Η οικονομική πολιτική, οι 35 ώρες και η πολιτική ηγεμονία Εκτύπωση
Τεύχος 63, περίοδος: Απρίλιος - Ιούνιος 1998


Η οικονομική πολιτική, οι 35 ώρες και η πολιτική ηγεμονία
(Μια εκτίμηση της συγκυρίας)
του Ηλία Ιωακείμογλου

Η οικονομική πολιτική της περιόδου Σημίτη, χαρακτηρίζεται από την αναίρεση ακόμη και αυτής της λεπτής επένδυσης "κοινωνικής ευαισθησίας" που χαρακτήριζε την πολιτική του ΠΑΣΟΚ κατά την τελευταία περίοδο Παπανδρέου. Η σημερινή κυβέρνηση, όχι μόνον καθιστά σαφές στην ίδια την κοινωνική βάση του κόμματος ότι κατά την άποψη τής ηγεσίας του, η ιδιοτέλεια των κυρίαρχων κοινωνικών τάξεων ταυτίζεται με το γενικό συμφέρον (δηλαδή ότι η άνοδος της κερδοφορίας αποτελεί προϋπόθεση της μελλοντικής γενικής ευημερίας), αλλά επιπλέον καλεί τις εργαζόμενες τάξεις, με χαρακτηριστικό κυνισμό και αποφασιστικότητα, να υποστούν οικειοθελώς όλες τις ανα­γκαί­ες θυσίες. Η πολιτική της κυβέρνησης Σημίτη αναιρεί, έτσι, ακόμη και το τελευταίο στοιχείο της "εκκρεμότητας" που υπήρχε σχετικά με το εν αναστολή σοσιαλδημοκρατικό συμβόλαιο [1] --στοιχείο που επέτρεπε την συντήρηση μιας έστω αποδυναμωμένης σχέσης εκπροσώπησης των εργαζόμενων τάξεων από το κόμμα του Ανδρέα Παπανδρέου. Αν έτσι έχουν τα πράγματα, η κυβέρνηση Σημίτη θα αποδει­χθεί ότι είναι μια αδύναμη κυβέρνηση, για δύο λόγους. Πρώτον, διότι αναιρεί και τους τελευταίους όρους εκπροσώπησης των εργαζόμενων τάξεων από το ΠΑΣΟΚ. Δεύτερο και σημαντικότερο, διότι είναι η κυβέρνηση που αναθέτει στον εαυτό της το πολύ δύσκολο καθήκον, να πείσει τις υποτελείς τάξεις πως η ιδιοτέλεια του κεφαλαίου ταυτίζεται με το γενικό συμφέρον (την μελλοντική γενική ευημερία) ακριβώς σ' εκείνην την εποχή κατά την οποία η οικονομική πολιτική χάνει την αξιοπιστία της. Χάνει την αξιοπιστία της για τον πολύ απλό λόγο ότι σ' ολόκληρη την Ευρώπη η κερδοφορία βελτιώνεται επί σειρά ετών και η ανεργία πλησιάζει κάποιο δυσβάστακτο όριο. Όταν, όμως, η ιδιοτέλεια μιας κυρίαρχης κοινωνικής τάξης δεν εμφανίζεται ως γενικό συμφέρον, τότε, η ιδεολογική και πολιτική της ηγεμονία, αργά ή γρήγορα, τίθεται σε δοκιμασία. Αυτό σημαίνει ότι στις υποτελείς τάξεις αναπτύσσονται, αν μη τι άλλο, διαθέσεις σύγκρουσης. Από την άλλη μεριά, η κυβέρνηση Σημίτη εισέρχεται σε μια τροχιά σωρευτικής σκλήρυνσης της πολιτικής της. Η σκλήρυνση αυτή, η οποία είναι ήδη ορατή, σχετίζεται με την μέχρι τώρα πορεία των πραγμάτων: Πέρα από τις όποιες επιτυχίες στον έλεγχο ορισμένων νομισματικών μεγεθών, τα αποτελέσματα της οικονομικής πολιτικής, σε ότι αφορά την εξέλιξη της ανεργίας, της παραγωγικότητας, του εξωτερικού εμπορίου, των επενδύσεων και της παραγωγής, είναι επιεικώς μέτρια. Εξαιτίας αυτών των μετρίων έως κακών αποτελεσμάτων, η κυβέρνηση Σημίτη καταφεύγει σε μια σωρευτική εκτράχυνση της οικονομικής της πολιτικής: ένταση των προσπαθειών για περαιτέρω μείωση των πραγματικών μισθών και του "μη μισθολογικού" κόστους εργασίας, για δραστικό περιορισμό των πρωτογενών δαπανών του δημοσίου, για άτυπες μορφές απασχόλησης, για αδρανοποίηση των συλλογικών συμβάσεων, για επιβολή ευελιξιών στην αγορά εργασίας.... Έτσι, συγκεντρώνονται σταδιακά και από τις δύο πλευρές, την πλευρά των "από κάτω" και την πλευρά των "από πάνω", οι προϋπο­θέ­σεις μιας όξυνσης των συγκρούσεων ανάμεσα στον κόσμο της εργασίας και την οικονομική πολιτική του Μάαστριχτ. Το ζήτημα μιας εναλλακτικής οικονομικής πολιτικής καθίσταται έτσι επίκαιρο και στην Ελλάδα, όπως και στην υπόλοιπη Ευρώπη. Οι πιθανότητες επιτυχίας διαμόρφωσης ενός τέτοιου εναλλακτικού σχεδίου συναρτώνται σε μεγάλο βαθμό από την διεκδίκηση για την μείωση του χρόνου εργασίας στις 35 ώρες.

Δ

ύο ρεύματα εναντιώνονται στον "μονόδρομο" της οικονομι­κής πολιτικής της σημερινής κυβέρνησης του ΠΑΣΟΚ: πρώτον, το ρεύμα της κοινωνικής δυσαρέσκειας, και δεύτερον, το δειλό πλην όμως υπαρκτό ρεύμα της θεωρητικής και ιδεολογικής αμφισβήτησης που εκφράζεται σε ορισμένους χώρους διανοουμένων.

Αν είναι υπερβολικό να πούμε ότι αυτά τα δύο ρεύματα έχουν συναντηθεί, είναι εν τούτοις αλήθεια πως έχουν ήδη αναπτύξει, μεταξύ τους, σημαντική εκλεκτική συγγένεια --αν μη τι άλλο με τον έμμεσο τρόπο με τον οποίο το ένα τροφοδοτεί το άλλο.

Η κοινωνική αντιπολίτευση που τείνει να διαμορφωθεί ως σύνθεση αυτών των δύο ρευμάτων, φέρνει στην ημερήσια διάταξη των κοινωνικών αντιθέσεων την δυνατότητα μιας εναλλακτικής οικονομικής πολιτικής.

Θα συγκροτηθεί, άραγε, αυτή η υπό διαμόρφωση αντιπολίτευση, ή μήπως θα αποδειχθεί ότι είχε πρόσκαιρο χαρακτήρα; Για να απαντήσουμε σ' αυτήν την ερώτηση θα πρέπει να απαντήσουμε πρώτα σε μιαν άλλη: σε ποιες συνθήκες οφείλουν την ύπαρξή τους, αυτά τα δύο ρεύματα αμφισβήτησης της οικονομικής πολιτικής; Γιατί εμφανίστηκαν στην διάρκεια των δύο τελευταίων ετών, και για ποιο λόγο κάνουν όλο και πιο ευδιάκριτη την παρουσία τους;

Μια πρώτη, εύκολη ερμηνεία της δειλής πλην όμως ορατής μεταστροφής του ιδεολογικού και του κοινωνικού κλίματος στην Ελλάδα, είναι ο αντίκτυπος της ανόδου της κοινωνικής αντιπολίτευσης σε ορισμένες από τις μεγάλες χώρες της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Αυτή η ερμηνεία του "επαρχιωτισμού" της Ελλάδας, καθόλου αβάσιμη κατά τα άλλα, αγνοεί πως η ιδεολογική επίδραση που δέχεται η όποια "επαρχία", εγκαθίσταται, εδραιώνεται και αποκτάει ρίζες στο ξένο έδαφος, μόνον υπό την προϋπόθεση ότι βρίσκει εκεί μιαν υλική βάση. Αλλιώς, μετατρέπεται σε σύντομο, περαστικό επεισόδιο της πολιτισμικής ζωής της "επαρχίας". Θα πρέπει, λοιπόν, να αναζητήσουμε αυτήν ακριβώς την υλική βάση που δίνει ζωή στην αμφισβήτηση της οικονομικής πολιτικής στην ίδια την Ελλάδα.

Για την έννοια της πολιτικής ηγεμονίας
Η έννοια της ηγεμονίας αναφέρεται ρητά στις κοινωνικές τάξεις, στον μεταξύ τους συσχετισμό δύναμης, και το κυριότερο, στην ικανότητά τους να διεκδικούν την εκπροσώπηση των συνολικού ("εθνικού") συμφέροντος. Ακριβέστερα, η ηγεμονία επιτυγχάνεται μέσα από την αναπαράσταση του ιδιαίτερου, ιδιοτελούς συμφέροντος μιας κοινωνικής τάξης ως "γενικού συμφέροντος" και την απόσπαση της συναίνεσης των υποτελών τάξεων: στην δική μας κοινωνία, η ηγεμονία της αστικής τάξης εξαρτάται από την ικανότητά της, αφενός μεν να ενοποιεί το δικό της συνολικό συμφέρον, αφετέρου δε, να πείθει τις υπόλοιπες κοι­νωνικές τάξεις ότι το δικό της ταξικό, ιδιοτελές συμφέρον είναι συμφέρον ολόκληρης της κοινωνίας, συμφέρον του "λαού", του "έθνους", "γενικό ή κοινωνικό" συμφέρον [2] . H τάξη ή η μερίδα τάξης που είναι σε θέση να παρουσιάζει το δικό της συμφέρον ως συμφέρον του "έθνους", εξ' ορισμού είναι η ηγεμονική τάξη που αναλαμβάνει την εκπροσώπηση του "γενικού συμφέροντος", δηλαδή η τάξη που αναλαμβάνει κεντρικό ρόλο στην συγκρότηση του συνασπισμού εξουσίας [3] .

Συνθήκες που αποσταθεροποιούν την ηγεμονία του νεο-φιλε­λευθε­ρισμού η οικονομική πολιτική εμφανίζεται ως το σύνολο των δράσεων του κράτους που αποσκοπούν στον προσανατολισμό της οικονομικής δραστηριότητας και των οικονομικών μεγεθών σε μια κατεύθυνση που θεωρείται ότι προάγει την γενική ευημερία. Εκτός, λοιπόν, από ένα σύνολο στόχων, μέσων και δράσεων, η οικονομική πολιτική είναι και μια υπόσχεση σχετικά με το "γενικό συμφέρον".

Η σταθερότητά της και η αξιοπιστία της εξαρτώνται επομένως από δύο βασικούς όρους: πρώτον, από την ενσωμάτωση στους στόχους της ορισμένων άμεσων συμφερόντων των υποτελών τάξεων, και δεύτερον, από τα αποτελέσματά της σε ότι αφορά μια σειρά οικονομικών μεγεθών τα οποία, κατά την αντίληψη (ορθή ή εσφαλμένη) των υποτελών τάξεων, εκφράζουν το "γενικό συμφέρον" --εν προκειμένω την μεγέθυνση του προϊόντος, την αύξηση των επενδύσεων, την μείωση της ανεργίας και την αύξηση της παραγωγικότητας.

· Πρώτο στοιχείο αποσταθεροποίσης: Η οικονομική πολιτική έχει εγκαταλείψει τον στόχο της πλήρους απασχόλησηςΗ οικονομική πολιτική που ασκείται στην Ελλάδα, όπως και στις άλλες χώρες της Ευ­­ρω­παϊ­κής Ένωσης, έχει εγκαταλείψει [4] την "κλασική" ιεραρχία των στόχων της κρα­τι­κής παρέμ­βα­σης, όπως την γνωρίσαμε από το τέλος του δευτέρου παγκοσμίου και μέχρι τις αρχές της δεκαετίας του '80. Η πολιτική αυτή, έθετε ως σημα­ντι­κό­τερους στόχους την ανά­πτυ­ξη και την πλήρη απασχόληση. Βεβαίως, η στα­­θερότητα των τιμών, η ισορροπία του ισοζυγίου τρε­χου­σών συ­ναλ­λαγών, η συ­γκρά­τηση του δημοσίου χρέους σε χαμηλά επίπεδα, υπήρχαν πάντοτε ως στόχοι της οι­κο­νομικής πολιτικής. Πλην, όμως, υπήρχαν ως δευ­τε­ρεύ­ο­ντες στό­χοι, ή μάλ­λον, ως προϋποθέσεις για την ανάπτυξη και την πλήρη απασχόληση.

Από το 1986, όπως είχε συμβεί νωρίτερα και στις άλλες χώρες της Ευρωπαϊκής Έ­νωσης, οι ελληνικές κυβερνήσεις δέχθηκαν, για μια περίοδο αόριστης χρονικής δι­άρ­κειας, την αντι­στρο­φή στην ιεραρχία των στόχων της οικονομικής πολιτικής: προ­η­γού­νται πλέον οι στόχοι της σταθερότητας των τιμών και του δημοσίου χρέους, της ισορροπίας στο εξωτερικό ισο­ζύγιο, της ονομαστικής σταθερότητας της συναλλαγματικής ισοτιμίας κ.λπ.

Η μείωση της ανεργίας δεν αποτελεί πλέον στό­χο της οικονομικής πολιτικής, αλλά των "πολιτικών της απασχόλησης", δηλαδή μιας σειράς δράσεων που διαθέτουν σχετική αυτονομία ως προς την οικονομική πολιτική, εμπνέονται από τα ιδεολογήματα των οικονομικών της εργασίας (Labor Economics) και υλοποιούνται από τα ανά χώρα Υπουργεία Εργασίας και τους εξαρτώμενους από αυτά κρατικούς φορείς. Το κυριότερο χαρακτηριστικό των πολιτικών της απασχόλησης είναι η σχέση υποταγής που διατηρούν ως προς την οικονομική πολιτική: αυτό προκύπτει από το γεγονός ότι αποδέχονται, ευθύς εξ' αρχής, ως δεδομένο πλαίσιο εντός του οποίου οφείλουν να ορίσουν τον εαυτό τους, την ήδη προαποφασισμένη οικονομική πολιτική. Αυτή η σχέση υποταγής ανάγεται, με την σειρά της, στην παραδοχή ότι η σταθερότητα των τιμών, η μείωση του δημοσίου χρέους και των δημοσίων ελλειμμάτων, αποτελούν την καλύτερη συμβολή της οικονομικής πολιτικής --και της πολιτικής εν γένει-- στην προσπάθεια αναχαίτισης της ανόδου της ανεργίας.

Οι εξελίξεις αυτές στον χαρακτήρα της οικονομικής πολιτικής επηρεάζουν άμεσα το παιχνίδι της ηγεμονίας. Διότι, το γεγονός πως η οικονομική πολιτική άλλοτε περιελάμβανε στους στόχους της την πλήρη απασχόληση, επέτρεπε στις υποτελείς κοινωνικές τάξεις να εκπροσωπούν εν μέρει τα άμεσα συμφέροντά τους [5] στο εσωτερικό του κράτους. Η σημερινή οικονομική πολιτική έχει αφαιρέσει αυτήν την δυνατότητα από τις εργαζόμενες τάξεις με αποτέλεσμα την προϊούσα διάσταση ανάμεσα στην κρατική πολιτική και τα συμφέροντα των υποτελών τάξεων.

· Δεύτερο στοιχείο αποσταθεροποίσης: Αμφισβητείται η αποτελεσματικότητα της οικονομικής πολιτικήςΗ οικονομική πολιτική δεν διαθέτει έναντι των υποτελών τάξεων την ίδια αξιοπιστία που διέθετε άλλοτε, διότι οι εργαζόμενοι αντιλαμβάνονται πλέον όλο και πιο καθαρά πως οι ακολουθούμενες, στην διάρκεια της τελευταίας δεκαετίας, πολιτικές λιτότητας, ενώ είναι καταστροφικές για την μεγάλη πλειοψηφία των εργαζομένων, δεν είναι τόσο αποτελεσματικές όσο αρχικά εθεωρείτο, ως προς την μεγέθυνση του προϊόντος, την μείωση της ανεργίας, την αύξηση των επενδύσεων και της παραγωγικότητας.

Η προσήλωση του πρωθυπουργού, του "οικονομικού επιτελείου" και της συντριπτικής πλειοψηφίας του πολιτικού κόσμου στην οικονομική πολιτική του Μάαστριχτ, βασίζεται στην δογματική πεποίθηση ότι η εν λόγω πολιτική είναι αποτε­λε­σμα­τική. Eντούτοις, η εφαρμογή της πολιτικής των κριτηρίων του Μάαστριχτ τείνει σε μια διαρκή ακύρωση των "εργαλείων" με τα οποία επιταχύνεται η μεγέθυνση του προϊόντος και της απασχόλησης.

Πρώτον, η διατήρηση της συναλλαγματικής ισοτιμίας σε ύψη που δεν αντιστοιχούν στην παραγωγική ισχύ της ελληνικής οικονομίας απαιτούν και την διατήρηση υψηλών πραγματικών επιτοκίων --υψηλότερων κατά μερικές ποσοστιαίες μονάδες από τα αντίστοιχα των άλλων ευρωπαϊκών νομισμάτων.

Δεύτερον, η διαρκής μείωση των δημοσίων ελλειμμάτων αδρανοποιεί έναν ουσιαστικό "κινητήρα" της οικονομικής μεγέθυνσης.

Τρίτον, ο μύθος πως ο πληθωρισμός οφείλεται στις αυξήσεις των μισθών ανεξαρτήτως συγκυρίας, οδηγεί σε σταθεροποίηση των πραγματικών μισθών σε χαμηλά επίπεδα (πιο συγκεκριμένα στα επίπεδα των αρχών της δεκαετίας του '80), με σαφείς αρνητικές επιπτώσεις στην ιδιωτική κατανάλωση --έναν άλλον "κινητήρα" της οικονομίας.

Η εξουδετέρωση της δημοσιονομικής πολιτικής ως μέσου επιτάχυνσης της οικονομικής δραστηριότητας, η ανατίμηση της δραχμής και τα υψηλά επιτόκια, οι πολιτικές της λιτότητας και η συνακόλουθη επιβράδυνση της ιδιωτικής κατανάλωσης, μειώνουν την διάρκεια και την ένταση κάθε ανάκαμψης της οικονομίας: η εφαρμοζόμενη οικονομική πολιτική οδηγεί, όπως και σε όλες τις άλλες χώρες της Ευρωπαϊκής Ένωσης, σε μια διαρκή ροπή επιβράδυνσης του ΑΕΠ και σε άνοδο της ανεργίας. Εάν η ελληνική οικονομία παρουσιάζει αξιόλογη αύξηση του ΑΕΠ κατά τα τελευταία δύο έτη, αυτό δεν οφείλεται στην οικονομική πολιτική της κυβέρνησης, αλλά αποκλειστικά και μόνον σ' έναν εξωγενή παράγοντα, που είναι η εισροή πόρων από την Ευρωπαϊκή Ένωση.




Οι επενδύσεις ως ποσοστό του ΑΕΠ θα παραμένουν στο τέλος του 1997 σε επίπεδα μεταξύ των χαμηλότερων της τελευταίας εικοσαετίας. Όσο για την συνολική εικόνα που διαμορφώνεται από την εξέλιξη του δείκτη κατά τα τελευταία 22 έτη, δεν είναι καλύτερη: η μακροχρόνια τάση των επενδύσεων ως ποσοστό του ΑΕΠ είναι σαφώς πτωτική. Το φαινόμενο της μακροχρόνιας πτωτικής τάσης των επενδύσεων ως ποσοστό του ΑΕΠ, δεν είναι ελληνικό φαινόμενο: ο δείκτης ακολουθεί πτωτική τάση σε όλες ανεξαιρέτως τις χώρες, αλλά και στο σύνολο, της Ευρωπαϊκής Ένωσης, όπως εξάλλου και στις ΗΠΑ.

· Τρίτο στοιχείο αποσταθεροποίησης: Άνοδος της κερδοφορίας και άνοδος της ανεργίας Ο κυριότερος, ενδεχομένως, λόγος για τον οποίο η οικονομική πολιτική σταδιακά χάνει την αξιοπιστία της έναντι των υποτελών τάξεων, είναι το γεγονός ότι η άνοδος της κερ­δοφορίας δεν έχει οδηγήσει σε ουσιαστική αύξη­ση των παραγωγικών επενδύσεων και της απα­σχό­λη­σης --σε αντίθεση με όσα επαγγέλθηκαν οι φορείς της οικονομικής πολιτικής.

Η οικονομική πολιτική που εφαρμόζεται κατά τα δέκα τελευταία έτη, έχει την μορφή της ακόλουθης υπόσχεσης: "η μείωση του κόστους εργασίας θα προκαλέσει την άνοδο της κερδοφορίας, η οποία θα έχει ως αποτέλεσμα την αύξηση των επενδύσεων, άρα και της απασχόλησης". Η υπόσχεση αυτή, λέει ότι το ιδιοτελές συμφέρον του κεφαλαίου, δηλαδή η μείωση του κόστους εργασίας που θα προκαλέσει την άνοδο της κερδοφορίας, θα μετατραπεί σε "γενικό συμφέρον", δηλαδή θα έχει ως αποτέλεσμα την αύξηση των επενδύσεων και της απασχόλησης.

Σήμερα γίνεται αντιληπτό από μεγάλες μάζες εργαζομένων, ότι το πρώτο σκέλος της υπόσχεσης, δηλαδή η άνοδος της κερδοφορίας, έχει πραγματοποιηθεί, ενώ το δεύτερο σκέλος της υπόσχεσης, δηλαδή η μείωση της ανεργίας, έχει διαψευσθεί. Εν κατακλείδι, ότι η οικονομική πολιτική προάγει αποκλειστικά και μόνον το ιδιοτελές συμφέρον του κεφαλαίου.

Η διάψευση σχετικά με την αύξηση των επενδύσεων οφείλεται στο γεγονός ότι αυτές δεν εξαρτώνται μόνον από το ύψος της κερδοφορίας, αλλά κυρίως από την εξέλιξη της ζήτησης. Χαρακτηριστική από την άποψη αυτή είναι η περίπτωση της βιομηχανίας [6] (επιχειρήσεις που απασχολούν περισσότερα από 10 άτομα): μέχρι τα μέσα της δεκαετίας του '80, οι ακαθάριστες επενδύσεις παγίου κεφαλαίου, υπολογισμένες ως ποσοστό της ακαθάριστης προστιθέμενης αξίας, παρουσιάζουν διακυ­μάν­σεις οι οποίες ακολουθούν με κάποια προ­σέγ­γι­ση τις αντίστοιχες μεταβολές της κερδοφορίας (μετρούμενης με την αποδοτικότητα του παγίου κεφαλαίου). Έκτοτε, όμως, τα δύο μεγέθη ακολουθούν αποκλίνουσα πορεία και η στασιμότητα των επενδύσεων δεν είναι δυνατό να ερμηνευθεί με βάση την εξέλιξη της κερδοφορίας, η οποία ακολουθεί ανοδική πορεία. Αντιθέτως, οι επενδύσεις (ως ποσοστό της προστιθέμενης αξίας) ακολουθούν με αρκετά μεγάλη ακρίβεια τις μεταβολές της ζήτησης, γεγονός που θα μπορούσε να εκληφθεί ως ισχυρή ένδειξη μιας συσχέτισης των επενδύσεων με τις προσδοκίες σχετικά με την εξέλιξη της ζήτησης που απευθύνεται στην βιομηχανία [7] .

Οι μόνες επενδύσεις που παρουσιάζουν αξιοσημείωτη --αν και δειλή-- αύξηση είναι οι επενδύσεις σε μηχανικό εξοπλισμό οι οποίες, ως φορέας εκμηχάνισης, αυτο­μα­το­ποίη­σης και εξορθολογισμού της εργασιακής διαδικασίας, έχουν αντιφατικά αποτελέσματα επί της απα­σχόλησης (θετικά μεν διότι διευρύνουν το παραγωγικό δυναμικό, αρνητικά δε επειδή υποκαθιστούν εργασία από μηχανικές λειτουργίες).

Η οικονομική πολιτική, ως υπόσχεση, διατείνεται επίσης και το εξής: "Η μείωση του κόστους εργασίας θα βελτιώσει την ανταγωνιστικότητα των ελληνικών προϊόντων, επομένως και τις εξαγωγικές επιδόσεις της χώρας. Η αύξηση των εξαγωγών αποτελεί επιπλέον ζήτηση, άρα και περισσότερη παραγωγή και απασχόληση".

Όμως, η αύξηση των εξαγωγών και συνακόλουθα της ζήτησης μέσω της βελτίωσης της ανταγωνιστικότητας, αποδείχθηκε στην πράξη ότι αποτελεί πλάνη μέσα σε συνθήκες σαν τις σημερινές, δηλαδή συνθήκες έντονης διεθνοποίησης. Διότι, κάθε χώρα, προκειμένου να ευνοήσει την κερδοφορία, περιστέλλει την μάζα των μισθών και μειώνει έτσι την ζήτηση για τον εαυτό της και τους ανταγωνιστές της. Με άλλα λόγια, κάθε χώρα προσπαθεί να μεγεθύνει τα μερίδιά της στις αγορές των εμπο­ρι­κών της εταίρων, οι οποίοι όμως, ακριβώς επειδή ακολουθούν την ίδια πολιτική, χαρα­κτη­ρίζονται από μαρασμό της εσωτερικής τους αγοράς και έντονη προσπάθεια εξαγωγικής διείσδυσης στις αγορές του εξωτερικού. Σε μια περιοχή όπως η Ευρωπαϊκή Ένωση, όπου οι διαδικασίες εμπορικής ολοκλήρωσης έχουν προχωρήσει σημαντικά, η στρατηγική αυτή (της κατάκτησης μεριδίων στις αγορές των άλλων χωρών) καταλήγει μοιραία σε ένα "παιχνίδι αρνητικού αθροίσματος", στο οποίο χάνουν τελικά όλοι οι παίκτες.

Εν κατακλείδι, η οικονομική πολιτική που υπόσχεται ότι η μείωση της ανεργίας θα προ­κύ­ψει ως ένα παρα-προϊόν της μείωσης του κόστους εργασίας και της επακόλουθης αύξησης της ανταγω­νιστι­κό­­τητας, των εξαγωγών και της κερδοφορίας, έχει διαψευσθεί:

· διότι, το κόστος εργασίας στην Ελλάδα είναι μικρό σε διεθνή σύγκριση και μειούμενο,

· διότι η πτώση του δεν συνοδεύθηκε από βελτίωση της ανταγωνιστικότητας όπως αυτή εμφανίζεται στα στοιχεία του εξωτερικού εμπορίου,

· διότι η άνοδος της κερδοφορίας που στηρίχθηκε στην μείωση του κόστους εργασίας δεν οδήγησε σε αύξηση των επενδύσεων, ούτε σε μείωση της ανεργίας.

Η εκτράχυνση της νεο-φιλελεύθερης πολιτικής

η

διάψευση της οικονομικής πολιτικής, σε ό,τι αφορά την αύξηση των επενδύσεων και την μείωση της ανεργίας, αλλά και όσον αφορά άλλα μεγέθη της οικονομίας, όπως η βελτίωση της παραγωγικότητας και των επιδόσεων στο διεθνές εμπόριο, γίνεται σταδιακά όλο και περισσότερο αντιληπτή, τόσο από την κυρίαρχη, όσο και από τις υποτελείς κοινωνικές τάξεις. Αυτή η κοινή συνείδηση που αναπτύσσεται, παράγει αποτελέσματα τόσο στην στάση των "από πάνω", όσο και στην στάση των "από κάτω".

Οι "από πάνω" κάνουν αυτό που συνήθως επιχειρούν σε τέτοιες περιπτώσεις: όταν μια κυβέρνηση θέτει στόχους που δεν επιτυγχάνονται με τα μέσα τα οποία είχε αρχικά επιλέξει, σπανίως φθάνει στο συμπέρασμα ότι τα εν λόγω μέσα ήταν ακατάλληλα --διότι αυτό ισοδυναμεί με την αποδοχή ότι η πολιτική της ήταν λανθασμένη. Συνήθως, "ριζοσπαστικοποιεί", εκτραχύνει την πολιτική της, αποφαίνεται δηλαδή ότι αυτή είναι ορθή, και ότι τα μέσα που χρησιμοποιεί για την επίτευξη των στόχων της, είναι μεν τα κατάλληλα, πλην όμως, είναι ανεπαρκή --ως εκ τούτου, χρειάζονται ενίσχυση, συμπλήρωμα και επίδειξη φανατισμού στην εφαρμογή τους.

Ακριβώς αυτήν την στάση τηρεί και η κυβέρνηση Σημίτη, όπως εξάλλου και οι περισσότερες από τις άλλες κυβερνήσεις της Ευρωπαϊκής Ένωσης, κατά την διάρκεια των τελευταίων μηνών: Η οικονομική πολιτική, αποφαίνονται οι διεθνείς οργανισμοί και τα "οικονομικά επιτελεία" των κυβερνήσεων, οφείλει να συμπληρωθεί και να ενισχυθεί με τις "διαρθρωτικές αλλαγές" [8] . Τα κυριότερα μέτωπα που ανοίγονται, κατόπιν τούτου, είναι τα εξής:

Η κυβέρνηση προτείνει την μεί­ω­ση του "μη μισθολογικού" κόστους της εργασίας (δηλαδή των ερ­­γο­δοτικών ασφαλιστικών εισφορών) των νέων έως 25 ετών, των μα­κρο­χρόνια ανέργων και των ανέργων άνω των 45 ετών --που συ­νο­πτικά αναφέρονται ως "ευπαθείς ομάδες" του εργατικού δυ­να­μικού.

Η μείωση του μη μισθολογικού κόστους, έχει ως στόχο να κα­τα­στεί φθηνότερη η εργασία και να δοθούν έτσι τα απαραίτητα κί­νητρα στις επιχειρήσεις για να προσλάβουν ανέργους που ανή­κουν στις ευπαθείς ομάδες. Καθιστώντας φθηνότερη την εργασία των εν λόγω ανέργων, η κυβέρνηση ελπίζει ότι θα δημιουργήσει έναν ση­μα­ντικό αριθμό νέων θέσεων εργασίας και θα συμβάλει στην μεί­ω­ση της ανεργίας.

Την θεωρητική στήριξη της πολιτικής αυτής, προσφέρει η νεο-κλασική θεωρία, δηλαδή το κύριο ρεύμα των οικονομικών, που θεω­ρεί ότι η μείωση του κόστους εργασίας αυξάνει την ζή­τη­ση εργα­σί­ας --υπόθεση λογικοφανής, πλην όμως λανθασμένη.

Ωστόσο, η πολιτική της επιδότησης του μη μισθολογικού κό­στους εργασίας δέχεται κριτικές πολύ πιο πρακτικής φύσεως:

Καταρχήν, ένας μεγάλος αριθμός από τους ανέργους των οποί­ων η πρόσληψη επιδοτείται, θα είχε προσληφθεί ούτως ή άλλως, έτσι ώστε ένα μέρος των δαπανών για την επιδότηση να γίνεται επί μα­ταίω και να μην συμβάλει στην αύξηση της απασχόλησης (ο πα­ρά­γοντας αυτός αναφέρεται στην βιβλιογραφία ως "μά­ται­η δαπάνη", dead-weight).

Δεύτερον, ένας σημαντικός αριθμός από τους επιδοτούμενους ανέρ­γους εκτοπίζει, μέσω των προσλήψεων, άλλους ανέργους τους οποίους οι επιχειρήσεις θα προσλάμβαναν εάν δεν παρε­νέβαινε η πολιτική της επιδότησης του μη μισθολογικού κόστους εργασίας (το φαινόμενο αυτό αναφέρεται ως "υποκα­τά­σταση").

Τρίτον, ακόμη και αν μια επιχείρηση αυξήσει τον συνολικό αριθμό των προσλήψεων της, ενδέχεται να προκαλέσει μια μείω­ση της απασχόλησης στις ανταγωνιστικές της επιχειρήσεις διότι θα επω­φεληθεί των επιδοτήσεων για να βελτιώσει την αντα­γω­νι­στι­­κότητά της και να αυξήσει το μερίδιό της στην αγορά (το φαι­νό­με­νο αυτό αναφέρεται ως "μετατόπιση").

Το καθαρό αποτέλεσμα της πολιτικής της μείωσης του μη μι­σθο­λογικού κόστους προκύπτει, επομένως, ως η διαφορά ανάμεσα στον αριθμό των επιδοτουμένων ανέργων και τα αρνητικά απο­τε­λέσματα της "υποκατάστασης", της "μετατόπισης" και της "μά­ται­ης δαπάνης".

Είναι, άραγε, μεγάλο το εν λόγω καθαρό αποτέλεσμα;

Οι πολιτικές της επιδότησης της απασχόλησης έχουν δοκιμα­σθεί στις άλλες χώρες της Ευρωπαϊκής Ένωσης, επί σειρά ετών, και γνωρίζουμε ότι είχαν ένα καθαρό συνολικό αποτέλεσμα το ο­ποί­ο είναι πολύ μικρό [9] .

Η ίδια απογοητευτική διαπίστωση σχετικά με την αποτε­λε­σμα­τι­κότητα της μείωσης του μη μισθολογικού κόστους εργασίας έχει γίνει και στην Γαλλία, και δεν είναι καθόλου τυχαίο ότι στο εσω­τερικό της κυβέρνησης Ζοσπέν τίθεται πλέον το ζήτημα της μείω­σης του εργάσιμου χρόνου στις 35 ώρες, ως ύστατο μέτρο αντι­με­τώπισης της ανεργίας που επιμένει στην ανοδική της πορεία.

Η μείωση του "μη μισθολογικού κόστους" δεν θα έχει κανένα αποτέλεσμα επί του όγκου της απασχόλησης, πλην όμως, θα μεταφέρει σημαντικούς πόρους από το Δημόσιο προς τις επιχειρήσεις του ιδιωτικού τομέα.

Το δεύτερο μέτωπο που θα ανοίξει στο άμεσο μέλλον η κυβέρνηση Σημίτη, αφορά στην "διευθέτηση του χρόνου εργασίας". Η εξέλιξη του "κοινωνικού διαλόγου" μεταξύ της κυβέρνησης, συνδικαλιστικών οργανώσεων των εργαζομένων και εργοδοτικών φορέων, κατέστησε φανερό ότι το κυριότερο από τα επίδικα αντικείμενα του διαλόγου, ήταν η διευθέτηση του χρόνου εργασίας, ή πιο απλά, τα ευέλικτα ωράρια εργασίας.

Μάλιστα, ήδη υπάρχουν σαφείς και πειστικές ενδείξεις ότι η κυβέρνηση θα προχωρήσει στην δημιουργία θεσμικού πλαισίου για την απρόσκοπτη εφαρμογή των ελαστικών ωραρίων, ανεξάρτητα από την αντίθεση που εκφράζουν η ΓΣΕΕ και η ΑΔΕΔΥ.

Ο όρος της διευθέτησης αναφέρεται στην δυνατότητα των επιχειρήσεων να κατανέμουν τον συνολικό χρόνο εργασίας που διαθέτουν οι εργαζόμενοι, όχι με βάση τα συμβατικά, θεσμικά ορισμένα ωράρια, αλλά με βάση τις ανάγκες της ζήτησης και της παραγωγής. Βεβαίως, ο συνολικός χρόνος εργασίας ανά απασχολούμενο στην διάρκεια ενός εξαμήνου ή ενός έτους, παραμένει σταθερός έτσι ώστε ο μέσος εβδομαδιαίος χρόνος να ανέρχεται στον συμβατικά ορισμένο χρόνο (στην περίπτωσή μας στις 40 ώρες), παρά το γεγονός ότι οι εργαζόμενοι ενδέχεται να εργάζονται π.χ. 30 ώρες την μία εβδομάδα, 50 ώρες την επόμενη κ.ο.κ.

Η ευελιξία που προκύπτει με τον τρόπο αυτό, δημιουργεί περισσότερες οικονομίες.

Οι υπερωρίες είναι ο κατεξοχήν τρόπος με τον οποίο οι επιχειρήσεις επιτυγχάνουν την επιμήκυνση του χρόνου λειτουργίας των μηχανικών εγκαταστάσεων και την προσαρ­μο­γή του στις μεταβολές της ζήτησης. Η ευελιξία του χρόνου εργασίας επι­τρέπει στην επιχείρηση να επιμερίσει τις συνολικές ώρες εργασίας με τρόπο τέτοιο ώστε οι υπερωρίες να καθίστανται περιττές ή έστω περιορισμένες. Προκύπτει, λοιπόν, από την εξάλειψη ή την δραστική μείωση των υπερωριών, μια μείωση της συνολικής δαπάνης της επιχείρησης για αμοιβή της εργασίας, άρα και μια μείωση της μέσης αμοιβής ανά απασχολούμενο. Η ευελιξία του χρόνου εργασίας, κατά πάσα πιθανότητα, θα επιφέρει και αλλαγές στην οργάνωση της εργασίας, οι οποίες θα προσδώσουν στην εργασία αυξημένη παραγωγικό­τητα. Από τον συνδυασμό της μείωσης του ωρομισθίου και της αύξησης της παραγωγικότητας του κεφαλαίου προκύπτει μια σημαντική μείωση του κόστους εργασίας ανά μονάδα προϊόντος.

Πέραν τούτου, προκύπτουν και άλλες οικονομίες για την επιχείρηση, που σχετίζονται με την ανταγωνιστικότητα και την ορθολογικότερη χρήση του παγίου κεφαλαίου: Η προσαρμογή στις διακυμάνσεις της ζήτησης, που προκύπτει από την ευελιξία του χρόνου εργασίας, επιτρέπει στην επιχείρηση να συντομεύσει τους χρόνους παράδοσης των προϊόντων της, επομένως να αυξήσει τον όγκο των παραγγελιών και της παραγωγής της, να επιμηκύνει τον χρόνο λειτουργίας των μηχανικών εγκαταστάσεων, άρα και να χρησιμοποιήσει το ίδιο πάγιο κεφάλαιο επί περισσότερο χρόνο για να παράγει μεγαλύτερο όγκο προϊόντος. Το όφελος από μια τέτοια βελτίωση στην χρήση του παγίου κεφαλαίου εκφράζεται με την αύξηση της "παραγωγικότητας του κεφαλαίου", η οποία είναι ο λόγος του προϊόντος προς το πάγιο κεφάλαιο. Η εν λόγω βελτίωση σημαίνει ότι με κάθε μονάδα παγίου κεφαλαίου (π.χ. ένα εκατομμύριο δραχμές) παράγεται όγκος προϊόντος μεγαλύτερος απ' ό,τι στο παρελθόν.

Επιπλέον, η ευελιξία στον χρόνο εργασίας, επιτρέπει στην επιχείρηση να μειώσει τα αποθέματα των έτοιμων προϊόντων της, να επιμερίσει τα σταθερά της έξοδα σε μεγαλύτερο όγκο παραγωγής, να επιταχύνει την απόσβεση του παγίου κεφαλαίου και να αποφύγει επενδύσεις σε μηχανικό εξοπλισμό. Ακόμη και στην περίπτωση της στάσιμης ζήτησης, η διευθέτηση του χρόνου εργασίας ενδέχεται να έχει θετικά αποτελέσματα χάρη στην συγκέντρωση της παραγωγής στις αποδοτικό­τε­ρες γραμμές παραγωγής.

΄Όπως προκύπτει από την ποσοτική ανάλυση των οικονομιών που καθιστά δυνατές η διευθέτηση του χρόνου εργασίας, το όφελος μπορεί να επιμερισθεί μεταξύ τριών «μεταβλητών»: είναι δυνατό να αυξηθούν η κερδοφορία και η μέση αμοιβή ανά απασχολούμενο ή να μειωθεί ο χρόνος εργασίας. Από τον συγκεκριμένο τρόπο που θα μειωθεί ο τελευταίος, θα προκύψει είτε μια αύξηση της απασχόλησης, είτε μια αύξηση του ελεύθερου χρόνου των εργαζομένων.

Το κρίσιμο ζήτημα το οποίο τίθεται, επομένως, είναι ο επιμερισμός του οφέλους που προκύπτει από την διευθέτηση του χρόνου εργασίας, μεταξύ κερδών, μισθών και απασχόλησης. Η πρόθεση της κυβέρνησης είναι ολόκληρο το όφελος από την διευθέτηση να μετατραπεί σε αύξηση των κερδών.

Από την πλευρά των δυνάμεων της εργασίας το ζήτημα τίθεται αλλιώς: ιστορικά έχει συνδεθεί με την δημιουργία νέων θέσεων απασχόλησης ή με την διάσωση επαπειλούμενων θέσεων εργασίας μέσω της μείωσης του εργάσιμου χρόνου.

Στις παρούσες συνθήκες, όπου η κερδοφορία παρουσιάζει ουσιαστικές αυξήσεις, ενώ ταυτοχρόνως συνεχίζεται η άνοδος της ανεργίας και τα εισοδήματα των μισθωτών καλύπτουν σε φθίνοντα βαθμό τις ανάγκες των νοικοκυριών στις εργαζόμενες τάξεις, για τις δυνάμεις της εργασίας είναι προφανές ότι το όφελος που προκύπτει από την ευελιξία στο ωράρια, πρέπει να χρηματοδοτήσει την μείωση του χρόνου εργασίας και μέσω αυτής την αύξηση της απασχόλησης.

Το τρίτο μέτωπο που ανοίγεται, αφορά στις Δημόσιες Επιχειρήσεις και Οργανισμούς, οι οποίοι, σύμφωνα με τις πιο πρόσφατες διαπιστώσεις του "οικονομικού επιτελείου" της κυβέρνησης, πάσχουν από συγκεντρωτισμό, γραφειοκρατία, ευνοιοκρατία, πελατειακές σχέσεις και έλλειψη υποδομής, και για τον λόγο αυτό θα πρέπει να επιχειρηθούν ριζικές μεταρρυθμίσεις. Αυτό υποδεικνύει τρεις κατευθύνσεις: την κατάργηση μιας σειράς κρατικών ή ημι-κρατικών φορέων, τις ιδιωτικοποιήσεις και την προώθηση της μερικής απασχόλησης στις Δημόσιες Επιχειρήσεις και Οργανισμούς [10] .

Τέταρτον, οι άτυπες μορφές εργασίας, κατά την κυβέρνηση, μπορούν να αποτελούν απάντηση στις νέες ανάγκες της παραγωγής, διότι έχουμε εισέλθει, υποτίθεται σε μια περίοδο εγκατάστασης ενός "νέου μοντέλου παραγωγής". Η διαπίστωση αυτή αφορά την εργασία στο σπίτι, την τηλεργασία, την παροχή έργου με έκδοση Δελτίων Παροχής Υπηρεσιών, όλες τις άλλες μορφές μη εξαρτημένης εργασίας, την εργασία ορισμένου χρόνου, τις υπεργολαβίες, τον "δανεισμό" εργαζομένων κ.λπ. Οι άτυπες μορφές απασχόλησης αποτελούν υποσύνολο των ευελιξιών της αγοράς εργασίας [11]

Τέλος, τα "Τοπικά Σύμφωνα Απασχόλησης" θα εγκαινιάσουν την διαδικασία αποδυνάμωσης του θεσμού των εθνικών συλλογικών συμβάσεων εργασίας που παραδοσιακά καθορίζουν το κατώτατο ημερομίσθιο και τον κατώτατο μισθό για ολόκληρη την χώρα και για όλες τις δραστηριότητες. Με πρόσχημα την αντιμετώπιση της ανεργίας στις βιομηχανικές περιοχές σε κρίση, τα Τοπικά Σύμφωνα Απασχόλησης θα επιτρέψουν στους εργοδότες να καταβάλολυν, χάρη σ' αυτές τις ειδικές συμφωνίες, μισθούς και ημερομίσθια κατώτερα των ορίων που ορίζει η εθνική συλλογική σύμβαση. Η πρόθεση της κυβέρνησης είναι διάφανη: Ο στόχος της έμμεσης κατάργησης των κεντρικών συλλογικών διαπραγματεύσεων θα επιτευχθεί, εν συνεχεία, μέσω της γενίκευσης των Τοπικών Συμφώνων σε περισσότερες περιοχές της χώρας.

Το παιχνίδι της ηγεμονίας, οι 35 ώρες και οι εργαζόμενες τάξεις

Γιατί, άραγε, η απόφαση της γαλλικής κυβέρνησης να εισάγει νόμο-πλαίσιο για την μείωση του εργάσιμου χρόνου στις 35 ώρες εβδομαδιαίως, έχει προσελκύσει το ενδιαφέρον ολόκληρης της Ευρώπης, έχει πυροδοτήσει πλήθος έντονων --και ενίοτε οξύτατων-- αντιπαραθέσεων, και έχει φέρει στο προσκήνιο της επικαιρότητας ένα θέμα που μέχρι πρότινος εθεωρείτο ότι ανήκε στην αποκλειστική αρμοδιότητα ορισμένων συνδικαλιστικών οργανώσεων;

Στις σελίδες των εφημερίδων, ούτε μία από τις "πολιτικές της απασχόλησης" που χρησιμοποιή­θηκαν κατά τα τελευταία δέκα έτη για την αντιμετώπιση της ανεργίας δεν κατόρθωσε να ξεφύγει από τις στήλες του εργατικού ρεπορτάζ, ή έστω, από κάποια άρθρα γνώμης με μάλλον ασήμαντο ακροατήριο. Η μείωση του χρόνου εργασίας στις 35 ώρες, αντιθέτως, αναδεικνύεται σε ένα από τα πιο σημαντικά θέματα της επικαιρότητας και διεκδικεί, με αρκετή ως τώρα επιτυχία, μια θέση στους κύριους τίτλων των ειδήσεων.

Η πρώτη, προφανής, ερμηνεία που μπορούμε να δώσουμε στο φαινόμενο, είναι το γεγονός ότι --σε αντίθεση με τις "πολιτικές της απασχόλησης"-- για πρώτη φορά καλούνται οι επιχειρήσεις να συμμετάσχουν στο κόστος για την αντιμετώπιση της ανεργίας με αντίτιμο μια μείωση της κερδοφορίας τους. Αλλά και πάλι, η ερμηνεία αυτή, δεν φαίνεται ικανή να εξηγήσει, μόνη της, το μέγεθος της αναστάτωσης: είναι δύσκολο να φανταστούμε, παραδείγματος χάριν, ότι μια υψηλή φορολογική επιβάρυνση των επιχειρήσεων θα ήταν σε θέση να προκαλέσει τόσο έντονες αντιδράσεις και να τύχει τόσο μεγάλης δημοσιότητας.

Η εξήγηση για τον θόρυβο, θα πρέπει να βρίσκεται στο γεγονός ότι η μείωση του χρόνου εργασίας τείνει να ανατρέψει τους "κανόνες του παιχνιδιού" μεταξύ του κόσμου της εργασίας, των εργοδοτικών δυνάμεων και του κράτους. Για να είμαστε πιο ακριβείς, εισάγει στην πολιτική σκηνή, ένα στοιχείο καταφανώς ξένο και εν πολλοίς εχθρικό προς την σημερινή οικονομική πολιτική, προς το κύριο ρεύμα της οικονομικής θεωρίας, και εμφανίζεται έτσι ως το έμβρυο μιας εναλλακτικής πρότασης για την οικονομία.

Διότι, η συζήτηση για τις 35 ώρες έχει την ιδιότητα να αποτελεί μια συζήτηση "εφ' όλης της ύλης" [12] : επισύρει, δηλαδή, ένα πλήθος συζητήσεων για τις εργασιακές σχέσεις, για όλες τις πτυχές της οικονομικής πολιτικής, για την οργάνωση της εργασίας και την παραγωγικότητα, για την "αναπτυξιακή πολιτική" και τις επενδύσεις, για την επαγγελματική κατάρτιση και την εκπαίδευση, για την εισοδηματική πολιτική....

Καθώς, λοιπόν, η συζήτηση για τις 35 ώρες αναγκαστικά θα τείνει να εξελιχθεί σε συζήτηση εφ' όλης της ύλης, θα δημιουργεί συνθήκες ευνοϊκές για την διατύπωση μιας συνολικής εναλλακτικής πρότασης για την οικονομία. Διότι προσφέρει ιδανική βάση για την συγκέντρωση όλων των αποσπασματικών κριτικών, που κατά καιρούς έχουν απευθυνθεί στην κυρίαρχη άποψη για την οικονομία, σε ένα ενιαίο θεωρητικό σχήμα.

Εάν έτσι έχουν τα πράγματα, η μείωση του χρόνου εργασίας εγκαθιστά πλέον μέσα στην ίδια την πολιτική σκηνή ένα στοιχείο που προσφέρει στην ημιθανή Αριστερά την ιστορική ευκαιρία να επανέλθει στο παιχνίδι της πολιτικής ηγεμονίας, δηλαδή να αρθρώσει εκ νέου έναν πειστικό λόγο για το γενικό συμφέρον.

· Τα επίδικα αντικείμεναΗ δραστική μείωση του χρόνου εργασίας, δεν είναι ένας στόχος επιθυμητός μόνον για τη βελτίωση της κατάστασης των εργαζόμενων τάξεων, αλλά είναι επίσης και ένας στόχος στρατηγικής σημασίας για τις πολιτικές και συνδικαλιστικές τους οργανώσεις: διότι ?υπό ορισμένες συνθήκες? μπορεί να αυξήσει ουσιαστικά την απασχόληση και να μετατρέψει έτσι το συσχετισμό δυνάμεων υπέρ της εργασίας,

· στο τμήμα του παραγωγικού συστήματος στο οποίο κυριαρχεί ο "καπιταλισμός της σχετικής υπεραξίας", βοηθώντας τις εργαζόμενες τάξεις να διεκδικήσουν έναν κάποιο έλεγχο της παραγωγής μέσα από την συμμετοχή τους στη διαμόρφωση των νέων μορφών ορ­γάνωσης της εργασίας, δηλαδή να επηρεάσουν τον χαρακτήρα των αλλαγών στις παραγωγικές σχέσεις που πραγματοποιούνται επ'ευκαιρία της αυτο­μα­τοποί­ησης.

· στο τμήμα του παραγωγικού συστήματος στο οποίο κυριαρχεί ο "καπιταλισμός της "απόλυτης υπεραξίας", βοηθώντας τις εργαζόμενες τάξεις να αμυνθούν στις επαναλαμβανόμενες επιθέσεις για μείωση του πραγματικού μισθού, να υπερασπισθούν το θεσμικό πλαίσιο εργα­σια­κών σχέσεων και το σύνολο των κατακτήσεών τους που καταρ­γούνται στην πράξη από την εργοδοσία.

Ωστόσο, η μείωση του εργάσιμου χρόνου δεν αυξάνει αυτομάτως την απασχόλη­ση. Αυτό είναι κάτι που εξαρτάται από τους όρους με τους οποίους πραγματο­ποιείται η εν λόγω μείωση.

Η αναζήτηση των όρων που συμφέρουν τις εργαζόμενες τάξεις είναι δική τους υπό­θε­ση. Διότι, για τις κυβερνήσεις το θέμα τίθεται αλλιώς. Το ζήτημα γι' αυτές είναι πρόβλη­μα ρύθμισης και ελέγχου: ρύθμισης του όγκου της ανεργίας ώστε να μην ξεπερνάει ένα κρί­σιμο κατώφλι πέραν του οποίου παρουσιάζονται δυσάρεστες "πα­ρε­νέργειες", ρύθ­μιση του χρόνου παραμονής κάθε ατόμου στην δεξαμενή των ανέργων ώστε να μην παρου­σιά­ζονται φαινόμενα οριστικής περιθωριοποίησης των μακροχρόνια ανέργων, ρύθ­μι­ση της κι­νη­τι­κότητας των εργαζομένων από τον έναν βιομηχανικό κλάδο στον άλλο κ.λπ. Για το πολιτικό και ιδεολογικό προσωπικό του κεφαλαίου, η ανεργία είναι μια ακόμη μακρο­οικονομική μεταβλητή, μια "μεταβλητή χει­ρισμού" με την οποία μπορεί κανείς να επη­ρεά­σει τις μισθο­λο­γι­κές αυξήσεις, το ρυθμό υποκατάστασης της εργασίας από μη­χανές, τα κέρδη που μπορούν να επενδυθούν στις νέες τεχνολογίες κ.λπ.

O προσδιορισμός των όρων με τον οποίο θα εφαρμοσθεί η μείωση της διάρκειας του εργάσιμου χρόνου είναι, λοιπόν, καθήκον των ίδιων των πολιτικών και συνδικαλιστικών οργανώσεων των εργαζό­μενων τάξεων. Οι όροι είναι πολλοί, άλλοι περισσότερο, άλλοι λιγότερο σημαντικοί. Τρεις, όμως, από αυτούς ξεχωρίζουν.

· 35 ώρες, αλλά με τι όρους;Ο στόχος των 35 ωρών είναι δυνατό να επιτευχθεί με δύο τρόπους: είτε σταδιακά, με "διο­λί­σθηση" από τις 40 στις 35 ώρες, είτε μεμιάς, με τρόπο απότομο, με άμεση πτώση από τις 40 ώρες στις 35.

Όμως, αυτοί οι δύο τρόποι μείωσης δεν είναι ισοδύναμοι, σε ό,τι αφορά τα αποτελέσματά τους. Οι επιχειρήσεις που προχωρούν στην μείωση του εργάσιμου χρόνου με τρόπο βαθμιαίο, σταδιακό, με μικρές μειώσεις, π.χ. της 1 ώρας, δεν προχωρούν σε προσλήψεις, αλλά καλύπτουν τα "κενά" της παραγωγής με μια πρό­σθε­τη αύξηση του όγκου παραγωγής ανά άτομο. Είτε εντατικοποιούν την εργασία, είτε αναδιορ­γανώνουν την παραγωγή έτσι ώστε να μην χρειαστούν προσλήψεις και πρόσθετες δαπάνες για μι­σθούς. Με άλλα λόγια, όταν η μείωση του εργάσιμου χρόνου πραγματοποιείται από τις 40 ώρες στις 39 κατά το πρώτο έτος, και μετά από τις 39 στις 38 κατά το επόμενο κ.ο.κ., η αντιμετώπιση του "κενού" της 1 ώρας είναι δυνατό να αντιμετωπιστεί με αύξηση της παραγωγικότητας, εντα­τι­κοποίηση, ή ακόμη, με υπερωρίες που πραγματοποιούνται νόμιμα ή παράνομα.

Το σενάριο αυτό, που πραγματοποιήθηκε κατά το πρώτο έτος της κυβέρνησης των σοσιαλιστών στη Γαλλία, αντιστοιχεί σε μια κατάσταση κατά την οποία οι ήδη εργαζόμενοι βελτιώνουν τη θέση τους, αφού μειώνεται η διάρκεια του χρόνου εργασίας τους, πλην όμως δεν αυξάνεται η απασχόληση.

Η μείωση του χρόνου εργασίας, για να επιφέρει, λοιπόν, μιαν αύξηση της απασχό­λη­σης, πρέπει να είναι μεγάλη και απότομη.

Πρέπει όμως να είναι και γενικευμένη. Οι κυβερνήσεις και τα συνδικα­λι­στι­κά όργανα της εργοδοσίας είναι υπέρ της μείωσης του εργάσι­μου χρόνου "κατά περίπτωση" και κατά μιας γενικευμένης μείωσης (για όλους τους ερ­γα­ζόμενους), ακόμη και με παράλληλη μείωση των αποδοχών.

Ωστόσο, εάν υποθέσουμε ότι η μείωση του εργάσιμου χρόνου δεν έχει μόνον συνδι­κα­λιστική σημασία, δεν αφορά δηλαδή μόνον τους εργαζόμενους σε κάθε επιχείρηση ξε­χω­ρι­στά, αλλά έχει και πολιτική σημασία, αφορά δηλαδή τις εργαζόμενες τάξεις στο σύ­νο­λό τους και μετατρέπει τον τα­ξι­κό συσχετισμό δυνάμεων, τότε, η μείωση του εργάσιμου χρό­νου θα πρέπει να είναι γενικευμένη και νομικά κατοχυρωμένη.

Πολύ περισσότερο, που οι μέχρι τώρα εμπειρίες από άλλες χώρες της Ευρώπης έχουν δείξει ότι οι "κατά περίπτωση" μειώσεις του εργάσιμου χρόνου πραγματοποιούνται υπό το βάρος του εκβιασμού των απολύσεων, μέσα σε συνθήκες απομόνωσης των εργα­ζο­μέ­νων στην επιχείρηση και συντριπτικής υπεροχής της εργοδοσίας, η οποία φυσικά επιβάλ­λει τους όρους της -?τους χειρότερους δυνατούς. Η άρνηση των όρων αυτών από το σωματείο των εργαζομένων συνοδεύεται απλώς από απολύσεις.

Επομένως, η μείωση του εργάσιμου χρόνου είναι ζήτημα που πρέπει να αντιμετωπι­στεί κεντρικά, μέσα σε συνθήκες ενότητας όλων των μερίδων των εργαζομένων τάξεων. Να αφορά δε, την γενικευμένη (για όλους τους εργαζόμενους) μείωση του χρό­νου εργασίας και την νομοθετική της κατοχύρωση.

Οι δυνάμεις της εργασίας, με δεδομένο τον συσχετισμό δυνάμεων, είναι αναγκασμένες να δημιουργήσουν οι ίδιες τις συνθήκες εκείνες που θα ελαττώσουν τις αντιστάσεις που προβάλλουν οι κυρίαρχες τάξεις στην μείωση του εργάσιμου χρόνου. Μία από αυτές τις συνθήκες είναι και η ταχύτερη μεγέθυνση του προϊόντος.

Διότι, το άθροισμα των ποσοστιαίων μεταβολών του εργάσιμου χρόνου, της απασχόλησης και της ωριαίας παραγωγικότητας της εργασίας είναι κατά προσέγγιση σταθερό και ίσο προς την ποσοστιαία μεταβολή του προϊόντος.

Αυτό σημαίνει ότι τα περιθώρια μείωσης του εργάσιμου χρόνου μεταβάλλονται ανάλογα με τον ρυθμό οικονομικής μεγέθυνσης (δηλαδή την ποσοστιαία μεταβολή του προϊόντος). Επομένως, οι πιο ευνοϊκές συνθήκες, για τις δυνάμεις της εργασίας είναι αυτές μιας ταχύρυθμης ανάπτυξης, διότι η τελευταία ελαττώνει τις αντιστάσεις που προβάλλουν οι κυρίαρχες τάξεις. Θα πρέπει λοιπόν η στρατηγική της μείωσης του εργάσιμου χρόνου να βρίσκεται σε σύζευξη με μια πολιτική υψηλών ρυθμών οικονομικής μεγέθυνσης.

Το μέλλον της κοινωνικής αντιπολίτευσης

H κοινωνική αντιπολίτευση που συγκροτείται σταδιακά, ως σύνθεση αφενός μεν της δυσαρέσκειας που αναπτύσσεται στους κόλπους των εργαζόμενων τάξεων, αφετέρου δε, της κριτικής που ασκεί στην ιδεολογία του νεο-φιλελευθερισμού μια μερίδα διανοουμένων ανά την Ευρώπη, έχει ως υλική της βάση την προϊούσα αποσταθεροποίηση της πολιτικής ηγεμονίας --η οποία με τη σειρά της προέρχεται από την εντεινόμενη αδυναμία της οικονομικής πολιτικής, ιδιαίτερα εμφανή κατά τα δύο τελευταία έτη, να πείσει ότι το ιδιοτελές συμφέρον της άρχουσας τάξης εκπροσωπεί και το "γενικό συμφέρον". Ως εκ τούτου, η απόπειρα συγκρότησης της κοινωνικής αντιπολίτευσης δεν αποτελεί ένα βουλησιαρχικό εγχείρημα, αλλά αντανάκλαση της όξυνσης των ταξικών αντιθέσεων.

Με προσεκτικά βήματα και δειλές προτάσεις μεταρρύθμισης της κυρίαρχης οικονομικής πολιτικής, η υπό διαμόρφωση κοινωνική αντιπολίτευση, φέρνει στην ημερήσια διάταξη των κοινωνικών αντιθέσεων την συγκρότηση μιας εναλλακτικής οικονομικής πολιτικής. Θα διατηρήσει, άραγε, αυτή η υπό διαμόρφωση αντιπολίτευση, τις μετριοπαθείς προτάσεις της, ή μήπώς θα αποδειχθεί ότι αυτές έχουν μεταβατικό. πρόσκαιρο χαρακτήρα;

Οι συνθήκες ευνοούν μάλλον την ριζοσπαστικοποίηση της αντιπολίτευσης (με την εξαίρεση, ίσως, της Γαλλίας, όπου η κοινωνική αντιπολίτευση πολιτικοποιήθηκε και σε σημαντικό βαθμό εκπροσωπείται στην κεντρική πολιτική σκηνή). Πρώτον διότι η εκτράχυνση της πολιτικής των κυβερνήσεων, δημιουργεί ένα έδαφος εξαιρετικά συγκρουσιακό: η σημερινή οικονομική πολιτική θεωρείται δεδομένη, δεν επιδέχεται μεταρρύθμιση, δεν μπορεί να γίνει πιο "κοινωνική", συμπληρώνεται από την πολιτική των "διαρθρωτικών αλλαγών" και την απόπειρα κατάργησης των πιο βασικών κατακτήσεων των εργαζόμενων τάξεων. Δεύτερον, το σχέδιο της εναλλακτικής οικονομικής πολιτικής είναι αναγκασμένο να συνδέσει τις τύχες του με την διεκδίκηση της μείωσης του εργάσιμου χρόνου στις 35 ώρες, τόσο εξαιτίας της κεντρικής θέσης που τείνει να αποκτήσει αυτή στο πεδίο των ταξικών αντιθέσεων, όσο και εκ του γεγονότος ότι η συζήτηση για τις 35 ώρες εγκαλεί σε μια συζήτηση εφ' όλης της ύλης (της οικονομικής πολιτικής, των πολιτικών απασχόλησης, των "διαρθρωτικών πολιτικών"....). ¨


[1] Η ανάκληση του σοσιαλδημοκρατικού συμβολαίου, Θέσεις

[2] N.Poulantzas, Pouvoir politique et classes sociales, Maspero, 1975, oae?aao 144-148

[3] N.Poulantzas, u.?. ouiio 2, oae?aao 58-65

[4] J.P.Fitoussi, Le debat interdit, Arlea, IUnoeio 1995

[5] Όχι όμως τα μακροπρόθεσμα, στρατηγικά τους συμφέροντα.

[6] Για όσα αναφέρονται σ'αυτήν την παράγραφο, βλ.αναλυτικότερα στο Αναδιάρθρωση και διεθνής εξειδίκευση της ελληνικής βιομηχανίας, Ινστιτούτο Εργασίας ΓΣΕΕ, 1996

[7] Η ισχυρή συσχέτιση των επενδύσεων με τον κινητό μέσο της ζήτησης των τριών τελευταίων ετών, αποτελεί ένδειξη ότι η επενδυτική συμπεριφορά επηρεάζεται από τις προσδοκίες που διαμορφώνονται με βάση την πορεία της παραγωγής κατά το τρέχον έτος και τα δύο προηγούμενα έτη (επιταχυντής).

[8] Χαρακτηριστική από την άποψη αυτή είναι η απόφαση του Συμβουλίου Κορυφής του Λουξεμβούργου.

[9] Βλ. στην έκδοση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής για την απα­σχό­ληση "Re-employment: a strategy for the Union, 1995".

[10] Γ.Σταμάτη, "Ο κύκλος των ιδιωτικοποιήσεων και των κρατικοποιήσεων", περιέχεται στα Οικονομικά Μαργκινάλια, εκδόσεις Ελληνικά Γράμματα, 1997

[11] Γ.Σταμάτη, "Η ευέλικτη αγορά εργασίας και τα ευεργετήματά της", περιέχεται στα Οικονομικά Μαργκινάλια, ό.π.

[12] Βλ.χαρακτηριστικά στην μελέτη του ΙΝΕ/ΓΣΕΕ, καθώς και στο "κοινό πόρισμα" εμπειρογνωμόνων ΣΕΒ-ΓΣΕΕ για τις ενδεχόμενες επιπτώσεις από μια μείωση του χρόνου εργασίας στις 35 ώρες.

 
< Προηγ.   Επόμ. >
Θέσεις, τριμηνιαία επιθεώρηση, 36ο έτος (1982-2018), εκδόσεις Νήσος, (Σαρρή 14, 10553, Αθήνα, τηλ-fax: 210-3250058)
Το περιεχόμενο διατίθεται ελεύθερα για μη εμπορικούς σκοπούς, υπό τον όρο της παραπομπής στην αρχική του πηγή