Ο Γκράμσι του Αλτουσέρ: Προσεγγίσεις και αποστάσεις Εκτύπωση
Τεύχος 64, περίοδος: Ιούλιος - Σεπτέμβριος 1998


Ο Γκράμσι του Αλτουσέρ: προσεγγίσεις και αποστάσεις1
του Δημήτρη Δημούλη

1. Η απόσταση δύο γειτόνων

Γεννημένοι σε απόσταση 27 ετών και 600 χιλιομέτρων ο Γκράμσι (Ales Σαρδηνίας 1891) και ο Αλτουσέρ (Αλγέρι 1918) είναι δύο "γείτονες". Ο γάλλος φιλόσοφος θα μπορούσε να είναι σύντροφος και συνομιλητής του ιταλού ηγέτη. Η ιστορία των διώξεων των μαρξιστών και η παράδοξη γεωγραφία του διεθνούς κομμουνισμού δεν το επέτρεψαν.

Το 1961 ο Αλτουσέρ δημοσιεύει την πρώτη σημαντική φιλοσοφική μελέτη του (Althusser 1986) και ανακαλύπτει το έργο του Γκράμσι.2 Εντυπωσιάζεται από την αυθεντικότητα και τη γονιμότητα της "θεωρητικής προσπάθειας" των Τετραδίων της Φυλακής, 3 που ήταν τότε ουσιαστικά άγνωστα στη Γαλλία (Labica 1992, 18-20). Στο πρώτο άρθρο που θα δημοσιεύσει μετά την ανάγνωση του Γκράμσι, αναφέρεται σ' αυτόν με υμνητικό τρόπο.4

Το 1961 ο ψυχρός πόλεμος κυριαρχεί και ο "δεύτερος θάνατος" του Στάλιν μετά το 20ο Συνέδριο του ΚΚΣΕ είναι ένα αναντίστρεπτο πολιτικό γεγονός. Ο Γκράμσι είναι νεκρός εδώ και 24 χρόνια. Έχει περάσει στη μνήμη του κομμουνιστικού κινήματος ως μακρινός ήρωας που έδωσε τη ζωή του σε μια εντελώς διαφορετική εποχή. Είναι πλέον ένας πρόγονος που συνοδεύεται από τη "σκιά του μύθου".5 Όταν λοιπόν ένας καθηγητής φιλοσοφίας και διανοούμενος του μετασταλινικού γαλλικού κομμουνισμού ανακαλύπτει τα γραπτά ενός έγκλειστου στις φυλακές της φασιστικής Ιταλίας, δεν έχουμε τη συνάντηση δύο γειτόνων. Ανάμεσά τους υπάρχει μια μεγάλη ιστορική και πολιτιστική απόσταση.

2. Ένας μαθητής του Γκράμσι

Η παρούσα κρίση του μαρξισμού μπορεί να ορισθεί ως πολύμορφη (και «καταστροφική») πολιτική πίεση που ασκείται στη μαρξιστική θεωρία και πρακτική. Για τους μαρξιστές έχει ένα τουλάχιστο πλεονέκτημα. Μας καλεί να θέσουμε με αυστηρό τρόπο το ερώτημα "ποιοι είμαστε" και γιατί θέλουμε να προχωρήσουμε στην κατεύθυνση της μαρξιστικής έρευνας και πολιτικής, παρ' ότι η κατάρρευση των βεβαιοτήτων και των θεσμικών στηρίξεων στα πλαίσια της υποχώρησης του μαρξισμού-ως-ιδεολογίας-μαζών (Μηλιός 1996, 29-33) στερεί την ταυτότητα του μαρξιστή από την "προφάνεια" προηγούμενων δεκαετιών.

Ένας θεωρητικός τρόπος να τεθεί το ερώτημα "ποιοι είμαστε" είναι να αναρωτηθούμε για τον "τρόπο της προσωπικής παραγωγής" μας, δηλαδή να μελετήσουμε τις σχέσεις μαθητείας και συνεργασίας στα πλαίσια του μαρξισμού. Οι απαντήσεις θα επιτρέψουν προφανώς μια πληρέστερη κατανόηση του χαρακτήρα του μαρξισμού ως πλέγματος θεωρητικής και πρακτικής δράσης.

Θα ασχοληθούμε εδώ με τη θεωρητική χρήση που επιφύλαξε ο Αλτουσέρ στον Γκράμσι, επιχειρώντας να δώσουμε ορισμένα στοιχεία απάντησης στο πρόβλημα των μορφών διαλόγου μεταξύ μαρξιστών, δηλαδή του τρόπου επικοινωνίας μεταξύ ανθρώπων που γνώρισαν υλικές δυσχέρειες και σκληρές διώξεις, ενεπλάκησαν σε περιπέτειες αγώνα και μελέτης, σε εσωτερικές συγκρούσεις και ρήξεις, και ορισμένες φορές αντιμετώπισαν το φάσμα της παραφροσύνης ("περιπτώσεις" Γκράμσι και Αλτουσέρ).

Ας γίνουμε πιο πεζοί. Στις μελέτες για τον Αλτουσέρ οι αναφορές στο όνομα του Γκράμσι είναι διαρκείς αλλά παραμένουν επιφανειακές.6 Γενικά επικρατεί η άποψη ότι ο Γκράμσι ήταν ένας από τους πολλούς "προκατόχους", στους οποίους ο Αλτουσέρ άσκησε κριτική,7 χωρίς να εντοπίζεται κάποια οργανική σχέση μεταξύ των έργων τους. Με βάση την εκτίμηση ότι η σκέψη του Αλτουσέρ είναι "μη γκραμσιανή",8 θεωρείται ότι η συνάντησή τους είναι δευτερεύουσας σημασίας. Σ' αυτή την εκτίμηση αντιπαρατίθενται ορισμένες μελέτες που --με βάση μια συγκριτική ανάγνωση-- διατυπώνουν τη θέση της "πλήρους αντιπαράθεσης" Γκράμσι και Αλτουσέρ. Ορισμένοι επιδιώκουν να εμφανίσουν τον Αλτουσέρ ως απόστολο του μεταμοντέρνου που απέρριψε τη μαρξιστική ορθοδοξία και εγκατέλειψε την ιδέα της μαζικής οργάνωσης και του κόμματος-πρωτοπορίας, συγκρουόμενος κατά τούτο (και) με τον Γκράμσι (Negri 1996, 54-67). Άλλοι έχουν την --πιο "κλασική"-- πρόθεση να εμφανισθεί ο Γκράμσι ως αυθεντικός εκπρόσωπος της μαρξιστικής φιλοσοφίας σε αντίθεση με τον Αλτουσέρ που επιχειρεί να τη νοθεύσει με αστικές ιδεολογίες.9 Η τρίτη προσέγγιση των σχέσεων Γκράμσι-Αλτουσέρ είναι η "οργανική-μερική". Εμφανίζεται σε μελέτες που αναλύουν με συστηματικό τρόπο ορισμένα σημεία συνάντησης των έργων τους. Αυτό ισχύει για την κριτική του Αλτουσέρ στον ιστορικισμό του Γκράμσι --η οποία συζητήθηκε ευρέως10-- και, πιο πρόσφατα, για τις αναλύσεις σχετικά με τον Μακιαβέλι (Terray 1996).

Μια διερεύνηση των μορφών διαλόγου μεταξύ μαρξιστών δεν μπορεί να αρκεσθεί στη διαπίστωση "στιγμιαίων" επιρροών ούτε σε σχηματικές κατατάξεις και αντιπαραθέσεις. Εκείνο που πρέπει να εξετασθεί είναι πώς δύο θεωρητικοί σκέφτονται μαζί --στην περίπτωσή μας σε τι "χρησιμεύει" ο Γκράμσι στον Αλτουσέρ και τι μας δείχνει αυτή η εξ αποστάσεως συνάντηση.11

Με βάση μια συστηματική ανάγνωση του Αλτουσέρ θα υποστηρίξουμε ότι στο έργο του γάλλου φιλοσόφου εμφανίζεται μια ισχυρή τάση έλξης/απώθησης σε σχέση με τον Γκράμσι. Από την μελέτη αυτής της σχέσης προκύπτει ότι ο Αλτουσέρ πρέπει να θεωρηθεί ως "μαθητής" του Γκράμσι --μια σχέση μαθητείας που είναι προφανώς προβληματική και ακόμη προφανέστερα παραγνωρισμένη.

Για το ότι υπάρχει σχέση μαθητείας μεταξύ των δύο "γειτόνων" και πρωταγωνιστών του λεγόμενου δυτικού μαρξισμού συνηγορεί μια σειρά ενδείξεων που τοποθετούνται στο "διαδικαστικό-ψυχολογικό" επίπεδο της προτίμησης για ορισμένο θεωρητικό. Αρχικά υπάρχουν οι πλείστες αναφορές του Αλτουσέρ στον Γκράμσι, οι οποίες μαρτυρούν για την χρονικά και θεματικά συνεχή παρουσία του στην αλτουσεριανή σκέψη. Αυτές οι αναφορές συνοδεύονται συνήθως από την εκδήλωση εξαιρετικής εκτίμησης για τον Γκράμσι. Από την πρώτη παρουσίαση της "θεωρητικής προσπάθειας" των Τετραδίων στο άρθρο του 1962 μέχρι τα τελευταία κείμενά στη δεκαετία του '80 ο Αλτουσέρ παρουσιάζει τον Γκράμσι ως τον "πιο ευφυή ηγέτη του κόσμου" (Αλτουσέρ 1994, 192), που ανήκε στους αυθεντικούς επαναστάτες (Αλτουσέρ 1987, 151), ως "μεγάλο μαρξιστή θεωρητικό" (Althusser 1995a, 31) που έπαιξε "πολύ σημαντικό" ρόλο στο κομμουνιστικό κίνημα (Αλτουσέρ 1987, 30), ως "διεισδυτικό" διανοητή (Αλτουσέρ 1983, 83), με "κύρος" (Althusser 1994a, 446), ως "θαυμάσια ιστορική και πολιτική (...) μεγαλοφυία" (Αλτουσέρ 1987, 39) με "μεγαλοφυές έργο" (Althusser 1982, 25).

Ανάλογους επαίνους δεν συναντούμε στον Αλτουσέρ για άλλους "δασκάλους" του. Ούτε για τους κλασικούς του μαρξισμού ούτε για τους γάλλους διανοητές από τους οποίους δανείζεται έννοιες (Bachelard, Cavailles, Ganguilhem, Lacan, Foucault). Αυτές οι δύο πηγές έμπνευσης παραμένουν σε κάποια απόσταση, αντιμετωπίζονται ως αφετηρίες και όχι ως συνομιλητές. Εξάλλου η συνεχής παρουσία και οι θετικές αποτιμήσεις είναι προνόμιο του Γκράμσι σε σχέση με τους άλλους "δυτικούς μαρξιστές", που ο Αλτουσέρ είτε μεταχειρίζεται ως "μαύρα πρόβατα"12 είτε επικαλείται "στιγμιαία".13

Η έλξη του Αλτουσέρ για τον Γκράμσι πρέπει να αποδοθεί στην οπτική, τις συνθήκες σύνταξης και το εντελώς ιδιαίτερο στυλ των Τετραδίων. Κατ' αρχάς υπάρχει η μοναξιά του Γκράμσι, μια διανοητική και πολιτική κατάσταση ιδιαίτερα προσφιλής στον Αλτουσέρ,14 η οποία εξασφάλισε στον --έγκλειστο και απομονωμένο από το κόμμα-- Γκράμσι τη θεωρητική ανεξαρτησία, τη δυνατότητα να γράφει "για λογαριασμό του" και όχι από τη θέση ενός ηγέτη που δεσμεύεται από πολιτικές συγκυρίες, από "ισορροπίες" και από καταναγκασμούς άμεσων παρεμβάσεων. Η απόσταση του παρατηρητή επιτρέπει την παραγωγή ενός έργου περισσότερο αναστοχασμένου. Αυτό ανταποκρίνεται σε ό,τι ο Αλτουσέρ όρισε ως στιγμή της θεωρίας, δηλαδή ως εγγύηση απέναντι στους συμμετρικούς πειρασμούς του αυθορμητισμού και του ακολουθητισμού (Althusser 1974, 269).

Σ' αυτά τα στοιχεία πρέπει να προστεθεί η "ανοιχτή" μορφή των Τετραδίων που περιλαμβάνουν φιλοσοφικές θέσεις και πολιτικοθεωρητικές κρίσεις. Χωρίς να απαρνηθεί τη συνέχεια της έρευνας και τη συστηματικότητα των εννοιών που επεξεργάζεται,15 ο Γκράμσι της φυλακής περιορίζεται σε "μικρές σημειώσεις", σε κριτικές απαντήσεις σε ποικίλα ερεθίσματα, στη διατύπωση προβλημάτων και στη σκιαγράφηση κατευθύνσεων επίλυσής τους.

Η "μη δημοσιεύσιμη" μορφή μιας εκτεταμένης θεωρητικής εργασίας όχι μόνον ήταν ιδιαίτερα θελκτική για τον Αλτουσέρ, αλλά και αντιστοιχεί στη μορφή της δικής του παρέμβασης. Αυτό καθίσταται σαφές από τη μεταθανάτια έκδοση των χειρογράφων του, που έφερε στο φως ένα έργο που ως τώρα ξεπερνά τις 3.000 σελίδες. Σ' αυτά τα νέα μαρξιστικά "Τετράδια" είναι διάσπαρτα τα ίχνη σχεδίων για σύνταξη εγχειριδίων και συνθετικών μελετών16 --σχέδια που εγκαταλείπονται ή μετατίθενται σε ένα ευθετότερο μέλλον.17 Νέες σημειώσεις και νέα σχέδια τα διαδέχονται στην πορεία εξέλιξης μιας έρευνας που δεν "σταματά" ποτέ.

Η μορφή της αιώνιας προσωρινότητας (ή προσωρινής αιωνιότητας), χωρίς να εγκαταλείπεται η επιδίωξη συγγραφής "τελειωμένων" έργων --δηλαδή η διαρκής ένταση ανάμεσα στα σχέδια παρέμβασης και στο ανολοκλήρωτο αποτέλεσμα-- είναι χαρακτηριστική για τον Γκράμσι. Η διαρκής διακύμανσή του ανάμεσα στις "διδακτικές" απαιτήσεις (έργα προσιτά στο μαζικό κίνημα) και στις θεωρητικές ανάγκες (θεμελιωμένη απάντηση στους "μεγάλους" αστούς διανοούμενους και όχι απλώς "εύκολες" νίκες) φέρει ένα μέρος της ευθύνης για την εγκατάλειψη των σχεδίων. Πίσω από αυτή την "αποτυχία" βρίσκεται κάτι βαθύτερο από τις υλικοθεωρητικές δυσχέρειες του εγκλεισμού. Υπάρχει η απόφαση του Γκράμσι να περιορισθεί σε ενδείξεις για την έρευνα --κάτι που αποτελεί αντίβαρο στο θεωρητικό "κλείσιμο"18- και ιδίως να μην υποβληθεί στην --υποκειμενική και αντικειμενική-- λογοκρισία που προκύπτει από τους εκδοτικούς, ακαδημαϊκούς και --δεδομένου ότι επρόκειτο για μαρξιστή ηγέτη-- άμεσα πολιτικούς καταναγκασμούς. Το ανοιχτό έργο του Γκράμσι μέσα στην ελευθερία ενός "κρυφού" χειρογράφου μένει συνδεδεμένο με την πολιτική επικαιρότητα, αλλά και του επιτρέπει να "επικεντρωθεί σε μια πολιτική που διεξάγεται με βάση πιο μακρά κύματα" (Gerratana 1997, 76). Ο Αλτουσέρ βρίσκει στον Γκράμσι μια μέθοδο για υπέρβαση τόσο της θεωρητικής παραγωγής που παραμένει δέσμια των πολιτικών συγκυριών (περίπτωση Λένιν) όσο και του ακαδημαϊκού μαρξισμού (οι "δυτικοί μαρξιστές" που ήταν επαγγελματίες διανοούμενοι και κυρίως καθηγητές φιλοσοφίας). Ο Γκράμσι ήταν ο μόνος "δυτικός μαρξιστής" που "προσωποποιούσε την επαναστατική ενότητα θεωρίας και πράξης".19 (Και) ο Αλτουσέρ βρίσκει στα Τετράδια το "εντυπωσιακό υλικό ενός πολύτιμου εργαστηρίου" (Gerratana 1997, XIII), στο οποίο η φιλοσοφική παρέμβαση πραγματοποιείται με την ισχύ και τον ιδιαίτερο τρόπο ενός πολιτικού ηγέτη.20

Μέσω μιας σειράς συμπτώσεων και προσωπικών επιλογών, ο Γκράμσι ανταποκρίνεται στην εικόνα που είχε ο Αλτουσέρ για τον μαρξιστή θεωρητικό. Και μπορούμε να υποθέσουμε ότι η επιλογή του Αλτουσέρ για μια αποσπασματική --και σε μεγάλη κλίμακα "χειρόγραφη" ή "ημιδημόσια"-- παρέμβαση ενθαρρύνθηκε από το παράδειγμα του Γκράμσι.

Εξίσου καθοριστικά είναι για τη "μαθητεία" του Αλτουσέρ στοιχεία όπως η διεθνιστική ευρύτητα των πολιτιστικών οριζόντων του Γκράμσι, ο "μοντέρνος" χαρακτήρας της θεματικής του, το μη δογματικό στυλ και το ενδιαφέρον του για την τέχνη --χαρακτηριστικά του έργου ενός θεωρητικού που "σκέφτεται από μόνος του", σύμφωνα με μια αγαπημένη έκφραση του Αλτουσέρ.21

Αυτά τα χαρακτηριστικά διαμορφώνουν και τον τρόπο ανάγνωσης του γκραμσιανού έργου από τον Αλτουσέρ. Στα κείμενα του Γκράμσι ο γάλλος φιλόσοφος δεν αναζητά τις λεπτομέρειες, δεν ενδιαφέρεται για τον πλούτο των σημειώσεων (πολιτική ιστορία της Ευρώπης, πολιτισμός, λογοτεχνία, ρόλος των διανοουμένων κλπ.), δηλαδή για τον "εγκυκλοπαιδικό" χαρακτήρα των Τετραδίων που γοήτευσε πολλούς αναγνώστες και παρέχει ως σήμερα τροφή σε πολυποίκιλους σχολιασμούς. Κατά την πάγια συνήθειά του να ενδιαφέρεται για το θεμελιώδες (Matheron 1995, 33), ο Αλτουσέρ δεν εξετάζει το "γράμμα" αλλά το "πνεύμα" των Τετραδίων --κάτι που αντικειμενικά διευκολύνεται από ένα έργο μορφολογικά αποσπασματικό και περιεχομενικά ανοιχτό, όπως αυτό του Γκράμσι. Ο Αλτουσέρ συλλέγει τις ενδείξεις θεμελιωδών προβλημάτων, τις τάσεις και τις θεωρητικές απορίες, τις οποίες υποβάλλει στην δική του επεξεργασία. Διαμορφώνεται έτσι μια χρήση του Γκράμσι επιλεκτική και "μεροληπτική". Ο εντοπισμός θεωρητικών θέσεων στο γκραμσιανό έργο οδηγεί σε μια "βιαστική" ανάγνωση των Τετραδίων, συνέπεια της οποίας δεν είναι μόνον η φιλολογική αδιαφορία για το πού και πώς υποστήριξε ο Γκράμσι ορισμένες θέσεις22 αλλά και ο "προσεγγιστικός" χαρακτήρας της αλτουσεριανής προσέγγισης.

Στην προσπάθειά του να χαράξει "διαχωριστικές γραμμές" σε διάφορα φιλοσοφικά ζητήματα,23 ο Αλτουσέρ έχει συχνά ως οδηγό τον Γκράμσι. Μπορούμε να εντοπίσουμε τέσσερα σημεία συνάντησης, τα οποία συμπίπτουν με βασικά θέματα της αλτουσεριανής παρέμβασης και δείχνουν το "ουσιαστικό" περιεχόμενο της συνάντησης των δύο θεωρητικών (πέρα από το διαδικαστικό-ψυχολογικό). Η ουσιαστική συνάντηση αφορά αφενός τη μέθοδο της μαρξιστικής παρέμβασης και αφετέρου το χαρακτήρα της ως πολιτικής παρέμβασης στη θεωρία. Μεταξύ των δύο θεωρητικών υπάρχει μια σύμπτωση πολιτικής στάσης, η οποία δεν προδικάζει και μια σύμπτωση θεωρητικών θέσεων, όπως θα φανεί στα επόμενα. Αντιθέτως χαρακτηριστικό της συνάντησης είναι η οξύτατη κριτική ορισμένων θεμελιακών (και "ειδοποιών") αναλύσεων του Γκράμσι από τον Αλτουσέρ.

3. Η συνάντηση τριών μοναχικών

Ο Μακιαβέλι ενώνει τους δύο μαρξιστές σε μια ανάγνωση με "τέσσερα μάτια". Οι αναλύσεις του Αλτουσέρ για τον Μακιαβέλι συνδέονται πάντα με αναφορές στον Γκράμσι. Η πρόσφατη δημοσίευση του χειρογράφου "Machiavel et nous"24 επιβεβαιώνει αυτή την επιλογή.25 Μέσω των πολλαπλών αναφορών στον Γκράμσι, το κείμενο αυτό εμφανίζεται ως εκτενές σχόλιο της γκραμσιανής θέσης ότι ο Μακιαβέλι συνέταξε ένα "πολιτικό μανιφέστο" με χαρακτήρα ουτοπικό και επαναστατικό.26

Η αλτουσεριανή ανάγνωση του Μακιαβέλι αρθρώνεται γύρω από δύο σημεία που είχε επισημάνει ο Γκράμσι. Το πρώτο είναι ότι με τον "Ηγεμόνα" ο Μακιαβέλι δεν έγραψε ένα κείμενο πολιτικής φιλοσοφίας εν γένει, αλλά το "μανιφέστο" για μια συγκεκριμένη μορφή κράτους και πολιτικής. Ανέλυσε τους όρους διαμόρφωσης του εθνικού-λαϊκού κράτους, το οποίο κατά τη μετάβαση από τη φεουδαρχία στον καπιταλισμό πήρε στη δυτική Ευρώπη τη μορφή της απόλυτης μοναρχίας.27 Αναλύοντας τις λειτουργίες αυτού του τύπου κράτους (στρατός, θρησκεία, πολιτική του Ηγεμόνα) και το συνδυασμό βίας και συναίνεσης στην προοπτική κατάκτησης της ηγεμονίας, ο Μακιαβέλι χρησιμοποιεί ένα νέο στυλ, που ανταποκρίνεται στο νέο "αντικείμενο" έρευνας.28

Το δεύτερο σημείο αφορά τη σύγκριση της προοπτικής του Μακιαβέλι με το πολιτικό μέλλον του σοσιαλισμού. Πρόκειται για την αναζήτηση στο θεωρητικό παρελθόν στοιχείων για το πώς το κομμουνιστικό κόμμα ως "σύγχρονος Ηγεμόνας", δηλαδή ως πρωτοπορία των υπό εκμετάλλευση τάξεων,29 θα κατορθώσει να επιβάλει τη δική του ηγεμονία (Althusser 1995, 51-71).

Αυτή η συνάντηση του Αλτουσέρ με τον Γκράμσι είναι "ήρεμη". Ο Αλτουσέρ αναφέρεται στη γκραμσιανή οπτική ερμηνείας χωρίς κατ' ουσίαν να την επικρίνει,30 ευγνώμων για το ότι ο Γκράμσι τον βοήθησε να ανακαλύψει τον Μακιαβέλι,31 έναν υλιστή φιλόσοφο που απορρίπτει τα μυθεύματα της παράδοσης του κοινωνικού συμβολαίου και με τον οποίο ο Αλτουσέρ ταυτίστηκε σε μεγάλο βαθμό.32

4. Η σύγκρουση για τον ιστορικισμό

Το ακριβώς αντίθετο συμβαίνει στο δεύτερο σημείο συνάντησης (βλ. και Robelin 1992, 85-91). Σε ένα κεφάλαιο του Lire le Capital, ο Αλτουσέρ δηλώνει: "ο μαρξισμός είναι αντιανθρωπισμός και αντιιστορικισμός" (1968, 150) και σε 35 σελίδες συγκρούεται άμεσα με τον Γκράμσι, ο οποίος είχε κάνει την, εξίσου διάσημη, δήλωση ότι ο μαρξισμός είναι "απόλυτος ιστορικισμός ή απόλυτος ανθρωπισμός" (Gramsci 1977, 1826/7, 1437). Εκφράζοντας με ιδιαίτερη έμφαση τους "βαθείς δισταγμούς" και τις επιφυλάξεις υπό τις οποίες ασκεί κριτική σε ένα "μεγαλοφυές έργο" όπως αυτό του Γκράμσι, ο Αλτουσέρ εμφανίζει τις γκραμσιανές θέσεις ως "ενδεικτικές" (Althusser 1968, 160, 167). Θεωρεί ότι εκφράζουν τάσεις διάχυτες στη μαρξιστική θεωρία --και δεν είναι προφανώς τυχαίο το ότι επιλέγει τον Γκράμσι ως τον πιο σημαντικό (Αλτουσέρ 1987, 30) εκφραστή της "αριστερής" αντίδρασης στις μηχανιστικές αντιλήψεις της Β' Διεθνούς.

Ο Αλτουσέρ επικρίνει τον ορισμό του μαρξισμού ως φιλοσοφίας της πράξης, που ο Γκράμσι εκφράζει με μια σειρά εξισώσεων ή ταυτοτήτων. Η ταυτότητα πολιτικής, φιλοσοφίας, ιδεολογίας και ιστορίας (Gramsci 1977, 1241/2, 886), θεωρίας και πράξης (1270) και, τέλος, δομής και υπερδομής (1569), αποτελούν προτάσεις, τις οποίες ο Γκράμσι εξέφρασε τόσο με θεωρητικό λεξιλόγιο (ο μαρξισμός συνιστά ταύτιση του υλικού και του ιστορικού υλισμού -1425/6, 1431/2) όσο και με πιο φιλολογικό λεξιλόγιο (φιλοσοφία της πράξης = Χέγκελ + Ρικάρντο + Ροβεσπιέρρος33).

Εκκινώντας από μια βολονταριστική πολιτική επιλογή, ο Γκράμσι απορρίπτει το μοιρολατρικό/μηχανιστικό μαρξισμό θεωρώντας --πάντα σύμφωνα με τον Αλτουσέρ-- ότι η πραγματικότητα αποτελεί μια "εκφραστική ολότητα", στα πλαίσια της οποίας το ιστορικό παρόν καθορίζει τους όρους διαμόρφωσης και ισχύος της γνώσης.34 Συνέπεια είναι ότι το παρόν --και δυνητικά το κομμουνιστικό κόμμα ως "νέος Ηγεμόνας", ως εκπρόσωπος της κοινωνικής προόδου και της φιλοσοφίας "που γίνεται 'ζωή'"35-- θεωρείται έκφραση και "αλήθεια" της ιστορίας.

Για τον Αλτουσέρ, αντιθέτως, ο μαρξισμός δεν αποτελεί μια φιλοσοφία της ιστορίας, αλλά εγκαινιάζει μια νέα πρακτική παρέμβασης στο εσωτερικό της φιλοσοφίας (Althusser 1995, 545/6). Η παρέμβαση αυτή διαπνέεται από την αντίσταση στην εκμετάλλευση και επιδιώκει να απελευθερώσει τις επιστήμες (και την πολιτική) από την κηδεμονία του φιλοσοφικού ιδεαλισμού (Althusser 1974a, Αλτουσέρ 1994, 218-247). Ο πυρήνας της αλτουσεριανής κριτικής στον Γκράμσι αφορά τη σύγχυση των επιπέδων, η οποία δεν επιτρέπει στο μαρξισμό --αν γίνουν δεκτές οι προαναφερθείσες εξισώσεις/ταυτότητες-- να αναλύσει τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά και την ειδική αποτελεσματικότητα των διαφόρων θεωρητικών πρακτικών και μορφών της ιδεολογίας. Ένας μαρξισμός που ενοποιείται ως έκφραση της ιστορίας (ή "κοσμοαντίληψη") δεν έχει θέση για τη μαρξιστική επιστήμη (ιστορικός υλισμός): οι διαφορές των βαθμίδων του κοινωνικού Όλου ισοπεδώνονται (Αλτουσέρ 1987, 36-38). Αν όλες οι θεωρητικές και πολιτικές πρακτικές θεωρηθούν "υπερδομές" (Gramsci 1977, 1319), παύει να είναι ορατή για τη θεωρία η διαφορά επιστήμης και ιδεολογίας. Το αντικείμενο της γνώσης ταυτίζεται με τα πραγματικά αντικείμενα (εμπειρισμός)36 και η φιλοσοφία "εξαφανίζεται" μέσα στην ιστορία (Αλτουσέρ 1987, 40-41).

Με αυτές τις διατυπώσεις ο Αλτουσέρ δεν επικρίνει τόσο την εγελιανή προέλευση των γκραμσιανών ταυτοτήτων όσο το ότι η "εκφραστική ολότητα" στον Γκράμσι και η επιστημολογική πρωτοκαθεδρία του παρόντος οδηγούν σε μια διττή θεωρητική ταλάντευση. Αφενός μεταξύ δύο συμμετρικών ουτοπιών: απόλυτη πρωτοκαθεδρία της επιστήμης (θετικισμός) ή απόλυτη πρωτοκαθεδρία της φιλοσοφίας (υποκειμενισμός).37 Αφετέρου μεταξύ δύο εξίσου εσφαλμένων μεθόδων: εμπειρισμός (απόλυτη "πράξη") και δογματισμός (απόλυτη θεωρία/φιλοσοφία). Το πολιτικό σύστοιχο είναι η ταλάντευση μεταξύ βολονταρισμού και μηχανικισμού.

Αυτό οφείλονται στην "εσωτερική λογική" ή στη "δομή" των γκραμσιανών ταυτοτήτων (Αλτουσέρ 1987, 42): πρόκειται για μια "αντιστροφή" του ιδεαλισμού σε υλισμό,38 η οποία διατηρεί τους όρους του συλλογισμού και συνεπώς δεν είναι σε θέση να αποτρέψει την "επιστροφή" του ιδεαλισμού.

Η γκραμσιανή αντίδραση στη μηχανιστική θεώρηση οδηγεί στη ρευστοποίηση των εννοιών και των επιπέδων, δηλαδή στην απόλυτη θεωρητική ασάφεια. Η καθολικευτική προσέγγιση και η επιδίωξη επικαιρότητας μέσω της διαρκούς "ιστορικοποίησης" δεν κατορθώνει να αποδώσει την ιδιομορφία των διαφόρων βαθμίδων γνώσης και δράσης. Καταλήγει σε έναν μαρξισμό δογματικό, ιδεαλιστικό, αν όχι και μεταφυσικό, δηλαδή στην τάση που ο Γκράμσι επιδίωκε να αποφύγει.

Χωρίς να ανατρέξουμε στην τεράστια συζήτηση σχετικά με τη φιλοσοφική τοποθέτηση του Γκράμσι,39 μπορούμε να πούμε ότι οι θέσεις του για τον απόλυτο ιστορικισμό/ανθρωπισμό δεν αποτελούν παρά μια προσπάθεια --κατά τη γνώμη μου απορητική-- να εκφρασθεί το δυναμικό μετασχηματισμού που ενυπάρχει στην πολιτική πρακτική. Με άλλα λόγια πρόκειται για την προσπάθεια να εντοπισθεί η ερμηνευτική δύναμη του μαρξισμού στις σχέσεις αλληλεπίδρασης που διατηρεί με την κοινωνική πραγματικότητα. Αυτό επιβάλλει στον Γκράμσι τη ριζική διαφοροποίηση από τον "ιδεολογισμό" των θεωρητικών συστημάτων.40

Ο Αλτουσέρ συνειδητοποιεί αυτή την απόπειρα41 και θέτει στο επίκεντρο της πολιτικής κριτικής του το εξής σημείο: η θεωρητική ρευστότητα του ιστορικισμού επιβάλλει την αναζήτηση ενός σταθερού σημείου αναφοράς και το βρίσκει την έννοια του "ανθρώπου" --που αποτελεί την έσχατη "αναγωγή" στο σχήμα του Γκράμσι (Αλτουσέρ 1987, 42/43). Αυτή η αναγωγή εμφανίζει ωστόσο τα μειονεκτήματα κάθε φιλοσοφικού ανθρωπισμού.

Πρέπει πάντως να διευκρινίσουμε ότι ο Αλτουσέρ δεν επικρίνει άμεσα τον Γκράμσι ως "ανθρωπιστή". Εκτιμά απλώς ότι ο Γκράμσι έδωσε εσφαλμένη ερμηνεία στην ανθρωπιστική θεώρηση του νεαρού Μαρξ. Αυτό που κατά τις προθέσεις του νεαρού Μαρξ αποτελούσε θεωρία της κοινωνίας (με θεμέλιο την έννοια του ανθρώπου) ερμηνεύεται από τον Γκράμσι ως θεωρία της ατομικότητας, δηλαδή ως προσπάθεια να απαντηθεί το ερώτημα τι είναι ο άνθρωπος ως άτομο (Althusser 1995, 471/3). Κατά συνέπεια η "εξίσωση" του Γκράμσι άνθρωπος = κοινωνικές σχέσεις + υποκειμενικά στοιχεία + ιστορία της κοινωνίας42 δεν αντιμετωπίζεται από τον Αλτουσέρ ως προσχώρηση στον θεωρητικό ανθρωπισμό --την τάση του μαρξισμού που επέκρινε περισσότερο από κάθε άλλη43--, αλλά ως "παρανόηση".

Η πρωτοκαθεδρία της πολιτικής που βρίσκεται πίσω από τις ιστορικιστικές εξισώσεις του Γκράμσι επιδέχεται πολλές ερμηνείες, αρχής γενομένης από το ερώτημα εάν αυτή η πρωτοκαθεδρία νοείται κανονιστικά --ως ανάγκη για τον επαναστατικό μαρξισμό (Gramsci 1977, 1457, 1241, 1319)-- ή εάν περιγράφει ένα χαρακτηριστικό της φιλοσοφίας εν γένει (Gramsci 1977, 885/6). Είναι δε προφανές ότι η ερμηνεία του Αλτουσέρ για τον γκραμσιανό ιστορικισμό --και ιδίως η σύνδεση που επιχειρεί με τον Χέγκελ44-- μπορεί να αμφισβητηθεί με αναφορές στα κείμενα του Γκράμσι. Ακόμη όμως και εάν αυτή η ερμηνεία θεωρηθεί "καταχρηστική" (Liguori 1996, 137), μας δείχνει με πόση ένταση ο γάλλος φιλόσοφος διαλέγεται με τον Γκράμσι στα ζητήματα ορισμού της φιλοσοφίας. Και δεδομένου ότι στο έργο του Αλτουσέρ υπάρχουν διαρκή ίχνη αυτού του "διαλόγου"45, μπορούμε να πούμε ότι αποδίδει στον Γκράμσι το προνόμιο αυθεντικής έκφρασης θεωρητικών και πολιτικών τάσεων. Ταυτόχρονα βέβαια διαπιστώνουμε ότι η προσέγγιση του Αλτουσέρ παραμένει "βιαστική", προσεγγιστική.

Εντοπισμός τάσεων και κριτική επεξεργασία τους. Αυτός ο κανόνας ανάγνωσης είναι σαφής στα Τετράδια. Ο Αλτουσέρ τον "δανείστηκε" από τον Γκράμσι και τον εφάρμοσε, μεταξύ άλλων και στον ίδιο τον Γκράμσι.

5. Το ζήτημα της ιδεολογίας: η "κρυφή" συνάντηση

O G. Liguori παρατήρησε ότι το δοκίμιο του Αλτουσέρ για την ιδεολογία συνέβαλε στο να θέσει στο κέντρο της προσοχής μια πλευρά του Γκράμσι που ως τότε δεν είχε προσεχθεί: τη σημασία του ως θεωρητικού του κράτους και της εξουσίας. Υπάρχει έτσι μια αναπάντεχη "συμβολή" του Αλτουσέρ, δεδομένης της αρνητικής θέσης του απέναντι στον Γκράμσι.46

Αυτή η παρατήρηση εντοπίζει το τρίτο σημείο συνάντησης των δύο μαρξιστών, το οποίο είναι εξαιρετικά ιδιόμορφο. Είδαμε ότι ο Αλτουσέρ είχε επισημάνει τη σημασία του Γκράμσι ως θεωρητικού της ιδεολογίας ήδη στο άρθρο του 1962. Οι αναλύσεις του Αλτουσέρ στο δοκίμιο του 1970 ("Ideologie et appareils ideologiques d'Etat" --Αλτουσέρ 1983, 69-121) έχουν δύο κεντρικά στοιχεία. Αφενός τον "ευρύ" ορισμό του κράτους --που περικλείει και appareils47 νομικώς ιδιωτικούς-- και αφετέρου την "υλική" θεώρηση της ιδεολογίας --η οποία έρχεται σε αντίθεση με τον ιδεαλιστικό ορισμό που κυριαρχεί στο μαρξισμό. Είναι αναμφισβήτητο ότι αυτές οι αναλύσεις οφείλουν πολλά στον Γκράμσι48 της περιόδου των Τετραδίων. 49.

Η ιδιομορφία αυτής της συνάντησης έγκειται στο ότι ο Αλτουσέρ αποφεύγει να αναφερθεί στον Γκράμσι, σχεδόν αρνείται να τον "διαβάσει". Στο άρθρο του 1970 ο Αλτουσέρ τον αναφέρει σε μια υποσημείωση, λέγοντας ότι είναι ο μόνος που ακολούθησε το "δρόμο" του ευρέως ορισμού του κράτους. Σπεύδει δε να προσθέσει ότι "δυστυχώς" οι "διεισδυτικές" σημειώσεις του Γκράμσι έμειναν "αποσπασματικές" και εκφράζει επιφυλάξεις για τον όρο societa civile.50 Στο ζήτημα της υλικότητας των ιδεολογιών και του "θετικού" ρόλου του κράτους για τη διαμόρφωση/εκμάθηση των ιδεολογιών με σκοπό την αναπαραγωγή της ηγεμονίας των κυρίαρχων τάξεων, δεν υπάρχουν αναφορές στον Γκράμσι. Αυτό είναι ιδιαίτερα παράδοξο, αν σκεφθούμε την τάση του Αλτουσέρ να αναφέρεται στον Γκράμσι ακόμη όπου δεν είναι απολύτως απαραίτητο.

Το παράδοξο επέτεινε η δημοσίευση του χειρογράφου του 1969-70 σχετικά με την Αναπαραγωγή, από το οποίο ο Αλτουσέρ είχε πάρει τα "αποσπάσματα"51 για το δοκίμιο του 1970. Στις περίπου 200 σελίδες του χειρογράφου για την Αναπαραγωγή λείπει η υποσημείωση για τη σημασία του Γκράμσι στα ζητήματα της ιδεολογίας. Αντί αυτής διαβάζουμε ότι στο πεδίο της θεωρίας των ιδεολογικών appareils του κράτους "ο Μαρξ, ο Λένιν, ο Στάλιν και ο Μάο έχουν εκφρασθεί πολύ καιρό πριν από εμάς, χωρίς ωστόσο να συστηματοποιήσουν" τις πολιτικές εμπειρίες τους (Althusser 1995a, 106). Και ο Αλτουσέρ προσθέτει ότι μπόρεσε να κατανοήσει τον τρόπο λειτουργίας των ιδεολογικών appareils του κράτους χάρη σε μια φράση του Στάλιν, στον οποίο οφείλει και "κάποια προσωπική αναγνώριση γι' αυτή την υπόδειξη"!52

Με βάση αυτά πρέπει να διευκρινισθεί η επισήμανση του Liguori: η κατάδειξη της σημασίας του Γκράμσι ως θεωρητικού του κράτους δεν οφείλεται στο "γράμμα" του Αλτουσέρ, αλλά στο "πνεύμα" των κειμένων του. Κατά βάση δε ότι η αναγνώριση του Γκράμσι οφείλεται στο έργο μαθητών του Αλτουσέρ,53 που έφεραν σε επαφή με τις γκραμσιανές απόψεις πολλούς μαρξιστές εκτός της Ιταλίας. Στα δημοσιευμένα κείμενα του Αλτουσέρ, αντιθέτως, ο Γκράμσι ως θεωρητικός της ιδεολογίας και του κράτους είναι μια «απούσα αιτία». Εκεί που η προσέγγιση παίρνει τη μορφή της άμεσης μαθητείας, η απόσταση των κειμένων είναι μέγιστη.54

Η στάση του Αλτουσέρ μπορεί να εξηγηθεί αν λάβουμε υπόψη τη βαθιά διαφωνία για την πολιτική στρατηγική --που θα διαπιστώσουμε στο τέταρτο σημείο συνάντησης-- και δείχνει γιατί ο Αλτουσέρ δεν επιθυμούσε να συνδεθεί με την προφανή πηγή της η θεωρία του για το κράτος, η οποία ήταν --τουλάχιστον κατά τις προθέσεις του—επαναστατική.55

6. Ενάντια στον "ευρωκομμουνιστή" Γκράμσι

Στα ζητήματα της θεωρίας του κράτους και της πολιτικής στρατηγικής πραγματοποιείται η πιο έντονη συνάντηση. Στις 150 σελίδες του χειρογράφου του 1978 "Marx dans ses limites" (Althusser 1994a, 359-512), η ανάλυση του Αλτουσέρ επικεντρώνεται σε μεγάλο βαθμό στο έργο του Γκράμσι. Ο αναγνώστης διαπιστώνει ότι η παρέμβαση του Αλτουσέρ στο συνέδριο της Βενετίας το 1977 με την ειρωνική αναφορά στις "μικρές εξισώσεις" του Γκράμσι για τη θεωρία του κράτους56 και η οξεία κριτική στον γκραμσιανό ορισμό του κράτους57 δεν είναι παρά η κορυφή του παγόβουνου.

Στο χειρόγραφο του 1978 ο γάλλος φιλόσοφος αλλάζει πλήρως τον τόνο, εγκαταλείποντας τις επιφυλάξεις που συνόδευαν τις προηγούμενες κριτικές του στον Γκράμσι. Διαβάζουμε ότι οι "περίεργες θεωρητικές έννοιες" του Γκράμσι είναι "ανίκανες" να ξεφύγουν από την αντιφατικότητα και καταλήγουν σε "κλασικές βλακείες". Με τρόπο "νεφελώδη" ο Γκράμσι χρησιμοποιεί "αμφίσημες" κατασκευές και "μικρές γελοίες φράσεις". Υποστηρίζει "παράλογες θέσεις" προβάλλοντας ως θεμελιώδη την έννοια της ηγεμονίας, οι αντιφάσεις της οποίας "προκαλούν ίλιγγο". Ο Γκράμσι χρησιμοποιεί ορολογία μη μαρξιστική, η οποία μέσω των μεταγενέστερων σχολίων έγινε "πύργος της Βαβέλ".58

Σε ένα σαφώς λενινιστικό κείμενο, το οποίο γράφτηκε την περίοδο της διαμάχης για την εγκατάλειψη της έννοιας/στόχου της "δικτατορίας του προλεταριάτου" από το ΚΚΓ, ο Αλτουσέρ μετατοπίζει το ενδιαφέρον του στις κατασταλτικές λειτουργίες του κράτους. Κεντρική θέση είναι ότι το κράτος αποτελεί εργαλείο κυριαρχίας της αστικής τάξης και παραμένει διαχωρισμένο από την ταξική πάλη. Αυτό θεωρείται αναγκαία προϋπόθεση για να επιτύχει το κράτος την αναπαραγωγή της ταξικής κυριαρχίας μέσω του μετασχηματισμού της ταξικής βίας σε νόμιμη εξουσία. Τη λειτουργία αυτή εγγυάται η κατασκευή του κράτους από ένα ειδικό-κατασταλτικό "μέταλλο". Η πολιτική συνέπεια που συνάγει ο Αλτουσέρ είναι ότι οι λαϊκές τάξεις πρέπει να καταστρέψουν το κράτος (τους μηχανισμούς και τις λειτουργίες του): το μέταλλό του δεν επιδέχεται χρήση διαφορετική από την κατασταλτική-ταξική.59

Σύμφωνα με τον Αλτουσέρ, με την ανάλυση για την "αδυναμία" του κράτους, η οποία αποτελεί "λάθος",60 ο Γκράμσι --"τον οποίο ο Togliatti έκανε μετά το 1947 επίσημο θεωρητικό του ΙΚΚ"61-- απαρνήθηκε τη μαρξιστική θεωρία του κράτους και αποτέλεσε πηγή των αναθεωρητικών θέσεων των ιταλών ευρωκομμουνιστών.62 Ο Γκράμσι εξετάζεται (και "εργαλειοποιείται" με βάση την "προσεγγιστική" τεχνική της ανάγνωσης τάσεων) ως αυθεντικός εκπρόσωπος της κατεύθυνσης που οδηγεί στον --κυρίαρχο τότε—ευρωκομμουνισμό.63

Εδώ η συνάντηση αποκτά ακραία ένταση. Ο Γκράμσι εμφανίζεται ως εκείνος που μετέτρεψε τη μαρξιστική θεωρία σε μια ιδεαλιστική-εγελιανή θεωρία περί ηγεμονίας. Αυτή η έννοια της ηγεμονίας στερείται υλικής βάσης και συνδέεται με μια θεώρηση της ιδεολογίας ως συνόλου ιδεών. Παράλληλα ο Γκράμσι επέμενε στην ανάγκη διαμόρφωσης ενός κόμματος-κράτους με λειτουργία "παιδαγωγού" των λαϊκών μαζών (Althusser 1994a, 503, 505, 507, 497). Η ταξική πάλη και η υλικότητα του κράτους αντικαθίστανται από την εικόνα ενός κράτους-"ηθικού παιδαγωγού" και δυνητικά "ουδέτερου" μηχανισμού (509/510). Και ο Αλτουσέρ θα διερωτηθεί πώς ήταν δυνατόν ένας κομμουνιστής έγκλειστος στις φυλακές του φασισμού να παραγνωρίσει σε τέτοιο βαθμό την ταξική βία του κράτους και να μιλήσει για την ισορροπία βίας και συναίνεσης (510).

Ο Γκράμσι χρησιμοποιεί εν προκειμένω μια άλλη διάσημη σειρά εξισώσεων: κράτος = ηγεμονία + καταναγκασμός = κυβερνητικός apparato (πολιτική κοινωνία) + ιδιωτική κοινωνία = δικτατορία + ηγεμονία.64 Ο Αλτουσέρ θεωρεί ότι αυτά "εξιδανικεύουν" τις κρατικές λειτουργίες (507, 508, 511) και "δίνουν τροφή" σε κάθε είδους ρεφορμισμούς (510). Η "μυστηριώδης" έννοια της ηγεμονίας που εμφανίζεται ως αίτια και αποτέλεσμα του εαυτού της θέτει "εντός παρενθέσεων" την εκμετάλλευση και "μεταμφιέζει" την ταξική πάλη (506, 505, 511): παραγνωρίζονται τα μέσα που εγγυώνται την ταξική ηγεμονία (499). Με βάση το γκραμσιανό σχήμα κάθε κράτος είναι δυνητικά "καλό", ανάλογα με το βαθμό συναίνεσης που κατορθώνει να αποκτήσει (507). Με τον ιδεαλισμό του, ο Γκράμσι δεν κατορθώνει τελικά να εξηγήσει τι είναι η πολιτική, σημείο που ο Αλτουσέρ θεωρεί γενικά ως "όριο" του μαρξισμού, σε ένα κείμενο που καταλήγει διαπιστώνοντας τη θεωρητική αποτυχία των μαρξιστών (512).

Οι μομφές που απευθύνει ο Αλτουσέρ στον Γκράμσι είναι κατά βάση δύο: ο ιταλός μαρξιστής εμφανίζει το κράτος ως αξία δυνητικά θετική/καθολική και δίνει στην ιδεολογία τη σημασία της κουλτούρας υιοθετώντας τη θέση της αυτονομίας της πολιτικής και της ουδετερότητας του κράτους (Althusser 1994a, 497, 507, 511/512). Η ρίζα του αναθεωρητισμού εντοπίζεται, όπως προαναφέραμε, στην έννοια της ηγεμονίας που εκφράζει τη θετικότητα της κρατικής λειτουργίας για τις λαϊκές μάζες και τη δυνατότητα μιας "ελεύθερης συναίνεσης" (507), που δεν παράγεται από την ταξική βία. Αναπόδραστη συνέπεια είναι ότι η ηγεμονία "χωνεύει" την κρατική βία (502): στα Τετράδια, η φιλελεύθερη-ιδεαλιστική παράδοση των Mosca και Croce "χωνεύει" την κομμουνιστική-υλιστική παράδοση των Μαρξ/Λένιν.65

Δεν είναι δύσκολο να αντιλέξει κανείς στην κριτική του Αλτουσέρ με μια λιγότερο "βιαστική" ανάγνωση των Τετραδίων. Δεν πρέπει ωστόσο να λησμονούμε ότι η ανάγνωση του Γκράμσι που ανασυγκροτεί ο Αλτουσέρ ήταν κυρίαρχη στις παρελθούσες δεκαετίες --και τίποτε δεν δείχνει ότι κάτι άλλαξε σήμερα.66 Η μήτρα αυτής της ανάγνωσης ανάγεται (και) στην πολιτική στρατηγική των κομμουνιστικών κομμάτων μετά τον δεύτερο παγκόσμιο πόλεμο, οι διανοούμενοι των οποίων διάβασαν τον Γκράμσι υπό το πρίσμα της συναίνεσης και της δημοκρατίας, συγκλίνοντας με τις φιλελεύθερες θεωρητικοποιήσεις.

Ανάμεσα στις φιλελεύθερες αναγνώσεις του Γκράμσι πρέπει να αναφέρουμε --δεδομένης της καθαρότητάς της και της απήχησης που γνώρισε-- εκείνη που πρότεινε το 1967 ο N. Bobbio. Για τον Bobbio ο Γκράμσι είναι ένα θεωρητικός των υπερδομών, ως "δραστικής και θετικής στιγμής" της κοινωνικής διαδικασίας. Βάση της γκραμσιανής θεωρίας για το κράτος είναι μια έννοια της ιδιωτικής κοινωνίας που προέρχεται "όχι από τον Μαρξ αλλά δεδηλωμένα από τον Χέγκελ". Ο Γκράμσι δίνει στη στιγμή της συναίνεσης "μια θετική συνδήλωση" και αντιστρέφει τη μαρξιστική θέση της πρωτοκαθεδρίας της δομής υποστηρίζοντας αφενός ότι οι ιδεολογίες είναι η "πρωταρχική στιγμή της ιστορίας" ("δυνάμεις που διαμορφώνουν και δημιουργούν μια νέα ιστορία") και αφετέρου ότι η ηγεμονία ταυτίζεται με τη δημοκρατική-πολιτιστική "καθοδήγηση" μιας κοινωνίας. Αυτό επιτρέπει "τη μετάβαση από την αναγκαιότητα στην ελευθερία" αν καταστούν ηγεμονικές νέες κοινωνικές δυνάμεις πριν από την εκ μέρους τους κατάκτηση της πολιτικής εξουσίας. Δεδομένου ότι "η στιγμή της δύναμης" είναι "υποταγμένη στη στιγμή της ηγεμονίας", ο Γκράμσι του Bobbio δεν προτείνει την καταστροφή του κράτους αλλά την "απορρόφησή" του από την ιδιωτική κοινωνία.67 Ας συμπληρώσουμε ότι μέχρι να συμβούν όλες αυτές οι ειρηνικές και ιδεολογικές αλλαγές, οι φιλελεύθεροι θεωρητικοί μπορούν να κοιμούνται με ήσυχη συνείδηση για την "ηθική" και "δημοκρατική" ηγεμονία του αστικού κράτους.

Αυτή η ερμηνεία --που όπως έχει επανειλημμένα επισημανθεί68 κυριάρχησε και εκτός της Ιταλίας-- έχει μεγάλο μερίδιο στη διεθνή "επιτυχία" που γνώρισε ο Γκράμσι. Αυτόν τον "εγελιανό-συναινετικό" Γκράμσι θέτει στο στόχαστρο της κριτικής του ο Αλτουσέρ. Και επιβεβαιώνει, με τον τρόπο του, τη φιλελεύθερη ερμηνεία, δεδομένου ότι αποκλείει τη δυνατότητα μιας "'αριστερής' ανάγνωσης" του Γκράμσι ως θεωρητικού του κράτους (Althusser 1994a, 505).

Σε κάθε περίπτωση η ανάλυση της κατασταλτικής λειτουργίας του κράτους επιτρέπει στον Αλτουσέρ να αποσαφηνίσει την κριτική του απέναντι στον Γκράμσι ως θεωρητικό της δυνατότητας "λαϊκού" μετασχηματισμού του κράτους. Εάν όμως ο Γκράμσι είναι για τον Αλτουσέρ ένας φιλελεύθερος διανοητής, αυτό εξηγεί το "παράδοξο" που είχαμε διαπιστώσει στην τρίτη στιγμή της συνάντησης. Δείχνει για ποιο λόγο ο Γκράμσι δεν έχει τη θέση που θα αναμενόταν στις αναλύσεις του Αλτουσέρ για την ιδεολογία.

Η αλτουσεριανή παρέμβαση απέβλεπε στο να χαραχθεί μια σαφής διαχωριστική γραμμή από την προβληματική του "αναθεωρητισμού": επιδίωκε να προτείνει μια ανάγνωση της ιδεολογίας και της συναίνεσης που να είναι "βίαιη" --με όλες τις έννοιες του όρου. Πράγματι στο κείμενο του 1978 θα αμφισβητήσει ρητά τη συγγένεια της θεωρίας του για την ιδεολογίας με εκείνη του Γκράμσι, καίτοι οι διατυπώσεις του είναι, κατά τη γνώμη μας, βιαστικές και αμήχανες (Althusser 1994a, 499-500).

Η ακραία ένταση στη θεωρητική τοποθέτηση και τις πολιτικές επιλογές δεν μπορεί να κρύψει το ότι η οπτική του Αλτουσέρ στο ζήτημα "διόρθωσης" της θεωρίας του κράτους έχει ληφθεί από τον Γκράμσι. Η σκληρή κριτική δεν συνοδεύεται από μια ουσιαστική εννοιολογική διαφοροποίηση από τον Γκράμσι στο ζήτημα της ιδεολογίας: στο χειρόγραφο του 1978 οι ιδεολογικοί appareils του κράτους είναι ουσιαστικά απόντες. Κατηγορώντας τον Γκράμσι της "ηγεμονίας" για αδιαφορία απέναντι στην κοινωνική δομή,69 ο Αλτουσέρ επικεντρώνεται στην ανάλυση του κατασταλτικού appareil, κάτι που του επιτρέπει να απορρίψει τον "ευρωκομμουνιστή" Γκράμσι. Παραμένει ωστόσο στη σκιά η σχέση του με τον "εσωτερικό-λανθάνοντα" Γκράμσι στις διάφορες εκδοχές του κειμένου του 1969/70 για την ιδεολογία.

Έτσι ο Αλτουσέρ αντιμετωπίζει τον Γκράμσι με μια έμμεση στρατηγική σε δύο χρόνους. Αρχικά μιλά για τους ιδεολογικούς appareils "εν απουσία" του Γκράμσι. Ακολούθως ασκεί σκληρή πολεμική εναντίον του για την αγνόηση του δομικά κατασταλτικού χαρακτήρα του κράτους "εν απουσία" μιας θεωρητικοποίησης του κράτους ως φορέα ιδεολογίας, δηλαδή εν απουσία του πλέον πρωτότυπου Αλτουσέρ που ακολουθεί το "δρόμο" του Γκράμσι.

Για να ερμηνεύσουμε την προκείμενη χρήση του Γκράμσι, πρέπει να ξεκινήσουμε από τη διαπίστωση ότι ο Αλτουσέρ κυμαίνεται μεταξύ της αντιμετώπισης του Γκράμσι ως πρωτοπόρου μαρξιστή (υλικότητα της ιδεολογίας, ευρύς ορισμός του κράτους) και της πλήρους απόρριψής του ως εγελιανού διανοητή (ορισμός της ιδιωτικής κοινωνίας με βάση τη διχοτομία, ιδιωτικού/δημοσίου, ιδεαλιστική αντίληψη της ιδεολογίας/κουλτούρας). Το σύμβολο για την πρώτη στάση είναι η υποσημείωση για τον Γκράμσι στο δοκίμιο του 1970, το σύμβολο για τη δεύτερη η κριτική στη συνέντευξη με την R. Rossanda.

Αυτή η αμφιθυμία αποτελεί σύμβολο μιας πραγματικής δυσχέρειας της αλτουσεριανής προσέγγισης. Ο γάλλος φιλόσοφος διαπιστώνει --μαζί με τον Γκράμσι-- την ανάγκη να θεωρητικοποιηθεί η ειδικότητα της ιδεολογίας με τρόπο που να εκφράζει τον "παραγωγικό" ρόλο των appareils που από λειτουργική άποψη ανήκουν στο κράτος. Ταυτόχρονα κατανοεί ότι κάθε ανάλυση για την υλικότητα/πραγματικότητα της συναίνεσης παρέχει θεωρητική βάση στις ρεφορμιστικές θέσεις ("πραγματική" συναίνεση, κράτος-παιδαγωγός). Για έναν θεωρητικό όπως ο Αλτουσέρ που διαμόρφωνε τις θέσεις του με κριτήριο τη συμφωνία τους με την απελευθερωτική/κομμουνιστική πολιτική,70 ο κίνδυνος της πολιτικής "παρέκκλισης" είναι πολύ πιο σημαντικός από τις εσωτερικές δυσχέρειες ενοποίησης της κατασταλτικής και της ιδεολογικής πλευράς της θεωρίας του κράτους. Η "λύση" που βρίσκει είναι να προβάλλει στον Γκράμσι όλες τις αρνητικές πλευρές μιας "υλικής" προσέγγισης της συναίνεσης,71 χωρίς ωστόσο να κάνει το βήμα μιας (αυτοκριτικής) απόρριψης του γκραμσιανού πυρήνα της θεωρίας του για την ιδεολογία (αυτό θα ισοδυναμούσε άλλωστε με οπισθοχώρηση σε οικονομιστικές-μηχανιστικές θέσεις). Το τίμημα είναι η αποσιώπηση καίριων προβλημάτων και οι αντιφάσεις.72

7. Το "πνεύμα της ρήξης": ο Γκράμσι εντός του Αλτουσέρ

Εάν όμως η συνάντηση των δύο μαρξιστών καταλήγει σε μια σύγκρουση χωρίς δυνατότητα μεσολάβησης, δεν πρέπει να κλείσουμε την αναφορά μας χωρίς να επισημάνουμε τα στοιχεία μιας "ρεβάνς" του Γκράμσι που είναι καίρια για το χαρακτηρισμό της σχέσης τους. Πρόκειται για στοιχεία που αφορούν το χαρακτήρα της μαρξιστικής παρέμβασης στη θεωρία και δείχνουν ότι η αλτουσεριανή προοπτική βρίσκεται σε απόλυτη συμφωνία με εκείνη του Γκράμσι.

Μετά το 1975 ο Αλτουσέρ αναλύει με πραγματικό πάθος τον μη επιδεκτικό μεταρρύθμισης χαρακτήρα των κομμουνιστικών κομμάτων και οδηγείται σε "βολονταριστικές" θέσεις και σε εκκλήσεις στις μάζες.73 Αυτές οι αναλύσεις συνδέονται άμεσα με το γενικό πλαίσιο της γκραμσιανής σκέψης στη φυλακή σχετικά με την ήττα του κομμουνιστικού κινήματος, αλλά και με συγκεκριμένες θέσεις του Γκράμσι, όπως η αναφορά στο "πνεύμα ρήξης" που πρέπει να επιδείξουν οι μάζες απέναντι στο "εντυπωσιακό πλέγμα οχυρώσεων και χαρακωμάτων της κυρίαρχης τάξης" (Gramsci 1977, 333).

Ο Αλτουσέρ δεν αναφέρεται στη σημασία αυτών των θέσεων για την κομμουνιστική πολιτική,74 καίτοι η εικόνα του "φρουρίου", από το οποίο πρέπει να εξέλθουν οι μάζες, χρησιμοποιείται στην κριτική του για τα κομμουνιστικά κόμματα (Αλτουσέρ χ.χ.εκδ. 105-123). Σε άλλο δε κείμενο ο μαρξισμός παρουσιάζεται ως επιστήμη σχισματική και συγκρουσιακή, τόσο στο εσωτερικό όσο και στο εξωτερικό της (Αλτουσέρ 1991, 54-64).

Για το είδος "μαρξιστικής συμφωνίας" μεταξύ Γκράμσι και Αλτουσέρ (που δεν αναιρεί την οξεία διαφωνία που διαπιστώσαμε σε συγκεκριμένες θέσεις) είναι χαρακτηριστικό και το εξής. Ο γάλλος φιλόσοφος γράφει ότι ο Γκράμσι μιλά για το κράτος με τόσο εσφαλμένο τρόπο διότι είναι πολιτικός: δεν ενδιαφέρεται για τη θεωρία αλλά για την πολιτική στρατηγική (Althusser 1994a, 506, 511). Σε ένα απόσπασμα των Τετραδίων ο Γκράμσι ειρωνεύεται τον Croce που αδυνατεί να κατανοήσει για ποιο λόγο ένας μαρξιστής φιλόσοφος δεν ενδιαφέρεται για τις έννοιες και τις τεχνικές αναλύσεις της φιλοσοφίας, αλλά για τις "πρακτικές τάσεις", γι' αυτό που δεν είναι ειδικά φιλοσοφικό.75 Η "μη φιλοσοφική" φιλοσοφία, η αυτοπρόσωπη εισαγωγή της πολιτικής σε θεωρητικές πρακτικές που εμφανίζονται ως απολιτικές, συνιστά το πρόγραμμα της παρέμβασης του Αλτουσέρ.76 Αυτό γίνεται εμφανές στους διαδοχικούς αλτουσεριανούς ορισμούς της φιλοσοφίας ως "τόπου" πολιτικής/ταξικής πάλης, ως "ταξικής πάλης στη θεωρία".77

Η φιλοσοφική στρατηγική του Γκράμσι που εισάγει την πολιτική στη φιλοσοφία αναγνωρίσθηκε ρητά από τον Αλτουσέρ, ο οποίος έγραψε ότι ο Γκράμσι (όπως και ο Μακιαβέλι) παρήγαγε ένα έργο που "μας ξεφεύγει διαρκώς", διότι δεν αποτελεί φιλοσοφία με τη γνωστή έννοια του όρου. Θέτει στη φιλοσοφία με άμεσο τρόπο πολιτικά προβλήματα και εγκαλεί τους αναγνώστες ως πολιτικά υποκείμενα μέσα από κείμενα που γράφονται με το βλέμμα στραμμένο στο μέλλον (Althusser 1995, 72-77, 51). Και σε άλλα κείμενα ο Αλτουσέρ δηλώνει ότι ξεπερνώντας τον θεωρητικισμό μπόρεσε να κατανοήσει "τη μεγάλη θέση του Μαρξ, του Λένιν και του Γκράμσι: πώς η φιλοσοφία είναι βασικά πολιτική" (Αλτουσέρ 1983, 38. Βλ και Althusser 1994, 191).

Εδώ τίθεται το ερώτημα αν ο "κρυμμένος" (για λόγους άσκησης επαναστατικής πολιτικής στο χώρο της θεωρίας) θεωρητικός γκραμσισμός του Αλτουσέρ (ή, πράγμα που είναι το ίδιο για μια μη φιλολογική προσέγγιση: ο λανθάνων "αλτουσερισμός" του Γκράμσι) πηγάζει από τη συμφωνία τους για την ανάγκη λήψης μιας προλεταριακής πολιτικής θέσης στη θεωρία και τη φιλοσοφία (η οποία οδηγεί, μεταξύ άλλων, στον ευρύ ορισμό του κράτους, που ενέχει τον κίνδυνο πολιτικοθεωρητικής "αντιστροφής" της μέσω του αναγωγισμού των πάντων στην πολιτική). Ή εάν, αντιθέτως, οι προαναφερθέντες λόγοι διαδικαστικής-ψυχολογικής προτίμησης του Αλτουσέρ για τον Γκράμσι οδήγησαν σε μια προνομιακή ενασχόληση μαζί του, που δεν οφείλεται σε μια θεμελιακή συμφωνία, αλλά απλώς οδηγεί τον Αλτουσέρ στο να "προβάλλει" στον Γκράμσι προβλήματα που τον απασχολούσαν.

Επ' αυτού δεν υπάρχουν "έτοιμες" απαντήσεις. Το βέβαιο είναι ότι στο κεντρικό πρόβλημα του χαρακτήρα της φιλοσοφικής παρέμβασης του μαρξισμού ως απελευθερωτικής πολιτικής, οι δύο μαρξιστές θεωρητικοί συναντώνται με τρόπο οριστικό. Ο Γκράμσι φαίνεται, σ' αυτό τουλάχιστον το σημείο, να έχει πείσει τον ατίθασο μαθητή του.

Βιβλιογραφία

Althusser, L. 1968. "L'objet du 'Capital'", in: L. Althusser, E. Balibar, Lire le Capital, τ. I. Paris, 2η εκδ., 87-184

Althusser, L. 1974. [Lettre], in: R. Debray. La critique des armes, τ. 1, Paris, 262-269

Althusser, L. 1974a. Philosophie et philosophie spontanee des savants. Paris

Althusser, L. 1979. "Der Marxismus als endliche Theorie", in: Den Staat diskutieren, Berlin, 42-52

Althusser, L. 1982. Lenine et la philosophie (1968). Paris

Althusser, L. 1985. Montesquieu. La politique et l'histoire (1959). Paris

Althusser, L. 1986. "'Sur le jeune Marx'. (Questions de theorie)" (1961), in: Pour Marx. Paris, 47-83

Althusser, L. 1986a. "Contradiction et surdetermination" (1962), in: Pour Marx. Paris, 87-116

Althusser, L. 1994. L'avenir dure longtemps. Paris

Althusser, L. 1994a. Ecrits philosophiques et politiques, τ. I. Paris

Althusser, L. 1995. Ecrits philosophiques et politiques, τ. II. Paris

Althusser, L. 1995a. Sur la reproduction. Paris

Anderson, P. 1977. Sur le marxisme occidental. Paris

Balibar, E. 1991. Ecrits pour Althusser. Paris

Bobbio, N. 1975. "Gramsci e la concezione della societa civile" (1967), in: P. Rossi (επιμ.), Gramsci e la cultura contemporanea. Roma, 75-100

Callinicos, A. 1976. Althusser's Marxism. London

Elliot, G. 1987. Althusser. The Detour of Theory, London

Finelli, R. 1997. "Introduzione. Una soggettivita immaginaria", in: L. Althusser. Lo Stato e i suoi apparati. Roma, IX-XXXI

Gerratana, V. 1997. Gramsci. Problemi di metodo. Roma

Gramsci, A. 1977. Quaderni del carcere. 4 τόμοι. Torino

Guilhon Albuquerque, J. A. 1989. "Introducao. Althusser, a ideologia e as instituicoes", in: L. Althusser. Aparelhos ideologicos de Estado, Rio de Janeiro: Graal, 4η εκδ., 7-51

Hahn, B./Schottler, P. 1988. "Ein Denken an den Grenzen", KultuRRevolution, 20, 4-5

Konersmann, R. 1982. "Ideologie und Ungleichzeitigkeit. Eine Konfrontation der ideologietheoretischen Ansatze von Gramsci, Althusser und Bloch", Archiv fur Rechts- und Sozialphilosophie, 68, 200-221

Labica, G. 1992. "La reception de Gramsci en France: Gramsci et le P.C.F.", in: A. Tosel (επιμ.), Modernite de Gramsci? Paris, 17-29

Liguori, G. 1996. Gramsci conteso. Storia di un dibattito 1922-1996. Roma

Liguori, G. 1997. "Etappen der Gramsci-Rezeption", Das Argument, 219, 191-201

Mastellone S. (επιμ.). 1997. Gramsci: I "Quaderni del carcere". Una riflessione politica incompiuta. Torino

Matheron, F. 1994. "Presentation", in: L. Althusser. Ecrits philosophiques et politiques, τ. I. Paris, 9-22

Matheron, F. 1995. "Presentation", in: L. Althusser. Ecrits philosophiques et politiques, τ. II. Paris, 9-34

Negri, A. 1996. "Notes on the Evolution of the Thought of the Later Althusser", in: A. Callari/D. Ruccio, Postmodern Materialism and the Future of Marxist Theory. Hanover, 51-68

Robelin, J. 1992. "Gramsci et Althusser: Problemes et enjeux de la lecture althusserienne", in: A. Tosel (επιμ.), Modernite de Gramsci? Paris, 85-95

Terray, E. 1996. "An Encounter: Althusser and Machiavelli", in: A. Callari/D. Ruccio, Postmodern Materialism and the Future of Marxist Theory. Hanover, 257-277

Spiegel, H. 1997. Gramsci und Althusser. Eine Kritik der Althusserschen Rezeption von Gramscis Philosophie. Berlin, 2η εκδ.

Vacca, G. 1997. "L'interpretazione dei Quaderni del carcere nel dopoguerra, in: S. Mastellone (επιμ.). Gramsci: I "Quaderni del carcere". Una riflessione politica incompiuta, Torino, 3-20

Αλτουσέρ, Λ. 1977. Απάντηση στον Τζων Λιούις (1973). Αθήνα

Αλτουσέρ Λ. χ.χ.εκδ. Τι πρέπει ν' αλλάξει στο κομμουνιστικό κόμμα (1978). Αθήνα

Αλτουσέρ, Λ. 1980. "Το πρόβλημα του κράτους στη μαρξιστική θεωρία" (1978), in: Λ. Αλτουσέρ κ. ά. Συζήτηση για το κράτος, Αθήνα, 9-21

Αλτουσέρ, Λ. 1980α. "Επιτέλους, ξέσπασε η κρίση του μαρξισμού" (1977), in: Για την κρίση του μαρξισμού. Αθήνα, 25-46

Αλτουσέρ, Λ. 1983. Θέσεις. Αθήνα

Αλτουσέρ Λ. 1985. "Μαρξισμός: ένας κριτικός απολογισμός" (1978). Δεκαπενθήμερος Πολίτης, 49, 31-33

Αλτουσέρ, Λ. 1987. "Ο μαρξισμός δεν είναι ιστορικισμός" (1968). Ο Πολίτης, 79, 30-45

Aλτουσέρ, Λ. 1987α. "Σημείωση σχετικά με τους Ιδεολογικούς Μηχανισμούς του κράτους" (1976). Θέσεις, 21, 37-49

Αλτουσέρ, Λ. 1991. "Για τον Μαρξ και τον Φρόυντ" (1976). Θέσεις, 35, 51-67

Αλτουσέρ, Λ. 1994. Φιλοσοφικά. Αθήνα

Δημούλης, Δ. 1997. "Η 'μηχανή παραγωγής νόμιμης εξουσίας': Ζητήματα θεωρίας του κράτους". Θέσεις, 60, 65-81

Δημούλης, Δ./Μηλιός, Γ. 1991. "Θεωρητική συνέχεια και πολιτικές ασυνέχειες στο έργο του Λουί Αλτουσέρ", Θέσεις, 34, 27-42

Μηλιός, Γ. 1996. Ο μαρξισμός ως σύγκρουση τάσεων, Αθήνα

Μητσοπούλου, Χ. 1996. "Ο Gramsci για τον κοινό νου και τη φιλοσοφία". Αξιολογικά, 9, 154-205

Μπυσί-Γλυκσμάν, Κ. 1984. Ο Gramsci και το κράτος. Αθήνα

Πουλαντζάς, Ν. 1975. Πολιτική εξουσία και κοινωνικές τάξεις, τ. Α-Β, Αθήνα

Τοζέλ, Α. 1987. "Μπορεί ακόμη να χρησιμεύσει. Μια δύσκολη διείσδυση". Ο Πολίτης, 79, 75-79

Χρύσης, Α. 1992. "Ηγεμονία και πολιτική συμμαχιών". Θέσεις, 40, 63-74

1. Διευρυμένη μορφή εισήγησης στο συνέδριο Antonio Gramsci. Da un secolo all'altro που οργάνωσε η International Gramsci Society, το Istituto italiano per gli Studi Filosofici, το Πανεπιστήμιο Federico II και ο Δήμος Νάπολης (Νάπολη, 16-18 Οκτ. 1997). Για τις παρατηρήσεις του ευχαριστώ τον Γ. Μηλιό.

2. Βλ. πιο κάτω σημ. 31.

3. Althusser 1986a, 114.

4. Πρόκειται για το άρθρο "Contradiction et surdetermination" που φέρει τη χρονολογία "Ιούνιος-Ιούλιος 1962". Ο Αλτουσέρ υπενθυμίζει την κριτική του Γκράμσι στη μηχανιστική αντίληψη της ιστορίας και τον παρουσιάζει ως αντίδοτο του "επαίσχυντου εγελιανισμού" του Lukacs, χαρακτηρίζοντας τον ευρύ γκραμσιανό ορισμό των διανοουμένων ως μια από τις λίγες προσπάθειες αποτίμησης του μαρξισμού ως μαζικής ιδεολογίας (1986a, 104/5, 114). Στο ίδιο άρθρο ο Γκράμσι παρουσιάζεται ως ο πρώτος, μετά τους Μαρξ και Λένιν, που εργάστηκε στη θεωρία των υπερδομών (113/4). Οι σημειώσεις του για "όλα τα θεμελιώδη προβλήματα" της ευρωπαϊκής ιστορίας περιέχουν "απόλυτα πρωτότυπες και ορισμένες φορές και ιδιοφυείς" ιδέες για την υπερδομή, αλλά και "νέες έννοιες", όπως η ηγεμονία --με την οποία σκιαγραφείται μια λύση στο πρόβλημα των σχέσεων οικονομίας και πολιτικής (114). Θα διαπιστώσουμε ότι αυτές οι κρίσεις σχετικοποιούνται ή και αναιρούνται στις επόμενες "στιγμές" της συνάντησης.

5. Gerratana 1997, 27, Anderson 1977, 60, Liguori 1996, 25-27, 78-82.

6. Π.χ. Elliot 1987, Balibar 1991.

7. Anderson 1977, 82, Liguori 1997, 195.

8. Liguori 1997, 194.

9. Spiegel 1997. Σ' αυτή την καθ' όλα εγελιανή μελέτη οι παραδοξολογίες συναγωνίζονται την ελλιπή θεμελίωση των θέσεων. Η "οντολογική νομιμοποίηση" της γκραμσιανής φιλοσοφίας της πράξης (140) αντιπαρατίθεται στον "σχετικιστικό ιστορικισμό", που ο Αλτουσέρ φαίνεται να έχει εμπνευστεί από τους Dilthey και Heidegger (10).

10. Π.χ. Callinikos 1976, 16-29, Konnersmann 1982, 208-221. Βλ. και τις βιβλιογραφικές αναφορές σε Liguori 1996, 149-152.

11. Μια τέτοια "σφαιρική" προσέγγιση έχει επιχειρηθεί, απ' όσο γνωρίζω, μόνον από τον Robelin (1992) σε ένα σύντομο αλλά και οξυδερκές κείμενο που συντάχθηκε το 1989. Η εν τω μεταξύ δημοσίευση πληθώρας χειρογράφων του Αλτουσέρ καθιστά τη μελέτη αυτή αντικειμενικά ξεπερασμένη.

12. Αυτό ισχύει κυρίως για τον Σαρτρ, ο οποίος έχει διαρκή αλλά αποκλειστικά αρνητική παρουσία στον Αλτουσέρ με κριτικές που φτάνουν στα όρια της περιφρόνησης. Μικρότερης έντασης και διάρκειας είναι η κριτική στον Λούκατς.

13. Η σχολή Ντελλα Βόλπε στο Lire le Capital, ο Μπρεχτ στα κείμενα για το θέατρο.

14. Π.χ. Αλτουσέρ 1994, 196, 205-206. Ο Matheron σημειώνει ότι ο Αλτουσέρ ταυτίστηκε με τη "μορφή της μοναξιάς" (1995, 33), κάτι που επιβεβαιώνεται από σειρά αναφορών στην αυτοβιογραφία του (Althusser 1994, 129, 196, 209, 382, 492).

15. Finelli 1997, XVIII, Liguori 1996, 212.

16. Υπενθυμίζουμε ότι με εξαίρεση τη μονογραφία για τον Μοντεσκιέ (Althusser 1985), ο Αλτουσέρ δημοσίευσε μόνον συλλογές άρθρων και αποσπάσματα μελετών.

17.. Από τις αρχές της δεκαετίας του '60 ο Αλτουσέρ σχεδίασε --και εν μέρει έγραψε-- περίπου είκοσι βιβλία, από τα οποία δημοσίευσε μόνον λίγα αποσπάσματα. Η μεταθανάτια έκδοση έκανε προσιτές δύο εργασίες για το κράτος και την ιδεολογία (Althusser 1994a, 359-512 και 1995a, 31-252) και τρεις μονογραφίες (για τον Μακιαβέλι, τον Φόυερμπαχ και τον ανθρωπισμό: Althusser 1995, 42-161, 172-244, 435-521). Το αρχείο Αλτουσέρ περιλαμβάνει χειρόγραφα για τα εξής σχέδια: δύο εγχειρίδια εισαγωγής στη φιλοσοφία, μια εισαγωγή στον πρώτο τόμο του Κεφαλαίου (Matheron 1994, 9, 1995, 17-18), ένα εγχειρίδιο για την ενότητα θεωρίας/πράξης (Matheron 1995, 14), προεργασίες μελετών για την "προσωπολατρεία" και την κριτική της θεωρίας του κρατικομονοπωλιακού καπιταλισμού (σημ. του επιμελητή in: Althusser 1995, 414-415) και μια σειρά σχεδίων για συλλογικές δημοσιεύσεις σχετικά με την "Τομή", το καπιταλιστικό σχολείο (Matheron 1995, 15, 20, 25) και τον διαλεκτικό υλισμό (Althusser 1995, 301-342). Στα μέσα της δεκαετίας του '80 ο Αλτουσέρ εργάστηκε στο τελευταίο σχέδιό του: τη σύνταξη δοκιμίων για τον υλισμό, για τον Μαρξ και για τον υπαρκτό σοσιαλισμό (Althusser 1994a, 533, 536).

18.. Ο Gerratana δείχνει ότι το ανολοκλήρωτο των Τετραδίων δεν οφείλεται μόνο στους καταναγκασμούς του εγκλεισμού αλλά και "στη διαλογική φύση της φιλοσοφικής νοοτροπίας" του Γκράμσι (1997, XII-XIV (XIII). Πρβλ. Liguori 1997, 198).

19.. Anderson 1977, 66. Ανάμεσα στους δεκατρείς εκπροσώπους του δυτικού μαρξισμού κατά Anderson (Λούκατς, Κορς, Γκράμσι, Μπένγιαμιν, Χόρκχάιμερ, Ντελλα Βόλπε, Μαρκούζε, Λεφέβρ, Αντόρνο, Σαρτρ, Γκολντμάν, Αλτουσέρ, Κολέτι), ο Γκράμσι αποτελεί απόλυτη εξαίρεση. Όπως παρατηρεί ο Anderson ήταν ο μόνος που μεγάλωσε σε συνθήκες φτώχειας, ο μόνος μη επαγγελματίας διανοούμενος και ο μόνος που ανέλαβε πολιτικό ρόλο πρώτης γραμμής (στο ίδιο, 41, 78). Ας προσθέσουμε ότι είναι ο μόνος που επηρέασε με τόση ένταση και διάρκεια την πολιτική των δυτικοευρωπαϊκών κομμουνιστικών κομμάτων μετά τον β' παγκόσμιο πόλεμο.

20.. Ο Αλτουσέρ αναφέρεται με θαυμασμό στην φιλοσοφική "αφέλεια" του Μαρξ και του Λένιν, η οποία τους επέτρεψε να εντοπίσουν και να επεξεργαστούν τα ουσιώδη στοιχεία της φιλοσοφίας και ειρωνεύεται τα "σαφή και άψογα" έργα των "καθηγητών φιλοσοφίας". Althusser (1968, 91), (1995, 546-548), (1982, 14-15, 44-45) (1994, 190).

21.. Αλτουσέρ 1983, 132, Althusser 1994, 247, 526.

22.. Όσον αφορά το βαθμό γνώσης του γκραμσιανού έργου, τα κείμενα του Αλτουσέρ δεν δίνουν σαφή εικόνα. Από τις ελάχιστες παραπομπές προκύπτει ότι ο Αλτουσέρ χρησιμοποίησε τους τόμους για τον Μακιαβέλι και τον Κρότσε από την πρώτη έκδοση των Τετραδίων (τη λεγόμενη θεματική, 1948-1951), τις γαλλικές ανθολογίες κειμένων του Γκράμσι καθώς και τα "Γράμματα από τη φυλακή" (Αλτουσέρ 1987, 34, Althusser 1995, 68, 142 και 1986a, 105, Αλτουσέρ 1983, 83, βλ. και τις σημ. του επιμελητή in: Althusser 1995, 163, 527). Ας σημειωθεί ότι ο Αλτουσέρ δεν αναφέρεται στην ευρύτατη ιταλική συζήτηση για τον Γκράμσι και σε κανένα σημείο του δημοσιευμένου έργου του δεν παραπέμπει στη δεύτερη έκδοση των Τετραδίων (την λεγόμενη κριτική που κυκλοφόρησε το 1975 με επιμ. V. Gerratana).

23.. Althusser 1982, 39-40, Αλτουσέρ 1983, 46-47, 124-125.

24.. Althusser 1995, 42-161.

25.. Βλ. και Αλτουσέρ 1994, 119-125, 129-150, 195-213.

26.. Αυτές οι χαρακτηρισμοί (Gramsci 1977, 1556, 2292, 1599, 1601) επαναλαμβάνονται διαρκώς στο κείμενο του Αλτουσέρ (π. χ. Althusser 1995, 54. Βλ. και Αλτουσέρ 1994, 209-212). Ας προστεθεί ότι σε ένα ανέκδοτο χειρόγραφο 95 σελίδων με τίτλο "Que faire?", ο Αλτουσέρ "αναλύει επί μακρόν την ανάγνωση του Μακιαβέλι από τον Γκράμσι" (σημ. του επιμελητή in: Althusser 1994a, 523).

27.. Αλτουσέρ 1994, 199, 205, Althusser 1995, 50-53, 68.

28.. Althusser 1995, 134-161.

29.. Gramsci 1977, 1558, 1315, 1384/5.

30.. Για να κατασκευάσει τον "μεταμοντέρνο" Αλτουσέρ του, ο Negri (1996) βασίζεται σε ορισμένες φράσεις με τις οποίες ο γάλλος μαρξιστής --σε ένα ελάχιστα επεξεργασμένο κείμενο-- επικρίνει τη γκραμσιανή ανάγνωση του Μακιαβέλι θεωρώντας αδύνατη τη μεταφορά των αναλύσεων για τον Ηγεμόνα στο πεδίο της κομμουνιστικής πολιτικής και υποστηρίζοντας ότι ο Μακιαβέλι "δεν μας χρησιμεύει πια σε τίποτε απολύτως" (Αλτουσέρ 1994, 149-150, 141-142). Ο Negri προβάλλει στον Αλτουσέρ μια αυθορμητιστική ανάγνωση του Μακιαβέλι, την οποία εμφανίζει ως το ακριβές αντίθετο της "τριτοδιεθνιστικής" ανάλυσης του Γκράμσι. Δεν παραβλέπουμε αυτή την κριτική στον Γκράμσι και προσθέτουμε ότι σε άλλα κείμενα ο Αλτουσέρ επισημαίνει ότι το αστικό κράτος έχει ως σκοπό την εδραίωση της κυριαρχίας μιας τάξης μέσω ενός πολιτικού μηχανισμού και συνεπώς δεν εμφανίζει καμιά αναλογία με την κομμουνιστική πολιτική, η οποία πρέπει να ασκηθεί από τις ίδιες τις λαϊκές μάζες και όχι από "φωτισμένους" εκπροσώπους και από θεσμούς κρατικής βίας (Αλτουσέρ χ.χ.εκδ. 105-107 και 1980, 16. Βλ. Terray 1996, 272/3 και Robelin 1992, 91-94). Παραμένει ωστόσο το γεγονός ότι η αλτουσεριανή ανάγνωση του Μακιαβέλι διαμεσολαβείται από τον Γκράμσι και μάλιστα περιορίζεται στα σημεία που είχε σχολιάσει ο Γκράμσι.

31.. Στο ερώτημα του Terray "πώς και πότε ο Αλτουσέρ συνάντησε τον Μακιαβέλι;" (1996, 258), η απάντηση δίνεται από τον Αλτουσέρ: "Ανακάλυψα τον Μακιαβέλι για πρώτη φορά τον Αύγουστο [του 1961], στο Bertinoro, σε ένα θαυμάσιο παλιό και μεγάλο σπίτι (...). Άρχισα να διαβάζω λίγο Γκράμσι (σχετικά με τους διανοούμενους), αλλά διέκοψα γρήγορα την ανάγνωσή του για να αφοσιωθώ στην ανάγνωση του Μακιαβέλι" (Αλτουσέρ 1994, 119-120, διορθωμένη μτφ.). Φαίνεται έτσι ότι ο Αλτουσέρ "ανακάλυψε" τον Μακιαβέλι το 1961 μέσω των διαρκών αναφορών του Γκράμσι.

32.. Αλτουσέρ 1994, 120, Matheron 1995, 10-12, Terray 1996, 258, 276.

33.. Προσωποποιώντας τη θεωρία των τριών πηγών του μαρξισμού ο Γκράμσι γράφει: "Με μια ορισμένη έννοια μου φαίνεται ότι μπορούμε να πούμε ότι η φιλοσοφία της πράξης ισούται με Χέγκελ + Δαβίδ Ρικάρντο (...). Να συνδεθεί ο Ρικάρντο με τον Χέγκελ και με τον Ροβεσπιέρρο" (Gramsci 1977, 1247/8).

34.. "Επιστημολογική πρωτοκαθεδρία του παρόντος", Althusser 1968, 153/8 (158).

35.. Gramsci 1977, 1382, 1384/5.

36.. Αλτουσέρ 1987, 39. Βλ. Gramsci 1977, 1241.

37.. Βλ. και Μητσοπούλου 1996, 183-184. Το ότι ο Αλτουσέρ επικρίνει την αμφιταλάντευση του Γκράμσι και το σχετικισμό του (απόλυτη πρωτοκαθεδρία της πράξης) προκύπτει και από μεταγενέστερες παρατηρήσεις (Αλτουσέρ 1994, 224). Ας σημειωθεί ότι σε ένα άλλο κείμενο ο Αλτουσέρ επικρίνει με πολιτικούς όρους την αμφιταλάντευση μεταξύ θετικισμού και υποκειμενισμού: ο πρώτος αποτελεί δεξιά παρέκκλιση, ο δεύτερος αριστερή παρέκκλιση (Αλτουσέρ 1983, 40). Ο Αλτουσέρ του Lire le Capital φαίνεται να εντοπίζει στον Γκράμσι τη θετικιστική-"δεξιά" παρέκκλιση: η φιλοσοφία γίνεται ιστορία, άρα μέρος μιας επιστήμης (Αλτουσέρ 1987, 40-41). Αυτό δεν εναρμονίζεται ωστόσο ούτε με την τοποθέτηση του ζητήματος στον Γκράμσι (π. χ. 1977, 1448) ούτε με τη γενική εκτίμηση του Αλτουσέρ για τη γκραμσιανή θεώρηση (αριστερός βολονταρισμός, άρα πρωτοκαθεδρία της φιλοσοφίας) (βλ. πιο κάτω σημ. 45).

38.. Στην περίπτωση του Γκράμσι ο ιδεαλιστικός ιστορικισμός του Croce αντιστρέφεται σε υλιστικό ιστορικισμό (Αλτουσέρ 1987, 39).

39.. Από την περιορισμένη ελλ. βιβλ., βλ. Μητσοπούλου 1996.

40.. Π.χ. Gramsci 1977, 1864. "Ο Γκράμσι κατόρθωσε να ανακαλύψει τη συνάφεια μεταξύ θεωρητικής κριτικής και μετασχηματισμού της κοινωνίας (...). Στοχάζεται τη διασύνδεση της κομμουνιστικής τάσης για την ηγεμονία των μαζών με τις θεωρητικές μορφές αυτές καθαυτές" (Τοζέλ 1987, 79).

Το πρόβλημα που θέτει ο Γκράμσι δεν μπορεί να επιλυθεί με τη διχοτομική αντίθεση ορθού/λάθους στον τρόπο σύνδεσης μαρξισμού και πολιτικής. Αναγκαία είναι η ανάλυση των διαφόρων μορφών μαρξισμού με βασική τη διάκριση μεταξύ μαρξισμού ως θεωρίας και μαρξισμού ως ιδεολογίας μαζών (Μηλιός 1996, 24-33). «Ενοποιητικές» θέσεις --όπως η γκραμσιανή-- είναι πρόσφορες για την περιγραφή του μαζικού μαρξισμού, αλλά δεν εφαρμόζονται στο μαρξισμό ως θεωρητικό σύστημα.

41.. Γράφοντας π.χ. ότι ο Γκράμσι επιδίωξε μέσω του ιστορικισμού να σκεφθεί τον πρακτικό ρόλο του μαρξισμού στην ιστορία (Αλτουσέρ 1987, 35).

42.. Gramsci 1977: 1337, 1338, 1344/6, 1599.

43.. Στις πολλαπλές κριτικές προστέθηκε πρόσφατα η δημοσίευση μιας εκτενούς μελέτης του (Althusser 1995, 435-521).

44.. Επ' αυτού ο Αλτουσέρ δεν πρωτοτυπεί. Ο M. Tronti είχε επικρίνει το 1958 τον Γκράμσι ως εκφραστή του εγελομαρξισμού (Liguori 1996, 108/9), σε ένα κείμενο που ο Αλτουσέρ γνώριζε, καίτοι το χρησιμοποιεί μόνο για μια έμμεση παραπομπή στον νεαρό Γκράμσι (Αλτουσέρ 1987, 31, σημ. 1).

45.. 1967: Με την "απίθανη γλώσσα" του απόλυτου ιστορικισμού ο Γκράμσι θέλησε ίσως να πει ότι η μαρξιστική φιλοσοφία παρεμβαίνει χωρίς να αποκρύπτει το χαρακτήρα της ως "ρήξης" πίσω από ρητορείες συμφιλίωσης και καθολικότητας. Ωστόσο ο Γκράμσι δεν κατόρθωσε να αναλύσει την ειδικότητα της φιλοσοφίας και κατέληξε στον κοινότυπο ιστορικισμό (Althusser 1995, 311).

19.67: Ο ιστορικός υλισμός αποτελεί επιστήμη και όχι φιλοσοφία όπως "πίστεψε" ο Γκράμσι (Althusser 1995, 302).

19.68: Ο Γκράμσι δεν κατανόησε ότι ο Μαρξ δεν δημιουργεί μια νέα φιλοσοφία (τη φιλοσοφία της πράξης) ή μια αντιφιλοσοφία, αλλά προτείνει μια νέα φιλοσοφική πρακτική δρώντας στο εσωτερικό της υπάρχουσας φιλοσοφίας (Althusser 1995, 545/6). (Σε κείμενο του 1976, αντίθετα, ο Γκράμσι παρουσιάζεται να έχει κατανοήσει ότι ο μαρξισμός αποτελεί "νέα πρακτική της φιλοσοφίας" -Αλτουσέρ 1994, 244).

19.78: Σύμφωνα με ορισμένες "διατυπώσεις" του Γκράμσι ο μαρξισμός αποτελεί "ολική" θεωρία, "φιλοσοφία της ιστορίας" που μπορεί να οδηγήσει στην "απόλυτη γνώση" (Althusser 1979, 44 -ανεπιτυχής μτφ. στα ελληνικά Αλτουσέρ 1980, 11). Ο Γκράμσι παρέμεινε δέσμιος της εγελιανής τάσης για διαμόρφωση μιας "φιλοσοφίας της ιστορίας" (Αλτουσέρ 1985, 33).

46.. Liguori 1996, 138. Βλ. και Τοζέλ 1987, 77.

47.. Δεδομένου ότι ο Αλτουσέρ αποκλείει για θεωρητικούς λόγους την ταύτιση των όρων appareil και mecanisme (Δημούλης 1997, 68/69) αφήνουμε αμετάφραστο τον όρο appareil/apparato που αποδίδεται πάγια στα ελληνικά ως "μηχανισμός".

48.. Ο Guilhon Albuquerque, 1989, 14-29, αναφέρεται στην «γκραμσιανή κληρονομιά» που υπάρχει στον Αλτουσέρ και συνοψίζεται στην αντικατάσταση της παραδοσιακής περιγραφικής μεταφοράς (βάση/εποικοδόμημα) με τη «λειτουργική μεταφορά του Γκράμσι» (14, 23). Βλ. επίσης Balibar 1991, 67, Robelin 1992, 93, Liguori 1996, 137/8, Terray 1996, 271, Finelli 1997, XXIII.

49.. "Ευρύς" ορισμός: "Ως κράτος πρέπει να νοηθεί εκτός από τον κυβερνητικό apparato και ο 'ιδιωτικός' apparato της ηγεμονίας ή ιδιωτικής κοινωνίας", Gramsci 1977, 801. Βλ. και Gramsci 1977, 763/4, 1223.

Υλικότητα: "Για τη φιλοσοφία της πράξης οι υπερδομές αποτελούν μια πραγματικότητα (...) αντικειμενική και δραστική", Gramsci 1977, 1319. Βλ. και στο ίδιο, 868/9.

50.. Αλτουσέρ 1983, 82/3, σημ. 7. Ανάλογη είναι η εκτίμησή του σε ένα μεταγενέστερο κείμενο (Αλτουσέρ 1985, 31).

51.. Αλτουσέρ 1983, 69, σημ. 1.

52.. Althusser 1995a, 113. Οι αναφορές στον Στάλιν δεν βρίσκονται στο δημοσιευμένο δοκίμιο του 1970. Δεδομένου ότι η σύνταξη του μεγάλου χειρογράφου είναι εν μέρει μεταγενέστερη του δοκιμίου του 1970 (σημ. του επιμελητή in: Althusser 1995a, 16), δεν προκύπτει εάν η αντικατάσταση του Γκράμσι με τον Στάλιν (ή το αντίθετο) είναι προγενέστερη ή μεταγενέστερη του δοκιμίου του 1970.

53.. Η ανασυγκρότηση της μαρξιστικής θεωρίας της πολιτικής στα τέλη της δεκαετίας του '60 από τον (τότε αλτουσεριανό) Πουλαντζά περιλαμβάνει πολλές αναφορές στον Γκράμσι (Πουλαντζάς 1975). Στη συνέχεια το βιβλίο της Μπυσί-Γκλυκσμάν (1984) που πρωτοκυκλοφόρησε το 1975 --και γνώρισε επίσης μεγάλη επιτυχία και πολλαπλές μεταφράσεις-- πρότεινε μια "αριστερή ευρωκομμουνιστική" θεωρία του κράτους με συνδυασμό των αναλύσεων του Γκράμσι και του Αλτουσέρ.

54.. Μια συγκριτική ανάγνωση των κειμένων του Αλτουσέρ δείχνει ότι στο ζήτημα της ιδεολογίας ο Γκράμσι αποτελεί ένα είδος "απωθημένου" που αντιμετωπίζεται με αμφιθυμία. Έτσι ο Αλτουσέρ θα αναφερθεί με θετικό τρόπο στην "υλική" θεώρηση της ιδεολογίας στον Γκράμσι σε ένα κείμενο του 1968 που παρέμεινε αδημοσίευτο: "Το ιδεολογικόν, δεν αποτελείται μόνον από ιδέες ή συστήματα ιδεών, αλλά, όπως είχε δει πολύ καλά ο Γκράμσι, αποτελείται ταυτόχρονα από ιδέες και συμπεριφορές, από ιδέες μέσα στις συμπεριφορές, που συγκροτούν μια ολότητα" (Althusser 1995, 554). Στο δοκίμιο του 1970 έχουμε και σ' αυτό το σημείο μια υποκατάσταση. Το θέμα της υλικότητας των ιδεολογιών εισάγεται με μια αναφορά στον Pascal (Αλτουσέρ 1983, 105)! Το 1978 ο Αλτουσέρ θα αναγνωρίσει και πάλι ότι ο Γκράμσι επισήμανε την υλικότητα της ιδεολογίας, αλλά θα του προσάψει μια "μάλλον μηχανιστική και οικονομιστική" θεώρηση (Althusser 1994a, 499).

Πιο εντυπωσιακό είναι ότι σε διάλεξη που έδωσε στην Ισπανία το 1976 (και η οποία έμεινε μέχρι πρόσφατα ανέκδοτη στα γαλλικά) ο Αλτουσέρ αναφερόμενος στη σημασία της υλικότητας των ιδεολογιών για την εδραίωση της ταξικής κυριαρχίας σημειώνει: "Αυτό είναι ό,τι, ακολουθώντας τον Γκράμσι, ονόμασα σύστημα των Ιδεολογικών Μηχανισμών του Κράτους" (Αλτουσέρ 1994, 236). Δύο χρόνια αργότερα θα απορρίψει κατηγορηματικά το ενδεχόμενο σύνδεσης των δύο προσεγγίσεων (Althusser 1994a, 499-500).

55.. Βλ. ιδίως τη "Σημείωση" του 1976, στην οποία, μεταξύ άλλων, επικρίνεται η γκραμσιανή έννοια του "ηθικού κράτους" (Αλτουσέρ 1987α, 38-39, 44-49). Πρβλ. Balibar 1991, 115.

56.. Αλτουσέρ 1980α, 41-42.

57.. Στη συνέντευξή του στην R. Rossanda ο Αλτουσέρ --με τρόπο βιαστικό και συγκεχυμένο-- κατατάσσει τον Γκράμσι στην αστική παράδοση πολιτικής σκέψης που βασίζεται στη διάκριση ιδιωτικού/δημοσίου και τον κατηγορεί για αγνόηση της "υλικότητας" του κράτους (Αλτουσέρ 1980, 12-14, 20).

58.. Οι εντός εισαγωγικών χαρακτηρισμοί από Althusser 1994a, 503, 511, 505, 506, 512, 500.

59.. Althusser 1994a, 426-442, 452-486. Βλ. σχετικά Δημούλη 1997, 69-79.

60.. Althusser 1994a, 437. Η πρώτη σύνταξη του κειμένου αναφέρει: "βλακεία" (σημ. του επιμελητή in: Althusser 1994a, 520).

61.. Althusser 1994a, 500.

62.. Βλ. και Αλτουσέρ 1980, 16-21.

63.. Αυτή η προσέγγιση (τρίτος δρόμος, σοσιαλισμός με δημοκρατία και ελευθερία κ.λπ.) είχε ως άξονα επιχειρηματολογίας --ακόμη και στις αριστερές εκδοχές της (Ingrao, Πουλαντζάς...)-- τη θέση της "ευπλασίας" του κράτους (δυνατότητα ανάπτυξης των "θετικών" λειτουργιών του). Με βάση την υπόθεση ότι οι κρατικοί appareils "διασχίζονται" από την ταξική πάλη, το κράτος θεωρούνταν συσχετισμός δύναμης που επιδέχεται "ανατροπές" με κατάλληλες κυβερνητικές και μαζικές πολιτικές στρατηγικές.

64.. Gramsci 1977, 1223, 763/4, 801, 810/11.

65.. Althusser 1994a, 502, 507, 511. Από θεωρητική άποψη ο Αλτουσέρ προσάπτει στον Γκράμσι ότι επιχειρώντας να επικρίνει τον οικονομισμό (εργαλειακή σύλληψη του κράτους) παραγνωρίζει το πρόβλημα της κοινωνικής αναπαραγωγής και της βίας που συνδέεται με αυτήν (457).

66.. Πρόσφατο παράδειγμα φιλελεύθερης ιδιοποίησης του Γκράμσι αποτελούν οι περισσότερες μελέτες σε Mastellone 1997. Ανάλογη χρήση επιφύλαξαν στον Γκράμσι ως θεωρητικό της "ιδιωτικής κοινωνίας", της "τοπικής δημοκρατίας" κ.λπ. αρκετοί εισηγητές στο Συνέδριο της Νάπολης, συμπεριλαμβανομένου του δημάρχου της πόλης A. Bassolino, ο οποίος προσάρμοσε το έργο του Γκράμσι στην προεκλογική εκστρατεία που ο ίδιος διεξήγαγε για την επανεκλογή του.

67.. Bobbio 1975, 84-100 (τα παραθέματα από σ. 86, 89, 91, 96, 99). Γι' αυτή τη θεώρηση βλ. τις ενδιαφέρουσες κριτικές παρατηρήσεις σε Χρύση 1992, 66-71.

68.. Liguori 1996, 139-143, Vacca 1997, 14.

69.. Althusser 1994a, 502, 506, 510.

70.. Balibar 1991, 97, Δημούλης/Μηλιός 1991, 31-40.

71.. Π.χ. όταν ισχυρίζεται ότι η ηγεμονία στερείται στον Γκράμσι υλικής βάσης και είναι αιτία και αποτέλεσμα του εαυτού της. Προβάλλει έτσι στον Γκράμσι την "αυτοποιητική"-λειτουργιστική θεώρηση που είχε προσαφθεί στον ίδιο (βλ. την απάντηση σε: Αλτουσέρ 1987α, 37-39). Ενώ λοιπόν στον Αλτουσέρ καταλογίζεται ως σήμερα από το γκραμσιανό στρατόπεδο (Liguori 1996, 138) ότι η "μηχανιστική" θεωρία του δεν "αφήνει χώρο" στην ταξική πάλη και στο μετασχηματισμό των ιδεολογιών, ο Αλτουσέρ αντιστρέφει την κατηγορία. Ισχυρίζεται ότι η "ανοιχτή" γκραμσιανή ηγεμονία είναι ταυτολογούσα-λειτουργιστική: δεν εξηγεί ούτε την κατάκτηση της ηγεμονίας ούτε την αλλαγή της, διότι δεν "αφήνει χώρο" για την ανάλυση των διαδικασιών επιβολής ορισμένης ηγεμονίας, της οποίας το "μυστικό" βρίσκεται στην κυριαρχία ενός τρόπου παραγωγής.

72.. Όχι μόνον διότι οι ειρωνίες για τις "μικρές εξισώσεις" του Γκράμσι θίγουν τον ίδιο τον Αλτουσέρ (κράτος = κατασταλτικός appareil + ιδεολογικοί appareils) (Balibar 1991, 67), αλλά και διότι σε άλλο κείμενο (Althusser 1995, 136, 159) ο Αλτουσέρ αποδέχεται πλήρως τις γκραμσιανές "εξισώσεις".

73.. Αλτουσέρ (χ.χ.εκδ.), (1985, 33), Althusser 1994, 252/3. Πρβλ. Hahn/Schottler 1988.

74.. Μια σχετική αναφορά στο χειρόγραφο του 1978 (Althusser 1994a, 503) παρερμηνεύει τη ρήση του Γκράμσι με σκοπό να επικρίνει τη ρεφορμιστική στρατηγική του.

75.. "Οσον αφορά την ευρύτερη έννοια της ιστορικότητας της φιλοσοφίας (...) κατανοούμε ότι η φιλοσοφία της πράξης, παρά την 'έκπληξη' και το 'σκάνδαλο' του Croce, μελετά 'στους φιλοσόφους ειδικά (!) αυτό που δεν είναι φιλοσοφικό: τις πρακτικές τάσεις και τα κοινωνικά και ταξικά πάθη που αυτοί εκπροσωπούν (...)'", Gramsci 1977, 1272.

76.. "Στη φιλοσοφία, και υπό τη θεωρητική μορφή της φιλοσοφίας, η ταξική πάλη, δηλαδή η πολιτική, υπερισχύει πάντοτε της θεωρίας" (Althusser 1995, 304. Πρβλ. Matheron 1995, 21). Αυτό δηλώνουν και οι "ομολογίες" του Αλτουσέρ στην αυτοβιογραφία του σχετικά με τον φιλοσοφικό "ερασιτεχνισμό" του (Althusser 1994, 168, 188/9): το γνωστικό ενδιαφέρον του δεν ήταν τεχνικά φιλοσοφικό διότι απέβλεπε στον εντοπισμό των σημείων "σιωπηλής" εισόδου της πολιτικής στη φιλοσοφία --με την επίγνωση ότι η πολιτική οπτική τον φέρνει σε πλεονεκτική θέση σε σχέση με τους "φιλοσόφους" (βλ. και Althusser 1994, 448/9), δηλαδή είναι μια εξαιρετικά γόνιμη μέθοδος φιλοσοφικής εργασίας .

77.. Αλτουσέρ (1983, 44, 125), (1977, 75, 86-87), Althusser 1994, 191.

 
< Προηγ.   Επόμ. >
Θέσεις, τριμηνιαία επιθεώρηση, 38ο έτος (1982-2020), εκδόσεις Νήσος, (Σαρρή 14, 10553, Αθήνα, τηλ-fax: 210-3250058)
Το περιεχόμενο διατίθεται ελεύθερα για μη εμπορικούς σκοπούς, υπό τον όρο της παραπομπής στην αρχική του πηγή