Μεταρρύθμιση, Επανάσταση, Ουτοπία Εκτύπωση
Τεύχος 62, περίοδος: Ιανουάριος - Μάρτιος 1998


Μεταρρύθμιση, Επανάσταση, Ουτοπία: απόπειρες ερμηνείας του Πολέμου των Χωρικών, 1524-1526
του Δημήτρη Χρ. Ξιφαρά

Μέρος 1ο

1. Εισαγωγή

Οι δυσκολίες που ενυπάρχουν στην προσπάθεια επιστημονικής διερεύνησης του φαινομένου της μαζικής κινητοποίησης είναι ένα πρόβλημα που έχει εντοπιστεί εδώ και αρκετά χρόνια, στο πλαίσιο της διεθνούς βιβλιογραφίας. 1 Η κατάσταση θυμίζει το ηφαίστειο τις στιγμές της έκρηξής του: Κάθε συζήτηση για τη μαζική κινητοποίηση και κατ' επέκταση για τη συλλογική δράση μοιάζει μ' έναν κρατήρα από τα βάθη του οποίου δεν μπορεί να πηγάζει τίποτε άλλο παρά καυτή λάβα· η μαζική κινητοποίηση αφορά την κρατική εξουσία και τις σχέσεις που διαμορφώνονται ενάντια σ' αυτή ή γύρω απ' αυτή. Αφορά, επίσης, τη δύναμη και την πολιτική. Σχεδόν πάντα εγείρει συζητήσεις σχετικά με το ποιο είναι το σωστό και ποιο το λάθος, ποιο το δίκαιο και ποιο το άδικο.

Έτσι δεν φαίνεται να έχει άδικο ο αμερικανός καθηγητής της κοινωνιολογίας και της ιστορίας Charles Tilly όταν έρχεται να μας θυμίσει ότι, "η ανάλυση της συλλογικής δράσης είναι μια ριψοκίνδυνη περιπέτεια. Πρόκειται για ένα ζήτημα, για το οποίο υπάρχουν τόσο πολλοί ειδικοί τριγύρω μας. Μοιάζει λιγάκι με το φαγητό, το σεξ, ή την ομιλία. Σχεδόν όλοι μας ξέρουμε για το φαγητό, το σεξ ή την ομιλία αρκετά έτσι ώστε να επιβιώσουμε στο γνώριμό μας περιβάλλον και κανείς από μας δεν μοιάζει να πρέπει να χαρακτηριστεί αδαής σε οποιοδήποτε από τα παραπάνω ζητήματα. Ωστόσο, αν δει κανείς το πράγμα από την επιστημονική του σκοπιά, όλοι μας έχουμε να μάθουμε πολλά και για τα τρία αυτά θέματα. Το ίδιο ισχύει και για τη συλλογική δράση". 2

Αν, λοιπόν, δεχθούμε ότι, σύμφωνα και με τα παραπάνω λόγια του Tilly, έχουμε να μάθουμε ακόμη πολλά για τη μαζική κινητοποίηση και τη συλλογική δράση, τότε ένα φαινόμενο αυτής της κατηγορίας, ο λεγόμενος Πόλεμος των Χωρικών, η μαζική εξέγερση που συγκλόνισε τον γερμανικό αλλά και τον ευρύτερο κεντροευρωπαϊκό χώρο κατά τα μέσα της δεύτερης δεκαετίας του 16ου αιώνα, θα πρέπει να προσελκύσει το ενδιαφέρον μας. Πιο συγκεκριμένα, η προσοχή μας θα πρέπει να στραφεί σε δύο πεδία ενδιαφερόντων: από τη μια πλευρά, είναι αναγκαίο να διερευνήσουμε το αντικείμενο, τα γεγονότα, επανεξετάζοντας πληροφορίες που μας είναι ήδη γνωστές καθώς και αναζητώντας νέα στοιχεία στο αρχειακό μας υλικό και από την άλλη, οφείλουμε να προβληματιστούμε για τις θεωρίες μας, τα ερμηνευτικά σχήματα που χρησιμοποιούμε, δοκιμάζοντας ξανά και ξανά τη γονιμότητά τους.

Ο Πόλεμος των Χωρικών υπήρξε ένα φαινόμενο εξαιρετικά πολυσύνθετο. Θα μπορούσε να αντιμετωπιστεί, ταυτόχρονα, ως η τελευταία μεγάλη αγροτική εξέγερση του Μεσαίωνα αλλά και ως η πρώτη επανάσταση της νεότερης εποχής. Θα μπορούσε επίσης να ιδωθεί ως τμήμα ενός ευρύτερου κινήματος κοινωνικής αναταραχής το οποίο, σύμφωνα με την παρατήρηση του γερμανού ιστορικού Heiko Oberman "απλώθηκε σ' ολόκληρη την Ευρώπη, από την Ιταλία μέχρι τις Κάτω Χώρες, και από τη νότια Γαλλία μέχρι τη Βοημία". 3

Αυτή η πρωτεύουσα θέση του Πολέμου των Χωρικών στην ιστορία του ευρωπαϊκού Μεσαίωνα εξηγεί και το γιατί το φαινόμενο αυτό βρίσκεται στο κέντρο της ιστορικής συζήτησης, άλλοτε με μεγαλύτερη κι άλλοτε με μικρότερη ένταση, για περισσότερο από 150 χρόνια. Ωστόσο, δεν θα ήταν υπερβολή να λέγαμε ότι κατά μια "περίεργη σύμπτωση" η συστηματική ανάλυση του Πολέμου των Χωρικών, του μεγαλύτερου λαϊκού κινήματος της ευρωπαϊκής ιστορίας πριν τη Γαλλική Επανάσταση άρχισε, ουσιαστικά, στα μέσα της δεκαετίας του 1960 και τις αρχές της δεκαετίας του 1970. 4 Πάντως, τίποτε δεν είναι ανεξήγητο: Η χρήση και η κατάχρηση της ιστορίας είναι πρακτικές που οι φορείς της εξουσίας ποτέ δεν αγνοούσαν.

Το γεγονοτολογικό πλαίσιο της εξέγερσης είναι γνωστό εδώ και αρκετά χρόνια καθώς έχει περιγραφεί με τα ζωηρότερα χρώματα· 5 η εσωτερική της δυναμική είναι εκείνη που παραμένει, σε σημαντικό βαθμό, "χώρα προς εξερεύνηση". Έτσι, λοιπόν, η οποιαδήποτε ακριβής αποτίμηση της εξέγερσης θα πρέπει να βασίζεται αφενός στην ύπαρξη ενός στιβαρού θεωρητικού πλαισίου και αφετέρου στη γνώση των μετασχηματισμών που συντελέστηκαν στις οικονομικές και κοινωνικές δομές της αγροτικής Γερμανίας 6 κατά τα τελευταία πενήντα ή και περισσότερα χρόνια που προηγήθηκαν του Πολέμου των Χωρικών.

Ο Πόλεμος των Χωρικών, όπως και τα περισσότερα επαναστατικά κινήματα, υπήρξε πάντα ένα ακανθώδες θέμα συζήτησης. Ιδιαίτερα μετά τον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο και τη δημιουργία δύο γερμανικών κρατών, η ιστοριογραφία του Πολέμου των Χωρικών ενεπλάκη άμεσα στις διαμάχες της σύγχρονης πολιτικής ζωής της Γερμανίας. 7 Οι ερευνητές στη Λαοκρατική Δημοκρατία της Γερμανίας, οι οποίοι ασχολούνταν με την ιστορία στο όνομα του μαρξισμού, ενέταξαν τον Πόλεμο των Χωρικών στην "ένδοξη, επαναστατική παράδοση του πρώτου εργατικού και αγροτικού κράτους σε γερμανικό έδαφος", ενώ από την άλλη πλευρά οι δυτικογερμανοί ιστορικοί έδειξαν περιορισμένο ενδιαφέρον ή και εχθρότητα για τις μεθοδολογικές θεωρήσεις των ανατολικογερμανών συναδέλφων τους. Το αποτέλεσμα ήταν διπλά αρνητικό: Η ανατολικογερμανική ιστοριογραφία, από τη μια πλευρά, παρέμεινε σε μεγάλο βαθμό θεωρητική 8 και κάποιες φορές δεν απέφυγε τον εγκλωβισμό στα χονδροκομμένα σχήματα ενός μαρξισμού "σοβιετικού τύπου". Η έρευνα στη Δύση, από την άλλη πλευρά, σε αρκετές περιπτώσεις δεν κατόρθωσε να υπερβεί το επίπεδο της καθαρά περιγραφικής προσέγγισης. Πάντως, από τις αρχές της δεκαετίας του 1970 άρχισε να αναπτύσσεται μια πλούσια ερευνητική δραστηριότητα, τόσο στην Ανατολή όσο και στη Δύση, αποτέλεσμα της οποίας ήταν η εκπόνηση μιας σειράς μελετών μέσα από τις οποίες η έρευνα έκανε αρκετά βήματα προόδου. 9 Μάλιστα, ο εορτασμός της 450ής επετείου του Πολέμου των Χωρικών πρόσφερε την αφορμή για να συναντηθούν ιστορικοί τόσο από τη Δύση όσο και από την Ανατολή και να συζητήσουν τα πορίσματα των ερευνών τους. 10 Αυτή την εποχή, περίπου στα μέσα της δεκαετίας του '70, οι δύο παραπάνω γραμμές ερμηνείας συνάντησαν μια τρίτη, εκείνη της σύγχρονης κοινωνικής ιστορίας, η οποία συχνά επιχείρησε να οικοδομήσει νέα ερμηνευτικά σχήματα αξιοποιώντας τα ευρήματα των δύο παλαιότερων παραδόσεων.

Σύμφωνα με την ανατολικογερμανική ιστοριογραφική προσέγγιση, η Μεταρρύθμιση και ο Πόλεμος των Χωρικών υπήρξαν τα δύο αδιαχώριστα συστατικά της πρώιμης αστικής επανάστασης: 11 Αν και ο αγώνας των χωρικών στρεφόταν -υποκειμενικά- ενάντια στην καταπίεση της φεουδαλικής κυριαρχίας, συνέβαλλε -αντικειμενικά- στο θρίαμβο της πρώιμης αστικής επανάστασης, από τη στιγμή που η κατάρρευση της φεουδαλικής τάξης διευκόλυνε την ανάδυση ενός (πρώιμου) καπιταλιστικού τρόπου παραγωγής, ο οποίος εξυπηρετούσε τα συμφέροντα μιας νέας εμπορικής αστικής τάξης. Η διαδικασία αυτή βρήκε το ιδεολογικό της ανάλογο και την έκφρασή της στη Μεταρρύθμιση. Όπως γίνεται φανερό, οι φιλοδοξίες του συγκεκριμένης ερμηνείας ξεπερνούν κατά πολύ τόσο τη Μεταρρύθμιση όσο και τον Πόλεμο των Χωρικών και αποσκοπούν στην οικοδόμηση ενός εξηγητικού σχήματος ευρύτερης εμβέλειας που θα αφορά γενικότερα την ιστορία της Γερμανίας, και ίσως ολόκληρης της κεντρικής Ευρώπης, κατά τους πρώιμους νεότερους χρόνους. 12 Τις επιμέρους πλευρές αυτού του σχήματος θα έχουμε την ευκαιρία να μελετήσουμε πιο διεξοδικά στις σελίδες που ακολουθούν. 13

Πάντως, οφείλουμε να πούμε προκαταβολικά, ότι η ερμηνεία όλων των πλευρών της εξέγερσης του 1525 παραμένει ανοιχτή, όπως υπήρξε πάντα: οι προτάσεις που διατυπώθηκαν σχετικά πρόσφατα στο πλαίσιο της διεθνούς εργογραφίας απλώς βοήθησαν στο να τεθούν ξανά υπό συζήτηση θέματα που είτε είχαν "ξεχαστεί", είτε η ερμηνεία τους είχε θεωρηθεί "δεδομένη". Το βέβαιο είναι ότι βρισκόμαστε ακόμη αρκετά μακριά από τη συγκρότηση μιας ιστορίας του Πολέμου των Χωρικών, η οποία θα λαμβάνει υπόψη της τον τεράστιο αριθμό και τη μεγάλη ποικιλία όλων των παραμέτρων του θέματος. Ίσως αυτό αποτελεί και ένα από τα άμεσα ιστοριογραφικά αιτούμενα του Πολέμου των Χωρικών. Μέχρι να γίνει κάτι τέτοιο, ο μελετητής που θα ασχοληθεί με τη διερεύνηση του πλούσιου αρχειακού υλικού που έχει φτάσει ως τις μέρες μας, έχει τη δυνατότητα να εντοπίσει νέα στοιχεία που αφορούν όχι μόνο τον Πόλεμο των Χωρικών αλλά σχετίζονται και με την κατανόηση ενός ευρύτατου φάσματος θεμάτων. Όταν κάποτε ο Leopold von Ranke είχε ασχοληθεί με τον Πόλεμο των Χωρικών, είχε καταλήξει στο συμπέρασμα ότι ήταν το «μεγαλύτερο φυσικό γεγονός» (ή συμφορά) της μέχρι τότε γερμανικής ιστορίας. 14 Υποστηρίζοντας, από τη μια πλευρά, ότι η εξέγερση δεν είχε ρυθμό και λογική, ότι ήταν, δηλαδή, μόνο το ξέσπασμα του τυφλού μίσους και της κτηνώδους βίας, σαφώς έκανε λάθος. Υπογραμμίζοντας, από την άλλη, το πόσο λίγο είχαν γίνει κατανοητές οι αιτίες του φαινομένου, όχι μόνο αναιρούσε τον εαυτό του, αλλά μας έδειχνε και τον μελλοντικό δρόμο της έρευνας· πρόκειται για μια υπόδειξη που, σε μεγάλο βαθμό, παραμένει επίκαιρη μέχρι τις μέρες μας.

2. Το οικονομικό υπόβαθρο της εξέγερσης:

Τάσεις αποσύνθεσης του φεουδαλικού τρόπου παραγωγής

Μελετώντας ο ερευνητής την πραγματικότητα του γερμανικού χώρου κατά τις αρχές του 16ου αιώνα έχει την αίσθηση ότι βρίσκεται μπροστά σε κάποιον από εκείνους τους πολυπρόσωπους πίνακες του Albrecht Dürer ή του Albrecht Altdorfer, 15 όπου τα επίπεδα έκφρασης του καλλιτέχνη είναι τόσα πολλά και τόσο έντονα αλληλοδιαπλεκόμενα που μόνο μετά από πολύωρη παρατήρηση μπορεί κανείς να συλλάβει όλη τη μαγεία του έργου. Ακριβώς αυτή είναι και η κατάσταση του γερμανικού χώρου στα τέλη του 15ου αιώνα και τις αρχές του 16ου: Ένα μωσαϊκό όπου συνυπάρχουν, τα υπολείμματα του φεουδαλισμού αλλά και τα πρώτα σπέρματα του καπιταλισμού, οι κοινωνικές τάξεις και ομάδες που μέσω της προϊούσας κοινωνικής διαφοροποίησης βελτιώνουν τη θέση τους αλλά και οι άνθρωποι που περιθωριοποιούνται, η πολιτική εξουσία του Αυτοκράτορα, οι δικαιοδοτικές αρμοδιότητες των τοπικών ηγεμόνων και οι πρώτοι θεσμοί του πρώιμου νεότερου κράτους, η ευσέβεια αλλά και η αίρεση με τη θρησκευτική διαμαρτυρία. Αυτή η πολλαπλότητα των γεγονότων, των διαδικασιών και των τάσεων, η πολυπλοκότητα των φαινομένων, εμπεριέχουν τον κίνδυνο αποπροσανατολισμού του ερευνητή: Υπάρχει η πιθανότητα μιας ατέρμονης ανάλυσης του επιμέρους, η οποία όχι μόνο, σαν άλλος Σίσυφος, θα αδυνατεί να καταλήξει στη διατύπωση μιας ερμηνείας με απαιτήσεις ευρύτερης ερμηνευτικής εμβέλειας αλλά και θα δυσκολεύεται να εντάξει το μεμονωμένο στο γενικό του πλαίσιο. Αν, πάντως, αποφύγουμε τον κίνδυνο αυτό, θα βρεθούμε μπροστά στο ερώτημα: Ποια είναι η βασική συνισταμένη όλων αυτών των επιμέρους φαινομένων; Ποια είναι αυτή που θα λέγαμε "η τάση της εποχής"

Θα επιχειρήσουμε να απαντήσουμε στα παραπάνω ερωτήματα αξιοποιώντας τη μαρξική θεωρία των τρόπων παραγωγής και πιο συγκεκριμένα την έννοια του κοινωνικού σχηματισμού, 16 πιστεύοντας ότι συνιστούν εκείνα τα αναλυτικά εργαλεία που θα μας επιτρέψουν να εντάξουμε σ' ένα κοινό πλαίσιο αναφοράς τους ποικίλους μετασχηματισμούς καθώς και τις διάφορες επιμέρους διαδικασίες που λάμβαναν χώρα στη γερμανική πραγματικότητα του τέλους του 15ου και των αρχών του 16ου αιώνα. Ωστόσο, προκειμένου να αποφύγουμε την παγίδα της ακατάσχετης θεωρητικολογίας, η οποία δίνει την εντύπωση ότι ερμηνεύει τα πάντα, τη στιγμή που συχνά αιωρείται απλώς πάνω από τα γεγονότα, 17 είναι σκόπιμο να απευθυνθούμε πρωτίστως στο εμπειρικό υλικό και τις πρωτογενείς έρευνες που έχουμε στη διάθεσή μας.

Πρώτα απ' όλα, διαθέτουμε αρκετές πληροφορίες γενικού χαρακτήρα για την κατάσταση και τις τάσεις της οικονομίας κατά την περίοδο που εξετάζουμε. 18 Επιπλέον, γνωρίζουμε το οικονομικό προφίλ μεμονωμένων περιοχών και πόλεων, έχουμε πληροφορίες για τις οικονομικές σχέσεις πόλης-υπαίθρου, για τις τάσεις που εμφάνιζε η αγροτική παραγωγή καθώς και για τις διάφορες μορφές επιχειρηματικής δραστηριότητας που είχαν αναπτυχθεί. Ταυτόχρονα, όπως θα φανεί και στη συνέχεια, υπάρχουν ακόμη ορισμένα ζητήματα για τα οποία οι γνώσεις μας είναι ελλιπείς.

Το ενδιαφέρον της έρευνας έχει επικεντρωθεί στις περιοχές που απετέλεσαν τα κέντρα της εξέγερσης. Στο πλαίσιο αυτό έχουν εκπονηθεί, από τις αρχές της δεκαετίας του 1970 και μετά, μια σειρά εξαντλητικές και ιδιαίτερα ενδιαφέρουσες μελέτες, ανάμεσα στις οποίες ξεχωρίζουν εκείνες των Peter Blickle και David Sabean, 19 που αφορούν την ΄Ανω Σουαβία. Η περιοχή αυτή συγκέντρωσε, δικαιολογημένα, την ιδιαίτερη προσοχή των ερευνητών καθώς υπήρξε όχι μόνο το κέντρο της εξέγερσης αλλά και η πηγή των Δώδεκα Άρθρων, 20 δηλαδή εκείνου του αγροτικού προγράμματος που κέρδισε την ευρύτερη αποδοχή μεταξύ των εξεγερμένων και το οποίο θα μπορούσε να θεωρηθεί το πλέον αντιπροσωπευτικό πολιτικό κείμενο της εξέγερσης.

Ο γερμανός ιστορικός Peter Blickle, ο οποίος επιχείρησε να αναλύσει τις επιπτώσεις της οικονομικής κρίσης του ύστερου Μεσαίωνα στην αγροτική οικονομία και κοινωνία της Άνω Σουαβίας, στην αφετηρία της προσπάθειάς του να συγκροτήσει ένα ερμηνευτικό σχήμα ευρείας εμβέλειας μέσω του οποίου να έχει τη δυνατότητα της ερμηνείας όλων των πλευρών της εξέγερσης του 1525, κάνει λόγο για "κρίση του φεουδαλισμού". Σύμφωνα με τον Blickle, κατά τη διάρκεια του 15ου αιώνα, μια ισχυρή φεουδαλική κρίση έπληξε την αγροτική κοινωνία της νότιας Γερμανίας. Αυτή η κρίση εκδηλώθηκε τόσο με δομικές εντάσεις στην αγροτική οικονομία όσο και με έναν μετασχηματισμό της μορφής της φεουδαλικής εξουσίας: Το απλό φέουδο έγινε πριγκιπάτο. Η ταυτόχρονη επίδραση αυτών των αλλαγών, σε συνδυασμό με την ανάγκη για νέες εκτάσεις γης, ανάγκη που προέκυψε από μια σημαντική αύξηση του πληθυσμού, προκάλεσε, μετά το 1500, ισχυρές πιέσεις στην ελαστικότητα και τη συνοχή της γερμανικής αγροτικής κοινωνίας. Μόλις εμφανίστηκαν τα φλογερά ευαγγελικά κηρύγματα, κηρύγματα που παρουσίαζαν το Άγιο Πνεύμα σαν την αληθινή και μόνη πηγή δικαιοσύνης και αμφισβητούσαν τη νομιμότητα των ανήθικων ή τυραννικών κοσμικών αρχόντων και δικαστών, το εύθραυστο πλαίσιο της εξουσίας θρυμματίστηκε. Ο νότος και το κέντρο της Αυτοκρατορίας συγκλονίστηκαν από πολλές και μαζικές εξεγέρσεις. Οι "κοινοί άνθρωποι", οι χωρικοί, οι τεχνίτες, οι εργάτες των ορυχείων, οι πληβείοι των πόλεων, εξεγέρθηκαν. Αυτή ήταν η επανάσταση του "κοινού ανθρώπου".

Το οικονομικό σκέλος των μελετών του Blickle, βασίζεται, σε μεγάλο βαθμό, στις κλασικές πλέον μελέτες του Wilhelm Abel. 21 Σύμφωνα με τον τελευταίο, γύρω στα μέσα του 14ου αιώνα σημειώθηκε στον ευρύτερο γερμανικό χώρο μια ξαφνική μείωση του πληθυσμού. Η αγορά συρρικνώθηκε και ο περιορισμός της ζήτησης αγροτικών προϊόντων είχε ως συνέπεια την πτώση των τιμών τους. Ταυτοχρόνως, η μείωση του πληθυσμού είχε ως επακόλουθο και την έλλειψη εργατικών χεριών, πράγμα που οδήγησε στην αύξηση των αμοιβών όσων εργάζονταν στη βιοτεχνία. Οι τεχνίτες και οι μάστορες βελτίωσαν την οικονομική τους θέση. Γρήγορα οι τιμές των βιοτεχνικών προϊόντων αυξήθηκαν, προκειμένου να καλυφθεί το αυξημένο κόστος παραγωγής που είχε προκύψει ως αποτέλεσμα της αυξημένης τιμής της εργατικής δύναμης. Όλη αυτή η κατάσταση έκανε τους κατοίκους της υπαίθρου να πιστέψουν ότι αν μετανάστευαν στις πόλεις θα εξασφάλιζαν σίγουρη και καλοπληρωμένη εργασία. 22 Ο Abel -και μαζί του ο Blickle- ισχυρίζεται ότι οι ηγεμόνες της Σουαβίας, προκειμένου να αναχαιτίσουν τη μετανάστευση των υπηκόων τους, προσπάθησαν να επιβάλλουν ισχυρότερα φεουδαλικά δεσμά. Πίστευαν ότι με τον τρόπο αυτό, όχι μόνο θα ανέκοπταν το μεταναστευτικό κύμα αλλά και θα εξασφάλιζαν τη δυνατότητα να αποζημιωθούν -έστω και εν μέρει- για τη μείωση των εισοδημάτων τους αποσπώντας περισσότερα και πλουσιότερα σε απόδοση φεουδαλικά τέλη από την αγροτιά. 23

Από τότε που διατυπώθηκε μέχρι και σήμερα το ερμηνευτικό σχήμα του Blickle έχει γίνει σημείο αναφοράς -είτε για συμφωνία, είτε για διαφωνία- στο πλαίσιο της ιστοριογραφίας του Πολέμου των Χωρικών.

Ο άγγλος Tom Scott ξεκινά την κριτική του από τον ορισμό που διατυπώνει ο Blickle για τον φεουδαλισμό. 24 Σύμφωνα μ' αυτό τον ορισμό, ο φεουδαλισμός δεν είναι τίποτε περισσότερο από ένα σύμπλεγμα σχέσεων εξάρτησης -οικονομικής, κοινωνικής, νομικής, πολιτικής- του υποτελούς από τον ηγεμόνα-αφέντη του. 25 Ο Scott θεωρεί τον ορισμό αυτό υπερβολικά περιγραφικό και τονίζει ότι είναι τόσο α-ιστορικός που καταντά να είναι σχεδόν άχρηστος.

Στη συνέχεια ο Scott στρέφει την προσοχή του στο περιεχόμενο του όρου "κρίση". "Τι ήταν αυτή η κρίση;" διερωτάται. Ήδη από τον 15ο αιώνα δεν μπορούμε να μιλάμε για την κρίση ενός στρατιωτικού-κυβερνητικού συστήματος που στηριζόταν στα φέουδα. Ακόμη, δεν μπορεί να γίνει λόγος για την κρίση του φεουδαλικού συστήματος, γιατί αυτό είχε καταρρεύσει καιρό πριν από την εμφάνιση της εκχρηματισμένης οικονομίας της αγοράς, επιβιώνοντας μόνο σε κάποιες περιοχές της νοτιοδυτικής Γερμανίας υπό την μορφή μιας "απολιθωμένης κυριαρχίας" (versteinerte Grundherrschaft) . Επιπλέον, ο Scott ασκώντας κριτική στο σχήμα του Blickle, αλλά στρεφόμενος κατά κάποιο τρόπο και εναντίον των μαρξιστών, υποστηρίζει ότι, αν θελήσουμε να μιλήσουμε σε αυστηρά πλαίσια, δεν μπορούμε να κάνουμε λόγο ούτε για κρίση του φεουδαλικού τρόπου παραγωγής. Το κύριο χαρακτηριστικό ενός τέτοιου φαινομένου, που κατά τη γνώμη του Scott είναι η απόσπαση εργατικών χεριών από την αγροτική οικονομία, 26 εμφανίζεται ιδιαίτερα ασθενές. Αλλά ακόμη κι αν δεχθεί κανείς ότι πράγματι το φαινόμενο που συζητάμε βασίστηκε σε μια κρίση της φεουδαλικής ηγεμονίας, η οποία έλαβε τη μορφή της ενιαιοποίησης των εδαφών και της οικονομικής εξαθλίωσης των αγροτών, όπως ισχυρίζεται ο Blickle, παραμένει αναπάντητο το ερώτημα, θα τονίσει ο Scott, 27 γιατί αυτή η κρίση εκδηλώθηκε τη συγκεκριμένη χρονική στιγμή και στα συγκεκριμένα εδάφη. [A1] 28

Στη συνέχεια, ο Tom Scott στρέφει την προσοχή του στην πολιτική διάσταση της ερμηνείας των Abel-Blickle, προκειμένου να επισημάνει ότι οι απόπειρες ενδυνάμωσης των φεουδαλικών δεσμών που κρατούσαν τους υποτελείς εξαρτημένους από τους αφέντες τους δεν θα πρέπει να αντιμετωπιστούν μόνο ως μια μορφή αντίδρασης των κυρίαρχων τάξεων στις πρόσκαιρες οικονομικές αντιξοότητες. 29 Κάτι τέτοιο συνιστά μια μονόπλευρη θεώρηση. Συχνά, υποστηρίζει ο Scott, αναφέροντας ως χαρακτηριστικό παράδειγμα την περίπτωση του πρίγκιπα-αβά του Kempten, οι προσπάθειες ενίσχυσης των φεουδαλικών εξαρτήσεων των χωρικών αποτελούσαν το πρώτο βήμα της απόπειρας κάποιου ηγεμόνα να ενοποιήσει τις κατακερματισμένες εκτάσεις του, να καταστήσει τη διοίκησή τους ορθολογική και να αντικαταστήσει την υφιστάμενη φεουδαλική δέσμευση του υποτελούς (Holde) με μια νέα μορφή θεσμοθετημένης εξάρτησης του υπηκόου από την πολιτική οντότητα στην οποία κατοικούσε (Untertan) . 30 Πάντως, το βέβαιο είναι ότι τα ποικίλα "σύμφωνα δουλοπαροικίας" ( Herrschaftsverträge) , τα οποία επακολούθησαν και είχαν σκοπό τους τη ρύθμιση αυτής της νέας σχέσης και των υποχρεώσεων που απέρρεαν από αυτή, αποδείχτηκαν ανεπαρκή στο να εξαλείψουν τη δουλοπαροικία ως τη βασική πηγή της σύγκρουσης. 31 Τέλος, ο Scott τονίζει ότι, η μορφή δουλοπαροικίας για την οποία γίνεται λόγος δεν πρέπει να συγχέεται με εκείνη την προγενέστερη μορφή φεουδαλικής εξάρτησης, στο πλαίσιο της οποίας ο υποτελής συνδεόταν με τη γη στην οποία δούλευε μ' ένα δεσμό συγκεκριμένης χρονικής διάρκειας (ad glebam adscriptus) . Επίσης, το είδος δουλοπαροικίας που εξετάζεται διαφοροποιείται σαφώς και από το φαινόμενο που πήρε την ονομασία "δεύτερη δουλοπαροικία" και το οποίο εμφανίστηκε κυρίως στους μεγάλους σιτοβολώνες (Gutsherrschaften) της ανατολικής Ευρώπης. 32

Καθώς φαίνεται, η διαδικασία που μελετάμε ήταν, περισσότερο, μια απόπειρα να ενισχυθεί η πραγματική ( dinglich) εξάρτηση του αγρότη από τον ηγεμόνα. Αυτό επιχειρήθηκε να γίνει μέσα από την προσθήκη στις ήδη υπάρχουσες φεουδαλικές υποχρεώσεις που βάραιναν τον αγρότη μιας σειράς άλλων πιο προσωπικών μορφών εξάρτησης, όπως ήταν οι περιορισμοί στην ελευθερία των κινήσεων και στο γάμο. Οι νέες αυτές ρυθμίσεις σκοπό είχαν να εντάξουν ακόμη μεγαλύτερο μέρος της προσωπικής ζωής του αγρότη στη σφαίρα της νομικής, στρατιωτικής και δημοσιονομικής αρμοδιότητας του άρχοντα. 33 Εκεί όπου ο έλεγχος της γης και η δικαιοδοτική αρμοδιότητα του ηγεμόνα συνέπιπταν ήδη, η προσωπική δουλοπαροικία περιχαράκωνε την αποκλειστικότητα της εξουσίας των αρχόντων. Εκεί όπου τα δύο αυτά στοιχεία ήταν ακόμη διακριτά και δεν συνέπιπταν, όπως συνέβαινε σε μεγάλο μέρος της νότιας Άνω Σουαβίας, η προσωπική δουλοπαροικία ενδυνάμωνε τη δικαιοδοτική αρμοδιότητα των ηγεμόνων, ενίοτε και σε βάρος του ελέγχου τους επί της γης, εξασφαλίζοντας ότι ο τόπος διαμονής (μέσα στο πλαίσιο της δικαιοδοσίας του άρχοντα) και όχι η διάρκεια της εκμίσθωσης (της γης του άρχοντα), προσδιόριζε τη θέση του υποτελούς. 34 Γι' αυτό το λόγο η συγκεκριμένη μορφή δουλοπαροικίας περιγράφεται συχνά με τον όρο Lokalleibeigenschaft, ο οποίος υποδηλώνει ότι η κύρια μορφή εξάρτησης του υποτελούς ήταν αυτή που τον συνέδεε με την πολιτική οντότητα στην οποία ζούσε και όχι με τη γη που καλλιεργούσε. Μέσω της ανταλλαγής δουλοπαροίκων, κάποιες φορές κατά χιλιάδες, οι άρχοντες μπορούσαν βαθμιαία να ενιαιοποιήσουν τις εκτάσεις τους συγχωνεύοντας ταυτόχρονα και τις τρεις μορφές κυριαρχίας: Κυριαρχία επί της γης, δικαιοδοτική αρμοδιότητα και προσωπική εξάρτηση του υποτελούς. Κατ' αυτόν τον τρόπο, μέσα από τη συγχώνευση όλων των μορφών εξάρτησης, η μετάβαση από την ηγεμονία φεουδαλικού τύπου σε μια ενιαιοποιημένη, εδαφικά και πολιτικά, κρατική οντότητα είχε αρχίσει πλέον να συντελείται. 35

Όλοι αυτοί οι μετασχηματισμοί το μόνο που «πρόσφεραν» στους αγροτικούς πληθυσμούς ήταν να επιδεινώσουν τη θέση τους, μια θέση που ήταν ήδη αρκετά δύσκολη εξαιτίας των επίμονων προσπαθειών των ηγεμόνων να "μεταφέρουν" τις συνέπειες της κρίσης στους υποτελείς τους, σταθεροποιώντας ή και βελτιώνοντας τη δική τους οικονομική κατάσταση. Μάλιστα, κατά τη συγκεκριμένη χρονική περίοδο, οι αγρότες υποχρεώθηκαν να επωμισθούν τις επιπτώσεις μιας ολόκληρης σειράς αρνητικών εξελίξεων. Οι ελευθερίες των αγροτών και το βιοτικό τους επίπεδο δεν απειλούνταν μόνο από την προσπάθεια των αρχόντων να σφετεριστούν αγαθά και δικαιώματα που ήταν μέχρι πριν λίγο καιρό κοινά και ελεύθερα, αλλά και από την επέκταση της φεουδαλικής κυριαρχίας σε βάρος της κοινοτικής αυτονομίας. 36 Στην πραγματικότητα, το επίκεντρο του ζητήματος ήταν η διαρκώς αυξανόμενη διαμάχη σχετικά με τις ποικίλες πηγές φυσικών πόρων, την ιδιοκτησία, την κατοχή και τη νομή τους. Παράλληλα, αν και δεν υπάρχουν τόσα και τέτοια στοιχεία που να μπορούν να αποδείξουν επαρκώς ότι οι ηγεμόνες είχαν αυξήσει ή επιχειρούσαν να αυξήσουν τις τιμές των εκμισθώσεων γης πριν από το 1525, φαίνεται ότι οι υποτελείς δεν αντιμετωπίζονταν και με ιδιαίτερη ανοχή από τους αφέντες τους. Μάλιστα, κατά τις παραμονές του Πολέμου των Χωρικών είχαν αρχίσει να εφαρμόζονται όλο και πιο δραστικές λύσεις: Όταν ένας αγρότης καθυστερούσε την καταβολή των τελών, η συνηθέστερη πρακτική που ακολουθούσαν οι φεουδάρχες ήταν να του αφαιρούν τις γαίες που καλλιεργούσε. 37

Επιπλέον, οι άρχοντες προσπάθησαν να αυξήσουν τα εισοδήματά τους προχωρώντας στο σφετερισμό αγαθών που μέχρι εκείνη τη στιγμή ήταν κοινά και στα οποία η πρόσβαση ήταν ελεύθερη για όλους: Καταργήθηκαν τα μέχρι τότε θεωρούμενα αυτονόητα δικαιώματα των αγροτών να βόσκουν τα κοπάδια τους στα κοινοτικά βοσκοτόπια, να μαζεύουν ξυλεία από τα δάση και να ψαρεύουν στις λίμνες και τα ποτάμια. Όλα τα παραπάνω θεωρήθηκαν από τους ηγεμόνες αποκλειστικά δικά τους δικαιώματα. Απώτερος σκοπός τους ήταν να εκμεταλλευτούν οι ίδιοι τα βοσκοτόπια, τα δάση, τις λίμνες και τα ποτάμια είτε άμεσα, βόσκοντας εκεί τα κοπάδια τους και συλλέγοντας τα προϊόντα που μπορούσαν να παράγουν, είτε έμμεσα, εκμισθώνοντας το δικαίωμα χρήσης τους. 38

Έτσι, λοιπόν, το γεγονός ότι οι φεουδάρχες, από τη μια πλευρά, δεν φαίνεται να επιχείρησαν τη δραστική αύξηση των ενοικίων ενώ, από την άλλη, προσπάθησαν να βελτιώσουν την οικονομική τους κατάσταση εξασφαλίζοντας καινούργια εισοδήματα φαίνεται να βρίσκει την εξήγησή του: Το ότι οι περιορισμοί του εθιμικού δικαίου καθιστούσαν δύσκολη -και ίσως επικίνδυνη- την αύξηση των ενοικίων της γης έκανε τους φεουδάρχες να στραφούν στην εκμετάλλευση άλλων πηγών πλούτου, όπως θα μπορούσαν να είναι οι αρκετά μεγάλες αγορές του ξύλου και του μαλλιού. Επιπλέον, οι φεουδάρχες είχαν φροντίσει, όπως ήδη μας είπαν οι Abel και Blickle, να κλείσουν καλά τις οδούς διαφυγής: Καθώς από τα μέσα του 15ου αιώνα -και μετά από μια περίοδο στασιμότητας και κάμψης- ο πληθυσμός της ΄Ανω Σουαβίας άρχισε και πάλι να αυξάνεται, 39 η ενίσχυση των φεουδαλικών δεσμών και η σκλήρυνση της φεουδαλικής κυριαρχίας ματαίωναν, όπως υποστηρίζουν οι Abel-Blickle, τις περισσότερες απόπειρες αντίδρασης των χωρικών στον υπερπληθυσμό (φυγή στις πόλεις) καθώς η δουλοπαροικία έδενε τους ανθρώπους γερά με τη γενέτειρά τους. 40

Αποτέλεσμα όλων των παραπάνω διεργασιών ήταν να μην κατορθώσουν οι αγρότες -ή τουλάχιστον η πλειοψηφία τους- να διατηρήσουν για μεγάλο χρονικό διάστημα το σχετικά καλό βιοτικό επίπεδο που είχε φανεί κάποια στιγμή, εκεί γύρω στα μέσα του 15ου αιώνα, ότι θα τους εξασφάλιζε η προγενέστερη μείωση του πληθυσμού. Στις αρχές του 16ου αιώνα, η πλειοψηφία των αγροτών αντιμετώπιζε την πτώση του βιοτικού της επιπέδου. Δεν επρόκειτο, βεβαίως, για μια επιστροφή σε κάποιο ζοφερό παρελθόν αλλά αποτελούσε σίγουρα μια ύφεση της ευημερίας που είχε φανεί κάποια στιγμή ως δεδομένη. Στην πραγματικότητα, όπως θα έχουμε την ευκαιρία να δούμε διεξοδικά παρακάτω, το μοναδικό τμήμα του πληθυσμού της υπαίθρου που μπόρεσε να εκμεταλλευτεί την οικονομική έκρηξη που συντελέσθηκε στις αρχές του 16ου αιώνα ήταν εκείνοι οι χωρικοί που είχαν ήδη εμπλακεί στους μηχανισμούς της αγοράς και παρήγαγαν προϊόντα που κατευθύνονταν σ' αυτή.

Σε περιοχές όπου το εθιμικό δίκαιο και η δομή της δουλοπαροικίας δεν επέτρεπαν τον καταμερισμό της κληρονομημένης γης -και μια τέτοια περιοχή ήταν η Σουαβία- εμφανίστηκαν σοβαρά κοινωνικά προβλήματα. Οι λύσεις που απέμεναν στους νεαρούς αγρότες, οι οποίοι δεν είχαν την τύχη να κληρονομήσουν γη, δεν ήταν πολλές: Το επάγγελμα του μισθοφόρου (η Σουαβία προμήθευε με στρατιώτες πολλά από τα μισθοφορικά σώματα της εποχής, γεγονός που θα επηρεάσει πολλαπλά την επανάσταση του 1525), ή κάποια ευκαιριακή απασχόληση στις πόλεις ήταν οι μόνες δραστηριότητες που θα μπορούσαν να θεωρηθούν αξιοπρεπείς. Σε αντίθετη περίπτωση υπήρχε πάντα ανοιχτό το μονοπάτι του κοινωνικού ξεπεσμού και του αποκλεισμού από την κοινότητα του χωριού, το οποίο περίμενε όποιον κατέληγε να περιπέσει στην κατηγορία του ακτήμονα εργάτη γης: Δικαίωμα συμμετοχής στις συνελεύσεις της αγροτικής κοινότητας είχαν μόνο όσοι καλλιεργούσαν γη που είχαν εκμισθώσει οι ίδιοι.

Πάντως, ακόμη και για εκείνους που είχαν το δικαίωμα να κληρονομήσουν, η κατάσταση ήταν, σε μεγάλο βαθμό, αβέβαιη. Μετά το θάνατο του αρχικού εκμισθωτή, το συμβόλαιο εκμίσθωσης έπαυε αυτομάτως να ισχύει, γεγονός που έδινε το δικαίωμα στον φεουδάρχη να διαπραγματευθεί εκ νέου τους όρους παραχώρησης των γαιών του. Αυτό σήμαινε ότι ο κληρονόμος του προηγούμενου ενοικιαστή δεν ήταν καθόλου βέβαιο ότι θα εκμίσθωνε τις ίδιες εκτάσεις. Ο φεουδάρχης θα μπορούσε να μη συνάψει μαζί του νέο συμβόλαιο -και αυτό συνέβαινε αρκετές φορές- αλλά να προτιμήσει ένα τρίτο πρόσωπο, το οποίο εξασφάλιζε καλύτερους οικονομικούς όρους στον γαιοκτήμονα. Τα στοιχεία που διαθέτουμε δείχνουν ότι, μετά το 1500, η εκμίσθωση των γαιών στους κληρονόμους των προηγούμενων εκμισθωτών αποτελούσε, μάλλον, την εξαίρεση. 41 Η μόνη περιοχή του γερμανικού χώρου όπου η πρακτική αυτή γνώριζε ακόμη ευρεία εφαρμογή στις αρχές του 16ου αιώνα ήταν το δουκάτο της Βαυαρίας.

Επιπλέον, όπως έχουν αποδείξει οι μελέτες του David Sabean, από την εποχή αυτή και μετά, οι φεουδάρχες άρχισαν να επινοούν διάφορες άλλες μεθοδεύσεις με απώτερο σκοπό να αυξήσουν τα έσοδά τους από τις εκμισθώσεις των γαιών. Το αστικό συμβούλιο του Ravensburg, για παράδειγμα, ενεργώντας υπό την ιδιότητα του φεουδάρχη, αποφάσισε να καταργήσει την ευρέως διαδεδομένη συνήθεια της διανομής των γαιών στους κληρονόμους του αρχικού εκμισθωτή, μετά το θάνατο του τελευταίου. Μάλιστα, το αστικό συμβούλιο αποφάσισε να ενιαιοποιήσει τις γαίες που είχαν κατακερματισθεί μετά τις αλλεπάλληλες διανομές, να αναμορφώσει τα κτήματα και στη συνέχεια να τα ενοικιάσει σε έναν και μόνο εκμισθωτή για όλη τη διάρκεια της ζωής του. Αυτή η τελευταία ρύθμιση μας κάνει να στρέψουμε την προσοχή μας σε μια ακόμη αλλαγή που επιχειρούν αυτή ακριβώς την εποχή οι φεουδάρχες: Τον δραστικό περιορισμό του χρονικού διαστήματος των μισθώσεων. Στο πλαίσιο αυτό, το αβαείο του Weingarten περιόρισε, κατά την περίοδο ανάμεσα στα 1470 και στα 1540, τη χρονική διάρκεια των μισθώσεων από τρείς γενεές σε δύο. Και οι δύο πρακτικές για τις οποίες έγινε λόγος είχαν ως αποτέλεσμα την όξυνση της κοινωνικής διαφοροποίησης ανάμεσα σε ενοικιαστές και ακτήμονες. 42 Όταν σε κάποιες περιπτώσεις τα πράγματα έφθαναν στα πρόθυρα της κοινωνικής έκρηξης και οι φεουδάρχες υποχρεώνονταν να εκμισθώσουν μικρά αγροτεμάχια σε κάποιους ακτήμονες και εργάτες γης, οι παλαιότεροι ενοικιαστές διαμαρτύρονταν για τον περιορισμό της κοινής, δημόσιας γης. Από την άλλη πλευρά, οι ακτήμονες δυσανασχετούσαν έντονα για την περιθωριοποίησή τους και τον αποκλεισμό τους από τη λήψη των αποφάσεων στο πλαίσιο της αγροτικής κοινότητας. 43 Πάντως, η επισήμανση των κοινωνικών διαφοροποιήσεων και η καταγραφή των εντάσεων στο εσωτερικό της αγροτικής κοινότητας δεν πρέπει να μας εμποδίσουν να εντοπίσουμε και να υπογραμμίσουμε το βασικό γνώρισμα της αγροτικής ζωής: Η άσχημη και σε κάποιες περιπτώσεις η άθλια οικονομική κατάσταση του συνόλου της αγροτιάς γεννούσε, έθρεφε και κληροδοτούσε από γενιά σε γενιά την εχθρότητα των αγροτών απέναντι στους άρχοντες. Επρόκειτο για μια εχθρότητα τόσο βαθιά ριζωμένη και τόσο έντονη που υπερκάλυπτε, στις πιο πολλές περιπτώσεις με ευκολία, τις εντάσεις μεταξύ των αγροτών, εντάσεις που, έτσι κι αλλιώς, αποφορτίστηκαν με την έκρηξη της επανάστασης του 1524-26. 44

Η εικόνα που σκιαγραφήθηκε μέχρι τώρα ανταποκρίνεται σε γενικές γραμμές στην πραγματικότητα της αγροτικής οικονομίας και κοινωνίας της ΄Ανω Σουαβίας κατά τα τέλη του 15ου και τις αρχές του 16ου αιώνα. Ωστόσο, κάποια ερωτήματα παραμένουν αναπάντητα: Η παραπάνω εικόνα, σε ποιο βαθμό είναι ακριβής ως προς τις λεπτομέρειές της; Κατά πόσο έχει το αναγκαίο εύρος ως προς το περιεχόμενό της και τα θέματα που μας παρουσιάζει; Τέλος, η εικόνα αυτή, σε ποιο βαθμό είναι χαρακτηριστική της υπόλοιπης νότιας και κεντρικής Γερμανίας; Οφείλουμε να υπογραμμίσουμε ότι και για τα τρία παραπάνω ερωτήματα υπάρχει ακόμη μεγάλο περιθώριο για αμφιβολίες και συζητήσεις μεταξύ των ερευνητών. 45

Η πρώτη δέσμη επιφυλάξεων έχει να κάνει με την ερμηνεία του Abel για την αγροτική κρίση στο γερμανικό χώρο κατά τον ύστερο Μεσαίωνα, μια ερμηνεία στην οποία στηρίζεται, όπως είπαμε, και η ανάλυση του Blickle και μάλιστα σε αρκετά μεγάλο βαθμό. Πιο συγκεκριμένα, το σημείο στο οποίο ορισμένοι ερευνητές -ανάμεσα στους οποίους πρωταγωνιστική θέση κατέχει ο Tom Scott- 46 ασκούν κριτική τόσο στην ανάλυση του Abel όσο και σ' εκείνη του Blickle, εντοπίζεται στην υπερβολικά μεγάλη, κατά τη γνώμη των κρινόντων, σημασία που αποδίδεται στις αντιφατικές επιπτώσεις της μείωσης του πληθυσμού: Σύμφωνα με τους Abel και Blickle, το φαινόμενο αυτό είχε στην ύπαιθρο ζημιογόνα αποτελέσματα ενώ, παράλληλα, τόνωσε σημαντικά την ανάπτυξη της οικονομίας των πόλεων.

Ο Tom Scott, παρότι θεωρεί κι αυτός αναμφισβήτητη την κρίση της γερμανικής αγροτικής οικονομίας στις αρχές του 16ου αιώνα, εκτιμά ότι τα κρισιακά φαινόμενα δεν είχαν αποκλειστικά και μόνο αρνητικές επιπτώσεις. Σε πολλές περιπτώσεις η κρίση ενθάρρυνε την εξειδίκευση και τη διαφοροποίηση της παραγωγής. Κάτι τέτοιο είχε ως αποτέλεσμα να πολλαπλασιαστούν οι μανιφακτούρες που λειτουργούσαν στην ύπαιθρο, να αυξηθεί ο αριθμός των χωρικών που απασχολούνταν σ' αυτές και να ενδυναμωθούν οι τοπικές αγορές των χωριών. Μάλιστα, ορισμένες από τις τελευταίες εξελίχθηκαν σε αγορές με ευρύτερη εμβέλεια. Όλα αυτά είχαν ως αποτέλεσμα η μέχρι τότε πρωτογενής γεωργική οικονομία να μετεξελιχθεί σε μια αγροτική οικονομία, με μεγαλύτερο εύρος δραστηριοτήτων, αντοχή και ελαστικότητα, η οποία αμφισβήτησε, από ένα σημείο και μετά, τον πρωταγωνιστικό ρόλο και την οικονομική κυριαρχία των πόλεων. [A2] Κατά συνέπεια, υποστηρίζει ο Scott, η ελκυστικότητα της μετανάστευσης στις πόλεις, που για τους Abel και Blickle θεωρείται σχεδόν αναμφισβήτητη, πρέπει να τεθεί υπό αίρεση. Άλλωστε, η φυγή από την ύπαιθρο προς τις πόλεις δεν αποτελούσε πανάκεια: Η σκλήρυνση της στάσης των ηγεμόνων δεν υπονόμευε το βιοτικό επίπεδο των αγροτών μόνο στην ύπαιθρο· ταυτοχρόνως περιόριζε τους οικονομικούς ορίζοντες τους και στο εσωτερικό των πόλεων. Όταν, από τα μέσα του 15ου αιώνα και μετά, αρχίζει να σημειώνεται μια δημογραφική αναζωογόνηση, κάποιος θα περίμενε να συντελεστεί μια μεγάλης κλίμακας μετανάστευση από την ύπαιθρο προς τις πόλεις. Ωστόσο, φαίνεται ότι κάτι τέτοιο δεν έγινε. Ο Tom Scott υποστηρίζει ότι το να αναζητηθεί η ερμηνεία αυτού του φαινομένου στην ενίσχυση των φεουδαλικών δεσμών δεν είναι απολύτως σωστό, από τη στιγμή που ένας αγρότης μπορούσε να εξαγοράσει την απαλλαγή του από κάθε φεουδαλικό βάρος με ένα μάλλον μηδαμινό ποσό. 47 Κατά τη γνώμη του, ο πραγματικός λόγος που απέτρεψε τη μετανάστευση των αγροτών στις πόλεις είχε να κάνει με το ότι οι μεσαίου μεγέθους πόλεις που ζούσαν από τη χειροτεχνία -και τέτοιες ήταν οι περισσότερες γερμανικές πόλεις την εποχή που εξετάζουμε- καθώς πάλευαν να επιβιώσουν μέσα σ' ένα κλίμα άγριου οικονομικού ανταγωνισμού με την ύπαιθρο και, ταυτοχρόνως, ήταν φορτωμένες με αστικά χρέη, "προσέφεραν" ένα άθλιο βιοτικό επίπεδο στον κάτοικο της υπαίθρου, ο οποίος, μάλλον, είχε περισσότερες πιθανότητες να βρει καλύτερη εργασία και αμοιβή στην αναπτυσσόμενη αγροτική οικονομία.

Ο Scott μέμφεται τον Βlickle για το ότι, στο πλαίσιο της έρευνάς του, δεν προχώρησε στην τυπολογική κατάταξη και τον διαχωρισμό των αστικών κέντρων που υπήρχαν στη Γερμανία κατά τις αρχές του 16ου αιώνα. Αν γινόταν κάτι τέτοιο, συνεχίζει ο Scott, θα ήταν εύκολο να φανεί η ουσιαστική διαφορά ανάμεσα σ' εκείνες τις πόλεις που ήταν κέντρα του εμπορίου μεγάλων αποστάσεων και της βιοτεχνικής παραγωγής ( manufacturing production) και σ' αυτές τις μεσαίου μεγέθους πόλεις που βασίζονταν στη χειροτεχνική παραγωγή (craft production) . Ο Scott δεν αμφισβητεί τη διαπίστωση του Blickle ότι υπήρξε κάποια μεταναστευτική κίνηση προς τις μεγάλες πόλεις, όπως το Ravensburg, το Lindau ή το Überlingen. Ωστόσο, θεωρεί ότι οι συγκεκριμένες πόλεις -καθώς ήταν μεγάλα κέντρα της νοτιογερμανικής υφαντουργίας λινών και βαμβακερών και βρίσκονταν πάνω στους εμπορικούς δρόμους που ένωναν την Ιταλία με τις Κάτω Χώρες- δεν είναι σωστό να εκληφθούν ως τυπικά παραδείγματα πόλεων του γερμανικού χώρου. 48

Επιπλέον, ο Scott ασκεί κριτική στη θέση του Blickle σύμφωνα με την οποία σε κάθε περίπτωση, ακόμα και σ' αυτές τις Ελεύθερες Αυτοκρατορικές Πόλεις, σημειώθηκε στασιμότητα ή και πτώση του πληθυσμού μετά το 1450, εξαιτίας του περιορισμού της ελεύθερης κίνησης των υποτελών που επιβλήθηκε μέσω της ισχυροποίησης των φεουδαλικών δεσμών. 49 Εδώ ο Scott μας προσφέρει μια πολύ ενδιαφέρουσα σκέψη: Επισημαίνει ότι η αδυναμία της ανάλυσης του Blickle έχει να κάνει με το ότι δεν διερεύνησε το κατά πόσο οι πόλεις είχαν τη δυνατότητα να μεταφέρουν ένα μέρος ή και ολόκληρη τη βιοτεχνική τους παραγωγή στην ύπαιθρο. Η κριτική του Scott είναι εύστοχη αλλά, κατά ένα παράξενο τρόπο, αποφεύγει να εμβαθύνει στο αντικείμενο όσο θα έπρεπε.

Παίρνοντας σαν αφετηρία την ιδέα του Scott και εξετάζοντας την οικονομική πραγματικότητα του γερμανικού χώρου, διαπιστώνουμε ότι στις αρχές του 16ου αιώνα είχε επεκταθεί και στην ύπαιθρο το λεγόμενο σύστημα της οικοτεχνίας ή αλλιώς σύστημα του προαγοραστή (Verlagssystem) , το οποίο εφαρμόστηκε για πρώτη φορά στα αστικά κέντρα, πιο συγκεκριμένα στον κλάδο της υφαντουργίας. 50 Στο πλαίσιο αυτής της πρακτικής, οι τεχνίτες της υπαίθρου διατηρούσαν φαινομενικά την ανεξαρτησία τους και εργάζονταν στα δικά τους εργαστήρια τα οποία, συνήθως, ταυτίζονταν με τα σπίτια τους. Ωστόσο, αν και τα εργαλεία της δουλειάς ήταν δικά τους, οι τεχνίτες έπαιρναν τις πρώτες ύλες από ένα συγκεκριμένο έμπορο-προαγοραστή (Verlager) , στον οποίο και ήταν υποχρεωμένοι να "πουλήσουν" το έτοιμο προϊόν σε τιμές καθορισμένες εκ των προτέρων. Η κατάσταση αυτή, μοιραία, εξωθούσε τον τεχνίτη σε μια οικονομική και κοινωνική θέση που λίγο διέφερε από εκείνη του μισθωτού των νεότερων χρόνων. Μια τέτοιου είδους ανάλυση προσφέρει μια άλλη ερμηνεία στο ζήτημα της μη μετανάστευσης των αγροτικών πληθυσμών στις πόλεις: Καθώς η εφαρμογή του συστήματος του προαγοραστή άρχισε γρήγορα να επεκτείνεται και σε άλλους τομείς οικονομικής δραστηριότητας, όπως η αμπελουργία, η οινοποιΐα, η ζυθοποιΐα και η κτηνοτροφία, οι αγρότες, παρά την αύξηση του πληθυσμού, δεν μετανάστευσαν στα αστικά κέντρα καθώς η ύπαιθρος πρόσφερε στις οικονομικές τους δραστηριότητες όχι μόνο νέες προοπτικές αλλά και μεγαλύτερη οικονομική και κοινωνική ασφάλεια απ' ότι τα αστικά κέντρα.

Μια τέτοια ερμηνεία εδράζεται ακόμη καλύτερα στο έδαφος της πραγματικότητας αν λάβουμε υπόψη μας την επισήμανση του Scott σύμφωνα με την οποία το τμήμα του αγροτικού εισοδήματος που επλήγη περισσότερο από τα μέτρα των ηγεμόνων ήταν εκείνο που προερχόταν όχι από την άμεση καλλιέργεια της γης αλλά από την εκτροφή ζώων και ιδίως βοοειδών, κάτι που άλλωστε δέχεται και ο Blickle στη μελέτη του. Το κόστος εκτροφής ζώων, τα οποία ήταν το μόνο είδος σημαντικής περιουσίας που ήταν ελεύθερος να κατέχει ο αγρότης και η μοναδική πηγή σοβαρού επιπλέον εισοδήματος, αυξήθηκε κατακόρυφα από τη στιγμή που περιορίστηκε η πρόσβαση στα κοινοτικά βοσκοτόπια. Επιπλέον, η καθιέρωση του φόρου κληρονομιάς, ο οποίος πληρωνόταν, συνήθως, σε ζώα επέτρεπε στον φεουδάρχη να αρπάζει από τους κληρονόμους τα καλύτερα από τα βοοειδή τους. 51

Οι παραπάνω διαπιστώσεις μοιάζουν να μας οδηγούν σ' ένα αρκετά "προκλητικό" συμπέρασμα: Η ένταση του φεουδαλικού απολυταρχισμού δεν αφαίρεσε από τον αγρότη τα στοιχειώδη μέσα διαβίωσης οδηγώντάς τον στην εξαθλίωση, αλλά μάλλον του στέρησε τις προοπτικές βελτίωσης του βιοτικού του επιπέδου, προοπτικές που για κάποια στιγμή είχε φανεί ότι ήταν όχι απλώς ρεαλιστικές αλλά και χειροπιαστές. Ο Scott διευκρινίζει ότι τα επιχειρήματά του δεν έχουν σκοπό να υποστηρίξουν την άποψη ότι ο γερμανικός χώρος βίωνε μια ευρεία αγροτική ευημερία κατά τις παραμονές της εξέγερσης του 1525, αν και προσθέτει ότι μπορούν να εντοπιστούν ενδείξεις μιας τέτοιας ευνοϊκής συγκυρίας, οι οποίες, ωστόσο, αφορούν συγκεκριμένους τομείς οικονομικής δραστηριότητας σε συγκεκριμένες περιοχές. Όπως υπογραμμίζει ο Scott, στόχος του είναι να μας επισημάνει ότι, "στις συγκρούσεις ανάμεσα στον άρχοντα και τον αγρότη ίσως να μην ακούμε τόσο τον θρήνο των εξαθλιωμένων ή απελπισμένων, όσο την κραυγή των απογοητευμένων: Αυτών που είδαν την οικονομική τους ανάκαμψη, η οποία είχε κερδηθεί με σκληρό αγώνα, να αφαιμάζεται από τη φορολογία των ηγεμόνων και τις ευκαιρίες τους για πρόοδο να αφανίζονται από τις απαγορεύσεις και τις καταχρήσεις των αρχόντων." 52

Οι παραπάνω επισημάνσεις του Scott θυμίζουν τα λόγια του Alexis de Tocqueville, ο οποίος κάνοντας παρόμοιες παρατηρήσεις για την προεπαναστατική Γαλλία σχολίαζε: "... οι Γάλλοι έβρισκαν την κατάστασή τους τόσο πιο αφόρητη, όσο αυτή βελτιωνόταν [...] Συχνά συμβαίνει ένα έθνος, το οποίο είχε υπομείνει χωρίς παράπονο τους πιο καταπιεστικούς νόμους [...] να τους παραμερίζει βίαια, μόλις το βάρος τους μειωθεί [...] Το κακό [...] μοιάζει ανυπόφορο, μόλις σκεφτεί κανείς να το διώξει από πάνω του. Όλες οι καταχρήσεις που παραμερίζει κανείς τότε, μοιάζουν να υπογραμμίζουν ακόμη σαφέστερα αυτές που απομένουν". 53

Τόσο οι σκέψεις του Tocqueville όσο και εκείνες του Scott μας οδηγούν στο μεγάλο πεδίο έρευνας και συζήτησης που λέγεται "θεωρίες για την επανάσταση", 54 για να συναντήσουμε εκεί τις αντίστοιχες επεξεργασίες του αμερικανού Crane Brinton. Σ' ένα βιβλίο του που δημοσιεύθηκε στα 1939 αλλά διατηρεί μέχρι και σήμερα ένα μεγάλο μέρος του ενδιαφέροντός του, ο Brinton υποστήριξε, ανάμεσα στ' άλλα, την άποψη ότι από εξεγέρσεις και επαναστάσεις κινδυνεύουν κοινωνίες που βρίσκονται σε φάση οικονομικής ανόδου και πρώτων μεταρρυθμίσεων. 55 Πρόκειται, πράγματι, για μια πρόταση που μας βοηθά να φωτίσουμε κάποιες πλευρές του ζητήματος που δεν είχαν ερευνηθεί μέχρι σήμερα τόσο όσο, ίσως, θα τους άξιζε. Η θεωρητική πρόταση του Brinton αποκτά μεγαλύτερη ευελιξία και κατά συνέπεια γίνεται πιο αποτελεσματική αν χρησιμοποιηθεί σε συνδυασμό με τις παρατηρήσεις που έκανε ο αμερικανός James Davies στη μελέτη του Toward a Theory of Revolution. 56 Ο Davies υποστήριξε ότι οι επαναστάσεις προκαλούνται όταν μια περίοδος πραγματικής οικονομικής ανάκαμψης ακολουθηθεί από μια σύντομη και δύσκολη ύφεση: Οι βελτιώσεις που έχουν επιτευχθεί κατά τη φάση της ανάκαμψης προκαλούν επλίδες και απαιτήσεις, οι οποίες, ωστόσο, δεν ικανοποιούνται, με αποτέλεσμα να οδηγούμαστε σε εξεγέρσεις. Αν και δεν υπάρχει η δυνατότητα να παρουσιαστεί εδώ αναλυτικά όλη η θεωρητική συζήτηση, 57 θα έχουμε τη δυνατότητα και στη συνέχεια να εξετάσουμε τη γονιμότητα κι άλλων τέτοιων θεωρητικών σχημάτων στην πραγματικότητα του Πολέμου των Χωρικών.

Πάντως, ο βαθμός και το είδος της επίδρασης που δέχτηκε η ΄Ανω Σουαβία από μακροοικονομικούς μετασχηματισμούς σαν κι αυτούς που περιγράψαμε μέχρι στιγμής είναι ένα ζήτημα που παραμένει ανοιχτό προς διερεύνηση. Εκείνο που θα μπορούσε η ιστορική έρευνα της εξέγερσης του 1525 να επιτύχει, στη σημερινή φάση ανάπτυξής της, είναι να καθορίσει σε ποιο βαθμό τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά της Άνω Σουαβίας, έτσι όπως αυτά σκιαγραφήθηκαν μέχρι στιγμής, ήταν τυπικά και άλλων περιοχών της Γερμανίας.

Οι έρευνες του Rudolf Endres, 58 οι οποίες εντοπίζονται κυρίως στην περιοχή της Φρανκονίας, αποκαλύπτουν μια σειρά ομοιότητες αλλά και μια σειρά από σημαντικές διάφορες ανάμεσα στην περιοχή αυτή και την Άνω Σουαβία. Η ενίσχυση των δεσμών προσωπικής εξάρτησης του υποτελούς καθώς και η ευρεία χρήση της δικαιοδοτικής εξουσίας εκ μέρους του ηγεμόνα, φαινόμενα τόσο χαρακτηριστικά για την ΄Ανω Σουαβία, δεν φαίνεται να παίζουν κανένα ιδιαίτερο ρόλο στην περίπτωση της Φρανκονίας. Στα νότια και δυτικά όρια αυτής της περιοχής επιβίωναν κάποια κατάλοιπα δουλοπαροικίας, τα οποία λειτουργούσαν περισσότερο σαν ένα επιπλέον επινόημα των ηγεμόνων προκειμένου ν' αυξάνουν τις προσόδους τους. Πάντως, στις περισσότερες περιοχές της Φρανκονίας το καθεστώς που ίσχυε ήταν o απλός φεουδαλισμός. 59 Παράλληλα, η Φρανκονία ήταν μια περιοχή όπου η κληρονομιά σε γαίες δεν παρέμενε ενιαία μετά το θάνατο του αρχικού καλλιεργητή αλλά μοιραζόταν στους κληρονόμους του. 60 Ωστόσο, παρά τον ευρύτατο κατακερματισμό των αγροτεμαχίων, φαίνεται ότι στη Φρανκονία δεν υπήρχε ιδιαίτερο πρόβλημα υπερπληθυσμού ούτε εμφανίζονταν πιεστικά προβλήματα έλλειψης γης. Ο Endres εικάζει ότι η οικονομική ισχύς της Νυρεμβέργης, ενός από τα μεγαλύτερα και σημαντικότερα αστικά κέντρα του ευρύτερου γερμανικού χώρου, επέτρεπε να απορροφάται ομαλά και δίχως αξιοσημείωτους κραδασμούς κάθε πληθυσμιακό πλεόνασμα της υπαίθρου. 61 Παρόλα αυτά, ο Endres έχει την άποψη ότι το βιοτικό επίπεδο των αγροτών ήταν εξαιρετικά χαμηλό. Εκτιμά ότι, κατά κανόνα, το 25-30% και μερικές φορές ακόμα και το 50% του αγροτικού πληθυσμού της Φρανκονίας ζούσε στα όρια της εξαθλίωσης, ουσιαστικά απλώς επιβίωνε, καθώς μαστιζόταν από ένα τεράστιο αριθμό φεουδαλικών, εδαφικών και αυτοκρατορικών φόρων. Επιπλέον, στα πριγκιπάτα του Bamberg και του Würzburg, τα οποία ελέγχονταν από την εκκλησία, η επιβολή πρόσθετων εκκλησιαστικών φόρων, όπως ο φόρος χειροτονίας (Weihsteuer) , ήρθε να εντείνει την έτσι κι αλλιώς μεγάλη δυσαρέσκεια των λαϊκών για την ποικίλων μορφών ασυλία που απολάμβανε ο κλήρος καθώς και για τις προκλητικές σπατάλες του. 62 Επιπλέον, ο Endres θεωρεί ότι το βιοτικό επίπεδο και οι ελευθερίες των αγροτών συνθλίβονταν από τους δυσκίνητους μηχανισμούς μιας καταπιεστικής και δαπανηρής πρώιμης μορφής του σύγχρονου κράτους. 63 Στο σημείο αυτό, τα ευρήματα και οι διαπιστώσεις του Endres για τη Φρανκονία και του Blickle για τη Σουαβία φαίνεται να συμπίπτουν. Ο τελευταίος αποδεικνύει, και πολύ σωστά, ότι η παγίωση του φεουδαλισμού σ' ένα πριγκιπάτο δεν επιδείνωνε απαραιτήτως την τύχη των αγροτών: Αν οι διάφοροι περιφερειακοί ηγεμόνες κατόρθωναν να βρουν κι άλλους τρόπους αύξησης των εισοδημάτων τους, πράγμα που δεν ήταν ούτε απίθανο, ούτε σπάνιο, αυτό μπορεί να συνεπαγόταν κάποια ελάφρυνση ή τουλάχιστον δεν θα σήμαινε ενίσχυση του φεουδαλικού φορτίου των υποτελών τους. Αντιθέτως, η δημοσιονομική όρεξη του ενιαιοποιημένου «μοντέρνου» κράτους άνοιγε όλο και περισσότερο και το ίδιο γινόταν όλο και πιο λαίμαργο. Παράλληλα, οι υπάλληλοι που διορίζονταν από την κεντρική εξουσία να επιβλέπουν τις κοινότητες ήταν μονίμως πρόθυμοι να υπερβούν τις αρμοδιότητές τους επεμβαίνοντας στις κοινοτικές υποθέσεις. 64

Αυτή η σύμπνοια απόψεων ανάμεσα στους Endres και Blickle ξαναθέτει το ερώτημα σχετικά με το κατά πόσο μπορούν να διατυπωθούν ορισμένα συμπεράσματα, τα οποία να έχουν ισχύ τουλάχιστον για το μεγαλύτερο μέρος του γερμανικού χώρου πριν τα 1525.

Τα δεδομένα που διαθέτουμε ζωγραφίζουν, με μια πρώτη ματιά, μια μάλλον ανομοιογενή εικόνα. Η ενδυνάμωση της προσωπικής δουλοπαροικίας είναι φαινόμενο κοινό για το μεγαλύτερο μέρος της νοτιοδυτικής Γερμανίας, της βόρειας Ελβετίας και της Αλσατίας αλλά στη Θουριγγία, τη Φρανκονία και το Τιρόλο, όλα βασικά κέντρα της εξέγερσης, η δουλοπαροικία είχε σχεδόν εξαφανιστεί και μόνο κάποια κατάλοιπά της επιβίωναν κατά τόπους. 65 Επίσης, οι περιοχές που ερευνήθηκαν από τον Blickle και τον Sabean, δηλαδή η Άνω Σουαβία, ήταν εδάφη στα οποία δεν συνηθιζόταν η διανομή των κληρονομημένων γαιών. Αντίθετα, από πολλές άλλες περιπτώσεις φαίνεται ότι υπήρχε μια εντυπωσιακή σύνδεση των περιοχών όπου η κληρονομιά μοιραζόταν με τα κέντρα έκρηξης της εξέγερσης. 66 Βεβαίως, δεν είναι δύσκολο να αντιληφθεί κανείς ότι οι οικονομικές τύχες της αγροτιάς και η διαδικασία της κοινωνικής διαφοροποίησης στην ύπαιθρο λάμβαναν εκ διαμέτρου αντίθετες μορφές στις περιοχές όπου οι κληρονομημένες γαίες μοιράζονταν στους κληρονόμους απ' ότι σε εκείνες που οι γαίες παρέμεναν ενιαίες. 67 Οι περιοχές στις οποίες οι γαίες παρουσίαζαν τον υψηλότερο βαθμό κατακερματισμού έτειναν, ταυτοχρόνως, να είναι και εκείνες με τη μεγαλύτερη πυκνότητα πληθυσμού, γεγονός το οποίο θα μπορούσε να υποδηλώνει εξαθλίωση τμημάτων της αγροτιάς. Ωστόσο, οι ίδιες αυτές περιοχές χαρακτηρίζονταν συχνά από την σχετικά υψηλή εξειδίκευση: Μονοκαλλιέργειες όπως τα αμπέλια, η κάνναβη και η ζαφορά ήταν, στην πραγματικότητα, πιο εμπορικές και επικερδείς απ' ότι η μικτή καλλιέργεια σιτηρών. Σε μια τέτοια ακριβώς περιοχή, την Κάτω Αλσατία, όπου συνέβησαν μερικές από τις πιο βίαιες συγκρούσεις της εξέγερσης του 1525, πρόσφατες έρευνες έχουν δείξει πως, αν και το επίπεδο των ενοικίων και της φορολογίας ήταν τόσο υψηλό όσο οπουδήποτε αλλού, οι αμπελουργοί και οι κτηνοτρόφοι βοοειδών είχαν τη δυνατότητα να εξασφαλίζουν ένα αρκετά καλό βιοτικό επίπεδο, ειδικά μάλιστα όταν εμπορεύονταν μόνοι τα προϊόντά τους, δηλαδή δίχως μεσάζοντες. Μάλιστα, ορισμένοι από τους πιο πλούσιους καλλιεργητές καλαμποκιού είχαν ιδιόκτητα σπίτια στο Στρασβούργο, 68 γεγονός που αποτελούσε σημάδι όχι μόνο πλούτου αλλά και έντονης κοινωνικής διαφοροποίησης στην ύπαιθρο. Ακόμη μεγαλύτερη έκπληξη προκαλεί, επίσης, η απουσία οποιασδήποτε ένδειξης υπερπληθυσμού στα χωριά γύρω από το Στρασβούργο. Απ' ότι φαίνεται, στην πραγματικότητα, γινόταν μετανάστευση από την ίδια τη Σουαβία σ' αυτά τα χωριά, κάτι το οποίο υποδηλώνει ότι αν δεν υπήρχε περίσσεια, τουλάχιστον δεν πρέπει να υπήρχε έλλειψη γης. 69 Βεβαίως, η εξήγηση μπορεί να είναι η ίδια με εκείνη που συζητήσαμε παραπάνω αναφορικά με τη Νυρεμβέργη. 70

Η καταγραφή αυτής της έντονης ανομοιομορφίας υποδεικνύει ότι θα πρέπει, ίσως, να εξετάσουμε και μια σειρά άλλες μεταβλητές προκειμένου να αποκτήσουμε μια κατά το δυνατόν πλήρη εικόνα της αγροτικής οικονομίας και κοινωνίας της Γερμανίας κατά τις αρχές του 16ου αιώνα.

Περιγράφοντας παραπάνω την κατάσταση του γερμανικού χώρου αναφερθήκαμε σε ορισμένα φαινόμενα κοινωνικής διαφοροποίησηςστην ύπαιθρο, τα οποία είχαν αρχίσει να γίνονται αισθητά τουλάχιστον από τις αρχές του 16ου αιώνα. Ο Tom Scott, στο πλαίσιο της κριτικής που ασκεί στα συμπεράσματα του Blickle για την Άνω Σουαβία, τονίζει ότι δεν έχει πρόθεση να αμφισβητήσει την αυξανόμενη κοινωνική και οικονομική διαφοροποίηση που συντελείται στις αρχές του 16ου αιώνα στη γερμανική ύπαιθρο· αντίθετα, δηλώνει πώς σκοπεύει να διερευνήσει λεπτομερώς τους μηχανισμούς της και να εξετάσει το πώς επικράτησε, ποια μορφή πήρε και τι επιπτώσεις είχε.

Προκειμένου να επιτύχει κάτι τέτοιο, ο Scott θα χρειαστεί να διαλεχθεί με τον David Sabean και το έργο του. Ο τελευταίος έχει υποστηρίξει ότι εκφράζονταν συχνά όχι μόνο διαμαρτυρίες για τον αριθμό των ακτημόνων εργατών γης που υπήρχαν στην ύπαιθρο 71 αλλά και ισχυρισμοί από παλαιούς εκμισθωτές γης ότι οι άρχοντες των χωριών σφετερίζονταν τις κοινοτικές γαίες με σκοπό να συνάψουν νέα συμβόλαια εκμίσθωσης με τους ακτήμονες ή να παραχωρήσουν σ' αυτούς κάποια αγροτεμάχια. 72 Συγκεκριμένα, ο Sabean υπογραμμίζει τη διαφορά που υπάρχει -κατά την εκτίμησή του, πάντα- μεταξύ δύο συνθηκών που είχαν συναφθεί ανάμεσα στον αβά του Ochsenhausen και τους υπηκόους του: Η πρώτη είχε συναφθεί στα 1502 και ήταν εναρμονισμένη με τα συμφέροντα των παλαιών εκμισθωτών γης και η δεύτερη στα 1525 και απηχούσε τα συμφέροντα των μικροκαλλιεργητών και των ακτημόνων. 73

Οι παραπάνω εκτιμήσεις του Sabean έχουν έκτοτε αμφισβητηθεί και μάλιστα έχει ασκηθεί κριτική, τόσο στον αμερικανό ερευνητή όσο και στον Blickle για παρεμηνεία των πηγών. Σ' αυτό το μήκος κύματος κινείται η κριτική του Henry J. Cohn στις θέσεις των Peter Blickle και David Sabean. Πιο συγκεκριμένα, ο Cohn κατηγορεί τους δύο ερευνητές ότι απέκρυψαν ή απέφυγαν να μελετήσουν πηγές, οι οποίες δεν "συμμορφώνονταν" με τα συμπεράσματα που οι ίδιοι είχαν διατυπώσει. 74

Προς ενίσχυση της κριτικής του Cohn, ο Tom Scott ήρθε λίγο καιρό αργότερα να υποστηρίξει 75 ότι οι διαμαρτυρίες των κατοίκων του χωριού Achstetten, στο οποίο αναφέρεται εκτενώς ο Sabean, 76 στην πραγματικότητα δεν αφορούν εγκαταστάσεις μικροκαλλιεργητών σε κοινοτικές γαίες. Επίσης, ο Scott προσθέτει ότι οι διαμαρτυρίες των αγροτών για οικοδόμηση σπιτιών στο γειτονικό Mittelbiberach -κάτι που αντανακλά, κατά τη γνώμη του, την πληθυσμιακή πίεση- δεν φαίνεται να αφορούσαν την καταπάτηση κοινοτικών γαιών. 77 Αναφερόμενος στις συμφωνίες που υπέγραψε ο αβάς του Ochsenhausen με τους υποτελείς του, στις οποίες βασίζεται μεγάλο μέρος των συμπερασμάτων του Sabean, ο Scott δέχεται ότι, χωρίς αμφιβολία, υπήρχαν τμήματα κοινοτικών γαιών, τα οποία είχαν ενοικιαστεί πριν το 1502. Ωστόσο, υπογραμμίζει ότι η συνθήκη του 1502 δεν διευκρινίζει σε ποιον ενοικιάστηκαν τα εδάφη αυτά και για ποιο λόγο. Ο Sabean υποθέτει ότι στις γαίες αυτές εγκαταστάθηκαν μικροκαλλιεργητές. Ο Cohn υποστηρίζει ότι τα εδάφη αυτά αφαιρέθηκαν από τις κοινοτικές γαίες προκειμένου ο αβάς να αποζημιώσει, κατά κάποιον τρόπο, εκείνους τους μόνιμους ενοικιαστές, των οποίων την καλλιεργήσιμη γη και τα λιβάδια είχε ο ίδιος καταπατήσει για να τα μετατρέψει σε βοσκοτόπια για τα ζώα του. Στην πραγματικότητα, όπως εύστοχα θα επισημάνει ο Scott, η συμφωνία του 1502 δεν περιλαμβάνει κανένα στοιχείo, το οποίο να μπορεί να τεκμηριώσει επαρκώς είτε τη μια, είτε την άλλη άποψη. Πάντως, οι απόψεις του Cohn βρίσκουν κάποια υποστήριξη στα άρθρα διαμαρτυρίας (όχι, πάντως, στις διατάξεις της γενικής συμφωνίας που υπογράφτηκε τελικά) των μεμονωμένων χωριών της περιοχής του Ochsenhausen στα 1525, όπου διάφορες αγροτικές κοινότητες παραπονούνται ότι ο αβάς είχε οδηγήσει τα βόδια και τα πρόβατα του στα λιβάδια και τα βοσκοτόπια των αγροτών, μερικά από τα οποία διεκδικούσε για τον εαυτό του, εντελώς παράνομα, κατά τη γνώμη των αγροτών. 78 Από τη στιγμή που τέτοιου είδους διαμαρτυρίες διατυπώνονται στα 1525, είναι λογικό να υποθέσει κανείς ότι το πρόβλημα δεν ήταν νέο.

Γενικά, πάντως, το ζήτημα της κοινωνικής διαφοροποίησης στην ύπαιθρο είναι μια από τις πλευρές του Πολέμου των Χωρικών που απαιτούν ακόμη καλύτερη διερεύνηση. Στο πλαίσιο αυτής της μελλοντικής έρευνας θα πρέπει να δοθεί έμφαση σε μια σειρά κρίσιμα ζητήματα, όπως ήταν το μέγεθος και ο ρόλος (οικονομικός και κοινωνικός) των αστικών περιουσιών που βρίσκονταν στην ύπαιθρο, η ύπαρξη αγροτών-αστών σε ένα σημαντικό αριθμό πόλεων, ιδιαίτερα μικρών, καθώς και η οικονομική και κοινωνική λειτουργία των πόλεων ως φεουδαρχών.

Η διερεύνηση των διαδικασιών κοινωνικής διαφοροποίησης συνδέεται σε μεγάλο βαθμό με ένα άλλο καίριο ζήτημα: Τη διαμόρφωση και εξάπλωση στην ύπαιθρο καπιταλιστικών μορφών παραγωγής καθώς και τη βαθμιαία ένταξη της αγροτικής οικονομίας στην οικονομία της αγοράς. Σχετικά με τα ζητήματα αυτά έχουν ήδη γίνει κάποιες πρώτες αναφορές.

Επιπλέον, έχει υποστηριχθεί, κυρίως από τους μαρξιστές ερευνητές, ότι ορισμένα φαινόμενα που παρατηρούνται στο γερμανικό χώρο κατά τον 15ο και τις αρχές του 16ου αιώνα, φαινόμενα όπως οι υψηλοί ρυθμοί συσσώρευσης του κεφαλαίου, η συνεχώς αυξανόμενη ζήτηση βιοτεχνικών προϊόντων, ο διαρκώς εντεινόμενος καταμερισμός της εργασίας και η ταχεία επέκταση της εσωτερικής αγοράς αποτελούν δείγματα εμφάνισης και ανάπτυξης μιας πρώιμης καπιταλιστικής οικονομίας, η οποία κατόρθωσε να υπερκεράσει το φεουδαλικό σύστημα παραγωγής. 79 Αν και δεν είναι καθόλου εύκολο να προσδιοριστούν με ακρίβεια οι επιπτώσεις όλων των παραπάνω μετασχηματισμών στη γερμανική αγροτική οικονομία, είναι, ωστόσο, βέβαιο ότι η μεγέθυνση της εμπορευματικής παραγωγής και οι απαρχές εμφάνισης της καπιταλιστικής γεωργίας έγιναν, χωρίς αμφιβολία, αισθητές. 80 Οι ανατολικογερμανοί ιστορικοί κατέδειξαν κάτι τέτοιο με αρκετή πειστικότητα και σαφήνεια -ειδικότερα για τις περιοχές της Σαξονίας και της Θουριγγίας, οι οποίες ανήκαν στα εδάφη της πρώην Λαοκρατικής Δημοκρατίας της Γερμανίας- εξετάζοντας τις περιπτώσεις των ορυχείων 81 και της παραγωγής μάλλινων υφασμάτων 82 καθώς επίσης και διερευνώντας τον σκληρό ανταγωνισμό αναμέσα στους τεχνίτες των χωριών και τις κατασκευαστικές βιοτεχνίες των πόλεων. 83 Βεβαίως, η ύπαρξη τέτοιου είδους στοιχείων δεν περιορίζεται μόνο σ' αυτές τις δύο περιοχές. Μάλιστα, όσον αφορά την εκτροφή προβάτων, ζήτημα στο οποίο αναφερθήκαμε και παραπάνω, οι ίδιες διαμαρτυρίες για περιφράξεις των κοινοτικών γαιών προκειμένου να βοσκήσουν εκεί τα μεγάλα κοπάδια των ηγεμόνων, οι οποίες ακούγονταν στην Άνω Σουαβία μπορούσαν ν' ακουστούν και στη Φρανκονία καθώς επίσης και στη Σαξονία και τη Θουριγγία. 84

Από τα όσα ειπώθηκαν μέχρι στιγμής, είναι πλέον φανερό ότι η αξιοσημείωτη στροφή από τη σχεδόν αποκλειστική καλλιέργεια της γης στην κτηνοτροφία και την μανιφακτούρα, στροφή που γίνεται αισθητή στη Γερμανία κατά τα τέλη του Μεσαίωνα, συνέβαλε αποφασιστικά στην ενσωμάτωση της αγροτικής οικονομίας στους μηχανισμούς της αγοράς. 85 Μάλιστα, απ' ότι φαίνεται τέτοιου είδους διαδικασίες είχαν μετασχηματίσει τη δομή της αγροτικής οικονομίας και κοινωνίας, κατά τον αιώνα που είχε προηγηθεί του 1525 ή και προγενέστερα, σε τέτοιο βαθμό ώστε κάτι τέτοιο να γίνεται αποδεκτό ακόμη κι από ερευνητές που σαφώς και δεν είναι μαρξιστές. 86


1. Ενδεικτικά και μόνο, βλέπε τις επισημάνσεις που γίνονται στην Εισαγωγή του έργου του Charles Tilly, FromMobilizationtoRevolution, Νέα Υόρκη, 1978, σ. 1-11 και ειδικότερα στην ενότητα υπό τον τίτλο Μελετώντας τη συλλογική δράση, σ. 5-6.

2. Tilly, ό. π., σ. 5.

3. Αναφέρεται στην Εισαγωγή του συλλογικού τόμου, Bob Scribner & Gerhard Benecke (eds), The German Peasant War 1525. New Viewpoints, Λονδίνο, 1979, σ. 1.

4. Ουσιαστικά το έργο με το οποίο εγκαινιάστηκε η συστηματική ενασχόληση της σύγχρονης δυτικής ιστοριογραφίας με τον Πόλεμο των Χωρικών ήταν η μελέτη του Horst Buszello, Der deutsche Bauernkrieg von 1525 als politische Bewegung, mit besonderer Berücksichtigung der anonymen Flugschrift ‘An die versamlung gemayner Pawerschafft', Studien zur Europäischen Geschichte, VIII, Βερολίνο,1969. Επίσης, ρόλο καθοριστικό στην επανατοποθέτηση του Πολέμου των Χωρικών στο πεδίο άμεσων ενδιαφερόντων των ιστορικών της Δύσης έπαιξαν οι μελέτες του Peter Blickle, Landschaften im Alten Reich: Die staatliche Funktion des gemeinen Mannes in Oberdeutschland, Μόναχο, 1973 καθώς και Die Revolution von 1525, Μόναχο και Βιέννη, 1975.

5. Η πρώτη συνολική και πλήρης παρουσίαση του θέματος υπήρξε το έργο του ριζοσπάστη λουθηρανού πάστορα Wilhelm Zimmermann, AllgemeineGeschichtedesgrossenBauernkrieges, που εκδόθηκε σε τρεις τόμους στη Στουτγκάρδη, στα χρόνια 1841-1843. [Συμβουλευτήκαμε το έργο του Zimmermann, τόσο στην τρίτομη έκδοσή του (επανέκδοση, Ανατ. Βερολίνο, 1967), όσο και στη συντομευμένη και εκλαϊκευμένη του έκδοση (Volksausgabe) που δημοσιεύθηκε και πάλι στο Ανατ. Βερολίνο στα 1975.] Το έργο του Zimmermann παρέχει πλουσιότατο πραγματολογικό υλικό. Ωστόσο, ο μελετητής θα πρέπει να λάβει υπόψη του τη σαφέστατη, μέχρι μεροληψίας, συμπάθεια του συγγραφέα προς τους εξεγερμένους καθώς και το γεγονός ότι ορισμένες από τις πληροφορίες που δίνονται δεν είναι επακριβώς διασταυρωμένες. Επίσης, ορισμένες ημερομηνίες δεν ισχύουν. Ανεξάρτητα, πάντως, από τα παραπάνω, το έργο αυτό είναι, ουσιαστικά, το πρώτο σημαντικό σώμα πληροφοριών που τέθηκε στη διάθεση της έρευνας. Στη μελέτη του Zimmermann βασίστηκε ο Friedrich Engels προκειμένου να γράψει το έργο του για τον Πόλεμο των Χωρικών, το οποίο δημοσιεύτηκε αρχικά στα τεύχη 5 και 6 της NeueRheinischeZeitung: Politisch-ÖkonomischeRevue, που εκδιδόταν από τον Marx, υπό τον τίτλο DerdeutscheBauernkrieg. [Α΄ έκδοση, Αμβούργο 1850, β΄ έκδοση (με νέο πρόλογο), Λειψία 1870, γ΄ έκδοση (με μερική αναθεώρηση του προλόγου του 1870), Λειψία 1875. Το συγκεκριμένο έργο του Engels γνώρισε αρκετές επανεκδόσεις σε διάφορες γλώσσες. Για τις ανάγκες της παρούσας μελέτης, λάβαμε υπόψη μας την έκδοση του έργου στα Marx-Engels-Werke (εφεξής MEW) τόμος 7, σ. 327-413 καθώς και την πέμπτη αγγλική έκδοσή του ως Friedrich Engels, ThePeasantWarinGermany, Μόσχα, 1977 (στην οποία περιλαμβάνονται, εκτός από το κυρίως έργο, όλοι οι πρόλογοι του Engels, παραρτήματα με άλλα κείμενα του συγγραφέα που σχετίζονται με το θέμα καθώς και μέρος της αλληλογραφίας των Marx και Engels, τόσο μεταξύ τους όσο και με άλλους σοσιαλιστές της εποχής σχετικά με το ζήτημα αυτό). Επίσης, λάβαμε υπόψη την ελληνική έκδοση του έργου ως Φρίντριχ Ένγκελς, Ο Πόλεμος των Χωρικών στη Γερμανία, εισαγωγή, μετάφραση Θανάσης Παπαρήγας, Αθήνα, 1991, η οποία συνοδεύεται από μια αρκετά ενδιαφέρουσα εισαγωγή του επιμελητή. Αξίζει, επίσης, να λάβει κανείς υπόψη του την έκδοση Friedrich Engels, The German Revolutions: «The Peasant War in Germany» and «Germany: revolution and counter-revolution», εκδ. Leonard Krieger, Σικάγο, 1967. Για την ιστορική θέση και την επίδραση του έργου του Engels, βλ. την εκτεταμένη συζήτηση, "The Peasant War in Germanyby Friedrich Engels - 125 years after", όπως παρουσιάζεται στο Janos Bak (επιμ.), The German Peasant War of 1525 (Library of Peasant Studies, 3), Λονδίνο 1976, σ. 89-135. Από την άλλη πλευρά, η καλύτερη μη-μαρξική αφηγηματική παρουσίαση του Πολέμου των Χωρικών παραμένει αναμφίβολα το έργο του Günther Franz, DerdeutscheBauernkrieg (πρώτη έκδοση, Μόναχο και Βερολίνο, 1933, δωδέκατη έκδοση, Darmstadt, 1984).

6. Ο όρος "Γερμανία" χρησιμοποιείται, (προφανώς όχι με τη σημερινή του σημασία), για να υποδηλώσει το σύνολο των πολιτικών μορφωμάτων που περιλαμβάνονταν σ' αυτό το ανομοιογενές κατασκεύασμα που ονομάστηκε "Αγία Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία του Γερμανικού Έθνους". Κατά συνέπεια όταν κάνουμε λόγο από εδώ και στο εξής για "Γερμανία" θα χρησιμοποιούμε τον όρο περισσότερο με τη γεωγραφική του έννοια και λιγότερο με την πολιτική του.

7. Βλ. τις ενδιαφέρουσες επισημάνσεις που γίνονται γι' αυτό το θέμα στην Εισαγωγή του Tom Scott & Bob Scribner (eds), TheGermanPeasants' War. A History in Documents, New Jersey, 1991, σ. 1-2.

8. Η θέση αυτή δεν αποτελεί απλώς μια δική μας εκτίμηση. Ο Max Steinmetz, ένας από τους σημαντικότερους ανατολικογερμανούς ιστορικούς, θα υποστηρίξει, σχολιάζοντας το επίπεδο της ιστοριογραφίας του Πολέμου των Χωρικών στη χώρα του: "Τα σχολικά μας εγχειρίδια, οι επεξεργασίες μας (ενν., που αναφέρονται στον Πόλεμο των Χωρικών, Δ.Χρ.Ξ.) είναι κατά βάση κάποιες θέσεις εργασίας.. " (Max Steinmetz, "Reformation und Bauernkrieg - Höhepunkte der Geschichte des deutschen Volkes", Sächsische Heimatsblätter, XIX (1973), σ. 100.) Ενδεικτικό της σημασίας που έδωσε η δυτική ιστοριογραφία στο απόσπασμα αυτό είναι ότι παρατίθεται σε τρία διαφορετικά έργα: Franklin Kopitzsch, "Bemerkungen zur Sozialgeschichte der Reformation und des Bauernkriegs" στο Rainer Wohlfeil (ed.), Der Bauernkrieg 1524-26, Bauernkrieg und Reformation: Neue Beiträge (nymphemburger texte zur wissenschaft, modelluniversität 21), σ. 180, Rainer Wohlfeil, "Neue Forschungen zur Geschichte des Deutschen Bauernkriegs", Μέρος II, στο Hans-Ulrich Wehler (ed.), Der deutsche Bauernkrieg 1524-1526, Geschichte und Gesellschaft: Zeitschrift für historische Sozialwissenschaft, Sonderheft I, Göttingen, 1975, σ. 339 και τέλος, Tom Scott, "The Peasants' War: A Historiographical Review", The Historical Journal, 22, 3 (1979), σ. 693-720 (Μέρος Ι) και 22, 4 (1979), σ. 953-974 (Μέρος ΙΙ). Για το συγκεκριμένο χωρίο, Μέρος Ι, σ. 694, υποσημείωση 3.

9. Rainer Wohlfeil, "Einleitung: Der Bauernkrieg als geschichtswissenschaftliches Problem", στο, του ίδιου (ed.), ό. π., σ. 20-24.

10. Η συνάντηση πραγματοποιήθηκε στο Memmingen, ένα από τα βασικά κέντρα του Πολέμου των Χωρικών, από τις 24 μέχρι και τις 27 Μαρτίου του 1975. Βλ., σχετικά, Peter Blickle (ed.), Revolte und Revolution in Europa: «Referate und Protokolle des Internationalen Symposiums zur Erinnerung an den Bauernkrieg 1525», Historische Zeitschrift, Beiheft 4 (Neue Folge), Μόναχο, 1975.

11. Η βιβλιογραφία σχετικά με το συγκεκριμένο ζήτημα είναι τεράστια υπό την έννοια ότι η θέση αυτή διαπερνά σε μικρότερο ή μεγαλύτερο βαθμό το σύνολο της ανατολικογερμανικής ιστοριογραφικής παραγωγής του Πολέμου των Χωρικών. Ενδεικτικά και μόνο, βλ. τις προγραμματικές διατυπώσεις του Max Steinmetz σύμφωνα με τις οποίες "‘η πρώτη σπουδαία δραστηριότητα της ανερχόμενης μπουρζουαζίας' (Engels) στη Γερμανία έφτασε στο αποκορύφωμά της με τη Μεταρρύθμιση και τον Πόλεμο των Χωρικών (1517-25), το πιο σημαντικό επαναστατικό μαζικό κίνημα του γερμανικού λαού μέχρι τη Νοεμβριανή Επανάσταση του 1918". (Max Steinmetz, "Thesen zur frühbürgerlichen Revolution" στο G. Brendler (ed.), Die frühbürgerliche Renolution in Deutschland, μέρος του E. Werner & Max Steinmetz (eds), Tagung der Sektion Mediävistik, Wernigerode, 1960. Απόδοση του ίδιου κειμένου στα αγγλικά ως Max Steinmetz, "Theses on the Early Bourgeois Revolution in Germany, 1476-1535" στο Bob Scribner & Gerhard Benecke (eds), The German Peasant War 1525. NewViewpoints, Λονδίνο, 1979, σ. 9-18, ειδικότερα σ. 1). Η υποστήριξη αυτής της εκτίμησης παρέμεινε αφετηριακό σημείο στις αναλύσεις των ανατολικογερμανών ιστορικών και τα επόμενα χρόνια. Έτσι, στα 1973, ο Max Steinmetz θα διατυπώσει με παραπλήσιο τρόπο την ίδια θέση, τονίζοντας ότι η Μεταρρύθμιση και ο Πόλεμος των Χωρικών αποτελούν την "ουσία και την κορύφωση" της πρώιμης αστικής επανάστασης στη Γερμανία. (Max Steinmetz, ό. π., Sächsische Heimatsblätter, XIX (1973), σ. 100).

12. Ενδεικτικός των επιδιώξεων για τη συγκρότηση ενός τέτοιου ερευνητικού σχήματος ευρείας εμβέλειας είναι ο τρόπος με τον οποίο προσδιορίζεται η περίοδος από τις αρχές του 15ου αιώνα μέχρι και το τέλος του 18ου αιώνα: "Είναι η εποχή της αποσύνθεσης του φεουδαλισμού, της δημιουργίας και εξέλιξης του καπιταλισμού της μανιφακτούρας και της πρώτης αστικής επανάστασης." (Grundrisse der deutschen Geschichte. Von den Anfängen der Geschichte des deutschen Volkes bis zur Gestaltung der entwickelten sozialistischen Gesellschaft in der Deutschen Demokratischen Republik. Klassenkampf. Tradition. Sozialismus, Ανατολικό Βερολίνο, 1979, σ. 131.)

13. Η βιβλιογραφία που αφορά τη συζήτηση του όρου "πρώιμη αστική επανάσταση" καθώς και την ανατολικογερμανική προσέγγιση της Μεταρρύθμισης και του Πολέμου των Χωρικών είναι ιδιαίτερα μεγάλη. Απλώς για μια εισαγωγή στη συζήτηση, βλ., Rainer Wohlfeil (ed.), ReformationoderfrühbürgerlicheRenolution? (nymphemburger texte zur wissenschaft, modelluniversität 5), Μόναχο, 1972 καθώς και την κριτική επ' αυτού στο Winfried Schulze, "‘Reformation oder frühbürgerliche Renolution?' Überlegungen zum Modellfall einer Forschungskontroverse", Jahrbuch für die Geschichte Mittel- und Ostdeutschlands, XXII (1973), σ. 253-69. Επίσης, Thomas Nipperdey, Reformation, Revolution, Utopie: Studien zum 16. Jahrhundert (Kleine Vandenhoeck-Reihe 1408), Göttingen, 1975, Thomas Nipperdey & Peter Melcher ‘Peasants war' στο C. D. Kernig (ed.), Marxism, Communism and western society: a comparative encyclopedia, Νέα Υόρκη, 1973, Abraham Friesen, Reformation and Utopia: the Marxist interpretation of the Reformation and its antecedents, Veröffentlichungen des Instituts für Europäische Geschichte, Mainz, LXXI, Wiesbaden, 1974, Joseph Foschepoth, Reformation und Bauernkrieg im Geschichtsbild der DDR: Zur Methodologie eines gewandelten Geschichtsverständnisses, Historische Forschungen, X, Βερολίνο, 1976, Bob Scribner, "Is there a social history of the Reformation?", Social History, IV (1977), σ. 483-505 καθώς και Adolf Laube, Max Steinmetz & Günter Vogler, Illustrierte Geschichte der deutschen frühbürgerlichen Revolution, Βερολίνο, 1974.

14. Αναφέρεται στην Εισαγωγήτης συλλογής πηγών, Tom Scott & Bob Scribner (eds), The German Peasants' War. A History in Documents, New Jersey, 1991, σ. 64.

15. Η καλλιτεχνική δημιουργία του AlbrechtDürer(1471-1528) και του AlbrechtAltdorfer(;1480-1538), οι οποίοι υπήρξαν δύο από τους σημαντικότερους γερμανούς ζωγράφους που έζησαν ακριβώς κατά την περίοδο που εξετάζουμε, διακρίνεται από την έντονη επίδραση του κλίματος του μυστικισμού που κατέκλυζε τη Γερμανία εκείνης της εποχής, τις πολυπρόσωπες δημιουργίες, τη δυνατή και σαφή γραμμή καθώς και την έμφαση στη λεπτομέρεια.

16. Οι έννοιες του τρόπου παραγωγής καθώς και του οικονομικού-κοινωνικού σχηματισμού έγιναν αντικείμενο επεξεργασίας από τον Marx στο κύριο θεωρητικό του έργο, το Κεφάλαιο. Βασικό γνώρισμα της μαρξικής προσέγγισης είναι το ότι δεν τοποθετείται στο κέντρο της ανάλυσης μόνο η "οικονομία" -πράγμα για το οποίο ο Marx έχει κατηγορηθεί πολλές φορές- αλλά η εξουσία της κυρίαρχης τάξης στο σύνολό της, ως εξουσία κοινωνική, δηλαδή εξουσία ταυτόχρονα οικονομική, πολιτική και ιδεολογική. Άρα, λοιπόν, η έννοια "τρόπος παραγωγής" δεν αναφέρεται, αποκλειστικά και μόνο, στο οικονομικό επίπεδο, αλλά σε ένα δομημένο κοινωνικό όλο, το οποίο συγκροτείται από τη συνάρθρωση του οικονομικού, του πολιτικού και του ιδεολογικού επιπέδου. Στο πλαίσιο αυτού του όλου, το οικονομικό επίπεδο κατέχει τον προσδιοριστικό, σε τελευταία ανάλυση, ρόλο: Αυτό σημαίνει ότι η δομή του πολιτικού επιπέδου (μορφή κράτους, σύστημα δικαίου) και της ιδεολογίας, ιδίως μάλιστα της κυρίαρχης (πολιτική, θρησκευτική, ηθική ιδεολογία), καθορίζονται, σε τελική ανάλυση, από τη δομή του οικονομικού επιπέδου. Βεβαίως, οι παραπάνω θέσεις, δεν σημαίνουν σε καμιά περίπτωση ότι υφίσταται ανάμεσα στη "βάση" (οικονομία) και το "εποικοδόμημα" (κράτος, δίκαιο, ιδεολογία, κουλτούρα) μια σχέση γενετικής υφής, όπως για παράδειγμα αφήνουν να εννοηθεί οι προσεγγίσεις που επιχειρούν να "συναγάγουν" το κράτος από την οικονομία (Ableitungstheorie). Η αναλυτική κατηγορία του κοινωνικού σχηματισμού αναφέρεται σε συγκεκριμένες κοινωνίες και επομένως είναι πολύ πιο σύνθετη από την έννοια του τρόπου παραγωγής, καθώς εμπεριέχει και μια σειρά άλλες συνιστώσες: Ιστορική φάση, συγκυρία της πάλης των τάξεων και ύπαρξη διαφοροποιημένων μορφών ταξικής κυριαρχίας. Αυτό σημαίνει ότι στο εσωτερικό ενός συγκεκριμένου κοινωνικού σχηματισμού είναι δυνατόν να συνυπάρχουν περισσότεροι από ένας τρόποι παραγωγής. Ένας κοινωνικός σχηματισμός δεν περιλαμβάνει μόνο περισσότερους τρόπους παραγωγής αλλά και μια ιστορία. Εφόσον η προγενέστερη δομή των σχέσεων εξουσίας δεν έχει ανατραπεί, αυτός διατηρεί πάντα το χαρακτήρα του. Εντούτοις, ο συσχετισμός των δυνάμεων στο εσωτερικό του μπορεί να έχει υποστεί μετασχηματισμούς, οι οποίοι εκφράζονται με ανάλογες διαφοροποιήσεις των μορφών μέσω των οποίων υλοποιείται η κυριαρχία του συγκεκριμένου τρόπου παραγωγής. Για τα ζητήματα αυτά βλ. Γιάννης Μηλιός, Τρόποι παραγωγής και μαρξιστική ανάλυση, εκδ. Ελληνικά Γράμματα, Αθήνα 1997.

17. Όπως επισημάνθηκε και παραπάνω ένα τέτοιο γνώρισμα χαρακτήριζε πολλές από τις μελέτες των ανατολικογερμανών ιστορικών, μέχρι και τα μέσα της δεκαετίας του 1970. [Ενδεικτικά και μόνο, βλ., Max Steinmetz, «Forschungen zur Geschichte der Reformation und des deutschen Bauernkrieges», στο πλαίσιο της ανακοίνωσης Historische Forschungen in der DDR, 1960-70. Analysen und Berichte, Zum XIII Internationalen Historikerkongress in Moskau 1970, Ανατολικό Βερολίνο, 1970.] Ωστόσο, φαίνεται ότι η συνειδητοποίηση του προβλήματος είχε αρχίσει να ωριμάζει ανάμεσα στους ανατολικογερμανούς ερευνητές. Έτσι, λοιπόν, ο Winfried Küttler θα επισημάνει, στα 1974, με έμφαση ότι "η ιστορική έρευνα δεν πρέπει να πάρει υπόψη της μόνο την αναπόφευκτη απόκλιση της θεωρητικής παραγωγής από τη συγκεκριμένη ιστορική πραγματικότητα, όπως κάνει κάθε άλλη μέθοδος έρευνας. Η θεωρία των κοινωνικών σχηματισμών πρέπει να μετατραπεί σε ιστορία του συγκεκριμένου κοινωνικού σχηματισμού· εδώ βρίσκεται το κρίσιμο σημείο της ιστορικής έρευνας των οικονομικών-κοινωνικών σχηματισμών." (Winfried Küttler, «Zur Frage der methodologischen Kriterien historischer Formationsbestimmung», Zeitschrift für Geschichtswissenschaft, (1974), 10, σ. 1040.) Διαπιστώσεις σαν την παραπάνω σε συνδυασμό με την "πίεση" και της δυτικής ιστοριογραφίας είχαν ως αποτέλεσμα, χωρίς η ροπή προς το απόλυτα αφηρημένο να εξαλειφθεί, να εκπονηθούν μια σειρά πρωτότυπες έρευνες, οι οποίες απετέλεσαν ουσιαστικές συμβολές στη μελέτη του Πολέμου των Χωρικών. Σε ορισμένες από αυτές θα έχουμε την ευκαιρία να αναφερθούμε στη συνέχεια.

18. Η βιβλιογραφία είναι δίχως υπερβολή τεράστια. Περιοριζόμαστε, λοιπόν, σε κάποιες ενδεικτικές αναφορές: H. Aubin & W. Zorn (eds), HandbuchderdeutschenWirtschafts- undSozialgeschichte, Στουτγκάρδη, 1971, F. Braudel, Capitalismandmateriallife, 1400-1800, Λονδίνο, 1973, C. M. Cipolla (ed.), TheFontanaEconomicHistoryofEurope, vol. 2, TheSixteenthandSeventeenthcenturies,Λονδίνο, 1974 (και στη γερμανική έκδοση ως EuropäischeWirtschaftsgeschichte, Στουτγκάρδη & Νέα Υόρκη, 1979), E.E. Rich & C.H. Wilson (eds.), TheCambridgeEconomicHistoryofEurope, vol. 4, TheeconomyofexpandingEurope, Cambridge, 1967, vol. 5, TheeconomicorganisationofearlymodernEurope, Cambridge, 1977, Jean de Vries, TheeconomyofEuropeinanageofcrisis1600-1750, Cambridge, 1976, C. M. Cipolla, BeforetheIndustrialRevolution. EuropeanSocietyandEconomy, 1000-1700, Νέα Υόρκη & Λονδίνο, 1980, Henry Kamen, EuropeanSociety, 1500-1700, Λονδίνο, 1984, Jean de Vries, Europeanurbanization1500-1800, Λονδίνο, 1984.

19. Το δρόμο για τη διερεύνηση της Άνω Σουαβίας άνοιξαν οι μελέτες του Peter Blickle και του David Warren Sabean. Βλ., σχετικά, Peter Blickle, "Leibeigenschaft als Instrument der Territorialpolitik im Allgäu" στο H. Haushofer & W.A. Boelcke (eds), Wege und Forschungen der Agrargeschichte: Festschrift zum 65. Geburtstag von Günther Franz, Φρανκφούρτη, 1967, σ. 51-66, του ίδιου, "Bauer und Staat in Oberschwaben", Zeitschrift für Württembergische Landesgeschichte, 31, (1972), του ίδιου, Landschaften im Alten Reich: Die staatliche Funktion des gemeinen Mannes in Oberdeutschland, Μόναχο,1973, του ίδιου, "Die spätmittelalterliche Leibeigenschaft in Oberschwaben", Zeitschrift für Agrargeschichte und Agrarsoziologie, 22 (1974), του ίδιου, Die Revolution von 1525, Μόναχο & Βιέννη, 1975 καθώς και Peter Blickle, "The economic, social and political background of the Twelve Articles of the Swabian Peasants of 1525" στο Janos Bak (ed.), The German Peasant War of 1525, Library of Peasant Studies, 3, Λονδίνο, 1976, σ. 63-75. Η ενασχόληση του Blickle ειδικά με την ΄Ανω Σουαβία είχε αρχίσει νωρίτερα καθώς είχε την επιμέλεια δύο τόμων του Historischer Atlas vonBayern, Teil Schwaben, τόμος IV: Memmingen, Μόναχο, 1967 καθώς και τόμος VI: Kempten, Μόναχο, 1968. Επίσης, βλ., David Warren Sabean, The Social Background to the Peasants' War of 1525 in Southern Upper Swabia, Wisconsin University thesis, 1969 [Απόδοση στα γερμανικά ως D. W. Sabean, Landbesitz und Gesellschaft am Vorabend des Bauernkriegs: Eine Studie der sozialen Verhältnisse im südlichen Oberschwaben in den Jahren vor 1525, Quellen der Forschungen zur Agrargeschichte, XXVI, Στουτγκάρδη, 1972]. Για μια συνοπτική παρουσίαση των θέσεων του Sabean, βλ., D. Sabean, "Family and Land Tenure: A Case Study of Conflict in the German Peasant War 1525", στο Scribner & Benecke (eds), The German Peasant War 1525. New Viewpoints, Λονδίνο, 1979, σ. 174-189. Επίσης,.

20. Το ντοκουμέντο, το οποίο περισσότερο από κάθε άλλο ενσωμάτωσε την αρχή του Λόγου του Θεού ως κριτήριο για πολιτικές διαπραγματεύσεις ήταν τα ΔώδεκαΆρθρα των αγροτών της Σουαβίας. Τα Άρθρα αυτά έχει θεωρηθεί ότι αποτελούσαν ένα μετριοπαθές, μεταρρυθμιστικό πρόγραμμα εξαιτίας των επαναλαμβανόμενων διαβεβαιώσεων που υπάρχουν σ' αυτά ότι οι αγρότες δεν επεδίωκαν την ανατροπή των υφιστάμενων δομών εξουσίας. Ωστόσο, όπως έχει υποστηριχθεί από κάποιους μελετητές (Peter Blickle, "The economic, social and political background of the Twelve Articles of the Swabian Peasants of 1525" στο Janos Bak (ed.), TheGermanPeasantWarof1525, Library of Peasant Studies, 3, Λονδίνο, 1976, σ. 63-75.) τα Δώδεκα Άρθρα εμπεριείχαν ένα εκρηκτικό επαναστατικό δυναμικό καθώς αναγνώριζαν ως μοναδικό κριτή για το δίκαιο ή το άδικο των αγροτικών αιτημάτων τη Βίβλο κι όχι οποιαδήποτε μορφή εξουσίας. Το κείμενο των Δώδεκα Άρθρων συντάχθηκε στο Memmingen ανάμεσα στις 27 Φεβρουαρίου και 1 Μαρτίου 1525 από τον Sebastin Lotzer, έναν εργάτη γουνοποιίας και ιεροκήρυκα, ο οποίος συμπύκνωσε στο κείμενο αυτό πάνω από τριακόσια αιτήματα που είχαν υποβληθεί από τους αγρότες της περιοχής του Baltringen. Ο πάστορας του Memmingen, Christoph Schappeler προσέθεσε τον πρόλογο και θεμελίωσε καλύτερα τα αιτήματα προσθέτοντας κάποιες παραπομπές από το Ευαγγέλιο. Βλ., Günther Franz (ed.), QuellenzurGeschichtedesBauernkriges, Darmstadt, 1963, σ. 174-9, κείμενο 43 και σε αγγλική απόδοση με ενδιαφέρουσα εισαγωγή στο Tom Scott & Bob Scribner (eds), TheGermanPeasants' War. A History in Documents, New Jersey, 1991, σ. 252-7, κείμενο 125.

21. Wilhelm Abel, Agrarkrisen und Agrakonjunkturen in Mitteleuropa vom 13. bis zum 19. Jahrhundert, Βερολίνο, 1935· δεύτερη έκδοση, αναθεωρημένη, ως Agrarkrisen und Agrakonjunktur: Land- und Ernährungswirtschaft Mitteleuropas seit dem hohen Mittelalter, Αμβούργο & Βερολίνο, 1966 και του ίδιου, Geschichte der deutschen Landwirtschaft, Στουτγκάρδη, 1967. Επίσης, ο Abel συμμετείχε στη συγγραφή του πεντάτομου έργου, Günther Franz (ed.), Deutsche Agrargeschichte, Φρανκφούρτη, 1967-70. H θεμελιώδης σημασία των μελετών του Abel για τον ιστορικό που ασχολείται με τη Γερμανία του ύστερου Μεσαίωνα υπογραμμίζεται στο Γκέοργκ Ίγκερς, Νέες κατευθύνσεις στην ευρωπαϊκή ιστοριογραφία, μετάφραση Β. Οικονομίδης, επιμέλεια σειράς Α. Λιάκος, Αθήνα, 1991, σ. 160-4.

22. Blickle, Die Revolution von 1525, ό. π., σ. 45 και Abel, Agrarkrisen, ό.π., σ. 48-96.

23. Blickle, ό.π., σ. 45, 47.

24. Βλ., Scott, ό. π., Μέρος Ι, σ. 703-4 αλλά και διάσπαρτα στο σύνολο σχεδόν του άρθρου.

25. Βλ., Blickle, Die Revolution von 1525, σ. 24, σημ. 8.

26. Ο Scott, με το να υποστηρίζει ότι το κύριο μαρξικό κριτήριο για τη μετάβαση από τον φεουδαλισμό στον καπιταλισμό είναι η απόσπαση εργατικών χεριών από την αγροτική οικονομία, σαφώς και αφυδατώνει, αν όχι παραμορφώνει, τη μαρξική σκέψη. Θα έχουμε την ευκαιρία να συζητήσουμε αυτή τη θέση πιο αναλυτικά στη συνέχεια. Πάντως, σημειώνουμε, προς το παρόν, ότι η απόσπαση εργατικών χεριών από την αγροτική οικονομία δεν συνεπάγεται αναγκαστικά και τη μετανάστευση των κατοίκων της υπαίθρου στην πόλη. Ο χωρικός είναι δυνατόν να εμπλακεί σε καπιταλιστικού τύπου διαδικασίες όχι απλώς παραμένοντας στο χωριό του αλλά ακόμη και παραμένοντας μέσα στο σπίτι του. Αυτή είναι μια πιθανότητα την οποία ο Scott, όπως θα φανεί στη συνέχεια, σαφώς και έχει υπόψη του.

27. Scott, ό. π., Μέρος Ι, σ. 704.

28. Ο ανατολικογερμανός ιστορικός Adolf Laube επιχειρηματολογεί, αποτελεσματικά κατά τη γνώμη μας, εναντίον εκείνων των δυτικών ερευνητών που σπεύδουν να κατακρίνουν τους μαρξιστές για την μονομέρεια, τη μονο-αιτιότητα που υποτίθεται ότι διακρίνει πάντοτε τις αναλύσεις τους. Ο Laube υποστηρίζει ότι μια τέτοια θεώρηση των πραγμάτων είναι πράγματι απαραίτητη προκειμένου να μπορέσει ο ερευνητής να συλλάβει τους μηχανισμούς εκείνους που βρίσκονται πολύ βαθύτερα από τα επιφανειακά συμπτώματα της κρίσης. Στη συνέχεια ο Laube θέτει το ερώτημα: γιατί, άραγε, η επίδραση αυτών των βαθύτερων παραγόντων και η παρουσία των επιφανειακών συμπτωμάτων πρέπει να συμπίπτουν σε μια συγκεκριμένη χρονική στιγμή; Κατά τη γνώμη του, η ερμηνεία αυτής της σύμπτωσης θα πρέπει να αναζητηθεί αφ' ενός στην αύξηση της εμπορευματικής παραγωγής και αφ' ετέρου στην ανάδυση στον γερμανικό χώρο του 15ου αιώνα των πρώϊμων μορφών του καπιταλισμού. Βλ. σχετικά Adolf Laube σε Peter Blickle (επιμ.), Revolte und Revolution in Europa: Referate und Protokolle des Internationalen Symposiums zur Erinnerung an den Bauernkrieg 1525 (Memmingen, 24-27 März 1975, Historische Zeitschrift von 1525, Beiheft 4 (Νέα Σειρά), Μόναχο, 1975, σ. 89. Πάντως, θα πρέπει να πούμε ότι οι μαρξιστές έχουν δεχθεί συχνά κριτική για την επιλογή τους να χαρακτηρίσουν τα γεγονότα του Πολέμου των Χωρικών "αντι-φεουδαλικό κίνημα". Μερικές σημαντικές παρατηρήσεις που αφορούν τον προσδιορισμό των κριτηρίων προκειμένου να μιλήσει κανείς για "αντι-φεουδαλικό κίνημα" γίνονται στο Ferdinard Seibt, "Die Hussitische Revolution und der Deutsche Bauernkrieg" στο Peter Blickle (επιμ.), Revolte und Revolution in Europa, ό. π., σ. 47-8.

29. Scott, "The Peasants' War: A Historiographical Review", The Historical Journal, ό. π., Μέρος Ι, σ. 696.

30. Πάντως, ο Blickle λαμβάνει υπόψη του την πολιτική διάσταση του πράγματος, Blickle, Die Revolution, ό.π., σ. 47. Επίσης, Blickle στο Janos Bak (ed.), The German Peasant War of 1525, Library of Peasant Studies, 3, Λονδίνο, 1976 [Επίσης στο Journal of Peasant Studies, III, I, 1975], σελ.65-66. Ειδικότερα για την περίπτωση του αβαείου του Kempten, βλ., Blickle, "Leibherrschaft als Instrument der Territorialpolitik im Allgäu" στο H. Haushofer & W.A. Boelcke (eds), Wege und Forschungen der Agrargeschichte: Festschrift zum 65. Geburtstag von Günther Franz, Φρανκφούρτη, 1967, σ. 51-66.

31. Blickle, Die Revolution, ό. π., σ. 49.

32. Η κριτική που έχει ασκηθεί στον Blickle (Scott, ό. π., Μέρος Ι, σ. 697, υποσημείωση 14) είναι ότι συγχέει την προσωπική δουλοπαροικία με τη "δεύτερη δουλοπαροικία" της ανατολικής Ευρώπης. [Για το απόσπασμα στο οποίο στηρίζεται ο Scott, βλ. Blickle, Die Revolution von 1525, σ. 109.]. Σύμφωνα με τον Scott, κάτι τέτοιο παραβλέπει το γεγονός ότι η δουλοπαροικία στην ανατολική Ευρώπη από τον 16ο αιώνα και μετά περιελάμβανε τόσο την αποκλειστική οικειοποίηση της εργασίας του αγρότη από τον άρχοντα, στοιχείο χαρακτηριστικό του φεουδαλισμού, όσο και την απόσπαση της υπεραξίας αυτής της εργασίας, γνώρισμα που εμφανίζεται μαζί με τις πρώιμες μορφές του καπιταλιστικού τρόπου παραγωγής. Μια τέτοια μορφή δουλοπαροικίας, ωστόσο, διαφοροποιείται ουσιωδώς, κατά τον Scott, από την εδαφικού-δικαιοδοτικού χαρακτήρα δουλοπαροικία που αναπτύσσεται στη νότια Γερμανία από τον 15ο αιώνα και μετά.

33. Blickle, Die Revolution, ό.π., σ. 41-2 και Blickle στο Janos Bak, ό.π., σ. 66-8.

34. Blickle, Die Revolution, ό.π., σ. 73-4.

35. Blickle, Die Revolution, ό.π., σ. 75.

36. Blickle, Die Revolution, ό.π., σ. 125-7 και Blickle στο Janos Bak, ό.π., σ.71-3.

37. Blickle, Die Revolution ό.π., σ. 52-57 και David Warren Sabean, Landbesitz und Gesellschaft am Vorabend des Bauernkriegs: Eine Studie der sozialen Verhältnisse im südlichen Oberschwaben in den Jahren vor 1525, Quellen der Forschungen zur Agrargeschichte, XXVI, Στουτγκάρδη, 1972, σ. 35 κ.ε. Η παράλληλη μελέτη των εργασιών του Blickle και του Sabean μας αποκαλύπτει τα πλεονεκτήματα της συγκριτικής ανάλυσης, μιας μεθόδου εργασίας που αποτελεί σχεδόν μονόδρομο για τον ερευνητή αυτής της περιόδου: Τα δεδομένα που παραθέτει ο Blickle για την περιοχή του Memmingen παρουσιάζουν πολλά κοινά σημεία με τα αντίστοιχα στοιχεία που παρουσιάζει ο Sabean για το Weingarten καθιστώντας έτσι δυνατή τη διατύπωση κάποιων γενικεύσεων σχετικά με την κατάσταση της αγροτικής κοινωνίας της εποχής που εξετάζουμε.

38. Blickle, Die Revolution, ό.π., σ. 57-62. Κατά τη γνώμη του Tom Scott, ο σφετερισμός των κοινών βοσκοτόπων ήταν φαινόμενο πολύ πιο συχνό απ'ότι συμπεραίνει ο Blickle μελετώντας τους καταλόγους με τα αιτήματα των αγροτών κατά την επανάσταση του 1525. Βλ., σχετικά, Scott, ό.π., Μέρος Ι, σ. 697.

39. Σύμφωνα με τα στοιχεία που παραθέτει ο Blickle (Die Revolution, ό.π., σ. 78-9), υπήρχαν περιοχές της Άνω Σουαβίας που παρουσίασαν πληθυσμιακή αύξηση της τάξης του 50% από τα μέσα του 15ου μέχρι και τα μέσα του 16ου αιώνα (1450/80 έως και 1548). Επίσης, ο Sabean παρουσιάζει στοιχεία (Landbesitz, ό.π., σ. 38) σύμφωνα με τα οποία ο πληθυσμός της υπαίθρου γύρω από το Ravensburg αυξήθηκε μέχρι και 100% ανάμεσα στα 1455 και στα 1525.

40. Ο Blickle εξετάζει (Die Revolution, ό.π., σ. 77-9) το αξιοπερίεργο, πράγματι, πληθυσμιακό φαινόμενο που παρουσιάζεται στην Άνω Σουαβία από τα μέσα του 15ου μέχρι και τα μέσα του 16ου αιώνα: Oι πληθυσμοί των Ελεύθερων Αυτοκρατορικών Πόλεων, όπως, π.χ. του Ravensburg, παρουσιάζουν στασιμότητα ή και μείωση την ίδια ακριβώς στιγμή που οι πληθυσμοί της υπαίθρου εμφανίζουν αλματώδη αύξηση. Ο Blickle αποδίδει το φαινόμενο αυτό στην ουσιαστική απαγόρευση της μετανάστευσης από την ύπαιθρο στις πόλεις, μια απαγόρευση που επιτεύχθηκε μέσω της σκλήρυνσης της δουλοπαροικίας και της ενίσχυσης των φεουδαλικών δεσμών. Στη συνέχεια, θα έχουμε την ευκαιρία να συζητήσουμε αυτή τη θέση.

41. Blickle, Die Revolution, ό.π., σ. 80-1, 111-12, 118 και εξής, Blickle στο Janos Bak, ό.π., σ. 68-9 και Sabean, Landbesitz, ό.π., σ. 47.

42. Sabean, Landbesitz ό.π., σ. 20 και εξής. Επίσης, βλ., Sabean, "German agrarian institutions at the beginning of the sixteenth century: Upper Swabia as an example" στο Janos Bak, ό.π., σ. 82. [Το κείμενο αυτό αποτελεί μετάφραση στα αγγλικά της μελέτης του Sabean, "Probleme der deutschen Agrarverfassung zu Beginn des 16. Jahrhunderts: Oberschwaben als Beispiel", η οποία δημοσιεύτηκε στο Blickle (ed.), Revolte und Revolution in Europa, ό. π., σ. 132-50].

43. Sabean, Landbesitz, σ. 36, 44, 100 -101, 104 και Sabean στο Janos Bak, ό.π., σ. 80, 85-6.

44. Blickle, Die Revolution, σ. 85.

45.Η εκτίμηση αυτή, στην οποία συμπίπτει η πλειοψηφία των ερευνητών, βασίζεται στη σημερινή κατάσταση της έρευνας. Βλ. σχετικά, Scott, ό.π., Μέρος Ι, σ. 698.

46. Η πιο εμπεριστατωμένη κριτική στις απόψεις των Abel και Blickle ασκείται, κατά τη γνώμη μου, από τον Tom Scott. Βλ. σχετικά, Scott, "Bemerkungen zum Begriff ‘gemeiner Mann': Das Stadt-Land-Verhältnis zur Zeit des Bauernkrieges" στο Die Bauernkriege und Michael Gaismair: Protokoll des internationalen Symposions vom 15. bis 19. November 1976 in Innsbruck-Vill, Innsbruck, 1979 και Scott, "The Peasants' War: A Historiographical Review", The Historical Journal, 22, 3 (1979), σ. 693-720 (Μέρος Ι) και 22, 4 (1979), σ. 953-974 (Μέρος ΙΙ).

47. Scott, "The Peasants' War: A Historiographical Review", ό. π., Μέρος Ι, σ. 698-9.

48. Scott, ό.π., Μέρος Ι, σ. 699.

49. Blickle, Die Revolution, σ. 77.

50. Αρκετές αναφορές στη λειτουργία του συστήματος της οικοτεχνίας (Verlagssystem) στην Ευρώπη του ύστερου Μεσαίωνα γίνονται στα γενικά έργα ευρωπαϊκής οικονομικής ιστορίας στα οποία ήδη αναφερθήκαμε (υποσημείωση 18). Πιο συγκεκριμένα, βλ., Henry Kamen, Europen Society, 1500-1700, Λονδίνο, 1984, σ. 79-82 την ενότητα υπό τον τίτλο Βιομηχανική οργάνωση και πρωτο-βιομηχανία καθώς και D.C. Coleman, "Proto-industrialization. A concepr too many", Economic History Review, 36, 3 (1983). Για τη λειτουργία του Verlagssystem στο γερμανικό χώρο της εποχής που μελετάμε, βλ., Jürgen Bücking, "Der ‘Bauernkrieg' in den habsburgischen Ländern als sozialer Systemkonflikt, 1524-26" στο Hans-Ulrich Wehler (επιμ.), Der deutsche Bauernkrieg 1524-1526, Sonderheft Ι, Geschichte und Gesellschaft: Zeitschrift für historische Sozialwissenschaft, Göttingen, 1975, σ. 168-192. [Πρωτόλειο ως Jürgen Bücking και Hans-Christoph Rublack "Der Bauernkrieg in den vorder- und oberösterreichischen Ländern und in der Stadt Würzburg", μέρη Ι και ΙΙ στο Bernd Moeller (επιμ.), Bauernkriegs-Studien, Schriften des Vereins für Reformationsgeschichte, CLXXXIX, τ. 82, 2/83, Gütersloh, 1975, σ. 47-58.] Επίσης, μια συνοπτική απόδοση των θέσεων του Bücking στα αγγλικά ως Bücking, "The Peasant War in the Habsburg Lands as a Social Systems-Conflict" στο Scribner & Benecke (eds), The Geramn Peasant War. New Viewpoints, Λονδίνο, 1979, σ. 160-173. Για το ίδιο ζήτημα, βλ. ακόμη, Herman Schultz, Landhandwerk im Übergang vom Feudalismus zum Kapitalismus, Vergleichender Überblick und Fallstudie Mecklenburg-Schwerin, Ανατολικό Βερολίνο, 1984, του ίδιου, " ‘Protoindustrialisierung' und Übergangsepoche vom Feudalismus zum Kapitalismus", Zeitschrift für Geschichtswissenschaft, 12 (1983), του ίδιου, "Handwerk, Verlag, Manufaktur in den deutschen Territorien während des 17. und 18. Jahrhunderts", Hansische Studien, V, 1984. Για το σύστημα της οικοτεχνίας ως πρώιμο στάδιο του καπιταλισμού βλ. Werner Sombart, Der Moderne Kapitalismus, Zweiter Band, Zweite Haelfte, σσ. 708-729, Μόναχο και Λειψία 1922. Με το ίδιο ζήτημα είχε ασχοληθεί διεξοδικά ο Λένιν στα έργα του της περιόδου 1893-1900 (βλ. Γιάννης Μηλιός, Τρόποι παραγωγής και μαρξιστική ανάλυση, εκδ. Ελληνικά Γράμματα, Αθήνα 1997, σσ. 209-253).

51. Blickle, Die Revolution, ό.π., σ. 79 και 106.

52. Scott, ό.π., (Μέρος Ι), σ. 699.

53. Alexis de Tocqueville, Der Alte Staat und die Revolution, Αμβούργο, 1969, σ. 219. Αναφέρεται στο Gunnar Hering, "Σχετικά με το πρόβλημα των επαναστατικών εξεγέρσεων στις αρχές του 19ου αιώνα", Ιστορικά, 24/25 (1996), σ. 105-120· συγκεκριμένα, σ. 106-7. Παρά τον χρονικό του εντοπισμό, το άρθρο του Hering παρουσιάζει γενικότερο ενδιαφέρον για την ιστορική διερεύνηση των όρων «εξέγερση» και «επανάσταση».

54. Η βιβλιογραφία είναι τεράστια. Ενδεικτικά και μόνο αναφέρουμε ορισμένα έργα που προσεγγίζουν τα θέματα της μαζικής κινητοποίησης, της εξέγερσης και της επανάστασης σε θεωρητικό, περισσότερο, επίπεδο: Crane Brinton, The Anatomy of Revolution, Λονδίνο, 1939 (επανέκδοση Νέα Υόρκη, 1965), C. J. Friedrich (ed.), Revolution, Νέα Υόρκη, 1960, K.E. Boulding, Conflict and Defense. A General Theory, Νέα Υόρκη, 1962, James Davies, "Toward a Theory of Revolution", Conflict Resolution, 11 (1967), σ. 264-279, Hannah Arendt, On Revolution, Λονδίνο, 1963, Chalmers Johnson, Revolutionary Change, Βοστώνη, 1966, Ted Robert Gurr, Why Men Rebel, Πρίνστον, 1970, I. Kramnick, "Reflections on Revolution: Definition and Explanation in Recent Scholarship", History and Theory, 11 (1972), σ. 26-63, Barrington Moore, Reflections on the causes of human misery and upon certain proposals to eliminate them, Βοστώνη, 1973, H. A. Landsberger, Rural Protest: Peasant Movements and Social Change, Λονδίνο, 1974, Hans Wassmund, Revolutionstheorien. Eine Einführung, Μόναχο, 1978, Charles Tilly, From Mobilization to Revolution, Νέα Υόρκη, 1978, Helmut Reinalter (ed.), Revolution und Gesellschaft. Zur Entwicklung des neuzeitlichen Revolutionsbegriffs, Innsbruck, 1980, Ferdinand Seibt, Revolution in Europa. Ursprung und Wege innerer Gewalt. Strukturen, Elemente, Exempel, Μόναχο, 1984, Roy Porter-Mikulas Teich, Revolution in History, Cambridge, 1986, S. N. Eisenstadt, Revolution and Transformation of Societes. A comparative study of civilisations. Τα παραπάνω έργα αναφέρονται σε θεωρητικά σχήματα ευρείας εμβέλειας, ορισμένα από τα οποία θα μπορούσαν να βρούν γόνιμη εφαρμογή και στη μελέτη των μεσαιωνικών εξεγέρσεων. Θεωρητικές παρατηρήσεις περισσότερο εξειδικευμένες στην περίοδο που εξετάζουμε συναντάμε στα, Peter Blickle (ed.), Revolte und Revolution in Europa. Referate und Protokolle des Internationalen Symposiums zur Erinnerung an den Bauernkrieg 1525, Memmingen, 24-27 März 1975, Perez Zagorin, Rebels and Rulers, 1500-1660, τόμος πρώτος, Society, States and early modern revolution. Agrarian and urban rebellions, τόμος δεύτερος, Provincial Rebellion, Revolutionary civil wars, Cambridge, 1982 και David Underdown, Revel, Riot and Rebellion. Popular Politics and Culture in England, 1603-1660, Οξφόρδη & Νέα Υόρκη, 1987.

55. Crane Brinton, The Anatomy of Revolution, Λονδίνο, 1939, σ. 38-81 (το κεφάλαιο υπό τον τίτλο, «The Old Regimes»).

56. James Davies, "Toward a Theory of Revolution", Conflict Resolution, 11 (1967), σ. 264-279.

57. Μια αρκετά ολοκληρωμένη επισκόπηση της θεωρητικής συζήτησης περί επανάστασης γίνεται στο I. Kramnick, "Reflections on Revolution: Definition and Explanation in Recent Scholarship", History and Theory, 11 (1972), σ. 26-63 καθώς και στο Hans Wassmund, Revolutionstheorien. Eine Einführung, Μόναχο, 1978.

58. Η εργογραφία του Rudolf Endres που αφορά την εξέγερση του 1525 είναι πολύ πλούσια. Αναφέρουμε, ενδεικτικά, "Probleme des Bauernkriegs im Hochstift Bamberg", Jahrbuch für fränkische Landesforschung, XXXI (1971), σ. 91-138, "Der Bauernkrieg in Franken", Blätter für deutsche Landesgeschichte, CIX (1973), σ. 31-68. [Συντομευμένη έκδοση του ίδιου άρθρου ως "Probleme des Bauernkriegs in Franken" δημοσιεύτηκε στο Rainer Wohlfeil (ed.), Der Bauernkrieg 1524-26, Bauernkrieg und Reformation: Neuen Beiträge, Μόναχο, 1975, σ. 90-115.] Επίσης, "Der Bauernaufstand von 1525: Zwischen Forschung und Ideologie", Deutsche Studien, XLIX (1975), σ. 51-68, "Zur sozialökonomischen Lage und sozialpsychischen Einstellung des ‘Gemeinen Mannes': Der Kloster- und Burgensturm in Franken 1525" στο Hans-Ulrich Wehler (ed.), Der deutsche Bauernkrieg 1524-1526, Sonderheft Ι, Geschichte und Gesellschaft: Zeitschrift für Historische Sozialwissenschaft, Göttingen, 1975, σ. 61-78. Επίσης για τις πόλεις, "Zünfte und Unterschichten als Elemente der Instabilität in den Städten" στο Peter Blickle (ed.), Revolte und Revolution in Europa: Referate und Protokolle des Internationalen Symposiums zur Erinnerung an den Bauernkrieg 1525 (Memmingen, 24-27 März 1975, Historische Zeitschrift, Beiheft 4 (Neue Folge), Μόναχο, 1975, σ. 132-150.

59. Endres σε Wohlfeil, ό.π., σ. 91 και Endres σε Wehler, ό.π., σ. 63.

60. Endres, "Probleme des Bauernkriegs im Hochstift Bamberg", Jahrbuch für fränkische Landesforschung, XXXI (1971), σ. 97. Επίσης, Endres σε Wohlfeil, ό.π., σ. 92.

61. Endres σε Wehler, ό.π., σ. 63.

62. Enders, "Probleme des Bauernkriegs im Hochstift Bamberg", Jahrbuch für fränkische Landesforschung, XXXI (1971), σ. 100-101. Επίσης, Endres σε Wohlfeil, ό.π., σ. 92 και Endres σε Wehler, ό.π., σ. 67-69.

63. Endres σε Wehler, ό.π., σ. 64 και εξής.

64. Blickle, Die Revolution, Μόναχο & Βιέννη, 1975, σ. 125-6.

65. Endres, "Der Bauernaufstand von 1525: Zwischen Forschung und Ideologie", Deutsche Studien, XLIX (1975), σ. 53 και εξής.

66. Η εκτίμηση ότι πιθανόν να υπήρχε κάποια σχέση ανάμεσα στα κέντρα της εξέγερσης και το γεγονός ότι στα περισσότερα από αυτά η κληρονομιά μοιραζόταν διατυπώθηκε για πρώτη φορά στα 1939 από τον Barthel Huppertz στο έργο του Räume und Schichten bäuerlicherKulturformen in Deutschland: Ein Beitrag zur Deutschen Bauerngeschichte (σ. 239 και εξής) που εκδόθηκε στη Βόννη. Ωστόσο, πολλοί και διάφοροι λόγοι έκαναν την εργασία του Huppertz να ατυχήσει και να μην αντιμετωπιστεί με το ενδιαφέρον και την εκτίμηση που, ίσως, θα της άξιζαν. Ο χρόνος έκδοσης του έργου (παραμονές του Β΄ Παγκοσμίου πολέμου) και η εμμονή του συγγραφέα να ερμηνεύσει, σχεδόν κατ' αποκλειστικότητα, με όρους εθνικούς τις διαφορετικές μορφές αγροτικών εγκαταστάσεων που εμφανίστηκαν στις γερμανόφωνες και τις σλαβόφωνες περιοχές έκαναν τους περισσότερους από τους νεότερους μελετητές -με εξαιρέσεις τον Endres και τον Scott- να αγνοήσουν εντελώς το έργο του Huppertz. Ωστόσο, οι πολιτικές επιλογές του συγγραφέα δεν πρέπει να μας κάνουν να παραβλέψουμε ότι η ανάλυση της γερμανικής αγροτικής κοινωνίας του Μεσαίωνα που πραγματοποιεί είναι μια από τις πλέον διαφωτιστικές και διεισδυτικές που έχουν επιχειρηθεί.

67. Ο Βlickle επιχειρεί να υποτιμήσει μια τέτοια διαπίστωση υποστηρίζοντας ότι σε περιοχές όπου η κληρονομιά μοιραζόταν υπήρχε μια γενική τάση υποβάθμισης της κοινωνικής θέσης των αγροτών, ενώ σε περιοχές όπου η κληρονομιά παρέμενε ενιαία το χάσμα ανάμεσα σε πλούσιους και φτωχούς αγρότες μεγάλωνε διαρκώς (Blickle, Die Revolution, σ.136). Η θέση του αυτή δέχτηκε την αυστηρή κριτική του Scott (ό. π., σ. 703), ο οποίος δεν δίστασε να ισχυριστεί ότι μια τέτοια άποψη είναι "τόσο ασαφής ώστε να είναι σχεδόν ασήμαντη". Επίσης, ο Scott άσκησε κριτική (ό. π., σ. 703) για το συγκεκριμένο ζήτημα και στον Sabean υποστηρίζοντας ότι αντιμετωπίζει τη θεμελιώδη διάκριση μεταξύ ενιαίας και κατακερματισμένης κληρονομίας σαν να είναι μια εντελώς δευτερεύουσα σκέψη. Για τη σχετική θέση του Sabean, βλ., Sabean σε Janos Bak (ed.), The German Peasant War of 1525, Λονδίνο, 1976, (8), σ. 81.

68. Francis Rapp, "Die soziale und wirtschaftliche Vorgeschichte des Bauernkrieges im Unterelsass" στο Bernd Moeller (ed.), Bauernkriegs-Studien, Schriften des Vereins für Reformationgeschichte, CLXXXIX, τόμος 82, 2/83, Gütersloh, 1975, σ. 37-8.

69. Rapp, ό. π., σ. 29-32.

70. Endres σε Wehler, ό.π., σ. 63.

71. Sabean, ό.π., σ.101 και Blickle, ό.π., σ. 80.

72. Sabean, ό.π., σ. 36 κ.ε., 100 κ.ε.

73. Sabean, ό.π., σ. 44-5 και Sabean στο Bak, ό.π., σ. 80.

74. Henry J. Cohn, βιβλιοκριτική στο Peter Blickle (ed.), Revolte und Revolution in Europa: Referate und Protokolle des Internationalen Symposiums zur Erinnerung an den Bauernkrieg 1525 (Memmingen, 24-27 März 1975, Historische Zeitschrift von 1525, Beiheft 4 (Neue Folge), Μόναχο, 1975. Η βιβλιοκριτική δημοσιεύτηκε στο English Historical Review, XCII (1977), σ. 856-57.

75. Scott, ό.π., Μέρος Ι, σ. 699.

76. Sabean, ό.π., σ. 36 κ.ε., 100 κ.ε.

77. Προκειμένου να τεκμηριώσει την άποψή του, ο Scott συνιστά την εκ νέου μελέτη των σχετικών πηγών και παραπέμπει στο Quellen zur Geschichte des Bauernkrieges, επιμ. Günther Franz, Darmstadt, 1963, σ.153 και 155.

78. Βλ. σχετικά, Wilhelm Vogt, "Die Correspondenz des schwäbischen Bundeshauptmanns Ulrich Artzt von Augsburg a. d. J. 1524 und 1526", μέρος IV, Zeitschrift des Historischen Vereins für Schwaben und Neuburg, X (1883), 245-47, Nr. 891: Άρθρα του Ochsenhausen, n. d. (1525).

79. Adolf Laube, "Die Volksbewegung in Deutschland von 1470 bis 1517: Ursachen und Charakter" στο Peter Blickle (ed.), Revolte und Revolution in Europa, ό. π., σ. 84-98 και ειδικότερα για το συγκεκριμένο θέμα σ. 89-90.

80. Laube, ό.π., σ. 91-92.

81. Το θέμα της ανάπτυξης της γερμανικής εξορυκτικής βιομηχανίας από τα μέσα του 15ου μέχρι και τα μέσα του 16ου αιώνα διερευνάται στη σπουδαία μελέτη του Adolf Laube, Studien über den erzgebirgischen Silberbergbau von 1470 bis 1546: Seine Geschichte, seine Productionsverhältnisse, seine Bedeutung für die gesellschaftlichen Veränderung und Klassenkämpfe in Sachsen am Beginn der Übergangsperiode vom Feudalismus zum Kapitalismus, η οποία κυκλοφόρησε στο πλαίσιο της σειράς Forschungen zur mittelalterlichen Geschichte, XXII, Ανατολικό Βερολίνο,1974.

82. Το θέμα αυτό εξετάζει η μελέτη του Rudolf Quietzsch, "Der Kampf der Bauern um Triftgerechtigkeit in Thüringen und Sachsen um 1525" η οποία δημοσιεύτηκε στο Herman Strobach (ed.), Der arm Man 1525: Volkskundliche Studien, έκδοση του Κεντρικού Ινστιτούτου Ιστορίας της Ακαδημία Επιστημών της ΛΔΓ στο πλαίσιο της σειράς Veröffentlichungen zur Volkskunde und Kulturgeschichte, LIX, Ανατολικό Βερολίνο, 1975, σ. 52-78.

83. Karlheinz Blaschke, Bevölkerungsgeschichte von Sachsen bis zur Industriellen Revolution, Βαϊμάρη, 1967, σ. 160-161.

84. Quietzsch στο Strobach, ό. π., σ. 57-60. Παράπονα, ωστόσο, που να αφορούν χρησιμοποίηση κοινοτικών γαιών προκειμένου να χτιστούν σ' αυτές κατοικίες για μικροκαλλιεργητές και ακτήμονες είναι σπάνια τόσο στην κεντρική όσο και στη νότια Γερμανία. Είναι ενδεικτικό το σχόλιο του Tom Scott (ό.π., 701), ο οποίος εκτιμά ότι ο Quietzsch αφέθηκε να επηρεαστεί μάλλον άκριτα και σε υπερβολικό βαθμό από τις αντίστοιχες θέσεις του Sabean. Για την περιοχή της Φρανκονίας, βλ., Rudolf Endres, "Zur sozialökonomischen Lage und sozialpsychischen Einstellung des ‘Gemeinen Mannes': Der Kloster- und Burgensturm in Franken 1525" στο Hans-Ulrich Wehler (ed.), Der deutsche Bauernkrieg 1524-1526, Ειδικό τεύχος Ι του Geschichte und Gesellschaft: Zeitschrift für historische Sozialwissenschaft, Göttingen, 1975, σ. 66.

85. Το φαινόμενο που περιγράφεται εδώ δεν πρέπει, σε καμία περίπτωση, να εγκλωβιστεί στα στενά όρια του γερμανόφωνου χώρου καθώς φαίνεται να αφορά τουλάχιστον ολόκληρη την κεντρική Ευρώπη αν όχι κι άλλες περιοχές της ευρωπαϊκής ηπείρου. Ενδεικτικά, για τους ανάλογους μετασχηματισμούς στην Ουγγαρία, βλ., Peter Gunst "Der ungarische Bauernaufstand von 1514" στο Peter Blickle (ed.), Revolte und Revolution in Europa: Referate und Protokolle des Internationalen Symposiums zur Erinnerung an den Bauernkrieg 1525 (Memmingen, 24-27 März 1975, Historische Zeitschrift von 1525, Beiheft 4 (Νέα Σειρά), Μόναχο, 1975, σ. 62-83. Ο Gunst υπογραμμίζει το ρόλο που έπαιξαν οι αγορές τοπικής εμβέλειας στη διαδικασία κυριαρχίας των μηχανισμών της αγοράς στην ουγγαρική οικονομία. Ως αγορές τέτοιου είδους λειτουργούσαν διάφορα χωριά, τα οποία κατά τη διάρκεια του 15ου αιώνα είχαν εξελιχθεί σε κέντρα συναλλαγής για τα προϊόντα της νέας εμπορευματικής παραγωγής, όπως ήταν το κρασί και το βοδινό κρέας (Gunst, ό.π., σ. 69-70).

86. Ο Sabean τονίζει τη σημασία που είχε η εμπορευματοποίηση της αγροτικής οικονομίας και ασκεί κριτική στον Blickle για το ότι παραμέλησε τη διερεύνηση αυτής της διαδικασίας. Βλ. σχετικά David Sabean, "Der Bauernkrieg - ein Literaturbericht für das Jahr 1975", Zeitschrift für Agrargeschichte und Agrarsoziologie, XXIV (1976), σ. 223-4.

 
< Προηγ.   Επόμ. >
Θέσεις, τριμηνιαία επιθεώρηση, 38ο έτος (1982-2020), εκδόσεις Νήσος, (Σαρρή 14, 10553, Αθήνα, τηλ-fax: 210-3250058)
Το περιεχόμενο διατίθεται ελεύθερα για μη εμπορικούς σκοπούς, υπό τον όρο της παραπομπής στην αρχική του πηγή