Editorial Εκτύπωση
Τεύχος 66, περίοδος: Ιανουάριος - Μάρτιος 1999


KΕΝΤΡΟΑΡΙΣΤΕΡΟΣ ΝΕΟΦΙΛΕΛΕΥΘΕΡΙΣΜΟΣ

Η αντιπαλότητα με τον νεοφιλελευθερισμό, αποτέλεσε για πολλά χρόνια ένα κοινά αποδεκτό και επαρκές πολιτικό πλαίσιο αυτοπροσδιορισμού και έναν ελάχιστο κοινό παρονομαστή για όλες τις δυνάμεις της Αριστεράς προκειμένου να προσδιορίσουν την δράση τους. Η παρούσα συγκυρία έχει διαταράξει τις παλαιές ισορροπίες.

Η άνοδος της δυσαρέσκειας των εργαζόμενων τάξεων και η ανάπτυξη των αντιφάσεων του ακραιφνούς νεοφιλελευθερισμού, αλλά και η άνοδος κριτικών ρευμάτων στα πλαίσια της οικονομικής θεωρίας, έχει φέρει στην θέση της κυβέρνησης, σε μια σειρά χωρών της Ευρωπαϊκής Ένωσης, τα σοσιαλιστικά κόμματα και τα κεντρο-αριστερά συμμαχικά σχήματα.

Ταυτόχρονα με αυτή την αλλαγή πολιτικού σκηνικού, αρχίζει να διαμορφώνεται η επιφανειακή αντίληψη ότι η ανάδειξη στην κυβέρνηση κεντροαριστερών κομμάτων σε όλες της μεγάλες χώρες της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΕΕ) --και ιδιαίτερα στη Γερμανία-- σηματοδοτεί την αρχή του τέλους της νεοφιλελεύθερης εποχής, που εμπεδώθηκε σε όλες τις ευρωπαϊκές χώρες από το δεύτερο μισό της δεκαετίας του '70, ή το πρώτο μισό της δεκαετίας του '80, και χαρακτηρίζεται από τη λιτότητα και την αναδιανομή του εισοδήματος εις βάρος των εργαζομένων και υπέρ του κεφαλαίου. Στόχος του παρόντος σημειώματος είναι να δείξει ότι η παραπάνω εκτίμηση είναι λανθασμένη και δε στηρίζεται σε γεγονότα καθώς, στη σημερινή συγκυρία, οι συντηρητικές πολιτικές ασκούν ηγεμονία ακόμα και μέσα στα κόμματα της Αριστεράς και Κεντροαριστεράς. Έτσι, οι όποιες δυνατότητες ανοίγονται από την κρίση του νεοφιλελευθερισμού, από την αποσάθρωση των ιδεολογημάτων του μονεταρισμού την επαύριο των διεθνών χρηματιστηριακών κρίσεων, λειτουργούν απλώς ως οι καταρχήν προϋποθέσεις μιας εναλλακτικής πορείας των ευρωπαϊκών κοινωνιών, η οποία όμως κάθε άλλο παρά δεδομένη είναι.

Οικονομικές βεβαιότητες...

Βάση για την παραπάνω εσφαλμένη αντίληψη αποτελεί η θέση ότι οι σοσιαλδημοκρατικές -- ή κατά την τρέχουσα στρεβλωτική παρα-ορολογία «κεντροαριστερές» -- πολιτικές στην κρίση αποτελούν εξ ορισμού εγχειρήματα ρήξης με τη νεοφιλελεύθερη παράδοση των τελευταίων δεκαετιών και αρθρώνουν έναν διαφορετικό πολιτικό και ιδεολογικό λόγο στο κοινωνικό στερέωμα. Τούτο όμως απέχει από την πολιτική, ιδεολογική και γενικότερα κοινωνική πραγματικότητα όπως τη βιώνουν τα κυριαρχούμενα στρώματα. Προκειμένου να δειχθεί η πραγματικότητα αυτής της θέσης αρκεί να απαντηθεί το ακόλουθο κρίσιμο ερώτημα: Αμφισβητεί η κεντροαριστερά, όπως έχει διαμορφωθεί στην Ελλάδα και σε άλλες χώρες της Ευρωπαϊκής Ένωσης, την οικονομική πολιτική που ασκήθηκε στην διάρκεια της δεκαετίας του '90; Εάν ναι, με ποιον τρόπο, και σε ποια συγκεκριμένα σημεία;

Για να συγκεκριμενοποιηθεί το παραπάνω ερώτημα αρκεί να σημειώσουμε πως τα κρίσιμα ζητήματα της οικονομικής πολιτικής είναι τέσσερα: η δημοσιονομική πολιτική, η νομισματική πολιτική, η εισοδηματική πολιτική και η μείωση της ανεργίας. Η περιήγηση στις τέσσερις αυτές θεματικές ενότητες μας δίνει τις απαντήσεις που ζητάμε προκειμένου να τεκμηριώσουμε την ιστορική συνέχεια που συγκροτεί το «κεντροαριστερό» ρεύμα στον καμβά της νεοφιλελεύθερης παράδοσης.

Για τη δημοσιονομική πολιτική: Προτίθενται, άραγε, οι σοσιαλιστικές ή κεντροαριστερές κυβερνήσεις να αναθεωρήσουν ριζικά την δημοσιονομική πολιτική όπως αυτή υπαγορεύεται από το Σύμφωνο Σταθερότητας που επιβάλλει άπαξ δια παντός τις νεοφιλελεύθερες επιλογές σε ό,τι αφορά τα δημόσια ελλείμματα; Η απάντηση είναι απερίφραστα αρνητική. Σε επίπεδο διακηρυκτικό, το μανιφέστο των σοσιαλιστών διατείνεται ότι η Ευρώπη πρέπει να παραμείνει πιστή στο Σύμφωνο Σταθερότητας: «Το Σύμφωνο είναι σχεδιασμένο έτσι ώστε να εξασφαλίζει τη δημοσιονομική υπευθυνότητα των χωρών μελών της ΕΕ. Αυτό είναι ζωτικής σημασίας, εάν λάβουμε υπόψη μας τη σημασία της δημοσιονομικής πειθαρχίας για την επίτευξη μακροοικονομικής σταθερότητας και για την επιτυχία της ΟΝΕ». Στην Ελλάδα ειδικότερα, η στοχοπροσήλωση στη δημοσιονομική πειθαρχία λόγω ΟΝΕ έχει γίνει μόνιμη επωδός κάθε περιοριστικής πολιτικής που αυτοδίκαια ανανεώνεται εις το διηνεκές ανεξαρτήτως συγκυρίας και φάσης. Και μάλιστα, στο μεγαλύτερο μέρος της δεκαετίας του 1990, οπότε και οι διάφορες παραλλαγές του ΠΑΣΟΚ έχουν την ευθύνη διακυβέρνησης της χώρας. Τελευταίο δείγμα αυτής της δημοσιονομικής πειθαρχίας, αλλά και της δεξαμενής από την οποία αντλεί το βασικό οπλοστάσιό της, είναι η ακαμψία της κυβέρνησης αναφορικά με τα όποια αιτήματα εισοδηματικής υποστήριξης για τα φτωχότερα στρώματα με το πρόσχημα της προσήλωσης στη δημοσιονομική σταθερότητα, παράλληλα με την εκπληκτική ευκολία με την οποία περιέκοψε δημόσια έσοδα προκειμένου να επιταχύνει την αποπληθωριστική πορεία. Είναι και αυτό αποτέλεσμα της βασικής οικονομικής αρχής ότι η αύξηση των δαπανών έχει μεγαλύτερη επίπτωση στο έλλειμμα απ' ό,τι η μείωση των εσόδων. Νέα μαθηματικά. ..

Για την εισοδηματική πολιτική: Με την αντικατάσταση των εθνικών νομισμάτων από το ευρώ, οι εθνικές οικονομίες θα χάσουν την δυνατότητα που είχαν να προσαρμόζουν τις τιμές των προϊόντων τους ανάλογα με την πίεση του διεθνούς ανταγωνισμού. Όλοι ανεξαιρέτως οι υπολογισμοί που πραγματοποιούνται με σκοπό να διαπιστωθεί ποιες θα είναι οι συνέπειες για τους μισθούς, δείχνουν ότι κάθε ανισορροπία που θα παρουσιάζεται στο ισοζύγιο τρεχουσών συναλλαγών θα εκτονώνεται με αναδιανομή του εισοδήματος σε βάρος της εργασίας, υπό την προϋπόθεση ότι τα κέρδη θα παραμένουν άθικτα. Για τους διεθνείς οργανισμούς, συμπεριλαμβανομένων των υπηρεσιών της Ευρωπαϊκής Ένωσης, θεωρείται ως δεδομένο ότι τα ιερά κέρδη δεν πρέπει να θιγούν, επομένως ότι η «μεταβλητή προσαρμογής» οφείλουν να είναι οι μισθοί. Είναι βέβαιο ότι οι σοσιαλιστικές ή κεντροαριστερές κυβερνήσεις δεν πρόκειται να αμφισβητήσουν αυτή τη λογική που καταφανώς στρέφεται εναντίον των εργαζόμενων τάξεων, όπως άλλωστε έχει δείξει στην περίπτωση της Ελλάδας η μακρά κυβερνητική θητεία τους που συνδυάστηκε στην τελευταία δεκαπενταετία με την εμφάνιση και την ένταση των προγραμμάτων λιτότητας και μείωσης της αγοραστικής δύναμης των μισθών. Ειδικότερα, οι κυβερνήσεις του ΠΑΣΟΚ στη δεκαετία του '90 ήταν ο βασικός μοχλός αναδιανομής του εισοδήματος εις βάρος της εργασίας και θιασώτες της λιτότητας χωρίς όρια και χρονικό ορίζοντα, που δεν υπόσχεται πια ούτε τις καλύτερες μέρες, αλλά απλά και μόνο τη νέα Εδέμ της ΟΝΕ και της ένταξης στο κλαμπ των «ισχυρών» του σημερινού κόσμου.

Για την αγορά εργασίας και την ανεργία: Στο πλαίσιο της ίδιας λογικής που θέλει να μεταφέρει ολόκληρο το βάρος του διεθνούς ανταγωνισμού πάνω στους μισθούς, το νεο-φιλελεύθερο σχέδιο προβλέπει την ευελιξία των μισθών (ώστε η προσαρμογή να είναι ταχεία). Μια τέτοια ευελιξία απαιτεί την αποδυνάμωση των συνδικαλιστικών οργανώσεων και την επιβολή ευελιξιών στην αγορά εργασίας. Αντιτίθεται, μήπως, η κεντροαριστερά στις εν λόγω ευελιξίες; Τι επιφυλάσσει για τις συνδικαλιστικές οργανώσεις στην Ευρώπη; Η εικόνα που έχει διαμορφωθεί από τη μακρά διακυβέρνηση του ΠΑΣΟΚ είναι σε πλήρη αρμονία με την αναζήτηση της διαρκώς διευρυνόμενης ευελιξίας, αρχής γενομένης από το δεύτερο ήμισυ της δεκαετίας του '80 με τη συζήτηση περί μερικής απασχόλησης έως και τα «τοπικά σύμφωνα για την απασχόληση» του πρόσφατου «διαλόγου» για την απασχόληση και την ανάπτυξη που τείνει να νομιμοποιήσει τις πολιτικές ελαστικοποίησης των εργασιακών σχέσεων. Μάλιστα θα λέγαμε ότι οι σοσιαλιστικές κυβερνήσεις υπήρξαν στο παρελθόν αλλά και συνεχίζουν να είναι σήμερα οι προνομιακοί διαχειριστές των πολιτικών ευελιξίας και ελαστικοποίησης των εργασιακών σχέσεων λόγω της πειθούς που μπορούν (;) να ασκήσουν στα κοινωνικά στηρίγματά τους με αντίτιμο βέβαια την προοπτική απαξίωση, τόσο τη δική τους όσο και των συνδικαλιστικών ηγεσιών που είναι προσδεδεμένες στο άρμα τους.

Ακόμη σημαντικότερο είναι το ερώτημα εάν οι σοσιαλιστικές κυβερνήσεις επιδιώκουν την πλήρη απασχόληση και με τι μέσα. Εάν, δηλαδή, είναι σε θέση να μειώσουν την ανεργία με μέσο την οικονομική πολιτική και πιο συγκεκριμένα με την επιτάχυνση των επενδύσεων και της παραγωγής, ή εάν αποδέχονται τις ήδη ασκούμενες πολιτικές απασχόλησης που στηρίζονται στην «απασχολησιμότητα», τις ευελιξίες, την επισφαλή απασχόληση, την επιδότηση, όχι των ανέργων αλλά των επιχειρήσεων... Έχουν αρνηθεί, μήπως, οι σοσιαλιστές και οι κεντροαριστεροί ότι για την μείωση της ανεργίας πρέπει να μειωθούν οι μισθοί, ιδιαίτερα δε οι κατώτατοι μισθοί και οι εργοδοτικές εισφορές; Πρόκειται βέβαια για κρίσιμο σημείο διαφοροποίησης των σημερινών «σοσιαλιστικών» πολιτικών από τις παραδοσιακές σοσιαλδημοκρατικές προσεγγίσεις, που δείχνουν την υιοθέτηση από τη σύγχρονη κεντροαριστερά του βασικού πυρήνα νεοφιλελεύθερης οικονομικής «θεωρίας», ότι δηλαδή η οικονομική πολιτική δεν μπορεί να μειώσει το ποσοστό ανεργίας κάτω από ένα κρίσιμο επίπεδο παρά μόνο με αντίτιμο την άνοδο του πληθωρισμού σε αβάσταχτα ύψη, γεγονός που απαξιώνει συνολικά την οικονομική πολιτική ως μέσο επίτευξης της πλήρους απασχόλησης και περιορίζει τη σφαίρα του πολιτικού στην προσπάθεια αποκατάστασης της εύρυθμης, δηλαδή απορυθμισμένης λειτουργίας της αγοράς εργασίας. Η ανεργία οφείλεται λοιπόν στις ακαμψίες της αγοράς εργασίας και δεν μπορεί να μειωθεί παρά μόνο μέσω των «διαρθρωτικών» αλλαγών, δηλαδή εκείνων των αλλαγών που ελαστικοποιούν τις εργασιακές σχέσεις. Μήπως αυτή η φρασεολογία και συλλογιστική θυμίζει κάτι από την καθημερινή συνθηματολογία των «σοσιαλιστών» ή «κεντροαριστερών» διαχειριστών της κοινοτοπίας και την αδιάκοπη και ατέρμονη προπαγάνδα που υφιστάμεθα από όλα τα μέσα;

Για την νομισματική πολιτική: Οι σοσιαλιστικές ή κεντροαριστερές κυβερνήσεις της Ευρωπαϊκής Ένωσης δηλώνουν πως επιθυμούν, σε αντίθεση με τις κεντρικές τράπεζες, τη μείωση των επιτοκίων. Αποτελεί, άραγε, αυτό, ουσιαστική αλλαγή της οικονομικής πολιτικής; Οι συνεχείς μειώσεις των επιτοκίων στις ΗΠΑ με πρωτοβουλία της κεντρικής τράπεζας, θα πρέπει να εκληφθούν ως μια τέτοια αλλαγή; Αμφισβητούν, μήπως, οι εν λόγω κυβερνήσεις την αυτονομία των κεντρικών τραπεζών που επιτρέπει στις τελευταίες να καθορίζουν την νομισματική πολιτική; Διατίθενται να συγκρουστούν με σκληροπυρηνικούς νεοφιλελεύθερους πολιτικούς, γραφειοκράτες και τεχνοκράτες που εκπροσωπούν τον «θεσμικό νεοφιλελευθερισμό» στις κεντρικές τράπεζες, τους διεθνείς οργανισμούς και τον κρατικό μηχανισμό;

Είναι κατ' αρχήν δεδομένο ότι αυτή τη στιγμή εκδηλώνεται μια σύγκρουση μεταξύ κεντρικών τραπεζών και κεντροαριστερών κυβερνήσεων σχετικά με το μέλλον της οικονομικής πολιτικής. Πρόκειται άραγε για απόπειρα αλλαγής πολιτικής ή για κάποιες απόπειρες μικρών διορθωτικών παρεμβάσεων που δεν αλλοιώνουν τη βάση της πολιτικής; Και αν είναι αληθές το δεύτερο, ποιο είναι το αίτιο για τις αλλαγές;

Σήμερα διερχόμαστε μια φάση προσαρμογής της πολιτικής «εντός των πλαισίων» της νεοφιλελεύθερης ΟΝΕ που οφείλεται σε αντικειμενικούς παράγοντες, όπως είναι η κρίση στις αγορές χρήματος και κεφαλαίου. Παρά το γεγονός ότι ο αντίκτυπος της κρίσης μέχρι στιγμής δεν έχει προσλάβει σημαντικές διαστάσεις στην ΕΕ, εντούτοις θα επηρεάσει τους ρυθμούς οικονομικής μεγέθυνσης επιβραδύνοντάς τους. Η απειλή της ύφεσης και της συνακόλουθης δραματικής επιδείνωσης της ήδη υψηλής ανεργίας αποτελούν τη βάση για τις πρωτοβουλίες των σοσιαλιστικών κυβερνήσεων: μείωση των επιτοκίων, μείωση φόρων, χρήση των δημοσίων ελλειμμάτων για τόνωση της οικονομικής δραστηριότητας, αύξηση της παραγωγής και της απασχόλησης. Έτσι θα μπορούσε να αποτραπεί ο κίνδυνος να μετατραπεί η χρηματιστική κρίση σε κρίση της πραγματικής οικονομίας.

Ωστόσο, αντί μια τέτοια στροφή να έχει θεαματικό χαρακτήρα με την εγκατάλειψη της νεοφιλελεύθερης πολιτικής, κατέληξε να έχει περιορισμένη έκταση με μια ελαφρά διαφορετική διαχείριση της οικονομίας εντός του πλαισίου βασικών επιλογών που έχουν ήδη πραγματοποιηθεί σχετικά με τους στόχους και τις επιλογές της ΟΝΕ. Ο λόγος για αυτό δεν είναι μόνο ή κυρίως η αντίσταση των Κεντρικών Τραπεζών, αλλά οι ταξικοί συσχετισμοί δύναμης σ' όλες τις χώρες του αναπτυγμένου καπιταλισμού, εξωτερική όψη των οποίων είναι η αδυναμία των οπαδών μιας ριζικά διαφορετικής οικονομικής πολιτικής να βρουν στηρίγματα στο κύριο ρεύμα των οικονομικών, που εξακολουθεί να ηγεμονεύεται από τα θέσφατα του νεοφιλελευθερισμού βάσει των οποίων «η νομισματική πολιτική δεν μπορεί να επιλύσει το πρόβλημα της ανεργίας».

Αυτό που προκύπτει από τα παραπάνω είναι ότι η κεντροαριστερά θα διαχειριστεί τις αντιφάσεις του νεοφιλελευθερισμού χωρίς να θίγει τις βασικές του επιλογές, διότι οι σοσιαλιστές δεν διαφοροποιούνται σε σχέση με τη συντηρητική στρατηγική και τη νεοφιλελεύθερη πολιτική πρακτική που διαρκώς επιδεινώνει το συσχετισμό δύναμης κεφαλαίου - εργασίας.

Μήπως όμως τα όσα εκθέσαμε στα προηγούμενα στρεβλώνουν την εικόνα των σοσιαλιστικών κυβερνήσεων αναφορικά με το κοινωνικό πρόσωπο που δείχνουν ή επιχειρούν να διαμορφώσουν σε σχέση με τα όσα προκύπτουν ή προκαλούνται στο επίπεδο των γενικότερων κοινωνικών σχέσεων; Μια ένδειξη για το πώς απαντιέται αυτό το ερώτημα στην πράξη των κοινωνικών ρυθμίσεων και διευθετήσεων αποτελούν τα όσα κατά καιρούς συνιστούν αντικείμενο μεταρρύθμισης των σοσιαλιστικών κυβερνήσεων. Τελευταίο δείγμα στην Ελλάδα είναι η εκπαιδευτική μεταρρύθμιση, που ολοκληρώνει έναν κύκλο προσπαθειών αναπροσανατολισμού των εκπαιδευτικών πραγμάτων της χώρας.

Σε συνέχεια της σύγκρουσης με τους εκπαιδευτικούς για την κατάργηση της επετηρίδας και στηριζόμενος στη γενική διαπίστωση ότι το σύστημα εισαγωγής στην τριτοβάθμια εκπαίδευση με τις εξετάσεις στα τέσσερα μαθήματα ανά δέσμη οδηγούσε στην παντελή εγκατάλειψη των γενικών γνώσεων του Λυκείου, ο νέος νόμος προχωρά σε μια σειρά αλλαγών που εντείνουν τις διαδικασίες επιλογής και πριμοδοτούν ακόμη περισσότερο τον ανταγωνισμό στο εσωτερικό της δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης. Ο πολλαπλασιασμός των εξετάσεων, η προσμέτρηση των προφορικών βαθμών, η έλλειψη ολοκληρωμένων διδακτικών βιβλίων, εκπαιδευτικού προσωπικού, υλικοτεχνικής υποδομής και ιδιαίτερα η αδυναμία του συστήματος για την παροχή περισσότερων της μιας ευκαιρίας στις διενεργούμενες εξετάσεις αποτέλεσαν σημεία κρυστάλλωσης για την άρθρωση της αντίθεσης των μαθητών. Επιπρόσθετα, το νέο σύστημα που χρησιμοποιεί σε αύξοντα βαθμό τους εκπαιδευτικούς ως ιμάντες μεταβίβασης του ανταγωνισμού μεταξύ των μαθητών, αντί του απρόσωπου μηχανισμού των πανελλαδικών εξετάσεων, προσφέρεται καλύτερα για την προσωποποίηση της αντίδρασης και την ευκολότερη άρθρωσή της στο μικρόκοσμο του σχολείου, στην καθημερινότητα της σχολικής ζωής.

Οι επιχειρούμενες αλλαγές, παρά την αύξηση του αριθμού των εισακτέων, συντείνουν λοιπόν στη δημιουργία εντονότερων φραγμών για σπουδές στα (θεωρούμενα ως «υψηλότερου επιπέδου») Τμήματα υψηλής ζήτησης της τριτοβάθμιας εκπαίδευσης, ενώ παράλληλα εντείνουν και μεταφέρουν νωρίτερα στο χρόνο τις διαδικασίες επιλογής. Έτσι δημιουργούν την εντύπωση ότι οδηγούν στην περιθωριοποίηση τη μεγάλη μάζα των μαθητών, εξωθώντας την στον ωκεανό της επαγγελματικής κατάρτισης, των ΙΕΚ, των ΤΕΕ, ή στην καλύτερη περίπτωση των υποβαθμισμένων τμημάτων ορισμένων ΤΕΙ και ΑΕΙ.

Το αποτέλεσμα όλων αυτών είναι οι καταλήψεις και η συντονισμένη μαθητική διαμαρτυρία, που μένει να δείξει αν θα μπορέσει να αρθρωθεί σε τέτοιο επίπεδο που να απειλήσει την υλοποίηση και λειτουργικότητα του νέου νόμου.

Μέχρι τότε όμως θα αποτελεί άλλο ένα αδιάψευστο τεκμήριο του ατελείωτου αποθέματος «κοινωνικής ευαισθησίας» που διαθέτει η εκσυγχρονιστική κυβέρνηση του ΠΑΣΟΚ, οι κεντροαριστερές βλέψεις της και το σοσιαλιστικό άλλοθί της.

 
< Προηγ.   Επόμ. >
Θέσεις, τριμηνιαία επιθεώρηση, 37ο έτος (1982-2019), εκδόσεις Νήσος, (Σαρρή 14, 10553, Αθήνα, τηλ-fax: 210-3250058)
Το περιεχόμενο διατίθεται ελεύθερα για μη εμπορικούς σκοπούς, υπό τον όρο της παραπομπής στην αρχική του πηγή