Σύγχρονες κοινωνικές κινητοποιήσεις.Ιονική - Αδιόριστοι - Ολυμπιακή Εκτύπωση
Τεύχος 65, περίοδος: Οκτώβριος - Δεκέμβριος 1998


ΣΥΓΧΡΟΝΕΣ ΚΟΙΝΩΝΙΚΕΣ ΚΙΝΗΤΟΠΟΙΗΣΕΙΣ (ΙΟΝΙΚΗ - ΑΔΙΟΡΙΣΤΟΙ - ΟΛΥΜΠΙΑΚΗ)
του Ανέστη Ταρπάγκου

1. Η πολιτική και κοινωνική σημασιολόγηση των πρόσφατων συνδικαλιστικών αντιπαραθέσεων

Σ' ολόκληρη τη διάρκεια του πρώτου εξάμηνου του 1998 αναδείχθηκαν στο πολιτικό προσκήνιο μια σειρά κοινωνικές κινητοποιήσεις --με αφορμή τα μέτρα της νεοφιλελεύθερης αναδιάρθρωσης εν όψει της ενσωμάτωσης στην ΟΝΕ-- στο επίπεδο της αγροτικής παραγωγής, της ιδιωτικοποίησης κοινωφελών επιχειρήσεων καθώς και των εκπαιδευτικών μηχανισμών. Αποτέλεσαν έτσι αυτά τα πεδία κοινωνικών αντιπαραθέσεων χώρους δοκιμασίας της επιβολής του σημερινού κυβερνητικού φιλελευθερισμού του ΠΑΣΟΚ, αναφορικά με την επιδίωξη συρρίκνωσης της αγροτικής παραγωγής και του αντίστοιχου πληθυσμού καθώς και με την πολιτική των αποκρατικοποιήσεων. Σημεία αιχμής οι αγροτικές κινητοποιήσεις του τρίτου κατά σειρά γύρου (1995, 1996 - 97 και 1998) που έληξε άδοξα, η απεργιακή δραστηριοποίηση στην Ολυμπιακή Αεροπορία, η απεργία των εργαζομένων της Ιονικής Τράπεζας και τέλος οι κινητοποιήσεις των αδιόριστων εκπαιδευτικών και των αναπληρωτών καθηγητών με αντικείμενο την προσπάθεια ματαίωσης του σχετικού διαγωνισμού του ΑΣΕΠ.

Ταυτόχρονα σ' ολόκληρη την τελευταία αυτή περίοδο συνεχίστηκε η καταλυτική κοινωνική και συνδικαλιστική αδρανοποίηση της εργατικής τάξης της καπιταλιστικής παραγωγής, δηλαδή του κύριου και πλειοψηφικού κορμού των μισθωτών εργαζομένων στη βιομηχανία, στο εμπόριο και τις υπηρεσίες, στις κατασκευές κλπ. Οι όποιες απεργιακές κινητοποιήσεις εξαγγέλθηκαν είτε από την πλευρά της συνδικαλιστικής γραφειοκρατίας (ΓΣΕΕ, Εργατικά Κέντρα και Ομοσπονδίες), είτε μεμονωμένα από συνδικαλιστικές συσπειρώσεις της παραδοσιακής Αριστεράς (Επιτροπές Σωματείων υπό την επιρροή της ΕΣΑΚ και του ΚΚΕ), δεν υπήρξαν παρά «απεργίες στα χαρτιά», με απειροελάχιστη αν όχι μηδενική εργατική συμμετοχή, που δεν επηρέασαν ουδέ στο ελάχιστο τη συνέχιση της κοινωνικής παραγωγής. Και μάλιστα αυτές οι απεργιακές κινητοποιήσεις εθνικής κλίμακας υποστηρίχθηκαν από το σύνολο των συνδικαλιστικών δυνάμεων και παρατάξεων, πράγμα που καταδεικνύει από μόνο του την παντελή απουσία αντιπροσωπευτικότητας του συνόλου των πτερύγων και τμημάτων του καθεστωτικού συνδικαλισμού (αλλά και των σχηματοποιήσεων της συνδικαλιστικής Αριστεράς).

Παρ' όλο δηλαδή τον καταιγισμό των νεοφιλελεύθερων κυβερνητικών μέτρων (Σύμφωνο Κοινωνικής Συνεργασίας, ελαστικοποίηση των εργασιακών σχέσεων, δίχρονη ΕΓΣΣΕ εργασιακής ειρήνης και συνέχισης της εισοδηματικής λιτότητας 1998 - 99, κ.ά.), στο επίπεδο της μεγάλης πλειονότητας της εργατικής τάξης της ιδιωτικής οικονομίας δεν αναδείχθηκε κανενός είδους συλλογική, εθνικού χαρακτήρα, κοινωνική αντίδραση, είτε υπό την επιρροή του καθεστωτικού συνδικαλισμού, είτε υπό την επίδραση της συνδικαλιστικής και πολιτικής Αριστεράς, ή του αριστερού ριζοσπαστικού κινήματος (καταλυτική επίδραση της μαζικής ανεργίας, αποδιάρθρωση του συνδικαλιστικού ιστού, αστική ιδεολογική ηγεμονία).

Κατά συνέπεια, η πολιτική συγκυρία σ' αυτό το μέσον της τρέχουσας χρονιάς δεν σημαδεύτηκε κατά κανέναν τρόπο από την ανάδειξη στο προσκήνιο μιας ευρείας και γενικευμένης αντίστασης και δραστηριοποίησης της εργατικής τάξης (αυτή μόνον σε βολονταριστικές φαντασιώσεις υπήρξε) απέναντι στον κυβερνητικό φιλελευθερισμό. Απεναντίας οριοθετήθηκε από την αποσπασματική και διαδοχική προβολή στην πολιτική σκηνή επιμέρους κοινωνικών αντιπαραθέσεων, που κάθε φορά έπαιρναν κεντρικό χαρακτήρα, σε σαφώς ωστόσο προσδιορισμένους εργασιακούς χώρους (Ολυμπιακής, Ιονικής, Αδιορίστων κλπ.) με αφορμή συγκεκριμένες νεοφιλελεύθερες ρυθμίσεις. Ακόμη και σ' αυτές τις περιπτώσεις δεν επρόκειτο ούτε καν για μαζικές κινητοποιήσεις των αντίστοιχων κλάδων των εργαζομένων, παρά μόνον των συγκεκριμένων επιχειρήσεων που αποτέλεσαν το πεδίο εφαρμογής των καθορισμένων κυβερνητικών μέτρων. Έτσι, στην περίπτωση της ιδιωτικοποίησης της Ιονικής Τράπεζας, δεν καταγράφηκε κανενός είδους απεργιακή και συντονισμένη κινητοποίηση των εργαζομένων του τραπεζικού κόσμου και πολύ περισσότερο της ΟΤΟΕ, η οποία και σε τελική ανάλυση αρνήθηκε να καλύψει και να διευρύνει την επιμέρους κινητοποίηση των εργαζομένων της Ιονικής.

Αντίστοιχα στην περίπτωση των ανέργων πτυχιούχων που διεκδικούσαν την πρόσβασή τους στη δημόσια εκπαίδευση, και παρ' όλη τη δυναμική τους κινητοποίηση με τις συγκρούσεις με τους αστυνομικούς μηχανισμούς καταστολής, δεν καταγράφηκε κανενός είδους απεργιακή δραστηριοποίηση των εν ενεργεία διορισμένων εκπαιδευτικών της ΔΟΕ και της ΟΛΜΕ. Κανενός είδους έμπρακτη απεργιακή συμπαράσταση και αλληλεγγύη δεν εκδηλώθηκε στους αδιόριστους εκπαιδευτικούς (πέραν των ριζοσπαστικών εκπαιδευτικών συσπειρώσεων) από το διορισμένο εκπαιδευτικό δυναμικό, παρά τις φραστικές «απεργιακές εξαγγελίες στα χαρτιά» των διοικήσεων της ΟΛΜΕ και της ΔΟΕ, οι οποίες δεν είχαν καμία απολύτως συμμετοχή.

Η υποκατάσταση της αναγκαίας μαζικής απεργιακής δραστηριοποίησης της εργατικής τάξης με τη δυναμική παρέμβαση επιμέρους τμημάτων των εργαζομένων ή των ανέργων, όσο κι' αν προβάλλει σαν έσχατη λύση γι' αυτά τα εκάστοτε θιγόμενα στρώματα, εντούτοις είναι αναποτελεσματική και απρόσφορη, αδυνατώντας να επιφέρει την τροποποίηση του συσχετισμού των δυνάμεων και να οδηγήσει σε εργατικές νίκες.

Αυτό ακριβώς συνέβη τόσο στην περίπτωση του απεργιακού αγώνα στην Ιονική Τράπεζα, όσο και στην περίπτωση της Ολυμπιακής, καθώς και κυρίως των αδιόριστων εκπαιδευτικών. Κι αυτό γιατί οι δυναμικές αυτές παρεμβάσεις, ενώ κινητοποίησαν ένα ορισμένο μέρος (εκπαιδευτικοί) ή την πλειοψηφία των ενδιαφερομένων εργατικών στρωμάτων (Ιονική), ωστόσο συνάντησαν την καθολική ουσιαστικά απουσία ενεργού αλληλεγγύης των εργαζομένων του αντιστοίχου κλάδου. Μόνον η συστηματική και ζωτική απεργιακή κινητοποίηση του αντίστοιχου εργατικού δυναμικού, παραλύοντας την παραγωγική λειτουργία του σχετικού κλάδου, θα μπορούσε να επιφέρει αποτελεσματικότητα στους επιμέρους απεργιακούς αγώνες. Η έλλειψη αυτής της αναγκαίας κοινωνικής συνδικαλιστικής διάστασης, οδηγεί με μαθηματική ακρίβεια, παρά τη δυναμικότητα της αντιπαράθεσης, εξ αιτίας του συντριπτικού συσχετισμού των δυνάμεων, σε ηρωικές ενδεχόμενα «εξόδους του Μεσολογγίου», ωστόσο σε καθοριστικές για το εργατικό κίνημα ήττες, παρ' όλη την εγγραφή πολυσήμαντων μακροπρόθεσμων υποθηκών.

Στην περίπτωση έτσι της Ιονικής, και παρ' όλη την παρατεταμένη κινητοποίηση της επιμέρους πρωτοβάθμιας συνδικαλιστικής οργάνωσης επί εβδομάδες, το σύνολο σχεδόν του τραπεζοϋπαλληλικού κόσμου, που αντιπροσωπεύει δεκαπλάσιο εργατικό πληθυσμό από εκείνον της Ιονικής, είτε διαμέσου της ΟΤΟΕ, είτε αυτοτελώς έξω από τα πλαίσια του καθεστωτικού συνδικαλισμού, δεν κινητοποιήθηκε με στόχο τη συνολική παράλυση του τραπεζικού συστήματος και άρα την άσκηση αποτελεσματικής πίεσης για την αποτροπή της ιδιωτικοποίησης της συγκεκριμένης τράπεζας.

Αυτό το φαινόμενο συνέβη για έναν διπλό λόγο: Αφ' ενός οι εργαζόμενοι στις υπόλοιπες κρατικές τράπεζες, και κατά κύριο λόγο στην κυρίαρχη Εθνική Τράπεζα, έχοντας διασφαλισμένο στη σημερινή περίοδο το «προνοιακό καθεστώς εργασιακής ασφάλειας - μονιμότητας», δεν αισθάνονταν να θίγονται από τη μετατόπιση του εργασιακού καθεστώτος της Ιονικής στο πεδίο των εργασιακών σχέσεων της ιδιωτικής καπιταλιστικής παραγωγής (απολύσεις, εντατικοποίηση, λιτότητα, ανασφάλεια κλπ.). Αφ' ετέρου, οι εργαζόμενοι τραπεζοϋπάλληλοι στις ιδιωτικές τράπεζες (με ενδεικτικότερη την περίπτωση της Τράπεζας Πίστεως και επίσης της Τράπεζας Εργασίας), έχουν προ πολλού ενταχθεί στο εργασιακό καθεστώς του ιδιωτικού καπιταλισμού και του συνδικαλιστικού αποδεκατισμού - ενσωμάτωσης, με αποτέλεσμα να έχουν οδηγηθεί στην παραλυτική συνδικαλιστική αδρανοποίηση που χαρακτηρίζει συνολικά την κατάσταση της εργατικής τάξης της ιδιωτικής οικονομίας (η μετάλλαξη του συνδικάτου των εργαζομένων στην Πίστεως από ταξική οργάνωση σε εργοδοτικό σύνδεσμο μετά τη συντριπτική ήττα της μεγάλης απεργίας των αρχών της τρέχουσας δεκαετίας είναι περισσότερο από ενδεικτική).

Μ' αυτά τα δεδομένα των δύο τομέων λειτουργίας του τραπεζικού συστήματος (και αντίστοιχα των εργασιακών καθεστώτων κρατικών και ιδιωτικών τραπεζών) η κινητοποίηση των εργαζομένων στην Ιονική παρέμεινε απομονωμένη και μετέωρη και ως εκ τούτου ευάλωτη στην κυβερνητική επιβολή (οικονομική, διοικητική, κατασταλτική, δικαστική) με αποτέλεσμα την αναγκαστική ήττα του αντίστοιχου εργατικού αγώνα, παρ' όλη την έσχατη μορφή δυναμικότητάς του (κατάληψη στην αρχή του μηχανογραφικού κέντρου της τράπεζας, διάλυση στο τέλος της συνέλευσης των μετόχων της μητρικής Εμπορικής Τράπεζας). Και φυσικά το επιτακτικά αναγκαίο ζητούμενο είναι η αποτελεσματικότητα της συνδικαλιστικής κινητοποίησης, μόνης ικανής να τροφοδοτήσει την αναβάθμιση και την εν δυνάμει ριζοσπαστική μετάπλαση της εργατικής παρέμβασης, κι όχι η όποια φαντασμαγορικού χαρακτήρα δυναμική συγκυριακή δράση.

Έτσι αποκαλύπτεται μεν η ωμότητα του κυβερνητικού αυταρχισμού και της κρατικής καταστολής, ωστόσο όμως η αντίσταση των εργαζομένων παραμένει δίχως αποτέλεσμα και συνέχεια, αφήνοντας πίσω της μια εντύπωση αναποτελεσματικότητας, που δεν συμβάλλει στην ανάδειξη της προοπτικής της εργατικής χειραφέτησης. Αντίστοιχη υπήρξε και η δυναμικού χαρακτήρα παρέμβαση ενός μέρους των άνεργων πτυχιούχων στην επιδίωξή τους για τη ματαίωση του διαγωνισμού πρόσληψης εκπαιδευτικών του ΑΣΕΠ. Η κατανάλωση της κινητοποίησης στην αντιπαράθεση με τους μηχανισμούς κρατικής καταστολής είχε στην αφετηρία της το γεγονός ότι είχε απέναντί της δύο πολυπληθή στρώματα εργαζομένων και ετεροαπασχολούμενων εκπαιδευτικών που κινούνταν σε εντελώς διαφορετικές κατευθύνσεις από εκείνη των αδιορίστων.

Η μία κατηγορία άνεργων και ετεροαπασχολούμενων πτυχιούχων (οι δεκάδες χιλιάδες που συμμετείχαν στο διαγωνισμό ή είχαν τη δηλωμένη πρόθεση συμμετοχής αλλά αποτράπηκαν από το κλίμα σύγκρουσης και επεισοδίων που επικράτησε μπροστά σε ορισμένα εξεταστικά κέντρα), αποδέχονταν την κυβερνητική λογική του επιλεκτικού διαγωνισμού.

Η δεύτερη κατηγορία των δεκάδων χιλιάδων διορισμένων δασκάλων και καθηγητών της δημόσιας εκπαίδευσης, εκφρασμένων στην πρακτική της ΟΛΜΕ και της ΔΟΕ (με εξαίρεση το ρεύμα των ριζοσπαστικών εκπαιδευτικών συσπειρώσεων) αδιαφόρησε και κράτησε ολοκληρωτικά αδρανή κοινωνική στάση τη στιγμή που μπροστά στα μάτια τους εκτυλισσόταν μια τέτοια δυναμική αντιπαράθεση.

Και σ' αυτή την περίπτωση, η μεν πρώτη κατηγορία (άνεργοι νέοι πτυχιούχοι) κινήθηκε με τη λογική που έχει επικρατήσει στους εργαζόμενους της «ελεύθερης αγοράς εργασίας» της καπιταλιστικής παραγωγής (αξιοκρατική - επιλεκτική πολιτική προσλήψεων μεταξύ πληθώρας ανέργων που εφαρμόζουν όλες οι καπιταλιστικές επιχειρήσεις). Η δε δεύτερη κατηγορία (διορισμένοι δημόσιοι υπάλληλοι εκπαιδευτικοί) εμφανίστηκαν καθολικά αδρανείς γιατί είχαν εξασφαλισμένο το καθεστώς της «εργασιακής πρόνοιας και μονιμότητας».

Και στις τρεις περιπτώσεις αυτών των κινητοποιήσεων (Ολυμπιακή, Αδιόριστοι, Ιονική) το επίδικο αντικείμενο της κοινωνικής αντιπαράθεσης ήταν, όπως εξελίχθηκαν αυτές οι συγκρούσεις, η προσπάθεια διατήρησης ενός πραγματικού (Κοινή Ωφέλεια) ή εν δυνάμει (αδιόριστοι) ειδικού «προνοιακού εργασιακού καθεστώτος», για τα δεδομένα της εργατικής τάξης του σύγχρονου ελληνικού καπιταλισμού (μονιμότητα απασχόλησης, καλύτερη εισοδηματική κατάσταση, αμβλυμμένη εντατικοποίηση, ήπια ιεραρχική υπαγωγή). Για τις κοινωφελείς επιχειρήσεις που ξεκίνησε η αποκρατικοποίηση και γι' αυτές που ακολουθούν στη σειρά των ιδιωτικοποιήσεων (Αστικές Συγκοινωνίες, Σιδηρόδρομοι κλπ.), το αποκλειστικό ζητούμενο των συγκεκριμένων κινητοποιήσεων των εργατικών συνδικάτων (που αποτέλεσαν τη συνδικαλιστική υπόβαση του φιλελεύθερου εκσυγχρονισμού του ΠΑΣΟΚ στην προηγούμενη περίοδο) δεν ήταν άλλο από την απόπειρα διατήρησης αυτού του «προνοιακού εργασιακού καθεστώτος», μακριά από οποιαδήποτε λογική εργατικής κοινωνικοποίησης των κοινωφελών οργανισμών ή γενίκευσης αυτής της «προνομιακής εργασιακής κατάστασης» στο ευρύτερο πλαίσιο των μισθωτών εργαζομένων της καπιταλιστικής οικονομίας.

Άλλωστε, η διακοπή των κινητοποιήσεων τόσο στην Ολυμπιακή όσο και στην Ιονική αμέσως μετά την απόφαση για ιδιωτικοποίηση της τράπεζας, από τη στιγμή δηλαδή που υπήρχε το ενδεχόμενο απολύσεων (κατάσταση πάγια στις συνθήκες του ιδιωτικού καπιταλισμού, όπου εργάζεται η συντριπτική πλειονότητα της εργατικής τάξης), καταδεικνύει και τον ανεπαρκή χαρακτήρα αυτών των απεργιών: Πραγματοποιήθηκαν μόνο στο μέτρο που υπήρχε η «δημοσιοϋπαλληλική ασυλία» των απεργών από απολύσεις, ενώ μόλις αυτή η «ασυλία» καταργήθηκε, το σύνολο των κινητοποιήσεων διακόπηκε άμεσα. Με δυο λόγια, στις δημόσιες επιχειρήσεις καταγράφηκαν κινητοποιήσεις στο βαθμό που διασφαλιζόταν η «ασυλία της μονιμότητας» ή ήταν αυτή ακριβώς το επίδικο αντικείμενο.

2. Οι επιπτώσεις στο συνδικαλιστικό κίνημα από την ιδιωτικοποίηση κοινωφελών επιχειρήσεων

Τα μέτρα ιδιωτικοποίησης κοινωφελών επιχειρήσεων αφήνουν στο απυρόβλητο και διατηρούν το «δημοσιοϋπαλληλικό προνοιακό καθεστώς» στη Δημόσια Διοίκηση (εκπαιδευτικοί μηχανισμοί, διοικητικές κρατικές υπηρεσίες, μηχανισμοί καταστολής κλπ.), που θα παραμείνουν επί μακρόν στο πεδίο της αποκλειστικής αρμοδιότητας του αστικού κράτους. Αυτό το τελευταίο, μπορεί να αποκρατικοποιεί την κοινωφελή παραγωγή (μεταφορές, επικοινωνίες, παραγωγή ενέργειας κ.ά.), δεν μπορεί όμως να στερηθεί τα καθεαυτό του στηρίγματα, που είναι συνολικά αναγκαία για το ρόλο που διαδραματίζει στη συνολική αναπαραγωγή της καπιταλιστικής οικονομίας και κοινωνίας.

Παρ' όλα αυτά, η ιδιωτικοποίηση του εργασιακού καθεστώτος στην υπόλοιπη Κοινή Ωφέλεια, σημαίνει από την πολιτικο-κοινωνική άποψη: Αφ' ενός την ουσιαστική διάλυση - ενσωμάτωση - αποδιάρθρωση και του τελευταίου εναπομείναντος συνδικαλιστικού οχυρού του κόσμου της μισθωτής εργασίας συνολικά, που λίγο ως πολύ θα περιέλθει στην κατάσταση της εργατικής τάξης του ιδιωτικού τομέα.

Αυτό θα έχει άμεσες επιπτώσεις και στην ίδια την ήδη αποδυναμωμένη συνδικαλιστική γραφειοκρατία της ΓΣΕΕ, η οποία, όπως δείχνουν οι μέχρι σήμερα εξελίξεις, θα τείνει να χάσει πλέον και την ελάχιστη πραγματική της εργατική αντιπροισωπευτικότητα, που στα τελευταία χρόνια βασίζονταν σχεδόν αποκλειστικά στις κοινωφελείς εργατικές ομοσπονδίες. Η κρίση αντιπροσωπευτικότητας του καθεστωτικού συνδικαλισμού θα είναι πλέον καθολική κι έτσι θα τίθεται θέμα μιας ολοκληρωτικά καινούργιας εργατικής συνδικαλιστικής εκπροσώπησης σε πανελλαδικό επίπεδο. Αλλά και η λογική της παραδοσιακής Αριστεράς (αλλαγή του συσχετισμού των δυνάμεων μέσα στα θεσμικά πλαίσια της ΓΣΕΕ) θα χάσει κάθε της νόημα, αφού η ΓΣΕΕ δεν θα αντιπροσωπεύει πλέον ούτε τους εργαζόμενους της Κοινής Ωφέλειας. Μόνον η ΑΔΕΔΥ θα διατηρήσει αναλλοίωτο το ρόλο της ως συνδικαλιστικός αντιπρόσωπος της κρατικής δημοσιοϋπαλληλίας, με τον εγγενή της συντηρητισμό και συντεχνιακότητα και την ευθεία υπαγωγή της στο φιλελεύθερο κυβερνητικό εκσυγχρονισμό.

Αν έτσι έχουν τα πράγματα, μια επιπλέον συνέπεια αυτής της στρατηγικής αποκρατικοποίησης των κοινωφελών οργανισμών θα είναι και η απώλεια της αντιπροσωπευτικότητας του ΠΑΣΟΚ στον εργαζόμενο κόσμο των κοινωφελών επιχειρήσεων, μετά τη διαφαινόμενη ήδη διάρρηξη των δεσμών του με την εργατική τάξη του ιδιωτικού τομέα της οικονομίας. Τελικά ολοκληρώνεται, όπως φαίνεται, στην τρέχουσα περίοδο και μέχρι την ένταξη της ελληνικής οικονομίας στην ΟΝΕ η καθολική διάρρηξη των σχέσεων εκπροσώπησης του κόσμου της μισθωτής εργασίας από το ΠΑΣΟΚ. Είναι προφανώς το αντίτιμο για την ανάληψη από το κυβερνητικό κόμμα της άσκησης της φιλελεύθερης εκσυγχρονιστικής διαχείρισης, υπό τις ευλογίες της ελληνικής αστικής τάξης.

Και ναι μεν ο αστικός επιχειρηματικός κόσμος πριμοδότησε στα μέσα της δεκαετίας του 1990 τη διαχείριση της διαδικασίας ενσωμάτωσης στην ΟΝΕ από το ΠΑΣΟΚ --εξ αιτίας των μαζικών λαϊκών αντιδράσεων που είχε προκαλέσει η πολιτική του «νεοφιλελεύθερου σοκ» του μετωπικού συντηρητισμού της ΝΔ (κινητοποιήσεις εργαζομένων της ΕΑΣ, εργαζομένων στη ΔΕΗ, ΟΤΕ, Τράπεζες για το ασφαλιστικό καθεστώς, κλπ.) -- όμως αυτό συνέβη μόνο γιατί το ΠΑΣΟΚ έδειχνε τότε ότι μπορούσε να ελέγχει πολιτικά ένα σημαντικό μέρος του εργαζόμενου κόσμου. Αν διαρρηχθούν οι δεσμοί του ΠΑΣΟΚ με τον εργαζόμενο κόσμο, τότε θα αποσυρθεί και η υποστήριξη της αστικής τάξης.

Η λογική βέβαια της μελλοντικής ενδεχόμενης επιστροφής του σ' ένα καινούργιο είδος «σοσιαλδημοκρατικού μεταρρυθμισμού» δια μέσου της ενεργοποίησης της όποιας εσωτερικής του αντιπολίτευσης, είτε πολύ περισσότερο του ΔΗΚΚΙ, προκειμένου εκ νέου να επιχειρήσει να εγκλωβίσει πολιτικές αριστερές και εργατικές δυνάμεις, μόνον πλέον σαν φάρσα μπορεί να προβάλει. Κι αυτό γιατί μπορεί μεν το ΔΗΚΚΙ να εισπράξει εκλογικά μια ορισμένη πολιτική δυσαρέσκεια από τις συνέπειες της φιλελεύθερης διαχείρισης του ΠΑΣΟΚ, ωστόσο όμως αυτή δεν αντιστοιχεί σε μια εργατική και κοινωνική οργάνωση και ενεργοποίηση (αλλά απεναντίας είναι προϊόν της απουσίας της), κι έτσι δεν θα έχει αντίστοιχη πολιτική βαρύτητα. Άρα αποτέλεσμα είναι η οριστική απώλεια της σοσιαλδημοκρατικής φυσιογνωμίας του ΠΑΣΟΚ κι έτσι η χρεοκοπία του σοσιαλδημοκρατικού εγχειρήματος.

Διότι και οι μέχρι σήμερα φιλοκυβερνητικές συνδικαλιστικές ηγεσίες των επιχειρήσεων κοινής ωφέλειας δεν αρθρώνουν μια διαφορετική στρατηγική για τις επιχειρήσεις αυτές, και την ελληνική κοινωνία γενικότερα, από αυτήν της κυβέρνησης. Αποκλειστικό ζητούμενο των αντίστοιχων συνδικαλιστικών οργανώσεων δεν ήταν άλλο από το να αποφύγουν την εξομοίωσή τους με το «εργασιακό καθεστώς κόλασης» της εργατικής τάξης της καπιταλιστικής παραγωγής. Ωστόσο σ' αυτή την αναπότρεπτη περίπτωση ο εργαζόμενος κόσμος δεν έχει παρά δύο επιλογές στρατηγικής κατεύθυνσης: Είτε την αναπαραγωγή, ενσωμάτωση και λειτουργία στα πλαίσια των κανόνων της οικονομίας της «ελεύθερης αγοράς», είτε την ανάδειξη με υλικούς και κλιμακωμένους όρους της αντικαπιταλιστικής στάσης (εργατική κοινωνικοποίηση γενικευμένης εμβέλειας), πέρα απ' την άγονη για την εργατική τάξη αντιπαράθεση ανάμεσα στον (χρεοκοπημένο) «δημόσιο καπιταλισμό» και στην (υπερεκμεταλλευτική) «ιδιωτική καπιταλιστική οικονομία».

Το «προνοιακό εργασιακό καθεστώς» της Κοινής Ωφέλειας και της Δημόσιας Διοίκησης, δεν αποτέλεσε κανενός είδους «κοινωνική κατάκτηση» του εργατικού κινήματος, γιατί διαφορετικά θα είχε γενικευμένο εργατικό χαρακτήρα για όλη τη μισθωτή εργασία, πράγμα που θα σηματοδοτούσε διαφορετικής φύσης κοινωνικές καταστάσεις. Υπήρξε ιστορική «χαριστική παροχή» του αστικού κράτους προς αυτά τα εργατικά στρώματα προκειμένου να έχει την άμεση κοινωνική και πολιτική τους στήριξη και τις αναγκαίες συμμαχίες, πράγμα που και συστηματικά έγινε. Κατά συνέπεια, η επιδίωξη διατήρησης αυτής της «χαριστικής παροχής» ειδικού χαρακτήρα και σημασίας, που όμως δεν περιλαμβάνει το σύνολο της εργατικής τάξης και δεν προσλαμβάνει γενικευμένα χαρακτηριστικά, δεν ήταν παρά η μονομερής επιμονή στη διατήρηση ενός καθεστώτος «εξαίρεσης».

Γι' αυτό η παρέμβαση των συνδικάτων της Κοινής Ωφέλειας στάθηκε αναποτελεσματική, χωρίς κανενός είδους ευρύτερη στήριξη και τελικά άγονη και απρόσφορη. Αντίστοιχη στάθηκε και η περίπτωση των ετεροαπασχολούμενων πτυχιούχων ορισμένων πανεπιστημιακών σχολών (Φιλοσοφικών, ΦΜΣ κ.λπ.), απέναντι στους νεώτερους συναδέλφους τους οι οποίοι και επέλεξαν τη συμμετοχή στο διαγωνισμό του ΑΣΕΠ (γιατί απ' την πλευρά τους διαπίστωναν το μακροπρόθεσμο μπλοκάρισμα της επετηρίδας). Το ζήτημα όπως που αναδείχθηκε από το τμήμα των αδιόριστων που επιχείρησαν να ματαιώσουν το διαγωνισμό, αντιμετωπίζοντας τα ΜΑΤ που προστάτευαν το υπόλοιπο μέρος των αδιόριστων που συμμετείχε, δεν ήταν άλλο από τη διασφάλιση στους πανεπιστημιακούς πτυχιούχους της συνεχούς δυνατότητας «ex officio» πρόσκτησης μιας μόνιμης δημοσιοϋπαλληλικής θέσης στη δημόσια εκπαίδευση, με σαφή προνοιακά χαρακτηριστικά.

Έτσι π.χ. ένα σημαντικό τμήμα των αδιόριστων απασχολείται μακροχρόνια στα ιδιωτικά φροντιστήρια, σχολές κ.ά. που έχουν μετατρέψει το εκπαιδευτικό σύστημα σ' ένα «απέραντο φροντιστήριο», μια «καρκινωματική παρασιτική» εκπαιδευτική δραστηριότητα (μοναδική σ' ολόκληρη την ευρωπαϊκή ήπειρο), που αναπαράγεται νομοτελειακά από τον ανταγωνιστικό - επιλεκτικό χαρακτήρα του δημόσιου αστικού εκπαιδευτικού συστήματος (λειτουργία φραγμάτων Numerus Clausus). Ωστόσο σε καμία κινητοποίηση των αδιόριστων δεν αναδείχθηκε κανένας στόχος απαίτησης για την κατάργηση - εκρίζωση των ιδιωτικών φροντιστηρίων, ινστιτούτων κ.λπ. Το ζήτημα δεν μπορούσε παρά να είναι η απαίτηση της παραγωγικής απασχόλησης αυτών των ετεροαπασχολούμενων πτυχιούχων όπως και όλων των ανέργων (στη συντριπτική τους πλειονότητα τελειόφοιτων της μέσης γενικής ή τεχνικής - επαγγελματικής εκπαίδευσης), δηλαδή το δικαίωμα στη δουλειά, η ενδεχόμενη τεχνολογική τους προσαρμογή στις ανάγκες της κοινωνικής παραγωγής, η κάθετη απόρριψη της απασχόλησης στον φροντιστηριακό παρασιτισμό, η προαγωγή της περιοδικής εκλογής των εκπαιδευτικών - δημοσίων υπαλλήλων και της εναλλαξιμότητας σ' αυτές τις θέσεις.

Απεναντίας το τμήμα των αδιόριστων που εναντιώθηκε στο διαγωνισμό, όπως προφανώς και το μέρος απ' αυτούς που πήρε μέρος, το μόνο που διεκδικούσαν στη βάση της λογικής «Όχι στην ακύρωση των πτυχίων - Διατήρηση της επετηρίδας δημοσιοϋπαλληλικού διορισμού» ήταν μονοδιάστατα η διατήρηση του παλιού μικροαστικού ονείρου κοινωνικής ανέλιξης που έχει υποχωρήσει (φροντιστηριακός ανταγωνισμός, επιλεκτική εισαγωγή στο πανεπιστήμιο, πρόσκτηση πτυχίου ανωτάτης σχολής, διορισμός σε μια θέση στο δημόσιο).

3. Προϋποθέσεις για τη συγκρότηση μιας αντικαπιταλιστικής στρατηγικής

Βέβαια, τα ζητήματα με αφορμή τα οποία αναπτύχθηκαν και οι τρεις αυτές κοινωνικές κινητοποιήσεις αποτέλεσαν τα πεδία κοινωνικών συγκρούσεων που ανέδειξαν καινούργια χαρακτηριστικά (ξεπέρασμα της καθεστωτικής συνδικαλιστικής γραφειοκρατίας, δυναμική απεργιακή παρέμβαση) και πραγματοποιήθηκαν πολυσήμαντες ρωγμές αντισυναινετικού χαρακτήρα, φέροντας στην επιφάνεια κοινωνικές αντιστάσεις στον κυβερνητικό φιλελευθερισμό. Ωστόσο οι σχετικά μαζικές για τον αντίστοιχο πρωτοβάθμιο χώρο αυτές κινητοποιήσεις στάθηκαν αναποτελεσματικές να αποτρέψουν τις ιδιωτικοποιήσεις όσο και τον διαγωνιστικό τρόπο πρόσληψης των εκπαιδευτικών στη δημόσια εκπαίδευση.

Προφανώς βασικός παράγοντας αναποτελεσματικότητας αυτών των κινητοποιήσεων στάθηκε η απουσία της ενεργού αλληλέγγυας κινητοποίησης των αντίστοιχων κλάδων (ΟΤΟΕ, διορισμένων εκπαιδευτικών, κοινωφελών εργατικών ομοσπονδιών). Αιτία πασιφανής αυτής της αδρανούς στάσης το γεγονός ότι οι εργαζόμενοι στις υπόλοιπες ΔΕΚΟ και στη Δημόσια Διοίκηση, έχοντας οι ίδιοι σε ισχύ για τον εαυτό τους το «προνοιακό δημοσιοϋπαλληλικό καθεστώς», αισθάνονταν ασφαλείς και απόμακροι από τη βίαιη διαδικασία μετάπτωσης των «συναδέλφων» τους της Ολυμπιακής, Ιονικής και των Αδιόριστων, στο καθεστώς των εργασιακών σχέσεων του ιδιωτικού τομέα (απολύσεις, ανασφάλεια, λιτότητα, εντατικοποίηση). Τους είδαν όπως μέχρι σήμερα έχουν αντιμετωπίσει την «εργασιακή κόλαση» της εργατικής τάξης της καπιταλιστικής παραγωγής, σαν ένα «ξένο και απόμακρο κόσμο».

Αυτό το καθοριστικό γεγονός αποδεικνύει ότι ο μισθωτός και άνεργος κόσμος της ιδιωτικής οικονομίας και των αποκρατικοποιούμενων επιχειρήσεων, δεν μπορεί να αναμένει καμία ενεργό κινηματική αλληλεγγύη από το «προνοιακά ασφαλισμένο» τμήμα των εργαζομένων στη δημοσιοϋπαλληλία, το οποίο στην πλειονότητά του εντάσσεται στη στήριξη του νεοφιλελεύθερου εκσυγχρονισμού, εμφανίζοντας χαρακτηριστικά «νέας μισθωτής μικροαστικής τάξης», η οποία και αποκλειστικά σχεδόν εκφράζεται στη γραφειοκρατία της ΓΣΕΕ και ΑΔΕΔΥ.

Άλλωστε η απουσία οργανικής σύνδεσης αυτών των κινητοποιήσεων με την εργατική τάξη της ιδιωτικής οικονομίας δεν οφείλεται μόνον στον συνδικαλιστικό αποδεκατισμό της τελευταίας. Προκύπτει κυρίως από το μονομερή χαρακτήρα της απεργιακής τους επιδίωξης (αποφυγή της μετάπτωσης από το «προνοιακό εργασιακό καθεστώς» σ' εκείνο της καπιταλιστικής παραγωγής), που δεν προσλαμβάνει γενικευμένα ριζοσπαστικά χαρακτηριστικά. Η εργατική πλειονότητα παρέμεινε αποστασιοποιημένη απ' την υπόθεση απώλειας του «δημοσιοϋπαλληλικού καθεστώτος» αυτών των στρωμάτων, αφού η ίδια ποτέ δεν το είχε, ενώ θα μπορούσε να κινητοποιηθεί αν ως στόχος αναδεικνύονταν η σταθερότητα της απασχόλησης σε μια κοινωνικοποιημένη καθολική προοπτική.

Μια ριζικά διαφορετική προοπτική χειραφετητικής φύσης θα διανοίγονταν μόνον αν στα πεδία των ζωτικών συγκρούσεων, ο κινητοποιημένος εργαζόμενος κόσμος αναδείκνυε τα ζητήματα στη ριζοσπαστική καθολική τους εκδοχή, κι έτσι επιχειρούσε να διαμορφώσει δεσμούς ενεργού ενότητας - αλληλεγγύης με την εργατική τάξη της καπιταλιστικής οικονομίας: Αφ' ενός διασφάλιση της σταθερής παραγωγικής απασχόλησης για το σύνολο των εργαζομένων και ανέργων της καπιταλιστικής παραγωγής και των κοινωφελών επιχειρήσεων (κι όχι μόνον κατ' εξαίρεση για τους τελευταίους). -- Αφ' ετέρου, επιδίωξη ανάδειξης της εργατικής κοινωνικοποίησης απέναντι στις αποκρατικοποιήσεις των οργανισμών κοινής ωφέλειας (κι όχι αγκύρωσης στη διατήρηση του παραδοσιακού καθεστώτος των δημόσιων καπιταλιστικών επιχειρήσεων).

Προφανώς η προοπτική της εργατικής κοινωνικοποίησης δεν μπορεί να περιορίζεται ως εναλλακτική λύση του αριστερού εργατικού κινήματος μόνο στο επίπεδο των κοινωφελών επιχειρήσεων που οδηγούνται στην αποκρατικοποίηση. Για να έχει φερεγγυότητα και αξιοπιστία, όπως και λαϊκή έδραση και νομιμοποίηση, χρειάζεται να προσλαμβάνει καθολικά χαρακτηριστικά, δηλαδή να τίθεται ως επιμέρους πλευρά της ευρύτερης εργατικής αντικαπιταλιστικής στρατηγικής για την επαναστατική κοινωνικοποίηση της ίδιας της ιδιωτικής καπιταλιστικής παραγωγής. Αντικειμενικά άλλωστε δεν έχει νόημα και ουσία η μονοδιάστατη επιμονή στον «κοινωνικό» χαρακτήρα των αστικών ή σιδηροδρομικών συγκοινωνιών κι όχι στην παραγωγή τεχνικών έργων υποδομής ή στην παραγωγή επεξεργασμένων προϊόντων διατροφής που είναι εξίσου αντίστοιχες με ζωτικές κοινωνικές ανάγκες.

Είναι φανερό ότι με τους ισχύοντες κοινωνικούς και πολιτικούς συσχετισμούς των δυνάμεων, η προβολή της εναλλακτικής λύσης της εργατικής κοινωνικοποίησης φαντάζει απόμακρη και ανέφικτη. Ωστόσο από την ίδια την ανάλυση της ιστορικής και κοινωνικής εμπειρίας προκύπτει ότι οι μόνες εφικτές δυνητικές λύσεις δεν είναι παρά οι ακόλουθες:

Κατά πρώτο, η ολοσχερής ιδιωτικοποίηση που τείνει να γίνει κυρίαρχη σε πανευρωπαϊκό επίπεδο, η οποία είναι επιτυχής λύση από την αστική οπτική των πραγμάτων (ανταγωνιστικότητα σ' όλους τους κοινωνικούς τομείς, προσαύξηση της καπιταλιστικής κερδοφορίας κ.λπ.). Ωστόσο επιφέρει δυσμενέστατες κοινωνικές επιπτώσεις (απολύσεις, εντατικοποίηση των ρυθμών εργασίας, προσαύξηση της τιμής των προϊόντων και επιβάρυνση της λαϊκής κατανάλωσης κλπ. [Κόμματα της Δεξιάς και της Φιλελεύθερης Σοσιαλδημοκρατίας].

Κατά δεύτερο, η διατήρηση του πλέγματος της κρατικής επιχειρηματικής δραστηριότητας σε περιορισμένη ή δυνητικά ευρύτερη έκταση, στη λογική της κυριαρχίας μιας ισχυρής τεχνοκρατικής γραφειοκρατίας με μικροαστικά και κρατικά εκμεταλλευτικά χαρακτηριστικά. Όμως πρόκειται για ένα ιστορικό μοντέλο οικονομικής οργάνωσης και διαχείρισης που εφαρμόστηκε μ' όλα τα αντιλαϊκά και αυταρχικά του χαρακτηριστικά (ανατολικά καθεστώτα) και χρεοκόπησε ολοσχερώς, καταρρέοντας σαν «χάρτινη τίγρη» [Παραδοσιακή Κομμουνιστική Αριστερά].

Κατά τρίτο, ο συνδυασμός της πλήρους κυριαρχίας της ελεύθερης ανταγωνιστικής αγοράς με τη διατήρηση ωστόσο ορισμένων μεταλλαγμένων κρατικών επιχειρηματικών δραστηριοτήτων σε ορισμένους τομείς. Αυτή η λογική, επειδή ακριβώς αδυνατεί να αντιμετωπίσει τον καπιταλιστικό ανταγωνιστικό εκσυγχρονισμό συνολικά, τον οποίο άλλωστε και δεν αμφισβητεί στις κύριες εκφράσεις του, δεν μπορεί να έχει αποτελεσματικότητα και προβάλλεται κυρίως από τη σκοπιά του «εκλογικίστικου λαϊκισμού» χωρίς πρακτικές δυνατότητες πραγματοποίησης. [Εσωκομματική Αντιπολίτευση ΠΑΣΟΚ, ΔΗΚΚΙ, Τμήματα του ΣΥΝ].

Τέλος στη δυναμική των ταξικών ανταγωνισμών εγγράφεται και η στρατηγική της εργατικής κοινωνικοποίησης στην καθολική της εκδοχή, επικεντρωμένη στη γενικευμένη κοινωνική χειραφέτηση, που έχει προφανώς επαναστατικά αντικαπιταλιστικά χαρακτηριστικά. Είναι η μοναδική εναλλακτική λύση που προβάλλει απέναντι στην αστική στρατηγική της ολοσχερούς ιδιωτικοποίησης, στο μέτρο που οι άλλες δύο έχουν ιστορικά δοκιμαστεί και αποτύχει (σοσιαλδημοκρατία και παραδοσιακή Αριστερά). Μ' αυτή την έννοια, και η ίδια της η προβολή αποτελεί όρο συγκρότησης του εργατικού κινήματος και της Αριστεράς στη σημερινή περίοδο. [Ριζοσπαστικές εργατικές και πολιτικές συσπειρώσεις και σχηματισμοί]

Εν κατακλείδι, η αντιμετώπιση των αποκρατικοποιήσεων, που αντιπροσωπεύουν ένα απ' τα καθοριστικά πεδία της ταξικής πάλης στη σημερινή συγκυρία, δεν μπορεί να γίνει αποτελεσματικά παρά σε μια διευρυμένη οπτική με στρατηγικά χαρακτηριστικά, τόσο από την άποψη του περιεχομένου των διεκδικήσεων των εργαζομένων όσο και από την άποψη των εμπλεκομένων εργατικών στρωμάτων.

Μ' άλλες λέξεις χρειάζεται η τελεσίδικη υπέρβαση της λογικής των «δημόσιων καπιταλιστικών επιχειρήσεων», που θα διασφάλιζε ένα καθεστώς εξαίρεσης «προνοιακών εργασιακών σχέσεων» μόνον γι' αυτά τα τμήματα των εργαζομένων. Από την άλλη πλευρά, αποδεικνύεται ότι η επιμέρους εργατική συνδικαλιστική κινητοποίηση στους αποσπασματικούς παραγωγικούς χώρους (χθες στην Ιονική και στην Ολυμπιακή, αύριο στον ΟΣΕ ή στις Αστικές Συγκοινωνίες κλπ.) δεν μπορεί να επιφέρει αποτελέσματα, μ' όση δυναμικότητα κι αν επενδύεται. Απαιτείται η με κάθε τρόπο ευρύτερη εργατική δραστηριοποίηση, τουλάχιστον στο επίπεδο των αντίστοιχων κλάδων κι ακόμη περισσότερο γενικευμένα, πράγμα που η υφιστάμενη συνδικαλιστική γραφειοκρατία δεν επιθυμεί αλλά ούτε και μπορεί να πραγματοποιήσει.

Προηγούμενη σχετική αρθρογραφία στο Πριν

1. «Ιδιωτικοποιήσεις - Κράτος Πρόνοιας - Αντικαπιταλισμός», 16 Σεπτεμβρίου 1990.

2. «Ιδιωτικοποίηση των ΔΕΚΟ και ενότητα της εργατικής τάξης», 1 Νοεμβρίου 1992.

3. «Δημόσιοι υπάλληλοι και εργατική τάξη: Όροι της ταξικής τους ενοποίησης», 18 Ιουλίου 1993.

4. «Επιχειρήσεις κοινής ωφέλειας: από τη ‘μετωπική' στη ‘λειτουργική' ιδιωτικοποίηση», 20 Φεβρουαρίου 1994.

5. «Το κράτος γίνεται στρατηγείο της καπιταλιστικής εξυγίανσης», 25 Μαρτίου 1995.

6. «Φιλελεύθερη ιδιωτικοποίηση, κρατική καπιταλιστική ρύθμιση ή εργατική κοινωνικοποίηση;» 3 Σεπτεμβρίου 1995.

7. «Προβληματικές επιχειρήσεις: Ιδιωτικοποίηση ή ριζοσπαστική κοινωνικοποίηση;» 9 Φεβρουαρίου 1997.

8. «ΔΕΚΟ και εργατικό κίνημα», 15 Φεβρουαρίου 1998.

 
< Προηγ.   Επόμ. >
Θέσεις, τριμηνιαία επιθεώρηση, 39ο έτος (1982-2021), εκδόσεις Νήσος, (Σαρρή 14, 10553, Αθήνα, τηλ-fax: 210-3250058)
Το περιεχόμενο διατίθεται ελεύθερα για μη εμπορικούς σκοπούς, υπό τον όρο της παραπομπής στην αρχική του πηγή