Φιλοσοφία, Τεχνική, Καπιταλισμός Εκτύπωση
Τεύχος 62, περίοδος: Ιανουάριος - Μάρτιος 1998


Φιλοσοφία, Τεχνική, Καπιταλισμός Σκέψεις με αφορμή την κριτική του Κ. Παπαϊωάνου στο μαρξικό έργο
του Αντώνη Δραγανίκου

Εισαγωγή

Στη μελέτη αυτή θα αναφερθούμε στην κριτική που άσκησε ο Κώστας Παπαϊωάννου (Κ.Π.) στο έργο του Φιλοσοφία και Τεχνική (Εναλλακτικές Εκδόσεις), στον Μαρξ και στο ιστορικό κομμουνιστικό κίνημα. Η κριτική του Κ.Π. αφορά τη θεώρηση του Μαρξ για την τεχνική και τις παραγωγικές δυνάμεις. Ο Κ.Π. αναφέρεται στον ρόλο που απέδωσε στις παραγωγικές δυνάμεις ο Μαρξ, στη σχέση τους με την ιδεολογία και τον "πνευματικό κόσμο" εν γένει και τη θέση τους στην προβληματική της απελευθέρωσης, στο κομμουνιστικό πρόταγμα και στην πρακτική πολιτική δράση του ιστορικού κομμουνιστικού κινήματος.

Μπορούμε να συμπυκνώσουμε την κριτική που ασκεί ο Κ.Π. στο μαρξικό έργο στα εξής σημεία:

α) Ο μαρξισμός θεωρεί ουσία και ιστορική αποστολή του ανθρώπου την καθυπόταξη και την κυριάρχηση της φύσης. Μέσο για αυτόν τον "εξανθρωπισμό" και την ιστορική μεταμόρφωση (καθυπόταξη) της φύσης είναι η τεχνική.

β) Η τεχνική, όντας η μόνη δύναμη που μεταμορφώνει ιστορικά τη φύση, αποτελεί την εκδήλωση των ουσιαστικών δυνάμεων του ανθρώπου, το πεδίο ανάπτυξης της ανθρώπινης δημιουργικότητας και υποκειμενικότητας. Ο άνθρωπος υλοποιώντας το πεπρωμένο του, υποτάσσοντας δηλ. τη φύση μέσω της τεχνικής, συγκροτείται ως είδος, συγκροτείται ως κοινωνικός άνθρωπος.

γ) Από το σημείο αυτό πηγάζει η υποτίμηση του αυτοτελούς ρόλου του πνευματικού κόσμου στον Μαρξ, η άρνηση της αυτονομίας και της κοσμοϊστορικής του σημασίας για τη μεταμόρφωση της ανθρώπινης φύσης, η άρνηση της ανθρωπολογικής του σημασίας ως κατ' εξοχήν "τόπο" συγκρότησης της ανθρώπινης ελευθερίας.

δ) Η μαρξική θεωρία της απελευθέρωσης είναι αντιφατική. Έχει μια αντικειμενική πλευρά (ανάπτυξη των παραγωγικών δυνάμεων) και μια υποκειμενική πλευρά (ανάπτυξη της ταξικής πάλης). Στις δύο αυτές πλευρές, (που ουσιαστικά δεν συντέθηκαν μεταξύ τους ποτέ), κυρίαρχη πλευρά είναι η πρώτη. Ο Μαρξ πίστευε περισσότερο στην ωρίμανση των αντιφάσεων που θα φέρει η ανάπτυξη των παραγωγικών δυνάμεων και θα προκαλέσουν την ανατροπή του καπιταλισμού με την "ισχύ φυσικού νόμου", παρά στην προτεραιότητα της ταξικής πάλης.

ε) Γι' αυτούς τους λόγους η γραφειοκρατία και τα τεχνοκρατικά και μικροαστικά στρώματα που κυριάρχησαν στο εργατικό κίνημα σε Ανατολή και Δύση είδαν στον μαρξισμό την εκδήλωση των πραγματικών τους σκοπών. Αφομοίωσαν την μαρξιστική φετιχιστική λατρεία απέναντι στην τεχνική και εμφάνισαν τα δεσποτικά καθεστώτα που οικοδομήθηκαν στην Ανατολή (με βάση τις "επιτυχίες" τους στην εκβιομηχάνιση) ως υλοποίηση του σοσιαλισμού. Ο μαρξισμός μετατράπηκε, για εγγενείς σε αυτόν λόγους, σε ρεφορμιστική ιδεολογία και τεχνοκρατική ηθική.

στ) Τέλος ούτε οι αντικειμενικές συνθήκες εξελίχθηκαν όπως τις περιέγραψε ο Μαρξ, μια που η ανάπτυξη του καπιταλισμού και των παραγωγικών του δυνάμεων δεν προκάλεσε αύξουσα αθλιότητα και προλεταριοποίηση, αλλά βελτίωση του βιοτικού επιπέδου της εργατικής τάξης, μείωση του αριθμού της σε όφελος των υπαλλήλων και γενικά των "άσπρων κολάρων" και δημιούργησε μια πολυπλοκότερη ταξική δομή.

Ο συγγραφέας θεμελιώνει τις απόψεις του με πολλές αναφορές στο έργο του Μαρξ και στην εμπειρία του υπαρκτού σοσιαλισμού και του εργατικού κινήματος στη Δύση την περίοδο που γράφτηκε το έργο (δεκαετία του '50). Το έργο του Κ.Π. αποκτά επικαιρότητα στο φως της κατάρρευσης του υπαρκτού σοσιαλισμού. Ο συγγραφέας ήταν ένας από τους πρώιμους αριστερούς κριτικούς του μαρξισμού και του κομμουνιστικού κινήματος στη Δύση. Και δεν υπάρχει αμφιβολία ότι οι πολιτικές του απόψεις όσον αφορά την κριτική στο κομμουνιστικό κίνημα "δικαιώθηκαν δραματικά".

Ο Κ.Π. έθεσε με τον εξής τρόπο τα ερωτήματα: "Για ποιο λόγο άραγε τα ρεφορμιστικά κόμματα έμειναν 'μαρξιστικά'; Τι επέτρεψε στις μικροαστικές ομάδες που κυριαρχούσαν ή υποτίθεται ότι κυριαρχούσαν μέσα στο ρεφορμιστικό κίνημα να αναγνωριστούν μέσα στη μαρξιστική θεωρία και να αναγνωρίσουν μέσα της τη συγκεκριμένη κοινωνική και ιστορική τους προοπτική; Ποιο, μέσα από όλο το σύμπλεγμα των εννοιών, των συμβόλων και των 'φανταστικών σκοπών' που τους πρόσφερε ο μαρξισμός, είναι το στοιχείο που μπόρεσε να αφομοιωθεί από αυτές τις μικροαστικές ομάδες, και να μετατραπεί σε ιδεολογική παράσταση των 'πραγματικών' τους σκοπών;" (Φιλοσοφία και Τεχνική, σελ. 155). Ο μαρξισμός μετατράπηκε "από τη μια μεριά σε ρεφορμιστική ιδεολογία και από την άλλη, σε καθεστωτική ιδεολογία μιας άρχουσας τάξης" (ό.π.). "Τι, λοιπόν, μέσα στον μαρξισμό, έκανε δυνατή αυτήν την εκλεκτική συγγένεια που φανερώθηκε ανάμεσα στον μαρξισμό και αυτή τη νέα άρχουσα τάξη;" (ό.π.). Για να καταλήξει: "Με άλλους λόγους απέναντι στη φράση του Μαρξ 'οι ιδέες γίνονται υλική δύναμη άμα κατακτήσουν τις μάζες', εμείς θα θέσουμε το βέβηλο ερώτημα: Τι είδους υλικές δυνάμεις έκρυβε μέσα της η μαρξιστική ιδέα για να μπορέσει να 'κατακτηθεί' και να αφομοιωθεί με μια τέτοια άνεση από μια άρχουσα τάξη που, στην πρωτοφανή στη νεώτερη ιστορία δεσποτική της βούληση, μεταμόρφωσε τις πιο θεμελιώδεις, οικονομικές, πολιτικές, πνευματικές σχέσεις ανάμεσα στους ανθρώπους σε σχέσεις κυριαρχίας και υποταγής;" (ό.π., σελ. 156).

Η εργασία αυτή θα επικεντρωθεί στις πλευρές της κριτικής του Κ.Π. που, έμμεσα ή άμεσα, αναφέρονται στη σχέση του Μαρξ με τις παραγωγικές δυνάμεις και την τεχνική, την εξέλιξη και τις αντιφάσεις που ενυπάρχουν στην ίδια τη σκέψη του Μαρξ -ένα ζήτημα που είχε κεντρικό ρόλο στο ιστορικό κομμουνιστικό κίνημα.

1. Η κριτική του Κώστα Παπαϊωάννου

Στη γερμανική κλασική φιλοσοφία και ιδιαίτερα στον Hegel, η φιλοσοφία εμφανίζεται ως προϊόν της ιστορικής κρίσης του πολιτισμού κατά την οποία εξαφανίζεται η "ενοποιητική δύναμη" από τη ζωή των ανθρώπων. Το περιεχόμενο αυτής της κρίσης είναι ο "διχασμός" (Entzweiung). Ο διχασμός είναι η πηγή και η ανάγκη της φιλοσοφίας. Αυτός ο διχασμός που "δημιούργησε στο παρελθόν την αντίθεση του Πνεύματος και της Ύλης, της Ψυχής και του Σώματος, της Πίστης και της Λογικής, της Ελευθερίας και της Ανάγκης, του Είναι και του μη Είναι, της Ιδέας και του Είναι, του Απείρου και του Πεπερασμένου, αντιθέτει στη σημερινή ιστορική στιγμή, τη Λογική και την Εμπειρία, τη Νόηση και τη Φύση και από μια γενική έννοια την απόλυτη Αντικειμενικότητα και την απόλυτη Υποκειμενικότητα". 1

Απέναντι σε αυτό τον διχασμό, κύριο καθήκον της φιλοσοφίας είναι να αποκαταστήσει τη "χαμένη ολότητα", να ενοποιήσει τον κόσμο που διέσπασε ο μοντέρνος πολιτισμός. Με τα λόγια του Hegel, η φιλοσοφία "οφείλει να υπερνικήσει την αντίθεση της στερεοποιημένης πραγματικότητας και της στερεοποιημένης υποκειμενικότητας και να δείξει ότι ο διαμορφωμένος πνευματικός και πραγματικός κόσμος αποτελεί ένα γίγνεσθαι και ότι το Είναι του δεν είναι παρά ένα προϊόν, μια παραγωγική δραστηριότητα". 2 Έτσι η Φιλοσοφία αποκτά κοσμοϊστορική προοπτική. Μέσω της φιλοσοφίας, και όχι πλέον μέσω της θρησκείας, ο άνθρωπος μπορεί να συμφιλιωθεί με την ιστορική του ύπαρξη και να γίνει φορέας του Πεπρωμένου του.

Για τον Hegel της Φαινομενολογίας, μέσω της "απόλυτης γνώσης" θα μπορούσε να πραγματοποιηθεί η αληθινή συμφιλίωση του ανθρώπου με τον μεταμορφωμένο ήδη από το ιστορικό έργο του πνεύματος πραγματικό κόσμο. Για τον ύστερο Hegel η συμφιλίωση που φέρνει η φιλοσοφία "γίνεται στον ιδεατό κόσμο, στον κόσμο του πνεύματος, στον οποίο καταφεύγει ο άνθρωπος όταν ο γήινος κόσμος έχει πάψει να τον ικανοποιεί". 3 Η κριτική που άσκησε αρχικά ο Feuerbach και μετά ο Μαρξ στον Hegel ήταν ότι "μεταμορφώνοντας τις κατηγορίες του Πνεύματος σε βάση της πραγματικότητας και σε φορέα παγκόσμιας ιστορίας, δεν έκανε τίποτε άλλο από το μετατρέψει τα κατηγορούμενα σε υποκείμενα". 4

Η αντιστροφή της σχέσης Υποκείμενο-Κατηγόρημα νοθεύει, κατά τον Μαρξ, τη μεγάλη ανακάλυψη του Hegel: Την αντιμετώπιση της ιστορίας σαν δραστηριότητας του Υποκειμένου και την ιδέα της αυτό-αποξένωσης του ανθρώπου μέσα στην ιστορική του δράση. Ο Hegel ήταν ο πρώτος που αντιμετώπισε ως κεντρικό πρόβλημα της φιλοσοφίας την αποξένωση του ανθρώπου από τον εαυτό του μέσα στα αντικείμενα στα οποία πραγματοποιεί την ίδια του την ουσία. Η υπερνίκηση όμως της αποξένωσης δεν μπορεί να γίνει στο χώρο του Πνεύματος και μέσω του Πνεύματος, αλλά μόνο μέσω της ανθρώπινης Πράξης. Δεν είναι δυνατόν παρά να είναι αποτέλεσμα της πραγματικής ιστορίας των ανθρώπινων κοινωνιών. Στη θέση της Εγελιανής "αυτοσυνείδησης" ο Μαρξ εγκαθιστά τον "πραγματικό άνθρωπο", τις "πραγματικές", "υλικές", κοινωνικές σχέσεις.

Η Εγελιανή ανθρωπολογία θεωρεί την αντικειμενική πραγμοποίηση του ανθρώπου 1) ως απώλεια της αντικειμενικής του πραγματικότητας, 2) ως μεταμόρφωση του ανθρώπου σε κάτι το εξωτερικό προς τον εαυτό του και 3) ως υπερνίκηση αυτής της αποξένωσης. Για τον Hegel η εμπειρία της συνείδησης είναι η ενεργητική κίνηση, με την οποία η συνείδηση εξαντικειμενικεύει την πραγματική της ουσία και ταυτόχρονα επανοικειοποιείται, σε ανώτερο επίπεδο, τον κόσμο που η ίδια με τη δράση της έχει μεταμορφώσει. Η Εγελιανή έννοια της ενεργητικότητας της συνείδησης περιλαμβάνει το σύνολο της ανθρώπινης δραστηριότητας, όλες τις θρησκευτικές, θεωρητικές, αισθητικές, πολιτικές, κοινωνικές εμπειρίες του ανθρώπου. "Έτσι η εγελιανή ερμηνεία της εμπειρίας παρουσιάζει την ανάπτυξη της συνείδησης από τον ίδιο τον εαυτό της δείχνοντας την ανάγκη που κάνει δυνατή αυτή την αυτό-ανάπτυξη και τη λογική με την οποία πραγματοποιείται. Παρουσιάζει τη μεταμόρφωση που υφίσταται η ανθρώπινη ύπαρξη από την ίδια τη συνειδητοποίηση του εαυτού της και την ανάγκη που προωθεί τη συνείδηση να δώσει μια νέα περιεκτικότερη μορφή στον εαυτό της, για να ξανασυνειδητοποιήσει και να οικειοποιηθεί την ύπαρξη που αυτή η ίδια έχει μεταμορφώσει και ανανεώσει" (σελ. 49). Για να ολοκληρώσει ο Κ.Π.: "χάρη σε αυτήν την κίνηση ο δρόμος που οδηγεί στην έννοια της γνώσης, γίνεται ο ίδιος ένα αναγκαίο και ολοκληρωμένο γίγνεσθαι" (ό.π.). Ο δρόμος που οδηγεί στην απόλυτη γνώση, η διαδικασία μέσα από την οποία η συνείδηση επανοικειοποιείται τον μεταμορφωμένο από την ίδια κόσμο είναι για τον Χέγγελ ο δρόμος μέσω του οποίου αναιρείται η αντικειμενοποίηση του ανθρώπου στα έργα του.

Ο Μαρξ με τη σειρά του διακρίνει τις έννοιες "αντικειμενοποίηση" και "αποξένωση", "αλλοτρίωση". Κατ' αυτόν ο άνθρωπος ως "αντικειμενικό ον" ως "υλικό ον" είναι απόλυτα φυσικό να συσχετίζεται με ένα κόσμο αντικειμένων, εξωτερικών αποκρυσταλλώσεων της υποκειμενικής του δραστηριότητας. "Είναι εντελώς φυσικό, ένα ζωντανό, ένα φυσικό ον, προικισμένο με ουσιαστικές, αντικειμενικές, δηλ. υλικές δυνάμεις, να βρίσκεται σε σχέση με φυσικά, πραγματικά αντικείμενα της ουσίας του. Και είναι φυσικό αυτή η εξωτερίκευση του εαυτού του να προϋποθέτει την ύπαρξη, ενός πραγματικού, εξωτερικού ως προς τον εαυτό του, δηλ. ισχυρότερου από τον εαυτό του εξωτερικού κόσμου". 5

Όμως αυτή η φυσική, συμβατή με τη φύση του ως "υλικού όντος", εξωτερίκευση των ουσιαστικών του δυνάμεων συντελείται εντός του φετιχιστικού κόσμου της εμπορευματικής παραγωγής. Γι' αυτό ο κόσμος που δημιουργεί ο άνθρωπος είναι αποξενωμένος, αλλοτριωτικός σε σχέση με τον δημιουργό του, δηλ. σε σχέση με τους εργάτες. Η εξωτερίκευση του εργάτη στο προϊόν που παράγει σημαίνει όχι μόνο ότι η εργασία του γίνεται αντικείμενο, εξωτερική ύπαρξη, αλλά ότι υπάρχει "έξω από αυτόν και αρχίζει να τον αντιμετωπίζει σαν μια αυτόνομη δύναμη, σημαίνει ότι η ζωή με την οποία προίκισε το αντικείμενο τον αντιμετωπίζει σαν εχθρικό και ξένο" (Οικονομικά Φιλοσοφικά Χειρόγραφα, εκδ. Γλάρος, Αθήνα 1975, σελ. 93).

Αν λοιπόν η αντικειμενοποίηση του ανθρώπου και η δημιουργία ενός "στερεοποιημένου" και εχθρικού στον άνθρωπο κόσμου, ενός κόσμου αφαιρέσεων, συνιστούν το ιστορικό πρόβλημα, πώς τίθεται το ζήτημα της αναίρεσης (Aufhebung) της αποξένωσης;

"Η υπερνίκηση της αυτο-αποξένωσης, η ανάκτηση των μεταμορφωμένων σε ξένα αντικείμενα ουσιαστικών δυνάμεων του ανθρώπου, με μια λέξη η συμφιλίωση του homo faber με την εργασία του και με τα προϊόντα της είναι για τον νέο Μαρξ μια υπέρτατη πραγματοποίηση της φροϋδικής αρχής της ηδονής" αναφέρει ο Κ.Π. (σελ. 63).

Κατά τον Κ.Π. η θεώρηση της παραγωγής ως θεμελιακού πεδίου για την ανθρώπινη απελευθέρωση, σε αντίθεση με την υποτίμηση που δείχνει ο Μαρξ στο πεδίο του πνεύματος, στην τελείως ιδιαίτερη σημασία που έχει το πεδίο της ελευθερίας των ιδεών, λειτουργεί αντιφατικά στο μαρξικό σχήμα της απελευθέρωσης: "Σε όλη του τη ζωή ο Μαρξ πίστευε ότι η βιομηχανική εργασία φανερώνει την 'ουσία' του ανθρώπου και αποτελεί την πληρέστερη πραγματοποίηση των 'ουσιαστικών δυνάμεων του ανθρώπου'" (σελ. 63). 6 Όμως "(...)λίγα χρόνια αργότερα στον 3ο τόμο του Κεφαλαίου ο Μαρξ αμφιβάλλει αν οι 'οι συνθήκες της εργασίας και της πρακτικής ζωής' θα επιτρέψουν ποτέ στον άνθρωπο να αναγνωρίσει μέσα τους την αληθινή ζωή του και την πληρότητα της ελευθερίας του (...)'Η βασιλεία της ελευθερίας' και η 'αληθινή άνθιση των ανθρώπινων δυνάμεων' αρχίζουν, λέει τώρα ο Μαρξ, 'εκεί που τελειώνει η εργασία η επιβεβλημένη από την ανάγκη και από τις εξωτερικές σκοπιμότητες: από την ίδια τη φύση των πραγμάτων, βρίσκονται έξω από τη σφαίρα της υλικής παραγωγής'(...) 'Με την ανάπτυξη μάλιστα της υλικής παραγωγής', παρατηρεί ο Marx, φαίνεται ότι 'διευρύνεται ταυτόχρονα αυτό το (νέου είδους) κράτος της φυσικής αναγκαιότητας'. Από την άποψη αυτή, ακόμα και το σοσιαλιστικό καθεστώς της εργασίας, 'θα βρίσκεται πάντοτε κάτω από το κράτος της ανάγκης'" (σελ. 64).

Αν λοιπόν η παραγωγή και ειδικότερα η βιομηχανία, για τις οποίες ο Μαρξ "πάντοτε πίστευε" πως αποτελούν εκδήλωση των πιο "ουσιαστικών δυνάμεων του ανθρώπου", ανήκουν στο χώρο της αναγκαιότητας και ταυτόχρονα ο πνευματικός κόσμος δεν είναι παρά ιδεολογικό επιφαινόμενο της υλικής ζωής (δηλ. της παραγωγής), πού θεμελιώνεται ο μαρξιστικός ουμανισμός; Ο μαρξιστικός ουμανισμός δεν είναι αντιφατικός κατά τον Κ.Π. "Αντιφατικός θα ήταν αυτός ο ουμανισμός μόνο αν ο Μαρξ θεωρούσε το 'πνευματικό εποικοδόμημα' σαν ένα απλό εποικοδόμημα ή ένα 'απλό επιφαινόμενο'. Στην πραγματικότητα η νιχιλιστική ουσία του 'ουμανισμού' αυτού συνίσταται στο ότι η έξαρση της ανθρώπινης εργασίας, η αναβίβαση της τεχνικής (της βιομηχανίας), στην περιωπή μιας 'εξωτερικής αποκάλυψης των ουσιαστικών δυνάμεων του ανθρώπου' έχει στο πνεύμα του Μαρξ τη σημασία μιας 'ανατροπής των αξιών': θεμελιώνει δηλ. και θεμελιώνεται πάνω σε μια ριζική, κατηγορηματική, ανέγκλητη άρνηση της αυτονομίας και της ουσιαστικής ανθρωπολογικής σημασίας όλων αυτών των πνευματικών δυνάμεων που ο Μαρξ τις περιλαμβάνει κάτω από τον επιτιμητικό όρο 'ιδεολογία'" (σελ. 66).

Η θεώρηση της τεχνικής και των παραγωγικών δυνάμεων ως θεμελίου της ανθρώπινης ύπαρξης, ως "αληθινού θεμελίου αυτού που οι φιλόσοφοι φαντάζονταν ότι είναι η Υπόσταση (Substanz) ή η Ουσία (Wesen) του ανθρώπου" 7 εδράζεται στο ότι ο Marx έβλεπε την απεριόριστη ανάπτυξή τους ως όρο για την καθυπόταξη της φύσης, για τον "εξανθρωπισμό" της. Η κατάκτηση της φύσης αποτελεί όχι μόνο όρο επιβίωσης για τον άνθρωπο, αλλά και όρο για την ειδολογική συγκρότηση του ανθρώπου.

"Ο Μαρξ δεν μπορεί να συλλάβει τη φύση παρά μόνο σαν αντικείμενο τεχνικής εκμετάλλευσης από μέρους του ανθρώπου και παράλληλα δεν μπορεί να συλλάβει τον άνθρωπο παρά μόνο σαν εστία μιας θέλησης άρνησης της φύσης, σαν φορέα μιας θέλησης δύναμης στραμμένης κατά της φύσης" (σελ. 70). Ο Κ.Π. αναδιατυπώνει τελικά τη μαρξική αντίληψη για τη σχέση ανθρώπου- φύσης ως εξής: "Για να ικανοποιήσει τις ανάγκες του, ο άνθρωπος είναι υποχρεωμένος να στραφεί εναντίον της φύσης και να ζητήσει να την υποτάξει και να την 'εξανθρωπίσει' με την παραγωγική του εργασία. Αλλά αυτός ο εξανθρωπισμός του φυσικού περιβάλλοντος, που συνίσταται στην προοδευτική, βαθμιαία δημιουργία και σταθεροποίηση ενός τεχνικού-ιστορικού κόσμου ανάμεσα στον άνθρωπο που σαν φυσικό ον είναι εντελώς αφύσικος, γιατί είναι υποταγμένος στην υλική φύση, και στη φύση που στο μέτρο που μένει ανεπηρέαστη από την ιστορική δράση του ανθρώπου είναι απάνθρωπη και απανθρωποποιεί τον άνθρωπο, φέρνει σαν άμεσο αποτέλεσμα την αποξένωση του ανθρώπου από τον κόσμο που αυτός ο ίδιος δημιούργησε. Ο πρωτόγονα απάνθρωπος ('ζωώδης') άνθρωπος δεν μπορεί να κατακτήσει, για τον Marx, την ανθρωπιά του, να βρει τη 'φύση' του, την ουσία του παρά μόνο παλεύοντας εναντίον της φύσης, μεταμορφώνοντας τη φύση με την εργασία του, έτσι που η εργασία στην ολοκληρωτικά εξαντικειμενικευμένη μορφή της, δηλαδή τη βιομηχανία, παρουσιάζεται στα μάτια του Marx σαν 'η εξωτερική αποκάλυψη των ουσιαστικών δυνάμεων του ανθρώπου'" (σελ. 70).

Έτσι λοιπόν "η θεωρία αυτή (για τις παραγωγικές δυνάμεις και τον τεχνολογικό ντετερμινισμό) (...) στηρίζεται όχι επάνω σε μια εμπειρική διαπίστωση της ύπαρξης μιας οποιασδήποτε αιτιακής σχέσης ανάμεσα στην εξέλιξη της τεχνικής και το ιστορικό γίγνεσθαι στην ολότητά του, αλλά πάνω στη φιλοσοφική σημασία που δίνει ο Marx στη τεχνική, πάνω στο γεγονός δηλαδή, ότι ο Marx αποφασίζει να δει την 'ιστορία της βιομηχανίας' σαν το ανοιχτό βιβλίο των ουσιαστικών δυνάμεων του ανθρώπου και σαν την 'ανθρώπινη ψυχολογία παρουσιασμένη σε μια άμεση αισθητή μορφή'" (σελ. 71). Σε αυτά τα αποσπάσματα συμπυκνώνεται, νομίζουμε, η κριτική του Κ.Π. αναφορικά με τον κοσμοϊστορικό ρόλο που ο Marx αποδίδει στην τεχνική, θεωρώντας την ως το μόνο πραγματικό μέσο για την κατάκτηση-εξανθρωπισμό της φύσης και την υλοποίηση του ανθρώπινου πεπρωμένου.

2. Αποξένωση-Αλλοτρίωση στον Μαρξ (Χειρόγραφα και Γερμανική Ιδεολογία)

Ήδη στα Οικονομικά Φιλοσοφικά Χειρόγραφα ο Marx διακρίνει τέσσερις στιγμές στην αποξένωση του εργάτη από τον αντικειμενικό κόσμο που ο ίδιος δημιουργεί. Την αποξένωση από το προϊόν και τη διαδικασία της εργασίας, από τη φύση και τους άλλους ανθρώπους.

2.1 Η αλλοτριωμένη εργασία

"Θα ξεκινήσουμε από ένα οικονομικό γεγονός της εποχής μας. Ο εργάτης όσο περισσότερα αγαθά παράγει, τόσο φθηνότερο εμπόρευμα γίνεται. Η υποτίμηση του ανθρώπινου κόσμου αυξάνεται σε άμεση αναλογία με την αύξηση της αξίας του κόσμου των πραγμάτων (...) Το γεγονός αυτό σημαίνει ότι το αντικείμενο που παράγει η εργασία, το προϊόν της, αντιστρατεύεται την εργασία σαν κάτι αλλότριο, σαν μια δύναμη ανεξάρτητη από τον παραγωγό. Το προϊόν της εργασίας είναι εργασία που ενσωματώθηκε και απέκτησε υλική μορφή σε ένα αντικείμενο, είναι η αντικειμενοποίηση της εργασίας. Η πραγμάτωση της εργασίας είναι η αντικειμενοποίησή της. Στη σφαίρα της πολιτικής οικονομίας η πραγμάτωση αυτής της εργασίας εμφανίζεται σαν απώλεια της πραγματικότητας του εργάτη, η αντικειμενοποίηση σαν απώλεια και υποδούλωση προς το αντικείμενο και η ιδιοποίηση σαν αποξένωση, σαν αλλοτρίωση" ( Χειρόγραφα, σελ. 92).

Όμως η αποξένωση του εργάτη από το προϊόν της εργασίας του είναι φυσικό αποτέλεσμα της αποξένωσής του από τη διαδικασία της παραγωγής. "Έτσι αν το προϊόν της εργασίας είναι αλλοτριωμένο, η ίδια η παραγωγή πρέπει να είναι ενεργός αλλοτρίωση, η αλλοτρίωση της δραστηριότητας, η δραστηριότητα της αλλοτρίωσης." (ό.π., σελ. 95).

"Τι συνιστά την αλλοτρίωση της εργασίας" αναρωτιέται ο Marx και απαντά ως εξής: "Πρώτο, το γεγονός ότι η εργασία είναι εξωτερική προς τον εργάτη, δηλαδή δεν ανήκει στη βαθύτερη ύπαρξή του, ότι επομένως ο εργάτης δεν επιβεβαιώνει τον εαυτό του στην εργασία, αλλά αρνείται τον εαυτό του, νιώθει μίζερος και καθόλου ευτυχισμένος, δεν αναπτύσσει ελεύθερα την πνευματική του και φυσική του ενεργητικότητα, αλλά απονεκρώνει τη σάρκα του και καταστρέφει το πνεύμα του (...) ο εργάτης, βρίσκει τον εαυτό του μόνο έξω από την εργασία του, την ώρα της εργασίας του αισθάνεται έξω από τον εαυτό του (...) Έτσι η εργασία του δεν είναι εθελοντική, αλλά καταναγκαστική -είναι καταναγκαστική εργασία" (ό.π., σελ. 95).

Δύο χρόνια αργότερα, στη Γερμανική Ιδεολογία, ο Μαρξ εντόπιζε τον αλλοτριωτικό χαρακτήρα της παραγωγής και της εργασίας στον καταμερισμό της εργασίας. "Από τη στιγμή που η εργασία αρχίζει να καταμερίζεται, καθένας έχει μια καθορισμένη και αποκλειστική σφαίρα δραστηριότητας που του έχει επιβληθεί και από την οποία δεν μπορεί να ξεφύγει (...) Αυτή η καθήλωση της κοινωνικής δραστηριότητας, αυτή η απολίθωση του ίδιου του προϊόντος μας σε αντικειμενική δύναμη που μας εξουσιάζει, ξεφεύγοντας από τον έλεγχό μας, ανατρέποντας τις προσδοκίες μας, εκμηδενίζοντας τους υπολογισμους μας, είναι μια από τις βασικές στιγμές της ιστορικής εξέλιξης ως τις μέρες μας"

(Γερμανική Ιδεολογία, εκδ. Αναγνωστίδη, χ.χ.ε., σελ. 33).

Εκτός απ' αυτές τις δύο στιγμές αποξένωσης (από το προϊόν και τη διαδικασία της εργασίας), ο Marx διέκρινε επίσης την αποξένωση "ανθρώπου από άνθρωπο": "Μια άμεση συνέπεια της αποξένωσης του ανθρώπου από το προϊόν της εργασίας του, τη ζωτική του δραστηριότητα, την ειδολογική του ύπαρξη, είναι η αποξένωση του ανθρώπου από τον άνθρωπο" (ό.π., σελ. 100). Η αποξένωση εδώ δεν νοείται αφηρημένα ανθρωπιστικά. "Αν το προϊόν της εργασίας δεν ανήκει στον εργάτη (...) αυτό είναι δυνατό μόνο επειδή ανήκει σ' έναν άνθρωπο άλλον (...) αν κατά συνέπεια ο άνθρωπος θεωρεί το προϊόν της εργασίας του, σαν ένα ξένο, εχθρικό και πανίσχυρο αντικείμενο, που είναι ανεξάρτητο από αυτόν, τότε η σχέση του προς το αντικείμενο είναι τέτοια, που ένας άλλος άνθρωπος -ξένος, εχθρικός, πανίσχυρος και ανεξάρτητος από αυτόν- είναι ο εξουσιαστής του" (ό.π., σελ. 101).

Ο Marx λοιπόν δεν "πίστευε σε όλη του τη ζωή" ότι η βιομηχανική εργασία αποτελεί την πληρέστερη πραγματοποίηση των "ουσιαστικών δυνάμεων του ανθρώπου". Ο Marx πίστευε "σε όλη του τη ζωή" (ας σημειωθεί ότι τα Χειρόγραφα γράφτηκαν το 1844, αποτελούν ένα από τα πρώτα έργα του και μάλιστα έμειναν αδημοσίευτα εν ζωή του Μαρξ) ότι η εργασία στον καπιταλισμό και ειδικά στη βιομηχανία είναι καταναγκαστική, ότι το παραγόμενο προϊόν υψώνεται σε εχθρική δύναμη απέναντι στον εργάτη "που υποδουλώνεται στο αντικείμενο" και προσπαθούσε να συλλάβει τους υλικούς όρους της ανατροπής-ξεπεράσματος του αλλοτριωτικού της χαρακτήρα. Η κριτική του Κ.Π. δεν είναι βέβαια αυθαίρετη. Στα Οικονομικά Φιλοσοφικά Χειρόγραφα υπάρχουν πράγματι θριαμβευτικές αναφορές στη βιομηχανία και τον ρόλο της. Πώς μπορεί να ερμηνευθεί αυτός ο δοξαστικός στη βιομηχανία και την εργασία τη στιγμή που καταγγέλλεται ο καταναγκαστικός και αλλοτριωτικός τους χαρακτήρας;

Αυτές οι θέσεις δεν είναι παρά η προσπάθεια του Marx να ανατρέψει τα σχήματα που έβλεπαν την ανθρώπινη εξέλιξη ως εξέλιξη της "πολιτικής", της "τέχνης", της "φιλοσοφίας" κλπ., έξω και πέρα από τις κοινωνικές αντιθέσεις και ανάγκες, έξω και πέρα από την εργασία και τον ρόλο της. Η ανάδειξη της κεντρικότητας του ρόλου της παραγωγής, της βιομηχανίας ή της εργασίας είχε στη σκέψη του Marx τη θέση "ανατροπής των αξιών". Όμως η ανατροπή αυτή δεν αφορά την άρνηση της ανθρωπολογικής σημασίας του κόσμου του Πνεύματος, όπως πιστεύει ο Κ.Π., αλλά το "κατέβασμα" της ιστορίας από τις υψηλές σφαίρες δράσης των "μεγάλων προσωπικοτήτων" και των κυρίαρχων τάξεων εν γένει (πολιτική, τέχνη, φιλοσοφία), στη σφαίρα των "αναγκών", της "εργασίας", της "παραγωγής", των θεωρουμένων ως τότε ανάξιων λόγου, στις "ταπεινές" σφαίρες της δραστηριότητας των κυριαρχούμενων. Και ταυτόχρονα την υπογράμμιση ότι ο μετασχηματισμός της κοινωνίας δεν θα προέλθει από τον κόσμο του Πνεύματος, αλλά από μετασχηματισμούς των κοινωνικών σχέσεων, δηλαδή των πραγματικών, των υλικών σχέσεων που χαρακτηρίζουν μια κοινωνία.

Το ότι ο υλισμός του Marx στην πρώτη φάση διαμόρφωσής του περιέχει εμπειριστικές αντιλήψεις, το ότι π.χ. δεν αναγνωρίζεται η υλικότητα της ιδεολογίας και υπάρχει ένας κάθετος, απόλυτος διαχωρισμός "υλικού" και "πνευματικού κόσμου" 8 (Υποκειμένου και Αντικειμένου), το ότι εξαφανίζεται η σχετική αυτονομία του κόσμου των ιδεών που ανάγονται άμεσα και απόλυτα στην "παραγωγή", 9 πυρήνα του "κοινωνικού Είναι" είναι, νομίζω, στοιχείο που δεν έμεινε χωρίς συνέπειες στο κομμουνιστικό κίνημα. Ας σκεφθούμε π.χ. τη μεταφυσική διάκριση κοινωνικού-πολιτικού-ιδεολογικού στοιχείου. 10

Όμως η ανάδειξη της "υλικής παραγωγής", ως κεντρικού τόπου διαμόρφωσης του ανθρώπινου Είναι, με τους όρους που περιγράφηκαν και τα δεδομένα προβλήματα που γέννησε, είναι κάτι τελείως διαφορετικό από την αντίληψη ότι ο Marx αναβίβασε τις παραγωγικές δυνάμεις σε θεμέλιο της ανθρώπινηςύπαρξης. Η θέση ότι "το άθροισμα από παραγωγικές δυνάμεις, κεφάλαια και μορφές κοινωνικών σχέσεων" (Γερμανική Ιδεολογία, σελ. 41), εν ολίγοις όλη η προϋπάρχουσα κοινωνική κατάσταση, "που η κάθε γενιά βρίσκει σαν κάτι δοσμένο" (ό.π.), είναι αυτό που οι φιλόσοφοι αποδίδουν ως α-ιστορική, "ανθρώπινη Ουσία", αποτελεί κριτική στην αναζήτηση μιας α-ιστορικής ανθρώπινης Ουσίας.

2.2 Τεχνική, παραγωγικές δυνάμεις και αλλοτρίωση

Ο Μαρξ από τα πρώτα του έργα αντιμετώπισε τις παραγωγικές δυνάμεις με διττό τρόπο: 1) σαν απαραίτητο υλικό όρο για την απελευθέρωση του ανθρώπου από το "βασίλειο της ανάγκης" και 2) σαν δυνάμεις αλλοτριωτικές, εχθρικές, ξένες στον εργάτη, σαν δυνάμεις που μπορεί ο εργάτης να οικειοποιηθεί μόνο μέσω της κομμουνιστικής επανάστασης.

"Αυτή η 'αλλοτρίωση' (του εργάτη από τους όρους εργασίας του λόγω του καταμερισμού -Α.Δ.), δεν μπορεί φυσικά να ξεπεραστεί παρά με δύο πρακτικούς όρους· για να γίνει δύναμη ανυπόφορη ενάντια στην οποία κάνουμε επανάσταση, είναι αναγκαίο να έχει μεταβάλει τη μάζα της ανθρωπότητας σε μια μάζα 'ολότελα στερημένη από ιδιοκτησία', που να βρίσκεται συνάμα σε αντίθεση με ένα κόσμο πλούτου και κουλτούρας που υπάρχει πραγματικά (...) Από το άλλο μέρος αυτή η ανάπτυξη των παραγωγικών δυνάμεων (...) είναι προκαταρκτικός πρακτικός όρος, απόλυτα απαραίτητος, γιατί χωρίς αυτόν θα γενικευόταν μόνο η ανέχεια και μαζί με την ανάγκη θα ξανάρχιζε ο αγώνας για το αναγκαίο και θα ξαναπέφταμε μοιραία στον ίδιο κοπρόλακκο" (Γερμανική Ιδεολογία σελ. 34, πρβλ. και σελ. 42).

Όμως αυτές οι παραγωγικές δυνάμεις "(...)παρουσιάζονται σαν ολότελα ανεξάρτητες και αποσπασμένες από τα άτομα, σαν ένας χωριστός κόσμος δίπλα στα άτομα, πράγμα που έχει το λόγο ύπαρξής του στο γεγονός, ότι τα άτομα που αυτές είναι οι δυνάμεις τους, υπάρχουν σαν άτομα κόρπια και σε αντίθεση το ένα με το άλλο, ενώ από το άλλο μέρος αυτές οι δυνάμεις είναι πραγματικές, μόνο με τη συναναστροφή και την αλληλεξάρτηση αυτών των ατόμων (...)" (ό.π., σελ. 85), οπότε "(...) απέναντι σε αυτές τις παραγωγικές δυνάμεις ορθώνεται η πλειονότητα των ατόμων απ' τα οποία αποσπάστηκαν αυτές οι δυνάμεις, που αποστερήθηκαν έτσι από το πραγματικό περιεχόμενο της ζωής τους και κατάντησαν άτομα αφηρημένα, που ακριβώς όμως με αυτό και μόνο τότε είναι σε θέση να σχετιστούν το ένα με το άλλο σαν άτομα" (ό.π.-υπογρ. Α.Δ.).

Ο Marx δεν ζητά την ανάπτυξη του ξένου και εχθρικού στο άτομο κόσμου των παραγωγικών δυνάμεων, οι οποίες μετατρέπουν τους ανθρώπους σε "αφηρημένα άτομα". Ζητά την απαλλοτρίωσή του. "Φτάσαμε έτσι στο σημείο που τα άτομα είναι υποχρεωμένα να απαλλοτριώσουν το σύνολο των παραγωγικών δυνάμεων που υπάρχουν, όχι μόνο για να μπορέσουν να εξωτερικεύσουν το εγώ τους, μα πρώτα απ' όλα για να εξασφαλίσουν την ύπαρξή τους" (ό.π.).

Θα μπορούσε να γίνει κριτική στις σκέψεις αυτές για τον κάπως αφηρημένα ανθρωπολογικό τους χαρακτήρα. Όχι όμως για την πίστη τους στις παραγωγικές δυνάμεις, όχι για μια υποτιθέμενη αναγωγή σε αυτές της "ανθρώπινης ουσίας".

Στην πραγματικότητα το πρόβλημα είναι άλλο. Στη Γερμανική Ιδεολογία ο Marx κατανοούσε ακόμα τις παραγωγικές δυνάμεις με τρόπο "οντικό", σαν πράγμα. Ανάγει έτσι την αλλοτρίωση των "ατόμων" αποκλειστικά στις κοινωνικές σχέσεις που "σκορπούν" και "αντιπαραθέτουν" τα άτομα μεταξύ τους, ενώ η "πραγματικότητα" των δυνάμεων αυτών, που εμφανίζονται σαν χωριστός κόσμος δίπλα στα άτομα (και όχι διασχιζόμενες από τις κοινωνικές σχέσεις), θα προϋπέθετε τη συναναστροφή και την αλληλεξάρτηση των ατόμων. Έτσι το περιεχόμενο της "απαλλοτρίωσης" είναι ατελές, δηλ. δεν είναι ακόμα υλιστικό. Χρειάστηκε να φτάσουμε στο Κεφάλαιο, στη διατύπωση της θεωρίας της αξίας και στο πλούτισμα των μαρξικών εννοιών (σταθερό/μεταβλητό κεφάλαιο, ζωντανή/νεκρή εργασία κ.λπ.) για να διατυπωθεί η αντίληψη ότι οι παραγωγικές δυνάμεις δεν είναι κοινωνικά-ταξικά ουδέτερες, αλλά εμπεριέχουν την κεφαλαιακή σχέση.

Την εποχή που γράφτηκε η Γερμανική Ιδεολογία (1845-46), με την ανέχεια που μάστιζε τους εργάτες, οι αναφορές στην ανάγκη ανάπτυξης των παραγωγικών δυνάμεων ως "απόλυτα αναγκαίου", "προκαταρκτικού" κ.λπ. όρου είναι εξηγήσιμη (καίτοι αυτό έχει αρνητικές πολιτικές συνέπειες). 11 Εξηγήσιμη ωστόσο δεν είναι η άποψη του Κ.Π> ότι ο Marx έβλεπε "στην έξαρση της ανθρώπινης εργασίας" και στη "συμφιλίωση του homo faber με τα προϊόντα της εργασίας του" το περιεχόμενο της ανθρώπινης απελευθέρωσης.

2.3 Οι παραγωγικές δυνάμεις και η φύση

Οι αντιφάσεις στη διαμόρφωση των αντιλήψεων του Marx αυτής της περιόδου φαίνονται σαφέστερα στις φιλοσοφικές αφετηρίες που διατυπώνει για τις χέσεις ανθρώπου-φύσης, δηλ. για τη σχέση ανάμεσα στον τεχνικό-αντικειμενικό κόσμο που δημιουργεί ο άνθρωπος και στη φύση. Είδαμε ότι σύμφωνα με τον Κ.Π. "ο Marx δεν μπορεί να συλλάβει τη φύση παρά μόνο σαν αντικείμενο τεχνικής εκμετάλλευσης από μέρους του ανθρώπου και παράλληλα, δεν μπορεί να συλλάβει τον άνθρωπο παρά μόνο σαν εστία μιας θέλησης άρνησης της φύσης, σαν φορέα μιας θέλησης δύναμης στραμμένης κατά της φύσης" (σελ. 70).

Στα Χειρόγραφα ο Marx δίνει στην κατάκτηση της φύσης από τον άνθρωπο μια διάσταση φιλοσοφική, συγκροτητική του ανθρώπινου είδους. "Η πρακτική δημιουργία ενός αντικειμενικού κόσμου, η διαμόρφωση της ανόργανης φύσης, αποτελεί την επιβεβαίωση του ανθρώπου σαν συνειδητής ειδολογικής ύπαρξης (υπογρ. Α.Δ.), δηλ. μιας ύπαρξης που μεταχειρίζεται το είδος σαν δική της ουσιαστική ύπαρξη ή τον εαυτό της σαν ειδολογική ύπαρξη" (Χειρόγραφα, σελ. 98).

Ο άνθρωπος επιβεβαιώνεται σαν είδος και συγκροτείται σε κοινωνικό ον, σε κοινωνικό άνθρωπο, "εξανθρωπίζοντας" τη φύση. "Η ανθρώπινη ουσία της φύσης υπάρχει μόνο για τον κοινωνικό άνθρωπο. Γιατί μόνο στην περίπτωση αυτή η φύση υπάρχει σαν συνδετικός κρίκος της σχέσης του με άλλους ανθρώπους (...) Μόνο τότε η φυσική του ύπαρξη γίνεται ανθρώπινη ύπαρξη και η φύση εξανθρωπίζεται γι' αυτόν. Η κοινωνία είναι κατά συνέπεια η τελειοποιημένη ενότητα της ουσίας του ανθρώπου με τη φύση, η αληθινή εξανάσταση της φύσης, η πραγμάτωση του νατουραλισμού του ανθρώπου και η πραγμάτωση του ανθρωπισμού της φύσης" (ό.π., σελ. 128).

Η σχέση ανθρώπου-φύσης είναι λοιπόν κοινωνική και όχι φυσική. Μια κοινωνική σχέση που ορίζεται, όμως, ακόμα μη ιστορικά, μη υλιστικά, ως σχέση ενός υπερ-ιστορικού ανθρώπου με μια αιώνια φύση, σαν να μην κατανοεί ο Marx τη διαφορετικότητα της σχέσης αυτής ανάλογα με τις επικρατούσες κάθε φορά κοινωνικές σχέσεις.

Μάλιστα ο Marx υιοθετούσε σαφώς μια ιδεολογία προόδου και έβλεπε να πραγματώνεται η ενότητα του ανθρώπου με τη φύση μέσα από την κατάκτησή της από τον homo faber και το κατεξοχήν δημιούργημα του: τη βιομηχανία. "Ας πάρουμε για παράδειγμα το σπουδαίο ζήτημα των σχέσεων του ανθρώπου με τη φύση (...) Αυτό το ζήτημα απ' όπου βγήκαν όλα τα έργα αβυθομέτρητου μεγαλείου για την 'Υπόσταση' και την 'Αυτοσυνείδηση' περιορίζεται από μόνο του στην κατανόηση ότι η περιβόητη 'Ενότητα του ανθρώπου και της φύσης' υπήρχε ανέκαθεν στη βιομηχανία και παρουσιάζεται με τρόπο διαφορετικό σε κάθε εποχή ανάλογα με την μεγαλύτερη ή μικρότερη ανάπτυξη της βιομηχανίας. Το ίδιο γίνεται και με την πάλη του ανθρώπου με τη φύση ώσπου οι παραγωγικές του δυνάμεις να αναπτυχθούν σε ομόλογη βάση" (Γερμανική Ιδεολογία, σελ. 23, υπογράμμιση Α.Δ.).

Έτσι η πάλη του ανθρώπου με τη φύση διαρκεί ώσπου η ανάπτυξη των παραγωγικών δυνάμεων να ολοκληρώσει το έργο της κατάκτησης-εξανθρωπισμού της και να πραγματωθεί η ενότητα του ανθρώπου με την κατακτημένη μέσω της βιομηχανίας φύσης.

Η φιλοσοφική αυτή θεώρηση αντιλαμβάνεται τη φύση αποκλειστικά σαν μέσο για την ανθρώπινη επιβίωση και τον απόλυτα αναγκαίο διάλογο μαζί της ως στιγμή της ανθρώπινης καθολικότητας, στην οποία η φύση εντάσσεται ως το "ανόργανο σώμα" του ανθρώπου. "Η καθολικότητα του ανθρώπου εκδηλώνεται στην πράξη στην καθολικότητα που καθιστά ολόκληρη τη φύση ανόργανο σώμα του ανθρώπου 1) σαν άμεσο μέσο ζωής 2) σαν ύλη, το αντικείμενο και το εργαλείο της ζωτικής του δραστηριότητας" (Χειρόγραφα σελ. 97) . 12 Υπό αυτήν την έννοια λοιπόν "η φύση είναι το ανόργανο σώμα του ανθρώπου" και ο άνθρωπος "ζει από τη φύση, και πρέπει να διατηρήσει ένα συνεχή διάλογο μαζί της αν θέλει να μην πεθάνει" (ό.π.).

Αυτές οι φράσεις επιδέχονται τόσο μια ωφελιμιστική-τεχνολογική ερμηνεία, όσο και μια θεώρηση της φύσης ως αυταξίας. Αποκτούν σαφέστερο περιεχόμενο, όταν η ανάλυση ξεφύγει από το γενικό πλαίσιο της σχέσης ανθρώπου-φύσης ("συγκροτητική του ανθρώπινου είδους" κλπ.), και έρθει στην εποχή της, στον φετιχιστικό κόσμο των εμπορευμάτων και στις αλλοτριωτικές σχέσεις που τον χαρακτηρίζουν. "Η αποξενωμένη εργασία όχι μόνο 1) αποξενώνει τη φύση από τον άνθρωπο και 2) αποξενώνει τον άνθρωπο από τον εαυτό του, απ' τη δική του δραστήρια λειτουργία, απ' τη δική του ζωτική δραστηριότητα, αλλά εξ αιτίας αυτού αποξενώνει επίσης τον άνθρωπο από το είδος του" (Χειρόγραφα, σελ. 97).

Ειδοποιό διαφορά του ανθρώπινου είδους αποτελεί το ότι ο "άνθρωπος παράγει καθολικά" (ό.π., σελ. 99) μεταμορφώνοντας τον αντικειμενικό κόσμο και τη φύση "μέσα από την εργασία του (...) εμφανίζοντάς την σαν δικό του έργο και δική του πραγματικότητα" (ό.π.). Αυτό το οντολογικό θεμέλιο του είδους διαστρέφεται, αναιρείται και μετατρέπεται στο αντίθετο του, μετατρέπεται από "πλεονέκτημα σε μειονέκτημα έναντι των ζώων" (ό.π.), στον κόσμο της εμπορευματικής παραγωγής και των αλλοτριωτικών σχέσεων. "Έτσι η αποξενωμένη εργασία μεταστρέφει την ειδολογική ύπαρξη του ανθρώπου, τόσο τη φύση όσο και τις διανοητικές ειδολογικές του δυνάμεις, σε μια ύπαρξη ξένη προς αυτόν και σε ένα μέσο της ατομικής του ύπαρξης. Αποξενώνει τονάνθρωπο από το δικό του σώμα, από τη φύση όπως υπάρχει έξω από αυτόν, από την πνευματική του ουσία, την ανθρώπινη ουσία του" (ό.π., σελ. 100). Η αλλοτριωμένη σχέση του ανθρώπου με τη φύση δεν οφείλεται επομένως στην ανεπαρκή ακόμα κατάκτησή της, λόγω της ανεπαρκούς ανάπτυξης των παραγωγικών δυνάμεων, όπως χρεώνει ο Κ.Π. στον Marx, αλλά στην αλλοτριωμένη εργασία, ή -πράγμα που είναι για τον Marx το ίδιο- στην ατομική ιδιοκτησία.

2.4 Το ξεπέρασμα της αλλοτρίωσης

Η ατομική ιδιοκτησία δεν είναι παρά "η υλική, συνοπτική έκφραση της αλλοτριωμένης εργασίας" (Χειρόγραφα σελ.105). Είναι για τον νεαρό Marx αναγκαία συνέπεια των αλλοτριωτικών σχέσεων. "Μέσω λοιπόν της αποξενωμένης, αλλοτριωμένης εργασίας ο εργάτης δημιουργεί τη σχέση ενός άλλου ανθρώπου, που είναι ξένος προς την εργασία αυτή και στέκεται έξω από αυτή. Η σχέση του εργάτη προς την εργασία δημιουργεί τη σχέση του κεφαλαιοκράτη -ή οποιαδήποτε άλλη λέξη διαλέξει κανείς για τον κυρίαρχο της εργασίας- προς την εργασία αυτή. Η ατομική ιδιοκτησία είναι συνακόλουθα το προϊόν - το αποτέλεσμα και η αναγκαία συνέπεια της αλλοτριωμένης εργασίας της εξωτερικής σχέσης του εργάτη προς τη φύση και τον εαυτό του" (ό.π., σελ. 102, υπογράμμιση Α.Δ.).

Το ξεπέρασμα της αντίθεσης ανθρώπου-φύσης, όπως και των ανταγωνιστικών σχέσεων ανάμεσα στους ανθρώπους, συντελείται στον κομμουνισμό, που ορίζεται (με εσχατολογικό τρόπο) με βάση την κατάργηση της ατομικής ιδιοκτησίας και του καταμερισμού της εργασίας. "Ο κομμουνισμός είναι το θετικό ξεπέρασμα της ατομικής ιδιοκτησίας σαν ανθρώπινη αυτο-αποξένωση και για το λόγο αυτό πραγματική ιδιοποίηση της ανθρώπινης ουσίας, μέσα από τον άνθρωπο και για τον άνθρωπο· είναι η πλήρης αποκατάσταση του ανθρώπου στον εαυτό του, σαν κοινωνικής δηλ. σαν ανθρώπινης ύπαρξης" (ό.π., σελ. 126). Στον κομμουνισμό "που ισοδυναμεί με απόλυτα αναπτυγμένο νατουραλισμό" (ό.π.), θα συντελεστεί "η γνήσια επίλυση της σύγκρουσης μεταξύ ανθρώπου και φύσης και μεταξύ ανθρώπου και ανθρώπου, η αληθινή επίλυση της σύγκρουσης ανάμεσα στη ζωή και στο ον, ανάμεσα στη αντικειμενοποίηση και την αυτο-επιβεβαίωση, ανάμεσα στην ελευθερία και την αναγκαιότητα, ανάμεσα στο άτομο και το είδος" (ό.π.).

Τελείως αντίστοιχη είναι η προβληματική του Μαρξ για τον καταμερισμό της εργασίας. Κατ' αρχήν ο καταμερισμός της εργασίας ταυτίζεται με την ατομική ιδιοκτησία. "Εξ άλλου καταμερισμός της εργασίας και ατομική ιδιοκτησία είναι εκφράσεις ταυτόσημες - εκφράζεται στην πρώτη σε σχέση με τη δραστηριότητα, εκείνο που εκφράζεται τη δεύτερη σε σχέση με το προϊόν αυτής της δραστηριότητας" (Γερμανική Ιδεολογία σελ. 31).

Έτσι σε αντίθεση με την "καθήλωση της κοινωνικής δραστηριότητας" (ό.π. σελ. 33) στην κατάσταση που ο καθένας έχει "μια καθορισμένη και αποκλειστική σφαίρα απασχόλησης από την οποία δεν μπορεί να ξεφύγει" (ό.π.), στον κομμουνισμό "κανένας δεν έχει μια αποκλειστική σφαίρα δραστηριότητας, μα μπορεί να τελειοποιηθεί σε όποιον κλάδο του αρέσει καθώς η κοινωνία ρυθμίζει τη γενική παραγωγή" (ό.π.). Ο Marx εδώ δεν αναφέρεται στην εργασία, αλλά στο σύνολο της ανθρώπινης δραστηριότητας. Άλλωστε όπως αναφέρει στη συνέχεια, μέσω της κομμουνιστικής επανάστασης, "το κάθε άτομο χωριστά θα λυτρωθεί από τα διάφορα εθνικά και τοπικά όρια δημιουργώντας πρακτικές σχέσεις με την παραγωγή ολόκληρου του κόσμου (μαζί και την πνευματική παραγωγή) και όντας σε θέση να αποκτήσει την ικανότητα να απολαμβάνει την παραγωγή του κόσμου ολόκληρου σε όλους τους τομείς (έργα των ανθρώπων)" (ό.π., σελ. 38).

Αλλοτριωμένες σχέσεις, σχέσεις αποξένωσης ανθρώπου-φύσης και ανθρώπου- ανθρώπου, ατομική ιδιοκτησία, καταμερισμός της εργασίας. Τρεις έννοιες κλειδιά στη σκέψη του νεαρού Marx, έννοιες ταυτόσημες που εξέφρασαν την πρώτη κριτική του στην Πολιτική Οικονομία και διέγραψαν τις βασικές γραμμές του κομμουνιστικού του προτάγματος. Πρόκειται για τους όρους απελευθέρωσης των ανθρώπων πραγματικά -στην κοινωνία- και όχι ιδεατά -στη σκέψη.

Η κατάργηση της αποξενωτικής σχέσης ανθρώπου-φύσης και ανθρώπου-ανθρώπου, δεν έχει λοιπόν ως υλική προϋπόθεση την πλήρη κατάκτηση της φύσης μέσω της ανάπτυξης της τεχνικής, ούτε την έξαρση της βιομηχανικής εργασίας και δι' αυτής την όλο και πληρέστερη αποκάλυψη των "ουσιαστικών δυνάμεων του ανθρώπου": προϋποθέτει την κατάργηση της ατομικής ιδιοκτησίας και του "βιομηχανικού-γραφειοκρατικού" καταμερισμού της εργασίας. Η απελευθέρωση (και) στον νεαρό Marx νοείται καθολικά. "Το θετικό ξεπέρασμα της ατομικής ιδιοκτησίας σαν ιδιοποίηση της ανθρώπινης ζωής, είναι κατά συνέπεια το θετικό ξεπέρασμα κάθε αποξένωσης και η επιστροφή του ανθρώπου από τη θρησκεία, την οικογένεια, το κράτος κλπ. στην ανθρώπινη, δηλ. στην κοινωνική του ύπαρξη" (Χειρόγραφα, σελ. 127). Η απελευθέρωση δεν νοείται μόνο ως ξεπέρασμα της ανέχειας, πράγμα που ίσως θα προσέδιδε τον χαρακτήρα που ισχυρίζεται ο Κ.Π. στην ανάπτυξη των παραγωγικών δυνάμεων.

"Η ατομική ιδιοκτησία μας έκανε τόσο ανόητους και μονομερείς, που ένα αντικείμενο είναι δικό μας όταν το έχουμε εμείς, όταν υπάρχει για μας σαν κεφάλαιο, κοντολογής όταν χρησιμοποιείται κατά κάποιο τρόπο, παρόλο που η ατομική ιδιοκτησία αντιλαμβάνεται όλες αυτές τις άμεσες ενσαρκώσεις της κατοχής μόνο σαν μέσο ζωής και η ζωή που υπηρετούν είναι η ζωή της ατομικής ιδιοκτησίας, εργασία και κεφαλαιοποίηση. Έτσι όλες οι φυσικές και νοητικές αισθήσεις αντικαταστάθηκαν από την απλή αλλοτρίωση όλων αυτών των αισθήσεων - από την αίσθηση του έχειν (...) Το ξεπέρασμα της ατομικής ιδιοκτησίας είναι κατά συνέπεια η πλήρης χειραφέτηση όλων των ανθρώπινων αισθήσεων και ιδιοτήτων" (ό.π., σελ. 131).

Το ότι το ιστορικό κομμουνιστικό κίνημα εξοβέλισε στον ακαθόριστο ορίζοντα της "στρατηγικής" αυτά τα κεντρικά για την ανθρώπινη χειραφέτηση ζητήματα, δεν οφείλεται στον Marx. Οφείλεται στην ηγεμονία στο εσωτερικό του τάξεων και αντιλήψεων αντίπαλων στην εργατική. Αποτέλεσμα αυτής της ηγεμονίας ήταν η εγκατάλειψη της προβληματικής κατάργησης της ατομικής ιδιοκτησίας και του καταμερισμού της εργασίας, ως πολιτικών προϋποθέσεων για την κατάργηση της εκμετάλλευσης και της αποξενωτικής σχέσης ανθρώπου- φύσης. Επομένως η επανίδρυση της απελευθερωτικής προοπτικής (που συνδέεται σήμερα άμεσα με την σχέση ανθρώπου-φύσης) έχει ως προϋπόθεση την οργανική της ένταξη σε ένα καθολικό "σχέδιο" με πυρήνα την κατάργηση της ιδιοκτησίας και του χωρισμού πενυματικής/χειρωνακτικής εργασίας.

3. Ο φετιχισμός των παραγωγικών δυνάμεων και το Κεφάλαιο

Η ιδέα της αποξένωσης του ανθρώπου στα ιστορικά του έργα, της αποξένωσης του εργάτη από το προϊόν της εργασίας του, από τη διαδικασία και τους όρους παραγωγής αλλά και από τη φύση, είναι, όπως είδαμε, εξαρχής παρούσα στη σκέψη του Marx. Όμως στο Κεφάλαιο αυτές οι στιγμές αλλοτρίωσης που συνθέτουν τον κόσμο της εκμετάλλευσης, επιστρέφουν με άλλο περιεχόμενο. Επιστρέφουν ως στιγμές απόσπασης υπεραξίας, ως στιγμές ενός τρόπου παραγωγής και ενός συστήματος κοινωνικών σχέσεων που αποσκοπεί στην υπαγωγή του εργαζόμενου ανθρώπου στην κεφαλαιακή εκμεταλλευτική σχέση. Οι έννοιες της αλλοτρίωσης-αποξένωσης ανασυντίθενται γύρω από τη θεωρία της αξίας και επομένως εμφανίζονται σαν στιγμές της ταξικής πάλης.

Στο πλαίσιο αυτό, οι παραγωγικές δυνάμεις αντιμετωπίζονται "κοινωνικά" - μη φετιχιστικά. Οι βασικές έννοιες που χρησιμοποιούνται εδώ (η παραγωγή ως διττή διαδικασία παραγωγής αξιών και αξιοποίησης του κεφαλαίου, η υποταγή της ζωντανής στη νεκρή εργασία) απουσιάζουν από την κριτική του Κ.Π. Η παρουσίασή τους θα τροποποιούσε τη βάση της συζήτησης, όπως θα δούμε στη συνέχεια.

3.1 Εννοιολογικοί προσδιορισμοί για τις παραγωγικές δυνάμεις στο Κεφάλαιο

"Τα εμπορεύματα, που αγόρασε ο καπιταλιστής, για να τα καταναλώσει σαν μέσα παραγωγής στο προτσές παραγωγής, δηλ. στο προτσές εργασίας είναι ιδιοκτησία του. Αυτά τα μέσα παραγωγής είναι λοιπόν κεφάλαιο" ( Αποτελέσματα της άμεσης διαδικασίας παραγωγής, σελ. 49. Εκδόσεις Α- Συνέχεια, χ.χ.ε.), δηλ "αξιοδημιουργό μέσο, μέσο αξιοποίησης της αξίας, δηλ. αύξησή της" (ό.π.). Τα μέσα παραγωγής (μηχανές, πρώτες ύλες, τεχνολογία κ.λπ.) είναι, όσον αφορά τη λειτουργία τους, κεφάλαιο. Κάτι παραπάνω. "Έτσι θα συνάγονταν ότι και από τη σκοπιά του καπιταλιστή και από αυτή του εργάτη, το μέσο παραγωγής αντιπαρατίθεται σαν ύπαρξη του κεφαλαίου, σαν eminently capital (κατ' εξοχήν κεφάλαιο) στην εργασία, άρα στο άλλο στοιχείο στο οποίο μετατρέπεται το προκαταβλημένο κεφάλαιο, και ότι επόμενα θα εμφανιζόταν ακόμα και έξω από το προτσές παραγωγής δυνάμει σαν ειδικός τρόπος ύπαρξης του κεφαλαίου" (ό.π. σελ. 50).

Αυτή η αναφορά στις παραγωγικές δυνάμεις ως κεφάλαιο και μάλιστα "κατ' εξοχήν κεφάλαιο" και "ειδικό τρόπο ύπαρξής του" δεν είναι χωρίς συνέπειες. "Το κεφάλαιο δεν είναι πράγμα, όπως και το χρήμα δεν είναι πράγμα. Στο κεφάλαιο, όπως και στο χρήμα, ορισμένες κοινωνικές παραγωγικές σχέσεις των προσώπων παρουσιάζονται σαν σχέσεις πραγμάτων προς ανθρώπους ή ορισμένες κοινωνικές σχέσεις παρουσιάζονται σαν κοινωνικές φυσικές ιδιότητες των πραγμάτων" (ό.π. σελ. 81).

Δεν θα μπορούσε να υπάρξει πιο ξεκάθαρη αντι-φετιχιστική διατύπωση από αυτήν. Τα μέσα παραγωγής ως "κατ' εξοχήν κεφάλαιο" δεν είναι "πράγματα", δεν αποτελούν μια ανεξάρτητη απ' τις κοινωνικές σχέσεις οντότητα, αλλά σχέση: αντανακλώνται και συμπυκνώνονται σε αυτά "ορισμένες κοινωνικές παραγωγικές σχέσεις των προσώπων" και στην προκειμένη περίπτωση οι εκμεταλλευτικές παραγωγικές σχέσεις. Με άλλα λόγια τα μέσα παραγωγής εμφανίζονται στη βάση της καπιταλιστικής παραγωγής "(...)αυτά καθ' αυτά και για τον εαυτό τους σαν κεφάλαιο (...) [πράγμα που] εκφράζει μια συγκεκριμένη σχέση παραγωγής, σαν η εμπράγματη ποιότητά της" (ό.π. σελ. 59). Σε αυτή τη βάση διαμορφώνεται η σχέση υποταγής της ζωντανής στη νεκρή εργασία. Στην καπιταλιστική παραγωγή "τα μέσα παραγωγής παρουσιάζονται κατ' εξοχήν απέναντι στη ζωντανή εργασία σαν ύπαρξη του κεφαλαίου και μάλιστα τώρα σαν κυριαρχία της περασμένης, της νεκρής πάνω στη ζωντανή" (ό.π. σελ. 58).

Τα μέσα παραγωγής έχουν κατέλθει οριστικά από το βάθρο "των ουσιαστικών δυνάμεων του ανθρώπου" στον πραγματικό κόσμο της εκμετάλλευσης. Η ανθρώπινη απελευθέρωση δεν μπορεί να ορισθεί σε σχέση με ένα σύστημα παραγωγικών δυνάμεων που δεν είναι παρά η "εμπράγματη ποιότητα του κεφαλαίου".

Στη Γερμανική Ιδεολογία η ανθρώπινη απελευθέρωση προϋπέθετε την απαλλοτρίωση των παραγωγικών δυνάμεων. Αυτό όμως μπορούσε να ερμηνευθεί ως κατάκτηση και χρήση από τους εργάτες μιας προϋπάρχουσας και δημιουργηθείσας από τον καπιταλισμό παραγωγικής μηχανής. Αυτό δεν συμβαίνει στο Κεφάλαιο. Ο διαδεδομένος μύθος ότι έργο του σοσιαλισμού είναι η ανεμπόδιστη περαιτέρω ανάπτυξη των ουδέτερων-υπερταξικών παραγωγικών δυνάμεων (που "εμποδίζονται'" από τις παραγωγικές σχέσεις) δεν μπορεί να αναχθεί στον Marx. 13

Το ίδιο συμβαίνει και με το μύθο περί αντίθεσης ανάμεσα στον κοινωνικό χαρακτήρα της παραγωγής και τον ατομικό χαρακτήρα της ιδιοποίησης. Σύμφωνα με αυτήν την αντίληψη, ο "κοινωνικός χαρακτήρας" της παραγωγής είναι αντικειμενικά προοδευτικός και η ανάπτυξή του εμποδίζεται λόγω του ατομικού ανταγωνισμού -και βέβαια στον σοσιαλισμό θα ολοκληρωνόταν το ανολοκλήρωτο έργο του καπιταλισμού. Ο καπιταλισμός βεβαίως αναπτύσσοντας τις παραγωγικές δυνάμεις, ανέπτυξε στο έπακρο και την κοινωνικοποίηση της παραγωγής. Πρόκειται όμως για μια συγκεκριμένου τύπου κοινωνικοποίηση, βασισμένη σε έναν ταξικό καταμερισμό εργασίας.

"Η εργασία, σαν εξωτερίκευση της ικανότητας εργασίας, σαν προσπάθεια στον μεμονωμένο εργάτη είναι σαν να ανήκει στον καπιταλιστή, ενώ αντίθετα ο κοινωνικός συνδυασμός, όπου μέσα σε αυτόν οι μεμονωμένες ικανότητες εργασίας λειτουργούν μόνο σαν ιδιαίτερα όργανα της συνολικής ικανότητας εργασίας, που αποτελεί το συλλογικό εργαστήριο, δεν ανήκει σε αυτά, αλλά πολύ περισσότερο αντιτάσσεται σε αυτά σαν καπιταλιστική διευθέτηση, επιβάλλεται σε αυτά" ("Αποτελέσματα(...)" σελ. 147).

Έτσι οι κοινωνικές παραγωγικές δυνάμεις της εργασίας "που αναπτύσσονται ιστορικά κατ' αρχήν με τον ειδικά καπιταλιστικό τρόπο παραγωγής" (ό.π. σελ.148) "(...) εμφανίζονται σαν κάτι πέρα έως πέρα αυθύπαρκτο, που υπάρχει ανεξάρτητα από τον εργάτη, σαν ένας τρόπος ύπαρξης του κεφαλαίου" (ό.π.). Ούτε η αντίθεση παραγωγικών δυνάμεων - παραγωγικών σχέσεων, ούτε η αντίθεση ανάμεσα στον κοινωνικοποιημένο χαρακτήρα της παραγωγής και την ατομική ιδιοποίηση έχουν αναφορά στον Marx του Κεφαλαίου. Τόσο το δίπολο παραγωγικών δυνάμεων -

παραγωγικών σχέσεων, όσο και ο κοινωνικός/ατομικός χαρακτήρας της παραγωγής, διαπερνώνται από την ταξική αντίθεση. Η λύση του κοινωνικού ζητήματος είναι ο σκοπός και όχι το μέσο κάποιου "οικονομικού προγράμματος". Αυτή η αντίληψη διαπερνά την έκθεση της ανάπτυξης της μανιφακτούρας και κατόπιν της βιομηχανίας από τον Μαρξ στον πρώτο τόμο του Κεφαλαίου.

3.2 Ιστορική αναπαράσταση της εξέλιξης της βιομηχανίας στο Κεφάλαιο

Ασκώντας κριτική στον καταμερισμό της εργασίας που αναπτύχθηκε στη μανιφακτούρα ο Μαρξ έγραφε: "Αν οι φυσικές ιδιότητες των εργατών αποτελούν το έδαφος που πάνω τους βλασταίνει ο καταμερισμός της εργασίας, η μανιφακτούρα όταν πια έχει καθιερωθεί, αναπτύσσει εργατικές δυνάμεις που από τη φύση τους είναι κατάλληλες μόνο για μονόπλευρη ειδική λειτουργία (...) Η μονομέρεια, ακόμα και η ατέλεια του μερικού εργάτη, μετατρέπονται σε τελειότητα του όταν γίνει μέλος του συνολικού εργάτη" (Το Κεφάλαιο, Α' τόμος, εκδ. Σύγχρονη Εποχή, Αθήνα 1978, σελ. 365).

Γενικεύοντας τις παρατηρήσεις αυτές με αναφορά στον κεφαλαιοκρατικό χαρακτήρα της μανιφακτούρας παρατηρεί: "(...) Ενώ η απλή συνεργασία αφήνει γενικά αναλλοίωτο τον τρόπο εργασίας των ξεχωριστών ατόμων η μανιφακτούρα επαναστατικοποιεί αυτόν τον τρόπο και χτυπά στη ρίζα της την ατομική εργατική δύναμη. Σακατεύει τον εργάτη και τον μετατρέπει σε εξάμβλωμα, καλλιεργώντας σαν μέσα σε θερμοκήπιο τη μερικότερη επιδεξιότητά του και πνίγοντας έναν ολόκληρο κόσμο από παραγωγικές κλίσεις και χαρίσματα(...)". Και συνεχίζει: "(...)Δεν κατανέμονται μόνο οι ιδιαίτερες, μερικότερες εργασίες ανάμεσα στα άτομα, μα τεμαχίζεται και το ίδιο το άτομο, μετατρέπεται σε αυτόματο όργανο μιας μερικότερης εργασίας(...)" (ό.π., σελ. 376).

Στα Χειρόγραφα η ιστορία της βιομηχανίας εμφανιζόταν σαν το "ανοιχτό βιβλίο των ουσιαστικών δυνάμεων του ανθρώπου" και σαν η "ανθρώπινη ψυχολογία παρουσιασμένη σε μια άμεσα αισθητή μορφή" (Χειρόγραφα, σελ. 135). Εδώ η ανάπτυξη της μανιφακτούρας πνίγει έναν "ολόκληρο κόσμο από κλίσεις και χαρίσματα" και "μετατρέπει τον εργάτη σε εξάμβλωμα". Με την εισαγωγή των μηχανών "ο εργάτης πολεμάει αυτό το ίδιο το μέσο εργασίας, τον υλικό τρόπο ύπαρξης του κεφαλαίου. Εξεγείρεται ενάντια σε αυτήν τη συγκεκριμένη μορφή του μέσου παραγωγής σαν την υλική βάση του κεφαλαιοκρατικού τρόπου παραγωγής" (ό.π., σελ. 444).

"Σαν μηχανή το μέσο εργασίας γίνεται αμέσως ανταγωνιστής του ίδιου του εργάτη". "Το μέσο εργασίας σκοτώνει τον εργάτη". Αυτές οι διατυπώσεις δείχνουν την αντίληψη του Marx για το ρόλο των μηχανών σε σχέση με τον εργάτη και τις "ουσιαστικές του δυνάμεις". "Η αυτοτελής και αποξενωμένη μορφή, που δίνει γενικά ο κεφαλαιοκρατικός τρόπος παραγωγής (ΚΤΠ) στους όρους εργασίας και στο προϊόν της εργασίας απέναντι στον εργάτη, εξελίσσεται με την εμφάνιση των μηχανών σε ολοκληρωμένη αντίθεση ανάμεσα στον εργάτη από τη μια, και στους όρους εργασίας και στο προϊόν της εργασίας από την άλλη" (ό.π., σελ. 448).

Επιπλέον ο Marx διαπιστώνει ότι ο καπιταλιστικός χαρακτήρας των μηχανών δεν αναπτύσσεται μόνο αυθόρμητα στη βάση του καταμερισμού της εργασίας, αλλά επίσης ότι "το κεφάλαιο την εξαγγέλνει φωναχτά και σκόπιμα σαν δύναμη εχθρική για τον εργάτη και τη χειρίζεται σαν τέτοια" (ό.π. σελ. 452). Στη συνέχεια παρατίθενται παραδείγματα για το ότι η μηχανική πρόοδος έγινε με συνειδητό τρόπο από την πλευρά του κεφαλαίου με σκοπό το φτήναιμα και την πειθάρχηση της εργατικής δύναμης: "Θα μπορούσε να γράψει κανείς μια ολόκληρη ιστορία των εφευρέσεων από το 1830 και εδώ, που έγιναν απλώς σαν πολεμικά μέσα του κεφαλαίου ενάντια στις ανταρσίες των εργατών" (ό.π.).

Μη φετιχιστική και αντι-τεχνοκρατική αντίληψη είχε επίσης ο Marx για την επιστήμη και τον ρόλο της. "Οι γνώσεις, η νοημοσύνη και η θέληση που αναπτύσσει ο αυτοτελής αγρότης ή χειροτέχνης, έστω και σε μικρή κλίμακα (...) απαιτούνται τώρα μόνο για το σύνολο του εργαστηρίου. Οι πνευματικές δυνάμεις της παραγωγής αναπτύσσονται από την μία πλευρά, γιατί εξαφανίζονται από πολλές άλλες πλευρές. Αυτό που χάνουν οι μερικοί εργάτες συγκεντρώνεται αντίκρυ τους στο κεφάλαιο (...) Το γεγονός ότι οι πνευματικές δυνάμεις του υλικού προτσές παραγωγής αντιπαρατίθενται στους εργάτες σαν ξένη ιδιοκτησία και σαν δύναμη που τους εξουσιάζει είναι προϊόν του μανιφακτουρικού καταμερισμού εργασίας. Το προτσές αυτό αρχίζει από την απλή συνεργασία όπου απέναντι στους ξεχωριστούς εργάτες ο κεφαλαιοκράτης αντιπροσωπεύει την ενότητα και τη θέληση του κοινωνικού σώματος εργασίας. Αναπτύσσεται παραπέρα στη μανιφακτούρα που σακατεύει τον εργάτη και τον μετατρέπει σε μερικό εργάτη. Ολοκληρώνεται στη μεγάλη βιομηχανία που τηνεπιστήμη τη χωρίζει σαν αυτοτελή παραγωγική δύναμη από την εργασία και τη βάζει με το στανιό στην υπηρεσία του κεφαλαίου" (ό.π., σελ. 377).

Είναι περίεργο ότι ο Κ.Π. δεν αναφέρεται σε τέτοιου είδους θέσεις του Marx, που βρίσκονται στον μάλλον πολυδιαβασμένο πρώτο τόμο του Κεφαλαίου. Βέβαια αυτές οι αναλύσεις αποσιωπήθηκαν συστηματικά από το σοβιετικό μαρξισμό που είχε αποθεώσει την "ανάπτυξη" των παραγωγικών δυνάμεων και της επιστήμης, την αταξική τους αντιμετώπιση και τον ανεξάρτητο από τις κοινωνικές σχέσεις χαρακτήρα τους. Είναι επίσης γεγονός ότι δίπλα στα κείμενα αυτά του Marx υπάρχουν άλλα με αμφιλεγόμενες διατυπώσεις, ανοιχτές σε μια φετιχιστική ερμηνεία για τις παραγωγικές δυνάμεις και τον ρόλο τους: Η μανιφακτούρα "δημιουργεί νέους όρους για την κυριαρχία του κεφαλαίου πάνω στην εργασία. Επομένως αν εμφανίζεται από την μια σαν ιστορική πρόοδος και αναγκαία φάση ανάπτυξης στο προτσές οικονομικής διαμόρφωσης της κοινωνίας από την άλλη εμφανίζεται σαν μέσο πολιτισμένης και ραφιναρισμένης εκμετάλλευσης" (ό.π., σελ. 381). Αυτή η "αναγκαία φάση" ανάγεται στην αλληλοδιαδοχή των συστημάτων, στον προοδευτικό ρόλο της ανάπτυξης των παραγωγικών δυνάμεων κλπ. -θέσεις που όπως είδαμε χαρακτήρισαν την φιλοσοφική αντίληψη του νεαρού Marx για την ιστορία.

Υπάρχουν επιπλέον στιγμές στο Κεφάλαιο που φαίνεται ότι ο ρόλος των μηχανών φετιχοποιείται, αποσπάται από τον καπιταλιστικό τους χαρακτήρα και μετατρέπεται σε πρόβλημα χρήσης ενός ουδέτερου ταξικά αντικειμένου. "Επειδή λοιπόν οι μηχανές εξεταζόμενες αυτές καθ' αυτές περιορίζουν τον χρόνο εργασίας, ενώ όταν χρησιμοποιούνται καπιταλιστικά παρατείνουν την εργάσιμη ημέρα, επειδή αυτές καθ' αυτές ευκολύνουν την εργασία, ενώ όταν χρησιμοποιούνται καπιταλιστικά αυξάνουν την εντατικότητα της, επειδή αυτές καθ' αυτές αποτελούν νίκη του ανθρώπου πάνω στις δυνάμεις της φύσης, ενώ όταν χρησιμοποιούνται καπιταλιστικά υποδουλώνουν τον άνθρωπο στις δυνάμεις της φύσης, επειδή αυτές καθ' αυτές αυξάνουν τον πλούτο ενώ όταν χρησιμοποιούνται καπιταλιστικά εξαθλιώνουν τον παραγωγό κ.λπ., ο αστός οικονομολόγος δηλώνει απλούστατα πως όταν εξετάσουμε αυτές καθ' αυτές τις μηχανές αποδείχνεται με απόλυτη ακρίβεια ότι όλες αυτές οι χειροπιαστές αντιφάσεις αποτελούν απλή επίφαση της κοινής πραγματικότητας, ενώ αυτές καθ' αυτές, επομένως και στη θεωρία δεν υπάρχουν καθόλου" (ό.π. σελ. 458). Έτσι προέκυψε και το ακόλουθο συμπέρασμα για τη στάση των εργατών απέναντι στις μηχανές. "Χρειάζεται χρόνος και πείρα για να μάθει ο εργάτηςνα διακρίνει τις μηχανές από την κεφαλαιοκρατική τους χρησιμοποίηση και έτσι να στρέφει τις επιθέσεις του όχι ενάντια στα ίδια τα υλικά μέσα παραγωγής, αλλά ενάντια στην κοινωνική μορφή της εκμετάλλευσής τους" (ό.π. σελ. 445).

Ωστόσο οι μηχανές, σε τελική ανάλυση, δεν υπάρχουν "αυτές καθαυτές". Ξέρουμε πως από τον σχεδιασμό τους, τον τρόπο που δομούνται τα συστήματα των μηχανών, τη σχέση τους με τον εργαζόμενο, τους όρους της εισαγωγής τους στην παραγωγή, με λίγα λόγια σε κάθε πλευρά της δημιουργίας και λειτουργίας τους, χαρακτηρίζονται από την ύπαρξη τους ως κεφαλαίου. Ο χαρακτηρισμός τους ως "υλικής μορφής ύπαρξης του κεφαλαίου" και "κατ' εξοχήν κεφάλαιο" υποδείχνει την αντιμετώπισή τους σε συνάρτηση με τις κοινωνικές-παραγωγικές σχέσεις, όχι ανεξάρτητα και έξω από αυτές, όχι φετιχιστικά.

Ο Marx που από τα νεανικά του ακόμα έργα αφομοίωσε, όπως είδαμε, την κριτική της αποξένωσης του ανθρώπου στα ιστορικά του έργα προσπάθησε να αποκαλύψει το υλικό υπόβαθρο της αλλοτρίωσης (το "κρυμμένο μυστικό της παραγωγής") στο φετιχισμό του εμπορεύματος, στην εμφάνιση στον ΚΤΠ των σχέσεων ανάμεσα στους ανθρώπους ως σχέσεων ανάμεσα σε πράγματα. Το ότι ο εμπειρισμός και συνακόλουθα ο οικονομισμός-παραγωγισμός που κυριάρχησε στο κομμουνιστικό κίνημα είχαν αναφορές στον Marx δεν αποδεικνύει τίποτε, μια που και τα κριτικά-αντικαπιταλιστικά ρεύματα ήταν επίσης μαρξιστικά. Το ιστορικό κομμουνιστικό κίνημα βασίστηκε στις αδύνατες επιστημονικά πλευρές της σκέψης του Marx, διαστρεβλώνοντας τον πυρήνα της κριτικής του. Αυτό ισχύει και στο υπό συζήτηση ζήτημα. Ο Μπ. Κοριά έχει επισημάνει ότι "(...) το κεφάλαιο εξασφαλίζει ένα ορισμένο τύπο ανάπτυξης και κοινωνικοποίησης των παραγωγικών δυνάμεων", στις οποίες μπαίνει "ηγέτης και αρχηγός" (Επιστήμη-Τεχνική-Κεφάλαιο, εκδ. Α/Συνέχεια, Αθήνα 1985, σελ.114). Και συμπληρώνει: "οι πολιτικές συνεπαγωγές παραπέμπουν σε δύο σειρές προβλημάτων. Πρώτο, θα πρέπει να αποφασίσουμε να δεχτούμε πως η 'υλική βάση' που κληρονομήθηκε από τον καπιταλισμό, κινδυνεύει να αποκαλυφθεί εντελώς ακατάλληλη για την εγκαθίδρυση του σοσιαλιστικού τύπου σχέσεων. Και δεύτερο η επαναγωγή της συμμαχίας με τους τεχνικούς και τα στελέχη δεν μπορεί να γίνεται αιώνια δίχως να αμφισβητηθεί η φύση της εργασίας που πραγματοποιείται από αυτές τις κατηγορίες των εργαζόμενων" (ό.π. σελ. 114). Υποθέτω ότι ο Κοριά θα εντασσόταν απ' τον Κ.Π. στον κύκλο των "ορθόδοξων μαρξιστών").

Έτσι δεν δικαιώνεται ούτε η επόμενη θέση του Κ.Π.: "Αυτό όμως που επέτρεψε στην άρχουσα τάξη που εμφανίστηκε στα χρόνια μετά το 1920 (στη Σοβιετική Ένωση Α.Δ.) (...) και που στερέωσε την πολιτική της μονοκρατορία και τα κοινωνικά της προνόμια μόνο μετά τη βιομηχανοποίηση της σοβιετικής οικονομίας να αφομοιώσει 'ακόμα καλύτερα' τον 'επιστημονικό σοσιαλισμό' είναι ότι και αυτή δεν είχε τίποτα να φοβηθεί από μια ιδεολογία που θεωρούσε την Ανοικοδόμηση του σοσιαλισμού, σαν μια αυτόματη συνέπεια της ανάπτυξης των παραγωγικών δυνάμεων, ενώ ταυτόχρονα έβρισκε και βρίσκει μέσα στη μαρξική φετιχολατρία της τεχνικής μια θεωρητική δικαίωση της δεσποτικής της εξουσίας και της τεχνοκρατικής της βούλησης" (σελ. 165).

4. Η "διάψευση" των προβλέψεων του Marx

Ο Κ.Π. περνά στο δεύτερο μέρος της κριτικής του υποστηρίζοντας ότι οι βασικές προβλέψεις του Marx για την εξέλιξη του καπιταλισμού και την κατάσταση της εργατικής τάξης διαψεύστηκαν.

Ο Marx πίστευε, υποστηρίζει ο Κ.Π., ότι όσο αναπτύσσεται ο καπιταλισμός, "όσο λιγοστεύει λόγω της συγκέντρωσης του κεφαλαίου ο αριθμός των μεγιστάνων του κεφαλαίου (...) άλλο τόσο αυξάνει η αθλιότητα, η καταπίεση, η σκλαβιά, η κατάπτωση, η εκμετάλλευση, αλλά επίσης και η αντίσταση του προλεταριάτου που πληθαίνει ολοένα και πιο πολύ και που πειθαρχείται, ενοποιείται και οργανώνεται από τον ίδιο μηχανισμό της καπιταλιστικής παραγωγής". (αναφέρεται στη σελ. 131).

Αν όμως εξετασθεί η κατάσταση του σύγχρονου καπιταλισμού θα δούμε πως τίποτε από αυτά δεν συνέβη διότι:

1) Η ανάπτυξη του καπιταλισμού, η συγκέντρωση του κεφαλαίου, δεν οδήγησε σε αύξουσα αθλιότητα, αλλά, σε γενικές γραμμές, σε άνοδο του βιοτικού επιπέδου της εργατικής τάξης. Είναι εύκολο να διαπιστωθεί ότι οι εργαζόμενοι μιας ευρωπαϊκής χώρας δεν ζουν σήμερα όπως την εποχή του Marx.

2) Η αύξηση της συγκέντρωσης του κεφαλαίου, δεν γέννησε στον άλλο πόλο προλεταριοποίηση του πληθυσμού, και άρα απλούστευση των ταξικών ανταγωνισμών. Δημιουργήθηκε αντίθετα μια πιο σύνθετη κοινωνική δομή, που περιλαμβάνει εκτός από τους χειρώνακτες εργάτες (εικόνα του εργάτη που είχε ο Marx κατά τον Κ.Π.), υπάλληλους, τα παραδοσιακά, τα νέα μισθωτά "μεσαία" στρώματα και τα διάφορα στελέχη της παραγωγής, τα περιβόητα άσπρα κολάρα.

Αυτές οι "δύο διαψεύσεις", οδήγησαν σε διάψευση και των πολιτικών προβλέψεων που βρίσκουμε σε ορισμένα σημεία του μαρξικού έργου. Έτσι στους "ισχυρούς" κρίκους του (αναπτυγμένου) καπιταλισμού δεν εκδηλώθηκαν επαναστάσεις. Αντίθετα επαναστάσεις επιβλήθηκαν σε χώρες με χαμηλή ανάπτυξη των παραγωγικών δυνάμεων.

3) Η αντίληψη ότι η αύξουσα "προλεταριοποίηση" του εργατικού πληθυσμού και η αύξηση της "αθλιότητας" θα ωριμάσουν την επανάσταση που θα ξεσπάσει με τη βεβαιότητα του φυσικού νόμου, οδήγησε τα μαρξιστικά κόμματα σε παραίτηση από τη μεταρρυθμιστική προσπάθεια για την καλυτέρευση της ζωής της εργατικής τάξης σήμερα, σε σταδιακή αντικατάσταση της αντίληψης ότι η ταξική πάλη είναι η κινητήρια δύναμη της ιστορίας με την αντίληψη ότι η ανάπτυξη των παραγωγικών δυνάμεων οδηγεί λίγο πολύ αντικειμενικά στην κοινωνική αλλαγή.

4.1. Η σχετική και η απόλυτη χειροτέρευση της θέσης της εργατικής τάξης

Τα στοιχεία που παραθέτει ο Κ.Π. για να στηρίξει την άποψη για την καλυτέρευση του επιπέδου ζωής της εργατικής τάξης αφορούν αποκλειστικά τη βελτίωση της μισθολογικής της θέσης, και της αγοραστικής της ικανότητας. Επ' αυτού θα παρατηρήσουμε ότι είναι έξω από την ουσία των αντιλήψεων του Marx στο Κεφάλαιο, η σκέψη ότι η ανάπτυξη του καπιταλισμού, η συγκέντρωση του κεφαλαίου οδηγεί σε συνεχή απόλυτη χειροτέρευση της θέσης της εργατικής τάξης.

Συζητώντας την επίδραση της ανόδου της παραγωγικότητας της εργασίας στη μεταβολή της σχετικής υπεραξίας ο Marx έγραφε: "έτσι με το ανέβασμα της παραγωγικής δύναμης της εργασίας η τιμή της εργατικής δύναμης θα μπορούσε να πέφτει διαρκώς με ταυτόχρονη συνεχή αύξηση των μέσων συντήρησης του εργάτη. Σχετικά όμως, δηλ. συγκρινόμενη με την υπεραξία, θα 'πεφτε συνεχώς η αξία της εργατικής δύναμης και επομένως θα μεγάλωνε το χάσμα ανάμεσα στο επίπεδο ζωής του εργάτη και στο επίπεδο ζωής του κεφαλαιοκράτη" ( Το Κεφάλαιο Α' τόμος σελ. 539, υπογρ. Α.Δ.).

Είναι εύκολο να δείξει κανείς ότι η λογική που έβλεπε στην ανάπτυξη του καπιταλισμού μια συνεχή πτώση του βιοτικού επιπέδου της εργατικής τάξης, είναι μια μηχανιστική αντίληψη που χρησιμοποιήθηκε ποικιλοτρόπως από το κομμουνιστικό κίνημα, αλλά δεν ανήκει στον Marx.

Η αντίληψη για τη σχετική υπεραξία (που είναι η κατ' εξοχήν μορφή απόσπασης της υπεραξίας στον ΚΤΠ) υποθέτει ότι μπορεί να ανεβαίνει το επίπεδο μισθών και η καταναλωτική δυνατότητα της εργατικής τάξης, ότι ηαύξηση της παραγωγικότητας της εργασίας αφήνει περιθώρια να αυξάνεται ο πραγματικός μισθός της εργασίας (με την ανάπτυξη της ταξικής πάλης) εφόσον δεν θίγεται η κεφαλαιακή συσσώρευση. Μπορεί να βελτιώνεται σε ορισμένα όρια η οικονομική κατάσταση της εργατικής τάξης, και ταυτόχρονα να αναπαράγονται σε διευρυμένη κλίμακα οι καπιταλιστικές σχέσεις παραγωγής. "Η σχέση ανάμεσα στο κεφάλαιο, τη συσσώρευση και το επίπεδο των μισθών δεν είναι παρά η σχέση ανάμεσα στην απλήρωτη εργασία που έχει μετατραπεί σε κεφάλαιο και στην πρόσθετη εργασία που απαιτείται για την κίνηση του πρόσθετου κεφαλαίου(...) ο νόμος της κεφαλαιοκρατικής συσσώρευσης, που δόλια τον ανακήρυξαν φυσικό νόμο, εκφράζει στην πραγματικότητα μόνο ότι η φύση της κεφαλαιοκρατικής συσσώρευσης αποκλείει κάθε ελάττωση του βαθμού εκμετάλλευσης της εργασίας ή κάθε αύξηση της τιμής της εργασίας που θα μπορούσε να απειλήσει σοβαρά τη διαρκή αναπαραγωγή της σχέσης του κεφαλαίου και την αναπαραγωγή της σε διαρκώς διευρυνόμενη κλίμακα" (ό.π. σελ. 643).

Το επίπεδο μισθών και η καταναλωτική ικανότητα των εργαζόμενων μπορεί να βελτιώνεται λοιπόν ως το όριο που δεν θίγεται η "αναπαραγωγή του κεφαλαίου σε διευρυμένη κλίμακα". Γιατί όμως η "βελτίωση της ζωής", η άνοδος του βιοτικού επιπέδου πρέπει να ταυτισθεί με μια μόνο πλευρά της ζωής, την αύξηση της καταναλωτικής ικανότητας των εργαζόμενων; Αυτό δεν είναι παρά αναγωγισμός των "ουσιαστικών δυνάμεων του ανθρώπου" στην οικονομική διάσταση.

Η ανάπτυξη του καπιταλισμού γεννά συνεχώς νέα πεδία στην εκμετάλλευση και τον έλεγχο στη ζωή του εργαζόμενου. Για να παραμείνουμε στο έδαφος της παραγωγής, θα τονίσουμε ότι η άνοδος της καταναλωτικής ικανότητας των εργαζόμενων συχνά συνδέεται με την άνοδο της εκμετάλλευσης, την άνοδο στην παραγωγή υπεραξίας. Εδώ είναι το κρίσιμο σημείο. Ότι δηλ. η αύξηση της υπεραξίας, οι νέες μέθοδοι παραγωγής, οι εργασιακές σχέσεις που προϋποθέτει, επιφέρουν τη χειροτέρευση της θέσης της εργατικής τάξης σε σχέση με τις κοινωνικές δυνατότητες, ακόμα και απόλυτα σε σχέση με το παρελθόν. Με άλλα λόγια αναδεικνύονται τα ποιοτικότερα και ουσιαστικότερα στοιχεία της εκμεταλλευτικής διαδικασίας, που αφορούν τη θέση του εργαζόμενου ανθρώπου στην παραγωγή και γενικότερα την προσωπικότητά του (μόρφωση, ρυθμός εργασίας, έλεγχος, περιεχόμενο της εργασίας, εξατομίκευση, καταμερισμός κλπ.).

4.2 Η προλεταριοποίηση του πληθυσμού

Ο Marx όντως θεώρησε την προλεταριοποίηση του πληθυσμού ως βασικό νόμο της ανάπτυξης του καπιταλισμού, ως απόλυτο νόμο της καπιταλιστικής συσσώρευσης. "Όπως η απλή αναπαραγωγή αναπαράγει διαρκώς αυτή την ίδια τη σχέση του κεφαλαίου, κεφαλαιοκράτες από τη μια και μισθωτούς εργάτες από την άλλη, έτσι και η αναπαραγωγή σε διευρυμένη κλίμακα, ή η συσσώρευση, αναπαράγει σε διευρυμένη κλίμακα τη σχέση του κεφαλαίου: στον ένα πόλο περισσότερους κεφαλαιοκράτες ή μεγαλύτερους κεφαλαιοκράτες, και στον άλλο περισσότερους μισθωτούς εργάτες" (ό.π. σελ. 635).

Ωστόσο στον Κ.Π. υπάρχει μια οικονομίστικη προσέγγιση της εργατικής τάξης, προσέγγιση που αποδίδεται μάλιστα στον Marx. "Στις ΗΠΑ ανάμεσα στο 1870 και στο 1940, ο αριθμός των υπαλλήλων αυξήθηκε κατά 1600% ενώ ο αριθμός των εργατών αυξήθηκε 'μόνο' κατά 225%. Το αποτέλεσμα είναι ότι το 1940 από τα 51 εκ. πρόσωπα που αποτελούσαν τον ενεργό πληθυσμό των ΗΠΑ μόνο 9 εκ., δηλ. το 18% ήταν χειρώνακτες εργάτες χωρίς καμιά σοβαρή επαγγελματική εκπαίδευση (πάνω από 25% το 1910, 65 % το 1830)" (σελ. 135). Έτσι η εργατική τάξη ταυτίζεται με τους "χειρώνακτες εργάτες χωρίς καμιά επαγγελματική εκπαίδευση", φιγούρα που βέβαια όλο και περιορίζεται στις αναπτυγμένες τουλάχιστον χώρες.

Στον Marx δεν υπάρχει ένας συγκεκριμένος και απόλυτα ικανοποιητικός ορισμός της εργατικής τάξης. Υπάρχουν όμως διάχυτες στο έργο του οι ιδέες που ορίζουν την εργατική τάξη σαν υποκείμενο εκμετάλλευσης. Έχει νομίζω σημασία να δούμε τον τρόπο με τον οποίο κατανοούσε ο Marx την "εργατική τάξη", τα στοιχεία με βάση τα οποία συγκροτεί την έννοια, και να σκεφτούμε το φτώχαιμα της έννοιας της "τάξης" που επικράτησε στο κομμουνιστικό κίνημα.

"Μέσα στο κεφαλαιοκρατικό σύστημα όλες οι μέθοδες αύξησης της κοινωνικής παραγωγικής δύναμης της εργασίας εφαρμόζονται σε βάρος του ατομικού εργάτη. Όλα τα μέσα για την ανάπτυξη της παραγωγής μετατρέπονται σε μέσα κυριάρχησης και εκμετάλλευσης του παραγωγού, κολοβώνουν τον εργάτη και τον κάνουν μερικό άνθρωπο, τον υποβιβάζουν σε εξάρτημα της μηχανής, μαζί με το βάσανο της εργασίας του αφαιρούν το περιεχόμενό της, τον αποξενώνουν από τις πνευματικές δυνάμεις του προτσές εργασίας στον ίδιο βαθμό που η επιστήμη προσαρτιέται σε αυτό σαν αυτοτελής δύναμη. Παραμορφώνουν τους όρους της δουλειάς του, στη διάρκεια του προτσές εργασίας τον υποτάσσουν στην πιο μικρόλογη απαίσια δεσποτεία, μετατρέπουν όλο τον χρόνο ζωής του σε χρόνο εργασίας, ρίχνουν τη γυναίκα του και το παιδί του κάτω από τοντροχό Τζάγκερνατ του κεφαλαίου" (Το Κεφάλαιο Α' τόμος, σελ. 668).

Εδώ συναντάμε τις θεμελιακές αντιλήψεις του Μαρξ για την εργατική τάξη και την εκμετάλλευση. Η ουσία της εκμεταλλευτικής σχέσης, η ουσία επομένως του καπιταλιστικού τρόπου παραγωγής, η διαμόρφωση της εργατικής τάξης σαν υποκείμενο εκμετάλλευσης έγκειται α) στην αλλοτριωτική σχέση του εργάτη με τα μέσα της εργασίας, β) στην αποξένωση από το περιεχόμενο της εργασίας, γ) στην απόσπαση και αυτονόμηση των πνευματικών δυνάμεων της παραγωγής από τον άμεσο παραγωγό, (πράγμα που είναι τελείως διάφορο από την ταύτιση του εργάτη με τον χειρώνακτα), δ) στην αλλοτριωτική σχέση του εργάτη με τους όρους της εργασίας του.

Και συνεχίζει ο Marx. "Όμως όλες οι μέθοδες παραγωγής υπεραξίας είναι ταυτόχρονα μέθοδες συσσώρευσης και κάθε επέκταση της συσσώρευσης γίνεται αντίστροφα μέσο επέκτασης αυτών των μεθόδων. Και το αποτέλεσμα είναι ότι στο βαθμό που συσσωρεύεται το κεφάλαιο να χειροτερεύει υποχρεωτικά η κατάσταση του εργάτη ανεξάρτητα από το αν είναι καλή η κακή η πληρωμή του " (ό.π, η υπογρ, δική μου, Α.Δ.). Ο εργάτης ιδιοποιείται ένα όλο και μικρότερο μερίδιο από το προϊόν που ο ίδιος παράγει, ανεξάρτητα από το αν ο μισθός του αποτελείται από περισσότερα "αγαθά" σε σχέση με το παρελθόν.

Θα έλεγε κανείς ότι ο Marx είχε προβλέψει την "οικονομίστικη" ερμηνεία του έργου του και φρόντιζε συνεχώς να διακρίνει την κοινωνική κατάσταση της εργατικής τάξης από τη μισθολογική κατάσταση της, γιατί ήξερε καλά ότι στο βαθμό που αυξάνεται η υπεραξία, στο βαθμό που ο εργαζόμενος άνθρωπος μετατρέπεται όλο και περισσότερο σε υποκείμενο εκμετάλλευσης, στο βαθμό που το σύνολο των σωματικών και πνευματικών του δυνάμεων καταλαμβάνονται από το κεφάλαιο και υπάγονται σε αυτό, μπορεί να υπάρχει και μισθολογική καλυτέρευση, μια αύξηση δηλαδή του καλαθιού των εμπορευμάτων που αγοράζει ο εργαζόμενος με το μισθό του. Και ολοκληρώνεται αυτό το τμήμα του Κεφαλαίου με τις εξής φράσεις: "Τέλος ο νόμος που κρατάει πάντα σε ισορροπία τον σχετικό υπερπληθυσμό ή τον βιομηχανικό εφεδρικό στρατό με την έκταση και ένταση της συσσώρευσης, καρφώνει τον εργάτη στο κεφάλαιο πιο γερά από ότι τα καρφιά του Ήφαιστου κάρφωσαν τον Προμηθέα στον βράχο. Φέρνει μια συσσώρευση αθλιότητας αντίστοιχη με τη συσσώρευση του κεφαλαίου. Επομένως η συσσώρευση πλούτου στον ένα πόλο είναι ταυτόχρονα συσσώρευση αθλιότητας, βασάνου εργασίας, σκλαβιάς, αμάθειας, αποχτήνωσης και ηθικής κατάπτωσης στον αντίπολο, δηλ. στην πλευρά της τάξης, που παράγει με τη μορφή κεφαλαίου το δικό της προϊόν" (ό.π., σελ. 669).

Από το τμήμα αυτό και άλλα αντίστοιχα που αναφέρονται στο Φιλοσοφία και Τεχνική, ο Κ.Π. συγκράτησε τις λέξεις αθλιότητα, κατάπτωση κλπ., όχι όμως και το συγκεκριμένο περιεχόμενο που τους δίνει ο Marx. Αν χρησιμοποιήσει κανείς τους όρους με την τρέχουσα έννοιά τους, αν τις δει ανιστορικά (ανδηλ. δει την αθλιότητα όχι σε σχέση με τις αναπτυσσόμενες ανθρώπινες ανάγκες και τη δυνατότητα να ικανοποιηθούν σε κάθε ιστορική περίοδο), τότε είτε θα καταλήξει στα "λάθη" του Marx, είτε σε μια απόλυτα οικονομίστικη και αδιέξοδη προσέγγιση της "αθλιότητας" σαν αυτή του κομμουνιστικού κινήματος.

Σήμερα είναι κατανοητές οι πολιτικές συνέπειες των αντιλήψεων για την "αθλιότητα" που κυριάρχησαν στο κομμουνιστικό κίνημα. Όταν τις δεκαετίες '50-'60 η συγκυρία της ταξικής πάλης επέτρεψε μία άνοδο στο βιοτικό επίπεδο της εργατικής τάξης, τα Κ.Κ. της Δύσης κυριαρχήθηκαν εύκολα από την αντίληψη και την πρακτική της ταξικής συνεργασίας, αποξενώθηκαν πολιτικά από την εργατική τάξη, και στάθηκαν αμήχανα και εχθρικά στις σύγχρονες λαϊκές εξεγέρσεις (Μάης '68-Ιταλία '70). Επρόκειτο ωστόσο για εξεγέρσεις που έθεσαν στο κέντρο της προσοχής τους την εκμεταλλευτική σχέση, τα βαθύτερα και ποιοτικότερα χαρακτηριστικά της.

Επίλογος

Η πρόβλεψη ότι ο καπιταλισμός θα ανατραπεί με την "ισχύ φυσικού νόμου", είναι περισσότερο μια κραυγή πίστης και αισιοδοξίας, στις τεράστιες δυνάμεις που απελευθερώνουν οι αντιφάσεις του ΚΤΠ, στην ανατρεπτική ισχύ του κόσμου της εργασίας, παρά μια φιλοσοφικά θεμελιωμένη, ντετερμινιστική, και μοιρολατρική αντίληψη για την ιστορία (η "συμφιλιωτική πλευρά" του Μαρξ κατά τον Κ.Π.). Πρόκειται γι' αυτό που θα μπορούσαμε να χαρακτηρίσουμε μαρξιστική ιδεολογία, σε διάκριση προς τις επιστημονικές αναλύσεις που βρίσκουμε στο έργο του Marx. Η ρήξη του Marx με την κυρίαρχη ιδεολογία έγινε μόνο σταδιακά. Η πολιτική αντι-καπιταλιστική, κομμουνιστική του τοποθέτηση ήταν προϋπόθεση, δεν αρκούσε όμως από μόνη της για τη ρήξη αυτή15. Για αυτό και στα κείμενά του εμφανίζονται, όπως είδαμε, αντιφάσεις ανάμεσα σε φιλοσοφικές θέσεις 'που δεν ξεφεύγουν από τα όρια της κυρίαρχης ιδεολογίας (π.χ. εμπειρική αντιμετώπιση των παραγωγικών δυνάμεων, η κατάκτηση της φύσης ως προορισμός του ανθρώπου κ.λ.π.) ή υπαναχωρούν σε αυτήν και στον εξαρχής διατυπωμένο αντικαπιταλιστικό/κομμουνιστικό προσανατολισμό.

Τα ρεύματα της αντικαπιταλιστικής κριτικής, στηρίχθηκαν, στις ισχυρότερες και βαθύτερες σε περιεχόμενο ανακαλύψεις του Marx, στα σημεία ρήξης με τον οικονομισμό-παραγωγισμό -βασική μορφή της αστικής ιδεολογίας και πολιτικής. Το ιστορικό κομμουνιστικό κίνημα επικαλέστηκε τα σημεία ενότητάς του με αυτή την ιδεολογία και πολιτική. Όπως και η κριτική του Κ.Π. Για αυτό τον λόγο δεν δικαιώνεται.

1. Saemtliche Werke (εκδ. Lasson I, 14). Αναφέρεται στο Φιλοσοφία και Τεχνική σελ. 17.

2. Ό.π., σελ. 18. (Στο εξής η απλή αναφορά σελίδας θα παραπέμπει στη Φιλοσοφία και Τεχνική) .

3. G.W.F. Hegel, System und Geschichte der Philosophie, αναφέρεται στη σελ. 30 του Φιλοσοφία και Τεχνική.

4. Ernst Bloch, Subjekt-Objekt (1951), αναφέρεται στη σελ. 30 του Φιλοσοφία και Τεχνική.

5. Αναφέρεται στη σελ. 56.

6. Επειδή το συγκεκριμένο απόσπασμα από τα Οικονομικά Φιλοσοφικά Χειρόγραφα είναι βασικό στην κριτική του Κ.Π. παρατίθεται αυτούσιο: "Μπορούμε να δούμε πως με τον τρόπο που η ιστορία της βιομηχανίας και η αντικειμενική ύπαρξη της βιομηχανίας αναπτύχθηκε, είναι το ανοικτό βιβλίο των ουσιαστικών δυνάμεων του ανθρώπου, η ψυχολογία του ανθρώπου παρούσα σε απτή μορφή. Μέχρι τώρα η ιστορία αυτή δεν κατανοήθηκε στη σχέση της με τη φύση του ανθρώπου, αλλά μόνο από μια εξωτερική ωφελιμιστική άποψη· γιατί ο άνθρωπος, κινούμενος μέσα στο βασίλειο της αποξένωσης, ήταν ικανός να συλλάβει μόνο τη γενική ύπαρξη του ανθρώπου-τη θρησκεία ή την ιστορία με την αφηρημένη και καθολική μορφή της τέχνης, της φιλολογίας κλπ-σαν την πραγματικότητα των ουσιαστικών δυνάμεων του ανθρώπου και σαν την ειδολογική δραστηριότητα του ανθρώπου" (Οικονομικά Φιλοσοφικά Χειρόγραφα, Εκδόσεις Γλάρος, σελ. 135).

7. "Αυτό το άθροισμα από παραγωγικές δυνάμεις, κεφάλαια και μορφές κοινωνικών σχέσεων, που κάθε άτομο και κάθε γενιά το βρίσκουν σαν κάτι δοσμένο, είναι η συγκεκριμένη βάση εκείνου που οι φιλόσοφοι αναπαρασταίνουν μέσα τους σαν 'Υπόσταση' και 'Ουσία' του ανθρώπου, εκείνου που ανεβάζουν στα ουράνια ή καταπολεμάνε, συγκεκριμένη βάση που τα αποτελέσματα της και η επίδρασή της πάνω στην εξέλιξη των ανθρώπων δεν παρενοχλούνται καθόλου από το γεγονός ότι αυτοί οι φιλόσοφοι εξεγείρονται εναντίον της σαν Αυτοσυνείδηση και Μοναδικό" (Γερμανική Ιδεολογία, εκδ. Αναγνωστίδη, σελ. 41).

8. "Να λοιπόν τα γεγονότα. Καθορισμένα άτομα που αναπτύσσουν μια παραγωγική δραστηριότητα, σύμφωνα με καθορισμένο τρόπο, έρχονται σε καθορισμένες πολιτικές και κοινωνικές σχέσεις (...) Η παραγωγή των ιδεών, των παραστάσεων και της συνείδησης είναι πρώτα-πρώτα άμεσα και εσώτερα δεμένη με την υλική δραστηριότητα και τις υλικές σχέσεις των ανθρώπων, είναι η γλώσσα της πραγματικής ζωής (υπογρ. Α.Δ.). (...) Η συνείδηση δεν μπορεί να είναι άλλο πράγμα από το συνειδητό Είναι και το Είναι των ανθρώπων είναι το προτσές της πραγματικής τους ζωής" (Γερμανική Ιδεολογία, σελ. 18). "Ο τρόπος που τα άτομα εξωτερικεύουν τη ζωή τους καθρεφτίζει με πολύ ακρίβεια αυτό που είναι. Αυτό που είναι συμπίπτει λοιπόν με την παραγωγή τους, τόσο με εκείνο που παράγουν, όσο και με τον τρόπο που το παράγουν" (ό.π., σελ. 12).

9. "Για αυτό η ηθική, η θρησκεία, η μεταφυσική και όλα τα υπόλοιπα της ιδεολογίας, καθώς και οι μορφές συνείδησης που αντιστοιχούν σε αυτά, χάνουν αμέσως κάθε επίφαση αυτονομίας. Αυτές δεν έχουν ιστορία, δεν έχουν εξέλιξη. Απεναντίας είναι οι άνθρωποι εκείνοι που αναπτύσσοντας την υλική παραγωγή τους και τις υλικές σχέσεις τους (στις οποίες προφανώς δεν ανήκουν η ηθική, η τέχνη, η θρησκεία και οι υπόλοιπες ιδεολογικές μορφές συνείδησης -Α.Δ.), μεταβάλλουν μαζί με τη δική τους πραγματικότητα, τη σκέψη τους και τα προϊόντα της σκέψης τους. Δεν είναι η συνείδηση που καθορίζει τη ζωή, είναι η ζωή που καθορίζει τη συνείδηση" (ό.π., σελ. 18).

10. Για μια κριτική στις αντιλήψεις περί "ιδεολογίας" ως απλού επιφαινόμενου των "υλικών σχέσεων", καθώς και της θέσης ότι "η ιδεολογία δεν έχει ιστορία" (που χαρακτηρίζεται από τον Αλτουσέρ ως "πρόδηλα θετικιστική") βλ. "Ιδεολογία και Ιδεολογικοί μηχανισμοί του κράτους", στο Λ. Αλτουσέρ Θέσεις, εκδ. Θεμέλιο, Αθήνα 1977, σελ. 101.

11. Για τη βαρύτητα και τις πολιτικές επιπτώσεις που είχε στην περίοδο εκείνη στη σκέψη του Μαρξ και του Ένγκελς η φετιχοποίηση των παραγωγικών δυνάμεων και η αντιμετώπισή τους ως "προκαταρκτικού, πρακτικού, απόλυτα απαραίτητου όρου" για την κομμουνιστική επανάσταση αναφέρει ο Μ. Λεβί: "Στην Ινδία, η Μεγάλη Βρετανία από την μια μεριά θα κατέστρεφε την αρχαία κοινωνία και από την άλλη, θα έθετε τα θεμέλια για μια σύγχρονη κοινωνική ανάπτυξη μέσω της εκβιομηχάνισης της χώρας. Το 1853 Μαρξ είχε χαρακτηρίσει την Αγγλία, την ηγέτιδα δύναμη αυτής της αλλαγής ως το 'ασυνείδητο όργανο της ιστορίας'" (Η αναφορά στον Μαρξ από το "Η βρετανική κυριαρχία στις Ινδίες" (1853) στο Μ. Λεβί, Το Εθνικό Ζήτημα από τον Μαρξ μέχρι σήμερα, εκδ. Στάχυ, Αθήνα 1993, σελ. 35). Στο ίδιο κείμενο παρατίθενται αντίστοιχες θέσεις του Ένγκελς για την προσάρτηση της Καλιφόρνιας από τις ΗΠΑ και την κατάκτηση της Αλγερίας από τους Γάλλους.

12. Για τη μονιστική αντίληψη που είχε ο Μαρξ για τη φύση ως αντικείμενο προς κατάκτηση, αναφέρει ο Κ.Π. την ερμηνεία που έδινε ο Μαρξ στην αρχαία ελληνική μυθολογία: "Η αντίληψη της φύσης, που τρέφει την ελληνική φαντασία και συνεπώς και την ελληνική τέχνη, μπορεί να συμβιβαστεί με τις αυτόματες υφαντουργικές μηχανές, τους σιδηρόδρομους και τον ηλεκτρικό τηλέγραφο της εποχής μας; Τι είναι ο Ήφαιστος μπρος στους Roberts and Co; Τι είναι ο Ζευς μπρος στο αλεξικέραυνο; Τι είναι ο Ερμής μπρος στην Εθνική Τράπεζα;" (Αναφέρεται στη σελ. 110. Βλ. και Κ. Μαρξ, Grundrisse, εκδόσεις Στοχαστής, Αθήνα 1989, σελ. 73). Ο Κ.Π. σχολιάζει: "(...) κατά την αντίληψη του Marx, ο Ήφαιστος πραγματοποιεί 'φανταστικά' αυτό που οι Roberts and Co 'πραγματοποιούν αληθινά'. Και αυτό που ήθελαν να εκφράσουν οι Έλληνες όταν συνέλαβαν την ιδέα του 'Κεραύνειου Δία' ήταν όχι τόσο αυτό που οι ίδιοι αισθάνονταν μπρος στον Κεραυνό, όσο αυτό που, τρεις χιλιάδες χρόνια αργότερα, επρόκειτο να αισθανθεί ο Φραγκλίνος όταν εφεύρε το αλεξικέραυνο! Με μια τέτοια νοοτροπία, όλη η Ακρόπολη μπορεί να θεωρηθεί σαν ένα δειλό και 'αυταπατηλό' προμήνυμα του τοπίου του Μάντζεστερ! Και τότε γιατί να μην κλείσουμε όλη την Ελλάδα μέσα στην camera obscura της 'πρωτόγονης βλακείας';" (σελ. 110).

13. "Τα επιτεύγματα της επιστήμης και των νέων τεχνολογιών θα χρησιμοποιούνται για την ολόπλευρη ανάπτυξη της παραγωγικότητας της εργασίας και της κοινωνικής παραγωγής". "Ο σοσιαλιστικός σχεδιασμός της οικονομίας εξυπηρετεί τον βασικό νόμο της σοσιαλιστικής οικοδόμησης: Την παραγωγή, με κίνητρο την ολοένα ευρύτερη και πληρέστερη ικανοποίηση των κοινωνικών αναγκών, στη βάση της ανώτατης τεχνικής και τεχνολογίας, των σύγχρονων επιτευγμάτων της επιστήμης" (Από το Πρόγραμμα που ψηφίστηκε στο πρόσφατο 15ο Συνέδριο του ΚΚΕ.) Ως να μην συνέβη το παραμικρό.

14. "Η κομμουνιστική (αντι-καπιταλιστική) τοποθέτηση του νεαρού Marx (η 'πολεμική' του τοποθέτηση απέναντι στον καπιταλισμό αποτέλεσε σημαντική ιδεολογική προϋπόθεση για τη ρήξη του με την κυρίαρχη ιδεολογία, χωρίς όμως να αποτελεί και τη μοναδική προϋπόθεση. Η ρήξη καθορίστηκε παράλληλα από θεωρητικούς όρους (κρίση και αποσύνδεση της ρικαρδιανής Πολιτικής Οικονομίας, φιλοσοφικές διαμάχες σχετικά με τη 'φύση του ανθρώπου', φοϋερμπαχιανή κριτική στον Hegel, παρέμβαση Stirner, κλπ.). Η κομμουνιστική ιδεολογική τοποθέτηση αποτέλεσε αναγκαία συνθήκη, όχι όμως και ικανή" (Γ. Μηλιός, Τρόποι παραγωγής και μαρξιστική ανάλυση, εκδ. Ελληνικά Γράμματα, Αθήνα 1997, σελ. 63).

 
< Προηγ.   Επόμ. >
Θέσεις, τριμηνιαία επιθεώρηση, 37ο έτος (1982-2019), εκδόσεις Νήσος, (Σαρρή 14, 10553, Αθήνα, τηλ-fax: 210-3250058)
Το περιεχόμενο διατίθεται ελεύθερα για μη εμπορικούς σκοπούς, υπό τον όρο της παραπομπής στην αρχική του πηγή