Τα μεγάλα έργα για τον 21ο αιώνα ωθούν τη μισθωτή εργασία στο μεσαίωνα Εκτύπωση
Τεύχος 58, περίοδος: Ιανουάριος - Μάρτιος 1997


Τα μεγάλα έργα για τον 21ο αιώνα ωθούν τη μισθωτή εργασία στο μεσαίωνα
του Ανέστη Ταρπάγκου

Οι μεγάλες τεχνικές κατασκευές του 2ου Κοινοτικού

Πλαίσιου Στήριξης (1995 - 2000) έχουν ήδη μπεί για τα καλά μέσα στην εξέλιξη της τρέχουσας χρονιάς του 1996 στην τροχιά της κατασκευής τους. Τα μεγάλα τεχνικά εργοτάξια των ηγεμονικών τεχνικών εταιριών (από την ΑΕΓΕΚ μέχρι τη ΜΗΧΑΝΙΚΗ κι από την ΤΕΡΝΑ μέχρι τη ΓΕΚΑΤ κλπ.) έχουν ήδη στηθεί στα Σπάτα, στα Τέμπη, στη Λάρισα, στη Θεσσαλονίκη, στην Αθήνα, στα σύγχρονα οδικά έργα, αεροδρομίων, σιδηροδρομικής υποδομής κλπ. Οι κοινοτικές χορηγήσεις ήδη εμφανίζουν ικανοποιητικούς ρυθμούς απορρόφησης ενώ τα κατασκευαστικά σχέδια του ΥΠΕΧΩΔΕ εμφανίζονται να προωθούνται και να υλοποιούνται [Βλ. π.χ. Γ. Δοκουμετζίδης, Μ. Σάκκη «Αφιέρωμα: Αυτοκινητόδρομοι - Συγκοινωνίες», Ο ΚΑΤΑΣΚΕΥΑΣΤΗς τεύχος 5 / 1996]. Η κερδοφορία των τεχνικών κεφαλαίων παρουσιάζει μια καινούργια ανοδική πορεία μετά τη σχετική ύφεση της διετίας 1994 - 95, οι μετοχές των εργοληπτικών επιχειρήσεων στο Χρηματιστήριο δείχνουν τάσεις σταθεροποίησης.

Ηδη υπολογίζεται ότι στην τελευταία τριετία (1993-96)

το κατασκευαστικό κεφάλαιο έχει εισπράξει από τις εργολαβίες δημοσίων έργων περί τα 2,3 τρισεκ.δρχ., ποσό που θα φτάσει τα 3,5 τρισεκ. δρχ. στην επόμενη διετία, από τα οποία τα 2/3

καλύπτονται από τις μεγάλες τεχνικές εταιρίες (Ζ' και Η'

Τάξης). Μάλιστα, μόνον οι 30 ηγεμονικές εργοληπτικές επιχειρήσεις που είναι εισηγμένες στις χρηματιστηριακές συναλλαγές εμφανίζουν κύκλο εργασιών για την τελευταία χρήση (1995) του επιπέδου των 231 δισεκατ. δρχ. και τετραπλάσιο ανεκτέλεστο υπόλοιπο έργων της τάξης των 840 δισεκατ.δρχ., χαρακτηριστικά που καταδεικνύουν την κερδοφόρα προοπτική του κατασκευαστικού καπιταλισμού στο δεύτερο αυτό μισό της δεκαετίας του 1990. Κι αυτά παρά τη σχετική υποτίμηση και χαμηλή χρηματιστηριακή αξία των μετοχών τους (αποτέλεσμα των καθυστερήσεων στις κατασκευές των μεγάλων έργων στην προηγούμενη διετία 1994 - 95). [Δ.Τσιούφος - Β.Κουλούρης «Ανώνυμες Τεχνικές Εταιρίες»,ΕΠΕΝΔΥΤΗΣ, 23-24/Νοεμβρίου/1996]

Ο δρόμος της υλοποίησης των τεχνικών υποδομών για τη δυναμική είσοδο του αναπτυσσόμενου ελληνικού καπιταλισμού

στον 21ο αιώνα διανοίγεται πλέον σταθερά με τη σύμπλευση εργοληπτικών εταιριών, αστικού κράτους, ευρωπαϊκών οικονομικών κέντρων, βιομηχανικού και τραπεζικού κεφαλαίου [Βλ. Α.Ταρπάγκος «Μεγάλα έργα και κατασκευαστικός καπιταλισμός», ΠΡΙΝ, 21 Ιουλίου 1996 ]. Ωστόσο, τι κρύβεται πίσω απ' την πρόσοψη των μεγάλων κατασκευαστικών εργοταξίων της σημερινής περιόδου, πώς διαμορφώνονται οι όροι εργασίας, αμοιβής και υπόστασης «από την άλλη πλευρά του λόφου», στο πεδίο των ζωντανών συντελεστών της παραγωγής, στην εργατική τάξη που κατασκευάζει αυτά τα σύγχρονα μεγάλα έργα ;

Κυρίαρχο και καθοριστικό γεγονός απ' αυτή την άποψη αναδεικνύεται σήμερα η γενίκευση και εμπέδωση του καθεστώτος εργασίας του 10 ωρου - 6 ήμερου - 60 ώρου εβδομαδιαίας απασχόλησης των εργαζομένων στα τεχνικά έργα, με τις αθροιστικές αποδοχές των περίπου 300 - 350 χιλιάδων μηνιαία, που αντιστοιχούν σε βασικές καθαρές αποδοχές των 150 - 200

χιλιάδων για τη συμβατική εργασία του 8ωρου-5ήμερου-40ωρου.

Αυτό το φαινόμενο αντιπροσωπεύει σήμερα την έκφραση μιας στρατηγικής επιβολής του τεχνικού κεφαλαίου επί της μισθωτής παραγωγικής εργασίας σε πολλαπλά επίπεδα.

Η πραγματικότητα αυτή αφορά ολόκληρο το πεδίο των σύγχρονων δημόσιων τεχνικών κατασκευών όλων των τύπων:

Εργοτάξια οδοποιίας όπως της ΠΑΘΕ και Εγνατίας, οικοδομικών έργων όπως των περφερειακών νοσοκομείων και των συγκροτημάτων εργατικών κατοικιών, σιδηροδρομικών κατασκευών, όπως των σηράγγων του ΟΣΕ στα Τέμπη και στον Πλαταμώνα κλπ. Εξίσου αναφέρεται στους μέσους όρους των καθαρών αποδοχών και του χρόνου απασχόλησης όλων ουσιαστικά των βασικών εργασιακών κατηγοριών (π.χ. τεχνικών όπως μηχανικών, εργοδηγών και τεχνολόγων, χειριστών, τεχνιτών οικοδόμων, οδηγών, λογιστών, προσωπικό ηλεκτρονικών υπολογιστών κλπ.), που απασχολούνται στις μεγάλες τεχνικές κατασκευές του 2ου Πακέτου Ντελόρ.

Εξαίρεση βέβαια αποτελεί το διευθυντικό στρώμα των μηχανικών - εργοταξιαρχών που ενσωματώνονται στην επιχειρηματική δομή των τεχνικών εταιριών, όπως και των υπεργολάβων οικοδομικών εργασιών, ή των ιδιωτών ιδιοκτητών δομικών μηχανημάτων που απασχολούνται με υπεργολαβική σχέση εργασίας στα τεχνικά έργα και σηματοδοτούν τη μικροαστική τάξη στον κατασκευαστικό χώρο.

Μάλιστα, οι Συλλογικές Συμβάσεις Εργασίας που εφαρμόζονται ως ελάχιστες εργασιακές αμοιβές και υπογράφονται ανάμεσα στην εργοδοσία των τεχνικών επιχειρήσεων (Σύνδεσμος Ανωνύμων Τεχνικών Εταιριών, Σύνδεσμος Ελληνικών Γραφείων Μελετών, Ενώσεις Εργολάβων Οικοδομικών Εργων) και στις γραφειοκρατικές καθεστωτικές συνδικαλιστικές εκπροσωπήσεις (Ομοσπονδία Οικοδόμων, Ιδιωτικών Υπαλλήλων Ελλάδος, Σύνδεσμος Υπαλλήλων Τεχνικών Εταιριών κλπ.), επικυρώνουν και

νομιμοποιούν ακόμη χαμηλώτερες βασικές αποδοχές στην 8ωρη -

5ήμερη-40ωρη εργασία, που βρίσκονται στα επίπεδα μεταξύ των

150 - 200 χιλιάδων μηνιαία, ανάλογα με τις επιμέρους

επαγγελματικές κατηγορίες. [Σχετικά: «ΣΣΕ των εργαζομένων στις τεχνικές, μελετητικές και εργοληπτικές επιχειρήσεις», Δελτίο Εργατικής Νομοθεσίας, τεύχος 1249, τόμος 52/1996].

Ολα τα σημερινά μεγάλα έργα που «ανοίγουν το δρόμο για την Ελλάδα του 21ου αιώνα» (Αεροδρόμιο Σπάτων, Εργοτάξια της Εγνατίας, Σήραγγες του σιδηροδρομικού δικτύου, τμήματα του ΠΑΘΕ κ.ά.), πραγματοποιούνται από την άποψη του καθεστώτος απασχόλησης της εργατικής τάξης με όρους εξαιρετικά αντιδραστικούς από την άποψη της αμοιβής και του χρόνου εργασίας, που αποτελούν και τα κύρια επίδικα αντικείμενα της ταξικής πάλης.

Η είσοδος του τεχνικού κεφαλαίου και του ευρύτερου ελληνικού καπιταλισμού στην περιφέρεια του πυρήνα της πρώτης ταχύτητας της ευρωπαϊκής οινομικής και νομισματικής ενοποίησης προϋποθέτει και συνεπάγεται την ώθηση του κόσμου της μισθωτής παραγωγικής εργασίας των τεχνικών κατασκευών σε δυσμενέστατους μεσαιωνικούς όρους.

Με την επιβολή αυτού του εργασιακού καθεστώτος:

Κατά πρώτο, μπλοκάρεται κάθε διαδικασία εν-δυνάμει διεκδίκησης της αύξησης των εργατικών αποδοχών, εφ' όσον η προσαύξηση των εισοδημάτων των μισθωτών εργαζομένων δεν επιζητείται πλέον παρά με την προσαύξηση της επιπρόσθετης υπερωριακής απασχόλησης σε ημερήσια και εβδομαδαία βάση. Αυτό το γεγονός δίνει ακριβώς τη δυνατότητα στην τεχνική εργοδοσία να διατηρεί τις βασικές αποδοχές (που αντιστοιχούν στο συμβατικό 8ωρο - 5ήμερο - 40ωρο) σε ελάχιστα και αμετάβλητα σταθερά επίπεδα εδώ και μια τουλάχιστον τριετία.

Κατά δεύτερο, επιτυγχάνοντας την επιβολή της εργασιακής απασχόλησης με τη μορφή του 10ωρου - 6ήμερου - 60ωρου, διασφαλίζει στο τεχνικό κεφάλαιο την κοινωνική ισοπέδωση των μισθωτών εργαζομένων, εφ' όσον η εργατική και τεχνική δύναμη υπερεξαντλείται στην παραγωγική απασχόληση, κι έτσι δεν διαθέτει πλέον το αναγκαίο εκείνο δυναμικό (βιολογικό, χρονικό, ψυχολογικό) για να τροφοδοτήσει την, ανταγωνιστική προς το εργοληπτικό κεφάλαιο, κοινωνική και πολιτική συγκρότηση της εργατικής τάξης. Η οξυμένη αυτή μορφή αλλοτρίωσης εξαφανίζει από το οπτικό πεδίο των εργαζομένων κάθε έννοια και δυνατότητα υποκειμενικής συλλογικής συγκρότησης και παρέμβασης στις ταξικές αντιθέσεις της παραγωγικής διαδικασίας.

Κατά τρίτο, απαλλάσσει τις τεχνικές εταιρίες από ένα μεγάλο μέρος των ασφαλιστικών εισφορών, εφ' όσον οι καταβαλόμενες εισφορές στο ΙΚΑ αφορούν τους βασικούς μισθούς κι όχι την επιπρόσθετη υπερωριακή απασχόληση. Παράλληλα, κατορθώνει να διατηρεί την ανεργία σε υψηλά επίπεδα (ώστε να δρά παραλυτικά επί της ενεργού εργατικής τάξης), στο μέτρο που διεκπεραιώνει την προσαυξημένη σήμερα μεγάλη κατασκευαστική παραγωγή με το ελάχιστο δυνατό εργατοτεχνικό προσωπικό το οποίο ουσιαστικά φτάνει να απασχολείται σχεδόν δύο 35ωρα την εβδομάδα αντί του ενός,πράγμα που σε αντίθετη περίπτωση θα δημιουργούσε ζήτηση εργατικού δυναμικού.

Μ' αυτούς τους όρους διευκολύνεται και εξασφαλίζεται η επαρκής κερδοφορία των τεχνικών κεφαλαίων, η οποία κατ' εξοχήν τροφοδοτείται απ' αυτή την υπερεκμεταλλευσιμότητα του εργαζόμενου τεχνικού και εργατικού προσωπικού. Βέβαια, ο μηχανισμός κερδοφορίας του κατασκευαστικού κεφαλαίου υποστηρίζεται και από τις μαζικές επενδύσεις σε πάγιο μηχανολογικό δομικό εξοπλισμό που έχει πραγματοποιηθεί από τις 40 ηγεμονικές τεχνικές εταιρίες Η? Τάξης, από τις οποίες οι 30 είναι ήδη εισηγμένες εδώ και μια διετία στο ΧΑΑ. [Α.

Ταρπάγκος, «Οικονομικές εξελίξεις και κοινωνικές αντιθέσεις στον κλάδο των κατασκευών», ΘΕΣΕΙΣ, τεύχος 56]. Εξίσου η κερδοφορία αυτή υποστηρίζεται και από την οργανική συναλλαγή των κρατικών τεχνικών υπηρεσιών και τεχνικών κεφαλαίων.

Η αποκρυστάλλωση και εμπέδωση αυτού του σημερινού

εργασιακού καθεστώτος στις Τεχνικές Κατασκευές προέκυψε σταδιακά με τη σαφή επιδίωξη της εργοδοσίας ήδη από την εφαρμογή του 1ου ΚΠΣ (1988 - 93), αλλά και την ενεργό συναίνεση ενός τμήματος των μισθωτών εργαζομένων που συμπαρέσυρε τελικά το σύνολο της εργατικής τάξης της κατασκευαστικής βιομηχανίας. Η μετάβαση αυτή από το καθεστώς του 8ωρου - 5ήμερου - 40ωρου με τις αντίστοιχες συμβατικές αποδοχές οικονομικής αθλιότητας (150-200 χιλιάδες μηνιαία)

στο κυρίαρχο σήμερα καθεστώς του 10ωρου - 6ήμερου - 60ωρου στα μεγάλα εργοτάξια, με τις προσαυξημένες αντίστοιχες αποδοχές λόγω της υπέρμετρης υπερωριακής απασχόλησης (300-350 χιλιάδες μηνιαία), αποτελεί την αστική-εργοδοτική απάντηση στην παρατεταμένη εισοδηματική λιτότητα της τελευταίας 10ετίας (1986-96).

Μ' άλλες λέξεις σηματοδοτεί την ανεπάρκεια - αδυναμία -

απροθυμία διεκδίκησης μισθολογικών αυξήσεων αντιμετώπισης των

αλλεπάληλων κυμάτων εισοδηματικής λιτότητας εξ αιτίας της

συνδικαλιστικής αποδιάρθρωσης, της πολιτικής απονεύρωσης και

του ιδεολογικού αφοπλισμού του εργατικού κινήματος. Ετσι η

κατάληξη είναι η επιδίωξη προσαύξησης των εργατικών αποδοχών

με τη συστηματική προσαύξηση του εργάσιμου χρόνου, δηλαδή με

την κατάργηση μιας ιστορικής εργατικής κατάκτησης πρώτου

μεγέθους. Επιχειρηματική στρατηγική, συνδικαλιστική

καθεστωτική συναίνεση, ανεπάρκεια ενός μέρους της εργατικής

τάξης, κυβερνητική πολιτική, επέφεραν αυτή την αναίρεση του

ιστορικού αυτού πλαίσιου διάρκειας της εργατικής απασχόλησης

(8ωρου-5ήμερου-40ωρου).

Μ' αυτό τον τρόπο οι μισθωτοί εργαζόμενοι, με την εργοδοτική ώθηση και επιβολή, επιτυγχάνουν το διπλασιασμό των μηνιαίων τους εισοδημάτων, υπερμεγεθύνοντας τον εργάσιμο χρόνο τους, ωστόσο όμως, έτσι πράττοντας, ακυρώνουν την ίδια τους την εργατική υποκειμενικότητα ως βιολογική, κοινωνική, διανοητική, πολιτική οντότητα. Η συνέργεια της καθεστωτικής συνδικαλιστικής και πολιτικής γραφειοκρατίας προς αυτή την κατεύθυνση είναι καταλυτική και καθοριστική, ακριβώς γιατί συστηματικά συνομολογεί ΣΣΕ για τους εργαζόμενους των Τεχνικών Κατασκευών (ερήμην πάντοτε των ίδιων των μισθωτών παραγωγών) που προσδιορίζουν τα επίπεδα των αμοιβών στην αθλιότητα των 150 - 200 χιλιάδων μηνιαία, πράγμα που νομιμοποιεί την πάγια κυβερνητική λιτότητα και τις εργοδοτικές μισθολογικές απαιτήσεις. Ο συναινετικός προσδιορισμός αυτών των κατωτάτων ορίων εισοδηματικής αποψίλωσης των εργαζομένων για μια παραγωγική δραστηριότητα από τις πιο βαρειές και ανθυγιεινές, διασφαλίζει το απαραίτητο θεσμικό εισοδηματικό πλαίσιο στις επιχειρήσεις ώστε να ωθήσουν την εργατική τάξη στην υιοθέτηση της εφαρμογής του 10ωρου - 6ήμερου - 60ωρου με την αντίστοιχη αύξηση των εργατικών αποδοχών και παράλληλη όξυνση της αλλοτρίωσης.

Πώς μπορεί να αντιμετωπισθεί αυτή η ιστορικών πλέον διαστάσεων μετάλλαξη του εργασιακού καθεστώτος στις Τεχνικές Κατασκευές των σύγχρονων μεγάλων έργων αλλά και ευρύτερα άλλων τομέων της σημερινής κοινωνικής παραγωγής; Είναι προφανές ότι οποιαδήποτε εργατική ριζοσπαστική οπτική δεν μπορεί παρά να επικεντρωθεί στην επιδίωξη του δίπτυχου αμοιβής - απασχόλησης: Κατοχύρωση της 8ωρης - 5ήμερης - 40ωρης εργασίας (και εν-δυνάμει 7ωρης - 5ήμερης - 35ωρης) με ταυτόχρονη κατάκτηση της αμοιβής των 300 - 350 χιλιάδων μηνιαία που σήμερα αντιστοιχεί στην εργασία του 10ωρου - 6ήμερου - 60ωρου, η οποία και είναι αναγκαίο να απαγορευθεί κατηγορηματικά. Αυτό άλλωστε είναι προϋπόθεση για την αύξηση του αριθμού των απασχολουμένων στην κατασκευαστική βιομηχανία και στην πρόσληψη του άνεργου εργατοτεχνικού δυναμικού. Αυτό σημαίνει μ' άλλες λέξεις την κατάκτηση των ζωτικά αναγκαίων εργατικών αποδοχών που θα ίσχυαν εάν δεν είχαν διαμεσολαβήσει τα κύματα της εισοδηματικής συρρίκνωσης της τελευταίας 10ετίας.

Μια τέτοια επιδίωξη είναι φανερό ότι στο βαθμό που επιτυγχάνεται ή προωθείται ενμέρει προσλαμβάνει άμεσα αντικαπιταλιστικά χαρακτηριστικά, γιατί οδηγεί στη ριζική μείωση της κερδοφορίας των τεχνικών εταιριών, στη σοβαρή ταπείνωση της αποδοτικότητας των εργοληπτικών κεφαλαίων, στην πτώση της χρηματιστηριακής αξίας των μετοχών τους, στην ίδια τελικά την αντικειμενική αμφισβήτηση του καπιταλιστικού χαρακτήρα της κοινωνικής οργάνωσης της κατασκευαστικής παραγωγής. Εξαντικειμένου έτσι θέτει το ζήτημα προοπτικά του ριζικού μετασχηματισμού των κυρίαρχων αστικών παραγωγικών σχέσεων στις Τεχνικές Κατασκευές (εργατική δημοκρατική διαχείριση, συλλογική κοινωνική ιδιοκτησία, οριζόντιος καταμερισμός της εργασίας κλπ.).

Αυτό δεν μπορεί να προαχθεί παρά με την ενεργό παρέμβαση πολιτικο-συνδικαλιστικών οργανώσεων και συγκροτήσεων του συνόλου των μισθωτών εργαζομένων στην κατασκευαστική βιομηχανία, πέρα απ' τις μικροαστικές συντεχνιακές κοινωνικές σχηματοποιήσεις, σε αντιπαράθεση με την εργοδοσία των τεχνικών επιχειρήσεων και τις δημόσιες τεχνικές υπηρεσίες του αστικού κράτους (Ενιαία Συνδικάτα Εργαζομένων Τεχνικών Κατασκευών, Αντικαπιταλιστικές Πολιτικές Οργανώσεις των Εργαζομένων στην Κατασκευαστική Βιομηχανία). Αυτές οι κατευθύνσεις προϋποθέτουν την προβολή ενός ριζοσπαστικού πολιτιστικού προτύπου, μιας χειραφετητικής εκδοχής της εργατικής ύπαρξης σε αντιδιαστολή με την απροσμέτρητη όξυνση της εργατικής αλλοτρίωσης που ισχύει στα σημερινά τεχνικά εργοτάξια των μεγάλων έργων.

 
< Προηγ.   Επόμ. >
Θέσεις, τριμηνιαία επιθεώρηση, 37ο έτος (1982-2019), εκδόσεις Νήσος, (Σαρρή 14, 10553, Αθήνα, τηλ-fax: 210-3250058)
Το περιεχόμενο διατίθεται ελεύθερα για μη εμπορικούς σκοπούς, υπό τον όρο της παραπομπής στην αρχική του πηγή