Φθίνουσα κερδοφορία και παρακμή του κράτους πρόνοιας Εκτύπωση
Τεύχος 61, περίοδος: Οκτώβριος - Δεκέμβριος 1997


Φθίνουσα κερδοφορία και παρακμή του κράτους πρόνοιας (Σκέψεις για την αδυναμία μεταρρύθμισης του καπιταλισμού στη δεκαετίας του 1990) [1]
του Γιάννη Μηλιού

1. Η συνεχιζόμενη οικονομική κρίση και η κρίση κυριαρχίας του συντηρητισμού

Κατά τις δεκαετίες του 1980 και τα πρώτα χρόνια της δεκαετίας του 1990, σε πολλές Δυτικοευρωπαϊκές χώρες, τα συντηρητικά κόμματα απέσπασαν την υποστήριξη των μικροαστικών τάξεων και κέρδισαν τις εκλογές, στη βάση ενός καθαρά φιλελεύθερου πολιτικού συνθήματος: "αφήστε τις δυνάμεις της αγοράς να δράσουν ελεύθερα, δώστε στους συντηρητικούς τη δυνατότητα να εξαλείψουν όλες τις μορφές γραφειοκρατικών, συντεχνιακών ή μονοπωλιακών παραμορφώσεων του μηχανισμού της αγοράς, και η οικονομία θα επιτύχει και πάλι τους ρυθμούς μεγέθυνσης του παρελθόντος". Η αντίληψη αυτή συγκεκριμενοποιήθηκε τότε σ' ένα περιοριστικό οικονομικό πρόγραμμα που στόχευε στην περικοπή μισθών και κοινωνικών δαπανών, στην απορύθμιση των αγορών, περιλαμβανομένης βεβαίως και της αγοράς εργασίας, και στην ιδιωτικοποίηση των δημόσιων επιχειρήσεων.

Ωστόσο, η λιτότητα του σήμερα έχει νόημα μόνον εφ' όσον μπορεί να πείσει την κοινωνία ότι συνιστά την προϋπόθεση για την ευημερία του αύριο. Και, εν πάση περιπτώσει, είναι προφανές ότι "μια φθίνουσα ροπή για κατανάλωση σήμερα μπορεί να συμβιβάζεται με το δημόσιο συμφέρον μόνον εφ' όσον αναμένεται να υπάρξει κάποτε μια αυξημένη ροπή για κατανάλωση" (Keynes 1973, σ. 105). Καθώς δεν επήλθε ποτέ η επαγγελλόμενη οικονομική ευημερία, οι ιδεολογίες του οικονομικού φιλελευθερισμού συνάντησαν μια μειούμενη λαϊκή αποδοχή, και τα συντηρητικά κόμματα έχασαν τις εκλογές από τα κόμματα της κεντροαριστεράς μετά από μια σύντομη (Ελλάδα, Γαλλία) ή πιο μακρόχρονη (Βρετανία) παραμονή τους στην εξουσία.

Αυτό που αξίζει, ωστόσο, μια περαιτέρω διερεύνηση, είναι η αδυναμία των κεντροαριστερών κυβερνήσεων να εφαρμόσουν μια εναλλακτική στρατηγική που να οδηγεί μακριά από τις χαμηλές οικονομικές επιδόσεις και την κοινωνική κρίση. Αυτό που υποσχέθηκαν αυτά τα κόμματα στο εκλογικό σώμα προκειμένου να επιστρέψουν στην εξουσία, ήταν απλώς η ίδια περιοριστική συντηρητική πολιτική που στόχευε στη σταθερότητα των τιμών, στη μείωση του ελλείμματος και του χρέους του δημοσίου, κλπ. (αυτό δηλ. που στις χώρες της ΕΕ κωδικοποιείται ως μια πολιτική σύμφωνη με τα κριτήρια σύγκλισης του Μάαστριχτ), σε συνδυασμό με κάποια μορφή "κοινωνικής ευαισθησίας", μέτρων δηλ. κοινωνικής προστασίας για τα χαμηλού εισοδήματος ή περιθωριοποιημένα τμήματα του πληθυσμού. Η περίπτωση του L. Jospin και του Γαλλικού Σοσιαλιστικού Κόμματος είναι ίσως διαφορετική, καθώς ενσωματώνει ορισμένα από τα αιτήματα των ριζοσπαστικών κινητοποιήσεων της πλειοψηφίας των παρισινών εργατών του Δεκεμβρίου του 1995, ωστόσο, παραμένει μέχρι σήμερα διφορούμενη και αντιφατική: δημιουργία 700.000 νέων θέσεων εργασίας (οι μισές από τις οποίες στο δημόσιο τομέα) σε συνδυασμό με τη μείωση των εβδομαδιαίων ωρών εργασίας από 39 σε 35 χωρίς συρρίκνωση του μισθού από τη μια μεριά, και από την άλλη προσκόλληση στα κριτήρια του Μάαστριχτ που απαιτούν περιορισμό του δημόσιου ελλείμματος κάτω από το 3% του ΑΕΠ.

Μια προσπάθεια συγκρότησης ενός ολοκληρωμένου εναλλακτικού οράματος απέναντι στην πραγματιστική διαχείριση των υπαρχουσών σχέσεων φαίνεται να αποτελεί αυτή του "καπιταλισμού της συνυπευθυνότητας" (stakeholder capitalism), μια κριτική της συντηρητικής πολιτικής και μια πολιτική αντίληψη που διατυπώθηκε και συζητήθηκε ευρέως στη Βρετανία στη διετία πριν από τις γενικές εκλογές του 1997. Η προσέγγιση αυτή, από τη μια πλευρά χρησιμοποιεί πολλές από τις ιδέες ή την επιχειρηματολογία που χρησιμοποιούν σχεδόν όλα τα κυβερνώντα κεντροαριστερά κόμματα, και από την άλλη επιχειρεί να τις αναπτύξει περαιτέρω και να τις μορφοποιήσει σ' ένα πολιτικό και κοινωνικό σχέδιο μεταρρύθμισης του σύγχρονου (βρετανικού) καπιταλισμού. Ωστόσο, κατά την άποψη μας, συνιστά μια μόνο φαινομενική εναλλακτική λύση απέναντι στη συντηρητική πολιτική, που φαντασιώνεται ότι μπορεί να επιτύχει τους ίδιους στόχους χρησιμοποιώντας άλλα μέσα. Στην επόμενη ενότητα θα παρουσιάσουμε εν συντομία την προσέγγιση του "καπιταλισμού της συνυπευθυνότητας" και στις τρεις επόμενες ενότητες θα αναπτύξουμε την κριτική της. Στη συνέχεια θα επιχειρήσουμε να ερμηνεύσουμε τα αίτια της σταθερότητας της συντηρητικής πολιτικής και να αναλύσουμε τα αίτια των χαμηλών οικονομικών επιδόσεων. Η τελευταία ενότητα του άρθρου θα ασχοληθεί με ερωτήματα που αφορούν το μέλλον του κράτους πρόνοιας και της πολιτικής στρατηγικής της αριστεράς.

2. Οράματα ενός "ευπρεπούς καπιταλισμού"...

Η κεντρική ιδέα των κεντροαριστερών κυβερνήσεων της δεκαετίας του 1990 είναι ότι η οικονομική ευημερία και η κοινωνική συνοχή δεν μπορούν να επιτευχθούν μέσω της απλής λειτουργίας των απελευθερωμένων αγορών. Αντ' αυτής, θα πρέπει να επιβληθούν κρατικές πολιτικές ρύθμισης, υπό την έννοια ότι το κράτος ορίζει τους κανόνες μιας λελογισμένης λειτουργίας της οικονομίας της αγοράς και λαμβάνει επίσης κάποια μέτρα που διασφαλίζουν την κοινωνική συνοχή.

Η προσέγγιση αυτή δεν είναι βεβαίως καινοφανής ούτε είναι ακόμα σαφώς διαφορετική από τις κεντροδεξιές πρακτικές. Η φιλελεύθερη έννοια των πλήρως απελευθερωμένων αγορών αποτελεί μάλλον ένα ιδεολογικό προκάλυμμα που στοχεύει στη νομιμοποίηση "ριζικά φιλελεύθερων" νόμων και ρυθμίσεων, που αφαιρούν από την εργατική τάξη μερικές από τις κατακτήσεις του παρελθόντος (ελάχιστος μισθός, ορισμένη διάρκεια της εργάσιμης ημέρας ή εβδομάδας, σταθερές μορφές απασχόλησης, όρια στις απολύσεις, ρυθμίσεις για την υγεία και την κοινωνική περίθαλψη κλπ.). Το πραγματικό πρόβλημα είναι να καθοριστούν με σαφήνεια τα όρια και να προσδιοριστούν οι "αναλογίες" και ο χαρακτήρας της κρατικής ρύθμισης. Σ' αυτό το πλαίσιο, οι κεντροαριστερές κυβερνήσεις, επιμένοντας σε πολιτικές που δίνουν προτεραιότητα στην σταθερότητα των τιμών και τον περιορισμό των δημοσίων ελλειμμάτων (και όχι στη μείωση της ανεργίας), εμφανίζονται ως μια "μετριοπαθής εκδοχή" της συντηρητικής πολιτικής, ως ένας "μονεταρισμός με ανθρώπινο πρόσωπο". Επομένως, αυτές οι πολιτικές στερούνται ενός ενιαίου στρατηγικού οράματος, μιας ηγεμονικής κοινωνικής ιδεολογίας, που θα διέφερε από τις κεντροδεξιές πραγματιστικές ιδέες. Ως απάντηση α' αυτό το στρατηγικό αδιέξοδο, διαμορφώθηκε στη Βρετανία η οπτική του "καπιταλισμού της συνυπευθυνότητας", που σύμφωνα με τους υποστηρικτές της, μπορεί να "φέρει πίσω στην αριστερά την ηγεμονία στο χώρο των ιδεών, για πρώτη φορά μετά από είκοσι χρόνια" (Kelly et al. 1997, σ. 238).

Με τον όρο συνυπευθυνότητα (stakeholding) δηλώνονται και προωθούνται οι ιδέες της κοινωνικής ενσωμάτωσης, της ιδιότητας του πολίτη, της συνεργασίας και του κοινωνικού συμβολαίου, ως λειτουργικές αρχές του σύγχρονου καπιταλισμού. Αυτό που διαφοροποιεί αυτό το εγχείρημα του "καπιταλισμού της συνυπευθυνότητας" από άλλες προσπάθειες [2] να παρουσιαστεί ο καπιταλισμός ως κοινωνικό σύστημα που στηρίζεται στην "αρμονία συμφερόντων" μεταξύ των κοινωνικών τάξεων και ομάδων, είναι ότι οι υποστηρικτές του δεν περιορίζονται στην υπεράσπιση αυτών των ιδεών, αλλά τις χρησιμοποιούν ως ένα σημείο εκκίνησης για την κριτική των υπαρκτών σχέσεων και δομών, που υποτίθεται ότι παρεμποδίζουν την υλοποίηση αυτών των ιδεών. Ο "καπιταλισμός της συνυπευθυνότητας" εμφανίζεται επομένως ως μια αντιπαλότητα προς τον υπαρκτό καπιταλισμό της συντηρητικής ηγεμονίας, ως ένα αίτημα για αλλαγή και όχι μια απολογητική διακήρυξη. Στο παραπάνω συμβάλλει το γεγονός ότι το όλο εγχείρημα εδράζεται στις θεωρητικές προσεγγίσεις και τις αναλυτικές κατηγορίες που του προσφέρουν ορισμένοι υποστηρικτές του.

Ως σημείο αφετηρίας της εκστρατείας και της συζήτησης για τον καπιταλισμό της συνυπευθυνότητας θα μπορούσε κανείς να θεωρήσει τη δημοσίευση το 1995 της πρώτης έκδοσης του The State we 're in, του Will Hutton, οικονομικού τότε συντάκτη του Guardian και σήμερα διευθυντή του Observer. Το βιβλίο αυτό παρέμεινε επί έξι μήνες και πλέον στον κατάλογο των best sellers, έκανε μια δεύτερη αναθεωρημένη έκδοση το 1996 και συζητήθηκε ευρύτατα σε εφημερίδες όπως επίσης και σε αρθρογραφία επιστημονικών περιοδικών. Η έννοια του "καπιταλισμού της συνυπευθυνότητας" υιοθετήθηκε από τον Tony Blair στη διάρκεια της προεκλογικής εκστρατείας του 1997 ενώ είχε ήδη ενσωματωθεί στα ντοκουμέντα των βρετανικών συνδικάτων (βλ. πχ. Your stake at Work – TUC proposals for a Stakeholer Economy, 1996).

Μια από τις βασικές ιδέες του Ηutton, όπως εξ άλλου υπονοεί ο τίτλος του βιβλίου του, είναι ότι δεν μπορούμε να εννοήσουμε τον καπιταλισμό ανεξάρτητα από το θεσμικό του οικοδόμημα και πιο συγκεκριμένα το κράτος. Η ανάλυση και η κριτική του Ηutton στοχεύει τον βρετανικό καπιταλισμό, όπως αυτός διαμορφώθηκε στη διάρκεια της συντηρητικής διακυβέρνησης από το 1979. Γράφει: "Αν μια καλοκουρδισμένη οικονομία της αγοράς απαιτεί εκπαιδευμένο εργατικό δυναμικό, ισχυρούς κοινωνικούς θεσμούς, όπως σχολεία και επιμορφωτικά κέντρα και μια στιβαρή δημόσια υποδομή, όλα αυτά δεν μπορούν να επιτευχθούν αν η κυβερνώσα τάξη δεν μπορεί να κατανοήσει τις αξίες που εμπεριέχουν αυτοί οι θεσμοί" (Ηutton 1996, σ. 25). Η ιδέα αυτή συνιστά μια κριτική της κατηγορίας της "παγκοσμιοποίησης" και των πολιτικών της συνεπειών, δηλ. του ισχυρισμού ότι η διεθνοποίηση του κεφαλαίου και η οικονομική αλληλεξάρτηση των διεθνών αγορών έχει αναπτυχθεί σε τέτοιο βαθμό ώστε να καθιστά ανέφικτη κάθε μορφή εθνικής οικονομικής πολιτικής (στο βαθμό που αυτή διαφοροποιείται από τα συντηρητικά δόγματα της απορύθμισης και της "ευελιξίας"). Οπως δηλώνει ο ίδιος ο Ηutton, "η υδρόγειος δεν είναι σε τέτοιο βαθμό παγκοσμιοποιημένη" ("the world is not that global", Hutton, στο Kelly et al 1997, σ. 7), ή με άλλη διατύπωση, "ο καπιταλισμός δεν είναι απλά και αποκλειστικά ένα οικονομικό σύστημα, αλλά ένα κοινωνικο-πολιτικό σύστημα, του οποίου το περιεχόμενο και η δομή σχηματίζεται και μορφοποιείται από την ιστορία του" (D. Kelly, στο Kelly et al, σ. 49).

Αυτό που ωστόσο προσδίδει στο βιβλίο του Ηutton ένα ευρύ θεωρητικό κύρος είναι ότι εμπεριέχει μια διπλή κριτική απέναντι στις κυρίαρχες αντιλήψεις: μια κωδικοποιημένη θεωρητική κριτική των νεοκλασικών οικονομικών αξιωμάτων που αφορούν τον τρόπο λειτουργίας της (καπιταλιστικής) οικονομίας από τη μια πλευρά, και από την άλλη μια καταγγελία των πολιτικών που ακολουθήθηκαν από τις βρετανικές συντηρητικές κυβερνήσεις και του τρόπου ανάπτυξης του βρετανικού καπιταλισμού.

Ο Ηutton αμφισβητεί και απορρίπτει τους βασικούς εννοιολογικούς πυλώνες της νεοκλασικής οικονομικής θεωρίας (τις έννοιες του οικονομικού ορθολογισμού, το δόγμα των ορθολογικών προσδοκιών, το νόμο των φθινουσών αποδόσεων, τη θεωρία της γενικής ανταγωνιστικής ισορροπίας) και επιχειρηματολογεί υπέρ της κεϋνσιανής προσέγγισης, σύμφωνα με την οποία ένα σωστά ρυθμισμένο χρηματοοικονομικό σύστημα αποτελεί προϋπόθεση της αύξησης των επενδύσεων, η οποία από τη μεριά της "αποτελεί την κρίσιμη κινητήρια δύναμη της οικονομικής ευημερίας, διότι δημιουργεί ένα φαινόμενο χιονοστιβάδας, το οποίο ο Κeynes ονόμασε πολλαπλασιαστή" (Ηutton 1996, σ. 242). Αν η ενδογενής τάση του χρηματοοικονομικού συστήματος προς τη ρευστότητα δεν ανασχεθεί από την κρατική πολιτική, ενδέχεται να λειτουργήσει αντιπαραγωγικά, και να αποσταθεροποιήσει την οικονομία της αγοράς. Αυτό σημαίνει, σύμφωνα με τον Ηutton, "ότι ο μη διαχειριζόμενος καπιταλισμός είναι ενδογενώς ασταθής ως σύστημα και ότι μια επιτυχημένη επιχείρηση είναι μάλλον μια κοινωνική παρά μια ατομικιστική πράξη" (Ηutton 1996, σ. 237).

Στο επίπεδο της συγκεκριμένης ανάλυσης του βρετανικού καπιταλισμού, ο Ηutton ασκεί κριτική στις συνέπειες της εφαρμογής συντηρητικών πολιτικών και μονεταριστικών δογμάτων, και πιο συγκεκριμένα της ρύθμισης των χρηματοοικονομικών αγορών. Υποστηρίζει ότι οι πολιτικές αυτές εκχώρησαν τα πρωτεία στις χρηματιστηριακές αγορές και το χρηματοπιστωτικό σύστημα εις βάρος της βρετανικής οικονομίας συνολικά και διέβρωσαν την παραγωγική δυναμικότητα της οικονομίας, που σχετίζεται άμεσα με τη βιομηχανία και τις επενδύσεις. Ως αποτέλεσμα, επήλθε μια πολύ διάσπαρτη ιδιοκτησιακή δομή, όπου 160 ασφαλιστικές εταιρείες και ασφαλιστικά ταμεία κατέχουν το 70% των μετοχών των βρετανικών επιχειρήσεων, ασκώντας μια πίεση στους μάνατζερς να καταβάλλουν υψηλά μερίσματα (προκειμένου να αποφύγουν μια ενδεχόμενη εξαγορά της επιχείρησης) μειώνοντας έτσι τα προς επένδυση διαθέσιμα κεφάλαια. Ετσι λοιπόν, η βραχυπρόθεσμη κουλτούρα των χρηματοοικονομικών αγορών μεταφυτεύτηκε σ' ολόκληρη την οικονομία, εκτοπίζοντας τις μακροπρόθεσμες επενδύσεις και τις αναπτυξιακές στρατηγικές. Η στάση των ιδιοκτητών χαρακτηρίζεται από μια αντιπαραγωγική "έλλειψη στράτευσης και υπευθυνότητας για τα κεφάλαιά τους (...) καθώς αυτοί είναι πάντα έτοιμοι να αποχωρήσουν από τις εταιρείες που κατέχουν πουλώντας τα μερίδιά τους" (Ηutton 1996, σ. 157).

Μ' αυτό τον τρόπο, σύμφωνα με τον Ηutton, ο βρετανικός καπιταλισμός χάνει την ικανότητά του να αυξάνει την παραγωγικότητα, να ανανεώνει τα μέσα παραγωγής, να επιτυγχάνει υψηλούς ρυθμούς μεγέθυνσης, να δημιουργεί νέες θέσεις εργασίας, να κατανέμει την ευημερία στο σύνολο της κοινωνίας, κλπ. Επέρχεται λοιπόν η ανισότητα και η κοινωνική περιθωριοποίηση, ως αποτέλεσμα της "σπειροειδούς πορείας συρρίκνωσης και αποψίλωσης των επιχειρήσεων, και η μετατόπιση του κινδύνου στις δυνάμεις της εργασίας" (Ηutton στο Kelly et al 1997, σ. 4). Το συνολικό αποτέλεσμα είναι η ανάδυση της κοινωνίας του "τριάντα/τριάντα/σαράντα", όπου το 30% του πληθυσμού είναι "άνεργο και περιθωριοποιημένο", το 30% ανασφαλές και "πρόσφατα περιθωριοποιημένο" και μόνο το 40% έχει μια ασφαλή και σταθερή θέση εργασίας.

Το εγχείρημα του "καπιταλισμού της συνυπευθυνότητας" νοείται ως μια στρατηγική που στοχεύει στη θεραπεία όλων αυτών των ασθενειών του (βρετανικού) καπιταλισμού. Ο Ηutton και όλοι οι άλλοι υποστηρικτές της ιδέας του "καπιταλισμού της συνυπευθυνότητας" πιστεύουν ότι κάτι τέτοιο είναι εφικτό: "Ετσι λοιπόν, η μεγάλη πρόκληση του εικοστού αιώνα, μετά την εμπειρία τόσο του κρατικού σοσιαλισμού, όσο και των αχαλίνωτων ελεύθερων αγορών είναι η δημιουργία μιας νέας χρηματοοικονομικής αρχιτεκτονικής, όπου οι ιδιωτικές αποφάσεις παράγουν ένα λιγότερο εκφυλισμένο καπιταλισμό. Η τριπλή απαίτηση είναι η διεύρυνση του χώρου της συνυπευθυνότητας στις επιχειρήσεις και τους θεσμούς έτσι ώστε να δημιουργηθεί μια ισχυρότερη τάση μακροπρόθεσμης στράτευσης για τους ιδιοκτήτες, η επέκταση της προσφοράς φτηνών μακροπρόθεσμων δανείων, και η αποκέντρωση της λήψης των αποφάσεων. Με δυο λόγια, το χρηματοοικονομικό σύστημα χρειάζεται έναν ευρύ εκδημοκρατισμό" (Ηutton 1996, σ. 298).

Ο "καπιταλισμός της συνυπευθυνότητας" εμφανίζεται λοιπόν ως το όραμα μιας νέας, συνεργατικής και κοινωνικά ευπρεπούς και ανεκτής μορφής καπιταλισμού. Πέραν αυτού, η μορφή αυτή του καπιταλισμού θεωρείται ως η μόνη που μπορεί να είναι επιτυχής. Με τα λόγια του ίδιου του Ηutton, "Η προσπάθεια διάνοιξης ενός δρόμου, όπου η ηθική κοινότητα μπορεί να συνυπάρχει με έναν επιτυχή καπιταλισμό συγκεντρώνει σαφώς ένα τεράστιο ενδιαφέρον" (Ηutton στο Kelly et al 1997, σ. 8). "Ο επιτυχής καπιταλισμός απαιτεί μια συγχώνευση συνεργασίας και ανταγωνισμού και ένα μέσο μεταμόσχευσης αυτού του υβριδίου στο έδαφος του οικονομικού, πολιτικού και κοινωνικού συστήματος" (Ηutton 1996, σ. 255).

3.. ..πάντοτε θολού

Η έννοια του "καπιταλισμού της συνυπευθυνότητας" υπονοεί ότι είναι δυνατόν να διαμορφωθεί πολιτικά και ιδεολογικά μια δομική ενότητα, δηλ. μια ενότητα συμφερόντων σε μια στέρεα και μακροπρόθεσμη βάση, μεταξύ των μεμονωμένων εργαζομένων και της επιχείρησής "τους". Στην προοπτική αυτή ο εργαζόμενος θεωρείται ως μέρος της καπιταλιστικής επιχείρησης, ως στρατευμένος και ενσωματωμένος σ' αυτήν. [3]

Η προσέγγιση του "καπιταλισμού της συνυπευθυνότητας" επιχειρεί επομένως να συγκαλύψει τον εκμεταλλευτικό και ενδογενώς αντιφατικό χαρακτήρα του καπιταλισμού, το γεγονός ότι συνιστά ένα σύστημα ταξικής εξουσίας και ταξικής εκμετάλλευσης (εξαγωγής υπεραξίας) της εργατικής τάξης από την κεφαλαιοκρατική τάξη. Αντιλαμβάνεται την πραγματικότητα της κοινωνικής ανισότητας και του κοινωνικού αποκλεισμού (αυτό που ο Ηutton περιγράφει ως "κοινωνία του τριάντα/τριάντα/σαράντα") αλλά την αποδίδει στην ηγεμονία του "αντιπαραγωγικού" χρηματοοικονομικού συστήματος (και κεφαλαίου) και στις συντηρητικές πολιτικές που απορυθμίζουν τις αγορές.

Κατά την άποψή μας, η προσέγγιση αυτή συνιστά μια θεωρητική και ιδεολογική υποχώρηση από τις κλασικές σοσιαλδημοκρατικές θέσεις και αναλύσεις, υπέρ των φιλελεύθερων ατομικιστικών ιδεών. Η σοσιαλδημοκρατία παραδοσιακά θεωρούσε τους εργάτες και το εργατικό κίνημα ως μια ενότητα, ως μια κοινωνική τάξη και μια κοινωνική δύναμη οριζόμενη από τα δικά της ειδικά ταξικά συμφέροντα και στόχους, ακόμα και όταν σε ορισμένες περιστάσεις και σε ορισμένες συγκυρίες τα συμφέροντα αυτά θεωρούνταν συμβατά με εκείνα ορισμένων καπιταλιστικών μερίδων ή και εκείνα της τάξης των καπιταλιστών ως σύνολο. Στην περίπτωση του "καπιταλισμού της συνυπευθυνότητας", η εργατική τάξη (τα ειδικά της ταξικά συμφέροντα) θεωρείται ως μη υπάρχουσα και η ανάλυση επικεντρώνεται στους μεμονωμένους εργάτες, [4] των οποίων τα συμφέροντα θεωρείται ότι έχουν ενσωματωθεί (ή ότι πρέπει να ενσωματωθούν) στα συμφέροντα και τους στόχους της επιχείρησής τους. Η πιο πάνω θεωρητική και ιδεολογική μετατόπιση έχει συγκεκριμένες πολιτικές συνέπειες: "Δεν υπερασπίζομαι (...) μια συλλογική διαπραγμάτευση στο επίπεδο της συνολικής βιομηχανίας (...) Αντιλαμβάνομαι μάλλον το εργατικό δυναμικό ως ένα κοινωνικό εταίρο (για να χρησιμοποιήσω έναν ευρωπαϊκό όρο) ο οποίος θα διαπραγματεύεται και θα λειτουργεί στο επίπεδο της επιχείρησης και της βιομηχανίας. Αυτό δεν αποτελεί επιστροφή στον παλαιού τύπου συντεχνισμό" (Ηutton στο Kelly et al 1997, σ. 7).

Πέραν αυτού, εγείρεται το ερώτημα του κατά πόσο και σε ποιο βαθμό είναι εφικτή η ατζέντα του καπιταλισμού της συνυπευθυνότητας, του κατά πόσο δηλ. είναι πραγματικά εφικτό να ενεργοποιηθεί ένα σχέδιο συνεργασίας και αμοιβαίας συστράτευσης μεταξύ της εργατικής τάξης και του "παραγωγικού κεφαλαίου" (επιχειρήσεις), για μια μεταρρύθμιση των κρατικών θεσμών και μια αμφισβήτηση της ασυδοσίας και της ηγεμονίας των χρηματοοικονομικών αγορών. Η εφικτότητα της στρατηγικής του "καπιταλισμού της συνυπευθυνότητας" αμφισβητήθηκε τόσο από τα αριστερά όσο και από τα δεξιά. [5] Οι υποστηρικτές της ιδέας της συνυπευθυνότητας, θα έπρεπε, προκειμένου να απαντήσουν σ' αυτό το ζήτημα, να αναλάβουν από τη μια μεριά μια θεωρητική ανάλυση των κοινωνικών δομών, των τάξεων και των ανταγωνισμών μιας καπιταλιστικής κοινωνίας, και από την άλλη μια ανάλυση της δυναμικής της κοινωνικής "συνυπευθυνότητας" στην ιστορία. Αντ' αυτού, ο Ηutton απαντά με τον απλουστευτικό ισχυρισμό ότι "ο καπιταλισμός της συνυπευθυνότητας" υπάρχει ήδη στη σύγχρονη Γερμανία και στις γειτονικές της χώρες (Αυστρία, Ελβετία, Ολλανδία...).

Οι συλλογισμοί του Ηutton βασίζονται σ' ένα διπλό ισχυρισμό: α) ότι όντως υπάρχουν ριζικά διαφορετικές μορφές καπιταλισμού, [6] και β) ότι η "γερμανική μορφή" καπιταλισμού αποτελεί στην πραγματικότητα μια μορφή "καπιταλισμού της συνυπευθυνότητας". Στην κατεύθυνση αυτή, μετασχηματίζει την ατζέντα του "καπιταλισμού της συνυπευθυνότητας" από μια καθολική επαγγελία δημιουργίας ενός καπιταλισμού με ανθρώπινο πρόσωπο ("η μεγάλη πρόκληση του εικοστού αιώνα, μετά την εμπειρία τόσο του κρατικού σοσιαλισμού όσο και των ασύδοτων ελεύθερων αγορών" - Ηutton 1996, σ. 298), στον κοινότυπο πραγματισμό της υιοθέτησης στη Βρετανία του (υποτιθέμενου διάφορου ως προς το βρετανικό) "γερμανικού μοντέλου" καπιταλισμού. Γίνεται επομένως ένας κοινός απολογητής του υπαρκτού (γερμανικού!!!) καπιταλισμού: "Κεφάλαιο και εργασία λειτουργούν σε σύμπραξη (...) Είναι μια κοινωνική αγορά (...) Υπάρχει ένας συμβιβασμός υπέρ μιας συντονισμένης και συνεργατικής συμπεριφοράς που στοχεύει στην ενίσχυση της παραγωγής και των επενδύσεων. Η εργασία οφείλει να αναγνωρίσει τη νομιμότητα του κεφαλαίου, και το κεφάλαιο να αναγνωρίσει τα δικαιώματα της εργασίας (...) Προκειμένου εργάτες και διευθυντές να λειτουργούν με συνεργασία τις επιχειρήσεις τους, οι χρηματοδοτικοί συνυπεύθυνοι θα πρέπει να αποδεχτούν ότι δεν μπορούν να μεγιστοποιούν τις αποδόσεις τους βραχυπρόθεσμα (...) Η παράδοση του εισοδηματία είναι πολύ ασθενής στη Γερμανία" (Ηutton 1996, σ. 262-68).

4. Όψεις της γερμανικής "κοινωνικής-αγοράς", πρωτοκαθεδρία του χρηματιστικού κεφαλαίου και πολιτικές συρρίκνωσης των επιχειρήσεων

Ο Ηutton δεν κάνει τον κόπο να στηρίξει τα επιχειρήματά του σε στατιστικό υλικό ή αναλυτικές θέσεις. Ο απλός ισχυρισμός του ότι κάποιο "γερμανικό θαύμα" βρίσκεται ακόμα εν ζωή (το θαύμα της "Κοινωνικής Αγοράς") δεν μπορεί να αποκρύψει το γεγονός ότι από το 1994 όλοι οι δείκτες τους οποίους θεωρεί ως καθοριστικούς της "μορφής καπιταλισμού" που κυριαρχεί (ρυθμοί μεγέθυνσης του ΑΕΠ και σχηματισμού ακαθάριστου παγίου κεφαλαίου, μεταβολή του αριθμού των απασχολούμενων και του ποσοστού ανεργίας) έχουν επιδεινωθεί στη Γερμανία, καταγράφοντας έτσι χαμηλότερες ποσοστιαίες τιμές από αυτές της βρετανικής οικονομίας (ΕU 1977).

Ειδικότερα, το ποσοστό της ανεργίας σημείωσε στη Γερμανία τον Ιούλιο του 1997 ένα νέο μεταπολεμικό "ρεκόρ", καθώς σε εθνικό επίπεδο υπερέβη το 11,3% (18,2 % στην Ανατολική και 9,8% στη Δυτική Γερμανία, Financial Times, 7 Αυγούστου 1997). [7] Πέραν αυτού, η χρηματιστηριακή αγορά στη Γερμανία, παρά τις διαβεβαιώσεις του Ηutton, συμπεριφέρθηκε μ' έναν παρόμοιο τρόπο όπως και στη Βρετανία.

Αυτό που η προσέγγιση του "καπιταλισμού της συνυπευθυνότητας" αντιλαμβάνεται ως το αρνητικό στοιχείο στον ηγεμονικό ρόλο του χρηματιστικού κεφαλαίου (δημιουργώντας την "έλλειψη στράτευσης και υπευθυνότητας που δείχνουν οι ιδιοκτήτες για τα κεφάλαιά τους" - Ηutton 1996, σ. 157), σχετίζεται πολύ λιγότερο με την προσδοκία των μετόχων να αποκομίσουν υψηλά μερίσματα και πολύ περισσότερο με τη μεταβαλλόμενη αξία των μετοχών, δηλ. με την προσδοκία των "επενδυτών" να αγοράσουν κάποια πακέτα μετοχών φτηνά και να τα πωλήσουν ακριβά, ή να κρατήσουν τα πακέτα μετοχών με την υψηλή και αυξανόμενη αξία. Αυτό ακριβώς το χρηματιστικό "παιχνίδι" οδήγησε τις τιμές των μετοχών στις περισσότερες καπιταλιστικές χώρες σε ιστορικά ύψη, που δεν αντιστοιχούν καθόλου στην πραγματική επίδοση των επιχειρήσεων ή την αύξηση του προϊόντος της "πραγματικής" οικονομίας. Η μόνη αναπτυγμένη καπιταλιστική οικονομία όπου δεν έχει σημειωθεί ακόμα (για θεσμικούς και άλλους λόγους) αυτή η φρενίτιδα της ανόδου των τιμών των μετοχών είναι η Ιαπωνία. Ενώ λοιπόν ο δείκτης Νikkei του Τόκυο δεν ξεπέρασε ποτέ σε σταθερή βάση την τιμή που είχε φθάσει μετά το κραχ της διεθνούς χρηματιστηριακής αγοράς τον Οκτώβριο του 1987, ο δείκτης DAX της Φρανκφούρτης και ο δείκτης FTSE του Λονδίνου ξεπερνούσαν τον Ιούλιο του 1997 τις αντίστοιχες τιμές του Οκτωβρίου 1987 κατά 4,1 και 3,2 φορές αντίστοιχα. Επομένως, η φρενίτιδα της ανόδου των τιμών των μετοχών είναι ακόμη μεγαλύτερη στη Γερμανία απ' ό,τι στη Βρετανία (Der Spiegel, 21.07.97, σ. 64-66).

Είναι ωστόσο γεγονός ότι μέχρι τα μέσα της δεκαετίας του 1980, περισσότερο από το 42% της μετοχικής αξίας στη Γερμανία ανήκε στις ίδιες τις επιχειρήσεις, συχνά μέσω αμοιβαίας κατοχής μεριδίων μεταξύ των επιχειρήσεων. Ωστόσο, η κατάσταση αυτή έχει αλλάξει δραστικά από τα τέλη της δεκαετίας του 1980, καθώς περισσότεροι από το 40% των επενδυτών του χρηματιστηρίου της Φρανκφούρτης είναι πλέον μη Γερμανοί (Ιαπωνικές και Ευρωπαϊκές Τράπεζες, αμερικανικά ασφαλιστικά ταμεία, κλπ.) έτσι ώστε τελικά να εμφανίζεται στη Γερμανία ένα πρότυπο διασποράς της αξίας των μετοχών παρόμοιο με αυτό της Βρετανίας.

Στη Γερμανία, οι κάτοχοι των μετοχών συνεργάζονται άριστα, όπως εξ άλλου και στη Βρετανία, με τους μάνατζερς των επιχειρήσεων, έτσι ώστε οι τελευταίοι να ακολουθούν τις πολιτικές που ενισχύουν την εμπιστοσύνη των χρηματιστικών αγορών προς τις επιχειρήσεις και επομένως να επιτρέπουν την αύξηση της μετοχικής αξίας των επιχειρήσεων. Ποιες είναι αυτές οι πολιτικές; Μα είναι αυτό που αποκαλείται συρρίκνωση ("downsizing") των επιχειρήσεων, που στοχεύει στην αύξηση της ικανότητας κερδοφορίας της επιχείρησης μέσω της περικοπής των λιγότερο κερδοφόρων δραστηριοτήτων της. Η εποχή της χρηματιστηριακής υπο-εκτίμησης των περιουσιακών στοιχείων μιας επιχείρησης, που επέτρεπε σε μερικούς κερδοσκόπους να αγοράζουν επιχειρήσεις φτηνά προκειμένου να τις "διαλύσουν" (να τις ξεπουλήσουν τμηματικά) έχει παρέλθει ήδη από την αρχή της δεκαετίας του 1990. Κατά συνέπεια, οι εντάσεις μεταξύ επιχειρήσεων και χρηματιστηριακών αγορών έχουν εξομαλυνθεί. Από τότε, οι τιμές των μετοχών έχουν φθάσει παντού σε επίπεδα που είναι σαφώς υψηλότερα της πραγματικής αγοραίας αξίας των περιουσιακών στοιχείων των επιχειρήσεων και οι μάνατζερς έχουν πλέον κάθε λόγο να συνεργάζονται με αυτούς που ενδιαφέρονται για τη μετοχική αξία των εταιρειών τους. Οι χρηματιστηριακές εξαγορές επιχειρήσεων αποκτούν σήμερα μια λιγότερο "αντιπαραγωγική" μορφή, όπου σ' αυτές εμπλέκονται επίσης οι μάνατζερς και οι τράπεζες, όπως θα δείξουμε στη συνέχεια, αναφερόμενοι στην περίπτωση Krupp-Thyssen.

H όλη διαδικασία της συρρίκνωσης περιγράφεται από τις ηγεμονικές οικονομικές δυνάμεις όπως και από την αστικής διανόηση, ως ένας "εκσυγχρονισμός της οικονομίας", ενώ η αύξηση της ανεργίας που προκύπτει απ' αυτήν περιγράφεται ως ένα αναπόφευκτο αρνητικό παραπροϊόν του εκσυγχρονισμού. Ωστόσο, στην πραγματικότητα, πρόκειται για μια ενιαία καπιταλιστική στρατηγική, που στοχεύει στην αναδιάρθρωση των σχέσεων εξουσίας υπέρ της κεφαλαιοκρατικής και εις βάρος της εργατικής τάξης. Είναι ίσως μια διαφορετική στρατηγική από αυτή των δεκαετιών 1960 και 1970 (που προέκυπτε ως αποτέλεσμα των κοινωνικών σχέσεων εξουσίας και των ταξικών ανταγωνισμών εκείνης της εποχής), όταν τα αυξανόμενα κέρδη και τα υψηλά επίπεδα του ποσοστού κέρδους σχετίζονταν με γρήγορες αυξήσεις του προϊόντος, σταθερούς ή ακόμα και αυξανόμενους μισθούς και χαμηλή ανεργία, είναι όμως μια στρατηγική που συνενώνει μάνατζερς και μετόχους, τις διάφορες δηλ. μερίδες του κεφαλαίου.

Κλείνοντας αυτή την ενότητα, θα δώσουμε μια εικόνα του τρόπου λειτουργίας της γερμανικής "κοινωνικής αγοράς" της δεκαετίας του 1990, παρουσιάζοντας ορισμένα μεμονωμένα (αλλά πάντως χαρακτηριστικά) παραδείγματα (μια μέθοδο πολύ προσφιλή στον Ηutton). Ο αριθμός των εργαζομένων της VW μειώθηκε από 261.000 το 1990 σε 241.000 το 1996, της BASF από 135.000 σε 107.000, της Τhyssen από 149.000 σε 123.000 και της Daimler Benz από 377.000 το 1990 σε 290.000 το 1996. Η πτωτική τάση της απασχόλησης ακολουθήθηκε από μια απότομη αύξηση της αξίας της μετοχής όλων αυτών των εταιρειών. Από τον Ιανουάριο του 1996 μέχρι το Μάρτιο του 1997 η αξία της μετοχής της VW αυξήθηκε κατά 95%, της BASF κατά 98%, της Τhyssen κατά 30% και της Daimler-Benz κατά 75% (Σταμάτης 1997, επίσης για ό,τι ακολουθεί στο παρόν κεφάλαιο).

Η σχετικά μικρή αύξηση της αξίας της μετοχής της Thyssen σχετιζόταν με τα μυστικά σχέδια της Krupp (που κατέβαλε για το λόγο αυτό περισσότερα από 200 εκατ. DM σε αναλυτές αγοράς) να ελέγξει την Thyssen, αγοράζοντας το 66% των μετοχών της εταιρείας (που ήταν διάσπαρτες κατά 80% και πλέον), αντί του ποσού των 9 δις DM. (Για ό,τι ακολουθεί βλ. Σταμάτης 1997). Προκειμένου να εφαρμόσει τα σχέδιά της, η Krupp έκλεισε μια συμφωνία με τις δύο μεγαλύτερες γερμανικές τράπεζες (Deutsche Bank και Dresner Bank), που προέβλεπε το δανεισμό από αυτές ολόκληρου του ποσού των 9 δις DM και την εν συνεχεία πώληση, αμέσως μετά την εξαγορά, 17 θυγατρικών της και 4 θυγατρικών της Thyssen με σκοπό την αποπληρωμή ενός μέρους του δανείου. Αξίζει να σημειωθεί στο σημείο αυτό, ότι από την άποψη της αγοραίας αξίας των περιουσιακών στοιχείων, o όμιλος Thyssen έχει μια αξία περίπου διπλάσια αυτής του ομίλου Krupp. Ο έλεγχος της Τhyssen από την Krupp και η συρρίκνωση του νέου ομίλου θα επακολουθούσε, αναμενόταν ότι θα εκτίνασσε την τιμή της μετοχής του προς όφελος όλων των "συνυπευθύνων" του σχεδίου (της Krupp, των δύο μεγάλων τραπεζών, των μετόχων της Krupp και της Thyssen). Μετά τον εργατικό αναβρασμό που σημειώθηκε και στις δύο επιχειρήσεις το Μάρτιο του 1997 (ο διευθυντής της Krupp εισερχόταν και εξερχόταν στην επιχείρηση μόνο με αστυνομική προστασία), το σχέδιο εξαγοράς εγκαταλήφθηκε. Αντ' αυτού, οι δύο εταιρείες αποφάσισαν να συγχωνεύσουν τα χαλυβουργεία τους, δημιουργώντας μια νέα εταιρεία (το 60% των μετοχών της οποίας κρατούσε η Thyssen και το 40% η Krupp). Στη συμφωνία αυτή περιλαμβανόταν επίσης η απόφαση της άμεσης μείωσης της απασχόλησης των νέων χαλυβουργείων από 66.800 σε 58.900 εργάτες.

H κερδοσκοπία, η συρρίκνωση, η αύξηση της χρηματιστηριακής αξίας των επιχειρήσεων, η αυξανόμενη ανεργία, όλα αυτά προέρχονται από τη "λογική του κεφαλαίου", όχι από κάποιες "εθνικές κουλτούρες". Η ένδεια της ανάλυσης του "καπιταλισμού της συνυπευθυνότητας" αποκαλύπτει την αδυναμία εφαρμογής και την δυστοκία όλων των προγραμμάτων μεταρρύθμισης των σημερινών καπιταλιστικών σχέσεων, τουλάχιστον όσο αυτές περιορίζονται στον καπιταλιστικό ιδεολογικό και στρατηγικό ορίζοντα της βελτίωσης των δεικτών κερδοφορίας του κεφαλαίου.

5. Ο εγγενής συντηρητισμός του σχεδίου της Ευρωπαϊκής Νομισματικής Ενωσης

Η μεθοδολογική προσέγγιση του Ηutton δεν καινοτομεί: Μέσω της φαινομενικά ριζοσπαστικής κριτικής των εγχώριων συνθηκών, της εγχώριας "μορφής καπιταλισμού", υμνεί τον δήθεν "ανθρώπινο", ευπρεπή και κοινωνικό πυρήνα του καπιταλισμού, του "επιτυχημένου καπιταλισμού", που θα πρέπει να ανακαλυφθεί και να προβληθεί. [8] Τίθεται ωστόσο το ερώτημα γιατί ο Hutton και οι υποστηρικτές του "καπιταλισμού της συνυπευθυνότητας" επέλεξαν ένα τέτοιο φτηνό πρότυπο "ανθρώπινου καπιταλισμού" όπως αυτό της Γερμανίας του Κολ.

Η απάντηση στο ερώτημα αυτό έρχεται με το πιο πρόσφατο βιβλίο του Hutton, The State to Come, που δημοσιεύτηκε μόλις ένα μήνα πριν τις γενικές βρετανικές εκλογές της 1ης Μαϊου 1997. Στο βιβλίο αυτό ο Ηutton παρουσιάζει μια περίληψη των βασικών του ιδεών, ανασκευάζει ή υιοθετεί μερικές από τις κριτικές που απευθύνθηκαν στο προηγούμενο βιβλίο του, [9] στρατεύεται υπέρ της εκλογικής νίκης του εργατικού κόμματος, και για πρώτη φορά, παρουσιάζει τις ιδέες του σχετικά με την Ευρωπαϊκή ενοποίηση. Στο τελευταίο αυτό κεφάλαιο του βιβλίου του, ο Ηutton ταυτίζει τον "καπιταλισμό της συνυπευθυνότητας" με την Ευρωπαϊκή Νομισματική Ενωση και τα κριτήρια του Μάαστριχτ. Γράφει: "Η οικονομία και κοινωνία της συνυπευθυνότητας σχετίζονται, αν δεν ταυτίζονται, με το οικονομικό και κοινωνικό Ευρωπαϊκό μοντέλο και είναι ευκολότερο να τις οικοδομήσουμε και να τις διατηρήσουμε σ' ένα ευρύτερο ευρωπαϊκό πλαίσιο από το να ενεργούμε μόνοι μας (...) Το εύρο θα μπορούσε να είναι το έναυσμα που θα ωθήσει την Ευρώπη σ' ένα

χρηστό οικονομικό κύκλο αυξανόμενων επενδύσεων, κατανάλωσης και απασχόλησης - ένα κύμα οικονομικής άνθησης της χιλιετίας (...) Με δυο λόγια, το ενιαίο νόμισμα θα μπορούσε να είναι εν δυνάμει η πλέον αριστοτεχνική πρωτοβουλία" (Ηutton 1997, σ. 92, 97, 99). Σε τελική ανάλυση, ο "καπιταλισμός της συνυπευθυνότητας" κατανοείται ως η ατζέντα της Συνθήκης του Μάαστριχτ για την Ευρωπαϊκή Οικονομική και Νομισματική Ενωση (ΟΝΕ).

Δεν είναι τυχαίο ότι ο Hutton στηρίζει ολόκληρη την υπέρ του εύρο στάση του σε μια επιχειρηματολογία που προέρχεται από μια χρηματιστική οπτική γωνία: "Η παγκόσμια επενδυτική και χρηματιστική κοινότητα διαθέτει πολλά δολάρια και θέλει να διαφοροποιήσει (τα αποθέματά της), αλλά ούτε το μάρκο ούτε το γεν μπορούν να αντέξουν στην πίεση (...) Το εύρο αντίθετα στηρίζεται σε μια ευρωπαϊκή οικονομία που λειτουργεί με εμπορικό πλεόνασμα και είναι αυτάρκης. Επί πλέον, θα εκκινήσει (...) στο υπέδαφος ενός χαμηλού πληθωρισμού, υψηλής ανεργίας και ενός συνολικά παραγόμενου προϊόντος που υπολείπεται κατά πολύ του αντίστοιχου δυνητικού. Θα υπάρξει έντονη ζήτηση για την αγορά του και θα υπερτιμηθεί τόσο σε σχέση με το γεν όσο και σε σχέση με το δολάριο (...) Το καθεστώς των χαμηλών επιτοκίων θα οδηγήσει σε μια αύξηση της αξίας των περιουσιακών στοιχείων, από τις κατοικίες μέχρι τις μετοχές (...) Η άνοδος αυτή του πλούτου θα συμβάλει στη δημιουργία ενός αέρα πανευρωπαϊκής ευφορίας, στον οποίο θα συνδράμει το γεγονός ότι το σκληρό εύρο θα καθιστά τις εισαγωγές φθηνότερες και επομένως το πραγματικό εισόδημα υψηλότερο" (Ηutton 1997, σ. 96-97). [10] Με τις θέσεις αυτές ο Hutton γίνεται υποστηρικτής της κερδοσκοπικής αύξησης της αξίας των μετοχών, την οποία προηγουμένως θεωρούσε ως αίτιο της "λογικής του βραχυπρόθεσμου" και όλων των άλλων δεινών που εμπόδιζαν την επιτυχία του (βρετανικού) καπιταλισμού.

H αποσύνθεση του προοδευτισμού του Ηutton αποκαλύπτει την αδυναμία της προοπτικής της ΟΝΕ (που έχει υιοθετηθεί απ' όλα τα ευρωπαϊκά κεντροαριστερά κόμματα, ανεξάρτητα από το αν βρίσκονται στην κυβέρνηση ή όχι) να επαγγελθεί κάτι διαφορετικό από τα αυξημένα κέρδη και τις αυξημένες τιμές των μετοχών, ή από τη δημιουργία μιας ευρωπαϊκής χρηματοπιστωτικής αγοράς που θα είναι σε θέση να ανταγωνιστεί ή ακόμα και να υπερφαλαγγίσει τις αντίστοιχες αγορές των ΗΠΑ και της Άπω Ανατολής. Ο μόνος τρόπος σύνδεσης αυτής της προοπτικής με το όραμα ενός ανθρώπινου, κοινωνικά ανεκτού καπιταλισμού ή ενός καπιταλισμού της "συνυπευθυνότητας" είναι να υιοθετηθεί η συντηρητική αντίληψη ότι μια αύξηση των κερδών ή της αξίας των μετοχών αποτελεί την κινητήρια δύναμη για τη διανομή του πλούτου και της ευημερίας σ' ολόκληρη την κοινωνία. Υποτίθεται όμως ότι τα κόμματα και οι διανοούμενοι της αριστεράς έχουν διαφοροποιηθεί από αυτές τις συντηρητικές ιδέες και τις αντίστοιχες πολιτικές πρακτικές. Ή μήπως όχι;

6. Υπερσυσσώρευση, κερδοφορία και η καπιταλιστική επίθεση

Η αποσάθρωση των κενροαριστερών μεταρρυθμιστικών σχεδίων φανερώνει τη συνεχιζόμενη συντηρητική ηγεμονία, τουλάχιστον στο πεδίο της οικονομικής και της κοινωνικής πολιτικής. Μια ήπια αύξηση της φορολογίας και μια ακόμα λιγότερο σημαντική αύξηση στις δημόσιες δαπάνες για την εκπαίδευση και την κοινωνική ασφάλιση δεν συνιστά πολιτική που διαφέρει ουσιαστικά απ' αυτήν που εφάρμοζαν οι συντηρητικές κυβερνήσεις. [11]

Πώς θα μπορούσαμε επομένως να ερμηνεύσουμε τη συντηρητική ηγεμονία ανεξάρτητα από το κόμμα που έρχεται στην εξουσία; Πιστεύουμε ότι ο μόνος τρόπος να απαντηθεί αυτό το ερώτημα είναι να εξετάσουμε την ανάλυση του Marx για τις ενδογενείς κανονικότητες που διέπουν την εξέλιξη του καπιταλισμού, αυτό που θα μπορούσαμε να αποκαλέσουμε, χρησιμοποιώντας τις έννοιες που ο ίδιος θεμελίωσε, διευρυμένη αναπαραγωγή των καπιταλιστικών σχέσεων. Η θεώρηση αυτή σημαίνει ότι θα πρέπει να έχουμε υπ' όψη μας ότι ο καπιταλισμός είναι μια εκμεταλλευτική ταξική εξουσία, κινητήρια δύναμη της οποίας είναι η "αξιοποίηση του κεφαλαίου, δηλ. η ιδιοποίηση υπερεργασίας, η παραγωγή υπεραξίας, κέρδους" (Marx 1981, σ. 360, Μαρξ 1978, σ. 318), και όχι η παραγωγή και διανομή πλούτου εν γένει.

Απ' αυτή τη θεωρητική και μεθοδολογική οπτική γωνία θα μπορούσε πλέον κανείς να διερευνήσει την "ειδοποιό διαφορά" της καπιταλιστικής ανάπτυξης από τις αρχές της δεκαετίας του 1970. Είναι μια περίοδος της μεταπολεμικής ιστορίας όλων των ανεπτυγμένων δυτικών καπιταλιστικών οικονομιών και κοινωνιών που χαρακτηρίζεται από μειούμενους ή χαμηλούς ρυθμούς ανάπτυξης. Η εμπειρική ανάλυση επιβεβαιώνει ότι αυτές οι χαμηλές οικονομικές επιδόσεις σχετίζονται με μια μείωση της κερδοφορίας σ' όλη την έκταση της καπιταλιστικής παραγωγής. Η περίοδος αυτή μπορεί να ερμηνευτεί με τη μαρξική ορολογία ως μια "υπερσυσσώρευση κεφαλαίου", όπως έχουμε υποστηρίξει αλλού (Ιοakimoglou-Milios 1993, Milios 1994, Μηλιός 1996). Σ' αυτή την κατεύθυνση, ακολουθώντας τη λογική του Μarx, μπορούμε να επαναλάβουμε ότι κάθε περίοδος μειωμένης κερδοφορίας σημαίνει ότι "το κεφάλαιο θα γινόταν ανίκανο να εκμεταλλεύεται την εργασία στο βαθμό εκμετάλλευσης που απαιτείται από την ‘υγιή' και ‘κανονική' ανάπτυξη της καπιταλιστικής διαδικασίας παραγωγής " (Marx 1981, σ. 364, Μαρξ 1978, σ. 323, η υπογράμμιση δική μας).

Η μειωμένη ικανότητα του κεφαλαίου να εκμεταλλεύεται την εργασία δεν θα πρέπει ωστόσο να αποδίδεται κυρίως στους αυξανόμενους μισθούς ή τις άλλες μορφές εργατικού εισοδήματος, σαν να μην διέφερε καθόλου η καπιταλιστική οικονομία από τις προκατακλυσμιαίες κοινωνίες των φυλών που συνέλεγαν καρπούς εργαζόμενες χωρίς μέσα παραγωγής. Οπως αποδεικνύουν πολλές εμπειρικές αναλύσεις, τα μειούμενα ποσοστά κερδοφορίας του κεφαλαίου σχετίζονται σε όλες σχεδόν τις περιπτώσεις με μια μειούμενη "αποδοτικότητα του κεφαλαίου", που πολύ απλά σημαίνει ότι το πάγιο απόθεμα κεφαλαίου αυξάνει με πολύ υψηλότερους ρυθμούς απ' ό,τι το προϊόν που παράγεται με αυτό το απόθεμα κεφαλαίου stock (Busch 1978, 1992, Ioakimoglou 1994, Μηλιός 1996). [12] Από την καπιταλιστική οπτική, υπάρχει μόνο μια μέθοδος θεραπείας αυτής της αρνητικής εξέλιξης για το ποσοστό κέρδους: η οικονομία στη χρησιμοποίηση σταθερού κεφαλαίου (μέσων παραγωγής) με την ταυτόχρονη μείωση του μεριδίου της εργασίας στο καθαρό προϊόν (το ποσοστό του καθαρού προϊόντος που μετατρέπεται σε μισθούς).

Συνιστά όμως η κατεύθυνση αυτή μια πλήρη εξήγηση της καπιταλιστικής επίθεσης κατά των μισθών και του εργατικού κινήματος; Όχι ακόμα. Επειδή, όπως είναι δυνατόν να αποδειχθεί από μια θεωρητική αλλά και μια εμπειρική [PE1] οπτική γωνία, η αποδοτικότερη μέθοδος μείωσης του μεριδίου των μισθών δεν εντοπίζεται στη συρρίκνωση των πραγματικών μισθών αλλά στην αύξηση της παραγωγικότητας της εργασίας (βλ. αναλυτικά Μηλιός 1996). Έτσι, θα υποστήριζαν πολλοί σ' αυτό το σημείο, εφ' όσον η αύξηση της παραγωγικότητας της εργασίας έχει ως προϋπόθεση την καινοτομία και την αναδιάρθρωση του παραγωγικού μηχανισμού, την επένδυση σε νέες τεχνολογίες κλπ, απαιτεί επίσης (από τη σκοπιά του ίδιου του κεφαλαίου) ένα συναινετικό εργασιακό περιβάλλον, που να επιτρέπει στους εργάτες να θέτουν σε λειτουργία τα μέσα παραγωγής με αποδοτικό τρόπο. Πιστεύουμε ότι μια τέτοια προσέγγιση λησμονεί την ουσία της επιστημονικής ανάλυσης του Μarx σχετικά με τον εκμεταλλευτικό και ενδογενώς αντιφατικό χαρακτήρα της καπιταλιστικής παραγωγής. Δεν είναι τυχαίο ότι όσοι υποστηρίζουν αυτή τη θέση αδυνατούν να κατανοήσουν γιατί η κεφαλαιοκρατική τάξη επιμένει στην επίθεσή της κατά της εργασίας, ή γιατί οι κυβερνήσεις επιμένουν στις περιοριστικές πολιτικές (ευνοώντας τη συρρίκνωση των επιχειρήσεων, τη χρηματοοικονομική κερδοσκοπία και την αύξηση της ανεργίας). Και εν τέλει, υπάρχει πράγματι μια "έλλειψη συναίνεσης" στις σύγχρονες καπιταλιστικές κοινωνίες;

Η ανάλυση του Μarx δείχνει ότι η ικανότητα της κεφαλαιοκρατικής τάξης να αναδιοργανώνει την παραγωγή, να εφαρμόζει καινοτομίες στα μέσα παραγωγής και να πραγματοποιεί οικονομίες στη χρησιμοποίηση σταθερού κεφαλαίου (ως η μόνη τακτική διεξόδου από την υπερσυσσώρευση) δεν είναι μια "τεχνική όψη" της οικονομίας, αλλά απόρροια του κοινωνικού συσχετισμού δυνάμεων, που εδράζεται στην ταξική πάλη. Η αναδιάρθρωση των επιχειρήσεων σημαίνει, πριν απ' όλα, την αναδιάρθρωση ενός συνόλου κοινωνικών (ταξικών) σχέσεων και στοχεύει στην αύξηση του βαθμού εκμετάλλευσης. Είναι επομένως μια διαδικασία που προϋποθέτει από τη μια πλευρά έναν αυξανόμενο έλεγχο της κεφαλαιοκρατικής τάξης επί της ίδιας της παραγωγικής διαδικασίας και από την άλλη μια απαξίωση όλων των ανεπαρκώς αξιοποιούμενων κεφαλαίων (συρρίκνωση ή κλείσιμο επιχειρήσεων), μέσα από την οποία εξασφαλίζεται η οικονομία στη χρησιμοποίηση σταθερού κεφαλαίου. Προϋποθέτει επομένως, έναν αυξανόμενο δεσποτισμό των καπιταλιστών επί των εργατών, (που εκτοπίζει κάθε συνδικαλιστικό ή θεσμικό "φραγμό" στην επιχειρησιακή "κουλτούρα" και τα αντίστοιχα συμφέροντα), και από την άλλη μεριά μια αυξανόμενη ανεργία. Κατά συνέπεια, η οικονομική αναδιάρθρωση ταυτίζεται με την καπιταλιστική επίθεση κατά της εργασίας.

Μέχρι σήμερα, η καπιταλιστική επίθεση κατά της εργασίας υπήρξε αναμφίβολα νικηφόρα. Επέτυχε να μειώσει τους μισθούς και να αυξήσει την παραγωγικότητα της εργασίας, μειώνοντας έτσι το μερίδιο της εργασίας στο καθαρό προϊόν. Με άλλα λόγια, τροποποίησε δραματικά το συσχετισμό δυνάμεων υπέρ του κεφαλαίου. Ως αποτέλεσμα, διαμορφώθηκε πραγματικά ένας ειδικός τύπος κοινωνικής συναίνεσης, για πρώτη φορά στη μεταπολεμική περίοδο, βασισμένος στην από μέρους της εργατικής τάξης αποδοχή των καπιταλιστικών ιδεών και στόχων. Πρόκειται για μια συναίνεση όχι μόνο μεταξύ των "ασφαλών" μερίδων της εργατικής τάξης στις μεγάλες και κερδοφόρες επιχειρήσεις, (που γενικά έχουν μισθούς πάνω από το μέσο όρο), και τους εργοδότες τους, αλλά επίσης μεταξύ των συνδικάτων και των εργοδοτικών οργανώσεων, που κατέστησαν, σχεδόν παντού, "κοινωνικοί εταίροι". Μήπως δεν έχουμε "συναίνεση" όταν τα συνδικάτα αποδέχονται ότι ένα κρίσιμο ζήτημα του "κοινωνικού διαλόγου" είναι το πώς θα αυξηθεί η κερδοφορία, ή η ανταγωνιστική θέση της εθνικής οικονομίας στην "παγκόσμια αγορά"; Είναι η συναίνεση των ηττημένων προς τους νικητές.

Ωστόσο, στις περισσότερες καπιταλιστικές χώρες η κερδοφορία παράμενε χαμηλή λόγω της συνεχώς μειούμενης ή στάσιμης αποδοτικότητας του κεφαλαίου. Υπεύθυνοι γι' αυτό είναι πολλοί κοινωνικοί παράμετροι και παράγοντες, που σχετίζονται όχι μόνο με τον τρόπο παραγωγής και εφαρμογής της τεχνολογίας στην παραγωγική διαδικασία, αλλά και με την αντίσταση της εργατικής τάξης. Αποφασιστικής όμως σημασίας είναι ο φαύλος κύκλος που προκύπτει από την περιστολή της ζήτησης, (ως αποτέλεσμα του περιορισμού του εργατικού εισοδήματος και της αυξανόμενης ανεργίας), ο οποίος οδηγεί μ' αυτό τον τρόπο σε φθίνοντα ποσοστά απασχόλησης του παραγωγικού δυναμικού, δηλ. σε μειούμενες αποδοτικότητες κεφαλαίου της συνολικής καπιταλιστικής οικονομίας.

Οπως προσπαθήσαμε να δείξουμε στις προηγούμενες ενότητες αυτού του άρθρου, τα κόμματα της κεντροαριστεράς (και οι "οργανικοί" τους διανοούμενοι, όπως ο Ηutton), αποτελούν μέρος της καπιταλιστικής επίθεσης. Υποστηρίζουν "την απάλειψη του συντεχνιακού πνεύματος, τη μείωση της ισχύος των συνδικάτων και την έφοδο κατά των εθνικοποιημένων επιχειρήσεων" (Ηutton 1997, σ. 104, βλ. επίσης υποσημ. 8). Ωστόσο, συνειδητοποιούν επίσης ότι από τη μια πλευρά δεν έχει ξεπεραστεί το πρόβλημα της κεφαλαιακής κερδοφορίας, και από την άλλη η φθίνουσα κοινωνική συνοχή και η ογκούμενη κοινωνική δυσφορία ενδέχεται μακροπρόθεσμα να θέσουν σε κίνδυνο την επιτευχθείσα "συναίνεση των ηττημένων".

Η περίπτωση του Hutton αξίζει κατά την άποψή μας να συζητηθεί επειδή επιχειρεί να αντιμετωπίσει το πρόβλημα από την οπτική του "κοινωνικού κεφαλαίου" (όπως το απεκάλεσε ο Marx), από την άποψη δηλ. της κεφαλαιοκρατικής τάξης ως σύνολο. Κάνει λοιπόν λόγο για τη συνεργασία και τη "συνυπευθυνότητα", ζητώντας μια αυξημένη στράτευση των εργατών για τη μεγιστοποίηση των κερδών, με αντάλλαγμα μια μεγαλύτερη απασχόληση και ένα αυξημένο εργατικό εισόδημα (που αναμένεται στη συνέχεια να τονώσει τη ζήτηση). Ποιος είναι όμως ο "πλειστηριαστής" (auctioneer) που θα κλείσει μια τέτοια συμφωνία; Ποιος θα διασφαλίσει ότι οι 7.900 απολυμένοι εργάτες μετά τη συγχώνευση των χαλυβουργείων Krupp-Thyssen θα συνεχίσουν να εργάζονται και ποιος θα επαναπροσλάβει τα εκατομμύρια ανέργων Γερμανών, Ισπανών και Αμερικανών;

Με το δεδομένο σήμερα κοινωνικό συσχετισμό δυνάμεων, οι επιχειρήσεις (το ατομικό κεφάλαιο, σύμφωνα με την ορολογία του Μarx) "επιλέγουν" να αντιμετωπίσουν το πρόβλημα της κερδοφορίας όχι μέσω της επέκτασης της παραγωγής και της ζήτησης, αλλά μέσω μιας περαιτέρω συμπίεσης του μεριδίου της εργασίας από τη μια, και από την άλλη μέσω της συνεργασίας με το χρηματοπιστωτικό κεφάλαιο για την αύξηση της μετοχικής αξίας των επιχειρήσεων. Η χρηματιστική ηγεμονία στηρίζεται στην υπερσυσσώρευση και τη μειωμένη κερδοφορία, δεν αποτελεί την αιτία τους. Εφ' όσον δεν μεταβάλλεται η γενική τάση του κοινωνικού συσχετισμού δυνάμεων (όπως αυτός παγιώνεται στην ταξική πάλη) κανένας " πλειστηριαστής " και κανένας μεταρρυθμιστής δεν μπορεί να προωθήσει έναν κοινωνικά ανεκτό και ταχύρρυθμα αναπτυσσόμενο καπιταλισμό.

7. Το τέλος του κράτους πρόνοιας;

Από την προηγούμενη ανάλυση γίνεται σαφές ότι στην παρούσα συγκυρία και κοινωνική ισορροπία δυνάμεων, είναι αδύνατον να αποκατασταθεί το θεσμικό πλαίσιο του κράτους πρόνοιας που χαρακτήριζε τις δυτικές καπιταλιστικές κοινωνίες στη διάρκεια των δεκαετιών 1960 και 1970. Αυτό οφείλεται στο ότι η κύρια προϋπόθεση αυτού του κράτους πρόνοιας είναι μια συλλογικά οργανωμένη εργατική τάξη, ικανή να επιβάλει τα αιτήματά της στο κράτος, ικανή δηλ. να διαπραγματευθεί με την κεφαλαιοκρατική τάξη από μια θέση σχετικής ισχύος.

Ο Gunnar Mydral είχε διαφωτίσει με σαφήνεια την πιο πάνω θέση πριν από σαράντα σχεδόν χρόνια, στις διαλέξεις που έδωσε στο Πανεπιστήμιο του Yale το 1958, πριν δηλ. λάβει το κράτος πρόνοιας την αναπτυγμένη μορφή του. Πολύ σωστά, θεωρούσε την "αναδιαμόρφωση της αγοράς εργασίας προς το συμφέρον των εργατών" (Μydral 1960, σ. 32) ως ένα κρίσιμο σημείο για την επίτευξη του κράτους πρόνοιας, και ανέπτυσσε περαιτέρω την άποψή του ως εξής:

"Η κληρονομημένη φιλελεύθερη ιδέα του fair play μεταφράζεται όλο και περισσότερο γενικευμένα και οριστικά στην απαίτηση να καθορίζονται οι μισθοί, οι τιμές, τα εισοδήματα και τα κέρδη μέσω διαφόρων μορφών συλλογικών διαπραγματεύσεων. Η παροχή τέτοιου είδους συνθηκών έχει περάσει στις ευθύνες του κράτους, με τα νομοθετικά ή διοικητικά μέτρα που αυτό λαμβάνει (...) Σ' όλες τις δυτικές χώρες, οι εργάτες έχουν επιτύχει τη θέσπιση από το κράτος ενός μεγάλου αριθμού κανονισμών και τη δημιουργία θεσμών που ενισχύουν σημαντικά τη διαπραγματευτική τους θέση στην αγορά εργασίας απέναντι στους εργοδότες (...) Σταδιακά, το κράτος υποχρεώθηκε να εισέλθει στην αγορά εργασίας πιο άμεσα, επωμιζόμενο την αύξηση της ζήτησης εργασίας σε εποχές αυξανόμενης ανεργίας μέσω των δημοσίων έργων ή άλλων τρόπων" (Mydral 1960, σ. 32, η υπογράμμιση δική μας).

Το κράτος πρόνοιας είναι ασυμβίβαστο με την "ελαστικότητα της αγοράς εργασίας" και την υποκατάσταση της συλλογικής διαπραγμάτευσης σε επίπεδο ολόκληρης της οικονομίας από τον "κοινωνικό εταιρισμό" σε επίπεδο επιχείρησης, που αποστερεί την εργατική τάξη από την ικανότητά της να αντιπαλέψει την καπιταλιστική επίθεση.

Μήπως η πιο πάνω θέση σημαίνει ότι βρισκόμαστε σήμερα μπροστά στην τελική απόσυρση του κράτους πρόνοιας; Δεν νομίζουμε ότι ένα τέτοιο συμπέρασμα είναι σωστό. Ο καπιταλισμός είναι αποδεδειγμένα ένα πολύ ευέλικτο κοινωνικό σύστημα, ικανό να διέλθει μια μεγάλη γκάμα μετασχηματισμών, στο βαθμό που παραμένει άθικτο το εσωτερικό δομικό στοιχείο του συνολικού κοινωνικού οικοδομήματος, δηλ. η κεφαλαιακή σχέση.

Ωστόσο, προκειμένου να επιτύχει η εργατική τάξη μια μεταβολή του κοινωνικού συσχετισμού δυνάμεων, πρέπει να επαναδιατυπώσει τους ταξικά αυτόνομους στόχους της, ανεξάρτητα από την καπιταλιστική επιταγή της εργασιακής πειθαρχίας και της μεγιστοποίησης του κέρδους. Για το σκοπό αυτό η εργατική τάξη πρέπει να αναδημιουργήσει τη στρατηγική της για το σοσιαλιστικό μετασχηματισμό, δηλ. για την ανατροπή του καπιταλισμού.

Βιβλιογραφία

Balibar, E., "Marx et l'entreprise", Politique Aujourd'hui, July-September 1984.

(Ελληνική μετάφραση, Θέσεις, τ. 23-24, 1988, σσ. 75-85).

Busch, K., Die Krise der Europaeischen Gemeinschaft, EVA, Frankfurt/M., 1978.

(Ελληνική μετάφραση, εκδόσεις Ερατώ, Αθήνα 1986).

Busch, K., Umbruch in Europa, Bund-Verlag, Koeln 1992.

(Ελληνική μετάφραση, εκδόσεις Κριτική, Αθήνα 1992).

EU: The Community Economy 1996-98 - Spring 1997 Economic Forecasts, MainEconomic

Indicators 1961-1998. Internet edition, 1997.

Hutton, W., The State We're In, 2nd ed., Vintage, London, 1996.

Hutton, W., The State to Come, Vintage, London, 1997.

Ioakimoglou, E., Ηγεμονία και Ολοκλήρωση, Ιαμός, Θεσσαλονίκη 1994.

Ioakimoglou, E & Milios, J. (1993), "Capital Accumulation and Over-accumulation Crisis:

The Case of Greece (1960-1989)", Review of Radical Political Economics, Vol.

25(2), pp. 81-107

Kelly, G. /Kelly, D. /Gamble A. (eds.): Stakeholder Capitalism, Macmillan, London, 1997.

Keynes, J. M., The General Theory of Employment, Interest and Money,

MACMILLAN - CUP, New York 1993.

Marx K., Capital, Volume Three. Penguin Books in association with New Left Review,

London, 1981.

Μαρξ, Κ. Το Κεφάλαιο, Τόμος 3ος, Σύγχρονη Εποχή, Αθήνα 1978.

Milios, J. "Marx's Theory and the Historic Marxist Controversy (1900-1937) on Economic

Crisis", Science and Society, Vol. 58, No 2, Summer 1994, pp. 175-194.

Μηλιός, Γ. "Οικονομική κρίση και μερίδιο των μισθών στο καθαρό προϊόν: Ανάπτυξη μέσω

λιτότητας;" στο συλλογικό τόμο, Γ. Μηλιός (επιμ.) Κοινωνική Πολιτική και

Κοινωνικός Διάλογος στην προοπτική της Οικονομικής-Νομισματικής Ένωσης και της

Ευρώπης των Πολιτών, εκδόσεις Κριτική και Ευρωπαϊκό Πολιτιστικό Κέντρο

Δελφών, Αθήνα 1996

Myrdal, G., Beyond the Welfare State, Duckworth, London, 1960.

Plant, R., Citizenship, Rights and Socialism, Fabian Society, No. 531, 1988.

Przeworski, A., Capitalism and Social Democracy, Cambridge University Press, 1985.

Roemer, J. (ed.), Analytical Marxism, Cambridge University Press, 1986.

Σταμάτης, Γ., "We do it for value", Εποχή, 20.06.97.


[1] Το άρθρο αυτό αποτελεί μετάφραση της εισήγησης του συγγραφέα στο διεθνές Συνέδριο Rethinking Democracy and the Welfare State, το οποίο διοργάνωσε στους Δελφούς ο Τομέας Ανθρωπιστικών Επιστημών του ΕΜ Πολυτεχνείου. Ο τίτλος της εισήγησης ήταν "Diminished Profitability and Welfare Decline. (Reflections on the Irreformability of Capitalism in the 1990s)", και τη μετάφραση από τα αγγλικά έκανε ο Χρήστος Βαλλιάνος.

[2] Ορισμένες χρονολογούνται από τόσο παλιά όσο και οι πραγματείες για την πολιτική οικονομία των Carey και Βastiat, τον 19ο αιώνα. Σε κάθε περίπτωση, η έννοια του "καπιταλισμού της συνυπευθυνότητας" συγγενεύει στενά με τις αρχές της ευημερίας και της ιδιότητας ου πολίτη, όπως αυτές αναδιαμορφώθηκαν κατά τη δεκαετία ου 1980 (βλ. Przeworski 1985, Plant 1988).

[3] "O επιτυχημένος καπιταλισμός και οι κοινωνικά συνεκτικές κοινωνίες κατά βάθος ενσωματώνουν την ιδέα της ιδιότητας του μέλους: ότι οι εργάτες είναι μέλη των επιχειρήσεων και ότι τα άτομα είναι πολίτες του κράτους. Οι δύο αντιλήψεις βαδίζουν χέρι-χέρι - όχι όμως στη Βρετανία" (Hutton 1996, σ. 287). "Θα πρέπει να βλέπουμε τους εργάτες ως μέλη ενός κοινωνικού οργανισμού - της επιχείρησης" (Hutton στο Kelly et al 1997, σ. 6). Για μια μαρξιστική κριτική της ιδέας αυτής περί "κοινωνικών εταίρων" βλ. Balibar 1984.

[4] "Η συνυπευθυνότητα διατρέχεται από ένα ισχυρό νήμα ιντιβιντουαλισμού (...) Αυτή η διάσταση μεταξύ ατομικής αυτονομίας και της ανάγκης για μια κοινή δημόσια κουλτούρα διατρέχει τον πυρήνα της ατζέντας της συνυπευθυνότητας, όπως εξ άλλου συμβαίνει και με άλλες πολιτικές φιλοσοφίες όπως ο κοινοτισμός, η σοσιαλδημοκρατία και ο κοινοτικός συντηρητισμός" (Kelly et al 1997, σ. 244). Από μεθοδολογική σκοπιά η προσέγγιση του "καπιταλισμού της συνυπευθυνότητας" συγγενεύει επομένως με τον "αναλυτικό Μαρξισμό", ο οποίος "εστιάζει την προσοχή του στη σημασία του μεθοδολογικού ιντιβιντουαλισμού" (Roemer 1986, p. 7).

[5] "Η συνυπευθυνότητα δεν είναι μια προσπάθεια αντικατάστασης του καπιταλισμού από τον σοσιαλισμό. Για την ακρίβεια, το σχέδιο μιας μετριοπαθούς αριστεράς να καταστήσει το σύστημα της ελεύθερης αγοράς κοινωνικά ανεκτό - χρονολογείται εδώ και περίπου ένα αιώνα, με την ανακάλυψη και εκ νέου ανακάλυψη μιας κοινωνικής οικονομίας της αγοράς, που τελικά αποτελεί ένα οξύμωρο" (Robert Kuttner στο Kelly et al 1997, σ. 30). "Η κερδοφορία μιας εταιρείας εξαρτάται από τις σχέσεις της με μια ποικιλία ομάδων, από τις οποίες καταναλωτές, οι επενδυτές, οι εργάτες και οι προμηθευτές είναι μόνο οι πιο προφανείς (...) Δεν υπάρχει κανένας λόγος για τον οποίο θα πρέπει να συμπίπτουν τα συμφέροντα όλων αυτών των ομάδων" (David Willetts, συντηρητικός βουλευτής, στο Kelly et al 1997, σ. 23).

[6] "Οι ομοιότητες αποκρύπτουν ευρείες διαφορές μεταξύ των κοινωνικών και οικονομικών στόχων θεσμών που φαινομενικά είναι παρόμοιοι, έτσι ώστε τελικά κάθε καπιταλιστική δομή έχει πολύ διαφορετικές ιδιαίτερες ικανότητες και κουλτούρες" (Hutton 1996, σ. 257-58).

[7] Ο αριθμός των απασχολούμενων στη Γερμανία μειώθηκε από 36,6 εκ. το 1991 σε 34,2 εκ. το 1997. Ο αριθμός των ανέργων τον Ιούλιο του 1997 (4,396 εκ.) αποτελεί ένα μεταπολεμικό ρεκόρ. (FT, 7 Αυγ. 1997). Οι παρακρατήσεις από το μισθό αυξήθηκαν από το 30,5% του μισθού το 1990 στο 35,3% το 1996 (Der Spiegel, 4.8.97 σ. 65).

[8] "Μια πραγματιστική και εύλογη πρακτική της βρετανικής κεντροαριστεράς ήταν να δανείζεται πολιτικές από το εξωτερικό: κατά τις δεκαετίες του 1950 και του 1960 προσέχαμε το γαλλικό σχεδιασμό, στις δεκαετίες του 1970 και του 1980 τη σκανδιναβική σοσιαλδημοκρατία, στη δεκαετία του 1990 στρέφουμε την προσοχή μας στη Γερμανία και τη συνυπευθυνότητα" (Sockice, στο Κelly et al 1997, σ. 220).

[9] Αξίζει να παρουσιάσουμε εδώ το εξής παράδειγμα. Ο Ηutton δέχτηκε την κριτική του καθηγητή M. Desai, εκπροσώπου των Εργατικών στη Βουλή των Λόρδων, ότι υπήρξε υπερβολικά αντι-θατσερικός: "Ενα αδύνατο σημείο του Hutton είναι ότι είναι τόσο απογοητευμένος από τα αποτελέσματα της θατσερικής επανάστασης, ώστε να την αντιλαμβάνεται με καθαρά αρνητικούς όρους (...) Δεν μπορεί να δει ότι η μεταρρύθμιση των συνδικάτων απετέλεσε έργο της Θάτσερ" (Desai, στο Κelly et al 1997, σ. 206). Στο βιβλίο του The State to Come, o Ηutton γράφει για το Συντηρητικό Κόμμα: "Η αποστολή του - η απάλειψη του βρετανικού συντεχνιακού πνεύματος, η μείωση της ισχύος των συνδικάτων και η έφοδος κατά των εθνικοποιημένων επιχειρήσεων έχει ολοκληρωθεί. Είναι η ώρα να τραβήξουμε μπροστά" (Ηutton 1997, σ. 104).

[10] Ο Ηutton ξεχνά να προσθέσει ότι, αν πραγματοποιηθεί το σενάριό του, οι "φτηνότερες εισαγωγές" θα μετατρέψουν τα εμπορικά πλεονάσματα της Ευρώπης σε εμπορικά ελλείμματα, μια διαδικασία που θα οδηγήσει (με δεδομένο το "καθεστώς χαμηλών επιτοκίων") σε μια υποτίμηση του εύρο. Πριν όμως συμβεί κάτι τέτοιο, η "παγκόσμια επενδυτική και χρηματιστική κοινότητα" θα σπεύσει να πουλήσει τα εύρο, προκειμένου να αγοράσει δολάρια, κερδοσκοπώντας στην υποτίμηση του εύρο.

[11] Τα χρηματιστήρια αποκρίθηκαν πολύ θετικά σε όλες τις περιπτώσεις ανάληψης των κυβερνητικών ευθυνών από κόμματα της κεντροαριστεράς, εκτινάσσοντας περαιτέρω τις τιμές των μετοχών. Ο δείκτης FTSE 100 του Λονδίνου ξεπέρασε για πρώτη φορά στην ιστορία του το λεγόμενο "ψυχολογικό όριο" των 5.000 μονάδων στις 6 Αυγούστου 1997, καθώς η Κυβέρνηση των Εργατικών ετοιμαζόταν να εορτάσει τις πρώτες 100 ημέρες της στην εξουσία. Η εκλογική νίκη των εργατικών, ή η κατάργηση από την κυβέρνηση της φοροαπαλλαγής των μερισμάτων δεν ανέκοψε τη φενίτιδα της ανοδικής πορείας των μετοχών.

[12] Η μείωση αυτού του μεγέθους θα πρέπει να θεωρηθεί ως το αποτέλεσμα μιας ταχύτερης αύξησης της έντασης του κεφαλαίου (κεφαλαιακό απόθεμα ανά εργαζόμενο) ως προς αυτήν της παραγωγικότητας της εργασίας (του προϊόντος ανά εργαζόμενο).

 
< Προηγ.   Επόμ. >
Θέσεις, τριμηνιαία επιθεώρηση, 37ο έτος (1982-2019), εκδόσεις Νήσος, (Σαρρή 14, 10553, Αθήνα, τηλ-fax: 210-3250058)
Το περιεχόμενο διατίθεται ελεύθερα για μη εμπορικούς σκοπούς, υπό τον όρο της παραπομπής στην αρχική του πηγή