς ανταγωνισμούς που προσλαμβάνουν αυτή την περίοδο της αναδιάρθρωσης ιδιαίτερη ένταση, μιας και διεξάγονται πλέον εκ του (κοινωνικού) ασφαλούς. Η συναίνεση των κεφαλαιακών μερίδων γύρω από τη στρατηγική της ηγεμονικής μερίδας είχε πάντα ως σημείο αναφοράς και εκκίνησης το φόβο του ταξικού εχθρού. Όμως, το εργατικό κίνημα βρίσκεται σε φάση άμυνας και υποχώρησης, και αφήνει το πεδίο ελεύθερο για την ανάπτυξη των πλέον τυχοδιωκτικών πρωτοβουλιών ενός ανταγωνισμού χωρίς όρια. Μπορεί να τις τιθασεύσει άραγε ο πολιτικός ιδεολογικός μηχανισμός; Η κοινωνική πραγματικότητα δείχνει ότι, χάνοντας στην παρούσα συγκυρία την (προφανή σε άλλες εποχές) χρησιμότητα του για την κατασίγαση της (ασθενούς) οργής των «από κάτω», παύει να αποτελεί και προνομιακό χώρο οργάνωσης της συναίνεσης «των από πάνω» γύρω από την ηγεμονική στρατηγική. Η θέση του αποδυναμώνεται, και οι ενδοαστικοί ανταγωνισμοί εξελίσσονται σε άλλους κρατικούς μηχανισμούς, με μεγαλύτερη στεγανότητα, αμεσότερη πρόσβαση και μεγαλύτερες προσδοκίες για άμεσα αποτελέσματα, (δηλ. για μικρές ή μεγάλες νίκες), στον ενδοαστικό αγώνα.

Δείγματα αυτής της μετατόπισης του πεδίου μάχης, είχαμε πολύ πριν τη γενίκευση των φαινομένων «κρίσης της πολιτικής» της τρέχουσας περιόδου. Ενδεικτικά αναφέρουμε:

• Η πολιτική στροφή του '85 συνδυάστηκε και με αλλαγή φρουράς στις ΔΕΚΟ και τους Δημόσιους Οργανισμούς, η οποία δρομολογήθηκε με τη μέθοδο των «σκανδάλων», δηλαδή συνεπικουρούμενη από τον Δικαστικό Ιδεολογικό Μηχανισμό.

• Η κυβερνητική εναλλαγή του '89 χρησιμοποίησε σε ακόμη μεγαλύτερο βαθμό το δικαστικό μηχανισμό και την παραγωγή «σκανδάλων», καθώς επίσης πολιτικές λαθροχειρίες πρώτου βαθμού με τη στρέβλωση της λειτουργίας του συστήματος αντιπροσώπευσης («συγκυβέρνηση για την κάθαρση»), προκειμένου να ανατρέψει κοινωνικούς συσχετισμούς με αποκλειστική χρήση των κρατικών μηχανισμών. Είναι χαρακτηριστικό ότι ο εκ των πρωταγωνιστών των τότε ακροβασιών, ο Συνασπισμός, είναι και σήμερα υπέρμαχος των υπερβάσεων του συστήματος αντιπροσώπευσης («έντιμοι δικαστές» να κρίνουν τις δημόσιες προμήθειες, κλπ.).

• Ο πολιτικός ιδεολογικός μηχανισμός δεν μπορεί από καιρό να παρακολουθήσει τον ενδοαστικό ανταγωνισμό. Κάθε σοβαρή σύγκρουση ανταγωνιστικών κεφαλαιακών συγκροτημάτων επιλύεται είτε με τη σκανδαλολογία είτε με τη βοήθεια του δικαστικού μηχανισμού. Η λέξη «διαφάνεια» που έχει εμπλουτίσει το πολιτικό λεξιλόγιο του καιρού μας, αποτελεί ένδειξη ότι ο πολιτικός ιδεολογικός μηχανισμός δηλώνει ρητά την αδυναμία του να διαμεσολαβήσει στον ενδοαστικό ανταγωνισμό και είτε παραιτείται, είτε παραπέμπει τη διαιτησία των συγκρούσεων σε άλλους μηχανισμούς.

• Τελευταία ένδειξη αυτής της αφλογιστίας του πολιτικού συστήματος είναι οι προτάσεις δημιουργίας επιτροπών από δικαστικούς, καθηγητές κλπ. που θα λαμβάνουν αποφάσεις για μεγάλες προμήθειες του Δημοσίου. Εδώ ο πολιτικός ιδεολογικός μηχανισμός (= η κυβέρνηση) αποφασίζει να εκχωρήσει μέρος από το ρόλο του σε άλλους μηχανισμούς (= διαφάνεια), προκειμένου να αποφύγει και την τυπική απαξίωση του, που είναι αποτέλεσμα της αδυναμίας του να οργανώσει τη συναίνεση στο ηγεμονικό μπλοκ.

Συμπέρασμα: Η «κρίση της πολιτικής» είναι αποτέλεσμα της ήττας τον εργατικού κινήματος και της υποχώρησης των κοινωνικών αντιστάσεων (και όχι το αντίστροφο). Συνδέεται με την αδυναμία τον συστήματος αντιπροσώπευσης να λειτουργήσει αποτελεσματικά (ακόμα και για τον περιορισμό των ενδοαστικών αντιθέσεων), επειδή δεν έχει ουσιαστικό αντικείμενο η λειτουργία οργάνωσης της συναίνεσης των κυριαρχούμενων. Οι ενδοαστικοί ανταγωνισμοί ξετυλίγονται τώρα σε άλλους προσφορότερους κρατικούς μηχανισμούς, που καλύπτουν το «πολιτικό κενό». Η πολιτική είναι πλέον αλλού και η διαχείριση είναι το ανάστροφο είδωλο της...

Η σχέση πολιτικής και διαχείρισης Το ζήτημα φαίνεται να κλείνει με τις παραπάνω διαπιστώσεις που δείχνουν ότι. στη σημερινή συγκυρία η πολιτική, ως συμπύκνωση των ταξικών ανταγωνισμών, εντοπίζεται στο εσωτερικό του άρχοντος συγκροτήματος ως ενδοαστικός ανταγωνισμός, ενώ η διαχείριση μετατρέπεται σε «πολιτική» δεύτερης ταχύτητας, πολιτική με ειδικές ανάγκες που κατά κύριο λόγο εξωτερικεύει τη λογική των σχέσεων εξουσίας ως πλέγμα ρυθμίσεων με ισχύ φυσικών νόμων. Στην πραγματικότητα το ζήτημα μόλις ανοίγει. Γιατί μένει αδιευκρίνιστο το πλέγμα σχέσεων που διαπλέκει την «πολιτική» (στο πλαίσιο ανταγωνισμών του άρχοντος συγκροτήματος) με τη διαχείριση της λιτότητας (τη διαχείριση των σημερινών ευνοϊκών για το κεφάλαιο συσχετισμών). Και το πλέγμα αυτών των σχέσεων μπορεί να έχει σημαντικές επιπτώσεις στην εξέλιξη των κοινωνικών αντιφάσεων, την παγίωση ή την αναδιάταξη των κοινωνικών συσχετισμών.

Πώς προσεγγίζεται ένα τέτοιο ζήτημα; Επειδή η άμεση εμπειρία μπορεί να είναι άκρως παραπλανητική, ας ερευνήσουμε αρχικά επιμέρους όψεις, πριν καταλήξουμε (αν καταλήξουμε!) σε γενικής ισχύος διαπιστώσεις. Ας θέσουμε λοιπόν το ερώτημα: η πολιτική προωθεί ή λειτουργεί ανασχετικά ως προς τη διαχείριση; Η απάντηση εξαρτάται από το αντικείμενο που καλείται κατά βάση να ρυθμίσει η πολιτική: την αμφισβήτηση των σχέσεων εξουσίας από τη μεριά των κυριαρχούμενων ή τον ανταγωνισμό μέσα στο άρχον συγκρότημα.

Στην εποχή που το πρόβλημα εντοπίζεται στη συναίνεση των «από κάτω», και όχι στον ενδοαστικό ανταγωνισμό, η πολιτική συμβαδίζει με τη διαχείριση εφόσον εναρμονίζεται με τις δεδομένες κοινωνικές ισορροπίες. Στην αντίθετη περίπτωση προκαλεί διαχειριστικές υπερβάσεις και αντίστοιχες διορθωτικές κινήσεις. Για παράδειγμα, κατά την περίοδο του πολιτικού βολονταρισμού («πολιτική βούληση»), η διαχείριση υπάκουε στις επιταγές των «επιλογών» αναδιανομής του εισοδήματος, για όσο διάστημα δεν θιγόταν ο συσχετισμός δύναμης κεφαλαίου εργασίας. Από το σημείο αυτό και πέρα, η διαχειριστική πρακτική ήρθε αντιμέτωπη με τα όρια της αναδιανομής, μέσα από τη δημοσιονομική κρίση αλλά και τα συγκυριακά φαινόμενα κρίσης του ισοζυγίου πληρωμών. Δηλαδή, ακόμη και στην εποχή παντοδυναμίας του συστήματος αντιπροσώπευσης, τα όρια του ήταν ευκρινή: το αποτέλεσμα στη συγκεκριμένη συγκυρία της καπιταλιστικής κρίσης υπερσυσσώρευσης ήταν ο «μονόδρομος» που οδήγησε στη διαχείριση της λιτότητας, ως μέσου για την αναδιάταξη των συσχετισμών που προέκυπταν από τη σχετική αυτονόμηση του πολιτικού. Άρα, η πολιτική ως βουλησιαρχία του συστήματος αντιπροσώπευσης έχει ως όριο τους συσχετισμούς που έχουν διαμορφωθεί στη συγκυρία.

Μπορεί όμως οι διαπιστώσεις αυτές να αποτελούν ιδιομορφία της προηγούμενης περιόδου. Ας εξετάσουμε λοιπόν χαρακτηριστικά παραδείγματα πού άπτονται της πολιτικής ως μέσου διευθέτησης του ενδοκαπιταλιστικού ανταγωνισμού.

Χαρακτηριστικό παράδειγμα για την ανίχνευση του πλαισίου που εξετάζουμε, είναι τα «μεγάλα έργα». Πρόκειται για βασικές επενδύσεις υποδομής που το κόστος τους δεν μπορεί να αναλάβει το μεμονωμένο κεφάλαιο και μετατίθενται στο συλλογικό κεφαλαιοκράτη, το κράτος, αλλά αποκτούν επίσης υπερεθνικές προεκτάσεις. Τα έργα αυτά είναι στη ημερήσια διάταξη εδώ και δυο δεκαετίες περίπου (το αεροδρόμιο από τη δεκαετία του '70, το Μετρό από το '80, η εγκατάσταση ψηφιακής τεχνολογίας στο δίκτυο του ΟΤΕ από το '81, το κτηματολόγιο ανέκαθεν κ.λπ.), και μόλις τώρα αρχίζουν να μπαίνουν σε τροχιά υλοποίησης. Πρόκειται όμως για έργα που αποτελούν κομβικά σημεία στην κίνηση του καπιταλιστικού ανταγωνισμού στο εσωτερικό της χώρας, σημεία συμπύκνωσης του μίγματος αντιφάσεων που τροφοδοτεί τις συγκρούσεις στο εσωτερικό του άρχοντος συγκροτήματος. Παράλληλα, δίνουν τη δυνατότητα να εγγραφούν στο εσωτερικό του ελληνικού κοινωνικού σχηματισμού οι συγκρούσεις και αντιθέσεις που παράγει ο καπιταλιστικός ανταγωνισμός στην παγκόσμια αγορά.

Τα έργα αυτά συμπυκνώνουν μια τάση αναβάθμισης των όρων διευρυμένης αναπαραγωγής του ελληνικού κοινωνικού σχηματισμού. Σηματοδοτούν όμως και την αναβάθμιση ατομικών κεφαλαίων στον καπιταλιστικό ανταγωνισμό, αλλά και συγκεκριμένων μερίδων μέσα στο άρχον συγκρότημα. Η εικόνα που από πρώτη ματιά δίνει η πολιτική στο συγκεκριμένο ζήτημα είναι ενδεικτική της αδυναμίας διευθέτησης του συνολικού πλαισίου κίνησης των ανταγωνιστικών συμφερόντων του συνασπισμού εξουσίας. Μια προσεκτικότερη θεώρηση όμως αποκαλύπτει κάτι αρκετά ενδιαφέρον. Η πολιτική, εκτός από την αδυναμία της, προβάλλει και μια έντονη τάση ισορροπισμού στο status quo, δηλαδή αναβλητικότητα στη λήψη αποφάσεων και συντήρηση μιας καταστροφικής ισορροπίας δυνάμεων των αρχουσών μερίδων, προκειμένου να αποτρέψει ανεξέλεγκτες ανατροπές ως απόρροια του οξυμένου ενδοαστικού ανταγωνισμού. Μάλιστα η «τέχνη του εφικτού» έχει επινοήσει και συγκεκριμένη ορολογία ως μέτρο της διατήρησης μιας διαρκούς καταστροφικής ισορροπίας: και πάλι τη διαφάνεια.

Με την τακτική αυτή η πολιτική επιλέγει συγκεκριμένες κατευθύνσεις για τη διαχείριση. Αποφεύγοντας να ταράξει τα λιμνάζοντα ύδατα των καταστροφικών ισορροπιών, αφήνει ανεκμετάλλευτη, για παράδειγμα, τη δυνατότητα προώθησης «προγραμματικών συμφωνιών», δηλαδή την επεξεργασία στρατηγικών πλαισίων πριμοδότησης της εγχώριας παραγωγής, ελληνοποίησης των προμηθειών και συμμαχιών με συγκεκριμένες μερίδες του κεφαλαίου, τρέχουσα πρακτική σε άλλες χώρες της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Η πολιτική του ισορροπισμού περιορίζει και λειτουργεί ανασχετικά για τις λίγες έστω δυνατότητες της διαχείρισης, αφού της στερεί τα ελάχιστα όπλα κρατικού παρεμβατισμού που της έχουν απομείνει.

Τέλος, η αδυναμία να παρέμβει στρατηγικά και να ορίσει πλαίσιο διευθέτησης των ανοιχτών ζητημάτων στον ανταγωνισμό των κεφαλαιακών μερίδων του άρχοντος συγκροτήματος, ανοίγει το δρόμο για τη σύγκρουση των μερίδων αυτών σε άλλους κρατικούς μηχανισμούς. Η πρόσφατη διαμάχη για τις ψηφιακές παροχές του ΟΤΕ και η μεταφορά της, κυβερνητική συναινέσει, στα άδυτα των δικαστικών μηχανισμών (διαφάνεια!) δίνει ένα μέτρο των συνεπειών που έχει για τη διαχείριση η αφλογιστία του πολιτικού συστήματος και ο παροπλισμός του.

Συνοψίζοντας τα παραπάνω θα διατυπώναμε ως εξής τα συμπεράσματα:

• Η πολιτική κατά το σκέλος οργάνωσης της συναίνεσης των κυριαρχούμενων περιορίζεται από το πλαίσιο ισορροπίας των κοινωνικών συσχετισμών δύναμης.

• Η πολιτική ως ρύθμιση των ενδοαστικών αντιθέσεων έχει για αναγκαίο συμπλήρωμα την «ειρήνευση» της κοινωνικής αμφισβήτησης. Η απουσία του δεύτερου σκέλους σε περιόδους όξυνσης του ενδοαστικού ανταγωνισμού, οδηγεί ενδεχομένως σε στασιμότητα, παράλυση και καταστροφική ισορροπία, που πολλές φορές αναζητά διεξόδους σε άλλους κρατικούς μηχανισμούς, προκειμένου να βρεθούν τα νέα σημεία ισορροπίας.

Η διαχείριση της λιτότητας ως μηχανισμός «πολιτικής»

Επιλέξαμε στην προηγούμενη ενότητα ορισμένα κομβικά ζητήματα στην εξέλιξη των κοινωνικών ανταγωνισμών και διαπιστώσαμε ότι η πολιτική χαρακτηρίζεται από αδυναμία, όποτε επιχειρεί να τροποποιήσει τις ενδογενείς τάσεις της συγκυρίας, και δυσκολία στη ρύθμιση των ενδοκεφαλαιακών αντιθέσεων. Ας αντικρίσουμε την ίδια σχέση τώρα από μια άλλη σκοπιά. Το ερώτημα είναι: μήπως η διαχείριση, και συγκεκριμένα η διαχείριση της λιτότητας παράγει πολιτικά αποτελέσματα, πέραν της διορθωτικής παρέμβασης στις αυθόρμητες τάσεις της συγκυρίας;

Η διαχείριση, κατ' αρχήν εντάσσεται στους υπάρχοντες συσχετισμούς. Άρα υλοποιεί τη βασική τάση που αναδεικνύει η συγκυρία. Αποτυπώνει με τα χαρακτηριστικά της το βασικό ιδεολογικό περιεχόμενο της συγκυρίας. Για παράδειγμα, η διαχείριση της «δημοσιονομικής κρίσης» εμπεδώνει και στον πλέον ανυποψίαστο τη «φυσική νομοτέλεια» του μονεταρισμού και των νεοφιλελεύθερων δογμάτων.

Επιπλέον, ο ατέλειωτος ορίζοντας διαχείρισης της λιτότητας, αποτυπώνει και αυτός το γεγονός ότι η υπεροπλία του κεφαλαίου, στο συσχετισμό δυνάμεων με την εργασία, αποτελεί μονιμότερο χαρακτηριστικό της συγκυρίας, ενώ ταυτόχρονα βοηθά στην αναπαραγωγή του συσχετισμού αυτού απαξιώνοντας την προοπτική εναλλακτικών συσχετισμών που δε συμβαδίζουν με τη λογική της συγκυρίας.

Εκτός όμως από τη μακροσκοπικά ορατή και ενεργό πλευρά της διαχείρισης, υπάρχουν και λιγότερο εμφανείς ή παθητικές όψεις της, που παράγουν με συγκεκριμένο τρόπο εξίσου σημαντικά αποτελέσματα. Μιλάμε για τη μικροφυσική της διαχείρισης του τρέχοντος, που μέσα από επιμέρους πράξεις και παραλήψεις υλοποιεί μια συγκεκριμένη πολιτική παρέμβαση στη συγκυρία.

Ενδεικτικά της πολιτικής σημασίας που αποκτούν μικρές καθημερινές ενέργειες είναι τα ακόλουθα παραδείγματα:

• η παραπομπή πολιτικών επίδικων αντικειμένων (π.χ. η εγκατάσταση της νέας χωματερής) από επιτροπή σε επιτροπή, από μελέτη σε μελέτη, από το ένα όργανο σε άλλο, έως ότου μέσα στο γενικό αποπροσανατολισμό συγκρουόμενων μικρών και μεγάλων συμφερόντων υιοθετηθεί η όποια λύση, • η παρελκυστική τακτική της κυβέρνησης, για παράδειγμα στο ζήτημα των αυξήσεων σε συνταξιούχους, που μετά από μαραθώνιους συσκέψεων, γνωμοδοτήσεων, εισηγήσεων, αναλύσεων κλπ., αναγκάζει τους ίδιους τους συνταξιούχους να ανέβουν ένα γραφειοκρατικό Γολγοθά για να λάβουν μετά από τρίμηνο τις πενιχρές αυξήσεις, • η συγκάλυψη σημαντικών πολιτικών ζητημάτων μέσα σε ένα συνονθύλευμα τρεχουσών διοικητικών ενεργειών με την ψήφιση βασικών πολιτικών αποφάσεων σε θερινά τμήματα, υπό μορφή τροπολογιών, με διαδικασία (δήθεν) κατεπείγοντος κλπ.

Ή πάλι δεν είναι εκ πρώτης όψεως πρόδηλη η πολιτική σημασία μιας γενικευμένης αδράνειας σε επιμέρους σημαντικά διαχειριστικά ζητήματα, όπως:

• η μη υλοποίηση επί δεκαετία και πλέον προγράμματος μηχανοργάνωσης του ΙΚΑ με αποτέλεσμα εισφοροδιαφυγή πολλών δισεκατομμυρίων το χρόνο, • η μη υλοποίηση, έστω και σε μικρότερη κλίμακα από τη σημερινή, της σύνταξης κτηματολογίου, με αποτέλεσμα τη διαρκή καταπάτηση δημοσίων εκτάσεων, • η επί έτη μη ολοκλήρωση του πληροφοριακού συστήματος του Υπουργείου Οικονομικών, με προφανείς επιπτώσεις στα κρατικά έσοδα, κλπ.

Όλα τα παραπάνω συνιστούν συγκεκριμένη πολιτική αναδιανομής υπέρ του κεφαλαίου, που ενδύεται τον μανδύα οικονομικών ή δημοσιονομικών περιορισμών στην εποχή της λιτότητας. Και η γενική κατεύθυνση είναι η χρήση των διοικητικών κρατικών μηχανισμών για τη συγκάλυψη, παρέλκυση, στρέβλωση και υποβάθμιση ενεργειών που τελικά διαμορφώνουν ή εμπεδώνουν συσχετισμούς ή παράγουν πολιτικά αποτελέσματα.

Επίλογος Σταθήκαμε στο παρόν σημείωμα σε ορισμένες όψεις των σχέσεων πολιτικής και διαχείρισης. Προσπαθήσαμε να εντοπίσουμε τα αίτια υποχώρησης του πολιτικού και το ρόλο που διαδραματίζει η διαχείριση ως τυπικό υποκατάστατο του. Η διερεύνηση του ζητήματος έδειξε παραδειγματικά ότι:

• η πολιτική μετατοπίζεται, λόγω απουσίας αντίπαλου δέους, σε «τέχνη» οργάνωσης της συναίνεσης στο εσωτερικό ενός μπλοκ εξουσίας με εκρηκτικές αντιθέσεις και ανταγωνισμούς, • η διαχείριση καταλαμβάνει τη θέση της πολιτικής, με πολύ μικρότερη εμβέλεια και ασφυκτικούς περιορισμούς που επιβάλλουν οι συσχετισμοί δύναμης στη συγκυρία, • ο πολιτικός ιδεολογικός μηχανισμός υποβαθμίζεται και το ρόλο του αναλαμβάνουν ενμέρει άλλοι κρατικοί μηχανισμοί με μεγαλύτερη στεγανότητα.

Ταυτίζεται άραγε αυτή η εικόνα με την ευρύτατα διαδεδομένη αντίληψη ότι κάποιοι απεργάζονται στα σκοτεινά την αποσταθεροποίηση του πολιτικού συστήματος; Η αναζήτηση υποκειμένων σε αυτή τη διαδικασία είναι άσκοπη. Όπως προσπαθήσαμε να δείξουμε παραπάνω, το πολιτικό σύστημα αποσταθεροποιείται από μόνο του, ως αποτέλεσμα των κοινωνικών συσχετισμών που διαμορφώνονται στη συγκυρία. Το κατά πόσο αυτή η αποσταθεροποίηση θα προσλάβει εκρηκτικές διαστάσεις (βλ. «ιταλοποίηση») ή θα παραμείνει σε όρια ανεκτά και αναστρέψιμα, αυτό είναι κάτι που απαντάται κάθε φορά στη συγκυρία.

Η εκλογή του Κ. Σημίτη στην ηγεσία του ΠΑΣΟΚ, επικυρώνει την παγίωση των συσχετισμών, που πιο πάνω περιγράψαμε: την ηγεμονία της συντηρητικής πολιτικής στους κρατικούς μηχανισμούς και σε όσους τους διαχειρίζονται, την ιδεολογική σύγκλιση των κομμάτων εξουσίας, την απορρόφηση του ΠΑΣΟΚ από τη λογική της διαχείρισης, παρά τις όποιες αντιστάσεις ή αντιφάσεις.

Εκείνο που μπορεί να συναχθεί από τα παραπάνω, είναι ότι το σύστημα έχει ήδη δείξει τα αδύνατα, τα τρωτά σημεία του. Το γεγονός ότι η δυναμική που ξετυλίγεται αυτή την περίοδο το οδηγεί σε αντιδραστικές λύσεις, δεν είναι μονόδρομος. Μόνο που η ανατροπή αυτών των τάσεων δε μπορεί να παραχθεί μέσα στους μηχανισμούς, αλλά στο πεδίο των κοινωνικών συγκρούσεων. Στην ανάπτυξη που προηγήθηκε, υπογραμμίσαμε κατ' επανάληψη ότι η πηγή των φαινομένων βρίσκεται στο κοινωνικό πεδίο, ανάγεται στην ήττα του εργατικού κινήματος, στους συσχετισμούς που διαμορφώθηκαν στη βάση των νέων ισορροπιών. Όποιος μιλά όμως για συσχετισμούς, μιλά και για αντιφάσεις, κίνηση των αντιφάσεων και κομβικά σημεία όπου εγγράφονται οι δυνατότητες μετασχηματισμών. Το ζητούμενο είναι λοιπόν η κοινωνική δυναμική που θα εξωθήσει τις αντιφάσεις στα κομβικά σημεία, αναγκαία προϋπόθεση για ανατροπές που θα αμφισβητούν την αστική ηγεμονία. Και τότε θα πάψει το ζήτημα να τίθεται με όρους μηχανισμών.

Μπορεί κάτι τέτοιο να μοιάζει με επιστημονική φαντασία στη σημερινή συγκυρία, αλλά ενδέχεται να μην απέχει πολύ από την πραγματικότητα. Κάπως έτσι ήταν και η κατάσταση με τους δεινόσαυρους στην προϊστορική εποχή. Ο όγκος τους δεν σε έβαζε σε σκέψεις, όμως ήταν καταδικασμένοι να εξαφανιστούν...

1.7.96

Το κείμενο που ακολουθεί αποτελεί τη συμβολή του ιταλού φιλοσόφου σε συνέδριο που οργανώθηκε στο Παρίσι στη μνήμη του Λουί Αλτουσέρ λίγο μετά το θάνατο του, τα πρακτικά του οποίου εκδόθηκαν στον τόμο Politique et philosophie dans Γ oeuvre de Louis Althusser (Ρ1)ΐ, Paris 1993). Αντί άλλης εισαγωγής, παραθέτουμε εδώ τον σύντομο πρόλογο των Ετιέν Μπαλιμπάρ και Ντομινίκ Λεκούρ στον τόμο αυτό (Σ.τ.μ.).

Μόλις την επομένη του θανάτου του Λουί Αλτουσέρ, ο οποίος πέρασε σχεδόν απαρατήρητος, το Πανεπιστήμιο VIII του Παρισιού στο Σαιν Ντενί (πρώην Βενσέν) αποφάσιζε, με πρωτοβουλία του Sylvain Lazarus, να οργανώσει ένα συνέδριο αφιερωμένο στη μνήμη του και τη συζήτηση γύρω από το έργο του.

Το συνέδριο αυτό, που αναγγέλθηκε διακριτικά και οργανώθηκε με τα περιορισμένα μέσα ενός Πανεπιστημίου άλλοτε «πειραματικού» και σήμερα αντιπαθητικού στην τεχνοδομή - τα οποία όμως κινητοποιήθηκαν πρόθυμα εκ μέρους της τότε προέδρου του Φρανσίν Ντεμισέλ, συγκέντρωσε πάντως, στις 29 και 30 Μαρτίου 1991, ένα προσεκτικό ακροατήριο διδασκόντων και φοιτητών. Μπορέσαμε να διαπιστώσουμε - πράγμα που δεν ήταν αυτονόητο - ότι το ενδιαφέρον ήταν ζωηρό για τη διανοητική διαδρομή αυτού του εκπροσώπου μιας φιλοσοφίας και μιας πολιτικής σήμερα αποδιοπομπαίας: του μαρξισμού και, ακόμα περισσότερο, του «δομιστικού» μαρξισμού! Η περιέργεια αυτή ουδόλως απέκλειε την επιθυμία να προσεγγιστούν, με φρίκη και οίκτο, τα αινίγματα μιας ζωής που τερματίστηκε μέσα στον τρόμο με τον οποίο συμβάδιζε εδώ και καιρό. Αλλά πριν απ' όλα αφορούσε τα ερωτήματα που έθεσε στο χώρο της θεωρίας και του στοχασμού της πολιτικής, τις έννοιες που πρότεινε για να ανανεώσει το καθεστώς της φιλοσοφίας και να την αποσπάσει από τον ακαδημαϊσμό.

Αυτή ακριβώς ήταν η κοινή πρόθεση των ομιλητών του συνεδρίου. Μερικοί απ' αυτούς υπήρξαν μαθητές, φίλοι, συνάδελφοι ή κομματικοί σύντροφοι του Αλτουσέρ, ή και όλα αυτά ταυτόχρονα σε μια δεδομένη στιγμή. Μερικοί, αρχικά πολύ κοντά του, είχαν απομακρυνθεί απ' αυτόν. Άλλοι, κάποτε πολύ απομακρυσμένοι στην αρχή από τις θέσεις του και τον τρόπο εργασίας του, τον προσέγγισαν πολύ. Μερικοί δεν του είχαν χαριστεί, ούτε αυτός τους είχε χαριστεί. Όλοι, όμως, πέρα από τις αναμνήσεις και πέρα από κάθε απολογητική διάθεση, ήθελαν να συζητήσουν και να καταλάβουν έναν φιλόσοφο του οποίου η επιρροή βρίσκεται σήμερα παντού και τα κείμενα σχεδόν πουθενά. Sed intelligere, θα έλεγε ο Σπινόζα.1

Χάρη στον εκδότη της, που υπήρξε επίσης ένας από τους βασικούς εκδότες του έργου του Αλτουσέρ, η συλλογή «Pratiques Theoriques» [θεωρητικές πρακτικές], που φέρει η ίδια ως όνομα μια από τις εκφράσεις που επινόησε ο συγγραφέας του Pour Marx και του Lire le Capital, είναι ευτυχής που μπορεί να υποδεχθεί αυτή την πρώτη συμβολή στην (επ)ανάγνωση του έργου του.

Etienne Balibar και Dominique

1. «Αλλά να κατανοήσω». Η φράση προέρχεται από την Πολιτική Πραγματεία (κεφ. 1 παρ. 4), όπου ο Σπινόζα εκθέτει ως εξής τη μεθοδολογική του επιλογή: «η βασική μου μέριμνα ήταν όχι να χλευάσω, να θρηνήσω ή να καταδικάσω τις ανθρώπινες πράξεις, αλλά να τις κατανοήσω» (Σ.τ.μ.).

 
< Προηγ.   Επόμ. >
Θέσεις, τριμηνιαία επιθεώρηση, 37ο έτος (1982-2019), εκδόσεις Νήσος, (Σαρρή 14, 10553, Αθήνα, τηλ-fax: 210-3250058)
Το περιεχόμενο διατίθεται ελεύθερα για μη εμπορικούς σκοπούς, υπό τον όρο της παραπομπής στην αρχική του πηγή