Το ζήτημα της καπιταλιστικοποίησης του αγροτικού τομέα Εκτύπωση
Τεύχος 66, περίοδος: Ιανουάριος - Μάρτιος 1999


ΤΟ ΖΗΤΗΜΑ ΤΗΣ ΚΑΠΙΤΑΛΙΣΤΙΚΟΠΟΙΗΣΗΣ ΤΟΥ ΑΓΡΟΤΙΚΟΥ ΤΟΜΕΑ
(ΜΕ ΑΦΟΡΜΗ ΤΗΝ «ΕΚΘΕΣΗ ΣΠΡΑΟΥ» ΓΙΑ ΤΗ ΓΕΩΡΓΙΑ)
του Γιώργου Η. Οικονομάκη


Μέρος 2: Ταξικοί και οικονομικοί όροι της μη-καπιταλιστικοποίησης της γεωργίας.

Έδειξα στο μέρος 1 ότι η (μη-καπιταλιστική) πραγματικότητα της γεωργίας της Ε.Ε. (γενικά) και της ελληνικής γεωργίας (ειδικά) διαψεύδει τις προβλέψεις του οικονομισμού. Εύλογο το ερώτημα: γιατί άραγε η ηγεμονική τάση είναι η μη-καπιταλιστικοποίηση του αγροτικού τομέα;

Θα διατυπώσω κάποιες σκέψεις πάνω σ' αυτό, οι οποίες και θα καταλήξουν (ως επίλογος) σε μια πρώτη διατύπωση εκτίμησης πάνω στην «έκθεση Σπράου» για τη γεωργία.

2.1. Ταξική πάλη και μη-καπιταλιστικοποίηση της γεωργίας.

Υποστηρίζω ότι σε συνθήκες διάλυσης των φεουδαρχικών ή των ασιατικών σχέσων -η περίπτωση της Ελλάδας - πλην της Θεσσαλίας μετά το 1881- [1] επί του εδάφους, είναι η ταξική πάλη -και όχι κάποιοι «σιδερένιοι νόμοι» εκ της οικονομίας- που έκρινε ιστορικά -και συνεχίζει να κρίνει στη συγκυρία- τη μη-εμπέδωση κατά κύριο λόγο του Κ.Τ.Π. επί του γεωργικού εδάφους.

Επομένως έκρινε και την ανάδυση εναλλακτικών μη-καπιταλιστικών -αλλά υποκείμενων στο κεφάλαιο- μορφών ή τρόπων παραγωγής -ως οι ιδιαίτεροι ιστορικοί συνδυασμοί των τριών σχέσεων που συνθέτουν τις σχέσεις παραγωγής οι οποίες και συγκροτούν τη μήτρα τους- στο πεδίο ενός κοινωνικού σχηματισμού.

Έτσι -και αντίθετα απ' την αγγλική περίπτωση της βίαιης απόσπασης της κατοχής από τους δουλοπάροικους-, οι ταξικοί συσχετισμοί -στο ιστορικό πεδίο των κοινωνικών σχηματισμών- στο μεγαλύτερο μέρος της Ευρώπης επέτρεψαν στους άμεσους παραγωγούς της γεωργίας -αλλού ως σύμμαχοι του κράτους και των μεγάλων αγροτών απέναντι στην εμπορική και βιομηχανική αστική τάξη και αλλού ως σύμμαχοι του κράτους και της αστικής τάξης ενάντια στη μεγαλαιογαιοκτησία- να διατηρήσουν την κατοχή των μέσων παραγωγής και της γης που καλλιεργούσαν, και επιπλέον να αποσπάσουν οι ίδιοι τη νομική κυριότητα από τους φεουδάρχες, το κράτος ή τους γαιοκτήμονες [2] αποκτώντας έτσι την πραγματική οικονομική κυριότητα της εκμετάλλευσής τους. [3]

Ακόμη και στην Αγγλία η κατάργηση των Corn Laws και η εισαγωγή των (φτηνότερων) αμερικάνικων σιτηρών που δεν περιείχαν έγγειο πρόσοδο, αποτέλεσε ταξική - πολιτική νίκη της ανερχόμενης βιομηχανικής αστικής τάξης σε μια πορεία διάρρηξης της συμμαχίας της με τους μεγάλους γαιοκτήμονες, η οποία και διαμόρφωσε επί του γεωργικού εδάφους ένα διαφορετικό γεω-δομικό - ταξικό πλαίσιο απ' εκείνο της πρωταρχικής συσσώρευσης - απαλλοτρίωσης των άμεσων παραγωγών της γης. [4]

2.2. Ο τρόπος της απλής εμπορευματικής παραγωγής.

Η κατάργηση όμως της μεγαλογαιοκτησιακής νομικής ιδιοκτησίας -υπέρ της μικρής πολυ-τεμαχισμένης πολυ-ιδιοκτησίας του γεωργικού εδάφους-, σήμαινε -και σημαίνει- όχι (απλώς) την κατάργηση ενός φραγμούγια το κεφάλαιο στη σφαίρα της γεωργικής παραγωγής, αλλά (κυρίως) την κατάργηση ταυτόχρονα και μιας προϋπόθεσηςγια την εμπέδωση του Κ.Τ.Π. στη γεωργία ενός κοινωνικού σχηματισμού -κάτι που επιμελώς παραλείπει να επισημάνει η επιλεκτικά οικονομίστικη ανάγνωση στο μαρξικό έργο-, ως καπιταλιστική ενοικίαση -και όχι μόνο-, στο βαθμό της «αντίστασης» της ατομικής ιδιοκτησίας του άμεσου παραγωγού και στο μέτρο της θετικής γενικά σχέσης έκτασης χρησιμοποιούμενου γεωργικού εδάφους και απασχόλησης μισθωτής εργασίας· [5] δες και μέρος 1.

Συγκροτήθηκε λοιπόν υπό κεφαλαιοκρατική κυριαρχία ένας (το λιγότερο) [6] υποταγμένος στο κεφάλαιο αλλά μη-υπαγμένος σ' αυτό τρόπος παραγωγής ο οποίος χαρακτηρίζεται απ' την απουσία μόνιμης σχέσης εκμετάλλευσης στα πλαίσιά του (μόνιμη μισθωτή εργασία = 0) [7] και σηματοδοτεί εκ της ύπαρξής του μια διαφορετική ταξική και οικονομική «λογική». Είναι ο «τρόπος» [8] της απλής εμπορευματικής παραγωγής ως ο ειδικός ιστορικά συνδυασμός (υποκείμενης στο κεφάλαιο) ομολογίας (ένωσης) κυριότητας, κατοχής και νομής σ' έναν ταξικό φορέα, στην οικογενειακή «συλλογική οντότητα» [9] των άμεσων παραγωγών: τη μικροαστική τάξη.

Ειδοποιό γνώρισμα της ιδιαίτερης «λογικής» που συνέχει αυτήν τη συλλογική οντότητα, εκπορευόμενο απ' την ιδιαίτερη «φύση» της -το διχασμό της σε «δυο πρόσωπα» ή τη «σχιζοφρενική συνύπαρξη» [εντός της και] «‘‘σ' ένα πρόσωπο''» του καπιταλιστή, εφόσον αυτή είναι ο «κάτοχος των μέσων παραγωγής», και του προλετάριου εφόσον αυτή η ίδια είναι ο «μισθωτός εργάτης του εαυτού» της-, [10] η απλή αναπαραγωγή της ως φορέας της πραγματικής (υποκείμενης ωστόσο στο κεφάλαιο) κυριότητας: ήτοι η διατήρηση - συντήρηση της ένωσης του φορέα νομής στη σχέση κυριότητας και στη σχέση κατοχής.

Κατά συνέπεια, αν ο σκοπός του Κ.Τ.Π. είναι η μεγιστοποίηση του κέρδους, στην απλή εμπορευματική παραγωγή ο αντικειμενικά κύριος σκοπός της παραγωγικής διαδικασίας είναι -όπως επισημαίνει ο Α. Δεδουσόπουλος- «η αναπαραγωγή του άμεσου παραγωγού βιολογικά και κοινωνικά, δηλ. ως φυσικού όντος και ως απλού εμπορευματικού παραγωγού», [11] ιδιαίτερα μάλιστα καθώς η λογική της «μεγιστοποίησης του κέρδους» λειτουργεί αντιθετικά προς την ίδια την ύπαρξή της στο μέτρο που «υπονομεύει την αναπαραγωγή της οικογενειακής εκμετάλλευσης επιφέροντας μια μόνιμη απομάκρυνσητου πλεονάζοντος εργατικού δυναμικού, σπάζει τους οικογενειακούς δεσμούς, τον οργανωτικό ρόλο των στοιχείων της συγγένειας που απέδιδαν τη συνοχή στη μονάδα παραγωγής-κατανάλωσης.» [12]

«Η απλή εμπορευματική παραγωγή» -κατά το H. Bernstein- «υποδεικνύει» [επομένως] «μια μορφή παραγωγής, της οποίας η ‘‘λογική'' είναι η συντήρηση με την ευρύτερη έννοια της απλής αναπαραγωγής των παραγωγών και της μονάδας παραγωγής (περιγραφικά το νοικοκυριό).. ..

»... η απλή εμπορευματική παραγωγή διακρίνεται από την καπιταλιστική εμπορευματική παραγωγή μέσω της «λογικής» της τής συντήρησης (συναντώντας με τον τρόπο αυτό τις ανάγκες της απλής αναπαραγωγής) ως αντιτιθέμενης στη λογική της ιδιοποίησης και πραγματοποίησης της υπεραξίας και της συσσώρευσης του κεφάλαιου.» [13]

Ο Μαρξ -εκτός από τη μορφή του Κ.Τ.Π. στη γεωργία- είχε εντοπίσει (επίσης) ως μη-ενδιαμέση και μη-μεταβατική μορφή ενσωμάτωσης της γεωργίας στον καπιταλισμό -που προέκυψε στην παραπέρα εξέλιξη της προσόδου σε χρήμα - της τελικής φεουδαρχικής σχέσης στη γεωργία- τη μορφή αγροτικής μικροϊδιοκτησίας και παραγωγής· [14] δηλαδή του τρόπου της απλής εμπορευματικής παραγωγής στη γεωργία.

Μελετώντας τον τρόπο αυτό γεωργικής παραγωγής, ο Μαρξ δεν απέκλεισε το κέρδος σε κάθε περίπτωση για τον μικροαγρότη που παράγει υπ' αυτές τις συνθήκες -η διαφορική πρόσοδος Ι εξακολουθεί προφανώς να υπάρχει και να «εμφανίζεται στο πλεονάζον υπερπροϊόν» [15] όταν επικρατεί στη γεωργία αυτός ο τρόπος παραγωγής-, εντούτοις υποστήριξε πως το όριο εκμετάλλευσης δεν είναι το μέσο κέρδος του κεφαλαίου. Το απόλυτο όριο εκμετάλλευσης είναι το ισοδύναμο του μισθού εργασίας που καλύπτει το κατώτατο φυσικό όριο. Εκφραζόμενο αυτό το όριο σε τιμές, δίνει αγοραίες τιμές χαμηλότερες είτε της αξίας είτε των τιμών παραγωγής, και οπωσδήποτε χαμηλότερες εκείνων που θα έδινε ο καπιταλιστικός τρόπος. [16]

Συνεπώς: Αν για τον καπιταλιστή απαιτείται για να λειτουργεί ως τέτοιος -δηλαδή ως καπιταλιστής- [17] να παίρνει την τιμή παραγωγής, ΤΠ= σ + μ + κμ΄ (όπου ΤΠ: τιμή παραγωγής, σ: σταθερό κεφάλαιο, μ: μεταβλητό κεφάλαιο, κμ΄: μέσο ποσοστό κέρδους), για τον απλό εμπορευματο-παραγωγό αυτό το όριο δεν υπάρχει. Ο απλός εμπορευματο-παραγωγός -ως συλλογική οντότητα- θα συνεχίσει να παράγει έστω και αν η αγοραία τιμή ισούται με το κόστος της παραγωγής και της απλής αναπαραγωγής του ως απλού εμπορευματοπαραγωγού, δηλαδή ακόμη και μέχρι το απόλυτο ή κατώτατο φυσικό όριο ΤΑ= σ + μα(όπου ΤΑ: αγοραία τιμή, σ: σταθερό κεφάλαιο, μα: ισοδύναμο μισθού εργασίας απλήρωτης οικογενειακής εργασίας, και μα® μ: μεταβλητό κεφάλαιο). [18]

Συνοψίζοντας:

α. Είναι η ταξική πάλη που έκρινε τη μη-εμπέδωση -κατά κύριο λόγο- επί του γεωργικού εδάφους του καπιταλιστικού τρόπου παραγωγής.

β. Είναι άρα εκ της ταξικής πάλης που συγκροτήθηκε ένας ιδιαίτερης ταξικής και οικονομικής «λογικής» μη-καπιταλιστικός τρόπος παραγωγής όπως ο τρόπος της απλής εμπορευματικής παραγωγής.

γ. Οι χαμηλότερες τιμές για τις οποίες μας μιλάει ο Μαρξ -αντίθετα απ' την τεχνικιστική αντίληψη περί τιμών του οικονομισμού-, υπό τις οποίες θα συνεχίζει να παράγει μια αγροτική εκμετάλλευση απλής εμπορευματικής παραγωγής έναντι μιας κεφαλαιοκρατικής αγροτικής εκμετάλλευσης, είναι το αποτέλεσμα της ιδιαίτερης απλο-εμπορευματικής «λογικής» -της συντήρησης της ένωσης-, όπως αυτή προκύπτει απ' τη μήτρα της ως τρόπος παραγωγής -υποκείμενη στο κεφάλαιο ομολογία ένωσης κυριότητας + κατοχής + νομής σ' έναν ταξικό φορέα τη μικροαστική τάξη.

2.3. Απλή εμπορευματική «λογική»: ταξικά και οικονομικά αποτελέσματα.

Αυτή ωστόσο η ιδιαίτερη «λογική» της απλής εμπορευματικής παραγωγής -εκφραζόμενη και στις τιμές - όχι όμως μονάχα στις τιμές- δύναταινα παράγει με τη σειρά της ταξικά και οικονομικά αποτελέσματα, τα οποία, όπως ισχυρίζομαι -διαψεύδουν και πάλι τον οικονομισμό και-, την καθιστούν -έναντι του Κ.Τ.Π.- αφενός ταξικά - πολιτικά προτιμητέαγια το κεφάλαιο και το κράτος, ως «το ‘‘κόμμα'' των κυρίαρχων τάξεων» [19] -ιδίως στη σφαίρα της αγροτικής παραγωγής-, και αφετέρου ανταγωνιστικά ανθεκτική-ιδιαίτερα στο ιστορικό στάδιο του καπιταλισμού της σχετικής υπεραξίας.

Παρατήρηση 1: Ταξικά - πολιτικά προτιμητέα + ανταγωνιστικά ανθεκτική η απλή εμπορευματική παραγωγής ενόσω (ή καθώς) η ύπαρξη - αναπαραγωγή της είναι (και) αποτέλεσμα (ή μια αυτοφυής δυνατότηταεκ) της οικονομικής (καπιταλιστικής) ανάπτυξης· δες και στη συνέχεια.

Ταξικά - πολιτικά προτιμητέα, εφόσον:

α. Προσφέρει διέξοδο πραγματοποίησης της υπεραξίας επεκτείνοντας την αγορά για το (βιομηχανικό) κεφάλαιο με όρους (ταυτόχρονης) διεύρυνσης του εύρους απόσπασης πλεονάσματος για το εν γένει κεφάλαιο (+ εμπορικό + χρηματοπιστωτικό μέσω του μηχανισμού των επιτοκίων [20] ) , της διανομής του πλεονάσματος εξαρτώμενης από το συσχετισμό δύναμης μεταξύ των αστικών μερίδων στο ιστορικό πεδίο ενός κοινωνικού σχηματισμού και μέσα στη συγκυρία. [21]

{Δυνητικά [22] κατά το μέσο ποσοστό κέρδους· το εύρος απόσπασης δεν είναι παρά διακύβευμα της ταξικής πάλης, το σύνθετο αποτέλεσμα των ταξικών συσχετισμών στο ιστορικό πεδίο ενός κοινωνικού σχηματισμού και μέσα στη συγκυρία. [23] }

Παρατήρηση 2: Η μη-αναπαραγωγή της απλής εμπορευματικής παραγωγής δε συνεπάγεται και αδυναμία πραγματοποίησης. [24]

Παρατήρηση 3: Η θέση για απόσπαση πλεονάσματος υπό της απλής εμπορευματικής παραγωγής κατ' αρχήν δε λαμβάνει υπόψη της τις διαφορές στην παραγωγικότητα της εργασίας και βασίζεται στην υπόθεση ότι εξωοικονομικός καταναγκασμός τροποποιεί την ανταλλακτική σχέση ως «ανταλλαγή ισοδυνάμων» [25] . Πέραν τούτων για να είναι μια τέτοια θέση γενικήυπονοεί (ή σωστότερα προϋποθέτει): πρώτο, ότι η αξία παράγεται μόνο στη σφαίρα της παραγωγής και όχι της κυκλοφορίας - ανταλλαγής, [26] δεύτερο, πως «-όταν πάρουμε σαν ένα σύνολο όλους τους κλάδους παραγωγής- το άθροισμα των τιμών παραγωγής των εμπορευμάτων, που έχουν παραχθεί, είναι ίσο με το άθροισμα των αξιών τους» [27] και τρίτο, ότι η αγοραία τιμή για ένα εμπόρευμα, στην περίπτωση που «καλύπτονται η ζήτηση και η προσφορά. .. ανταποκρίνεται στην τιμή παραγωγής του». [28] Η απόσυρση αυτών των τριών θεωρητικών προϋποθέσεων -πρωτίστως της πρώτης- σχετικοποιεί τη γενική αυτή θέση προσανατολίζοντάς μας σε αναζήτηση (παραγωγής και) σχέσης απόσπασης πλεονάσματος κυρίως σε ειδικέςπεριπτώσεις αγοράς: μονοψώνιο- προαγοραστής [29] - συμβολαιική γεωργία [30] . Σ' αυτές τις ειδικές περιπτώσεις της ελεγχόμενης από μεμονωμένα κεφάλαια αγοράςμπορεί άλλωστε να εντοπιστεί με μεγαλύτερη βεβαιότητα η διεύρυνση του εύρους απόσπασης στη σφαίρα της κυκλοφορίας έως την πλήρη απόσπαση του συνόλου του παραγόμενου πλεονάσματος, έτσι που ο φορέας πραγματικής κυριότητας μικροαστός άμεσος παραγωγός να αρκείται στο κατά Μαρξ απόλυτο όριο ενός μισθού εργασίας. [31]

Η απλή εμπορευματική παραγωγή προσφέρει επομένως (δυνητικά) την ταξική - οικονομική βάση επί της οποίας εδράζονται οι αρνητικές (δυνητικά) γι' αυτή σχετικές τιμές ή οι αρνητικοί (δυνητικά) όροι εμπορίου έναντι του Κ.Τ.Π.· ακόμη και για ίσης εισοδηματικής ελαστικότητας ζήτησης προϊόντα. Τη βάση που καθορίζει τη δυνάμενη να πραγματοποιηθεί εξωτερική μεταβολή των όρων εμπορίου (εξωοικονομικός εξαναγκασμός). Κι η εξέλιξη αυτή αποτελεί έτσι κι αλλοιώς γενικό σύμπτωμα της κεφαλαιακής κυριαρχίας επί υποκείμενου τρόπου παραγωγής και όχι ειδικό μόνο σύμπτωμα αγροτικής «παθογένειας», όπως «είθισται» να αντιμετωπίζεται έξω από διερεύνηση των τρόπων παραγωγής, [32] χωρίς εδώ και να υπονοώ πως μια τέτοια (αγροτική «παθογένεια») δεν υφίσταται επιπρόσθετα -χαμηλότερη εισοδηματική ελαστικότητα ζήτησης των προϊόντων της γεωργίας έναντι των βιομηχανικών. [33]

β. Μειώνει την αξία της εργασιακής δύναμης -στο μέτρο που μειώνει τις τιμές των μέσων συντήρησης, εξ ου και η ιδιαίτερη σημασία της απλο-εμπορευματικής επικράτησης στη σφαίρα της κατεξοχήν παραγωγής των μέσων συντήρησης της εργατικής τάξης, τη γεωργική- διευρύνοντας αντιστοίχως προς όφελος της κεφαλαιοκρατικής τάξης τα όρια ιδιοποίησης υπερεργασίας - υπεραξίας εκ της μισθωτής εργασίας και άρα μεγέθυνσης της κεφαλαιακής κερδοφορίας στους άμεσα ελεγχόμενους από το κεφάλαιο αστικούς τομείς της οικονομίας.

Στη βάση των παραπάνω μπορούμε να κατανοήσουμε και τον προφανή στόχο για τη «συστηματική πολιτική ασταμάτητης πτώσης των αγροτικών τιμών» που ο «καπιταλισμός επεδίωκε», όπως μας λέει ο Κ. Βεργόπουλος. Την αύξηση της κεφαλαιακής κερδοφορίας από δυο δρόμους: Αφενός μέσω της διεύρυνσης του αποσπούμενου πλεονάσματος. Αφετέρου και ταυτόχρονα -και στο μέτρο της ειδικής σημασίας της γεωργίας, άρα και των γεωργικών τρόπων παραγωγής, στην παραγωγή των μέσων συντήρησης- μέσω της μείωσης της αξίας των μέσων συντήρησης άρα αύξησης της υπερεργασίας στον άμεσα ελεγχόμενο απ' το κεφάλαιο τομέα της οικονομίας. Η πολιτική όμως αυτή η οποία είχε ως αποτέλεσμα «οι αγροτικές τιμές» να «τείνουν να συμπέσουν με τις δαπάνες παραγωγής, μην αφήνοντας παρά ένα ελάχιστο περιθώριο κέρδους», [34] δεν άφηνε αντιστοίχως ιδιαίτερα περιθώριαγια τον καπιταλιστικό έναντι του απλο-εμπορευματικού τρόπου παραγωγής στη σφαίρα της γεωργικής παραγωγής· του τελευταίου δυνάμενου να παράγει υπ' αυτές τις, αδιανόητες για το κεφάλαιο, διαμορφούμενες συνθήκες κερδοφορίας -ακόμη και χωρίς κέρδος.

Φτάνουμε όμως έτσι στην ανθεκτικότητα - ανταγωνιστικότητα της απλής εμπορευματικής παραγωγής έναντι του καπιταλιστικού τρόπου.

Παρά τα θρυλούμενα εξ όσων (κυρίως) αντιλαμβάνονται την οικονομική ανταγωνιστικότητα με τεχνικούς (μόνο) όρους (οικονομισμός), συγκρίνοντας ανόμοιες ταξικές - οικονομικές πρακτικές -με μοναδικό μέτρο τον καπιταλιστικό οικονομικό λογισμό-, [35] η απλή εμπορευματική παραγωγή ιστορικά επιβίωσε εκεί όπου ο καπιταλιστικός τρόπος παραγωγής -κατά βάση- απεβλήθει.

Για το ίδιο αγροτικό προϊόν επιχειρήσεις απλής εμπορευματικής παραγωγής θα παραμείνουν λειτουργούσες για τιμές υπό τις οποίες αντίστοιχες καπιταλιστικές όχι· ακόμα και με μεγαλύτερο κόστος παραγωγής ανά μονάδα εκροής -εφόσον φυσικά η διαφορά κόστους είναι μικρότερη του μέσου κέρδους του κεφαλαίου.

Γράφει σχετικά ο Bernstein: «Η συνύπαρξη μικροκαλλιεργητών και καπιταλιστικών μορφών παραγωγής στη γεωργία εγείρει το ερώτημα του ανταγωνισμού μεταξύ των δύο. Ήταν παρατηρημένο από Ένγκελς, Κάουτσκι και Λένιν ότι η ικανότητα των απλών εμπορευματοπαραγωγών συγχρόνως και να μειώνουν το επίπεδο της κατανάλωσής τους και να συνεχίζουν να παράγουν εμπορεύματα, παρά τους χειροτερεύοντες όρους ανταλλαγών, σημαίνει ότι αυτοί μπορούν να ανταγωνίζονται αποτελεσματικά με τις παράγουσες τα ίδια προϊόντα καπιταλιστικές επιχειρήσεις -κι αυτό είναι ακριβώς το αποτέλεσμα της ‘‘συμπίεσης'' της απλής αναπαραγωγής (και μια μορφή ανταγωνισμού που περιλαμβάνει την υποτίμηση του αγροτικού χρόνου-εργασίας).» [36]

Σε κατεύθυνση όμως (και) ανάδυσης (πλέον) της απλής εμπορευματικής παραγωγής έρχονται να προστεθούν δυο ακόμη -ταξικά καθοριζόμενοι- οικονομικοί όροι οι οποίοι αναφύονταιστο (με το) ιστορικό στάδιο του καπιταλισμού της σχετικής υπεραξίας: οι τεχνολογικές εξελίξεις και η μείωση του χρόνου εργασίας.

α. Οι τεχνολογικές εξελίξεις: Οι τεχνολογικές εξελίξεις του καπιταλισμού της σχετικής υπεραξίας προάγοντας τις τεχνολογίες έντασης κεφαλαίου -αύξηση της οργανικής σύνθεσης και της παραγωγικότητας της εργασίας στη διαδικασία συναγωνισμού - συγκέντρωσης και συγκεντροποίησης του κεφαλαίου-, υπό τον υπερκαθορισμό του βιομηχανικού-παραγωγικού κεφαλαίου που καθοδηγεί και διαχέει τις τεχνολογικές εξελίξεις στη δική του λογική ανάπτυξης, οδηγούν σε μείωση της αναγκαίας ποσότητας εργασίας όχι μόνο για το ίδιο μα και για μεγαλύτερο παραγωγικό αποτέλεσμα ή μεγαλύτερο μέγεθος παραγωγικής δυναμικότητας· δες και μέρος 1. Η μείωση όμως της αναγκαίας ποσότητας εργασίας σημαίνει και μείωση της αναγκαίας ποσότητας μισθωτής εργασίας. Αλλά η μείωση της αναγκαίας ποσότητας μισθωτής εργασίας λειτουργεί ακριβώς όπως και η αύξησή της, μόνο που λειτουργεί σε αντίθετη κατεύθυνση· δες επίσης μέρος 1. Οι ποσοτικές αλλαγές -μείωση τώρα της μισθωτής εργασίας- μετατρέπονται από ένα σημείο και μετά σε ποιοτικές διαφορές -μη-καπιταλιστικός τρόπος παραγωγής: από την πλήρη αποστοίχιση του φορέα πραγματικής κυριότητας από τη σχέση και το φορέα νομής στη σύμπτωση· ή από τον καπιταλιστικό στον απλο-εμπορευματικό τρόπο παραγωγής. Με τα λόγια του Μ. Godelier: «οι παραγωγικές δυνάμεις που γεννά ο βιομηχανικός καπιταλισμός επιτρέπουν σήμερα σε αγρότες-ιδιοκτήτες της γης τους να την καλλιεργούν, χωρίς να εκμεταλλεύονται την εργασία τρίτου, καθώς έχουν στη διάθεσή τους σωρεία μηχανημάτων.» [37]

β. Η μείωση του χρόνου εργασίας: Η μείωση του χρόνου εργασίας [38] -καρπός κυρίως μακρόχρονων ταξικών αγώνων, αλλά και των αναγκών του ίδιου του κεφαλαίου- [39] που σηματοδότησε το πέρασμα από τον καπιταλισμό της απόλυτης στον καπιταλισμό της σχετικής υπεραξίας, δημιούργησε τις αντικειμενικές εκείνες προϋποθέσεις που τροφοδότησαν τη δυνατότητα επιβίωσης - συντήρησης του τρόπου της απλής εμπορευματικής παραγωγής, αλλά και και την επανεμφάνιση - ανάδυσή του. {Μείωση του χρόνου εργασίας -σπεύδω να τονίσω- μη-γραμμική σε κάθε περίπτωση αλλά, ιστορικά, διακύβευμα της ταξικής πάλης.} [40]

Εξεταζόμενες από τη σκοπιά της μικροαστικής τάξης -ή της συντήρησης του απλο-εμπορευματικού τρόπου παραγωγής- οι αντικειμενικές αυτές προϋποθέσεις αφορούν στη δυνατότητα προσφοράς απλήρωτης εργασίας από μέλη της οικογένειας - ιδιοκτήτη τα οποία είναι ταυτόχρονα εργαζόμενοι, σε σχέση εξαρτημένης - μισθωτής εργασίας, εκτός της ιδιόκτητης επιχειρησιακής μονάδας. Η δυνατότητα όμως αυτή ισοδυναμεί με δυνατότητα συντήρησης - συγκρότησης της ίδιας της οικογένειας ως συλλογικής οντότητας, μ' άλλα λόγια συντήρησης - συγκρότησης «του άμεσου παραγωγού» του τρόπου αυτού παραγωγής, και εν τέλει συντήρησης - συγκρότησης και του ίδιου του τρόπου παραγωγής, καθώς λειτουργεί συγχρόνως προς δυο κατευθύνσεις. Αφενός, τα μέλη της οικογένειας - συλλογικής οντότητας μπορούν πλέον στις συνθήκες αυτές να εργάζονται στην ιδιόκτητη επιχειρησιακή μονάδα, προσφέροντας την απλήρωτη εργασία τους. Αφετέρου να την ενισχύουν εισοδηματικά εξ άλλων (επικουρικών) πηγών συμβάλλοντας έτσι στη συντήρηση-αναπαραγωγή της οικογενειακής εκμετάλλευσης. [41] Κι αυτό έγινε δυνατό από τη στιγμή που δεν υφίστανται πλέον την πλήρη οικειοποίηση της οποιασδήποτε «πλεονάζουσας» ενέργειάς τους, ως μισθωτοί εργαζόμενοι, από τη στιγμή που είναι σε θέση να διαθέτουν επαρκή «ελεύθερο» χρόνο για τις ανάγκες της δικής τους δουλειάς. [42]

Εξεταζόμενες από τη σκοπιά της εργατικής τάξης -ή της ανάδυσης υποκείμενου τρόπου παραγωγής- οι αντικειμενικές αυτές προϋποθέσεις αφορούν στο βαθμό που το προλεταριάτο δεν ορίζεται -σε ό,τι έχει να κάνει με τη δυνάμει πλεονάζουσα «ελεύθερη» ενέργειά του- από την αντικειμενική αδυναμία των προλεταρίων να είναι οτιδήποτε άλλο παρά προλετάριοι. [43] Γιατί στον ίδιο βαθμό -και αφαιρούμενων εννοείται των λοιπών συνθηκών, όπως «άλλα» διαθέσιμα και ελεύθερα παραγωγικά μέσα- [44] που ανατρέπεται «η πλήρης κοινωνική μονοσθένεια» [45] οι προλετάριοι μπορούν πλέον να προσβλέπουν σε συμπληρωματικές «άλλες» εισοδηματικές πηγές, μεταξύ των οποίων και στο «στήσιμο» της δικής τους δουλειάς, που και ισοδυναμεί με ανάδυση - συγκρότηση συλλογικής οντότητας και τελικά τρόπου παραγωγής. Τα ανάλογα βεβαίως ισχύουν για τις εκτός της εργατικής τάξης -μικροαστικές και μεσοαστικές- κοινωνικές ομάδες μισθωτής εργασίας.

Αυτές όμως οι δυνατότητες τροφοδότησης της συντήρησης ανάδυσης της απλής εμπορευματικής παραγωγής μέσω της μείωσης του χρόνου εργασίας [46] σημαίνουν πολυαπασχόληση [47] . Ή η πολυαπασχόληση αποτελεί έναν τροφοδότη της συντήρησης και της αναδύσης της απλής εμπορευματικής παραγωγής στη γεωργία. [48]

Τροφοδότη, στο μέτρο που ενισχύειαποφασιστικά την ανταγωνιστικότητα της απλο-εμπορευματικής εκμετάλλευσης-έναντι της καπιταλιστικής- στη σφαίρα αυτή παραγωγής, επιτρέποντάς της να παράγει όχι μόνο στη βάση της απλήρωτης οικογενειακής εργασίας, όχι μόνο χωρίς το μέσο κέρδος του κεφαλαίου μα και κάτω του κόστους ακόμη -κατά το μέγεθος των επικουρικών εσόδων, μετά την αφαίρεση κι απ' αυτά των εξόδων αναπαραγωγής των μελών της συλλογικής οντότητας· δες σχετικά και στα προηγούμενα.

Συγκεφαλαιώνοντας:

Η ιστορική επικράτηση της απλής εμπορευματικής παραγωγής στη γεωργία -ταξική πάλη στο πεδίο της ιστορικής μοναδικότητας - ταυτότητας ενός κοινωνικού σχηματισμού- αναπαράγεται στις σύγχρονες συνθήκες του καπιταλισμού της σχετικής υπεραξίας εγγραφόμενη: α. Ως μια αναγκαιότητα κράτους και κεφαλαίου -επέκταση της αγοράς για το (βιομηχανικό) κεφάλαιο με όρους (ταυτόχρονης) διεύρυνση του εύρους απόσπασης πλεονάσματος - μείωση της αξίας της εργασιακής δύναμης· β. Ως εκ της «φύσης» του τρόπου της απλής εμπορευματικής παραγωγής δυνατότητα συντήρησης - (αναπαραγωγής) του σε συνθήκες κεφαλαιοκρατικής κυριαρχίας -τιμές ® ανταγωνιστικότητα - ανθεκτικότητα ® συντήρηση· γ. Ως μια αυτοφυής, εκ της καπιταλιστικής ανάπτυξης -καπιταλισμός της σχετικής υπεραξίας-, δυνατότητα συντήρησης - ανάδυσης συναρτόμενη των ειδοποιών χαρακτηριστικών του υποκείμενου στο κεφάλαιο μη-καπιταλιστικού αυτού τρόπου παραγωγής -τεχνολογικές εξελίξεις ® αποβολή της μισθωτής εργασίας ® ανάδυση - μείωση του χρόνου εργασίας ® πολυαπασχόληση ® συντήρηση + ανάδυση.

Καμιά εντούτοις οικονομική - ταξική δυνατότητα -ούτε και μια αυτοφυής- δε βρίσκεται έξω από τη διακύβευση των ταξικών συσχετισμών στο ιστορικό πεδίο ενός κοινωνικού σχηματισμού και μέσα στη συγκυρία.

Αν και ο ταξικός συσχετισμός δεν έρχεται να μεταβάλλει τις τεχνολογικές προτεραιότητες έντασης κεφαλαίου (γενικά μιλώντας), η πολυαπασχόληση ως ένας τροφοδότης συντήρησης + ανάδυσης της απλής εμπορευματικής παραγωγής φάνηκε να δέχεται την αμφισβήτηση που φέρει το όνομα «μητρώο αγροτών».

Αλλά δέχτηκε και την υπεράσπιση ως ταξική επιλογή κράτους και κεφαλαίου· κι αυτή η υπεράσπιση είναι μάλλον ό,τι το πιο ενδιαφέρον έχει η «έκθεση Σπράου» για τη γεωργία.

Αντί επιλόγου. .. Σπράος

Γράφουν οι εντολοδόχοι του κ. Σημίτη: «Η μεγέθυνση του κλήρου δεν είναι. .. πανάκεια για τη βελτίωση της ανταγωνιστικότητας, στο μέτρο που η ελληνική γεωργία είναι γεωργία μερικής απασχόλησης. Η έννοια του βιώσιμου γεωργικού κλήρου πλήρους απασχόλησης είναι σε σημαντικό βαθμό παρωχημένη, ενώ οι νέες κοινωνικές συνθήκες αναδεικνύουν το οικονομικά βιώσιμο πολυδραστήριο αγροτικό νοικοκυριό.» [49]

Εκτίμηση: η «έκθεση Σπράου» για τη γεωργία, ως μοχλός πολιτικής, δείχνει (σαφώς) μια κατεύθυνση καθεστωτικής στρατηγικής στον αντίποδα του αγροτο-καπιταλισμού· επιβεβαιώνει (ρητά) στη σημερινή φάση το ταξικά - πολιτικά προτιμητέο (για το ελληνικό καπιταλιστικό καθεστώς) της απλής εμπορευματικής παραγωγής στη σφαίρα της αγροτικής παραγωγής· διαψεύδει (πολιτικά) τους οικονομιστές.

Θα ρωτήσει βέβαια κάποιος:

Προς τι η ανάγκη (μιας τέτοιας) υπεράσπισης από την Επιτροπή των εκσυγχρονιστών του μικρού αγροτικού νοικοκυριού της μη-πλήρους απασχόληση ή του βασισμένου στην πολυαπασχόληση; Τι εμφανίστηκε να απειλεί (τουλάχιστον) την πολυαπασχόληση και (έτσι) την απλή εμπορευματική παραγωγή στην ελληνική γεωργία;

Φτάνουμε λοιπόν με τα ερωτήματα αυτά στο μητρώο αγροτών.

Γιατί όμως στο μητρώο αγροτών; Πώς θα μπορούσε αυτό το μητρώο ν' απειλήσει την απλή εμπορευματική παραγωγή;

Απαντήσεις όμως σ' όλα αυτά θα προτείνω σ' επόμενο άρθρο.

Βιβλιογραφία.

Αλτουσέρ, Λ., Θέσεις, εκδ. Θεμέλιο, Αθήνα, 1978.

Αlthusser, L., Pour Marx, Editions la Decouverte, Paris 1986.

Αlthusser, L. - Balibar, E., Reading Capital, εκδ. Verso / New Left Books, London, 1986.

Αμίν, Σ., Η Άνιση Ανάπτυξη, εκδ. Καστανιώτη, Αθήνα, 1976.

Banaji, J., «Modes of Production in a Materialist Conseption of History», Capital & Class, 3, autumn 1977.

Baran, P.A., Η Πολιτική Οικονομία της Ανάπτυξης, εκδ. Κάλβος, Αθήνα, 1977.

Baran, P.A. - Sweezy, P.M., Μονοπωλιακός Καπιταλισμός, εκδ. Gutenberg, χωρίς χρονολογία έκδοσης.

Βεργόπουλος, Κ., Το Αγροτικό Ζήτημα στην Ελλάδα - Η κοινωνική ενσωμάτωση της γεωργίας, εκδ. Εξάντας 1975.

Βεργόπουλος, Κ., «Αγροτικό ζήτημα. Μια απαγορευμένη συζήτηση», Ειρμόςτ. 1, 1998.

Βεργόπουλος, Κ. - Αμίν. Σ., Καπιταλισμός και Αγροτικό Ζήτημα: Δύσμορφος Καπιταλισμός, εκδ. Παπαζήση, χωρίς χρονολογία έκδοσης.

Bernstein, H., «African Peasantries: a Theoritical Framework», The Journal of Peasant Studies, July 1979.

Bettelheim Ch., «Remarques Theoriques», στο Problemesde Planification, No 14, Ecole des Hautes Etude (VIe Section), Centre d' Etudes de Planification Socialiste, Sorbonne - Paris.

Bukharin, Ν., «Ιmperialism and the Accumulation of Capital», στο R. Luxemburg και Ν. Bukharin, Imperialism and the Accumulation of Capital, Κ.J. Tarbuck (ed), Allen Lane the Penguin Press, 1972.

Chevalier, J.M., Civilization and the Stolen Gift: Capital, Kin, and Cult in the Eastern Peru, University of Torondo Press, Torondo Buffalo London, 1982.

Chevalier, J.M., «There is Nothing Simple about Simple Commodity Production», The Journal of Peasant Studies, 1983.

Dedoussopoulos, A., Capitalism, Simple Commodity Production and Merchant Capitlal: The Political Economy of Greece in the 19th century, διδακτορική διατριβή, University of Kent at Canterbury, 1985, φωτοτυπημένο ανάτυπο.

Δεδουσόπουλος, Α., «Απλή Εμπορευματική Παραγωγή, Καπιταλισμός και Εμπορικό Κεφάλαιο - Μια θεώρηση», στο Διεθνές Οικονομικό Συνέδριο - Οικονομία και Αγροτικός Τομέας - Πρακτικά, Τόμος Α΄, εκδ. Α.Τ.Ε., Αθήνα 1986.

Επιτροπή για την εξέταση της Μακροπρόθεσμης Οικονομικής Πολιτικής, Ανταγωνιστική Γεωργία και Αγροτική Ανάπτυξη - Κύρια διαρθρωτικά προβλήματα και αντιμετώπισή τους, εκδ. Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος, Αθήνα 1998.

Eurostat, ΒasicStatistics of the Community 1993, Brussels - Luxembourg, 1993.

Eurostat, Farm Structure 1993: main results, Brussels - Luxembourg, 1996.

Eurostat, ΒασικέςΣτατιστικέςτηςΕυρωπαϊκήςΈνωσης1996, Βρυξέλλες - Λουξεμβούργο, 1997.

Friedmann, H., «Household Production and the National Economy: Concepts for the Analysis of Agrarian Formations», The Journal of Peasant Studies, January 1980.

Godelier, M., HΘεωρία της Μετάβασης στον Μαρξ, εκδ. Gutenberg, Αθήνα 1987.

Harnecker, M., Βασικές Έννοιες του Ιστορικού Υλισμού, εκδ. Παπαζήση, Αθήνα, χωρίς χρονολογία έκδοσης.

Harrison, M., «The Peasant Mode of Production in the Work of A.V. Chayanov», The Journal of Peasant Studies, July 1977.

Ιωακείμογλου, Η., «Για την αντικαπιταλιστική έξοδο από την κρίση, Μέρος Πρώτο: Η μετάβαση από την απόλυτη στη σχετιική υπεραξία (1873-1929)», Θέσεις τ. 11, Απρίλιος - Ιούνιος 1985.

Ιωακείμογλου, Η., Για την αντικαπιταλιστική έξοδο από την κρίση, Μέρος Δεύτερο: Ο καπιταλισμός της σχετικής υπεραξίας: Κρίση και ολοκλήρωση (1920-1940)», Θέσεις, τ. 12, Ιούλιος - Σεπτέμβριος 1985.

Ιωακείμογλου, Η., Για την αντικαπιταλιστική έξοδο από την κρίση, Μέρος Τρίτο: Η κρίση του καπιταλισμού της σχετικής υπεραξίας (1970-1985), Θέσειςτ. 13, Οκτώβριος - Δεκέμβριος 1985.

Ιωακείμογλου, Η., Η Αυθόρμητη Κατεύθυνση των Φαινομένων, εκδ. Αξιός-Β, Θεσσαλονίκη, χωρίς χρονολογία έκδοσης.

Kemp, T., Industrialisationin the Nineteenth century Europe, Longman limited, 1969.

Λένιν, Β.Ι., Το αγροτικό ζήτημα και οι «κριτικοί του Μαρξ», εκδ. Προγκρές, Μόσχα, 1986.

Λένιν, Β.Ι., «Η Ανάπτυξη του Καπιταλισμού στη Ρωσία», Άπαντα, Τόμος 3, εκδ. Σύγχρονη Εποχή, Αθήνα 1988.

Μάο Τσε Τουνγκ, Για τις Αντιθέσεις, ανάτυπο από Ιστορικές Εκδόσεις 1963, εκδ. Α/συνέχεια, Αθήνα, 1990.

Μαρξ, Κ., Το Κεφάλαιο, Τόμος Πρώτος, εκδ. Σύγχρονη Εποχή, Αθήνα 1978.

Μαρξ, Κ., Το Κεφάλαιο, Τόμος Δεύτερος, εκδ. Σύγχρονη Εποχή, Αθήνα 1979.

Μαρξ, Κ., Το Κεφάλαιο, Τόμος Τρίτος, εκδ. Σύγχρονη Εποχή, Αθήνα 1978.

Μαρξ, Κ., Αποτελέσματα της Άμεσης Διαδικασίας Παραγωγής[VI ανέκδοτο κεφάλαιο], εκδ. Α/συνέχεια, Αθήνα, χωρίς χρονολογία έκδοσης.

Μαρξ, Κ., Θεωρίες για την Υπεραξία, Μέρος Πρώτο, εκδ. Σύγχρονη Εποχή, Αθήνα 1984.

Μαρξ, Κ., Θεωρίες για την Υπεραξία, Μέρος Δεύτερο, εκδ. Σύγχρονη Εποχή, Αθήνα 1982.

Meillassoux, C., «The Economic Bases of Demografic Reproduction: From the Domestic Mode of Production to Wage-Earning», The Journal of Peasant Studies, 1983.

Μηλιός, Γ. Ο Ελληνικός Κοινωνικός Σχηματισμός - Από τον επεκτατισμό στην καπιταλιστική ανάπτυξη, εκδ. Εξάντας, Αθήνα, 1988.

Μηλιός, Γ., Θεωρίες για τον Παγκόσμιο Καπιταλισμό, εκδ. Κριτική, Αθήνα, 1997.

Μηλιός, Γ., Τρόποι Παραγωγής και Μαρξιστική Ανάλυση, εκδ. Ελληνικά Γράμματα, Αθήνα, 1997.

Μουζέλης, Ν., Νεοελληνική Κοινωνία: Όψεις Υπανάπτυξης, εκδ. Εξάντας, Αθήνα, 1978.

Μπετελέμ, Σ., Μορφές Ιδιοκτησίας στο Μεταβατικό Στάδιο προς το Σοσιαλισμό - Οικονομικός λογισμός και μορφές ιδιοκτησίας, εκδ. Ράππα, Αθήνα, 1978.

Μωυσίδης, Α., ΣυμβολαιϊκήΓεωργία στην Ελλάδα. Μια Σύγχρονη Μορφή Ενσωμάτωσης του Αγροτικού Τομέα στον Καπιταλισμό, εκδ. Α.Τ.Ε., Αθήνα 1988.

Πάκος, Θ.Β., Ρέππας, Π.Α. «To Γεωργικό Πλεόνασμα στην Οικονομική Ανάπτυξη», στον τιμητικό τόμο Ι. Πίντου, Πάντειος Α.Σ.Π.Ε., 1984.

Πανιτσίδης, Γ., Ο Μαρξισμός και το Αγροτικό Ζήτημα στην Ελλάδα, εκδ. Σύγχρονη Εποχή, Αθήνα 1984.

Πουλαντζάς, Ν.Α., Η Κρίση των Δικτατοριών (Πορτογαλία - Ελλάδα - Ισπανία), εκδ. Παπαζήση, Αθήνα 1975.

Πουλαντζάς, Ν.Α., Οι Κοινωνικές Τάξεις στον Σύγχρονο Καπιταλισμό, εκδ. Θεμέλιο, Αθήνα, 1982.

Πουλαντζάς, Ν.Α., Πολιτική Εξουσία και Κοινωνικές Τάξεις, Τόμος α΄, εκδ. Θεμέλιο, Αθήνα, 1982.

Ρέππας, Π.Α., Οικονομική Ανάπτυξη - Θεωρίες και Στρατηγικές, εκδ. Παπαζήση, Αθήνα, 1991.

Rey, P.-Ph., «Sur l' Articulation des Modes de Production» (Cahier 1), στο Problemesde Planification, No 13, Ecole Pratique des Hautes Etudes (VIe Section), Centre d' Etudes de Planification Socialiste, Sorbonne - Paris.

Rey, P.-Ph., Les Alliances de Classes, εκδ. Francois Maspero, Paris, 1973.

Rubin, I.I., Ιστορία Οικονομικών Θεωριών, εκδ. Κριτική, Αθήνα, 1994.

Σουήζυ, Π., Η Θεωρία της Καπιταλιστικής Ανάπτυξης, εκδ. Gutenberg, Αθήνα, χωρίς χρονολογία έκδοσης.

Σταμάτης, Γ., Κείμενα Οικονομικής Θεωρίας και Πολιτικής, τόμ. Α΄, εκδ. Κριτική, 1992.

Σταμάτης, Γ. (επιμέλεια - επιλογή κειμένων - μετάφραση), ΚαρλΜαρξ: Για την παραγωγική και μη παραγωγική εργασία, εκδ. Εξάντας, Αθήνα, 1990.

Σταμάτης, Γ., Εισαγωγή στην Πολιτική Οικονομία, εκδ. Ελληνικά Γράμματα, Αθήνα, 1997.

Σταμούλης, Δ., «Στα Τέμπη. .. οι Θερμοπύλες της κυβέρνησης», Πριν, Κυριακή 15 Φεβρουαρίου 1998.

Sutcliffe, R.B., Industry and Underdevelopment, Adison - Wesley, London, 1971.

Τσουκαλάς, Κ., Κράτος, Κοινωνία, Εργασία στη Μεταπολεμική Ελλάδα, εκδ. Θεμέλιο, Αθήνα, 1986.

Wright, E.O., «Varieties of Marxist Conceptions of Class Structure», Politics & Society9, no 3 (1980).

Wright, E.O., «Class Boundaries and Contradictory Class Locations», στο Giddens, A. και Held, D. (επιμ.), Classes, Power, and Conflict - Classical and Contemporary Debates, Printed in Hong Kong, εκδ. The Macmillan Press LTD, London and Basingstoke, 1983.

Wright, E.O., Classes, εκδ. Verso, London - New York, 1997.

Ψαρρού, Μ., «Γέννηση και διαμόρφωση του καπιταλισμού στη γεωργία», Επιθεώρηση Κοινωνικών Ερευνών, 54/1984.

[1] Δες σχετικά Γ. Μηλιός, Ο ελληνικός κοινωνικός σχηματισμός... ό.π., κεφ. 8 και σ. 254 κ.ε.

2. «. .. αντί ο γαιοκτήμονας να κάνει ακτήμονα τον αγρότη είναι ο αγρότης που κάνει το γαιοκτήμονα ακτήμονα». (J. Luelmo, στο Μ. Ψαρρού, «Γέννηση και διαμόρφωση του καπιταλισμού στη γεωργία», Επιθεώρηση Κοινωνικών Ερευνών, 54/1984, σ. 16.)

3. Δες σχετικά T. Kemp, Industrialisation in the Nineteenth century Europe, Longman limited, 1969, σ. 48-49 και Γ. Μηλιός, ό.π. κεφ. 8 και σ. 220 κ.ε., 254 κ.ε, 285.

4. Δες Σ. Αμίν, «Η Κυριαρχία του Καπιταλισμού στη Γεωργία», στο Κ. Βεργόπουλος - Σ. Αμίν, Καπιταλισμός και Αγροτικό Ζήτημα: Δύσμορφος Καπιταλισμός, εκδ. Παπαζήση, χωρίς χρονολογία έκδοσης, σ. 276-277. - Ο Κ. Βεργόπουλος σημειώνει σχετικά: «Η Αγγλία η οποία είχε εμφανίσει στο παρελθόν το κλασσικό παράδειγμα της απαλλοτρίωσης των αγροτών, απετέλεσε επίσης ένα παράδειγμα όχι λιγώτερο σημαντικό για τη χρεωκοπία της μεγάλης γαιοκτησίας. Εάν οι ‘‘Νόμοι των Περιφράξεων'' συνέχισαν μέχρι τα 1840 ν' απαλλοτριώνουν τις κοινότητες και αγροτικές εκτάσεις, και εάν μέχρι τα 1885 η γαιοκτητική αριστοκρατία αποτελούσε ακόμη την απόλυτη πλειοψηφία στο Κοινοβούλιο, πολύ σύντομα η κατάσταση αυτή ανατράπηκε. Οι φιλελεύθεροι πέρασαν στην αντεπίθεση και ο Λόϋντ Τζώρτζ, ορκισμένος εχθρός της γαιοκτητικής αριστοκρατίας εγκαινίασε τις διαδικασίες για τη διάλυσή της.

»Οι γαιοκτήμονες, πιεζόμενοι από τον συναγωνισμό του εξωτερικού, από τους ειδικά επιβαρυμένους φόρους και από τα εξαιρετικά διογκωμένα κληρονομικά δικαιώματα, άρχισαν οι ίδιοι να κατατεμαχίζουν τις εκτάσεις τους και να τις πουλούν.» (Κ. Βεργόπουλος, «Δύσμορφος Καπιταλισμός: Η εξέλιξη της γεωργίας μέσα στον σύγχρονο καπιταλισμό», στο Κ. Βεργόπουλος - Σ. Αμίν, ό.π., σ. 131.

5. Δεν πρέπει να ξεχνάμε πως για το Μαρξ ο Κ.Τ.Π. στη γεωργία νοείται ως καπιταλιστική ενοικίαση: Η «προϋπόθεση» της επικράτησης του Κ.Τ.Π. είναι ότι «οι πραγματικοί γεωργοί είναι μισθωτοί εργάτες, που τους απασχολεί ένας κεφαλαιοκράτης, ο ενοικιαστής της γης» ο οποίος πληρώνει στο γαιοκτήμονα, στον ιδιοκτήτη της γης... ένα χρηματικό ποσό» που «ονομάζεται γαιοπρόσοδος». (Κ. Μαρξ, ό.π., σ. 770.) Εξετάζοντας μάλιστα την περιστασιακή και κατ' εξαίρεση μορφή της τσιφλικάδικης οικονομίας (στο ίδιο, σ. 924), στην οποία και ταυτίζονται γαιοκτήμονας και καπιταλιστής ενοικιαστής της γης στο ίδιο πρόσωπο (στο ίδιο, σ. 987-988) επισημαίνει πως αργά ή γρήγορα η αύξηση της ζήτησης, που θα αναγκάσει σε επέκταση των καλλιεργούμεων εκτάσεων της γης πέρα απ' αυτές που διαθέτουν οι γαιοκτήμονες καπιταλιστές, θα επαναφέρει το φραγμό της γαιοκτησίας, δηλαδή «τον ανταποκρινόμενο στον κεφαλαιοκρατικό τρόπο παραγωγής χωρισμό ανάμεσα στο κεφάλαιο και τη γη, στους ενοικιαστές και του γαιοκτήμονες» (στο ίδιο, σ. 924), ο οποίος «είναι ακριβώς η προϋπόθεση του κεφαλαιοκρατικού τρόπου παραγωγής»· (στο ίδιο, σ. 967). - Πάντως, μπορεί η επέκταση σε ενοικιαζόμενη γη να αποτελεί μια προϋπόθεση για την ανάδυση - εμπέδωση του Κ.Τ.Π. στη γεωργία, στο πεδίο ενός ιστορικού κοινωνικού σχηματισμού, εντούτοις ο Κ.Τ.Π. στη γεωργία δεν πρέπει να νοείται ειδικά - δομικά ως καπιταλιστική ενοικίαση μονάχα, εφόσον η γαιοκτησία δεν αποτελεί δομικό στοιχείο του Κ.Τ.Π. Υπ' αυτό -κατ' αρχήν- το πρίσμα πρέπει να γίνουν αντιληπτές οι σχετικές θέσεις του Λένιν, ο οποίος επιχειρηματολογώντας πάνω στη σημασία «της απόλυτης γαιοπροσόδου, που τη γεννάειη ατομική ιδιοκτησία της γης», και διακρίνοντας το «διττό μονοπώλιο» στη γεωργία, δηλαδή το «μονοπώλιο της (κεφαλαιοκρατικής) επιχείρησης πάνω στη γη» από το «μονοπώλιο της ατομικής ιδιοκτησίας γης», τονίζει πως αυτό το δεύτερο μονοπώλιο, της ατομικής ιδιοκτησίας της γαιοκτησίας, «δεν είναι αδιάσπαστα συνδεδεμένο ούτε λογικά ούτε ιστορικά» με το πρώτο, και «δεν είναι καθόλου αναγκαίοστην κεφαλαιοκρατική κοινωνία και στην κεφαλαιοκρατική οργάνωση της γεωργίας.» (Β.Ι. Λένιν, ό.π., σ. 24-25.) Δε θα συμφωνήσω ωστόσο στη θέση του Λένιν ότι «η κεφαλαιοκρατική γεωργία εμφανίζεται και αναπτύσσεται κάτω από κάθε μορφή γαιοκτησίας»· (στο ίδιο, σ. 23). Μια τέτοια θέση συγχέοντας το πεδίο τρόπος παραγωγής -όπου και εξωτερική και παράλογη, ήτοι μη-αναγκαία, η γαιοκτησία- με κείνο του κοινωνικού σχηματισμού, παραβλέπει εντελώς το δισυπόστατο χαρακτήρα -ως η ενότητα μιας εγγενούς αντίφασης- της γαιοκτησίας σ' αυτό το δεύτερο πεδίο: όχι μόνο φραγμός αλλά συγχρόνως και μια προϋπόθεση για την εμπέδωση του Κ.Τ.Π. στη γεωργία. - Σχετική κριτική επ' αυτής της θέσης του Λένιν, δες και στο Κ. Βεργόπουλος, ό.π. σ. 59.

6. Κατά τη γνώμη μου ανάμεσα στον καπιταλιστικό τρόπο παραγωγής, ως τον τρόπο παραγωγής της πλήρους αποστοίχισης του φορέα και της σχέσης πραγματικής κυριότητας απ' το φορέα και τη σχέση νομής, και τον τρόπο της απλής εμπορευματικής παραγωγής ως τον τρόπο παραγωγής της πλήρους σύμπτωσης σ' έναν ταξικό φορέα πραγματικής κυριότητας και νομής -ή μόνιμη μισθωτή εργασία = 0, που σημαίνει ανυπαρξία σχέσεων εκμετάλλευσης μέσα στην εργασιακή διαδικασία σε μόνιμη βάση-, βρίσκεται ένας ενδιάμεσος υβριδικός και υποκείμενος, μα μη-υπαγόμενος, στο κεφάλαιο τρόπος παραγωγής, ως ο τρόπος παραγωγής της μερικής μόνο αποστοίχισης του φορέα πραγματικής κυριότητας απ' τη σχέση νομής. Είναι ο τρόπος παραγωγής όπου μαζί με την οικογενειακή άμεση εργασία συνυπάρχει περιθωριακά αλλά μόνιμα και ξένη μισθωτή εργασία· κάτω απ' το ποσοτικό όριο της πλήρους αποστοίχισης. {Από τα στοιχεία του πίνακα 4, στο μέρος 1, μπορούμε να υποψιαστούμε την (λιγότερο ή περισσότερο) περιθωριακή ύπαρξη αυτού του υβριδικού τρόπου παραγωγής -αφού μέση μισθωτή απασχόληση ? 0- σε κάθε τάξη μεγέθους (λιγότερο περιθωριακή στις μεγαλύτερες τάξεις μεγέθους και στην Ε.Ε. 12 ή περισσότερο στις μικρότερες τάξεις μεγέθους και στην Ελλάδα) και τη συνύπαρξή του με τον τρόπο της απλής εμπορευματικής παραγωγής στη μεγαλύτερη τάξη μεγέθους χρησιμοποιούμενης γεωργικής γης στο επίπεδο της Ε.Ε. 12 -όπου μέση μισθωτή απασχόληση κοντά στη μονάδα.} Ο τρόπος αυτός παραγωγής ιστορικά ανάγεται στο συντεχνιακό καθεστώς στις πόλεις -μάστορας - καλφάδες-, στο δεύτερο κατά Μαρξ -και μη-επαναστατικό- δρόμο περάσματος στον καπιταλισμό (Κ. Μαρξ, ό.π., σ. 423-425), προκύπτει όμως στις σύγχρονες συνθήκες ως αποτέλεσμα ταξικής διαφοροποίησης - μετασχηματισμού είτε του τρόπου της απλής εμπορευματικής παραγωγής είτε του καπιταλιστικού τρόπου παραγωγής. Επί του τρόπου αυτού παραγωγής δε θα υπεισέλθω εδώ. Για μια κοντινή ωστόσο προβληματική παραπέμπω στον Ε.Ο. Wright. (E.O. Wright, π.έ., Ε.Ο. Wright, «Varieties of Marxist Conceptions of Class Structure», Politics & Society9, no 3 (1980), Ε.Ο. Wright, Classes, εκδ. Verso, London - New York, 1997.)

7. Δες σχετική θέση του Μαρξ για «τους αυτοτελείς βιοτέχνες ή αγρότες που δε χρησιμοποιούν εργάτες, δηλαδή δεν παράγουν σαν καπιταλιστές», αλλά είναι εμπορευματο-παραγωγοί, η «παραγωγή τους όμως δεν υπάγεται στον κεφαλαιοκρατικό τρόπο παραγωγής.» (Κ. Μαρξ, Θεωρίες για την Υπεραξία, Μέρος Πρώτο, ό.π., σ. 455-456.)

8. Η απουσία σχέσης εκμετάλλευσης μέσα στην εργασιακή διαδικασία, οδηγεί το Γ. Μηλιό να θεωρεί την απλή εμπορευματική παραγωγή «μορφή», και όχι «τρόπο», παραγωγής. (Γ. Μηλιός, ό.π., σ. 141.) Ο Σ. Μπετελέμ γενικότερα αμφισβητεί το αν μπορούμε να θεωρήσουμε ως τρόπο παραγωγής κάποιον κυριαρχημένο τρόπο παραγωγής. (Ch. Bettelheim, «Remarques Theoriques», στο Problemes de Planification, No 14, Ecole Pratique des Hautes Etudes (VIe Section), Centre d' Etudes de Planification Socialiste, Sorbonne - Paris, σ. 184.) Ο Βεργόπουλος υποστηρίζει πως σε συνθήκες κυριαρχίας του Κ.Τ.Π. o «αγρότης» δεν μπορεί να θεωρηθεί «ως φορέας ενός άλλου τρόπου παραγωγής, στο βαθμό που αυτό θα εσήμαινε την αμφισβήτηση του κυριαρχούντος τρόπου παραγωγής.» (Κ. Βεργόπουλος, ό.π., σ. 211.) Επ' αυτών θεωρώ ότι: α. Η έννοια του τρόπου παραγωγής αναφέρεται στην ιδιοσυστασία της μήτρας του, απ' την οποία και εκπορεύεται ή δεν εκπορεύεται και η σχέση εκμετάλλευσης. Το να υποβιβάζονται οι σχέσεις παραγωγής μονάχα σε σχέσεις μεταξύ ανθρώπων ή ομάδων ανθρώπων, «αποτελεί μια από τις μεγαλύτερες θεωρητικές μυθοποιήσεις», όταν «οι σχέσεις αυτές αφορούν επίσης σε πράγματα». Είναι η σχέση προς αυτά που καθορίζει τη διανεμητική σχέση μοιράζοντας σε κοινωνικές τάξεις τους ανθρώπους. (Λ. Αλτουσέρ, Θέσεις, εκδ. Θεμέλιο, Αθήνα, 1978, σ. 160-161.) Η σχέση κοινότητας των άμεσων παραγωγών προς τα πράγματα στην περίπτωση της απλής εμπορευματικής παραγωγής ισοδυναμεί με μη-ύπαρξη στα πλαίσιά της διαφοροποιημένων σχέσεων προς αυτά = μια κοινωνική τάξη εντός του τρόπου της απλής εμπορευματικής παραγωγής = απουσία σχέσης εκμετάλλευσης· β. Η έννοια του τρόπου παραγωγής δεν ταυτίζεται με την έννοια της κυριαρχίας. Ειδικότερα ο τρόπος της απλής εμπορευματικής παραγωγής, είναι πολύ διαδεδομένος στην ιστορία αλλά δε συναντιέται ποτέ μόνος του και «μόνο σε εξαιρετικές περιπτώσεις είναι κυρίαρχος», όπως π.χ. στην περίπτωση της αποικιακής Νέας Αγγλίας. «Καμιά κοινωνία δε θεμελιώθηκε ποτέ πάνω στην κυριαρχία του τρόπου της απλής εμπορευματικής παραγωγής», αλλά συχνά έχουν εμφανιστεί οικονομικοί τομείς που διέπονται από «απλές εμπορευματικές σχέσεις». (Σ. Αμίν ό.π., σ. 249, και Σ. Αμίν, Η Άνιση Ανάπτυξη, εκδ. Καστανιώτη, Αθήνα, 1976, σ. 13)· γ. Πράγματι ο «αγρότης» δεν μπορεί να θεωρηθεί ως φορέας τρόπου παραγωγής. Γιατί ο «αγρότης» είναι α-ταξική κατηγορία. Και ως τέτοια, δεν έχει κοινωνική θέση μέσα στην πολιτική οικονομία στο μέτρο που αυτή είναι μια θεωρία των εμπορευματικών σχέσεων ειδικώς και των τρόπων παραγωγής γενικώς. (H. Friedmann, «Household Production and the National Economie: Concepts for the Analysis of Agrarian Formations», The Journal of Peasant Studies, January 1980, σ. 162.)

9. Α. Δεδουσόπουλος, «Απλή Εμπορευματική Παραγωγή, Καπιταλισμός και Εμπορικό Κεφάλαιο - Μια θεώρηση», στο Διεθνές Οικονομικό Συνέδριο - Οικονομία και Αγροτικός Τομέας - Πρακτικά, Τόμος Α΄, εκδ. Α.Τ.Ε., Αθήνα 1986, σ. 120. - Η συλλογικότητα αυτή -όπως λέει ο Η. Βernstein- δεν μπορεί να μας δώσει το «συλλογικό εργαζόμενο» με την έννοια του Μαρξ. (Η. Βernstein, «African Peasantries: a Theoretical Framework», The Journal of Peasant Studies, July 1979, σ. 425.) Είναι μια συλλογικότητα που «οφείλεται στην οργάνωση της παραγωγικής διαδικασίας σύμφωνα με τις σχέσεις συγγένειας (Kinship)». (Α. Δεδουσόπουλος, ό.π.)

10. Κ. Μαρξ, ό.π., σ. 455 και M. Harrisson, «The Peasant Mode of Production in the Work of A.V. Chayanov», The Journal of Peasant Studies, July 1977, σ. 328.

11. Α. Δεδουσόπουλος, ό.π., σ. 121. - Ανάλογη είναι και η λογική του J. Banaji. Και κατ' αυτόν στα πλαίσια της απλής εμπορευματικής παραγωγής «το όριο εκμετάλλευσης» ισούται, κατά γενικό κανόνα, με το κόστος της παραγωγής, καθώς η συντήρηση παραμένει ο σκοπός της παραγωγής για τον απλό εμπορευματο-παραγωγό. (J. Banaji, «Modes of Production in a Materialist Conception of History», Capital & Class, 3, autumn 1977, σ. 33.)

12. Α. Δεδουσόπουλος, ό.π., σ. 127-128.

13. H. Bernstein, ό.π.

14. Κ. Μαρξ, Το Κεφάλαιο, Τόμος Τρίτος, ό.π., σ. 980, 985 κ.ε.

15. Στο ίδιο, σ. 989.

16.Σύμφωνα με το Μαρξ: Η παραγωγή στις συνθήκες της αγροτικής μικροϊδιοκτησίας «γίνεται ανεξάρτητα από τη ρύθμισή της από το γενικό ποσοστό κέρδους». (στο ίδιο, σ. 995.) «Σαν όριο της εκμετάλλευσης για το μικροαγρότη (...) εμφανίζεται. .., στην ιδιότητά του σαν μικροκαπιταλιστής, όχι το μέσο κέρδος του κεφαλαίου. .. Απόλυτο όριο γι' αυτόν σαν μικροκαπιταλιστή εμφανίζεται μονάχα ο μισθός εργασίας, που πληρώνει στον ίδιο τον εαυτό του, μετά την αφαίρεση των καθεαυτών εξόδων παραγωγής. Όσον καιρό η τιμή του προϊόντος τού εξασφαλίζει αυτόν το μισθό εργασίας θα καλλιεργεί τη γη του, και αυτό θα το κάνει συχνά ως το σημείο εκείνο που ο μισθός εργασίας καλύπτει το κατώτατο φυσικό όριο»· (στο ίδιο, σ. 989-990). «Άρα, για να καλλιεργεί ο μικροαγρότης το κομμάτι του γης... δε χρειάζεται, όπως γίνεται στον καθεαυτό κεφαλαιοκρατικό τρόπο παραγωγής, η αγοραία τιμή του προϊόντος της γης να ανέβει ως το σημείο εκείνο που θα του αποφέρει το μέσο κέρδος... . Δε χρειάζεται επομένως η αγοραία τιμή να ανέβει είτε ως την αξία, είτε ως την τιμή παραγωγής του προϊόντος του.»· (στο ίδιο, σ. 990). Έτσι «στις χώρες στις οποίες επικρατεί η μικροϊδιοκτησία της γης η τιμή των σιτηρών είναι χαμηλότερη από ό,τι στις χώρες με κεφαλαιοκρατικό τρόπο παραγωγής»· (στο ίδιο). Για το Μαρξ «αυτή η χαμηλότερη τιμή είναι αποτέλεσμα της φτώχιας των παραγωγών και σε καμιά περίπτωση το αποτέλεσμα της παραγωγικότητας της εργασίας τους»· (στο ίδιο, σ. 991). Κατά την άποψή μου η χαμηλότερη τιμή και η φτώχια είναι το αποτέλεσμα της μήτρας του του τρόπου της απλής εμπορευματικής παραγωγής. - Χρειάζεται ίσως να διευκρινιστεί πως τα σιτηρά λαμβάνονται από το Μαρξ απλώς σαν αντιπροσωπευτικό είδος, αφού θεωρούνταν ως «το κύριο μέσο διατροφής των σύχρονων κεφαλαιοκρατικά ανεπτυγμένων λαών»· (δες σχετικά στο ίδιο, σ. 766 και 943).

[1] 7Γράφει ο Μαρξ: «Κατά την αναπαραγωγή, ακριβώς όπως και κατά τη συσσώρευση του κεφαλαίου, δεν πρόκειται μόνο για την αντικατάσταση στην παλιά της ή σε μια διευρυμένη κλίμακα (κατά τη συσσώρευση) της ίδιαςμάζας αξιών χρήσης, αλλά για την αντικατάσταση της αξίαςτου προκαταβλημένου κεφαλαίου με το συνηθισμένο ποσοστό κέρδους (υπεραξία).» Άλλωστε: «Δεν πρέπει ποτέ να ξεχνιέται ότι στην καπιταλιστική παραγωγή δεν πρόκειται άμεσα για την αξία χρήσης, αλλά για την ανταλλακτική αξία και ειδικά για την αύξηση της υπεραξίας. Αυτή η αύξηση είναι το κίνητρο της καπιταλιστικής παραγωγής, και αποτελεί εξωραϊσμό της η αντίληψη που, για να εξορκίσει τις αντιφάσεις της καπιταλιστικής παραγωγής, κάνει αφαίρεση από τη βάση της και την μετατρέπει σε παραγωγή που αποβλέπει στην άμεση κατανάλωση των παραγωγών.» (Κ. Μαρξ, Θεωρίες για την Υπεραξία, Μέρος Δεύτερο, ό.π., σ. 575-576.) Γράφει ο P. Sweezy: «Το συνηθισμένο ποσοστό κέρδους δεν πρέπει να θεωρούμε σαν ένα νούμερο συγκεκριμένο, ούτε μεγαλύτερο ούτε μικρότερο. Αρκεί να κυμαίνεται στα όρια μιας συνηθισμένης κλίμακας αριθμών, ας πούμε 10 και 15 στα εκατό ή 4 και 6 στα εκατό, ανάλογα με τις συνθήκες. Από τη στιγμή που το ποσοστό κέρδους πέφτει κάτω από το συνηθισμένο του επίπεδο, αρχίζει από την πλευρά των κεφαλαιοκρατών ο περιορισμός των επιχειρήσεων.» (Π. Σουήζυ, Η Θεωρία της Καπιταλιστικής Ανάπτυξης, εκδ. Gutenberg, Αθήνα, χωρίς χρονολογία έκδοσης, σ. 165.)

18.Για μια παραπλήσια προσέγγιση δες Α. Dedoussopoulos, Capitalism, Simple Commodity Production and Merchant Capital: The Political Economy of Greece in the 19th century, διδακτορική διατριβή, University of Kent at Canterbury, φωτοτυπημένο ανάτυπο, σ. 136, 138.) - Θα προσθέσω ακόμη ότι: Η πολυαπασχόληση μελών της συλλογικής οντότητας που σημαίνει συμπληρωματικά - πρόσθετα -εκτός της παραγωγικής απλο-εμπορευματο-παραγωγικής μονάδας- εισοδήματα, μπορεί να σπρώχνει αυτό το όριο ακόμη πιο κάτω· δες σχετικά στη συνέχεια.

[1] 9Ν.A. Πουλαντζάς, Η Κρίση των Δικτατοριών (Πορτογαλία - Ελλάδα Ισπανία), εκδ. Παπαζήση, Αθήνα 1975, σ. 146.

20. Τα «επιτόκια δεν είναι παρά έκφραση του συσχετισμού δύναμης στην ταξική σύγκρουση» (A. Dedoussopoulos, ό.π., σ. 211) η οποία προϋποθέτει και βασίζεται σε μια προηγούμενη εμπορική εκμετάλλευση· (στο ίδιο, σ. 210).

21. Δες σχετικά στο ίδιο, σ. 195.

22. Δυνητικά όχι με τη γενική έννοια του P. Baran (δες P. Baran, Η Πολιτική Οικονομία της Ανάπτυξης, εκδ. Κάλβος, Αθήνα, 1977, και P.Α. Baran - P.M. Sweezy, Μονοπωλιακός Καπιταλισμός, εκδ. Gutenberg, χωρίς χρονολογία έκδοσης) που μπορεί να αφορά στον όποιο τρόπο παραγωγής και στον όποιο κοινωνικό σχηματισμό (σχετική κριτική στο Γ. Μηλιός, Θεωρίες για τον Παγκόσμιο Καπιταλισμό, εκδ. Κριτική, Αθήνα, 1997, σ. 47 κε.), αλλά με αναφορά ειδικά σε υποκείμενο τρόπο παραγωγής και καπιταλιστικό κοινωνικό σχηματισμό.

23. Σύμφωνα με τον Α. Δεδουσόπουλο, η «τιμή παραγωγής» στην απλή εμπορευματική παραγωγής της γεωργίας δεν εξαρτάται από το «κόστος παραγωγής» στην οριακή γη, ή από τη μέση παραγωγικότητα της γης που θέτει την τιμή παραγωγής υπό τον καπιταλισμό, αλλά «αντανακλά τη γενική κατάσταση της ταξικής σύγκρουσης» (A. Dedoussopoulos, ό.π., σ. 210).

24. Γράφει σχετικά ο Ν. Bukharin: «Εάν έχουμε για παράδειγμα μια προσωρινή υπερπαραγωγή (κρίση) με την ταυτόχρονη ύπαρξη μιας ‘επιπρόσθετης' αγοράς, ο χείμαρρος των εμπορευμάτων θα ορμήσει φυσικά σ' αυτήν (...) Προφανώς αυτό δεν θα κλονίσει στο ελάχιστο τη θέση περί τη δυνατότητας συσσώρευσης σε μια καθαρά καπιταλιστική κοινωνία. Αν δεν υπήρχε η επιπρόσθετη αγορά, αυτό το γεγονός από μόνο του δεν θα μπορούσε να καταστρέψει τα θεμέλια της ύπαρξης του καπιταλισμού» (Ν. Bukharin: "Imperialism and the Accumulation of Capital", στο R. Luxemburg & Ν. Bukharin: Imperialism and the Accumulation of Capital , K. J. Tarbuck (ed.), Allen Lane the Penguin press, 1972, σσ. 243-44).

25. Για την ανταλλακτική σχέση ως ανταλλαγή ισοδυνάμων δες π.χ. Γ. Σταμάτης Εισαγωγή στην Πολιτική Οικονομία , Ελληνικά Γράμματα, Αθήνα 1997.

26. Αντίθετη είναι η θέση που υποστηρίζει ο Γ. Σταμάτης. Κατ' αυτόν η διαδικασία της κυκλοφορίας είναι διαδικασίας παραγωγής αξιών χρήσης + άμεσης παραγωγής υπεραξίας εφόσον ικανοποιείται το κριτήριο της αμοιβής από μεταβλητό κεφάλαιο. (Γ. Σταμάτης, Κείμενα Οικονομικής Θεωρίας και Πολιτικής, Τόμος Α΄, εκδ. Κριτική, 1992, σ. 156-157.) Η τοποθέτησή του αυτή βασίζεται σε σχετικές μαρξικές θέσεις των Grundrisse, σύμφωνα με τις οποίες μπορεί να δημιουργήσει αξία -και νέα αξία χρήσης- η κυκλοφορία εφόσον απαιτεί καινούργια επιπρόσθετη -της ήδη χρησιμοποιηθείσας στην παραγωγή- ξένη μισθωτή εργασία = απαιτεί η ίδια υπερεργασία. (Στο Γ. Σταμάτης [επιμέλεια - επιλογή κειμένων - μετάφραση], ΚαρλΜαρξ: Για την παραγωγική και μη παραγωγική εργασία, εκδ. Εξάντας, Αθήνα, 1990, σ. 93.) Ωστόσο ο Μαρξ δεν υποστήριξε με (... ιδιαίτερη) συνέπεια αυτήν την εκδοχή για τον παραγωγικό χαρακτήρα του εμπορικού κεφαλαίου στην οποία βασίζεται ο Σταμάτης. Στον Πρώτο Τόμο του Κεφαλαίουο Μαρξ σαφώς αντιδιαστέλλει την παραγωγή υπεραξίας από την εξυπηρέτηση της αυτοαξιοποίσης του κεφαλαίου. (Κ. Μαρξ, Το Κεφάλαιο, Τόμος Πρώτος, ό.π., σ. 524-525.) Οι θέσεις του δε στον Τρίτο Τόμο διακρίνουν σαφέστατα παραγωγή - κυκλοφορία όσον αφορά στην παραγωγή αξίας και υπεραξίας. (Κ. Μαρξ, Το Κεφάλαιο, Τόμος Τρίτος, ό.π., σ. 370-372.)

27.στο ίδιο, σ. 201.

28. στο ίδιο, σ. 449.

29. Δες σχετικά I.I. Rubin, Ιστορία Οικονομικών Θεωριών, εκδ. Κριτική, Αθήνα, 1994, κεφ. 18, και Γ. Μηλιός, Τρόποι Παραγωγής και Μαρξιστική Ανάλυση, ό.π., σ. 235 κ.ε.

30. Δες σχετικά Α. Μωυσίδης, ΣυμβολαιϊκήΓεωργία στην Ελλάδα. Μια Σύγχρονη Μορφή Ενσωμάτωσης του Αγροτικού Τομέα στον Καπιταλισμό, εκδ. Α.Τ.Ε., Αθήνα 1988.

31. Υποστηρίζω ότι οι άμεσοι παραγωγοί της απλής εμπορευματικής παραγωγής δεν είναι (ούτε) στις ειδικές αυτές περιπτώσεις αγοράς υπαγμένοι στον Κ.Τ.Π. μισθωτοί με το κομμάτι, αλλά είναι αυτόνομοι παραγωγοί - μικροαστοί -υφιστάμενοι απόσπαση υπερπροϊόντος στη σφαίρα της κυκλοφορίας-, εφόσον απέναντι στο κεφάλαιο εμφανίζονται αποκλειστικά και μόνο «σαν πουλητές εμπορευμάτων και όχι πουλητές εργασίας, και η σχέση αυτή δεν έχει. .. καμιά δουλειά με την ανταλλαγή κεφαλαίου και εργασίας»· μη-απαλλοτριωμένοι = απουσία μισθωτής (χρηματικής) σχέσης ? μη-υπαγμένοι στο κεφάλαιο -στη βάση των σχετικών μαρξικών θέσεων περί τυπικής υπαγωγής, δες στο μέρος 1- υποκείμενοι ωστόσο σ' αυτό· δες και Κ. Μαρξ, Θεωρίες για την Υπεραξία, Μέρος Πρώτο, ό.π. Τεκμηριωμένη θεωρητικά αντίθετη -απ' τη δική μου- προβληματική επ' αυτού, δες στο Γ. Μηλιός ό.π. - Και αποφεύγω να επεκταθώ σε απόψεις που -αν και από διαφορετικές (συνήθως) οπτικές προσέγγισης, συμπίπτουν στο να- ανάγουν κάτω από τις οποιεσδήποτε συνθήκες αγοράς -στον καπιταλισμό- τις σχέσεις ανεξάρτητου παραγωγού και κεφαλαίου -στην κυκλοφορία- σε (κατ' ουσίαν) σχέσεις μισθωτής εκμετάλλευσης, ισοπεδώνοντας με τον τρόπο αυτό τις ταξικές διαφοροποιήσεις ανάμεσα στις μη-καπιταλιστικές τάξεις· δες π.χ. Κ. Βεργόπουλος, π.έ., Κ. Βεργόπουλος, Το Αγροτικό Ζήτημα στην Ελλάδα - Η κοινωνική ενσωμάτωση της γεωργίας, εκδ. Εξάντας 1975, Σ Αμίν, «Η Κυριαρχία του Καπιταλισμού στη Γεωργία», π.έ., J. Banaji, π.έ., J.M. Chevalier, Civilization and the Stolen Gift: Capital, Kin, and Cult in the Eastern Peru, University of Torondo Press, Torondo Buffalo London, 1982, J.M. Chevalier, «There is Nothing Simple about Simple Commodity Production», The Journal of Peasant Studies, 1983.

32. Δες σχετικά R.B. Sutcliffe, Industry and Underdevelopment, Adison - Wesley, London, 1971, κυρίως κεφάλαιο 3, P.A. Baran, Η Πολιτική Οικονομία της Ανάπτυξης, ό.π., κυρίως κεφάλαιο 6, Θ.Β. Πάκος, Π.Α. Ρέππας, «Το Γεωργικό Πλεόνασμα στην Οικονομική Ανάπτυξη», στον τιμητικό τόμο Ι. Πίντου, Πάντειος Α.Σ.Π.Ε., 1984, Π.Α. Ρέππας, Οικονομική Ανάπτυξη - Θεωρίες και Στρατηγικές, εκδ. Παπαζήση, Αθήνα, 1991, κυρίως σ. 286-308, 330-336.

33. Δες και Σ. Αμίν, ό.π., σ. 278.

34. Κ. Βεργόπουλος, ό.π., σ. 207.

35. Α. Δεδουσόπουλος, «Απλή Εμπορευματική Παραγωγή, Καπιταλισμός και Εμπορικό Κεφάλαιο», ό.π., σ. 127.

36. H. Bernstein, ό.π., σ. 429. - Από την άποψη αυτή είχε δίκιο και ο A.V. Chayanov όταν έγραφε πως οι μικροκαλλιεργητές δε «χρειάζεται» ν' αποσπούν ένα κέρδος· εκεί όπου οι καπιταλιστές χρωκοπούν, οι μικροκαλλιεργητές επιβιώνουν. (Στο M. Harrison, ό.π., σ. 331.)

37. M. Godelier, ό.π., σ. 70-71.

38. Στον Η. Ιωακείμογλου διαβάζουμε: «... η δύναμη της εργατικής τάξης κλείνει το δρόμο στην εκμετάλλευσή της μέσω της επιμήκυνσης της διάρκειας της εργάσιμης μέρας.Η εβδομάδα μειώνεται από τις 67 ώρες το 1860 στις 50 περίπου ώρες το 1920 στις Η.Π.Α., ενώ στη Γαλλία η εβδομάδα των 48 ωρών καθιερώνεται το 1909 αφού είχε γίνει ένα βασικό σύνθημα της εργατικής τάξης από το 1889.» (Η. Ιωακείμογλου, ό.π., σ. 40-41.) Έτσι, σταδιακά «ο συνολικός εργάσιμος χρόνος μειώνεται από το 1870 και μετά με μέσο ρυθμό 5 ώρες την εβδομάδα περίπου ανά δεκαετία σαν αποτέλεσμα της συνδικαλιστικής, πολιτικής και ιδεολογικής ισχυροποίησης της εργατικής τάξης.. .. Η μείωση αυτή συνεχίζεται εξάλλου μέχρι το 1950 περίπου,. .. για τις Η.Π.Α. και τη Γαλλία. Έχουμε λοιπόν στη διάρκεια της περιόδου μετάβασης από την απόλυτη στη σχετική υπεραξία μια διαρκή μείωση του συνολικού εργάσιμου χρόνου δηλαδή μια διαρκή αχρήστευση του συστήματος της απόλυτης υπεραξίας χάρη στην άνοδο των εργατικών αγώνων.Είναι ήδη φανερό στη δεκαετία του 1870 ότι η εκμετάλλευση της εργατικής τάξης δεν είναι πια δυνατό να συνεχιστεί με τον ‘‘παλιό'' τρόπο. Η σχετική υπεραξία μετατρέπεται κατά τη διάρκεια της μετάβασης, από ένα δευτερεύοντα σε κύριο τρόπο εκμετάλλευσης»· (στο ίδιο, σ. 52).

39. Για τον Μαρξ, «η δημιουργία μιας κανονικής εργάσιμης ημέρας είναι το προϊόν ενός μακρόχρονου, περισσότερο ή λιγότερο συγκαλυμμένου εμφύλιου πόλεμου ανάμεσα στην τάξη των κεφαλαιοκρατών και στην εργατική τάξη.» (Κ. Μαρξ, Το Κεφάλαιο, Τόμος Πρώτος, ό.π., σ. 313.) Στη μείωση βέβαια του χρόνου εργασίας έπαιξαν ρόλο και παράγοντες που σχετίζονται με τις ίδιες τις ανάγκες της παραγωγής. Καθώς η μείωση του χρόνου εργασίας των ανήλικων και των γυναικών προηγείτο πάντα της μείωσης του χρόνου εργασίας των ενήλικων ανδρών «η πράξη επέβαλε τους ίδιους φραγμούς και στην εργάσιμη ημέρα των ενήλικων ανδρών εργοστασιακών εργατών επειδή στα περισσότερα προτσές παραγωγής είναι απαραίτητη η συνεργασία τους με τα παιδιά, τους νέους και τις γυναίκες»·(στο ίδιο, σ. 296).

40. Ως αντίρροπη τάση στη μείωση του χρόνου εργασίας που οι μηχανές επιφέρουν έρχεται η «παράταση της εργάσιμης ημέρας» για την αύξηση «της ενεργού ζωής των μηχανών», τη μείωση του χρόνου αναπαραγωγής της αξίας τους και σαν αντιστάθμισμα στην «υλική φθορά» της μηχανής «από τη μη χρήση της» και την «ηθική φθορά» της -δηλαδή τη μείωση της ανταλλακτικής αξίας της «στο βαθμό που μπορούν είτε να παράγονται πιο φτηνά μηχανές της ίδιας κατασκευής, είτε να εμφανίζονται δίπλα της καλύτερες μηχανές που τη συναγωνίζονται»· (στο ίδιο, σ. 418-420).

41. Στο συνδυασμό απλήρωτης οικογενειακής εργασίας - υποκατανάλωσης - υπέρμετρης εργασίας - επικουρικών εισοδημάτων εκ μισθωτής εξωοικογενειακής απασχόλησης = μισοπρολεταριοποίηση βασίζει ο Λένιν την ερμηνεία του για την ανθεκτικότητα και αύξηση του αριθμού των μικρών αγροτικών εκμεταλλεύσεων υπό κεφαλαιοκρατική κυριαρχία· (δες Β.Ι. Λένιν, ό.π., σ. 35-36, 66, 69 κ.ε., 80-81, 92, 124-125, 146, 161). Ο Λένιν λοιπόν φαίνεται να αντιλαμβάνεται την ανθεκτικότητα του «μικρού» νοικοκυριού στη γεωργία -όπως μας επεσήμανε πιο πριν και ο Bernstein- αποφεύγοντας μια γραμμικά εξελικτική οπτική πάνω στην προλεταριοποίηση. Γι' αυτό κι αναφέρεται άλλωστε σε δυο προτσές: της προλεταριοποίησης = απαλλοτρίωσης και της μισοπρολεταριοποίησης = συντήρησης με «ανάπτυξη των ‘‘επικουρικών εσόδων'' της αγροτιάς»· (στο ίδιο, σ. 125.) Αν αυτήν την ανθεκτικότητα = συντήρηση της ένωσης δεν την πρόβαλε με ιδιαίτερη σαφήνεια ο ίδιος, οδηγούμενος στην πρόβλεψη για «συγκέντρωση της αγροτικής οικονομίας στα χέρια των μεγάλων και μικρών κεφαλαιοκρατών» (στο ίδιο, σ. 9), έχει πιστεύω να κάνει με λόγους κυρίως πολιτικής τακτικής:«δεν υπάρχει διέξοδος και ελπίδα για την κατάσταση του μικρού αγρότη (δεν υπάρχει ελπίδα -έξω από την επαναστατική πάλη του προλεταριάτου ενάντια σ' όλο το κεφαλαιοκρατικό καθεστώς)»· (στο ίδιο, σ. 93). - Συναφείς -με τις δικές μου- παρατηρήσεις επί -του μη-οικονομίστικου- των λενινιστικών θέσεων δες στο A. Dedoussopoulos, Capitalism, Simple Commodity Production and Merchant Capital, ό.π., σ. 152-153. Σύμφωνα μ' αυτές τις παρατηρήσεις, η προλεταριοποίηση για το Λένιν δεν υπονοεί απαραίτητα την ανάδυση άμεσων παραγωγών στερημένων από τα μέσα παραγωγής τους αλλά περισσότερο την ανάγκη -στη δυναμική της καπιταλιστικής ανάπτυξης- κάποια από τα μέλη του αγροτικού νοικοκυριού να δεσμεύονται σε εξωοικογενειακή μισθωτή απασχόληση. Το εισόδημα μάλιστα από μια τέτοια απασχόληση πιθανόν να συνεισφέρει στη διατήρηση της μικρο-γαιοκτησιακής οικογενειακής παραγωγής. Επομένως ο Λένιν φαίνεται να προτείνει μια ιδιάζουσα μορφή συνάρθωσης μεταξύ καπιταλιστικού και μη-καπιταλιστικών τρόπων παραγωγής που οδηγεί σε δυο αποτελέσματα: το βάθεμα των καπιταλιστικών σχέσεων παραγωγής μαζί με τη διατήρηση της υποκείμενης μη-καπιταλιστικής αγροτικής παραγωγής.

42. Δες σχετικά Κ. Τσουκαλάς, Κράτος, Κοινωνία, Εργασία στη Μεταπολεμική Ελλάδα, εκδ. Θεμέλιο, Αθήνα, 1986, σ. 183.

43. Δες σχετικά στο ίδιο, σ. 181-182.

44. στο ίδιο, σ. 181.

45. στο ίδιο, σ. 182.

46. Ούτε μια τέτοια εξέλιξη όμως δρα γραμμικά. Η αύξηση π.χ. του ανοικειοποίητου από το κεφάλαιο ελεύθερου χρόνου που προσφέρει (ως διακύβευμα. ..) ο καπιταλισμός της σχετικής υπεραξίας, με ό,τι αυτό συνεπάγεται για τη συντήρηση - ανάδυση, συνυπάρχει με μια παράμετρο διάλυσης της απλής εμπορευματικής παραγωγής. Αυτή είναι το ρίξιμο στην αγορά εργασίας όλης της οικογένειας (στο ίδιο, σ. 410) ως «ένας ιδιαίτερος, όπως τον αποκαλεί ο Μαρξ, τρόπος παραγωγής σχετικής υπεραξίας.» (Η. Ιωακείμογλου, ό.π., σ. 62.) Ωστόσο, ούτε κι ο παράγοντας διάλυσης δρα ανεξέλεκτα. Απεναντίας μάλιστα: όσο περισσότερα μέλη της οικογένειας ρίχνονται στην αγορά εργασίας τόσο περισσότερα πλαισιώνουν τον εφεδρικό στρατό των ανέργων, καθώς «μια μεγαλύτερη προσέλκυση των εργατών από το κεφάλαιο συνδέεται με μια μεγαλύτερη απώθησή τους». (Κ. Μαρξ, ό.π., σ. 654.) Άρα και τόσο περισσότερα δυνατόν να στηρίξουν - συγκροτήσουν «μονοσθενώς» συλλογική οντότητα, δηλαδή απλο-εμπορευματικό τρόπο παραγωγής.

47. Η πολυαπασχόληση με τη σειρά της συνεπάγεται, αλλά και προϋποθέτει τη μη υποχρεωτική (μονοσήμαντη) αντιστοίχιση σε κάθε περίπτωση ατόμου-υποκειμένου και ταξικής θέσης. Η πραγματικότητα αυτή οδηγεί τον Κ. Τσουκαλά στην αμφισβήτηση της αντιστοίχισης ταξικής θέσης - κοινωνικής τάξης. (Κ. Τσουκαλάς, ό.π., σ. 145 κ.έ., 171 κέ.) Πρόκειται για σύγχυση δυο διακριτών επιπέδων: τρόπου παραγωγής και κοινωνικού σχηματισμού. Σχετική κριτική στο Γ. Μηλιός, ό.π., σ. 107 κ.έ.

48. Στα φαινόμενα πολυαπασχόλησης των απλών εμπορευματο-παραγωγών αναφέρεται και ο J.M. Chevalier στην ανάλυσή του πάνω στην κοινωνία του Puerto Inca (Περού), επισημαίνοντας ότι οι ταξικές θέσεις των απλών εμπορευματο-παραγωγών και των μισθωτών εργατών συνδυάζονται αποτελεσματικά καθώς περισσότερο από το μισό οι χειρώνακτες εργάτες αντλούν το εισόδημά τους από το συνδυασμό των δυο μορφών εργασίας, δηλαδή, αυτο-απασχολούμενοι στον αγροτικό τομέα (ή ανειδίκευτα επαγγέλματα) και μισθωτοί στο βιομηχανικό (ή εμπορικό) τομέα της περιφερειακής οικονομίας. (J.M. Chevalier, Civilization and the Stolen Gift, ό.π., σ. 130.) - Ως αντίθετη τάση, πάντως, πρέπει να αναφερθεί η αγροτική έξοδος ® αστικοποίηση που διαρρηγνύει τους δεσμούς αλληλεγγύης της συλλογικής οντότητας. (Δες σχετικά μ' αυτό C. Meillassoux, «The Economic Bases of Demografic Reproduction: From the Domestic Mode of Production to Wage-Earning», The Journal of Peasant Studies, 1983, σ. 58-59.) Ωστόσο στον αντίποδα κι αυτής της αντίθετης τάσης, ως τάση αντεπίδρασης, βρίσκεται η χωρική αποκέντρωση της καπιταλιστικής ανάπτυξης -ως αποτέλεσμα των αρνητικών οικονομιών συγκέντρωσης- με τη μορφή παραγωγικών επενδύσεων στις αγροτικές ή τις γειτνιάζουσες επαρχιακές περιοχές. Στην περίπτωση αυτή και η φυσική - εργατική παρουσία των μελών της οικογένειας διατηρείται για την οικογενειακή επιχείρηση και οι δεσμοί αλληλεγγύης επαναβεβαιωνόμενοι απ' αυτήν την παρουσία επάγονται οικονομικά - εισοδηματοφόρα αποτελέσματα.

49.Επιτροπή για την εξέταση της Μακροπρόθεσμης Οικονομικής Πολιτικής, ό.π., σ. ΙΙΙ.

 
< Προηγ.   Επόμ. >
Θέσεις, τριμηνιαία επιθεώρηση, 38ο έτος (1982-2020), εκδόσεις Νήσος, (Σαρρή 14, 10553, Αθήνα, τηλ-fax: 210-3250058)
Το περιεχόμενο διατίθεται ελεύθερα για μη εμπορικούς σκοπούς, υπό τον όρο της παραπομπής στην αρχική του πηγή