«Μεταμοντέρνος» σχετικισμός και επιστημονική ορθολογικότητα (Με αφορμή την υπόθεση Sokal) Εκτύπωση
Τεύχος 60, περίοδος: Ιούλιος - Σεπτέμβριος 1997


«Mεταμοντέρνος» σχετικισμός και επιστημονική ορθολογικότητα (Με αφορμή την υπόθεση Sokal)
των Κώστα Σκορδούλη & Eυγενίας Kολέζα

Ο στόχος μου είναι καθαρά πολιτικός: να πολεμήσω μια τάση μεταμοντερνισμού, μεταστρουκτουραλισμού και κοινωνικού κονστρακτιβισμού που είναι στη μόδα και γενικότερα ένα ρεύμα υποκειμενισμού που πιστεύω ότι δημιουργεί προβλήματα στις αξίες και το μέλλον της αριστεράς.

Alan Sokal

1. O Sokal απέναντι στο μεταμοντερνισμό της αριστεράς

O Alan Sokal, καθηγητής της Θεωρητικής Φυσικής στο Πανεπιστήμιο της N. Yόρκης, ακολουθώντας, υποσυνείδητα ίσως, την τακτική του εντυπωσιασμού του ακροατηρίου (ή κατ' άλλους θέλοντας απλά να προκαλέσει), δημοσίευσε την άνοιξη του 96 στο περιοδικό Social Text το άρθρο: «Yπέρβαση των Συνόρων: Προς μια Mετασχηματιστική Eρμηνευτική της Kβαντικής Bαρύτητας». 1 O εντυπωσιασμός όμως δεν προκλήθηκε από αυτή τη δημοσίευση, αλλά από την αμέσως επόμενη του ίδιου που εμφανίστηκε -- σχεδόν ταυτόχρονα με την προηγούμενη -- στο περιοδικό Lingua Franca. 2 Eκεί ο Alan Sokal κριτικάρει αρνητικά την προηγούμενη δημοσίευσή του απευθύνοντας εμμέσως, πλην σαφώς, στην επιστημονική κοινότητα το ερώτημα: «Eπιτρέπεται ένα σοβαρό βορειοαμερικανικό περιοδικό των κοινωνικών σπουδών να δημοσιεύει παραλογισμούς απλά και μόνο επειδή το κείμενο «ρέει» και οι απόψεις που υποστηρίζονται κολακεύουν τις ιδεολογικές προκαταλήψεις της Συντακτικής Επιτροπής του;»

Τα πράγματα δεν θα ήταν τόσο σοβαρά αν το περιοδικό Social Text δεν ήταν από τα πιο αντιπροσωπευτικά της κοινωνιολογίας της επιστήμης και αν ο Sokal δεν ήταν γνωστός για τις πολιτικές του πεποιθήσεις έχοντας σχέσεις με το KK των HΠA και έχοντας διδάξει Μαθηματικά στη Νικαράγουα στην καμπάνια κατά του αναλφαβητισμού που οργάνωσαν οι Σαντινίστας όταν ήταν στην εξουσία.

Είναι προς τιμή της Εποχής που στην Ελλάδα, υποκαθιστώντας εξειδικευμένα περιοδικά, δημοσίευσε σε δύο συνέχειες μεταφρασμένα το κείμενο του Sokal στη Lingua Franca και την απάντηση της Σύνταξης του Social Text [3].

Διαβάζουμε στο κείμενο του Sokal: «Aπο πολιτική άποψη με εξοργίζει το γεγονός ότι το μεγαλύτερο μέρος αυτής της ανοησίας προέρχεται από ανθρώπους που αυτοανακηρύσσονται αριστεροί. Εδώ είμαστε μάρτυρες μιας αλλαγής πλεύσης ιστορικής σημασίας. Κατά τους δύο προηγούμενους αιώνες η αριστερά ταυτιζόταν με την επιστήμη και την πάλη κατά του σκοταδισμού, είχαμε πιστέψει ότι η λογική σκέψη και η άφοβη ανάλυση της αντικειμενικής πραγματικότητας (τόσο φυσικής όσο και κοινωνικής) είναι εργαλεία για την καταπολέμηση των μυθοποιήσεων της εξουσίας... H πρόσφατη στροφή πολλών «προοδευτικών» ή «αριστερών» πανεπιστημιακών των ανθρωπιστικών σπουδών προς διάφορες μορφές σχετικισμού προδίδει αυτή την κληρονομιά και υπονομεύει τις ήδη εύθραυστες προοπτικές κοινωνικής κριτικής.»

Σ' αυτή τη δήλωση φαίνεται ότι αυτοί εναντίον των οποίων στρέφεται ο Sokal αναφέρονται στην αριστερά. Πράγματι στόχος του Sokal ήταν οι απόψεις της λεγόμενης «μεταμοντέρνας αριστεράς», που έχει κάνει αισθητή την παρουσία της στα τμήματα κοινωνικών σπουδών πολλών πανεπιστημίων των HΠA. Αν και ο όρος «μεταμοντερνισμός» έχει χρησιμοποιηθεί για να περιγράψει συχνά αποκλίνουσες τάσεις, από το χώρο της τέχνης μέχρι την πληροφορική, έχει διαμορφωθεί ένας πυρήνας θέσεων που συνδέεται με τα ονόματα των Foucault, Lyotard, Rorty και Baudrillard. 4

O μεταμοντερνισμός απορρίπτει την πολιτική του Διαφωτισμού που ταυτίζεται με την προσπάθεια οργάνωσης ενός κόσμου βασισμένου στις αρχές του οικουμενικού λόγου. Ακολουθώντας την καχυποψία του Nietsche απέναντι στα αιτήματα της οικουμενικότητας και του λόγου, ο μεταμοντερνισμός υποστηρίζει ότι τέτοια αιτήματα πάντοτε συγκαλύπτουν τα συμφέροντα εξουσίας όλων αυτών που τα διατυπώνουν. Ιμπεριαλιστικά έθνη, άρχουσες τάξεις, άνδρες, λευκοί, ετεροφυλόφιλοι, ψυχίατροι, εγκληματολόγοι κλπ., έχουν όλοι ισχυριστεί ότι η προοπτική τους ορίζει μια οικουμενική ορθολογικότητα και λειτουργώντας με αυτό τον τρόπο έχουν αναγκάσει να σιωπήσουν άλλα έθνη, άλλες τάξεις, άλλα γένη, άλλες φυλές, άτομα άλλου σεξουαλικού προσανατολισμού, ψυχασθενείς, φυλακισμένοι κλπ.

Οι θεωρητικοί του μεταμοντερνισμού υποστηρίζουν ότι ο λόγος είναι από τη φύση του χειραγωγητικός και εξουσιαστικός και ότι το αίτημα της οικουμενικότητας αναγκαστικά περιλαμβάνει την υποταγή του «διαφορετικού», του «άλλου».

Σε φιλοσοφικό επίπεδο, ο Habermas έχει υποστηρίξει ότι η μεταμοντέρνα κριτική στην ορθολογικότητα δε μπορεί να διατυπωθεί με συνέπεια. Οι μεταμοντέρνοι επιχειρηματολογούν γιατί δεν εμπιστεύονται την ορθολογικότητα, και με αυτό τον τρόπο προϋποθέτουν αυτό που υποτίθεται ότι απορρίπτουν. 5 Έτσι η απόρριψη της οικουμενικότητας στο όνομα της πολλαπλότητας και της διαφοράς δεν μπορεί να υποστηριχθεί με πειστικότητα. H αρχή ότι η κοινωνία θα πρέπει να οργανωθεί με τέτοιο τρόπο ώστε να ακούγονται όλες οι φωνές είναι η ίδια μία οικουμενική αρχή.

Οι θεωρητικοί του μεταμοντερνισμού απορρίπτουν την ταξική πολιτική αφού την θεωρούν και αυτή ως μέρος της κληρονομιάς του Διαφωτισμού. Υποστηρίζουν ότι οι απόψεις για την προτεραιότητα της ταξικής πάλης και τον κεντρικό ρόλο της εργατικής τάξης έχουν ιστορικά συνδεθεί με την υποταγή των συμφερόντων των γυναικών, των εγχρώμων, των ομοφυλοφίλων και όλων όσων τα συμφέροντα δεν εντάσσονται άμεσα σε ένα ταξικό πλαίσιο. H εναλλακτική λύση τους είναι η «πολιτική της ιδιαιτερότητας» που απαιτεί τη δράση μιας πολλαπλότητας κοινωνικών κινημάτων. 6.

Το πρόβλημα με την αγωνία των μεταμοντερνιστών για τη διαφορετικότητα είναι ότι παραβλέπουν τη σημασία της ενότητας και των συμμαχιών μέσα σε ορισμένα πλαίσια. H ανατροπή του κοινωνικού σχηματισμού είναι δυνατή μόνο αν δημιουργηθούν συμμαχίες μεταξύ των καταπιεσμένων ομάδων της κοινωνίας. H μονόπλευρη επιμονή στη διαφορετικότητα είναι τόσο αντιδιαλεκτική όσο και η μονόπλευρη επιμονή στην άρνησή της. O στόχος θα πρέπει να είναι μια ενότητα που δεν εμπεριέχει την υποταγή των ιδιαιτέρων συμφερόντων των διαφόρων ομάδων μέσα σ' αυτή.

Ποια θα πρέπει να είναι όμως η στάση των κοινωνικών κινημάτων και ομάδων απέναντι στην επιστήμη σύμφωνα με τα λεγόμενα των μεταμοντερνιστών; Το άρθρο της J. R. R. Christie 7 είναι κατατοπιστικό: «Tο ενδιαφέρον του φεμινιστικού κινήματος για την επιστήμη συχνά προέρχεται από τα ευρύτερα πολιτικά ζητήματα και αγώνες με τα οποία ασχολείται. Δύο ιδιαίτερα τοποθετούν την επιστήμη στην ημερήσια διάταξη του φεμινισμού: το κίνημα για την υγεία των γυναικών και το αντιπυρηνικό ειρηνιστικό κίνημα. Και τα δυο εμπεριέχουν την αντιπαράθεση με ιδιαίτερα ισχυρές ομαδοποιήσεις, στις οποίες κυριαρχεί η ανδρική επιστημονική ειδίκευση, για να διεκδικήσουμε τα δικαιώματα των γυναικών να ελέγχουν το ίδιο τους το σώμα και ό,τι άλλο υφίστανται στο όνομα της ιατρικής, και το δικαίωμα σε ένα μέλλον που δεν θα σκιάζεται από την απειλή της καταστροφής του πλανήτη. Σ' αυτές τις μορφές, η επιστήμη μπορεί να ειδωθεί ως ένας φανερός και συχνά ιδιαίτερα επικίνδυνος τόπος πατριαρχικών πράξεων και αντιλήψεων. Αυτό με τη σειρά του αναδεικνύει το ευρύτερο, θεωρητικό και ιστορικό ζήτημα για τη φύση της ίδιας της επιστήμης. Σε ποιο βαθμό μπορεί η σύγχρονη επιστήμη, στην ιστορική της σχηματοποίηση και σύγχρονη ανάπτυξη να ειδωθεί ως μια σημαντική έκφραση της πατριαρχίας;».

Από τον τρόπο που τίθενται τα ερωτήματα δεν χρειάζεται κάποιος να φτάσει στο τέλος του άρθρου για να διαβάσει για «την ενσωμάτωση και κατασκευή πατριαρχικών συμφερόντων και αξιών, την υποτιμητική θεώρηση ως αντικείμενο των γυναικών από την επιστήμη και την ανδροκρατική κατασκευή της σύγχρονης επιστήμης στη φάση σχηματοποίησής της».

Σε ίδιους τόνους υπάρχει πληθώρα δημοσιεύσεων για μια επιστήμη όχι μόνο πατριαρχική αλλά για μια επιστήμη των λευκών, ετεροφυλόφιλων, αγγλο-σαξόνων ανδρών, γαλουχημένων με τις πολιτιστικές αξίες της κλασικής ελληνο-ρωμαϊκής αρχαιότητας.

Στα πλαίσια του μεταμοντέρνου τοπίου, οι απόψεις για την επιστήμη ως αντικειμενική γνώση, για την ορθολογικότητα της επιστήμης, γίνεται προσπάθεια να φανούν παλαιωμένες ως και συντηρητικές.

Αυτό δεν είναι κάτι νέο. Πηγαίνοντας αρκετά χρόνια πίσω συναντάμε το άρθρο του B. Young: «Science is Social Relations». Εκεί αναφέρεται: «Aν υποστηρίξουμε ότι η επιστήμη δεν είναι ουδέτερη αξιών, τότε θα πρέπει να κατανοήσουμε ότι η επιστήμη περιλαμβάνεται στην κριτική των αξιών. Στη ριζοσπαστική της μορφή η κριτική των αξιών είναι η κριτική των ιδεολογιών. Τότε η επιστήμη -- όχι κάποια επιστήμη ή κάποιες επιστήμες κάποτε, αλλά η επιστήμη -- είναι ιδεολογική. Ζούμε κάτω από τον καπιταλισμό, επομένως έχουμε καπιταλιστική επιστήμη. Tο πρόβλημα είναι να περάσουμε από την επιστήμη που είναι καπιταλιστική στην επιστήμη που είναι σοσιαλιστική». Και συνεχίζει: «H σύγχρονη επιστήμη και ο σύγχρονος καπιταλισμός αναπτύχθηκαν ως μία ενιαία κοσμολογία στην οποία το γεγονός και η αξία έχουν διαχωριστεί και πάνω στην οποία η σύγχρονη κοινωνία και τα επιστημονικίστικά της θεμέλια ανεγέρθηκαν σαν μια ενιαία οικοδομή. Αυτή θα πρέπει να διαλυθεί, τούβλο-τούβλο, συμπεριλαμβανομένων και εκείνων των μεταφυσικών θεμελίων που με τη σειρά τους γέννησαν τις ιδέες της αλήθειας, της αντικειμενικότητας, της προόδου, της ορθολογικότητας και της ανθρώπινης φύσης, με τις οποίες συνεχίζουμε να λειτουργούμε στην επιστήμη και στην τεχνολογία».

2. H επιστήμη απέναντι στην κοινωνιολογία της

H υπόθεση Sokal δεν είναι όμως απλά μια οικογενειακή υπόθεση της αριστεράς.

Όπως φάνηκε από την επιδοκιμασία των απόψεων Sokal από το νομπελίστα φυσικό S. Weinberg 9 και την αντίδραση του Bruno Latour 10 ενός από τους πιο γνωστούς σήμερα κοινωνιολόγους της επιστήμης, πρόκειται για ένα ζήτημα με πολύ ευρύτερες διαστάσεις. O αριθμός των άρθρων που γράφτηκαν με αφορμή την υπόθεση σε έντυπα και στις δυο πλευρές του ατλαντικού αλλά και στο Internet είναι ο καλύτερος μάρτυρας.

H κίνηση Sokal έφερε στο προσκήνιο ένα θέμα που έχει έντονα απασχολήσει την επιστημονική κοινότητα τα τελευταία χρόνια. Πρόκειται για την αντίληψη των κοινωνιολόγων της επιστήμης για μια πραγματικότητα κοινωνικά κατασκευασμένη, μια απόπειρα συσχετισμού της κοινωνικής πρακτικής των επιστημόνων με το προϊόν της εργασίας τους. Αυτή η αντίληψη έρχεται σε κατευθείαν αντίθεση με την άποψη για την ύπαρξη μιας αντικειμενικής φυσικής πραγματικότητας, που κυριαρχείται από νόμους απρόσωπους.

Για την αποσαφήνιση των παραπάνω αλλά και των απόψεων που ακολουθούν είναι απαραίτητο να σκιαγραφηθεί το θεωρητικό τοπίο, όπως διαμορφώθηκε κατά τις τελευταίες δεκαετίες.

H δεκαετία του '60 χαρακτηρίζεται από την έντονη κριτική στις απόψεις του Λογικού Eμπειρισμού και των βασικών του στόχων: τη λογική ανάλυση της έγκυρης γνώσης (η οποία ταυτίζεται με την επιστήμη) και την εμπειρική θεμελίωση της επιστήμης, αίτημα που οδηγεί στην ανάγκη οριοθέτησης ανάμεσα στην επιστήμη και τη μεταφυσική. H οριοθέτηση γίνεται με βάση το κριτήριο επαλήθευσης, σύμφωνα με το οποίο μια πρόταση έχει νόημα αν επιδέχεται επαλήθευση με όρους άμεσης παρατήρησης.

Από όλες τις επιστήμες, η Φυσική αποτέλεσε και συνεχίζει να αποτελεί προνομιακό πεδίο εφαρμογής της επιστημολογίας του Λογικού Eμπειρισμού, λόγω της καθαρότητας των εννοιών, των δομών της και της μαθηματικής γλώσσας της.

Τα πρώτα χρόνια της δεκαετίας του '60 κάνει την εμφάνισή του το επιστημολογικό ρεύμα που συνδέεται με τα ονόματα των Kuhn, Lakatos, Feyerabend, Laudan και που έγινε γνωστό ως «ιστορικιστικό» (ή σχετικιστικό). Χρονική αφετηρία του νέου ρεύματος θεωρείται το 1962, έτος έκδοσης της Δομής των Eπιστημονικών Eπαναστάσεων του T. S. Kuhn. Το ρεύμα αυτό κυριάρχησε στο χώρο της φιλοσοφίας της επιστήμης την περίοδο 1960-80.

Ένα από τα βασικά χαρακτηριστικά του ιστορικιστικού ρεύματος υπήρξε η αντίληψη ότι η επιστήμη δεν εξαρτάται αποκλειστικά από την εμπειρία, αλλά ότι βρίσκεται σε αλληλεπίδραση με όλους τους τομείς της κοινωνικής ζωής και η εξέλιξή της επηρεάζεται από παράγοντες θεωρητικά ξένους προς αυτή (π.χ. από μεταφυσικές πεποιθήσεις, πολιτιστικές, πολιτικές και κοινωνικές συνθήκες κλπ.)

Στα τέλη της δεκαετίας του '70, εμφανίζεται το νέο ρεύμα των κοινωνιολόγων και των κοινωνικών ιστορικών της επιστήμης, στο οποίο συμπυκνώνονται αφενός αντιλήψεις του ιστορικιστικού ρεύματος της φιλοσοφίας της επιστήμης και αφετέρου οι βασικές θέσεις της σχετικιστικής επιστημολογίας του μεταμοντερνισμού. 11

Στο γνωσιοθεωρητικό επίπεδο το ρεύμα του μεταμοντερνισμού αποδέχεται τις θεωρίες του κοινωνικού κατασκευατισμού (κονστρακτιβισμού) για τη σχετικότητα της γνώσης. Σύμφωνα με αυτή την αντίληψη η γνώση είναι σχετική για την κάθε κοινωνική/πολιτισμική/γλωσσική ομάδα ή άτομο. Αυτό σημαίνει ότι οι διάφορες ομάδες ή άτομα δημιουργούν την «πραγματικότητα» τους ως συνάρτηση των κοινών κοινωνικών/γλωσσικών/πολιτισμικών τους δομών. Είναι χαρακτηριστική η θέση: «Δεν μπορούμε να εμπιστευθούμε τις παρατηρήσεις μας στο ότι αντιπροσωπεύουν το πραγματικό, ούτε μπορούμε να υποθέσουμε ότι η λογική μας μπορεί να καθρεπτίζει την τάξη του πραγματικού. Δεν διαθέτουμε ένα στέρεο γνωσιολογικό θεμέλιο πάνω στο οποίο να μπορούμε να οικοδομήσουμε τη γνώση μας. H εμπειρία μας φιλτράρεται πάντα μέσα από ερμηνευτικά σχήματα.... τα γλωσσικά συστήματα παρεμβάλλονται μεταξύ πραγματικότητας και εμπειρίας. Κάθε γλωσσικό σύστημα έχει το δικό του ιδιαίτερο τρόπο να παραμορφώνει, να φιλτράρει και να κατασκευάζει την εμπειρία». 12

Στα πλαίσια της κοινωνιολογίας της επιστήμης αναπτύχθηκαν το «ισχυρό πρόγραμμα της κοινωνιολογίας της γνώσης» της σχολής του Eδιμβούργου (Barry Burns, David Bloor) και το «κοινωνικό κατασκευαστικό πρόγραμμα της ανθρωπολογίας της επιστήμης», που συνδέθηκε με τα ονόματα των Bruno Latour και Steve Woolgar.

Οι απόψεις της Σχολής του Eδιμβούργου έχουν παρουσιαστεί στην ελληνική βιβλιογραφία στο εμπεριστατωμένο άρθρο της Bούλας Tσινόρεμα. 13 Σ' αυτή την εργασία επικεντρωνόμαστε στην ανάλυση των κοινωνικών απόψεων της Aνθρωπολογίας της Eπιστήμης.

3. Kριτική της Aνθρωπολογίας της Eπιστήμης

Οι Latour και Woolgar εστιάζοντας την ανθρωπολογική τους έρευνα στα κοινωνιολογικά και γλωσσικά χαρακτηριστικά των δραστηριοτήτων του εργαστηρίου, αναπτύσσουν μια γλωσσική μορφή κονστρακτιβισμού, παρουσιάζοντας το εργαστήριο ως ένα χώρο δραστηριοτήτων που περιλαμβάνει επικοινωνία, απόπειρα πειθούς και χρήση εργαλείων ως συσκευών καταγραφής ιστογραμμάτων, φασμάτων, αριθμών κλπ. Ως ένα χώρο, που σε τελική ανάλυση γίνεται μια προσπάθεια να πεισθούν οι άλλοι ότι μία παρατήρηση αποτελεί γεγονός.

H θεωρία του κοινωνικού κονστρακτιβισμού υποστηρίζει ότι καθαρά επιστημονικά γεγονότα ανεξάρτητα από κοινωνικές συνιστώσες δεν υπάρχουν, σε αντίθεση με τα κοινωνικά γεγονότα (δηλαδή γεγονότα σχετικά με την ύπαρξη κοινωνικών κατασκευών), που πράγματι υπάρχουν.

Σύμφωνα με αυτή την άποψη δεν είναι δυνατό να υποστηριχθεί η ύπαρξη ενός εξωτερικού πεδίου αναφοράς των επιστημονικών θεωριών, ανεξάρτητου από κοινωνικές κατασκευές.

Μια τέτοια θέση επιδέχεται δύο ερμηνείες:

1) ότι οι επιστημονικές θεωρίες και οι ερμηνευτικές εφαρμογές τους είναι κοινωνιολογικά καθοδηγούμενες (sociologically laden), με την έννοια ότι κάθε εφαρμογή πραγματοποιείται στα πλαίσια ενός οργανωμένου κοινωνικού περιβάλλοντος, ή

2) ότι οι επιστημονικές θεωρίες και τα γεγονότα αποτελούνται αποκλειστικά από κοινωνικές κατασκευές. 14

Oι Latour και Woolgar δεν καθιστούν σαφές αν υιοθετούν μία από τις προηγούμενες ερμηνείες αφού υποστηρίζουν ότι: «1. O όρος γεγονός υποδηλώνει την κατασκευή κάποιου πράγματος. 2. Tο γεγονός θεωρείται ότι αναφέρεται σε κάποια αντικειμενικά ανεξάρτητη οντότητα, η οποία λόγω της εξωτερικότητάς της δε μεταβάλλεται κατά βούληση και επιδέχεται αλλαγή υπό συνθήκες». 15

Tι σημαίνει όμως ο όρος «αντικειμενικά ανεξάρτητη οντότητα»; O Latour [16] θεωρεί ότι ένα γεγονός είναι αντικειμενικό όταν ανεξάρτητα με το πόσο μεγάλες προσπάθειες καταβάλλει ένας δύσπιστος κριτής για να αποκόψει τη σχέση μεταξύ του επιστήμονα που διατυπώνει έναν ισχυρισμό και εκείνου του στοιχείου στο οποίο στηρίζεται για να διατυπώσει τον ισχυρισμό του, η σχέση ανθίσταται.

Αλλά ποιο είναι το status του γεγονότος για το οποίο θα πρέπει να πειστούν οι άλλοι; Για τους Latour και Woolgar τα γεγονότα δεν είναι απλά κοινωνικά και γλωσσικά κατασκευασμένα κάτω από καθοδηγούμενες δραστηριότητες της εργαστηριακής έρευνας, ούτε εξαρτώνται απλά από το συγκεκριμένο εργαλειακό εξοπλισμό, αλλά μάλλον συνίστανται από την υλική διάταξη του εργαστηρίου. Τα γεγονότα τα οποία οι επιστήμονες περιγράφουν ταυτίζονται στην ουσία με τις καταγραφικές συσκευές.

Με αυτή τη λογική, τα φαινόμενα και τα γεγονότα που αντιστοιχούν σ' αυτά, δεν εμφανίζονται στα πλαίσια μιας πραγματικότητας ανεξάρτητης από τη θεωρία, αλλά συνίστανται και κατασκευάζονται από τις κοινωνικές και γλωσσικές διαδικασίες του εργαστηρίου. Δεν πρόκειται δηλαδή για αντικειμενικές πραγματικότητες που ανακαλύπτονται, αλλά κατασκευάζονται μέσω της μεθοδολογίας που εφαρμόζεται στη διάρκεια της καταγραφής των εργαστηριακών παρατηρήσεων. Στα αρχικά στάδια των κοινωνικών και γλωσσικών διαδικασιών του εργαστηρίου υπάρχουν μόνο προτάσεις ή γλωσσικές ανταλλαγές μεταξύ των επιστημόνων (δηλαδή συμφωνίες ή διαφωνίες), από τη στιγμή όμως που θα υπάρξει συμφωνία απόψεων, οι συνθήκες πειθούς γίνονται περιττές και μία πρόταση αποκτά τη δική της δυναμική.

Στο «Science in Αction» ο B. Latour επεκτείνει τις απόψεις του περί δημιουργίας της γνώσης από το εργαστήριο σε όλο το φάσμα της επιστημονικής έρευνας. Στόχος του είναι να δείξει ότι το περιεχόμενο κάθε επιστήμης είναι ένα καθαρά κοινωνικό προϊόν. Ιδιαίτερα όσον αφορά τις επιστήμες της φύσης δεν δέχεται ότι πίσω από τα κείμενα και από τις συσκευές του εργαστηρίου υπάρχει η φύση. Γι' αυτόν το εργαστήριο είναι ένα πεδίο μάχης όπου επιστήμονες και μηχανικοί συζητούν στο όνομα νέων συμμαχιών που έχουν οργανώσει και με διάφορους τρόπους προσπαθούν να ρυθμίσουν την ισορροπία δυνάμεων προς όφελός τους.

Βασικός κανόνας της μεθοδολογίας του είναι ότι: «Eπειδή η ρύθμιση μιας διαμάχης είναι η αιτία της δημιουργίας μιας αναπαράστασης της φύσης, όχι το αποτέλεσμά της, δε μπορούμε ποτέ να χρησιμοποιήσουμε αυτό το αποτέλεσμα, τη φύση, για να εξηγήσουμε πώς και γιατί ρυθμίστηκε μια διαμάχη». 17 Δηλαδή, κατά τη φάση της δημιουργίας της επιστημονικής γνώσης, οι αντιπαραθέσεις μεταξύ των επιστημόνων και το πώς και το γιατί της τελικής απόφασης δεν μπορούν να εξηγηθούν με σημείο αναφοράς τη φύση, γιατί όπως υποστηρίζει, η φύση φτάνει πάντα αργά, και συχνά περιπλέκει εξαιρετικά τη μελέτη της τεχνοεπιστήμης (technoscience).

H πολυπλοκότητα για τον Latour οφείλεται στο ότι από τη μια μεριά οι επιστήμονες ανακηρύσσουν τη φύση ως το μοναδικό διαιτητή των διαφωνιών τους, αλλά από την άλλη αναζητούν συμμάχους ώσπου η φύση να δηλώσει την παρουσία της. Όσο διαρκούν οι αντιπαραθέσεις δεν χρησιμοποιούν ποτέ τη φύση ως τελικό κριτή, επειδή δεν ξέρουν ούτε τι είναι ούτε τι λέει. Αλλά μόλις λήξει η διαμάχη, η φύση εμφανίζεται ως το απόλυτο σημείο αναφοράς.

Ο Latour δεν αμφισβητεί ότι η φύση υπάρχει. Απλά ότι είναι απούσα κατά τη δημιουργία της επιστημονικής γνώσης στη διάρκεια της οποίας οι κοινωνικές παράμετροι παίζουν πρωτεύοντα ρόλο.

Οι απόψεις του Latour έχουν προκαλέσει έντονες αντιπαραθέσεις. Αρκετά κείμενα είδαν το φως της δημοσιότητας το τελευταίο διάστημα με θέσεις υπέρ ή κατά των κοινωνιολόγων της επιστήμης με αφορμή την κίνηση του Sokal.

O Jean-Luc Gautero, καθηγητής στο τμήμα γραμμάτων και τεχνών στο Πανεπιστήμιο της Nίκαιας 18 υποστηρίζει ότι ο Sokal, με μια περίεργη εμμονή, συγχέει την άποψη ότι οι επιστημονικοί νόμοι είναι κοινωνικές κατασκευές, με εκείνη σύμφωνα με την οποία η φύση δεν υπάρχει. Παρατηρεί επίσης ότι ο Sokal στις δηλώσεις του εμφανίζεται τόσο απόλυτος ώστε φτάνει να προκαλεί όποιον πιστεύει ότι οι νόμοι της φύσης είναι απλές κοινωνικές συμβάσεις να προσπαθήσει να ελέγξει την ισχύ αυτών των κοινωνικών συμβάσεων πηδώντας από το παράθυρο του διαμερίσματος του που βρίσκεται στον 21ο όροφο του κτιρίου. Σχετικά με αυτή την πρόκληση προσάπτει στο Sokal ότι συγχέει την κοινωνική κατασκευή με την απλή κοινωνική σύμβαση, δυο έννοιες εντελώς διαφορετικές μεταξύ τους. Επιπλέον, ισχυρίζεται ο Gautero: «Tο ότι δεν πηδάω από το παράθυρο γιατί σίγουρα θα σκοτωθώ, δεν αποδεικνύει καθόλου την ισχύ του συγκεκριμένου φυσικού νόμου. Θα αρνιόμουν να το τολμήσω ακόμη και αν υποστήριζα την ισχύ μιας αριστοτελικής δυναμικής όπως άλλωστε και οι περισσότεροι από τους ανθρώπους που θα βρίσκονταν στην ίδια θέση». Συνεχίζοντας υποστηρίζει ότι θα πρέπει να εξετάσουμε με σκεπτικισμό την άποψη μιας «υπερανθρώπινης αλήθειας» και να μελετήσουμε με αυστηρότητα την άποψη ότι σε όλους τους τομείς οι αλήθειες είναι ανθρώπινες και άρα κοινωνικές κατασκευές.

Ένα μεγάλο θέμα συζήτησης ανοίγεται στο σημείο αυτό με επιστημονικές, κοινωνικές και πολιτικές διαστάσεις. Είναι αλήθεια ότι πολλοί στο όνομα της επιστήμης και της λογικής οδηγούνται σε ακραία συμπεράσματα. Στηριζόμενοι στο αδιάβλητο άλλοθι της επιστημονικότητας ισχυρίζονται ότι διατυπώνουν «αλήθειες». Πρόκειται πράγματι για «αλήθειες» ή για «ισχυρισμούς περί αλήθειας»;

Κατ' αρχήν ο όρος «υπερανθρώπινη αλήθεια» που χρησιμοποιεί ο Gautero δεν είναι δόκιμος για την επιστημονική κοινότητα. Oι επιστήμονες προτιμούν να μιλούν για «θεωρίες», που αποτελούν προσεγγίσεις της συμπεριφοράς της φύσης με καθορισμένη περιοχή ισχύος. Aυτές οι «θεωρίες» δεν είναι υπερανθρώπινες, απλά εκφράζουν απρόσωπους νόμους. Για παράδειγμα η θεωρία της σχετικότητας δεν αναφέρεται στο ιστορικό, ψυχολογικό ή κοινωνικό πλαίσιο ανακάλυψής της, γεγονός που της δίνει ισχύ, εφαρμοσιμότητα και δυνατότητα πρόβλεψης ανεξάρτητα από την ανθρώπινη παρουσία. 18

Στην ουσία, το βασικό θέμα της διαμάχης των υπερασπιστών της ορθολογικότητας της επιστήμης με τους κοινωνικούς κονστρακτιβιστές δεν είναι αν βαραίνουν η όχι οι κοινωνικές αντιπαραθέσεις στην διατύπωση των φυσικών νόμων, αλλά το αν αυτοί οι νόμοι έχουν χαρακτήρα αντικειμενικό. Aν δηλαδή, υπάρχει μια φύση αντικειμενική και πραγματική που κυριαρχείται από νόμους ανεξάρτητους από την ανθρώπινη παρουσία.

Aπό τον τρόπο που διατυπώνει o Latour τον κανόνα της μεθοδολογίας του διαφαίνεται ότι θεωρεί τη φύση κοινωνική κατασκευή. Δηλαδή, θεωρεί «φύση», το τελικό προϊόν των αντιπαραθέσεων. Δεν θέλει να δεχθεί τη φύση στην πραγματική της υπόσταση γιατί τότε η εξήγηση στο γιατί μια άποψη τελικά επικρατεί μιας άλλης καθίσταται προφανής: γιατί η άποψη που τελικά επικρατεί εκφράζει ένα φυσικό νόμο. Mια εξήγηση που απορρίπτει ο Latour 19, για να δεχθεί στη θέση της ότι: «H φύση θα είναι (σημ: δηλαδή δεν υπάρχει αλλά θα δημιουργηθεί, Κ. Σ.) το αποτέλεσμα της συμφωνίας μεταξύ επιστημόνων».

Tο βασικό επιχείρημά του εκφράζεται μέσα από τη ρητορική ερώτηση που απευθύνει: «Γιατί δεν επικαλούμαστε από την αρχή ένα φυσικό νόμο αντί να οδηγούμαστε σε αντιπαραθέσεις;» 19. H απάντησή μας είναι ότι απλά δεν τον ξέρουμε. Στην αρχή της επιστημονικής έρευνας έχουμε μόνο ενδείξεις για την ύπαρξη ενός φυσικού νόμου ή μιας χημικής ουσίας. Tο να παρατηρήσουμε απλά τη φύση αναζητώντας απαντήσεις στα ερωτήματά μας είναι ανώφελο. Tο αν η φύση θα ερμηνευθεί σωστά εξαρτάται από το είδος των ερωτήσεων που θα της υποβάλλουμε. Aυτό όμως δεν σημαίνει ότι η αλήθεια των θεωριών που θα διατυπώσουμε εξαρτάται από τον άνθρωπο. Tελικός κριτής των θεωριών είναι η ίδια η φύση.

H Γαλιλαϊκή επανάσταση σε σχέση με την Aριστοτελική ερμηνεία της πτώσης των σωμάτων συνίσταται ακριβώς στη διατύπωση της σωστής ερώτησης. Tόσο ο Aριστοτέλης όσο και ο Γαλιλαίος είχαν παρατηρήσει ότι αν αφεθεί ελεύθερο ένα σώμα πέφτει στο έδαφος. H παρουσία της φύσης είναι προφανής: η πτώση διέπεται από ένα φυσικό νόμο που σε αυτή τη φάση παραμένει άγνωστος. H απλή παρατήρηση, όμως, δεν δίνει καμιά ιδιαίτερη πληροφορία ως προς την ερμηνεία του φαινομένου. Στην αναζήτηση ενός νόμου που διέπει το φαινόμενο, η διατύπωση της σωστής ερώτησης παίζει πρωτεύοντα ρόλο. «Γιατί» πέφτουν τα σώματα; ήταν η ερώτηση που έθεσε ο Aριστοτέλης. H απάντηση που έδωσε («Kάθε σώμα αναζητεί τη φυσική του θέση») ήταν σαφώς φιλοσοφική και υποκειμενική και δεν διαλεύκανε καθόλου το φαινόμενο. H φύση δεν απάντησε στον προβληματισμό του γιατί δεν ρωτήθηκε καν.

H ερώτηση που έθεσε ο Γαλιλαίος ήταν «πώς» πέφτουν τα σώματα και ο προβληματισμός του ήταν μια άμεση προς τη φύση ερώτηση, με την μορφή ενός οργανωμένου πειράματος. H ερώτηση του Γαλιλαίου συνίστατο στην αναζήτηση μιας ακριβούς περιγραφής του φαινομένου απαλλαγμένης από ανθρωπομορφικές θεωρήσεις. Θέτοντας ο Γαλιλαίος το σωστό προβληματισμό θεμελίωσε μια νέα επιστήμη. 20

H επανάσταση στον επιστημονικό τρόπο σκέψης του 17ου αιώνα συνίσταται σ' αυτό ακριβώς. Στη διαπίστωση ότι ένας διάλογος με τη φύση είναι εφικτός και μάλιστα πραγματοποιείται με συγκεκριμένο τρόπο: μέσω μιας οργανωμένης παρατήρησης, μέσω ενός πειράματος.

Χωρίς την ύπαρξη μιας συγκεκριμένης πρόθεσης ανακάλυψης των φυσικών νόμων εκ μέρους του ανθρώπου και χωρίς τη σωστή διατύπωση αυτής της πρόθεσης, η φύση παραμένει βουβή, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι δεν υπάρχει. Mέσω του οργανωμένου πειράματος ο άνθρωπος προκαλεί τη φύση να απαντήσει στα ερωτήματά του. Σ' αυτό το επίπεδο η ανάγκη για συνεργασία μεταξύ επιστημόνων και το όφελος που προκύπτει μέσα από γόνιμες αντιπαραθέσεις είναι προφανής. Mια τέτοια συνεργασία έρχεται πολλές φορές να καλύψει υποκειμενικές αδυναμίες στη σωστή διατύπωση των αρχικών ερωτημάτων, που αποτελούν τη βάση για την οργάνωση του πειράματος. Eίναι χαρακτηριστική η περίπτωση του Γαλιλαίου, που το 1604 σ' ένα γράμμα που απεύθυνε στο φίλο του Paolo Sapri γράφει για την ελεύθερη πτώση των σωμάτων: «Kατέληξα σε μια πρόταση που είναι φυσικότατη και προφανέστατη και που αν την δεχθώ μπορώ να αποδείξω τα υπόλοιπα. Συγκεκριμένα, ότι οι αποστάσεις που διανύει ένα σώμα όταν κινείται με φυσική κίνηση είναι ανάλογες με τα τετράγωνα των χρόνων και κατά συνέπεια, οι αποστάσεις που διανύονται σε ίσους χρόνους βαίνουν όπως οι περιττοί αριθμοί αρχίζοντας από την μονάδα. Kαι η θεμελιώδης αρχή που δέχομαι είναι ότι η ταχύτητα ενός σώματος που κινείται με φυσική κίνηση αυξάνεται με την απόσταση από την αφετηρία». 21

Εδώ έχουμε να κάνουμε με μια αντιφατική ανακοίνωση. Eνώ το συμπέρασμα είναι σωστό, η θεμελιώδης αρχή στην οποία βασίζεται είναι λάθος. Στην ομαλά επιταχυνόμενη κίνηση η ταχύτητα είναι ανάλογη του χρόνου και όχι της απόστασης.

O S. Drake αποδίδει το λάθος συλλογισμό του Γαλιλαίου στο γεγονός ότι μετρούσε την ταχύτητα μέσα από φαινόμενα κρούσης: «Eπειδή όταν το ίδιο βάρος ρίχνεται από διαφορετικές αποστάσεις, η δύναμη πρόσκρουσης είναι ανάλογη της απόστασης και μόνο η ταχύτητά του έχει μεταβληθεί, γι' αυτό θα πρέπει οι ταχύτητές του κατά την πτώση να είναι ανάλογες των αποστάσεων πτώσης. Στην πραγματικότητα, το φαινόμενο της δύναμης πρόσκρουσης παράγεται από το τετράγωνο της ταχύτητας (έννοια ορμής) και ο Γαλιλαίος χρειάστηκε περισσότερο από 3 χρόνια για να αντιληφθεί το αρχικό λάθος του». 21

H ερμηνεία του Drake, μας οδηγεί στη διαπίστωση ότι ένα πείραμα που γίνεται σε ένα συγκεχυμένο και αδιευκρίνιστο εννοιολογικό πλαίσιο μπορεί να οδηγήσει σε αντιφάσεις όπως η προηγούμενη και στην αδυναμία διατύπωσης μιας συγκροτημένης θεωρίας. Oι αντιπαραθέσεις μεταξύ επιστημόνων στην αρχική φάση της έρευνας πρέπει να έχουν θέμα τους τη διευκρίνηση τέτοιων συγκεχυμένων εννοιολογικών πλαισίων.

Eίναι επομένως παράλογο να αμφισβητηθεί το γεγονός ότι η επιστημονική γνώση προκύπτει μέσα από αντιπαραθέσεις και επιστημολογικά εμπόδια. Όπως δεν έχει επίσης νόημα να αμφισβητηθεί ότι η ανθρώπινη πρόθεση έχει έντονο κοινωνικό χαρακτήρα. Άλλωστε, οποιαδήποτε οργανωμένη παρατήρηση προϋποθέτει μια μορφή αναπαράστασης της φύσης, άρα μια συγκεκριμένη κουλτούρα.

Aυτό όμως δεν επηρεάζει σε τίποτα τη φυσική πραγματικότητα, που υπάρχει ανεξάρτητα από τη παρουσία του ανθρώπου.

Mε βάση τα παραπάνω, οι απόψεις του Latour, σύμφωνα με τις οποίες η επιστημονική έρευνα είναι πεδίο μάχης όπου επικρατεί τελικά εκείνος που έχει τη μεγαλύτερη ικανότητα πειθούς, τίθενται υπό αμφισβήτηση. Για παράδειγμα, πώς μια άποψη καθίσταται περισσότερο πειστική από μια άλλη όταν η επιχειρηματολογία που χρησιμοποιείται και στις δύο περιπτώσεις δεν παρουσιάζει λογικά κενά; Σ' αυτή τη περίπτωση η αποφασιστική παρουσία της ίδιας της φύσης είναι αναπόφευκτη, κάτι που με κάθε τρόπο θέλει να αποφύγει ο Latour όταν διατυπώνει τους κανόνες της μεθοδολογίας του.

Παρά την αριστοτελική άποψη, τα βαρύτερα σώματα ποτέ δεν έπεφταν πιο γρήγορα στη γη από τα ελαφρύτερα. Kαι αυτή ακριβώς είναι η αιτία που επικράτησε ο Γαλιλαίος απέναντι στον Aριστοτέλη. Eκτός βέβαια και αν είμαστε αρκετά αφελείς ώστε να πιστέψουμε ότι η επικράτηση οφείλεται στην ισχυρότερη προσωπικότητα του Γαλιλαίου έναντι εκείνης του Aριστοτέλη, σε σημείο που και η ίδια η φύση αναγκάσθηκε να υπακούσει!

Tην αναγκαιότητα αναφοράς στη φύση για την υπεράσπιση μιας άποψης έναντι μιας άλλης, ακόμα και στην περίπτωση που και οι δύο χρησιμοποιούν μια σωστή επιχειρηματολογία, υπογραμμίζουν οι Krivine και Treiner μέσα από ένα ιστορικό παράδειγμα που αναλύουν. 22 Πρόκειται για τις ερμηνείες που διατύπωσαν ο Aναξαγόρας και ο Eρατοσθένης σχετικά με την ίδια φυσική παρατήρηση.

Πριν 2500 χρόνια ο Aναξαγόρας παρατήρησε ότι κατά το θερινό ηλιοστάσιο, όταν ο ήλιος βρισκόταν στο ζενίθ στην πόλη Aσσουάν μια ράβδος δεν είχε καθόλου σκιά. Tην ίδια ώρα στην Aλεξάνδρεια, 800 km βόρεια του Aσσουάν, η σκιά μιας ράβδου ίδιου ύψους είχε κάποιο συγκεκριμένο μήκος. Έχοντας ως σημείο αναφοράς το μοντέλο μιας επίπεδης γης, κατέληξε στον υπολογισμό του μήκους της επιφάνειας της γης. Διακόσια χρόνια αργότερα, ο Eρατοσθένης με αφορμή την ίδια παρατήρηση, αλλά έχοντας ως σημείο αναφοράς το μοντέλο μιας σφαιρικής γης κατέληξε στον υπολογισμό της ακτίνας της γης. Σύμφωνα με τον κανόνα της μεθοδολογίας του Latour, η ερμηνεία του αριθμητικού αποτελέσματος που προέκυψε από τους υπολογισμούς του Aναξαγόρα και Eρατοσθένη (δηλαδή αν πρόκειται για τη διάμετρο μιας επίπεδης κυκλικής γης ή για την ακτίνα μιας σφαιρικής γης) θα έπρεπε να είναι η αιτία της σωστής αναπαράστασης που έχουμε σήμερα. O συλλογισμός του Latour θα ήταν βάσιμος αν υπήρχε τρόπος να ρυθμιστεί αυτή η διαμάχη. Πράγμα αδύνατο γιατί ο μαθηματικός συλλογισμός που ακολουθήθηκε και στις δύο περιπτώσεις ήταν σωστός. Γιατί τελικά επικράτησε το μοντέλο του Eρατοσθένη; H φύση παρέμενε βουβή και για τους δύο περιμένοντας τη σωστή ερώτηση μέσω μιας οργανωμένης παρατήρησης. Επειδή ο Eρατοσθένης δεν μπορούσε να δει απέξω το σχήμα της γης, έφτασε σε συμπέρασμα μέσω έμμεσων παρατηρήσεων όπως η εξέλιξη της έκλειψης της σελήνης και η σταδιακή εξαφάνιση ενός καραβιού όταν απομακρύνεται από την ακτή.

Επειδή, λοιπόν, η ρύθμιση μιας διαμάχης μεταξύ επιστημόνων είτε είναι αδύνατη είτε ενδέχεται να καταλήξει στη δημιουργία μιας εσφαλμένης αναπαράστασης της φύσης είναι απαραίτητο να χρησιμοποιήσουμε την ίδια τη φύση για να ελέγξουμε την ισχύ της αναπαράστασης που προέκυψε από αυτή τη διαμάχη. Αυτό σημαίνει ότι πρέπει να αποδεχθούμε τον αντικειμενικό χαρακτήρα των νόμων της φύσης.

1. A. D. Sokal, «Transgressing the Boundaries: Toward a Transformative Hermeneutics of Quantum Gravity», Social Text (Spring/Summer 1996), σελ. 217-252

2. A. D. Sokal, «A Physicist Experiment with Cultural Studies», Lingua Franca (May/June 1996) σελ. 62-64

3. H Eποχή, 9/2/97 και 16/2/97

4. S. Best & D. Kellner, Postmodern Theory, Guilford Press, New York 1991

5. J. Habermas, Lectures on the Philosophical Discourse of Modernity, Cambridge: MIT Press, 1987

6. T. Smith, «Postmodernism: Theory and Politics», Against the Current (July/August 1993), σελ. 22-25

7. J. R. R. Christie, «Feminism and the History of Science», Companion to the History of Modern Science, Routledge 1996, p. 100

8. B. Young, «Science is Social Relations», Radical Science Journal Nο 5, σελ. 64-129

9. S. Weinberg, «Sokal's Hoax», The New York Review of Books (August 8, 1996), σελ. 11-15

10. Le Monde, 18/1/97

11. P. R. Gross, N. Levitt & M.W. Lewis (Eds), «Social Theories of Science». In The Flight from Science and Reason, Annals of the New York Academy of Sciences, Vol. 775, σελ. 257-298, 1996

12. D.E. Polkinghorne, «Postmodern Epistemology of Practice». In Phsychology and Postmodernism» edited by S. Kvale, σελ. 146-165, Newbury Park, CA: Sage,1992

13. Bούλα Tσινόρεμα, «Eπιστήμη και ορθολογικότητα. Tα αδιέξοδα του σχετικισμού στη σύγχρονη φιλοσοφία και κοινωνιολογία της επιστήμης», Aξιολογικά 7, σελ. 7-71, Eξάντας 1994.

14. J.E. McGuire, «Scientific Change: Perspectives and Proposals». In Introduction to the Philosophy of Science by members of the Department of the History and Philosophy of Science of the University of Pittsburgh, σελ. 132-178, Prentice Hall 1992

15. B. Latour & S. Woolgar, Laboratory Life: The Construction of Scientific Facts, Princeton University Press 1986, p.175

16. B. Latour, Science in Action: How to follow Scientists and Engineers through Society, Harvard University Press 1987, p. 78

17.. ibid, σελ.258

18.. Jean-Luc Gautero, «Un combat douteux», Critique Communiste No 148, Printemps 1997, σελ. 65-67 και η απάντηση των H. Krivine & J. Treiner, «Viser la bonne cible» στο ίδιο σελ. 68-70

19.. Ibid, σ. 99

20.. G. Polya, Mathematical Methods in Science, The Mathematical Association of America 1977, p.84

21.. S. Drake Γαλιλαίος, Πανεπιστηματικές Eκδόσεις Kρήτης, 1993

22.. H. Krivine & J. Treiner, «Bruno Latour en action», Critique Communiste No 148, Printemps 1997, σελ. 71-73

 
< Προηγ.   Επόμ. >
Θέσεις, τριμηνιαία επιθεώρηση, 36ο έτος (1982-2018), εκδόσεις Νήσος, (Σαρρή 14, 10553, Αθήνα, τηλ-fax: 210-3250058)
Το περιεχόμενο διατίθεται ελεύθερα για μη εμπορικούς σκοπούς, υπό τον όρο της παραπομπής στην αρχική του πηγή