Φιλοσοφικές αφετηρίες και θεωρητικό πεδίο τους «οικονομικής επιστήμης» Εκτύπωση
Τεύχος 59, περίοδος: Απρίλιος - Ιούνιος 1997


Φιλοσοφικές αφετηρίες και θεωρητικό πεδίο της «οικονομικής επιστήμης»: Κλασικοί, Νεοκλασικοί, Marx
του Γιάννη Μηλιού

Περίληψη: Κάθε θεωρητικό σύστημα και πολύ περισσότερο κάθε επιστήμη ορίζεται κατ' αρχάς σε αναφορά με το αντικείμενό της, το οποίο έχει υπόσταση εννοιακή-θεωρητική, δηλαδή δεν δίνεται άμεσα από την εμπειρία, αλλά συγκροτείται θεωρητικά, στο πλαίσιο ενός συγκεκριμένου εννοιακού-θεωρητικού πεδίου. Στο πλαίσιο της προκείμενης μελέτης αναλύονται οι φιλοσοφικές και ιδεολογικές κατηγορίες, οι οποίες συνέβαλαν στη συγκρότηση των τριών εξεταζόμενων οικονομικών θεωριών. Στη συνέχεια διερευνώνται τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά του θεωρητικού αντικειμένου και του εννοιολογικού-θεωρητικού χώρου κάθε ενός ρεύματος της οικονομικής σκέψης.

1. Φιλοσοφικές - ιδεολογικές βάσεις και αντικείμενο της Κλασικής Πολιτικής Οικονομίας

Η Πολιτική Οικονομία αποκτά αυτοτελές θεωρητικό στάτους, δηλαδή εγκαθιδρύεται αμετάκλητα ως μία ιδιαίτερη θεωρητική περιοχή, που συμβατικά ονομάζεται "οικονομική επιστήμη", με την έκδοση του «Πλούτου των Εθνών» ("An Inquiry into the Nature and Causes of the Wealth of Nations") του Adam Smith, το 1776.

Από χρονολογική άποψη, το έργο του Smith εμφανίζεται, βέβαια, δυόμισι αιώνες μετά τα πρώτα οικονομικά κείμενα, της λεγόμενης μερκαντιλιστικής ή εμποροκρατικής περιόδου [1] και δυο δεκαετίες μετά τη συγγραφή του TableauEconomique του Quesnay. Ωστόσο, τα κείμενα των μερκαντιλιστών συγγραφέων ήταν κατά βάση δοκίμια πρακτικού-πολιτικού περιεχομένου, που αποσκοπούσαν να πείσουν τις αρχές ή και την κοινή γνώμη για τη σκοπιμότητα του να υιοθετηθούν συγκεκριμένα μέτρα ή και κατευθύνσεις οικονομικής πολιτικής και περιείχαν μόνο αποσπασματικές ή έμμεσες θεωρητικές σκέψεις και αναφορές. Περισσότερο θεωρητικές μελέτες, όπως τα οικονομικά έργα των William Petty (1623 - 1687), Dudley North (1641 - 1691), John Locke (1631 -1704), Nicholas Barbon (1640 - 1698), David Hume (1711 - 1776), James Steuart (1712 - 1780) αλλά και τα έργα των Φυσιοκρατών υπό τους Francois Quesnay (1694 - 1774) και J. Turgot (1727-1781), δεν μπορούν να θεωρηθούν ως ιδρυτικά κείμενα της «οικονομικής επιστήμης», αλλά πρόδρομες μελέτες που κατέστησαν δυνατή τη διαμόρφωση του νέου θεωρητικού πεδίου από τον Adam Smith. Κι αυτό τόσο διότι τα έργα της περιόδου πριν την έκδοση του «Πλούτου των Εθνών» δεν όριζαν ένα θεωρητικό αντικείμενοπου να διακρίνεται σαφώς από εκείνο της πολιτικής θεωρίας και φιλοσοφίας, όσο και διότι (στην περίπτωση κυρίως των Φυσιοκρατών) επρόκειτο για κανονιστικές προσεγγίσειςπου περιέγραφαν μια ιδεατή κοινωνία και οικονομία, ένα "μοντέλο" που οι συγγραφείς τους ονειρεύονταν να επιβάλουν με πολιτικά μέσα.

Ο Adam Smith βάζει τέρμα τόσο στις κανονιστικές προσεγγίσεις, όσο και στη θεώρηση των οικονομικών φαινομένων από τη σκοπιά της ηθικής και πολιτικής φιλοσοφίας, θέτοντας ως αντικείμενο της ανάλυσής του την παραγωγή και ανταλλαγή εμπορευμάτων σε μια κοινωνία εργαζομένων ανθρώπων-εμπορευματοπαραγωγών, δηλαδή σε μια καπιταλιστική κοινωνία. Βεβαίως, ο Smith θεωρούσε ότι το αντικείμενο της μελέτης του, η γενικευμένη εμπορευματοπαραγωγή, αποτελεί το ουσιώδες περιεχόμενο της ανθρώπινης κοινωνίας και οικονομίας γενικά, ανεξάρτητα από ιστορική περίοδο ή πολιτικό καθεστώς. Η υπόθεση, όμως, αυτή δεν αναιρεί το γεγονός ότι με τον «Πλούτο των Εθνών» ορίζεται ένα νέο αντικείμενο μελέτης, η οικονομία της γενικευμένης εμπορευματοπαραγωγής (του καπιταλισμού) και η ανταλλακτική αξία, ότι εγκαινιάζεται επομένως ένα νέο θεωρητικό πεδίο έρευνας(βλ. και Δρόσος 1994).

Η συγκρότηση του νέου αυτού αντικειμένου μελέτης και του αντίστοιχου πεδίου έρευνας έγινε δυνατή με βάση δύο a-priori φιλοσοφικές-ιδεολογικές παραδοχές:

Η πρώτη αποδίδει ένα νέο, ένα οικονομικό, περιεχόμενο στη "φύση του ανθρώπου", "φύση" από την οποία όλες οι ανθρωπολογικές θεωρητικές προσεγγίσεις και βεβαίως η ως σήμερα κυρίαρχη πολιτική και ηθική φιλοσοφία [2] συνάγουν το πλαίσιο ερμηνείας των κοινωνικών σχέσεων. Σύμφωνα, λοιπόν, με τον Smith, η "φύση του ανθρώπου" συνίσταται στην "τάση για δοσοληψία και ανταλλαγή ενός πράγματος με ένα άλλο" (Smith 1981, I.ii.5, σελ.. 28). Με τον τρόπο αυτό ο "άνθρωπος" έχει κατά κύριο λόγο οικονομική υπόσταση, είναι "homo oeconomicus", η "φύση" του είναι η οικονομική συναλλαγή και το "εμπόριο". Από αυτή την "ανθρώπινη φύση" συνάγει ο Smith μια θεωρία κοινωνικοποίησης, που δεν είναι άλλη από τη θεώρηση του καταμερισμού εργασίας, αλλά και την ανάλυση για τη βέβαιη οικονομική πρόοδο της κοινωνίας. Είναι προφανές, ότι πρόκειται όχι απλώς για μια ανθρωπολογική φιλοσοφική θεώρηση (η θεωρία της κοινωνίας θεμελιώνεται σε υποθέσεις αναφορικά με τη "φύση του ανθρώπου") και μια ιντιβιντουαλιστική κοινωνική προσέγγιση (η κοινωνία θεωρείται ως το άθροισμα των ατόμων που την αποτελούν, η κοινωνική πρόοδος προκύπτει ως "διανυσματική" συνισταμένη της προόδου των ατόμων), αλλά ότι για πρώτη φορά η κοινωνία (όπως και το άτομο) αποκτά ένα οικονομικό κυρίως χαρακτήρα.

Έτσι, προκύπτει αναγκαστικά η δεύτερη φιλοσοφική-ιδεολογική παραδοχή του Smith, που αποτελεί συμπλήρωμα της πρώτης. Ο Smith θεωρεί τις οικονομικές διαδικασίες ως την κινητήρια δύναμη της όλης κοινωνικής εξέλιξηςκαι υποστηρίζει συνακόλουθα ότι η οικονομική βαθμίδα της κοινωνίας διέπεται από αυτοφυείς λειτουργίες, οι οποίες υπερβαίνουν την ρυθμιστική εξουσία της δημόσιας αρχής: "Ο κ. Quesnay φαίνεται ότι έχει φανταστεί ότι [το πολιτικό σώμα] θα ευδοκιμεί και θα ευημερεί μόνο κάτω από ένα ορισμένο καθεστώς, το ακριβές καθεστώς της τέλειας ελευθερίας και της τέλειας δικαιοσύνης. Δεν φαίνεται να κατανοεί ότι στο πολιτικό σώμα η φυσική προσπάθεια που καταβάλλει ο κάθε άνθρωπος για τη βελτίωση της θέσης του είναι μία αρχή διατήρησης, ικανή να αποτρέπει και να διορθώνει, από πολλές απόψεις, τα άσχημα αποτελέσματα μιας πολιτικής οικονομίας σε κάποιο βαθμό μερικής αλλά και καταπιεστικής. Μια τέτοια πολιτική οικονομία, παρ" όλο ότι αναμφισβήτητα λίγο ως πολύ επιβραδύνει, δεν είναι πάντα σε θέση να σταματήσει συνολικά τη φυσική πρόοδο μιας χώρας προς τον πλούτο και την ευημερία και ακόμη περισσότερο να προκαλέσει την υποχώρησή της. Εάν ένα έθνος δεν μπορούσε να ευημερήσει παρά μόνο αφού θα είχε εξασφαλίσει την τέλεια ελευθερία και την τέλεια δικαιοσύνη, τότε κανένα έθνος στον κόσμο δεν θα είχε ποτέ ευημερήσει" (Smith 1981, IV.ix.28, σελ. 674).

Το γεγονός ότι η "ανθρώπινη φύση" και η "κοινωνία" έχουν κυρίως οικονομικό περιεχόμενο, ενώ παράλληλα οι οικονομικές δυνάμεις και διαδικασίες θεωρούνται ισχυρότερες από τα κάθε είδους "πολιτικά εμπόδια" σημαίνει, από μεθοδολογική άποψη, ότι η Οικονομία (το οικονομικό επίπεδο της κοινωνίας) μπορεί να μελετηθεί ανεξάρτητα από το πολιτικό και νομικό της περιβάλλον (παρότι, βέβαια, οι επιπτώσεις στην οικονομία από αυτό πολιτικό και νομικό περιβάλλον πρέπει να συνυπολογίζονται). Είναι προφανές, ότι θέσεις αυτού του τύπου δεν θα μπορούσαν να έχουν υιοθετηθεί από διανοητές άλλων ιστορικών εποχών, όπως π.χ. της ελληνικής και ρωμαϊκής αρχαιότητας, δηλαδή πριν την επικράτηση των καπιταλιστικών σχέσεων παραγωγής, με την τυπική γι' αυτές σχετική "αυτονόμηση" της οικονομικής βαθμίδας της κοινωνίας.

Με βάση τις δύο αυτές παραδοχές ανακηρύσσεται, λοιπόν, για πρώτη φορά, η Πολιτική Οικονομία ως μία νέα αυτοτελής θεωρητική περιοχή. Αντικείμενό της είναι η "οικονομική δοσοληψία και ανταλλαγή" σε μια κοινωνία όπου "κάθε άνθρωπος ζει ανταλλάσσοντας, άρα σε κάποιο βαθμό γίνεται έμπορος και η ίδια η κοινωνία αναπτύσσεται σε μια κυριολεκτικά εμπορική κοινωνία" (Smith 1981, I.iv. 1 σελ. 37), δηλαδή (όσο και αν οι κλασικοί οικονομολόγοι το αγνοούν) σε μια καπιταλιστική κοινωνία. Για να χρησιμοποιήσουμε την έκφραση του Ricardo, η Πολιτική Οικονομία ενδιαφέρεται αποκλειστικά για εκείνα τα "εμπορεύματα, για την ανταλλακτική τους αξία και για τους νόμους που καθορίζουν τις σχετικές τους τιμές (...) των οποίων η ποσότητα μπορεί να αυξηθεί με τον ανθρώπινο μόχθο και κατά την παραγωγή των οποίων ο ανταγωνισμός λειτουργεί χωρίς περιορισμό" (Ρικάρντο, σε Ρικάρντο/Marx 1989, σελ. 111).

Στο σημείο αυτό πρέπει πάντως να επιμείνουμε σε ένα ζήτημα αποφασιστικής σημασίας: Η συγκρότηση του νέου αντικειμένου έρευνας και της νέας θεωρητικής περιοχής λαμβάνει χώρα αποκλειστικά στο εσωτερικό του ίδιου θεωρητικού-εννοιολογικού χώρου της ηθικής και πολιτικής φιλοσοφίας και ιδεολογίας: Πρόκειται για το θεωρητικό χώρο που ορίζεται, όπως είπαμε, από τις ανθρωπολογικές ουσιοκρατικές φιλοσοφικές αρχές(οι δομές της κοινωνίας συνάγονται από τη "φύση του ανθρώπου") και από τον ιντιβιντουαλισμό (η κοινωνική εξέλιξη είναι αποτέλεσμα-συνισταμένη των ατομικών επιλογών-δράσεων).

Αυτό που έκανε ο Smith (και η Κλασική Πολιτική Οικονομία συνολικά) δεν ήταν η κριτική ή ανατροπή του προϋπάρχοντος θεωρητικού-εννοιολογικού χώρου, ή η συγκρότηση ενός νέου. Ήταν η συγκρότηση ενός νέου θεωρητικού αντικειμένου και μιας νέας περιοχής στο εσωτερικό του προϋπάρχοντος θεωρητικού-εννοιολογικού χώρου, με βάση μια νέα υπόθεση για τη "φύση του ανθρώπου", δηλαδή με την υιοθέτηση μιας νέας "φύσης του ανθρώπου" (ο άνθρωπος-έμπορος). Η συνέπεια είναι μια νέα θεωρία κοινωνικοποίησης, μια νέα αντίληψη για το μηχανισμό σχηματισμού της κοινωνίας από τα άτομα: O καταμερισμός εργασίας, η αναγκαιότητα ο άνθρωπος-έμπορος να είναι ταυτόχρονα και εργαζόμενος και η παραγωγή ανταλλακτικών αξιών παίρνουν τη θέση του "πολιτικού συμβολαίου", [3] η κοινωνία θεωρείται κατά κύριο λόγο ως "κοινωνία εργασίας", η εργασιακή θεωρία της αξίας εισάγεται δυναμικά ως ερμηνευτικό σχήμα των "οικονομικών νόμων". Στο πλαίσιο αυτό, η οικονομική θεωρία των Κλασικών αποκτά, παρά τις ιντιβιντουαλιστικές της αφετηρίες, μια αντικειμενική ροπή, η οποία εκφράζεται σε καθαρή μορφή και αποκτά το χαρακτήρα ενός αντικειμενικού-επαγωγικού θεωρητικού συστήματος με το έργο του Ricardo. Οι εργαζόμενοι άνθρωποι μοιάζουν να λειτουργούν στο πλαίσιο της κοινωνίας όπως τα άτομα ενός ιδανικού αερίου. Από τη φυσική ροπή του ατόμου προκύπτουν καθολικοί φυσικοί νόμοι που ρυθμίζουν τη συμπεριφορά της ενότητας.

Βέβαια, η κλασική θεωρία της κοινωνίας γενικά, αλλά και η κλασική θεωρία της αξίας ειδικότερα χαρακτηρίζεται καθοριστικά από τις φιλοσοφικές της αφετηρίες και τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά του θεωρητικού χώρου εντός του οποίου ορίζεται. Στο θεωρητικό αυτό πλαίσιο συγκροτείται, έτσι, ως μια προχρηματική-εμπειριστική θεωρία της αξίας (Heinrich 1991, σελ. 24-56).

Πρόκειται για μια προχρηματική θεωρία, διότι στο πλαίσιο της Κλασικής Πολιτικής Οικονομίας η αξία θεωρείται ως ένα είδος εσωτερικής ιδιότητας-ουσίας, η οποία εμφυσείται από τον άνθρωπο στα προϊόντα δια της εργασίας και επομένως είναι δεδομένη προ και ανεξαρτήτως της ανταλλαγής. Το κάθε εμπόρευμα ατομικά κατέχει την αξία "του", πριν να φθάσει στην αγορά, πριν να μετατραπεί σε χρήμα. Η κοινωνική "μη επικύρωση" της ατομικής εργασίας αποκλείεται στην κλίμακα της συνολικής οικονομίας, οι κρίσεις δεν μπορούν να υπάρξουν παρά μόνο ως τυχαίες αλληλο-αναιρούμενες ανισορροπίες (όπου η υποπαραγωγή κάποιων εμπορευμάτων συνεπάγεται την υπερπαραγωγή κάποιων άλλων και τελικά απλώς την αναδιάρθρωση της συνολικής παραγωγής της οικονομίας). Η αγορά και το χρήμα δεν αποτυπώνουν οικονομικές-κοινωνικές σχέσεις, είναι απλώς ένα μέσο που διευκολύνει την ανταλλαγή και επομένως "θα μπορούσε κυριολεκτικά να συγκριθεί με ένα αμαξητό δρόμο, ο οποίος ενώ επιτρέπει την κυκλοφορία και μεταφορά στην αγορά της χλόης και των σιτηρών της υπαίθρου, δεν παράγει ούτε μια φούχτα χλόης ή σιτηρών" (Smith 1981, ΙI. ii. 86 σελ. 321).

Η Πολιτική Οικονομία γίνεται, όμως, παράλληλα "κοινωνός" των αρχών μιας δεύτερης σημαντικής φιλοσοφικής παράδοσης, πέρα από αυτήν της ανθρωπολογικής-ουσιακής φιλοσοφίας: του αγγλικού εμπειρισμού. Η Πολιτική Οικονομία συνιστά έτσι, επίσης, μια εμπειριστική προσέγγιση, διότι θεωρεί ότι οι έννοιές της δίδονται άμεσα από τα εμπειρικώς παρατηρήσιμα αντικείμενα και φαινόμενα, ως αφαιρετική γενίκευση των φαινομένων, ότι, δηλαδή, η πραγματικότητα είναι "διάφανη" και επιτρέπει την αποκάλυψη των αιτιακών αλληλουχιών που τη διέπουν. Η Κλασική Πολιτική Οικονομία πιστεύει μ' άλλα λόγια, ότι τα αντικείμενα της εμπειρικής παρατήρησης ταυτίζονται με τα θεωρητικά αντικείμενα της επιστήμης, ή ότι τα φαινόμενα και η ερμηνεία τους βρίσκονται στο ίδιο εννοιακό επίπεδο.

Αυτή η εμπειριστική προσέγγιση θεωρεί π.χ. ότι η έννοια "άνθρωπος" ταυτίζεται με τον (κάθε) συγκεκριμένο άνθρωπο, ή ότι η έννοια αξία (πρέπει να) ταυτίζεται με την εμπειρικά διαπιστώσιμη "κανονική τιμή". Με βάση αυτή την εμπειριστική προσέγγιση, ο Smith ανακαλύπτει στην "αγοραζόμενηζωντανή εργασία" το αμετάβλητο μέτρο της αξίας [4] και αποφαίνεται ότι η ανταλλαγή των προϊόντων με βάση την αξία τους ισχύει μόνο σε μια κοινωνία αυτοαπασχολούμενων εμπορευματοπαραγωγών (απλής εμπορευματικής παραγωγής), αλλά όχι σε μια καπιταλιστική κοινωνία. Διότι στην καπιταλιστική κοινωνία μια ποσότητα "δαπανώμενης εργασίας" [5] αγοράζει πάντοτε μια μεγαλύτερη ποσότητα "ζωντανής εργασίας", ή, με άλλη διατύπωση, η αξία των προϊόντων που παράχθηκαν είναι μεγαλύτερη από την "αξία της ζωντανής εργασίας" (δηλαδή τους μισθούς που πληρώθηκαν στους εργαζομένους που παρήγαγαν τα εν λόγω εμπορεύματα). Οι αντιφάσεις, εξ άλλου, της ρικαρδιανής θεωρίας της αξίας (που προκύπτουν από τον ισχυρισμό ότι τα προϊόντα ανταλλάσσονται στις αξίες τους, παρότι το ποσοστό κέρδους είναι ενιαίο για όλα τα κεφάλαια -καίτοι αυτά μπορεί να είναι διαφορετικής οργανικής σύνθεσης- βλ. Rubin 1994, σσ. 333-344 & 390-397) και τελικά η κρίση και αποσύνθεση της ρικαρδιανής σχολής σχετίζονται επίσης με αυτήν την εμπειριστική απαίτηση να ταυτίζεται η έννοια της αξίας των εμπορευμάτων με την εμπειρικά παρατηρήσιμη "κανονική" (μέση) τιμή τους.

2. Η νεοκλασική "αντεπανάσταση"

Η εργασιακή θεωρία της αξίας στη ρικαρδιανή εκδοχή της, (σύμφωνα με την οποία η αξία ενός εμπορεύματος καθορίζεται από τη συνολική εργασία που δαπανάται για την παραγωγή του), μπορεί να οδηγήσει στη θεωρία της υπεραξίας: στη θεώρηση, δηλαδή, του κέρδους ως του τμήματος εκείνου της καθαρής(νέας) αξίας το οποίο παράγουν μεν οι εργαζόμενοι αλλά το ιδιοποιούνται οι καπιταλιστές.

To κέρδος προκύπτει διότι ο μισθός αποτελεί ένα τμήμα μόνο της παραχθείσας (από τους εργάτες) καθαρής αξίας, καθώς από τη "φύση" του είναι "η τιμή η αναγκαία όπως επιτρέψη εις τους εργάτας την διατήρησιν και διαιώνισιν της τάξεώς των (...) επομένως (...) εξαρτάται εκ της ­τιμής των ειδών διατροφής και πρώτης ανάγκης και των ανέσεων, των απαιτουμένων δια την συντήρησιν του εργάτου και της οικογενείας του" (Ricardo 1992, σελ. 73).

Η θεωρία της εκμετάλλευσης αναπτύχθηκε όπως είναι γνωστό από τον Marx, υπάρχει όμως, υπό λανθάνουσα μορφή στο έργο των Κλασικών της Πολιτικής Οικονομίας και ιδιαίτερα του Ricardo, όπως άλλωστε γίνεται φανερό από το απόσπασμα που μόλις παραθέσαμε. Επιπλέον, η ρικαρδιανή θεωρία της αξίας αναπόφευκτα καταλήγει σε μια αντίληψη ανταγωνισμού ανάμεσα στο κεφάλαιο και την εργασία. Διότι, αν αγνοήσουμε τη γαιοπρόσοδο (και τη φθορά των μέσων παραγωγής) "η συνολική αξία των αγαθών διαιρείται εις δύο μόνον μέρη: το εν αποτελείται εκ των κερδών του κεφαλαίου, το δε έτερον εκ των ημερομισθίων". Συνεπώς (με δεδομένη την αξία των εμπορευμάτων - που καθορίζεται από την απαιτούμενη δαπάνη εργασίας για την παραγωγή τους), "τα κέρδη θα ήσαν υψηλά ή χαμηλά αναλόγως των χαμηλών ή υψηλών ημερομισθίων" (Ricardo 1992, σελ. 89). [6]

Μετά την έκδοση των "Αρχών Πολιτικής Οικονομίας και Φορολογίας" το 1817, γίνεται, λοιπόν, πλέον φανερό ότι η εργασιακή θεωρία της αξίας είναι ασύμβατη με τις θεωρητικές προσεγγίσεις που εκπηγάζουν από την απολογητική ιδεολογική στάση (από την προσπάθεια υπεράσπισης -αν όχι εξύμνησης- του καπιταλιστικού συστήματος απέναντι στους επικριτές του και τις διεκδικήσεις του εργατικού κινήματος). Το γεγονός αυτό, σε συνδυασμό με τις αντιφάσεις που δημιουργεί η εμπειριστική απαίτηση της ρικαρδιανής προσέγγισης, να αποτελούν οι αξίες άμεσα αισθητές οντότητες, δηλαδή να ταυτίζονται με τις (μέσες) τιμές, (παρά αφενός την ύπαρξη ενός ενιαίου ως προς την τάση του ποσοστού κέρδους της οικονομίας και αφετέρου τη διαφορετική οργανική σύνθεση των μεμονωμένων κεφαλαίων), οδηγεί στην "αποσύνθεση" της ρικαρδιανής σχολής και στην εγκατάλειψη της εργασιακής θεωρίας της αξίας.

Ήδη με το έργο του J.-B. Say (1767-1832), το οποίο είχε εκδοθεί πριν από τις "Αρχές..." του Ricardo, επιχειρείται: α) Μια υποκατάσταση της εργασιακής θεωρίας της αξίας από τη θεωρία του υποκειμενικού οφέλους -ή της υποκειμενικής χρησιμότητας- [7] ως προσδιοριστικού παράγοντα για το σχηματισμό των τιμών. Κατά τον Say, "η χρησιμότητα των πραγμάτων είναι το θεμέλιο της αξίας τους (...) Η τιμή είναι το μέτρο της αξίας των πραγμάτων και η αξία τους είναι το μέτρο της χρησιμότητάς τους". (Παρατίθεται στο Rubin 1994, σελ. 386). [8] β) Μια υποκατάσταση της θεωρίας των τάξεων από τη θεωρία των "συντελεστών παραγωγής". Σύμφωνα με την αντίληψη αυτή ο κάθε ένας από τους (τρεις) "συντελεστές παραγωγής" (κεφάλαιο, εργασία, έδαφος ή φυσικοί πόροι) παράγει το τμήμα εκείνο του καθαρού προϊόντος το οποίο εισπράττει ως εισόδημα ο κάτοχος του εν λόγω "συντελεστή" (Rubin 1994, σ. 382 επ.).

Η αντίληψη ότι το υποκειμενικό όφελος ρυθμίζει τις τιμές μορφοποιείται τελικά στη θεωρία του οριακού οφέλους -ή οριακής χρησιμότητας- (marginal utility), με βάση την οποία θεμελιώνεται η Νεοκλασική Πολιτική Οικονομία. Η προσέγγιση αυτή διατυπώνεται στις αρχές της δεκαετίας του 1870, με την ταυτόχρονη σχεδόν έκδοση των έργων: Theoryof Political Economy του Stanley Jevons (1871), Grundsaetzeder Volkswirtschaftslehre του Carl Menger (1871) και Elementsd' Economie Politique pureτου Leon Walras (1874). (Μπουχάριν 1988, όπου και αναφορά στην εισαγωγή του όρου marginal utility -στο Κεφ. 2, υποσ. 33, σελ. 242. Επίσης Heinrich 1991, σσ. 57-88). Η έννοια του οριακού παραπέμπει στο "επιπλέον όφελος" που επιφέρει μια "επιπλέον μονάδα" ενός "αγαθού" στον καταναλωτή, με δεδομένο ότι αυτό το "επιπλέον όφελος" μειώνεται με την αύξηση του αριθμού των μονάδων του "αγαθού" που ήδη κατέχει ο καταναλωτής. Πρόκειται δηλαδή για την τροποποίηση της παραδοσιακής προσέγγισης του υποκειμενικού οφέλους με "εργαλείο" κάποιες αρχές του διαφορικού λογισμού.

Η έννοια του υποκειμενικού οφέλους, τόσο στην "παραδοσιακή" όσο και στην "οριακή" της εκδοχή, αποτελεί "δάνειο" από τη φιλοσοφία του ωφελιμισμού, βασικός εκπρόσωπος της οποίας υπήρξε στις αρχές του 19ου αιώνα ο Jeremy Bentham (1748-1832). Σύμφωνα με τον Bentham: "Η φύση έχει θέσει την ανθρωπότητα κάτω από την κυριαρχία δύο ηγεμόνων, του πόνουκαι της ηδονής. (...) Μας κυβερνούν σε ό,τι πράττουμε, σε ό,τι λέμε, σε ό,τι σκεφτόμαστε (...) Η αρχή του οφέλους (principle of utility) αναγνωρίζει αυτή την υπαγωγή και την υιοθετεί για τη θεμελίωση εκείνου του συστήματος, στόχος του οποίου είναι να καθοδηγεί το νήμα της ευδαιμονίας με τη χείρα του Λόγου και του Νόμου (...) Με τον όρο χρησιμότητα (utility) εννοούμε εκείνη την ιδιότητα ενός αντικειμένου, μέσω της οποίας αυτό τείνει να δημιουργήσει ωφέλεια (benefit), πλεονέκτημα, ηδονή, καλό, ή ευτυχία (...) ή (πράγμα που ανάγεται στην ίδια κατάσταση) να αποτρέψει το να λάβει χώρα ζημία, πόνος, κακό, ή δυστυχία" (Bentham 1948, σελ. 1-2).

Το υποκειμενικό όφελος είναι μια κατηγορία που δεν προϋποθέτει ούτε συνεπάγεται κάποιου είδους κοινωνική θεωρία ή αντίληψη. Περιγράφει απλώς μια σχέση ανάμεσα στο μεμονωμένο άτομο και τα αντικείμενα. Με την έννοια αυτή, το μεμονωμένο άτομο θεωρείται ότι εκφράζει επαρκώς, ότι "αντιπροσωπεύει", ολόκληρη την κοινωνία. Η κοινωνία, ως θεωρητική κατηγορία, απορροφάται από το μεμονωμένο άτομο, η "φύση" του οποίου δεν είναι πλέον παρά η "αρχή του οφέλους".Με τα λόγια του Bentham: "Η κοινωνία είναι ένα φανταστικόσώμα(...) είναι μάταιο να μιλάμε για το συμφέρον της κοινωνίας, χωρίς να αντιλαμβανόμαστε το συμφέρον του ατόμου" (Bentham 1948, σελ. 3). "Τα ατομικά συμφέροντα είναι τα μόνα πραγματικά συμφέροντα" (Bentham, TheTheory of Legislation, Λονδίνο 1931, σελ. 144, παρατίθεται στο Rubin 1994, σελ. 301).

Τόσο οι "παραδοσιακές" οικονομικές προσεγγίσεις που στηρίζονται στην έννοια του υποκειμενικού οφέλους, όσο και οι νεοκλασικές αναλύσεις που οικοδομούνται σε αναφορά με την κατηγορία του οριακού οφέλους υιοθετούν απόλυτα και εφαρμόζουν αυτή την αρχή "υποκατάστασης" της κοινωνίας από το άτομο:

"Οι οικονομικοί νόμοι επενεργούν με τον ίδιο τρόπο, ανεξάρτητα αν πρόκειται για ένα σύνολο πολλών ανθρώπων (...) ή για ένα μόνο άτομο που οι περιστάσεις το είχαν εξαναγκάσει να ζει απομονωμένο. Αν το άτομο αυτό κατόρθωνε να επιβιώσει για κάποιο διάστημα μόνο του, θα γινόταν ταυτόχρονα καπιταλιστής, επιχειρηματίας, εργάτης, παραγωγός και καταναλωτής. Η όλη οικονομική εξέλιξη θα είχε συντελεστεί σ' αυτόν τον ίδιο (...) Ό,τι ισχύει για τον έναν ισχύει εξίσου και για την κοινωνία" (Fr. Bastiat, Harmonieseconomiques, Βρυξέλλες 1850, παρατίθεται στο Μπουχάριν 1988, σελ. 228-229). "Η γενική μορφή των νόμων της Οικονομίας είναι κοινή, τόσο για την περίπτωση των ατόμων όσο και των εθνών" (Stanley Jevons, TheTheory of Political Economy, Λονδίνο & Νέα Υόρκη 1871, σελ. 21, παρατίθεται στο Μπουχάριν 1988, σελ. 229). "Ακόμα και στη μοναχική οικονομία ενός Ροβινσώνα (...) δεν θα μπορούσε να ελλείπει το βασικό χαρακτηριστικό του φαινομένου του τόκου" (Boehm-Bawerk, Kapitalund Kapitalzins, II. Positive Theorie des Kapitals, Ινσμπρουκ 1912, σελ. 507, παρατίθεται στο Μπουχάριν 1988, σελ. 254). [9]

Στην περίπτωση της νεοκλασικής θεωρίας, όπως ακριβώς και της ωφελιμιστικής φιλοσοφίας, έχουμε, λοιπόν, μια θεωρητική-εννοιακή μετατόπιση ως προς το αντικείμενο και την περιοχή της Κλασικής Πολιτικής Οικονομίας. Με βάση μια νέα υπόθεση για τη "φύση του ανθρώπου" (το κυβερνώμενο από την "αρχή του οφέλους" ενδεές άτομο) ορίζεται ένα νέο θεωρητικό αντικείμενο: Η «Οικονομία» του (εξ ορισμού) ορθολογικώς πράττοντος υποκειμένου.

Ο θεωρητικός χώρος στο εσωτερικό του οποίου συντελείται αυτή η μετατόπιση από την ανταλλακτική αξία και την οικονομία της γενικευμένης εμπορευματοπαραγωγής στο κυβερνώμενο από την "αρχή του οφέλους" ενδεές άτομο παραμένει βέβαια κοινός και για τις δύο προσεγγίσεις: Είναι ο θεωρητικός χώρος που διαμορφώνεται από τις ουσιοκρατικές- ανθρωπολογικές φιλοσοφικές αρχέςκαι τον ιντιβιντουαλισμό. Εντούτοις, η επιλογή της νέας υπόθεσης για τη "φύση του ανθρώπου" οδηγεί και πάλι στη διαμόρφωση ενός νέου αντικειμένου έρευνας που ανοίγει μια νέα περιοχή μελέτης.

Εδώ όμως χρειάζεται προσοχή: Το χαρακτηριστικό αυτού του νέου αντικειμένου είναι ότι δεν οριοθετεί πλέον αυστηρά την οικονομική βαθμίδα της καπιταλιστικής κοινωνίας, όπως ίσχυε στην περίπτωση της Κλασικής Πολιτικής Οικονομίας. Με άλλα λόγια, η νέα περιοχή έρευνας είναι απόλυτα ασαφής, δηλαδή ιστορικά και μεθοδολογικά απροσδιόριστη. Αναφέρεται στο "ανθρώπινο πράττειν" γενικά (δηλαδή ανεξάρτητα όχι μόνο από τα ειδικά χαρακτηριστικά κάθε ιστορικής εποχής, αλλά και από τις ιδιαίτερες σφαίρες κοινωνικών πρακτικών. Η κάθε κοινωνική πρακτική μπορεί πλέον να θεωρηθεί ότι εντάσσεται στην "οικονομία", ενώ οι οικονομικές διαδικασίες θεωρούνται ομοειδείς με τις (από την "αρχή του οφέλους" διεπόμενες) εν γένει ανθρώπινες πρακτικές. (Βλ. για τα ζητήματα αυτά: Lange σε Σταμάτης 1991, σελ. 195-242, Weeks 1989). Πρόκειται για μια α-ιστορική και α-κοινωνική προ-χρηματική προσέγγιση με ασαφή οριοθέτηση του αντικειμένου της και της περιοχής εφαρμογής της (Μπουχάριν 1988). Πρόκειται, επομένως, για την περίπτωση μιας ψευδοεπιστήμης.

Η Πολιτική Οικονομία συγχέεται και πάλι, λοιπόν, όπως στις προκλασικές οικονομικές προσεγγίσεις, με τις άλλες σφαίρες κοινωνικής δραστηριότητας (εφόσον η "αρχή του οφέλους" χαρακτηρίζει, υποτίθεται, κάθε ανθρώπινη δραστηριότητα), ενώ παράλληλα, ακόμα και η περιγραφόμενη "σχέση" "του ανθρώπου" με τα "οικονομικά αγαθά" δεν αναφέρεται στην οικονομία της εμπορευματικής ανταλλαγής, αλλά προκύπτει από την "οντοποίηση αναλυτικών κατηγοριών (...), την πρόσδοση δηλαδή αντικειμενικής ύπαρξης σε έννοιες" (Σταμάτης 1991, σελ. 157): Η νεοκλασική θεωρία ορίζει έτσι τη "δέουσα συμπεριφορά" του καπιταλιστή και του καταναλωτή (με βάση τις "συναρτήσεις μεγιστοποίησης" του οφέλους και του κέρδους και τις συναρτήσεις προσφοράς και ζήτησης στο επίπεδο της συνολικής οικονομίας) και στη συνέχεια "παριστάνει και ερμηνεύει τη δέουσα συμπεριφορά ως την πραγματική συμπεριφορά" (Σταμάτης 1991, σελ. 154).

Αλλά επιπλέον, αυτή η οντοποιημένη "δέουσα συμπεριφορά" απορρέει από την αξιωματική ταύτιση της αξίας χρήσης του εμπορεύματος (ή του "οφέλους" που προκύπτει από την προμήθεια μιας επιπλέον μονάδας του) με τον ενδοφυή στον καπιταλισμό ορθολογισμό της μεγιστοποίησης του κέρδους (διότι η ισορροπία της αγοράς και οι συναρτήσεις προσφοράς και ζήτησης από τις οποίες απορρέει προϋποθέτουν την ταυτόχρονη μεγιστοποίηση του οφέλους του καταναλωτή και του κέρδους του καπιταλιστή). Η νεοκλασική θεωρία είναι επομένως μια εξ ορισμού απολογητική κατασκευή. Αναζητά "μοντέλα" που να αναπαριστούν την αξιωματικώς υποτιθέμενη αρμονία στην αγορά (ισορροπία) και στην κοινωνία (μεγιστοποίηση οφέλους όλων των "κατόχων συντελεστών παραγωγής", δηλαδή και των εργατών και των καπιταλιστών). Η "οικονομία" δεν είναι παρά ένας μηχανισμός ικανοποίησης των "ανθρώπινων αναγκών".

Η νεοκλασική θεωρία αδυνατεί να θεμελιώσει με λογικά συνεκτικό τρόπο τις αρχές και υποθέσεις πάνω στις οποίες στηρίζεται και τα πορίσματα που απορρέουν από αυτές. Αδυνατεί για παράδειγμα να συμβιβάσει την υπόθεση ότι το όφελος έχει αυστηρά υποκειμενικά χαρακτηριστικά με τη θέση ότι τα διαφορετικά υποκειμενικά οφέλη είναι συγκρίσιμα και συνεπώς αθροίσιμα στο "γενικό όφελος". Μία κατά Pareto όπτιμουμ κατάσταση, όπου το όφελος του καθενός δεν μπορεί να αυξηθεί περαιτέρω παρά με την μείωση του οφέλους κάποιου άλλου, δεν αποκλείει την ύπαρξη μιας άλλης, διαφορετικής, επίσης κατά Pareto όπτιμουμ κατάστασης, η οποία δεν είναι, όμως, συγκρίσιμη με την προηγούμενη (Heinrich 1991, σελ. 66). Εκτός αυτού, η περίφημη νεοκλασική "συνάρτηση παραγωγής", με βάση την οποία περιγράφεται, υποτίθεται, η συνολική οικονομία, μπορεί να διατυπωθεί μόνο υπό τις εξής υποθέσεις: α) ότι η εργασία, το κεφάλαιο και το καθαρό προϊόν είναι απολύτως μετρήσιμα μεγέθη, τα οποία, β) έχουν την ίδια διάσταση (που σημαίνει ότι τα μέσα παραγωγής και το προϊόν αποτελούνται από ένα και το αυτό αγαθό), ενώ, γ) ο λόγος εργασία προς κεφάλαιο παραμένει πάντα ίσος με μια σταθερά (Σταμάτης 1991, σελ. 135-144). Πρόκειται για ένα "μοντέλο" οικονομίας όχι απλώς απλουστευτικό, αλλά το οποίο συγκρούεται επίσης με τα στοιχειώδη εμπειρικά δεδομένα της καπιταλιστικής συσσώρευσης: τη διαρκή αύξηση του ανά εργαζόμενο συσσωρευμένου κεφαλαίου.

Όμως και οι συστατικές έννοιες της νεοκλασικής θεωρίας, "θεμελιώνονται" θεωρητικά σε ρήξη με τα στοιχειώδη εμπειρικά δεδομένα της οικονομίας. Η έννοια της οριακής παραγωγικότητας, για παράδειγμα, προϋποθέτει τη μεταβολή ενός συντελεστή με αμετάβλητους όλους τους άλλους συντελεστές, μια κατάσταση, δηλαδή, που δεν έχει καμιά αντιστοιχία με την πραγματικότητα.

Αποτέλεσμα αυτής της αδυναμίας της νεοκλασικής θεωρίας να θεμελιώσει χωρίς εξόφθαλμες αντιφάσεις τις έννοιες και τα συμπεράσματά της, είναι η συνεχής διολίσθησή της από τον εμπειρισμό στον μαθηματικό φορμαλισμό. Ενώ δηλαδή η νεοκλασική θεωρία ορίζει καταρχάς τις θεωρητικές κατηγορίες της στο έδαφος της εμπειριστικής ιδεολογίας, (καθώς υποθέτει ότι από την άμεσα παρατηρήσιμη συμπεριφορά του -κάθε- συγκεκριμένου ατόμου συνάγεται η "φύση" του "ορθολογικού" ατόμου, δηλαδή ότι η έννοια "άνθρωπος" συμπίπτει με τις εμπειρικά διαπιστώσιμες ιδιότητες του συγκεκριμένου ανθρώπου), στη συνέχεια χρησιμοποιεί το διαφορικό λογισμό και τα μαθηματικά μοντέλα για να περιγράψει μια "ορθολογική" οικονομική συμπεριφορά (του καταναλωτή, του παραγωγού. ..), που δεν έχει την οποιαδήποτε αντιστοιχία με την εμπειρικά διαπιστώσιμη πραγματικότητα.

Η αναγόρευση στοιχειωδών θέσεων της κυρίαρχης ιδεολογίας σε επιστημονικές αλήθειες, μέσα από την "οικονομική" οντοποίηση μαθηματικών σχέσεων και μοντέλων, αποτελεί έτσι το κύριο χαρακτηριστικό της σύγχρονης νεοκλασικής θεωρίας. Για το περιεχόμενο της "τιμής ισορροπίας" δεν μπορεί, π.χ., να λεχθεί κάτι περισσότερο από την ταυτολογική διαπίστωση ότι αντιστοιχεί στο σημείο τομής των συναρτήσεων ζήτησης και προσφοράς (είναι η τιμή στην οποία τόσο οι παραγωγοί όσο και οι καταναλωτές είναι, για κάποιο λόγο, διατεθειμένοι να προσφέρουν και να ζητήσουν αντίστοιχα την αυτή ποσότητα), ενώ, αντιστρόφως, οι καμπύλες προσφοράς και ζήτησης δεν είναι παρά μαθηματικές συναρτήσεις με συγκεκριμένες ιδιότητες, ώστε να ορίζεται μια "τιμή ισορροπίας" (ένα σημείο τομής των γραφικών τους παραστάσεων).

Οι οπαδοί της νεοκλασικής θεωρίας φαίνεται να πιστεύουν πως οτιδήποτε μπορεί να διατυπωθεί με μαθηματικές σχέσεις είναι αυτόχρημα επιστημονικόν.

3. Η μαρξιστική επιστημονική επανάσταση

3.1 Η ρήξη με τις ουσιοκρατικές προσεγγίσεις

Ο Karl Marx ασχολήθηκε για πρώτη φορά με την Πολιτική Οικονομία στα κείμενά του της περιόδου 1843-44 (αρχής γενομένης, σε εμβρυακή μορφή, στο ZurJudenfrage -Για το εβραϊκό ζήτημα-, 1843, και σε αναπτυγμένη μορφή στο τρίτο Χειρόγραφο του 1844), από μια σκοπιά όμως αμιγώς φιλοσοφική και "εξωτερική" ως προς τις έννοιες και την ανάπτυξη της Πολιτικής Οικονομίας. Έχοντας ασπαστεί την περίοδο αυτή τις βασικές θέσεις και την κριτική του Feuerbach προς τη χεγκελιανή φιλοσοφία, ο Marx θεωρεί την οικονομία ως τον τόπο όπου λαμβάνει χώρα η "αλλοτρίωση" του ανθρώπου από τα χαρακτηριστικά που προσιδιάζουν στο "είδος" του (το ανθρώπινο είδος ή γένος).

Νεοχεγκελιανός στη δεκαετία του 1830 και μέχρι το 1842, (αναλυτικά βλ. Heinrich 1991, σελ. 80-111), ο Marx στρατεύεται αρχικά στην προοπτική της "πραγμάτωσης της φιλοσοφίας", δηλαδή της φιλοσοφικής πρακτικής μέσω της οποίας θα προέκυπτε το κράτος που αντιστοιχεί στην ανθρώπινη φύση (η οποία νοείται κατά Hegel ως έλλογη ελευθερία), δηλαδή το κράτος της ελευθερίας και του Λόγου. Η πολιτική πρακτική και η αντιπαράθεση με το πραγματικό κράτος οδηγούν, όμως, γρήγορα τον Marx στο να υιοθετήσει, το Φεβρουάριο του 1843, τις θέσεις της φοϋερμπαχιανής κριτικής, με βάση τις οποίες μπορεί να θεμελιώσει την άποψη ότι το κράτος δεν είναι δυνατόν να αποτελέσει "πραγμάτωση της έλλογης ελευθερίας", διότι στην πραγματικότητα δεν είναι παρά έκφραση της αλλοτριωμένης υπόστασης της ανθρωπότητας. Η άποψη αυτή διαπλέκεται με μια κριτική προς τη χεγκελιανή φιλοσοφία: "Ο Hegel δίδει αυτοτελή υπόσταση στα κατηγορήματα, τα αντικείμενα (...) διαχωρίζοντάς τα από την πραγματική τους αυτοτελή υπόσταση, (που είναι) το υποκείμενό τους. Συνακόλουθα το πραγματικό υποκείμενο εμφανίζεται σαν αποτέλεσμα, ενώ θα έπρεπε να ξεκινήσουμε από το πραγματικό υποκείμενο και να θεωρήσουμε την αντικειμενοποίησή του" (Marx, σε MEW 1, σελ. 224). Αυτή η απόδοση στο αντικείμενο (που είναι δημιούργημα του ανθρώπου) ιδιοτήτων και κατηγορημάτων που προσιδιάζουν στο υποκείμενο (στον άνθρωπο) και η συνακόλουθη κυριαρχία του αντικειμένου πάνω στο υποκείμενο συνιστά την αλλοτρίωση του ανθρώπου (βλ. και Ranciere 1995-α, σελ. 75-86).

Η πραγματικότητα θεωρείται πλέον ως η πραγματικότητα της αλλοτρίωσης, στην οποία το ανθρώπινο Είναι εμφανίζεται υπό τη μορφή του αλλότριου (ως προς τον άνθρωπο) Είναι, το οποίο (αλλότριο Είναι) από αντικείμενο-δημιούργημα του ανθρώπου μετατρέπεται σε υποκείμενο που κυριαρχεί πάνω στον άνθρωπο. Η πραγματικότητα είναι η αλλοτριωμένη αντικειμενοποίηση της ανθρώπινης φύσης.

O Feuerbach είχε χρησιμοποιήσει αυτή την προσέγγιση (και την κριτική που απορρέει απ' αυτή) για να περιγράψει την κυριαρχία της θρησκείας (του Θεού, που είναι ένα δημιούργημα της ανθρώπινης σκέψης) πάνω στον άνθρωπο. Στο πλαίσιο αυτό υιοθετούσε μια αντίληψη, αντίστοιχη με εκείνη του Hegel, για τη διάκριση-αντίφασηανάμεσα στην ουσία του ανθρώπου και την ύπαρξή του(και αντίστοιχα ανάμεσα στην Ιδέα ή τη σκέψη και την πραγματικότητα). Η φοϋερμπαχιανή κριτική αντιστρέφει, όμως, τη θέση των δύο πόλων της αντίφασης: Ενώ ο Hegel θεωρούσε ότι η ανακάλυψη της αλήθειας συντελείται στο χώρο της Ιδέας και προϋποθέτει την αφαίρεση, ο Feuerbach (και ο φοϋερμπαχιανός Marx της περιόδου 1843-44) υποστήριζε ότι η αφαίρεση αποτελεί το όχημα της αλλοτρίωσης και η αλήθεια μπορεί να ανακαλυφθεί μόνον δια της αισθητηριακής συνείδησης. Στις Προσωρινές θέσεις για τη μεταρρύθμιση της Φιλοσοφίας ο Feuerbach σημειώνει χαρακτηριστικά: "Το να κάνεις αφαιρέσεις σημαίνει να θέτεις την ουσία της φύσης εκτός φύσης, την ουσία της σκέψης εκτός της πράξης της σκέψης. Θεμελιώνοντας εξ ολοκλήρου το σύστημά της πάνω σ' αυτές τις πράξεις αφαίρεσης, η φιλοσοφία του Hegel αλλοτρίωσε τον άνθρωπο από τον εαυτό του". (Παρατίθεται στο Ranciere 1995-α, σελ. 80).

Στο πλαίσιο της φοϋερμπαχιανής φιλοσοφίας, ο Marx συλλαμβάνει τη φύση του ανθρώπου όχι ως ατομικό Είναι, όπως συνέβαινε στην περίπτωση της πολιτικής φιλοσοφίας ή της Πολιτικής Οικονομίας, αλλά ως μια συλλογική πραγματικότητα (η φύση του είδους -του ανθρώπινου γένους-, της ανθρωπότητας), ως μια κοινωνικότητα που επεκτείνεται σ' όλες της σφαίρες της ανθρώπινης πρακτικής. Η γνώση αυτής της κοινωνικής ανθρώπινης φύσης μπορεί να συντελεστεί στο επίπεδο της αισθητηριακής συνείδησης, αντίθετα με την αφαίρεση που δημιουργεί την ανεστραμμένη συνείδηση, στο πλαίσιο της αλλοτριωμένης πραγματικότητας: "Ο άνθρωπος όμως δεν είναι ένα αφηρημένο ον, που βρίσκεται έξω από τον κόσμο. Ο άνθρωπος είναι ο κόσμος των ανθρώπων, κράτος, κοινωνία. Αυτό το κράτος, αυτή η κοινωνία παράγουν τη θρησκεία, μια ανεστραμμένη συνείδηση του κόσμου, διότι αποτελούν ένα ανεστραμμένο κόσμο" (MEW 1, σελ. 378).

Ο Marx κινείται αρχικά, λοιπόν, στο πλαίσιο μιας ανθρωπολογικής-ουσιοκρατικής φιλοσοφικής κατεύθυνσης, η οποία χαρακτηρίζεται από τα ακόλουθα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά: α) Δεν είναι ατομιστική, δηλαδή υποθέτει μια συλλογική-κοινωνική φύση του ανθρώπου, β) θεωρεί ότι η φύση αυτή του ανθρώπου αποτυπώνεται στρεβλά στην πραγματικότηταμέσω της διαδικασίας αλλοτρίωσης και γ) είναι εμπειριστική, δηλαδή υιοθετεί την άποψη ότι η αποκάλυψη της φύσης του ανθρώπου μπορεί να γίνει στο επίπεδο της αισθητηριακής συνείδησης, η πραγματική γνώση δίδεται μόνο από τα εμπειρικώς παρατηρήσιμα φαινόμενα, δηλαδή (σε αντίθεση με όσα υποστήριζε η χεγκελιανή φιλοσοφία) με την παραίτηση από νοητικές αφαιρέσεις, πέρα από αυτές που συνάγονται από την αισθητηριακή παρατήρηση και γενικεύουν εμπειρικώς αισθητά αντικείμενα. [10]

Ο ιδιότυπος αυτός ουσιοκρατικός εμπειρισμός αποκτά νέα χαρακτηριστικά όταν ο Marx ασπάζεται, μέσα από την πολιτική του δράση, τις ιδέες του κομμουνισμού. Τώρα θεωρεί ότι η φύση της ανθρωπότητας είναι η κοινωνία των εργαζομένων ανθρώπων, ότι η κατεξοχήν πρακτική του ανθρώπινου είδους είναι η εργασία, το αντικείμενο της οποίας (το εμπόρευμα) αντιπαρατίθεται, όμως, στον άνθρωπο ως αλλότριο ον, ως αντικειμενοποιημένη εχθρική δύναμη, καθώς το αντικείμενο-προϊόν αυτό δεν του ανήκει, αλλά το ιδιοποιείται το κεφάλαιο. Η διαδικασία της αλλοτρίωσης, κατά την οποία το αντικείμενο (το προϊόν της ανθρώπινης πρακτικής) μετατρέπεται σε κεφάλαιο και κυριαρχεί πάνω στον άνθρωπο, μετατρέποντας έτσι και τον ίδιο τον άνθρωπο σε αντικείμενο-εμπόρευμα (μισθωτή εργασία), δημιουργεί την οικονομία της ατομικής ιδιοκτησίας. Η κατάργηση της ατομικής ιδιοκτησίας και ο κομμουνισμός συνιστούν επομένως την άρση της ανθρώπινης αλλοτρίωσης. Όπως παρατηρεί ο Ranciere, "στο 3ο χειρόγραφο (MEW EB I, σελ. 537), ο Marx δηλώνει ότι η οικονομική αλλοτρίωση αποτελεί την αλλοτρίωση της πραγματικής ζωής (εν αντιθέσει με την θρησκευτική αλλοτρίωση, η οποία λαμβάνει χώρα μόνο στη συνείδηση). Κατά συνέπεια, η κατάργηση της οικονομικής αλλοτρίωσης επιφέρει την κατάργηση όλων των άλλων αλλοτριώσεων" (Ranciere 1995-α, σελ. 82).

Το θεωρητικό αντικείμενοτης κομμουνιστικής αυτής προβληματικής είναι η αλλοτρίωση του εργαζόμενου ανθρώπινου είδους. "Ολόκληρη η λεγόμενη παγκόσμια ιστορία δεν είναι τίποτε άλλο από τη δημιουργία του ανθρώπου δια της ανθρώπινης εργασίας" (MEW EB 1, σελ. 546). Η αλλοτρίωση αποτελεί την αιτία της ατομικής ιδιοκτησίας, από την οποία απορρέουν οι νόμοι της Πολιτικής Οικονομίας: "H ατομική ιδιοκτησία είναι λοιπόν το προϊόν, το αποτέλεσμα, η αναγκαία συνέπεια της αλλοτριωμένης εργασίας, της εξωτερικής σχέσης του εργάτη με τη φύση και με τον εαυτό του" (MEW EB 1, σελ. 520).

Στο πλαίσιο αυτό ασκείται η κριτική στην Πολιτική Οικονομία, ότι αποτελεί την επιστήμη της αλλοτριωμένης ανθρωπότητας, ότι απεικονίζει όχι την ανθρώπινη φύση αλλά την αλλοτρίωσή της, την αλλοτριωμένη ανθρωπότητα. Ο Marx δεν ασκεί κριτική στις έννοιες και τους "νόμους" της Πολιτικής Οικονομίας, δεν αμφισβητεί την ισχύ τους, δεν διατυπώνει μια "εσωτερική" κριτική, αναφορικά με τη λειτουργία της καπιταλιστικής οικονομίας. Θεωρεί ότι οι έννοιες και οι "νόμοι" της Πολιτικής Οικονομίας απεικονίζουν επαρκώς την οικονομία της ατομικής ιδιοκτησίας, ότι επομένως έχουν ισχύ ως περιγραφή της αλλοτριωμένης ανθρώπινης πραγματικότητας. Η κριτική του συνίσταται στη θέση ότι δεν αποκαλύπτουν αυτό καθαυτό το γεγονός της αλλοτρίωσης και την πραγματική ανθρώπινη φύση.

"Η πολιτική οικονομία ξεκινά από το γεγονός της ατομικής ιδιοκτησίας. Δεν μας την εξηγεί. Συλλαμβάνει την υλικήδιαδικασία, στην οποία υπόκειται στην πραγματικότητα η ατομική ιδιοκτησία, σε γενικές και αφηρημένες διατυπώσεις, οι οποίες εν συνεχεία ισχύουν γι' αυτή ως νόμοι. Δεν κατανοεί αυτούς τους νόμους, δηλαδή δεν καταδεικνύει πώς αυτοί προκύπτουν από την ουσία της ατομικής ιδιοκτησίας (...) Ξεκινούμε από ένα πολιτικοοικονομικό, σύγχρονο γεγονός. Ο εργάτης γίνεται τόσο περισσότερο πτωχός όσο περισσότερο πλούτο παράγει, όσο περισσότερο η παραγωγή του αυξάνεται σε δύναμη και ποσότητα. Ο εργάτης γίνεται τόσο περισσότερο ευτελές εμπόρευμα, όσο περισσότερα εμπορεύματα δημιουργεί. Η απαξίωση (Entwertung) του κόσμου των ανθρώπων αυξάνεται ευθέως ανάλογα προς την αξιοποίηση (Verwertung) του κόσμου των πραγμάτων. Η εργασία δεν παράγει μόνο προϊόντα. Παράγεται η ίδια και παράγει τον εργάτη ως εμπόρευμα, κι αυτό στον ίδιο βαθμό, στον οποίο παράγει γενικώς προϊόντα. (...) Αυτό το γεγονός δεν εκφράζει τίποτα άλλο από το εξής: το αντικείμενο που παράγει η εργασία, το προϊόν της, εμφανίζεται απέναντί της ως ένα ξένο ον, ως μια δύναμη ανεξάρτητη από τον παραγωγό. Το προϊόν της εργασίας είναι η εργασία που παγιώνεται σ' ένα αντικείμενο, που γίνεται πράγμα, είναι η αντικειμενοποίηση της εργασίας." (MEW EB I, σελ. 510, 511-512 & 519).

Βλέπουμε λοιπόν ότι στο πλαίσιο της ανθρωπολογικής-ουσιοκρατικής φιλοσοφίας και του εμπειρισμού, δηλαδή στον ίδιο θεωρητικό χώρο στον οποίο διαμορφώνεται η κλασική Πολιτική Οικονομία, ο νεαρός Marx ορίζει ένα νέο αντικείμενο ανάλυσης (την αλλοτρίωση του ανθρώπινου είδους) και ασκεί μια "εξωτερική" κριτική στην Πολιτική Οικονομία: τη θεωρεί ως μια επιστήμη της αλλοτριωμένης ανθρώπινης υπόστασης. Πρόκειται για μια κριτική που ακολουθεί τα θεωρητικά σχήματα του Feuerbach: "Η κριτική της Πολιτικής Οικονομίας όπως και η θετική κριτική γενικά οφείλουν την αυθεντική τους θεμελίωση στις ανακαλύψεις του Feuerbach. Από τον Feuerbach ξεκινάει η θετική ανθρωπιστική και νατουραλιστική κριτική" (MEW EB I, σελ.468).

Εντούτοις, δύο βασικά χαρακτηριστικά της προσέγγισης αυτής του νεαρού Marx, η μη ατομιστική σύλληψη της ανθρώπινης φύσης(το ανθρώπινο γένος) και η φοϋερμπαχιανή στράτευσή του στον εμπειρισμό(η θεώρηση της εννοιολογικής αφαίρεσης ως αλλοτρίωσης) αποδείχθηκαν ένα εκρηκτικό μίγμα για την ανθρωπολογική-ουσιοκρατική προσέγγισή του.

Το ρόλο του καταλύτη αποτέλεσε η πολεμική του νέο-χεγκελιανού Max Stirner προς τον Feuerbach τον Οκτώβριο 1844 (Heinrich 1991, σελ. 113 επ.). Ο Stirner ψέγει τον Feuerbach, αλλά και τους νέο-χεγκελιανούς, ότι ορίζοντας (σε αναφορά με τους συγκεκριμένους ανθρώπους) μία "ανθρώπινη φύση", στην πραγματικότητα καταφεύγουν και αυτοί σε μια αφαίρεση από την πραγματικότητα και υιοθετούν απλώς ένα νέο θεολογικό είδωλο των συγκεκριμένων ανθρώπων. Σύμφωνα με τον Stirner υπάρχει μόνο το κάθε ξεχωριστό άτομο, το κάθε ξεχωριστό "εγώ", το οποίο δεν υπόκειται σε κανέναν αφαιρετικό προσδιορισμό. Οι απόψεις αυτές προβληματίζουν ιδιαίτερα τους Marx και Engels, παρότι αυτοί επισημαίνουν ότι ο "συγκεκριμένος άνθρωπος" του Stirner δεν είναι παρά το άτομο και η συνείδηση της "παρούσας κοινωνίας" (βλ. Heinrich 1991, σελ. 113 επ., MEW 27, σελ. 11).

Από το νέο ιδεολογικό-θεωρητικό μίγμα που προέκυψε μετά την παρέμβαση του Stirner [11] , θα αναδυθεί λίγους μήνες αργότερα μια εντελώς νέα σύνθεση: Με τις Θέσεις για τον Feuerbach (Marx, MEW 3, σελ. 5-7, 1845) και με τη Γερμανική Ιδεολογία (Marx/Engels, MEW 3, σελ. 9-530, 1845-46), οι Marx και Engels έρχονται σε ρήξη με κάθε εκδοχή της ανθρωπολογικής-ουσιοκρατικής φιλοσοφίας και ιδεολογίας. Η ανθρώπινη φύση δεν θεωρείται πλέον μια αναλλοίωτη εσωτερική ουσία της ανθρωπότητας, αλλά το μεταβαλλόμενο αποτέλεσμα της ιστορικής εξέλιξης, το προϊόν ενός συγκεκριμένου τρόπου οργάνωσης της οικονομίας και της κοινωνίας, στο πλαίσιο μιας κοινωνικής εξουσίας που προκύπτει ερήμην της θέλησης των ανθρώπων, από την πάλη των τάξεων. Η ιστορία δεν είναι η ιστορία της ανθρώπινης αλλοτρίωσης, αλλά της πάλης των τάξεων.

"O Feuerbach διαλύει τη θρησκευτική ουσία σε ανθρώπινηουσία. Αλλά η ανθρώπινη ουσία δεν είναι μια αφαίρεση που ενυπάρχει στο μεμονωμένο άτομο. Στην πραγματικότητά της είναι το σύνολο των κοινωνικών σχέσεων" (Marx, 6η θέση για τον Feuerbach, MEW 3, σελ. 6).

"Αυτό το σύνολο των παραγωγικών δυνάμεων, κεφαλαίων και κοινωνικών μορφών επικοινωνίας, τις οποίες κάθε υποκείμενο και κάθε γενιά βρίσκει ως κάτι δεδομένο, είναι η πραγματική αιτία γιαυτό, το οποίο οι φιλόσοφοι έχουν παρουσιάσει ως ‘ουσία' και ‘φύση του ανθρώπου'" (MEW 3, σελ. 38). "Η κοινωνία δεν αποτελείται από άτομα, αλλά εκφράζει το σύνολο των συσχετισμών, των σχέσεων αυτών των ατόμων μεταξύ τους" (Μαρξ 1990 -Grundrisse- σελ. 194).

Οι ιδέες των ανθρώπων, η συνείδησή τους, αποτελεί επομένως επίσης ιστορικό προϊόν, εκφράζει, σε κάθε εποχή, την αντίληψη που σχηματίζουν οι άνθρωποι για τις υλικές συνθήκες ύπαρξής τους, αντίληψη στην οποία αποτυπώνεται όχι η επιστημονική γνώση αλλά η ιδεολογική κυριαρχία της άρχουσας τάξης: "Οι άνθρωποι είναι αυτοί που παράγουν τις αντιλήψεις τους, τις ιδέες τους κ.λπ., αλλά οι πραγματικοί δρώντες άνθρωποι, έτσι όπως καθορίζονται από μια συγκεκριμένη ανάπτυξη των παραγωγικών τους δυνάμεων και των σχέσεων που αντιστοιχούν σ' αυτές μέχρι τις πιο πλατιές μορφές τους" (MEW 3, σελ. 26). "Οι ιδέες της κυρίαρχης τάξης είναι σε κάθε εποχή οι κυρίαρχες ιδέες. Με άλλα λόγια, η τάξη που είναι η κυρίαρχη υλική δύναμη της κοινωνίας, είναι ταυτόχρονα η κυρίαρχη πνευματική της δύναμη" (MEW 3, σελ. 46).

Η ανατροπή του καπιταλιστικού κοινωνικού καθεστώτος δεν αποτελεί ούτε ένα ιδανικό ή μια ηθική επιταγή, ούτε μια διαδικασία ανάκτησης από τον άνθρωπο της χαμένης ουσίας του. Συνιστά μια αντικειμενική ροπή της πάλης των τάξεων, τη δυνατότητα και τη δυναμική της οικοδόμησης της εργατικής εξουσίας: "Ο κομμουνισμός δεν είναι για μας μια κατάσταση, η οποία πρέπει να δημιουργηθεί, ένα ιδεώδες, προς το οποίο πρέπει να κατευθυνθεί η πραγματικότητα. Ονομάζουμε κομμουνισμό την πραγματικήκίνηση, η οποία ανατρέπει την παρούσα κατάσταση" (MEW 3, σελ. 35).

Βρισκόμαστε, λοιπόν, από το 1845 και μετά, μπροστά σε μια τομή στη σκέψη του Marx (και του Engels), η οποία συνίσταται στη ρήξη με την ανθρωπολογική-ουσιοκρατική φιλοσοφία και ιδεολογία. Η φύση του ανθρώπου υποκαθίσταται από τις κοινωνικές σχέσεις στο πλαίσιο ενός συγκεκριμένου κάθε φορά τρόπου παραγωγής, οι οποίες καθορίζουν τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά του συγκεκριμένου-κοινωνικού ανθρώπου και οι οποίες υπόκεινται σε μετασχηματισμούς και ανατροπές στο πλαίσιο της ιστορικής διαδικασίας της πάλης των τάξεων. "Η ιστορία όλων των μέχρι σήμερα κοινωνιών είναι ιστορία ταξικών αγώνων" (Mαρξ/Ένγκελς 1965, σελ. 29). Η ρήξη αυτή δεν εγκαινιάζει απλώς ένα νέο θεωρητικό αντικείμενο (όπως συνέβαινε στο εσωτερικό των ανθρωπολογικών-ουσιοκρατικών προσεγγίσεων, με την υιοθέτηση μιας διαφορετικής κάθε φορά αξιωματικής θέσης σχετικά με τη φύση του ανθρώπου), αλλά διανοίγει ένα νέο θεωρητικό χώρο, σε αντιστοιχία με μια νέα έννοια της κοινωνικής πραγματικότητας.

Η κοινωνία είναι αποτέλεσμα μιας ιστορικής διαδικασίας, μιας διαδικασίας με κινητήρια δύναμη(πάλη των τάξεων) αλλά χωρίς υποκείμενο-δημιουργό, [12] και αποτελεί ένα δομημένο όλον, ένα σύστημα(οικονομικής, πολιτικής, ιδεολογικής) ταξικής εξουσίας, που διέπεται από ένα σύνολο αντιφάσεων(και όχι από τις εκφάνσεις μιας και της αυτής αντίφασης όπως θα το ήθελε μια χεγκελιανή ερμηνεία της μαρξικής σκέψης. Για μια κριτική του "εγελομαρξισμού" βλ. και Heinrich 1995). Η συνείδηση των ανθρώπων, δηλαδή το σύνολο των ιδεολογικών σχέσεων και αντιφάσεων, ερμηνεύεται έτσι ως ένα στοιχείο, ένα επίπεδο της συνολικής κοινωνικής δομής και της ταξικής πάλης που διεξάγεται στο εσωτερικό της, όχι ως η "αλλοτρίωση" ή η "συνείδηση του Ανθρώπου". [13] Το κοινωνικό επίπεδο που σε τελευταία ανάλυση καθορίζει τα δομικά χαρακτηριστικά όλων των κοινωνικών επιπέδων και τον τύπο της μεταξύ τους άρθρωσης, είναι το οικονομικό. (Για τα ζητήματα αυτά βλ. Althusser 1972, Αλτουσέρ 1978 & 1983, Πασουκάνις 1977).

Ο Marx οριοθετεί έτσι ένα νέο θεωρητικό χώρο, στο εσωτερικό του οποίου θα διαμορφώσει αργότερα, όταν ολοκληρώσει τη ρήξη του και με τον εμπειρισμό, μια νέα "επιστημονική ήπειρο" (Αλτουσέρ): την επιστήμη της (καπιταλιστικής) κοινωνίας.

3.2 Η ρήξη με τον εμπειρισμό

Η νέα έννοια της κοινωνικής πραγματικότητας που συγκροτεί ο Marx μετά το 1845 τον φέρνει αυτόματα αντιμέτωπο με τις εννοιολογικές κατηγορίες και τους "νόμους" της Πολιτικής Οικονομίας. Η σχέση του με την Πολιτική Οικονομία δεν μπορεί να εξακολουθήσει να είναι "εξωτερική" (θεώρηση της Πολιτικής Οικονομίας ως μιας επιστήμης που περιγράφει την αλλοτριωμένη ανθρωπότητα). Στο νέο θεωρητικό χώρο, απαιτείται η διαμόρφωση μιας συγκεκριμένης θεωρίαςκαι συγκεκριμένων εννοιών που να αναλύουν την πραγματικότητα του ταξικού ανταγωνισμού και της ταξικής εκμετάλλευσης.

Ο Marx αρχίζει, λοιπόν, τη μελέτη της Πολιτικής Οικονομίας, αποδεχόμενος αρχικά πλήρως τη ρικαρδιανή προσέγγιση και επισημαίνοντας απλώς τον ιστορικό χαρακτήρα του αντικειμένου ανάλυσης, δηλαδή το ότι δεν πρόκειται για την ανθρώπινη οικονομία γενικά, αλλά για την οικονομία ενός ιστορικά συγκεκριμένου τρόπου παραγωγής, την καπιταλιστική οικονομία (και κοινωνία). Η προσέγγιση αυτή του Marx παραμένει ακόμα στο έδαφος του εμπειρισμού, και υποστηρίζει ότι οι κλασικοί οικονομολόγοι ανήγαγαν μέσω της αφαίρεσης τους "ιστορικούς νόμους" σε "αιώνιους νόμους" (MEW 4, σελ. 130, "Η Αθλιότητα της Φιλοσοφίας"). Χαρακτηριστικά ο Marx, στη Γερμανική Ιδεολογία,θα υποστηρίξει: "H εμπειρική παρατήρηση πρέπει σε κάθε ξεχωριστή περίπτωση να μας δείξει εμπειρικά, και χωρίς οποιαδήποτε μυστικοποίηση και θεωρητικολογία, τη σύνδεση της κοινωνικής και πολιτικής δομής με την παραγωγή" (MEW 3, σελ. 25).

Εντούτοις, η θεωρητική επεξεργασία και υπέρβαση της "λανθάνουσας" μορφής υπό την οποία εμφανίζεται στον Ricardo η ερμηνεία του κέρδους (ως η διαφορά ανάμεσα στην αξία του εμπορεύματος και στην αξία της εργασιακής δύναμης που χρησιμοποιήθηκε για την παραγωγή του) οδηγεί τον Marx σε ρήξη και με τον εμπειρισμό. Η συγκρότηση της υπεραξίας, ως μιας έννοιας που συλλαμβάνει θεωρητικά το κοινωνικό-σχεσιακό περιεχόμενο τόσο του κέρδους όσο και της προσόδου, καίτοι η ίδια δεν αποτελεί εμπειρικώς αισθητή πραγματικότητα, (αντιλαμβάνεται δηλαδή ότι αποτελούν μορφές της υπερ-εργασίας στον καπιταλιστικό τρόπο παραγωγής), πιστοποιεί την οριστική απομάκρυνση του Marx από τον εμπειρισμό.

Πραγματικά, η υπεραξία αποτελεί μια έννοια που προκύπτει ως προϊόν μιας αφαίρεσηςαπό τις συγκεκριμένες μορφές εμφάνισής της (επιχειρηματικό κέρδος, τόκος, πρόσοδος) και επιτρέπει την κατανόηση των συγκεκριμένωναυτών οικονομικών μορφώνως εκφάνσεων μιας κοινωνικής σχέσης (της καπιταλιστικής εκμετάλλευσης), τα βασικά χαρακτηριστικά της οποίας δεν είναι αντιληπτά στη βάση μόνον την εμπειρικής παρατήρησης.

Η ρήξη του Marx με τον εμπειρισμό αποτυπώνεται για πρώτη φορά σε καθαρή μορφή στην Εισαγωγή του 1857 (Μαρξ 1989, σσ. 53-74). Στο κείμενο αυτό ο Marx σκιαγραφεί τη μέθοδο της επιστημονικής προσέγγισης και κατανόησης της πραγματικότητας, παίρνοντας τις αποστάσεις του τόσο από τον εμπειρισμό, όσο και από τον ορθολογισμό (αλλά και τη χεγκελιανή φιλοσοφία). Ο Marx αποκαλεί διαλεκτική μέθοδοτον τρόπο συγκρότησης των εννοιών με βάση τις οποίες μπορεί κανείς να οικειοποιηθεί νοητικά την πραγματικότητα, δηλαδή να αποκαλύψει την εσωτερική αιτιακή αλληλοσυσχέτιση και "κανονικότητα" των φαινομένων.

Η μέθοδος συνίσταται στο να ξεκινήσει κανείς (όπως στην περίπτωση του εμπειρισμού, π.χ. της κλασικής Πολιτικής Οικονομίας) από τα συγκεκριμένα-εμπειρικά αντικείμενα και να καταφύγει στην νοητική αφαίρεση. Όμως, ο Marx αντιλαμβάνεται πλέον ότι η ερμηνεία των φαινομένων δεν μπορεί να περιοριστεί σ' αυτό το πρώτο βήματης ανάλυσης. Οι αφαιρέσεις από μόνες τους δεν αποκαλύπτουν την αιτιακή αλληλουχία μεταξύ των φαινομένων, δεν συγκροτούν τις έννοιες των εμπειρικά αντιληπτών αντικειμένων της πραγματικότητας. Για να ολοκληρωθεί η διαδικασία νοητικής-επιστημονικής αναπαραγωγής του πραγματικού (ιδιοποίησης της πραγματικότητας) χρειάζεται ένα δεύτερο βήμα, η "επιστροφή" από τις αφαιρέσεις στο συγκεκριμένο αντικείμενο.

Προκύπτει έτσι μια θεωρητική διαδικασία μέσω της οποίας παράγεται η επιστημονική έννοια του συγκεκριμένου, η έννοια που αποδίδει τις αιτιακές σχέσεις που ρυθμίζουν την πραγματικότητα, οι οποίες όμως ποτέ δεν εμφανίζονται καθαυτές στο χώρο της πραγματικότητας και των φαινομένων, δεν ανήκουν στο χώρο των εμπειρικά απτών οντοτήτων και φαινομένων. Η μετάβαση από το αφηρημένο στο συγκεκριμένο αντικείμενο της επιστημονικής μεθόδου διαφοροποιείται έτσι ριζικά από τη μέθοδο του ορθολογισμού (αλλά και από τον τρόπο που χρησιμοποιεί ο Hegel την αφαίρεση), διότι δεν αποτελεί αυτόνομη διαδικασία, αλλά τη δεύτερη φάση μιας διττής διαδικασίας εννοιακής αποκωδικοποίησης του συγκεκριμένου ("επιστροφή στο συγκεκριμένο").

"Ο πληθυσμός είναι μια αφαίρεση, αν παραλείψω, για παράδειγμα, τις τάξεις που τον αποτελούν. Αυτές οι τάξεις είναι πάλι λόγος κενός αν δεν γνωρίζω τα στοιχεία πάνω στα οποία βασίζονται. Π.χ. μισθωτή εργασία, κεφάλαιο κλπ. (...) Αν λοιπόν άρχιζα με τον πληθυσμό, αυτό θα ήταν μια χαοτική παράσταση του όλου, και ο ακριβέστερος προσδιορισμός θα με οδηγούσε αναλυτικά σε ολοένα πιο απλές έννοιες (...) σε ολοένα πιο ισχνές αφαιρέσεις, μέχρι να φτάσω στους απλούστατους προσδιορισμούς. Από κει θάπρεπε τώρα να ξαναρχίσω το ταξίδι αντίστροφα, ώσπου να φτάσω επιτέλους πάλι στον πληθυσμό, αυτή τη φορά όμως όχι σαν χαοτική παράσταση του όλου, αλλά σαν πλούσια ολότητα πολλών προσδιορισμών και σχέσεων. Ο πρώτος δρόμος είναι αυτός που η πολιτική οικονομία ακολούθησε ιστορικά στη γένεσή της (...) Το συγκεκριμένο είναι συγκεκριμένο επειδή είναι η συνόψιση πολλών προσδιορισμών, άρα ενότητα του πολλαπλού. Γιαυτό στη σκέψη εμφανίζεται σαν διαδικασία συνόψισης, σαν αποτέλεσμα, όχι σαν αφετηρία. Παρόλο που αποτελεί την πραγματική αφετηρία, άρα και την αφετηρία της αντίληψης και της παράστασης. Στην πρώτη πορεία η ολοκληρωμένη παράσταση εξαϋλώθηκε σε αφηρημένο προσδιορισμό. Στη δεύτερη, οι αφηρημένοι προσδιορισμοί οδηγούν στην αναπαραγωγή του συγκεκριμένου με τη σκέψη. Γιαυτό ο Χέγκελ έπεσε στην αυταπάτη να θεωρεί το πραγματικό σαν αποτέλεσμα της σκέψης που συνοψίζει μέσα της τον εαυτό της, εμβαθύνει στον εαυτό της και κινεί η ίδια τον εαυτό της. Ενώ η μέθοδος της ανόδου από το αφηρημένο στο συγκεκριμένο δεν είναι παρά ο τρόπος που η σκέψη οικειοποιείται το συγκεκριμένο, το αναπαράγει σαν πνευματικά συγκεκριμένο" (Mαρξ 1989 -Εισαγωγή σε Grundrisse-, σελ. 66-67).

Μέσα από αυτή τη θεωρητική μέθοδο παράγονται αφηρημένες κατηγορίες που συνιστούν εννοιακούς προσδιορισμούς της συγκεκριμένης (παρούσας ή ιστορικής) πραγματικότητας. Έτσι, για παράδειγμα, η μαρξική έννοια του κεφαλαίου "δεν είναι αυθαίρετη, αλλά συμπυκνώνει την differentia specifica [ειδοποιό διαφορά] του κεφαλαίου σε αντιδιαστολή απ' όλες τις άλλες μορφές του πλούτου - μ' άλλα λόγια, τους άλλους τρόπους ανάπτυξης της (κοινωνικής) παραγωγής" (Mαρξ 1990 -Grundrisse-, σελ. 340).

Γίνεται κατανοητό, ότι οι αφαιρέσεις στις οποίες οδηγεί η ρήξη του Marx με τον εμπειρισμό δεν παραπέμπουν στην υιοθέτηση από τη μεριά του της μεθοδολογίας των "οικονομικών μοντέλων", σύμφωνα με την οποία απομονώνονται κάποιες όψεις της οικονομικής πραγματικότητας, οι οποίες, με βάση κάποιες λιγότερο ή περισσότερο αυθαίρετες παραδοχές, θεωρούνται οι σημαντικότερες, και στη συνέχεια αναζητούνται σχέσεις ανάμεσα στα "μεγέθη" του μοντέλου, όπως συμβαίνει με τα νεοκλασικά ή νεορικαρδιανά μαθηματικά μοντέλα. Πρόκειται, αντίθετα, για τη διαδικασία επιστημονικής κατανόησης και ερμηνείας των οικονομικών σχέσεων και "μεγεθών", που αποτελούν την (εμπειρικά ορατή) πραγματικότητα. Μόνο σε αυτή τη θεωρητική βάση έχει νόημα, ορισμένες φορές, η διατύπωση μοντέλων, όπως τα σχήματα αναπαραγωγής στο 2ο τόμο του Κεφαλαίου.

Όταν ο Marx ονομάζει τη μέθοδό του διαλεκτική, δεν εννοεί, λοιπόν, ότι έχει υιοθετήσει τη χεγκελιανή φιλοσοφία και μέθοδο, την οποία εφαρμόζει "υλιστικά". Άλλωστε, στον Επίλογοτης δεύτερης έκδοσης του Κεφαλαίουυποστηρίζει: "Η διαλεκτική μου μέθοδος στη βάση της δεν είναι μόνο διαφορετική από τη χεγκελιανή, μα είναι το κατευθείαν αντίθετό της" (Mαρξ 1963, σελ. 23). Η διαλεκτική αντίφασηαποτελεί για τον Marx όρο που παραπέμπει στην "αδιαφάνεια" της εμπειρικής πραγματικότητας (στο ότι δηλαδή η εμπειρική παρατήρηση δεν μπορεί να αποκαλύψει τους αιτιακούς προσδιορισμούς που καθορίζουν τα συγκεκριμένα χαρακτηριστικά και την εξέλιξή της πραγματικότητας), ενώ η διαλεκτική ανάπτυξητης αντίφασης αναφέρεται στη διαδικασία συγκρότησης των εννοιών και της θεωρίας που αποκωδικοποιούν την πραγματικότητα και αποκαλύπτουν τις δομικές-αιτιακές σχέσεις με βάση τις οποίες αυτή διαμορφώνεται. Με τα λόγια του Ranciere, "η ‘αντίφαση' θα μπορούσε λοιπόν να υποδηλώνει τον ιδιαίτερο τρόπο δράσης κάθε δομής (...) Αναλύοντας την εμπορευματική μορφή, ο Marx ανακάλυψε την αντίφαση, ανακάλυψε δηλαδή ότι τα οικονομικά αντικείμενα προσδιορίζονταν ως εκδηλώσεις μιας ιδιαίτερης δομής (...) Η ανάπτυξη των μορφών της αστικής παραγωγής κατανοείται κατ' αυτόν τον τρόπο ως η ανάπτυξη των μορφών κίνησης της πρωταρχικής αντίφασης, της αντίφασης ανάμεσα στην αφηρημένη εργασία και την συγκεκριμένη εργασία" (Ranciere 1995-β, σελ. 105-106).

Η διαλεκτική αντίφαση του Marx επισημαίνει επομένως την ενότηταανάμεσα στα οικονομικά φαινόμενακαι στη θεωρητική-εννοιακήερμηνείατους. Όπως τα οικονομικά φαινόμενα δεν μπορούν να αποκαλύψουν άμεσα τις αιτιακές κανονικότητες που τα διέπουν, έτσι και οι θεωρητικές έννοιες που αποκαλύπτουν αυτές τις κανονικότητες δεν μπορούν να διατυπωθούν παρά σε συνάρτηση με τις "μορφές εμφάνισής τους", δηλαδή τα φαινόμενα. Οι μαρξικές έννοιες αποτυπώνουν έτσι, όπως επισημαίνει ο Rubin, μια "ενότητα περιεχομένου και μορφής" (Rubin 1994, σελ. 524). Η αξία, δεν είναι η ρικαρδιανή "φυσική τιμή" προς την οποία συγκλίνουν οι αγοραίες τιμές του εμπορεύματος, ή, με άλλη διατύπωση, η εκφρασμένη σε χρήμα ποσότητα εργασίας που δαπανήθηκε για την παραγωγή του εμπορεύματος. Η αξία αποτελεί μια ειδικά καπιταλιστική κοινωνική σχέση: "Θεωρούμε την αξία ως κοινωνική εργασία η οποία έχει πάρει τη μορφή μιας ‘αντικειμενοποιημένης' ιδιότητας του προϊόντος της εργασίας, ή ως ιδιότητα του προϊόντος να μπορεί να ανταλλαχθεί με κάθε άλλο προϊόν, στο βαθμό που αυτή η ιδιότητα του προϊόντος εξαρτάται από την ποσότητα της κοινωνικής εργασίας που απαιτείται για την παραγωγή του (...) Η έννοια της αξίας, θεωρούμενη ως ενότητα του περιεχομένου και της μορφής, συνδέεται μέσω του περιεχομένου της με την προηγούμενη έννοια της αφηρημένης εργασίας και μέσω της μορφής με την επόμενη έννοια της αξίας ανταλλαγής" (Rubin 1994, σελ. 524 & 531).

Η βασική θέση που προέκυψε από τη ρήξη του Marx με τον εμπειρισμό, ότι η αιτιακή κανονικότητα που διέπει την άμεσα ορατή πραγματικότητα δεν μπορεί να αποκαλυφθεί χωρίς την επιστημονική ανάλυση, σημαίνει με άλλα λόγια ότι οι κοινωνικές σχέσεις που διέπουν την (καπιταλιστική) οικονομία και κοινωνία εμφανίζονται (γίνονται άμεσα αντιληπτές από τους φορείς αυτών των σχέσεων) υπό αναγκαστικά "στρεβλές" μορφές: Δηλαδή υπό μορφές που αποκρύπτουν τον πραγματικό χαρακτήρα τους, που αναπαριστούν επομένως "φετιχιστικά" τις κοινωνικές σχέσεις, ως σχέσεις μεταξύ πραγμάτων ή μεταξύ "ανθρώπου" και πραγμάτων. Ο πλούτος παράγει πλούτο, το κεφάλαιο παράγει τόκο, η αξία προκύπτει από το κόστος συν το μέσο κέρδος, δηλαδή από τις "αμοιβές" όλων των "συντελεστών" που συμμετέχουν στην παραγωγή. Η αυθόρμητη συνείδηση των ατόμων (φορέων των κοινωνικών σχέσεων παραγωγής) κινείται αποκλειστικά σ' αυτό το ιδεολογικό "πεδίο απόκρυψης". [14] Με την έννοια αυτή, η μαρξιστική προσέγγιση θεμελιώνει μια θέση που βρίσκεται στον αντίποδα της νεοκλασικής θεώρησης του οικονομικού υποκειμένου (ως ορθολογικού ρυθμιστή μιας διάφανης πραγματικότητας).

3.3 Μια νέα θεωρία της καπιταλιστικής οικονομίας και κοινωνίας

Η τομή του Marx τόσο με την ουσιοκρατική-ανθρωπολογική φιλοσοφία όσο και με τον εμπειρισμό συνιστά ρήξη με την κυρίαρχη αστική ιδεολογία, και ιδρυτική πράξη μιας νέας επιστημονικής περιοχής με την αυστηρή έννοια του όρου. Η κυρίαρχη ιδεολογία είναι εξ ορισμού, από τη γένεσή της, ανθρωπολογική-ουσιοκρατική και (συμπληρωματικά) εμπειριστική: "Σε έναν ιδεαλισμό της ουσίας αντιστοιχεί πάντα ένας εμπειρισμός του υποκειμένου (ή σε έναν ιδεαλισμό του υποκειμένου, ένας εμπειρισμός της ουσίας)" (Αλτουσέρ 1978, σελ. 228).

Ο Marx απορρίπτοντας την ουσιοκρατική-ανθρωπολογική θεώρηση, στην οποία βασίζονται όλες οι θεωρητικές κατασκευές που "φέρουν" την κυρίαρχη αστική ιδεολογία, καταργεί ταυτόχρονα τις στατικές - α-ιστορικές θεωρήσεις των κοινωνικών διαδικασιών. Είδαμε στα προηγούμενα, ότι η υπόθεση που κάνουν οι θεωρήσεις αυτές σχετικά με τη "φύση του ανθρώπου" έχει έναν αξιωματικό και λίγο-πολύ αυθαίρετο χαρακτήρα, απομονώνοντας ένα στοιχείο από αυτά που παρουσιάζονται εμπειρικά ως "ανθρώπινη συμπεριφορά" και ανάγοντάς το σε υπέρτατη "ανθρώπινη ουσία". Η υπόθεση αυτή καθορίζει, όμως, τελεσίδικα τόσο το αντικείμενο όσο και τον τύπο των συμπερασμάτων κάθε ανθρωπολογικής-ουσιοκρατικής προσέγγισης. Τα συμπεράσματα, δηλαδή ο τύπος γνώσης, που προκύπτουν από αυτού του είδους τις προσεγγίσεις συνιστούν αναγκαστικά α-ιστορικές "εκδηλώσεις" της αξιωματικώς υποτεθείσας ανθρώπινης "ουσίας" και οδηγούν, σε όλες τις περιπτώσεις, σε λογικές αντιφάσεις και σε νέες αυθαίρετες υποθέσεις και συμπεράσματα, όταν έρχονται αντιμέτωπα με τα νέα "δεδομένα" που προκύπτουν από την εμπειρική παρατήρηση.

Όμως και ο εμπειρισμός, το συμπλήρωμα και η αφετηρία της "ανθρώπινης ουσίας", δεν αποτελεί παρά απότοκο της κυρίαρχης ιδεολογίας. Ήδη το 1845, όταν ο Marx σημείωνε ότι οι κυρίαρχες αντιλήψεις κάθε εποχής αποτελούν στοιχείο και έκφανση της εξουσίας της κυρίαρχης τάξης, όταν δηλαδή αντιλαμβανόταν τη "συνείδηση" με όρους ιδεολογίας και την ιδεολογία ως συστατικό στοιχείο των κοινωνικών σχέσεων εξουσίας, έπαιρνε τις αποστάσεις του από τον εμπειρισμό. Οι προφάνειες του εμπειρισμού δεν αποτελούν αντικειμενική γνώση, αλλά τις θέσεις της κυρίαρχης ιδεολογίας: "‘Εμπειρικό': δηλαδή σε μεγάλο βαθμό αναμεμειγμένο με μια ιδεολογία που κρύβεται πίσω από τις ‘προφάνειές' της" (Althusser 1972, σελ. 145).

Η κομμουνιστική (αντι-καπιταλιστική) τοποθέτηση του νεαρού Marx (η "πολεμική" του τοποθέτηση απέναντι στον καπιταλισμό) αποτέλεσε σημαντική ιδεολογική προϋπόθεση για τη ρήξη του με την κυρίαρχη ιδεολογία, χωρίς όμως να αποτελεί και τη μοναδική προϋπόθεση. Η ρήξη καθορίστηκε παράλληλα από θεωρητικούς όρους (κρίση και αποσύνθεση της ρικαρδιανής Πολιτικής Οικονομίας, φιλοσοφικές διαμάχες σχετικά με τη "φύση του ανθρώπου", φοϋερμπαχιανή κριτική στον Hegel, παρέμβαση Stirner κ.λπ.). Η κομμουνιστική ιδεολογική τοποθέτηση αποτέλεσε αναγκαία συνθήκη, όχι όμως και ικανή.

Το θεωρητικό σύστημα που εγκαινίασε ο Marx, μέσα από τη ρήξη με την κυρίαρχη αστική ιδεολογία, αποτελεί μια νέα επιστήμη, δηλαδή είναι σύστημακαι ιαδικασίαπαραγωγής αντικειμενικής γνώσης, ενώ το κριτήριο επιστημονικότητας είναι πάντα εσωτερικό στη διαδικασία αυτή, δηλαδή "οι γνώσεις επαληθεύονται μέσα στη διαδικασία παραγωγής τους" (Αλτουσέρ 1983, σελ. 58, βλ. και Μπαλτάς 1991). Δεν πρόκειται για την αποκάλυψη της "ουσίας του ανθρώπου", αλλά για μια διαδικασία συνεχούς προσέγγισης της πραγματικότητας, για την οικοδόμηση των εννοιών που προσδιορίζουν και ερμηνεύουν την πραγματικότητα (μέσω της συνεχούς "επιστροφής" από το αφηρημένο στο συγκεκριμένο), για μια διαδικασία χωρίς τέλος. [15]

Το αντικείμενο της νέας αυτής επιστήμης, που ο Marx ονόμασε Κριτική της Πολιτικής Οικονομίας,είναι ένα ιστορικό αντικείμενο, ένα αντικείμενο του παρόντος που προέκυψε από την ιστορική εξέλιξη: η καπιταλιστική οικονομία και κοινωνία. Για την επιστημονική κατανόηση των συγκεκριμένων καπιταλιστικών οικονομιών και κοινωνιών (κοινωνικών σχηματισμών), ο Marx συγκροτεί μια ενότητα εννοιών που αποδίδουν την ειδοποιό διαφοράκάθε καπιταλιστικού συστήματος, ανεξάρτητα από τις ιδιαίτερες ιστορικές μορφές υπό τις οποίες αυτή εμφανίζεται κάθε φορά. Πρόκειται για τον καπιταλιστικό τρόπο παραγωγής.

Ο καπιταλιστικός τρόπος παραγωγής αποτελεί τον αιτιακό πυρήνα των συνολικών καπιταλιστικών σχέσεων εξουσίας (κι όχι τις κοινωνικές σχέσεις αυτές καθαυτές), τις θεμελιώδεις κοινωνικές-ταξικές αλληλεξαρτήσεις που ορίζουν ένα σύστημα κοινωνικής εξουσίας (μια κοινωνία), σ' όλα τα κοινωνικά επίπεδα, ως καπιταλιστικό σύστημα. Εδώ, βέβαια, εμπεριέχονται και οι πολιτικές σχέσεις εξουσίας: οι σχέσεις που συγκεφαλαιώνουν τη συνολική αστική κυριαρχία και αποτυπώνονται στη συγκεκριμένη υλικότητα της καπιταλιστικής κρατικής δομής.

Ο καπιταλιστικός τρόπος παραγωγής αποτελεί μια εννοιολογική κατασκευή-κλειδί, ένα θεωρητικό "μέσο παραγωγής" για τη μελέτη των σχέσεων που συνέχουν μια συγκεκριμένη καπιταλιστική κοινωνία: συμπυκνώνει τις ειδικά καπιταλιστικές δομικές σχέσεις που χαρακτηρίζουν κάθε καπιταλιστική κοινωνία. Ορίζεται επομένως σε αναφορά με τις συγκεκριμένες καπιταλιστικές κοινωνίες και επιτρέπει την ερμηνεία των "στρεβλών'' μορφών υπό τις οποίες εμφανίζονται οι κοινωνικές και οικονομικές σχέσεις στη "συνείδηση" των συγκεκριμένων κοινωνικών ανθρώπων (φορέων των κοινωνικών σχέσεων). Ταυτόχρονα, η έννοια του καπιταλιστικού τρόπου παραγωγής επιτρέπει την κατανόηση των σχέσεων που αναφέρονται σε διαφορετικά συστήματα κοινωνικής εξουσίας και εκμετάλλευσης, σε μη-καπιταλιστικούς (προ-καπιταλιστικούς) τρόπους παραγωγής. Προκύπτουν έτσι οι έννοιες του δουλοκτητικού τρόπου παραγωγής, του φεουδαρχικού τρόπου παραγωγής, του ασιατικού τρόπου παραγωγής κ.ο.κ.

Η μελέτη της ιστορικής εξέλιξης μιας καπιταλιστικής κοινωνίας, ή η μεταβολή των συγκεκριμένων κάθε ιστορική στιγμή χαρακτηριστικών της, προϋποθέτει την έννοια του καπιταλιστικού τρόπου παραγωγής, αλλά δεν εξαντλείται σ' αυτήν. Ο μεγαλύτερος ή μικρότερος βαθμός συγκέντρωσης και συγκεντροποίησης του κεφαλαίου, ανάπτυξης του πιστωτικού συστήματος, των εξωτερικών οικονομικών συναλλαγών, η διάρκεια της εργάσιμης μέρας, οι οικονομικές και αναπαραγωγικές λειτουργίες του κράτους και η αντίστοιχη διαμόρφωση των μηχανισμών του, το "κράτος πρόνοιας", οι πολιτικές αντιπαραθέσεις, η πολιτειακή μορφή του κράτους, οι ιδεολογίες, οι θεσμικές μορφές οργάνωσης της εργατικής τάξης κ.λπ. δεν αποτελούν μετασχηματισμούς των εσωτερικών-αναγκαίων σχέσεων που διέπουν τον καπιταλιστικό τρόπο παραγωγής (τον "πυρήνα" των σχέσεων εξουσίας), αλλά διαδικασίες στο εσωτερικό συγκεκριμένων κοινωνικών σχηματισμών όπου κυριαρχεί ο καπιταλιστικός τρόπος παραγωγής. (Μηλιός 1988, σελ. 100-108).

Η έννοια της αξίαςαποτελεί, έτσι, στο θεωρητικό σύστημα του Marx, συστατικό στοιχείο της θεωρίας του καπιταλιστικού τρόπου παραγωγής. [16] Ερμηνεύει τον ειδικά καπιταλιστικό χαρακτήρα της εργασίας, την ειδικά καπιταλιστική ομογενοποίηση-κοινωνικοποίησή της στο πλαίσιο της αγοράς, την υπαγωγή της στο κεφάλαιο και την "αντικειμενοποίησή" της στο εμπόρευμα (το οποίο αποτελεί ιδιοκτησία του κεφαλαίου), την ανταλλαγή επομένως των εμπορευμάτων σε "τιμές παραγωγής"που είναι διάφορες από τις αξίες τους, διότι ακριβώς αποτυπώνουν την κυριαρχία του κεφαλαίου επί της εργασίας, την εμφάνιση των προϊόντων της εργασίας ως προϊόντων του κεφαλαίου("των επιχειρήσεων").

Ο "νόμος της αξίας" δεν σημαίνει ότι τα προϊόντα ανταλλάσσονται στις αξίες τους, ούτε ότι για να υπολογίσει κανείς τις τιμές πρέπει να γνωρίζει προηγουμένως τις αξίες, μια πλάνη διαδεδομένη σε πολλούς μαρξιστές. Ποτέ κανείς δεν βλέπει τις αξίες, ποτέ δεν θα αποκτήσουν εμπειρικά αισθητή ύπαρξη, κανείς πρακτικός υπολογισμός δεν έγινε ή θα γίνει σε αξίες, στο πλαίσιο της καπιταλιστικής πραγματικότητας. Ο "νόμος της αξίας" (που αναπαράγει την ενότητα "του περιεχομένου και της μορφής της αξίας") είναι εκείνη η θεωρητική αφαίρεση που μας επιτρέπει να κατανοήσουμε πώς και γιατί τα προϊόντα της εργασίαςστον καπιταλιστικό τρόπο παραγωγής εμφανίζονται υπό τη συγκεκριμένη μορφή των εμπορευμάτων, των οποίων οι χρηματικές τιμέςδιακυμαίνονται γύρω από τις τιμές παραγωγής τους. Μας επιτρέπει, με άλλα λόγια, να κατανοήσουμε τις οικονομικές-κοινωνικές σχέσεις και τις αιτιακές αλληλουχίες, των οποίων οι χρηματικές τιμές είναι μορφές εμφάνισης και φορείς. Με άλλη διατύπωση, η δομή (και οι τάσεις εξέλιξης) της καπιταλιστικής οικονομίας και κοινωνίας μπορούν να συλληφθούν θεωρητικά σε αναφορά με την έννοια της αξίας, παρότι τα εμπορεύματα δεν ανταλλάσσονται στις αξίες τους (παρά ως εξαίρεση, δηλαδή μόνο όταν πρόκειται για ατομικά κεφάλαια της ίδιας οργανικής σύνθεσης και ταχύτητας περιστροφής). Ο κοινωνικά αναγκαίος χρόνος εργασίας καθορίζει τις τιμές των εμπορευμάτων μόνο σε τελευταία ανάλυση.

Πρόκειται για μια νέα, χρηματική, θεωρία της αξίας, ριζικά διαφορετική από τη ρικαρδιανή. Στη μαρξική θεωρία οι αξίες δεν είναι "ποσότητες" προ-δεδομένες από την παραγωγική τεχνική, αλλά εννοιακοί προσδιορισμοί συγκεκριμένων παραγωγικών σχέσεων, που υλοποιούνται στην αγορά. [17] Με τα λόγια του Marx, "εντός της αξιακής σχέσης και της σ' αυτήν ενεχόμενης αξιακής έκφρασης ("ενότητα περιεχομένου-μορφής", Γ.Μ.) δεν ισχύει το αφηρημένα γενικόν (η αξία, Γ.Μ.) ως ιδιότητα του συγκεκριμένου, αισθητηριακά πραγματικού, (της ανταλλακτικής αξίας ή της τιμής, Γ.Μ.), αλλά, αντιστρόφως, το αισθητηριακά πραγματικό ως απλή μορφή εμφάνισης ή ορισμένη μορφή πραγμάτωσης του αφηρημένα γενικού" (Μαρξ 1991, σελ. 185).

H ρήξη της θεωρίας του Marx με την κυρίαρχη ιδεολογία και τις θεωρητικές κατασκευές που απορρέουν από αυτήν, ή πράγμα που είναι το ίδιο, η κριτική προς τις καπιταλιστικές σχέσεις εξουσίας, η αποκάλυψη του εκμεταλλευτικού (και ιστορικού) χαρακτήρα του καπιταλισμού, καθιστούν τη θεωρία αυτή επαναστατική-κριτική και ταυτόχρονα "συγκρουσιακή". Μια θεωρία που προωθείται ως κριτική προς την κυρίαρχη ιδεολογία, αλλά και που αποτελεί μόνιμο στόχο πολεμικής από τους μηχανισμούς της εξουσίας.

Πρόκειται για μια πραγματικότητα, που αναπαράγει συνεχώς τη σύγκρουση με την κυρίαρχη ιδεολογία στο εσωτερικό του μαρξισμού, ενώ παράλληλα δημιουργεί διαρκώς επίδικα αντικείμενα και αντικρουόμενες σχολές στο εσωτερικό του. Δεν θα πρέπει να μας παραξενεύει λοιπόν το γεγονός, ότι ακόμα και στο έργο του ώριμου Μarx και πιο συγκεκριμένα στο Κεφάλαιοδεν είναι σπάνιες οι "υπαναχωρήσεις" προς την προβληματική και το αντικείμενο της κλασικής Πολιτικής Οικονομίας, δηλαδή οι "υπαναχωρήσεις" προς τον εμπειρισμό: O Marx αποδίδει ορισμένες φορές αισθητηριακά εμπειρική υπόσταση σε έννοιες, όπως π.χ. η αφηρημένη εργασία, (η οποία αποδίδει την ειδικά καπιταλιστική ομογενοποίηση της εργασίας και επομένως τη συμβατότητα-ανταλλαξιμότητα των εμπορευμάτων - ως προϊόντων της εργασίας στον καπιταλιστικό τρόπο παραγωγής), την οποία ορισμένες φορές περιγράφει με εμπειρικούς-"τεχνικούς" όρους, ως την εργασία μέσης έντασης και ειδίκευσης. Μια ανάλογη επισήμανση μπορεί να γίνει ακόμα και αναφορικά με την έννοια της αξίας, καθώς o Marx σε ορισμένες περιπτώσεις μοιάζει να παρουσιάζει το "μετασχηματισμό" των αξιών σε τιμές παραγωγής σαν ένα απλό μαθηματικό πρόβλημα που αφορά απλώς τη διαφορετική διανομή δύο ποσοτικά ίσων (και ποιοτικά όμοιων) μεγεθών. (Βλ. και Heinrich 1991, σελ. 154-255).

Παρά όμως τις όποιες "υπαναχωρήσεις", η ρήξη με την κυρίαρχη ιδεολογία, δηλαδή ο νέος θεωρητικός-επιστημονικός χώρος που εγκαθιδρύει το μαρξικό έργο, επιτρέπει στο μαρξισμό να αποκτά επίσης την υπόσταση μιας μαζικής ιδεολογίας: να τροφοδοτεί με ιδεολογικές θέσεις μάχης τα κινήματα των εργαζόμενων τάξεων, να λειτουργεί ως μια πρακτική-ιδεολογία-μαζών, που διαπλέκεται με τα κοινωνικά κινήματα και τα αριστερά πολιτικά κόμματα (βλ. αναλυτικά Μηλιός 1996, σελ. 9-34). Η μεγαλύτερη ή μικρότερη απήχηση της μαρξιστικής θεωρίας δεν εξαρτάται έτσι τόσο από τη (δεδομένη) υπεροχή της ως προς την Κλασική Πολιτική Οικονομία ή τις απολογητικές νεοκλασικές προσεγγίσεις, αλλά από την έκβαση αυτών ακριβώς των ιδεολογικών και πολιτικών συγκρούσεων στο επίπεδο της συνολικής κοινωνίας. Αλλά εδώ ξεπερνάμε το επίπεδο των όρων και των κριτηρίων συγκρότησης μιας επιστημονικής πρακτικής.

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

Αlthusser, L. & Balibar, E. (1972): DasKapital lesen, 2 τόμοι, Rowohlt, Reinbeck/Hamburg

Αλτουσέρ, Λ. (1978): Για τον Μαρξ, Γράμματα, Αθήνα Αλτουσέρ, Λ. (1983): Στοιχεία αυτοκριτικής, Πολύτυπο, Αθήνα

Bentham, J. (1948): ThePrinciples of Morals and Legislation, Hafner Press, New York

Δημούλης, Δ. (1995): Συνιστώσες και δομή της πολιτικής αντιπαράθεσης (β). Το πρόβλημα

του "κοινωνικού συμβολαίου", Θέσειςτ. 53, σσ. 15-41

Δρόσος, Δ. Γ. (1994): Αγορά και κράτος στον Adam Smith, εκδ. Ιδρ. Σάκη Καράγιωργα,

Αθήνα

Heinrich, M. (1991): DieWissenschaft vom Wert, VSA-Verlag, Hamburg

Heinrich, M. (1995): Ο Χέγκελ, τα "Grundrisse" και το "Κεφάλαιο". Συγκρότηση, αντικείμενο και μέθοδος της Κριτικής της Πολιτικής Οικονομίας, Θέσειςτ. 51, σσ.

71-91

Λένιν, Β. Ι. (1953), Άπαντα, τ. 21, εκδ. ΚΕ του ΚΚΕ.

Μαρξ, Κ. (1963): Το Κεφάλαιο, τ. 1, Μόρφωση, Αθήνα Μαρξ, Κ. (1978): Το Κεφάλαιο, τ. 3, Σύγχρονη Εποχή, Αθήνα Μαρξ, Κ. (1989): Grundrisse, τ. 1ος, Στοχαστής, Αθήνα

Μαρξ, Κ. (1989-α): Για το κράτος, Εξάντας, Αθήνα

Μαρξ, Κ. (1990): Grundrisse, τ. 2ος, Στοχαστής, Αθήνα

Μαρξ, Κ. (1991): Εμπόρευμα και χρήμα, Κριτική, Αθήνα

Μαρξ, Κ. (1993): Μαργκινάλιαστο "Εγχειρίδιο Πολιτικής Οικονομίας" του Adolph Wagner, Κριτική, Αθήνα

Mαρξ, K./Ένγκελς, Φ. (1965): Μανιφέστο του Κομμουνιστικού Κόμματος, εκδ. Παπακώστα,

Αθήνα ΜΕW (Marx-Engels-Werke) [1969-1977], διάφοροι τόμοι, Dietz Verlag, Berlin (Ost)

Μηλιός, Γ. (1988): Ο ελληνικός κοινωνικός σχηματισμός. Από τον επεκτατισμό στην καπιταλιστική ανάπτυξη, Εξάντας, Αθήνα Μηλιός, Γ. (1996): Ο μαρξισμός ως σύγκρουση τάσεων, Εναλλακτικές εκδόσεις, Αθήνα Μπαλτάς, Α. (1996): Πρόταση για τη συγκρότηση της έννοιας "επισήμη", περιοδ. λόγου χάριν, τ.2, άνοιξη 1991, σσ. 37-72

Μπουχάριν, Ν. (1988): Η πολιτική οικονομία του εισοδηματία, Κριτική, Αθήνα Πασουκάνις, Ε. (1977): Μαρξισμός και δίκαιο, Οδυσσέας, Αθήνα Ranciere, J. (1995-α): Η έννοια της κριτικής και η κριτική της πολιτικής οικονομίας από τα

"Χειρόγραφα του 1844" στο "Κεφάλαιο" (μέρος Α'), Θέσεις τ. 52, σσ. 75-99

Ranciere, J. (1995-β): Η έννοια της κριτικής και η κριτική της πολιτικής οικονομίας

από τα "Χειρόγραφα του 1844" στο "Κεφάλαιο" (μέρος Β'), Θέσειςτ. 53, σσ. 89-114

Ranciere, J. (1996-α): Η έννοια της κριτικής και η κριτική της πολιτικής οικονομίας

από τα "Χειρόγραφα του 1844" στο "Κεφάλαιο"(μέρος Γ'), Θέσειςτ. 54, σσ. 101-124

Ranciere, J. (1996-β): Η έννοια της κριτικής και η κριτική της πολιτικής οικονομίας

από τα"Χειρόγραφα του 1844" στο "Κεφάλαιο"(μέρος Δ'), Θέσειςτ. 55, σσ. 65-89

Ricardo, David (1992): Αρχαί Πολιτικής Οικονομίας και Φορολογίας, Γκοβόστης Ρικάρντο, Ντ. & Μαρξ, Κ. (1989): Αξία και υπεραξία, Κριτική, Αθήνα

Roll, E. (1989): A History of Economic Thought, faber & faber, London

Rubin, I. I. (1994): Ιστορία Οικονομικών Θεωριών, Κριτική, Αθήνα Smith, A. (1981): An Inquiry into the Nature and Causes of the Wealth of Nations, 2 τόμοι,

Libetry Classics, Indianapolis

Σταμάτης, Γ. (1991): Νεοκλασική Μικροοικονομική Θεωρία. Παρουσίαση και Κριτική,

Κριτική, Αθήνα Χομπς, Τ. (1989): Λεβιάθαν, 2 τόμοι, Γνώση, Αθήνα Weeks, J. (1989): A Critique of Neoclassical Macroeconomics, MACMILLAN, London


[1] Το A Discourse of the Common Weal of the Realm of England, ένα από τα σημαντικότερα έργα της πρώιμης μερκαντιλιστικής περιόδου, που αποδίδεται στον John Hales, γράφτηκε το 1549 και εκδόθηκε το 1581 (Rubin 1994, σελ. 60).

[2] Ο Smith, πριν καταπιαστεί με τη συγγραφή του "Πλούτου των Εθνών", ήταν καθηγητής Ηθικής Φιλοσοφίας στο Πανεπιστήμιο της Γλασκόβης και το 1759 εξέδωσε το πρώτο σημαντικό έργο του, TheTheory of Moral Sentiments.

[3] Οι πολιτικοί φιλόσοφοι θεωρούσαν τη συγκρότηση της κοινωνίας ως το αποτέλεσμα ενός συμβολαίου, η αναγκαιότητα και ο χαρακτήρας του οποίου προέκυπτε ακριβώς από τη "φύση" του ανθρώπου. Στην περίπτωση όμως αυτή ως "φύση" του ανθρώπου εθεωρείτο η τάση για απόλυτη ατομική ελευθερία: "Το φυσικό δικαίωμα, που οι συγγραφείς κοινώς αποκαλούν jus naturale, είναι η ελευθερία που διαθέτει κάθε άνθρωπος να χρησιμοποιήσει την ισχύ του κατά βούληση (...) Η ανθρώπινη κατάσταση (...) είναι κατάσταση πολέμου όλων εναντίον όλων, στο πλαίσιο της οποίας ο καθένας υπακούει στο δικό του Λόγο (...) Η αμοιβαία μεταβίβαση δικαιώματος είναι το λεγόμενο συμβόλαιο (...) Υπάρχει ένας και μοναδικός τρόπος συγκρότησης κοινής εξουσίας, ικανής να προστατεύει τους ανθρώπους από τις έξωθεν εισβολές και τις μεταξύ τους αδικοπραγίες (...) Ο τρόπος είναι ο εξής: όλοι εκχωρούν ολόκληρη τη δύναμη και την ισχύ τους σ' έναν άνθρωπο ή σε μια συνέλευση ανθρώπων (...) Τούτο είναι μια κοινή εξουσία, ικανή να τους εμπνέει δέος και να κατευθύνει τις πράξεις τους προς το κοινό όφελος" (Χομπς 1989, σελ. 199-202 & 240-241). Για τις θεωρίες αυτές και την κριτική τους βλ. Δημούλη (1995).

[4] Διότι "ίσες ποσότητες εργασίας είναι ίσης αξίας για τον εργαζόμενο", εφόσον μια μέρα εργασίας σημαίναι πάντα θυσία της ίδιας ποσότητας "άνεσης, ελευθερίας και ευτυχίας" (Smith 1981, I. v. 7, σελ. 50).

[5] Δηλαδή η αξία των προϊόντων που παράγονται με τη δαπάνη μιας ποσότητας εργασίας.

[6] Είναι κατανοητό έτσι γιατί ο Carey, που θεωρούσε ότι η καπιταλιστική οικονομία ενσαρκώνει την Αρμονία των Συμφερόντων , έγραφε το 1848 ότι το έργο του Ricardo αποτελεί "το αληθινό εγχειρίδιο του δημαγωγού, που επιδιώκει την εξουσία μέσω της

αγροτικής μεταρρύθμισης, του πολέμου και της λεηλασίας" (παρατίθεται στο Rubin 1994, σελ. 416).

[7] Utility: η χρησιμότητα ή το όφελος εξ ενός πράγματος. Στην ελληνική βιβλιογραφία χρησιμοποιούνται εξίσου και οι δύο όροι. Επειδή πρόκειται για το υποκειμενικόαποτέλεσμα εκ της χρήσης ενός "αγαθού", ο όρος όφελος μου φαίνεται ορθότερος. Το ίδιο συμπέρασμα προκύπτει και από το γεγονός ότι ο όρος θεμελιώνεται κατ' αρχήν από τη φιλοσοφία του ωφελιμισμού. Εντούτοις, σε ορισμένες περιπτώσεις ο αγγλικός όρος utility, εφόσον αναφέρεται στην ιδιότητα ενός αντικειμένου, αποδίδεται ορθότερα από τον όρο χρησιμότητα.

[8] Ο Ricardo, είχε την ευκαιρία να ασκήσει κριτική σ' αυτή την πρώτη διατύπωση της θεωρίας του υποκειμενικού οφέλους: "Όταν δίνω 2.000 φορές περισσότερο ύφασμα για μια ουγκιά χρυσού απ' ό,τι για μια ουγκιά σιδήρου, μήπως αυτό σημαίνει ότι αποδίδω 2.000 φορές μεγαλύτερο όφελος (utility) στο χρυσό απ' ό,τι στο σίδηρο; (...) Αν το όφελος ήταν το μέτρο της αξίας είναι πιθανό να έδινα μεγαλύτερη τιμή στο σίδηρο" (Ρικάρντο 1992, σελ. 266). Οι Say, Bastiat, κ.ο.κ., και στη συνέχεια οι νεοκλασικοί οικονομολόγοι απλώς επαναφέρουν, στη θέση της εργασίας, μια προκλασική κατηγορία, ως συστατική έννοια της οικονομικής "επιστήμης": τη χρησιμότητα (αξία χρήσης) ή το όφελος από τη χρήση ενός "αγαθού".

[9] Αντίθετα με τους νεοκλασικούς, ο τελευταίος κλασικός οικονομολόγος, ο John-Stuart Mill (1806-1873) υπήρξε επικριτής της φιλοσοφίας του Bentham. Σε σχετικό δοκίμιό του που περιέχεται στο βιβλίο του Dissertationsand Disquisitions (1867, σελ. 334), παρατηρεί ότι η φιλοσοφία του Bentham δεν περιγράφει την ανθρώπινη συμπεριφορά αλλά "διδάσκει τα μέσα για την οργάνωση και διοίκηση του επιχειρηματικού αποκλειστικά τμήματος της κοινωνικής οργάνωσης". (Παρατίθεται στο Roll 1989, σελ. 355).

[10] "Τα συμπεράσματά μου είναι προϊόν μιας ανάλυσης καθαρά εμπειρικής, η οποία βασίζεται σε μια ενδελεχή κριτική μελέτη της πολιτικής οικονομίας" (MEW ΕΒ Ι, σελ. 467).

[11] Για την κριτική των απόψεων του Stirner, οι Marx και Engels θα αφιερώσουν ένα χρόνο αργότερα το μεγαλύτερο τμήμα της Γερμανικής Ιδεολογίας (περισσότερο από τα 3/5 της έκτασης του έργου).

[12] "H αναλυτική μέθοδός μου δεν εκκινεί από τον άνθρωπο, αλλά από την οικονομικά δεδομένη περίοδο της κοινωνίας" (Mαρξ 1993, σελ. 34). "Εδώ όμως πρόκειται για τα πρόσωπα μόνο στο βαθμό που αποτελούν την προσωποποίηση οικονομικών κατηγοριών και είναι φορείς καθορισμένων ταξικών σχέσεων και συμφερόντων" (Mαρξ 1963, σελ. 14). "Ο μαρξισμός βλέπει την κοινωνία σαν ένα σύστημα χωρίς υποκείμενα" (Μπουχάριν 1988, σελ. 227).

[13] "΄Ετσι η ηθική, η θρησκεία, η μεταφυσική, όλη η άλλη ιδεολογία (...) δεν διατηρούν πια την όψη της αυτονομίας. Δεν έχουν ούτε ιστορία, ούτε εξέλιξη (...)" (MEW 3, σελ. 26).

[14] "Αν είναι έργο της επιστήμης να αναγάγει την ορατή, τη φαινομενική μόνο κίνηση στην εσωτερική πραγματική κίνηση, τότε είναι πέρα για πέρα αυτονόητο, ότι στα κεφάλια των παραγόντων της καπιταλιστικής παραγωγής και των παραγόντων της κυκλοφορίας πρέπει να δημιουργούνται παραστάσεις σχετικά με τους νόμους της παραγωγής, που αποκλίνουν ολότελα από τους νόμους αυτούς και που είναι απλώς η έκφραση στη συνείδηση της φαινομενικής κίνησης. Οι αντιλήψεις ενός εμπόρου, ενός σπεκουλάντη του χρηματιστηρίου, ενός τραπεζίτη είναι κατ' ανάγκην πέρα για πέρα στρεβλές" (Μαρξ 1979, σελ. 396).

[15] "Η επιστημονική μελέτη του ιμπεριαλισμού (...) δεν έχει ουσιαστικά τέλος, όπως δεν έχει τέλος και η επιστήμη γενικά" (Λένιν 1953, τ. 21, σελ. 208). Χαρακτηριστικό παράδειγμα της διαδικασίας παραγωγής θεωρητικών εννοιών και συνεχούς εσωτερικού ελέγχου τους κατά την επιστημονική προσέγγιση της πραγματικότητας, αποτελεί η διαμόρφωση απο τον Marx το 1857, στα Grundrisse, της έννοιας "το κεφάλαιο εν γένει", την οποία όμως εγκαταλείπει αργότερα, το 1861-62, όταν συγκροτεί την έννοια του "συνολικού κοινωνικού κεφαλαίου". (Βλ. Heinrich 1995).

[16] "Ο νόμος της αξίας προϋποθέτει για την πλήρη ανάπτυξή του την κοινωνία της μεγάλης βιομηχανικής παραγωγής και του ελεύθερου ανταγωνισμού, δηλαδή τη σύγχρονη αστική κοινωνία" (MEW 13, σελ. 46).

[17] "Η ανταλλαγή είναι η μορφή του όλου προτσές παραγωγής, η μορφή της κοινωνικής εργασίας" (Rubin 1994, σελ. 508). Η μαρξική έννοια της αξίας είναι έτσι συνυφασμένη με την έννοια (και τη δυνατότητα) της οικονομικής κρίσης (Heinrich 1991, σελ. 188-201).

 
< Προηγ.   Επόμ. >
Θέσεις, τριμηνιαία επιθεώρηση, 37ο έτος (1982-2019), εκδόσεις Νήσος, (Σαρρή 14, 10553, Αθήνα, τηλ-fax: 210-3250058)
Το περιεχόμενο διατίθεται ελεύθερα για μη εμπορικούς σκοπούς, υπό τον όρο της παραπομπής στην αρχική του πηγή