Editorial Εκτύπωση
Τεύχος 63, περίοδος: Απρίλιος - Ιούνιος 1998


Η «ΜΕΓΑΛΗ ΕΠΙΤΥΧΙΑ» ΤΗΣ ΥΠΟΤΙΜΗΣΗΣ

Η υποτίμηση της δραχμής τελικώς έγινε, όπως «όλοι» ανέμεναν, αλλά ουδείς τολμούσε να δηλώσει δημοσίως. Όπως επίσης την ακολούθησε ο γνωστός και αναμενόμενος ορυμαγδός δηλώσεων και εκτιμήσεων τρίτων (αυτόκλητων και μη) που συνήθως έπεται μιας παρόμοιας ενέργειας. Αν έμεναν τα πράγματα εδώ, τότε θα νόμιζε κανείς ότι επαναλήφθηκε το γνωστό σκηνικό από παρόμοιες διεργασίες των τελευταίων δεκαετιών, απλώς με αλλαγή των πρωταγωνιστών στους καίριους ρόλους του δράματος. Και όμως κάτι διαφορετικό συνέβη στην παρούσα κατάσταση, τις παραμέτρους του οποίου αξίζει να διερευνήσουμε.

Σκληρή δραχμή και υποτίμηση

Της υποτίμησης είχε προηγηθεί μια πολυετής περίοδος ανατιμητικής νομισματικής πολιτικής. Η πολιτική της σκληρής δραχμής είχε στηριχθεί από τους απολογητές της ακριβώς στα ίδια επιχειρήματα που οδήγησαν και στην αντιστροφή της. Η είσοδος στην Οικονομική και Νομισματική Ένωση είναι το «γενεσιουργό αίτιο» της πολιτικής σκληρής δραχμής, με συνεπαγόμενα τη μείωση της ανταγωνιστικότητας στις διεθνείς αγορές και την επιδείνωση των αντίστοιχων ισοζυγίων, τη διόγκωση της ανεργίας, την αύξηση των επιτοκίων για την προσέλκυση κεφαλαίων, με αρνητικές επιπτώσεις στην εξυπηρέτηση του δημόσιου χρέους. Επειδή όμως η πολιτική της σκληρής δραχμής συνοδεύτηκε από την ένταση της λιτότητας και τη συντονισμένη προσπάθεια απαξίωσης της εργασίας, με τη συνεχή επίθεση κατά των εργασιακών σχέσεων, η «προώθησή» της στηρίχθηκε στην προβολή της «εκσυγχρονιστικής αναγκαιότητας» για την προσέγγιση με την «Ευρώπη», μέσω του αποπληθωρισμού, της αναδιάρθρωσης του Δημόσιου Τομέα, των ιδιωτικοποιήσεων και της αύξησης της ελαστικότητας της εργασίας, ως πακέτου μέτρων που μπορεί να φέρει τη χώρα στο προαύλιο της ΟΝΕ.

Σήμερα που εγκαταλείπεται η σκληρή δραχμή, η επιχειρηματολογία σχεδόν παραμένει αμετάβλητη. Η υποτίμηση είναι αναγκαία για την ένταξη στον Ευρωπαϊκό Μηχανισμό Νομισματικών Ισοτιμιών (ΕΜΝΙ), γιατί έτσι μόνο θα διασφαλιστεί η οικονομική σταθερότητα που απαιτείται για το «κλείδωμα» της ισοτιμίας. Ξαφνικά λοιπόν αποκτούν ιδιαίτερη βαρύτητα όλα εκείνα τα μεγέθη που θα βελτιωθούν με την υποτίμηση και τα οποία εμφάνιζαν παθολογική συμπεριφορά όλη την προηγούμενη περίοδο:

* Αύξηση της ανταγωνιστικότητας στις διεθνείς αγορές,

* Βελτίωση των ισοζυγίων --και μάλιστα του καθενός απ' αυτά ανεξάρτητα από το άλλο. Του εμπορικού, με την αύξηση των εξαγωγών και την υποκατάσταση των εισαγωγών, των τρεχουσών συναλλαγών με την αύξηση των τουριστικών εμβασμάτων και, τέλος, του ισοζυγίου πληρωμών με την αθρόα εισροή κεφαλαίων που ήδη αποτυπώθηκε στα συναλλαγματικά αποθέματα της Τράπεζας της Ελλάδας από την πρώτη κιόλας εβδομάδα μετά την υποτίμηση.

* Μείωση των επιτοκίων με αντίστοιχη σημαντική επίπτωση στην εξυπηρέτηση του δημόσιου χρέους, που θα υπερκεράσει τα όποια αρνητικά μπορεί να προκύψουν από το αυξημένο κόστος σε δραχμές για την εξυπηρέτηση του εξωτερικού χρέους της χώρας.

Μόνη εξαίρεση θεωρείται το «μέτωπο του πληθωρισμού», αλλά και εδώ προβάλλεται η βεβαιότητα ότι σε ορίζοντα ενός το πολύ έτους οι επιπτώσεις της υποτίμησης θα έχουν εξαφανιστεί από το μακροοικονομικό χάρτη.

Η ενότητα των αντιφατικών πολιτικών

Αυτομάτως αναφύεται όμως το ερώτημα: Γιατί είναι τελικά αναγκαίο για την εξυπηρέτηση ενός και του αυτού κεντρικού στόχου να υιοθετούνται μέσα στην ίδια χρονική συγκυρία δυο εκ διαμέτρου αντίθετες οικονομικές/νομισματικές πολιτικές; Αλλιώς, αν υπήρχε όλη την προηγούμενη περίοδο μια τόσο αρνητική επίπτωση στα βασικά οικονομικά μεγέθη από την σε πραγματικούς όρους ανατίμηση της δραχμής, ποιος ήταν ο λόγος που διατηρήθηκε η πολιτική αυτή και τι αλλάζει σήμερα που τροποποιήθηκε;

Ο απλούστερος και τελικά περισσότερο επιφανειακός τρόπος για να απαντηθεί αυτό το ερώτημα είναι να στηριχθεί στα προδήλως εμφανή. Σύμφωνα με αυτή την προσέγγιση, η αιτία βρίσκεται στην αδυναμία όλων των χωρών της Ε.Ε. για να πετύχουν τους στόχους του Μάαστριχτ. Η ικανοποίηση των κριτηρίων απαιτεί μια τόσο περιοριστική πολιτική, που φέρνει την ασφυξία στην οικονομία, ώστε έχουν όλοι πλέον κατανοήσει ότι μόνο με την παράκαμψη των κριτηρίων στην πράξη μπορεί να υπάρξει μια ανοδική οικονομική πορεία. Οπότε η αλλαγή πλεύσης μπορεί να συνδυάζεται με τη στοίχιση της ελληνικής κυβέρνησης στο χορό της γενικευμένης προ Ευρώ απάτης. Όμως, ακόμα και αν τα παραπάνω έχουν κάποια δόση αλήθειας στις τρέχουσες πρακτικές των ευρωπαϊκών κυβερνήσεων, είναι εντούτοις κατανοητό ότι δεν μπορούν να ερμηνεύσουν την πορεία των εξελίξεων.

Είναι ουσιαστικό στο σημείο αυτό να αποφύγουμε το δέλεαρ μιας «εσωτερικής» κριτικής των μέτρων, που θα εστιαζόταν στις «τεχνικές» ανακολουθίες της κυβερνητικής επιχειρηματολογίας: για παράδειγμα αν η αυξημένη διολίσθηση θα είχε καλύτερες επιπτώσεις και χαμηλότερο κόστος από την εφάπαξ υποτίμηση και το αντίστοιχο σοκ που προκαλείται στις αγορές. Κλειδί για την ερμηνεία των φαινομένων είναι το αδιαμφισβήτητο κόστος που είχε η πολιτική της σκληρής δραχμής όλη την προηγούμενη περίοδο, το οποίο αίρεται για το επόμενο διάστημα με την υποτίμηση. Ανακύπτει λοιπόν το ερώτημα για ποιο λόγο αναλήφθηκε αυτό το κόστος όλο το προηγούμενο διάστημα και ποιος κλήθηκε να καταβάλει τη μερίδα του λέοντος από αυτό;

Η περιοριστική πολιτική της περιόδου δημιούργησε, σε χρηματοοικονομικούς όρους, ανταγωνιστικό μειονέκτημα του εγχωρίως συσσωρευόμενου κεφαλαίου. Όμως η περιοριστική πολιτική δεν συνίστατο αποκλειστικά και μόνο στα άμεσα μέτρα που κατέτειναν στην ικανοποίηση των δεικτών και κριτηρίων του Μάαστριχτ. Είχε στον πυρήνα της τα λεγόμενα διαρθρωτικά συνοδευτικά μέτρα, δηλαδή τα μέτρα συρρίκνωσης του ρόλου του κράτους και απαξίωσης της εργασίας. Αυτά τα μέτρα, με στόχο την κάλυψη του ανταγωνιστικού μειονεκτήματος λόγω «σκληρής δραχμής», αποτελούν το «κοινωνικό» πριμ προς το κεφάλαιο, ώστε να μπορέσει να ανταποκριθεί με τον καλύτερο δυνατό τρόπο στην πίεση για αναδιάρθρωση. Τα μέτρα αυτά είχαν ως γενικό κοινωνικό περικάλυμμα την ανάγκη της χώρας να εναρμονιστεί με τις απαιτήσεις της «μεγάλης ιδέας» της νομισματικής ένωσης. Τι συμβαίνει όμως μετά την υποτίμηση, όταν πλέον οι χαμηλότερες συναλλαγματικές ισοτιμίες αποκαθιστούν το ανταγωνιστικό πλεονέκτημα για τα ελληνικά προϊόντα στις διεθνείς αγορές;

Λιτότητα για πάντα

Εδώ παρατηρείται ο κορυφαίος πολιτικός ακροβατισμός των κρατούντων: Ενώ η πίεση προς την ελληνική οικονομία από την πολιτική της σκληρής δραχμής υποχωρεί, ενώ τα περιθώρια ελιγμών αυξάνονται, και ενώ ταυτόχρονα η μερική αναζωπύρωση του πληθωρισμού θα απαιτούσε τη μερική τουλάχιστον αποκατάσταση των εισοδηματικών απωλειών των εργαζομένων στρωμάτων, η επίσημη πολιτική επιχειρηματολογία στρέφεται προς την εντελώς αντίθετη κατεύθυνση: Παρά την ελάφρυνση του κεφαλαίου και εις πείσμα των εισοδηματικών απωλειών, η εργασία οφείλει να υποταγεί με ακόμη δυσμενέστερους όρους στο κεφάλαιο:

* Η συρρίκνωση του Δημόσιου Τομέα οφείλει να συνδυαστεί και με ελαστικοποίηση των εργασιακών σχέσεων, που θα προέλθει είτε από την άμεση ιδιωτικοποίηση επιχειρήσεων και οργανισμών, είτε από την εφαρμογή του περίφημου δικαιώματος που απέκτησε η εκτελεστική εξουσία δι' αποφάσεως της Βουλής να μεταβάλλει τις εργασιακές σχέσεις στις ΔΕΚΟ με μονομερή απόφαση.

* Η ελαστικοποίηση της εργασίας θα φθάσει στα «ευρωπαϊκά πρότυπα», με την κατάργηση του 8ώρου και των συλλογικών συμβάσεων, των υπερωριών και της πλήρους απασχόλησης.

* Το ασφαλιστικό μπαίνει πολύ πιο άμεσα απ' ό,τι είχε αρχικά σχεδιαστεί (εντός του 1998 αντί του 2000) στον αστερισμό της μείωσης του μη μισθολογικού κόστους της εργασίας, με τη μεταφορά του κόστους στήριξής του στους εργαζόμενους κατά κύριο λόγο, ενώ το παλιό τριμερές σχήμα χρηματοδότησης οδεύει κατά βάση στα αζήτητα της ιστορίας.

* Μείωση εισοδήματος σε πραγματικούς όρους για όλους τους εργαζόμενους στο δημόσιο τομέα και παραίνεση για υιοθέτηση της ίδιας πολιτικής και στον ιδιωτικό τομέα.

Και στο φόντο αυτό επαναβεβαιώνεται η πολιτική συλλογής εσόδων από τη πώληση κρατικών επιχειρήσεων ή η μεταβίβαση μέρους των χρεών του Δημοσίου σε νεοσύστατες Ανώνυμες Εταιρίες, με στόχο τη «λογιστική τακτοποίηση» των δημόσιων οικονομικών κατά τα πρότυπα των ευρωπαίων εταίρων.

Αυτές είναι οι βασικές αρχές των «διαρθρωτικών μέτρων» που φαίνεται αποφασισμένη να λάβει η κυβέρνηση στον απόηχο της υποτίμησης, και αυτά είναι τα βασικά σημεία στα οποία έχει αποσπάσει την «εύφημον μνείαν» των ευρωπαϊκών κυβερνήσεων, των διεθνών χρηματιστικών κύκλων και του διεθνούς νεοφιλελεύθερου οικονομικού στερεώματος.

Οπότε ανακύπτει το ερώτημα: Ποιες είναι οι βασικές παράμετροι που επιτρέπουν στην κυβέρνηση του Κ. Σημίτη να πραγματοποιήσει αυτό το πολιτικό άλμα, συνεχίζοντας την πολιτική του νεοφιλελεύθερου αυταρχισμού και της κοινωνικής παλινόρθωσης; Η απάντηση είναι μονοσήμαντη: Η οργάνωση της συναίνεσης γύρω από τα άμεσα, βραχυπρόθεσμα και ιδιοτελή συμφέροντα των ηγεμονικών μερίδων του κεφαλαίου, που επιτεύχθηκε κατά κύριο λόγο στη διάρκεια της διακυβέρνησης του ΠΑΣΟΚ από το 1993 και μετά, με ιδιαίτερη έμφαση στην υπό τον Κ. Σημίτη περίοδο. Και όταν μιλάμε για οργάνωση της συναίνεσης, δεδομένης της χαλάρωσης των σχέσεων εκπροσώπησης στη σημερινή περίοδο, αναφερόμαστε κατά κύριο λόγο στο ρόλο του συνδικαλιστικού κινήματος, που ηγεμονεύεται από το ΠΑΣΟΚ ή από συναφείς τάσεις.

Συνδικαλισμός και «διαρθρωτικές αλλαγές»

Το συνδικαλιστικό κίνημα χαρακτηρίζεται από τα ακόλουθα βασικά γνωρίσματα:

* Έχει αποδεχθεί τον προσανατολισμό προς τη νομισματική ενοποίηση, δηλαδή την ηγεμονία των νεοφιλελεύθερων πολιτικών

* Κινείται στο πλαίσιο του «Κοινωνικού Διαλόγου» για την αδύνατη ανάπτυξη και την «ανταγωνιστικότητα» της ελληνικής οικονομίας * Συνδιοικεί ένα μεγάλο μέρος των εταιριών του ευρύτερου δημόσιου τομέα χωρίς να διαθέτει έστω και τα ελάχιστα μέσα επηρεασμού του επιχειρηματικού προσανατολισμού τους * Δε διαθέτει στρατηγική απέναντι στην ιδιωτικοποίηση των ΔΕΚΟ και των ανακατατάξεων που δημιουργούνται στην αγορά από την αλλαγή των συσχετισμών δημόσιου/ιδιωτικού σε μια σειρά τομείς.

Έτσι, για παράδειγμα, τα Συνδικάτα εξακολουθούν, ακόμη και μετά την εξαγγελία των συνοδευτικών «διαρθρωτικών» μέτρων, να μην επισημαίνουν την άμεση σύνδεση της προσήλωσης στη νομισματική ένωση με την πρωτοκαθεδρία των νεοφιλελεύθερων δογμάτων «παντός καιρού». Δεν είναι καν σε θέση να ψελλίσουν τα αυτονόητα, που προκύπτουν από τα νέα δεδομένα μετά την υποτίμηση, και τη χαλάρωση της πίεσης του διεθνούς ανταγωνισμού στις ελληνικές επιχειρήσεις. Ενδεικτικά αναφέρουμε ότι ενώ το Χρηματιστήριο ανεβάζει με ιλιγγιώδεις ρυθμούς τις μετοχές των εξαγωγικών εταιριών προσδοκώντας σοβαρά οφέλη από τη βελτίωση της ανταγωνιστικής θέσης τους στις διεθνείς αγορές, ουδείς εκπρόσωπος των συνδικάτων βρέθηκε να υπογραμμίσει τουλάχιστο το παράλογο να ζητάται από τον ιδιωτικό τομέα να περιορίσει τις αμοιβές των εργαζομένων, σε περίοδο έντονης προσδοκίας για αυξημένη κερδοφορία.

Ακόμη και οι στοιχειώδεις αντιδράσεις ενάντια στις άμεσα ορατές απειλές κατά των εργασιακών σχέσεων φαίνονται υποκριτικές, όταν είναι ακόμα νωπή η υπογραφή των εκπροσώπων του συνδικαλιστικού κινήματος στο «Σύμφωνο για την Απασχόληση και την Ανάπτυξη» που προβλέπει αυτές ακριβώς τις ρυθμίσεις που σήμερα τίθενται από την κυβέρνηση προς άμεση υλοποίηση. Όταν πρυτανεύει η μέριμνα για την «ανταγωνιστικότητα» (δηλαδή για τη μείωση του εργασιακού κόστους, λες και πρόκειται για τη μοναδική ή έστω την κύρια μορφή κόστους των επιχειρήσεων), είναι προφανές ότι υπέρτατη αρχή θα είναι οι επιθετικοί στόχοι του κεφαλαίου και όχι τα συμφέροντα των εργαζομένων.

Αλλά και στα ειδικότερα ζητήματα που αφορούν την προοπτική του δημόσιου τομέα, η διαφοροποίηση των συνδικάτων είναι εξίσου μηδαμινή και στερείται οποιασδήποτε προοπτικής. Με τη συνδιοίκηση στις «κοινωνικοποιημένες» επιχειρήσεις του Δημοσίου και τη συμμετοχή στη διοίκηση των άλλων εταιριών του ευρύτερου δημόσιου τομέα, το συνδικαλιστικό κίνημα απαξιώθηκε διπλά:

* εισέβαλε σε ένα πεδίο άσκησης διαχειριστικής πολιτικής για το οποίο δεν είχε την απαραίτητη κοινωνική δυναμική αλλά ούτε και τα αναγκαία εφόδια για να διαμορφώσει μια εναλλακτική στρατηγική, με αποτέλεσμα να εκφυλιστεί σε μια γραφειοκρατική λειτουργία «εργατικής αριστοκρατίας», που απλά ζητούσε από τους «από πάνω» κάποια ψυχία κοινωνικής πολιτικής για τους «από κάτω», ώστε να διατηρήσει τη θέση της και τους δεσμούς εκπροσώπησης μέσα στην επιχείρηση, * δεν ήταν σε θέση να παρακολουθήσει τις αλλαγές που συντελέστηκαν στην αγορά, με αποτέλεσμα να αντικρίζει το ζήτημα της ιδιωτικοποίησης των δημόσιων επιχειρήσεων αποκλειστικά από τη σκοπιά του μέλλοντος της συγκεκριμένης ΔΕΚΟ, χωρίς να συνυπολογίζει τη συρρίκνωση του ζωτικού χώρου στον οποίο παραδοσιακά δραστηριοποιούντο οι ΔΕΚΟ.

Το αποτέλεσμα ήταν ότι η ιδιωτικοποίηση ήλθε στην επικαιρότητα με δυο τρόπους. Είτε ως ανάγκη για βελτίωση της λειτουργίας και απόδοσης μιας ολοένα και περισσότερο απαξιούμενης δημόσιας επιχείρησης, για τις διοικητικές ανεπάρκειες της οποίας ήταν πολύ εύκολο να διασυρθεί το συνδικαλιστικό κίνημα στην κοινή γνώμη ως αφανής αλλά πραγματικός υπαίτιος των αδυναμιών, της σπατάλης και της κακοδιαχείρισης. Είτε σε συνέχεια του προηγουμένου, με την απορύθμιση --τυπική και άτυπη-- των αγορών και τη δραστηριοποίηση του ιδιωτικού κεφαλαίου με «ελαστικές» σχέσεις εργασίας, στην κάλυψη αναγκών που οι ΔΕΚΟ αδυνατούσαν ή κινήθηκαν πολύ αργά για να καλύψουν. Οι δυο αυτές βασικές όψεις της απαξίωσης των ΔΕΚΟ και της προώθησης του ιδιωτικού κεφαλαίου σε όλους σχεδόν τους τομείς της αγοράς, παρήγαγε τη διόγκωση των ελλειμμάτων και έθεσε επί τάπητος το αίτημα για οριστική και διαρκείας εξυγίανση, που ο «κοινωνικός ρεαλισμός» θέλει να ταυτίζει με την ιδιωτικοποίηση.

Η τεράστια επιτυχία της κυβέρνησης

Οι ευθύνες του συνδικαλιστικού κινήματος για την εξέλιξη αυτή είναι ίσως οι πλέον σημαντικές, διότι τελικά θα επικαθορίσουν την προοπτική υλοποίησης του συνολικού εγχειρήματος καπιταλιστικής αναδιάρθρωσης. Στην τριπλή κρίση που έρχεται στην επιφάνεια ως αποτέλεσμα της κρίσης υπερσυσσώρευσης του κεφαλαίου, δηλαδή την κρίση του κεφαλαίου, την κρίση των οικονομικών του κράτους και την κρίση της εργασίας, το συνδικαλιστικό κίνημα ουσιαστικά δέχεται να υπαγάγει χωρίς όρους την έκβαση της κρίσης της εργασίας στην προοπτική υπέρβασης της κρίσης του κράτους, που με τη σειρά της υπάγεται χωρίς όρους στην έκβαση της κρίσης του κεφαλαίου. Έτσι λοιπόν, ενώ η μέχρι σήμερα πορεία στην εξέλιξη του συσχετισμού δύναμης κεφαλαίου-εργασίας εξαρτιόταν από τη διαχείριση της κρίσης του κράτους, η οποία με άξονα την υπέρβαση της κρίσης του κεφαλαίου επενέβαινε αρνητικά στην κρίση της εργασίας, σήμερα το σκηνικό διαγράφεται ακόμη ζοφερότερο:

* το κεφάλαιο επεμβαίνει ανοιχτά και απροκάλυπτα, απαιτώντας από το κράτος τη θεσμική αποκρυστάλλωση των εκάστοτε αρνητικών συσχετισμών δύναμης εις βάρος τη εργασίας, όπως προκύπτει από τους εκάστοτε κοινωνικούς «διαλόγους» για τις εργασιακές σχέσεις, το ασφαλιστικό, κλπ., * η βελτίωση των δημόσιων οικονομικών παράγει ολοένα περισσότερη λιτότητα και επιταχύνει την αναδιανομή του εισοδήματος υπέρ του κεφαλαίου, * οι συνδικαλιστικές ηγεσίες σφραγίζουν κάθε φορά με την υπογραφή τους τις μέχρι στιγμής δυσμενείς εξελίξεις στο συσχετισμό δύναμης με το κεφάλαιο, για να ανελιχθούν στη συνέχεια στο πολιτικό σκηνικό και να διαχειριστούν τα ίδια ακριβώς ζητήματα, τώρα πια από τη θέση του συλλογικού κεφαλαιοκράτη, που είναι το κράτος.

Είναι γεγονός ότι η «κοινωνική πρόοδος» που αντικατοπτρίζεται στα παραπάνω, συγκρινόμενη με το «λαϊκιστικό» πρόσφατο παρελθόν, αποτελεί «κατόρθωμα» των κυβερνήσεων μετά την «κάθαρση» του 1989 και την αποκατάσταση της «έννομης τάξης», που είχε διασαλευτεί από την κυριαρχία σκοταδιστικών δογμάτων όπως «νόμος είναι το δίκιο του εργάτη». Όμως θα αποτελούσε αδικία αν δεν επισημαίναμε ότι η μερίδα του λέοντος σε αυτή την κοσμογονική αλλαγή επί τα βελτίω οφείλει να αποδοθεί στην κυβέρνηση του Κ. Σημίτη. Ίσως αυτό να έχουν κατά νουν όσοι γράφουν και ομιλούν επαινώντας τον, από τον ελληνικό και διεθνή χώρο, για την τεράστια επιτυχία της ένταξης στο μηχανισμό νομισματικών ισοτιμιών και τις διαρθρωτικές αλλαγές που η Ελλάδα επιτέλους αποφάσισε να υιοθετήσει. Είναι όμως εξίσου άδικο να μην επισημάνουμε ότι στην προσπάθεια αυτή είχε πολύτιμο συνεργάτη και αρωγό τις εκάστοτε ομόδοξες και ομοτράπεζές του συνδικαλιστικές ηγεσίες.

 
< Προηγ.   Επόμ. >
Θέσεις, τριμηνιαία επιθεώρηση, 36ο έτος (1982-2018), εκδόσεις Νήσος, (Σαρρή 14, 10553, Αθήνα, τηλ-fax: 210-3250058)
Το περιεχόμενο διατίθεται ελεύθερα για μη εμπορικούς σκοπούς, υπό τον όρο της παραπομπής στην αρχική του πηγή