Τα φορολογικά της Χίου με βάση τα Νεαμονικά Χρυσόβουλλα Εκτύπωση
Τεύχος 67, περίοδος: Απρίλιος - Ιούνιος 1999


ΤΑ ΦΟΡΟΛΟΓΙΚΑ ΤΗΣ ΧΙΟΥ ΜΕ ΒΑΣΗ ΤΑ ΝΕΑΜΟΝΙΚΑ ΧΡΥΣΟΒΟΥΛΛΑ
του Χρήστου Μπελέ

Περίληψη

Με το παρόν άρθρο θέλησα να υπεισέλθω στα δημοσιονομικά της Χίου και συγκεκριμένα στα φορολογικά της, στηριζόμενος στην πρωτότυπη ανάλυση και ερμηνεία των Νεαμονικών Χρυσοβούλλων, κύρια, όπως κι άλλων πρωτογενών και δευτερογενών πηγών. Σχετικά με τους φόρους που πλήρωναν οι Χιώτες της βυζαντινής εποχής (οι Ρωμαίοι πολίτες της Χίου), προκύπτουν εξ αντιδιαστολής των εξαιρέσεων από τους φόρους, τέλη και πάσης φύσεως βάρη της Νέας Μονής, που θεσπίσθηκαν από τον Κωνσταντίνο Μονομάχο με τα χρυσόβουλλα του Ιανουαρίου 1044 και του Ιουλίου 1049 και το Μιχαήλ Παλαιολόγο με το χρυσόβουλλο του Απριλίου 1259.

1. Εισαγωγή

Στα πλαίσια της διοικητικής αποκέντρωσης του Βυζαντινού κράτους1 δη-μιουργήθηκε ο θεσμός του Θέματος. Σύμφωνα με τον Α.Α. Vasiliev, Θέμα2 ήταν η επαρχιακή διοικητική περιφέρεια, της οποίας χαρακτηριστικό υπήρξε η επικράτηση της στρατιωτικής επί της πολιτικής εξουσίας.

Τα Θέματα, που ονομάζονταν και Στρατηγάταή Στρατηγίδεςή όρια(από το 13ο αιώνα), είχαν επικεφαλής ανώτατους κρατικούς λειτουργούς με στρατιωτικές και πολιτικές αρμοδιότητες, οι οποίοι έφεραν τον τίτλο του στρατηγού, που επί Κομνηνών αντικαταστάθηκε από εκείνον του δούκα.

Ο αριθμός και η έκταση των θεμάτων άλλαζαν κατά καιρούς, χωρίς αυτό να 'χει σχέση απαραίτητα με τις αυξομειώσεις της έκτασης του κράτους. Από τις πηγές πληροφορούμεθα ότι το 10ο αιώνα τα θέματα ήταν είκοσι εννέα, τον 11ο τριάντα οκτώ και περίπου στο τέλος του 13ου αιώνα ανέρχονταν σε ογδόντα.

Κάθε θέμα υποδιαιρούνταν σε δύο ή τρεις πολιτικοστρατιωτικές υποδιοικήσεις, οι οποίες ονομάζονταν τούρμεςή τουρμαρχάταή μέρη. Επικεφαλής κάθε τούρμας ήταν ο τουρμάρχηςή μεράρχης.

Σε καιρό πολέμου η τούρμα αποτελούσε ανωτέρα στρατιωτική μονάδα με δύναμη 3.000 - 5.000 άνδρες. Το σύνολο των τουρμών ενός θέματος αποτελούσε τη στρατιά, με ανώτατη δύναμη τους 10.000 άνδρες.

Σε καιρό ειρήνης το θέμα αποτελούσε διοικητική και οικονομική περιφέρεια του κράτους, όπου στρατιώτες ή πλώιμοι μετατρέπονταν σε καλλιεργητές των στρατιωτοπίων (κτήματα που τους παραχωρούσε το κράτος) με αντιπαροχή απ' αυτούς στρατιωτικές υπηρεσίες.

Η τούρμα ήταν διοικητική και οικονομική υποπεριφέρεια του θέματος με ένα κεντρικό φρούριο, όπου εγκαθίστατο ο Τουρμάρχης για να ασκήσει τα διοικητικά του καθήκοντα και να εποπτεύει την παραγωγή και τη διακίνηση των προϊόντων. Εκτός του στρατηγού και του Τουρμάρχη, που είχαν πολιτικοστρατιωτική δικαιοδοσία, υπήρχαν και άλλοι στρατιωτικοί και διοικητικοί λειτουργοί για τους οποίους θα μιλήσουμε περισσότερο παρακάτω.

Τέσσερα από τα θέματα ήταν τα λεγόμενα ναυτικά ή θαλασσινά θέματακαι σ' αυτά ναυπηγούνταν και εξοπλίζονταν με δικούς τους πόρους τα πλοία του Θεματικού Πλωΐμου, δηλαδή του περιφερειακού επαρχιακού στόλου. Το θεματικό πλώϊμο ναυλοχούσε στα παραπάνω θέματα και διοικούνταν από τους επικεφαλής αυτών στρατηγούς. Σε περίπτωση ναυτικών επιχειρήσεων, τόσο το κεντρικό πλώϊμο, όσο και τα επαρχικά πλώϊμα περιέρχονταν στο μεγάλο δούκα.

Τα τέσσερα αυτά ναυτικά θέματα με τη σειρά αρχαιότητας τους ήταν: των Κιβυρραιωτών, του Αιγαίου Πελάγους, της Κεφαλληνίας και της Σάμου.

Το ναυτικό θέμα του Αιγαίου Πελάγους θεωρούνταν όχι μόνο το σημαντικότερο από τα ναυτικά θέματα, αλλά και συγκαταλεγόταν μεταξύ των σπουδαιοτέρων θεμάτων γενικά3.

Στο θέμα του Αιγαίου Πελάγους συμπεριλαμβάνονταν η Χίος, οι Κυκλάδες, η Λέσβος, η Τένεδος, η Ίμβρος, η Λήμνος, η Σκύρος και ο Ελλήσποντος με τις εκατέρωθεν του περιοχές, δηλαδή τμήμα της Θράκης, η Τρωάς και το τμήμα της Μικράς Ασίας μέχρι του Κυζίκου.

Το 10ο αιώνα η Χίος ήταν μια από τις σημαντικότερες πόλεις της αυτοκρατορίας. Ο Παπαρρηγόπουλος, όπως αναφέρουμε παραπάνω, υποστηρίζει ότι η Χίος την εποχή των Κομνηνών συγκαταλέγεται μεταξύ των πιο πλουσίων και εμπορικών πόλεων του Βυζαντίου και αυτό είχε σαν συνέπεια, η ομώνυμη πρωτεύουσα του νησιού να ορισθεί από τον 9ο αιώνα διοικητικό και οικονομικό κέντρο ευρύτερης περιφέρειας, δηλαδή του ναυτικού θέματος του Αιγαίου Πελάγους.

Το ότι η Χίος ήταν πρωτεύουσα θέματος--αν και δεν μαρτυρείται ρητά από τις πηγές-- συνάγεταιαπό τα παρακάτω κριτήρια -τεκμήρια:

α. Από την υπεροχή και την ανωτέρα οικονομική υποδομή της πόλης της Χίου έναντι των άλλων πόλεων, που ανήκουν στο ίδιο θέμα. Κατά την περίοδο της αναγέννησης του βυζαντινού εμπορίου και μέχρι την εποχή των Κομνηνών, η Χίος υπήρξε το σημαντικότερο οικονομικό κέντρο της αυτοκρατορίας στο Αιγαίο, λιμάνι εισαγωγικού, εξαγωγικού και διαμετακομιστικού εμπορίου, καταφύγιο των διερχομένων πλοίων και σταθμός ανεφοδιασμού σε τρόφιμα και νερό.

β. Από το ιδιαίτερο ενδιαφέρον της αυτοκρατορικής κυβέρνησης για την άμυνα του νησιού και την αυτονομία της οικονομίας του, θωρακίζοντας τόσο την πρωτεύουσα με την ανέγερση του μεγάλου φρουρίου του λιμανιού και με άλλα οχυρά τριγύρω όσο και την ύπαιθρο με ένα τέλειο αμυντικό σύστημα, γεγονός που έπραττε για τις πρωτεύουσες θεμάτων και της πέριξ αυτών υπαίθρου χώρας.

Τα φρούρια, τα Καστέλλια, οι βίγλες του νησιού όχι μόνο προστάτευαν το ναυλοχούν σ' αυτό θεματικό πλώϊμο, αλλά αποτελούσαν παράγοντες sine qua non της οικονομικής ανάπτυξής του. Μιας ανάπτυξης, που προδίδουν ο μεγάλος αριθμός παραγωγικών μονάδων στην πόλη, η μεγάλη κίνηση του λιμανιού της (εξωτερικό και εσωτερικό εμπόριο), η ακμή της οικονομίας της υπαίθρου και το πλήθος των οικισμών της και των παραγωγικών εγκαταστάσεών της.

γ. Από τους βυζαντινούς αρχοντικούς οίκους, τα τοπωνύμια από ονόματα αρχοντικών γενών, οφφικίων, αξιωμάτων ή υπηρεσιών στρατιωτικών και υπαλλήλων της Βυζαντινής ιεραρχίας ή της αυτοκρατορικής γαιοκτησίας ή όρων βυζαντινών που έχουν σχέση με τη θεματική διοίκηση.

δ. Από τα χρυσόβουλλα4, μολυβδόβουλλα, τις σφραγίδες και άλλες γραπτές ειδήσεις.

ε. Από την ίδια τη στρατηγική θέση του νησιού.

Το Θέμα συνιστούσε μικρογραφία του Βυζαντινού Κράτους και αποτελούσε, κατά κάποιο τρόπο, κρατίδιο με ιδιαίτερα έσοδα και έξοδα, για τα οποία φρόντιζαν οι αρμόδιοι δημόσιοι λειτουργοί. Αυτοί ήταν, για μεν τα έσοδα: οι επόπτες, οι εξισωτές, οι αναγραφείς και οι διοικητές, για τους άμεσους φόρους, οι κουμερκιάριοι, οι παραθαλάσσιοι νοτάριοι, οι λιμενάρχες και οι ξυλοκάλαμοι, για τους έμμεσους φόρους, οι διάφοροι κουράτορες για τη διαχείριση της βασιλικής και δημόσιας γης, οι επισκεπτήτες για τον έλεγχο αυτών, οι άρχοντες των εργοδοσιών και μονοπωλίων για τη διεύθυνση των κρατικών εργαστηρίων και μονοπωλίων και οι κομμερκιάριοι αποθήκης, οι οποίοι διεύθυναν τις αποθήκες όπου φυλάσσονταν και πωλούνταν τα μονοπωλιακά είδη. Για δε τα έξοδα: ο πρωτονοτάριος του θέματος και οι κάτω από αυτόν. Τα νεαμονικά χρυσόβουλλα και οι άλλες πηγές αναφέρουν όμως και άλλους οικονομικούς υπαλλήλους. Όλοι οι παραπάνω είχαν εξάρτηση από την κεντρική κυβέρνηση, καθ' όσον οι σημαντικές αποφάσεις για τις επαρχιακές διοικήσεις λαμβάνονταν στην πρωτεύουσα, εκτός εάν αυτές υπόκεινταν στην ασυδοσία ημιανεξάρτητων χωροδεσποτών.

Οι δούκες των θεμάτων, εκτός από τη στρατιωτική και πολιτική εξουσία, είχαν και οικονομική δικαιοδοσία, συγκεντρώνοντας τα καθήκοντα και τον τίτλο του αναγραφέα ή του πράκτορα, επικεφαλής των φορολογικών υπηρεσιών, που ήταν υπεύθυνοι της κατάστρωσης του κτηματολογίου.

Το παραπάνω σύστημα διοίκησης των επαρχιών, παρέμεινε στις γενικές γραμμές του μέχρι το τέλος της Βυζαντινής αυτοκρατορίας.

Ύστερα από τα παραπάνω, θα διερευνήσουμε ειδικότερα την επαρχία της Χίου, η οποία αποτέλεσε είτε τμήμα του θέματος του Αιγαίου Πελάγους, το οποίο είχε πρωτεύουσα την πόλη της Χίου, είτε ίδιο θέμα αργότερα.

<M>2. Έσοδα

Τα θεματικά έσοδα από τη Χίο διακρίνονται σε δύο κατηγορίες τα πρωτογενήκαι τα παράγωγα. Στην πρώτη κατηγορία περιλαμβάνονται αυτά που πηγάζουν από την αυτοκρατορική και κρατική περιουσία (κρατικές γαίες) και τα κρατικά μονοπώλια, ενώ στη δεύτερη κατηγορία περιλαμβάνονται αυτά που αντλούνται από τις ατομικές οικονομίες.

2.α. Τα πρωτογενή έσοδα.

Τα πρωτογενή έσοδα προέρχονταν, όπως λέχθηκε, από τις αυτοκρατορικές γαίες της Χίου και τα κρατικά μονοπώλια. Τις αυτοκρατορικές γαίες διαχειρίζονταν ειδικοί γι' αυτό εντεταλμένοι επιμελητές, που ονομάζονταν βασιλικοί κουράτορες. Από πρωτότυπη πηγή μας δίδεται η πληροφορία για κάποιο Γεώργιο με την παραπάνω ιδιότητα. Η θέση του κουράτορα δικαιολογούνταν, διότι στη Χίο ο αυτοκράτορας κατείχε κτήματα, λιβάδια, δάση, αλυκές, λατομεία και ορυχεία, των οποίων η εκμετάλλευση γινόταν είτε απ' ευθείας υπό την επιστασία του κουράτορα είτε με εκμίσθωση σε τρίτους, εισπράττοντας τα εισοδήματα από αυτή με τη φροντίδα του κουράτορα.

Τα κρατικά μονοπώλια, ασκούσε το Βυζαντινό κράτος για λόγους δημόσιου συμφέροντος. Τέτοια μονοπώλια στη Χίο ήταν: Το μονοπώλιο του αλατιού, η κατασκευή από τις εργοδοσίες (κρατικά εργαστήρια) εργαλείων, oρισμένων μεταξωτών ενδυμάτων, διαφόρων πολύτιμων χρειωδών για τους άρχοντες και την Εκκλησία, η οπλοποιΐα, η ραφή των στρατιωτικών στολών, η ναυπήγηση και εξάρτηση πολεμικών πλοίων, τα μεταλλεία, λατομεία και ορυχεία, η αλιεία της κογχύλης και η πορφυρά βαφή των υφασμάτων. Αλλ' ενώ η πορφυρά βαφή έπαυσε να είναι μονοπώλιο από την εποχή του Λέοντος του Σοφού, η αλιεία της κογχύλης εξακολούθησε, αφού στο χρυσόβουλλο του Κωνσταντίνου Μονομάχου του Ιανουαρίου 1044 μαρτυρείται «η κογχύλη», δηλαδή ο εξαργυρισμός της υποχρέωσης προς αποστολή κογχυλευτών για το μονοπώλιο της συλλογής κογχυλών. Άλλα μονοπώλια ήταν η εκμετάλλευση της στυπτηρίας (alum)5 και του σιταριού. Ο Μι-χαήλ Ιουστινιάνης χαρακτηρίζει τη Χίο granajo del popolo romano, για τις αποθήκες σιταριού που υπήρχαν στο νησί, του οποίου η προμήθεια γινόταν από την Ανατολή.

Από τις σφραγίδες, που περισώθηκαν, μαρτυρείται ότι σ' ορισμένες επαρχίες του Βυζαντινού κράτους υπήρχαν ειδικές αποθήκες, που διευθύνονταν από τους κομμερκιαρίουςαποθήκης, όπου φυλάσσονταν και πωλούνταν τα παραγόμενα από τις κρατικές μονοπωλιακές επιχειρήσεις συγκεντρούμενα ή διακινούμενα είδη. Τέτοιες προφανώς αποθήκες, εκτός από τη μαρτυρία του Μ. Giustiniani, αναφέρονται σαν τοπωνύμια σε πολλά μέρη στη Χίο με την έκφραση «αποθήκα». Ο δε Μιχαήλ Παλαιολόγος, με το χρυσόβουλλο του Απριλίου 1259, επικυρώνει στα δικαιώματα της Νέας Μονής «τας αποθήκας πλησίον της θαλάσσης». Εάν το σιτάρι που παραγόταν στη Χίο δεν κάλυπτε τις ανάγκες του νησιού για όλο το έτος και αυτό ήταν ο κανόνας, οι παραπάνω κρατικοί υπάλληλοι ήταν υποχρεωμένοι, τουλάχιστον μέχρι τη Μακεδονική δυναστεία, να εξασφαλίζουν τον εφοδιασμό του νησιού με το αναγκαίο σιτάρι. Το εν λόγω σιτάρι διανεμόταν στους μάγκιπες6 σε ορισμένη τιμή για μεταποίηση σε άρτο. Τα μονοπωλιακά και τα κωλυόμενα για εξαγωγή εμπορεύματα συγκεντρώνονταν στις παραπάνω αποθήκες και το κράτος κανόνιζε την τιμή και την εξαγωγή τους.

Από τα αναφερόμενα στο χρυσόβουλλο του Κωνσταντίνου Μονομάχου του Ιανουαρίου του 1044, «(...) εκβολής7 κονταράτων8, τοξοτών9, ταγής πεζών10 εξοπλίσεως νέων, ή ετέρων στρατιωτών ταξατιώνος, ματζουκατιώνος11, (...) απλήκτων, επιθέσεως μονοπροσώπων12 (...) κοπής και καταβιβασμών ξύλων, σανίδος· κτίσεως χελανδίων αγραρίων, ζορμώνων πολεμικών, (...)», όπως επίσης στο χρυσόβουλλο του Μιχαήλ Παλαιολόγου του Απριλίου 1259, «(...) ή κατεργοκτισίας (...) ή πλωΐμων ή κονταράτων (...)», σε συνδυασμό με αυτά που ίσχυαν στο Βυζάντιο για τη στρατολογία και ναυτολογία του θεματικού στρατού και πλωΐμου αντίστοιχα, καταλήγουμε στο συμπέρασμα ότι στη Χίο υφίσταντο κρατικά εργαστήρια οπλοποιΐας και κρατικά ναυπηγεία. Ο θεματικός στρατός και το θεματικό πλώϊμο, εφ' όσον συγκροτούνταν από το στρατηγό του θέματος, καλύπτοντας τις δαπάνες κατά το πλείστον, τουλάχιστον, από εισφορές των επαρχιωτών, όπως τα εν λόγω χρυσόβουλλα μαρτυρούν για την απαλλαγή της Νέας Μονής από τέτοιες υποχρεώσεις, το παραπάνω συμπέρασμα ενισχύεται ακόμη περισσότερο. Ειδικότερα όσον αφορά στα ναυπηγεία, η παραπάνω άποψη ενδυναμώνεται από τη μαρτυρία της Άννας Κομνηνής, κατά την οποία η Χίος και η Ρόδος αναφέρονται σαν τα κυριότερα νησιά τα οποία μπορούσαν να χορηγήσουν την κατάλληλη ξυλεία για τη ναυπήγηση πλοίων. Όπως είναι γνωστό το μεν νησί της Χίου ανήκε στο ναυτικό θέμα του Αιγαίου Πελάγους, το δε της Ρόδου όμοια στο ναυτικό θέμα των Κιβυρραιωτών. Τα ναυπηγεία της Χίου ήταν αξιόλογα. Φημίζονταν δε, τόσο τα νεώρια στο λιμάνι της Χίου, όσο και εκείνα της Βολισσού. Σε χειρόγραφο Ιταλικό της Παρισινής Βιβλιοθήκης μαρτυρείται σε περιγραφικό της πόλης Χίου κείμενο, «ένθα είναι η πλατεία η χρησιμεύουσα προς ναυπήγηση πλοίων».

Όσον αφορά στην αλιεία του κογχυλίου της πορφύρας, υπήρχε και στη Χίο τέτοιο μονοπώλιο του Βυζαντινού κράτους, όπως προκύπτει από το χρυσόβουλλο του Κωνσταντίνου Μονομάχου του Ιανουαρίου του 1044: «(...) ώσπερ δη και την δηλωθείσαν Μονήν, και τα υπ' αυτήν από τε (...) κογχύλης (...)».

2.β. Τα παράγωγα έσοδα της Χίου.

Τα παράγωγα έσοδα της Χίου, δηλαδή τα έσοδα που προέρχονται από τις ατομικές οικονομίες, προκύπτουν εξ αντιδιαστολής των εξαιρέσεων από τους φόρους, τέλη και πάσης φύσεως βάρη της Νέας Μονής, που θεσπίσθηκαν από τον Κωνσταντίνο Μονομάχο με τα χρυσόβουλλα του Ιανουαρίου 1044 και του Ιουλίου 1049 και από το Μιχαήλ Παλαιολόγο με το χρυσόβουλλο του Απριλίου 1259. Οι απαλλαγές αυτές συνιστούν πολύτιμες μαρτυρίες όσον αφορά στους επιβαλλόμενους φόρους, τέλη και βάρη, την εποχή εκείνη, στους φορολογούμενους της Χίου και γενικά του θέματος του Αιγαίου.

Το πρώτο χρυσόβουλλο περιέχει τις απαλλαγές της Νέας Μονής από τους φόρους και βάρη «(...) συνωνής, καπνικού, προσοδίου, αερικού, οικοδομίου, κωμοδρομικίου, πάκτου, κογχύλης, στρατείας, καστροκτισίας, ενοχής του δρόμου, εκβολής κονταράτων, τοξοτών, ταγής πεζών, εξοπλίσεως νέων, ή ετέρων στρατιωτών, ταξατιώνος, ματζουκατιώνος, οδοστρωσίας, γεφυρώσεως, μιτάτων, απλήκτων, επιθέσεως μονοπροσώπων, αγοράς μουλαρίων, μεσομουλαρίων, βορδωνίων, μεσοβορδωνίων, ίππων, παριππίων ονοκηλωνίων, ονοθηλειών, φορβάδων, βοών εργατικών και αγελαίων, χοίρων, αιγών, προβάτων, εξωνήσεως οίνου, σίτου, κριθής, βρόμου και παντοίων σπερμάτων· εκβολής γεννημάτων και μετακομιδής· απαιτήσεως χορτασμάτων, παροχής χρειών, κανισκίου, καθίσματος κριτών και απαιτητών· μιτάτων Ρως· κοπής και καταβιβασμών ξύλων, σανίδος· κτίσεως χελανδίων, αγραρίων, ζορμώνων πολεμικών, και λοιπής απάσης επηρείας και αγγαρείας του Δημοσίου».

Το δεύτερο χρυσόβουλλο του Μονομάχου μνημονεύει περί της κεφαλητιώνος και περί της εξουσίας της Νέας Μονής από κάθε επήρεια κάποιου άρχοντα του νησιού ή του επίσκοπου, όπως και για απαλλαγή των μοναχών από κάθε αγγαρεία ή αναγκαστική εισφορά «επί προφάσει διαβιβάσεως Ρως ή ετέρων τινών εθνικών είτε των κρατουμένων αγαρηνών».

Το τρίτο χρυσόβουλλο προσθέτει και άλλες απαλλαγές στις παραπάνω, παρέχοντας έτσι πληροφορίες και για άλλους φόρους και βάρη, όπως «(...) επηρείας (...) κουμερκίου και αγγαρίας (...)» αναφέροντας στη συνέχεια «(...) είτε αγγαρίας επινόημα, ή παραγγαρίας (...) ή καστροκτησίας, ή κατεργοκτισίας ή σιταρκίας ή πλωΐμων, ή κονταράτων, ή συνδοσίας, ή εξελάσεως, ή του τυχόντος κεφαλαίου ονομαζομένου ή ονομασθησομένου, ταύτα πάντα περιαιρεί η βασιλεία μου από της τοιαύτης μονής, ως και των επικειμένων αυτή τριών νομισμάτων υπέρ του κεφαλαίου της σιταρκίας (...)».

Με βάση τα παραπάνω χρυσόβουλλα, σε συνδυασμό και με άλλες πηγές, μπορούμε να ταξινομήσουμε τα παράγωγα έσοδα από τη Χίο ως εξής:

2.β1. Άμεσοι φόροι.

Αυτοί επιβάλλονταν επί της γαιοκτησίας ή της κατοχής της γης, όπως και της παραγωγής, επιβαρύνοντας το φορολογούμενο, σαν το πρόσωπο που απολάμβανε και εξουσίαζε τα αγαθά από τη γαιοκτησία, ή κατοχή ή την παραγωγή, τα οποία του εξασφάλιζε η ισχύς του κράτους, η οποία συντηρούνταν από τους φόρους. Σύμφωνα μ' αυτά, οι άμεσοι φόροι στο Βυζαντινό κράτος επιβάλλονταν για κάθε πρόσοδο των πολιτών του και κυρίως επί της κατοχής της γης, η οποία φορολογούνταν όχι κατά κάποια επιεική αναλογία προς την ετήσια πρόσοδό της, αλλά επαχθέστερα, αφού επιβαλλόταν φόρος και εάν ακόμη η γη δεν καλλιεργούνταν, σύμφωνα με τις διατάξεις περί «επιβολής». «Τοις τέλεσι οι αγροί, ου μη τα πρόσωπα ενέχονται».

Ο φόρος καθοριζόταν με βάση συντελεστή επιβολής επί του φορολογητέου αντικειμένου και ήταν διανεμητός, με το κράτος να ορίζει στα σεκρετικά χαρτιά το σύνολό του, το οποίο διανεμόταν στις διοικήσεις και από τους διοικητές στις φορολογικές περιφέρειες, οι κάτοικοι των οποίων ήταν αλληλέγγυοι για την καταβολή του απαιτούμενου από κάθε μια φόρου. Ο φόρος αυτός, δηλαδή ο έγγειος, ο οποίος βάρυνε τη γαιοκτησία και την κατοχή της γης, από το 10ο αιώνα βασιζόταν στο μοδισμό. Αποτελούνταν δε, όπως είδαμε, από το βασικό έγγειο φόρο, το δικέρατο, το εξάφολλο, τη συνήθεια και το ελατικό. Ο βασικός έγγειος φόρος ονο-μαζόταν κανώνή δημόσιος κανών, όπως προκύπτει από την Παλαιά και Νέα Λογαρική και μαζί με το δικέρατο και το εξάφολλο αποτελούσε το δημόσιο, το οποίο εισκομιζόταν «εν τω βασιλικώ κοιτώνι» σύμφωνα με τη διατύπωση της Παλαιάς Λογαρικής. Επιπλέον ο εισπράκτορας απαιτούσε τη συνήθεια και το ελατικό για τον εαυτό του. Ο βασικός έγγειος φόρος, δηλαδή ο δημόσιος κανών και τα παρακολουθήματά του, απαιτούνταν από όλα τα πρόσωπα, τα μοναστήρια και τα χωριά σύμφωνα με διατύπωση της Νέας Λογαρικής. Αυτό συμπεραίνουμε, επίσης, από το Βυζαντινό Φοροτεχνικό χειρόγραφο της Μαρκιανής Βιβλιοθήκης του 10ου αιώνα και ειδικότερα για τα δημοσιονομικά της Χίου, από το χρυσόβουλλο του Κωνσταντίνου Μονομάχου του Ιανουαρίου 1044, στο οποίο διαφορίζεται το δημόσιο του χωρίου Ευχείας, συμποσούμενο σε 7,5 νομίσματα, με τη φράση «και μόνον το δημόσιον αυτού ετύπωσε την μονή τοις κατά καιρούς διοικηταίς καταβάλλεσθαι».

Ο όρος δημόσιος κανών ή δημόσιον θα διέφερε προφανώς από τον όρο συντέλεια, ο οποίος θα περιελάμβανε την καθολική φορολογική υποχρέωση των τελεστών ή συντελών. Περιλαμβάνονταν δηλαδή και οι φόροι επί της παραγωγής, όταν ο υπόχρεος ήταν τόσο γαιοκτήμονας ή κάτοχος γης όσο και παραγωγός.

Οι φόροι επί της παραγωγής δεν επιβάλλονταν όπως στο δημόσιο επί της γαιοκτησίας, αφού καταβάλλονταν από τους παραγωγούς ανεξάρτητα από τη νομική τους σχέση προς την καλλιεργούμενη γη είτε ήταν ιδιοκτήτες είτε νομείς ή εμφυτευτές ή πάροικοι. Οι εξκουσσείες13από τους φόρους αφορούσαν κατά κανόνα τους φόρους παραγωγής, καθ' όσον θεμελιώδης φορολογική αρχή στο Βυζάντιο ήταν η φορολογία της γης, από την οποία σπανιότατα γινόταν απόκλιση. Εξκουσσεία τύγχαναν οι υπόχρεες στη στρατεία οικογένειες (στρατιωτικοί οίκοι) για τα περιλαμβανόμενα στους στρατιωτικούς κώδικες κτήματα, τα οποία είχαν παραχωρηθεί σ' αυτούς, χαρακτηριζόμενοι από αυτό εξκουσσάτοι. Τέτοια στρατιωτικά κτήματα μαρτυρούνται από χιακά τοπωνύμια που διασώθηκαν σε πολλά μέρη πάνω στο νησί. Εξκουσσεία τύγχαναν και αυτοί που είχαν την παροχή και τη συντήρηση των ίππων του αυτοκρατορικού ταχυδρομείου και την επιμέλεια των ταχυδρομικών σταθμών, καλούμενοι από αυτό εξκουσσάτοιτου δρόμου. Εξκουσσεία τύγχανε -και μάλιστα καθολική - από τους φόρους παραγωγής, τις επήρειες και αγγαρείες και το βασιλικό μοναστήρι της Νέας Μονής, όπως προκύπτει από τα νεαμονικά χρυσόβουλλα που διασώθηκαν. Από τα χρυσόβουλλα όμως αυτά μαρτυρείται, εξ αντιδιαστολής όπως λέχθηκε, ποιά ήταν τα βάρη τα οποία έφεραν οι Χιώτες σε φόρους παραγωγής, επήρειες, λειτουργίες, αγγαρείες και παραγγαρείες.

Η συνωνή (coemptio)αναφέρεται πρώτη σε κατάταξη, μεταξύ του καταλόγου των φόρων που περιέχονται στο νεαμονικό χρυσόβουλλο του Κωνσταντίνου Μονομάχου του Ιανουαρίου 1044, ενώ στο νεαμονικό χρυσόβουλλο του Μιχαήλ Παλαιολόγου του Απριλίου 1259 περιέχεται ο φόρος σιτάρκια, χωρίς να περιλαμβάνεται σ' αυτόν η συνωνή. Στην προκειμένη περίπτωση, δεν πρέπει να θεωρηθεί ότι ήταν διαφορετικοί φόροι, αλλ' ότι πρόκειται για τον ίδιο φόρο, ο οποίος από το 10ο μέχρι

το 12ο αιώνα ονομαζόταν συνωνή και μετά σιτάρκεια. Κατά την άποψή μας η συνωνή προήλθε εξελικτικά από το φόρο annona, τον οποίο κατέβαλλαν οι υπόχρεοι σε φορολογία και λάμβαναν οι εξκουσσάτοι (εξαιρετέοι της φορολογίας) στρατιώτες.

Το καπνικόαναφέρεται δεύτερο σε κατάταξη, μεταξύ του καταλόγου των φόρων που περιέχονται στο νεαμονικό χρυσόβουλλο του Κωνσταντίνου Μονομάχου του Απριλίου 1044, ενώ στο νεαμονικό χρυσόβουλλο του Μιχαήλ Παλαιολόγου του Απριλίου 1259 δεν αναφέρεται. Το καπνικό ήταν φόρος που επιβαλλόταν ανάλογα με την παραγωγή κάθε αγρότη, με τεκμήριο τα κατεχόμενα απ' αυτόν ζώα και εργαλεία. Η διαδικασία καταγραφής των καπνικών καλούνταν καπνολογίαή καπνολόγιον, από αρμόδιους καπνολογούντες. Οι δε υποκείμενοι στο καπνικό καλούνταν καπνικάριοι. Το πρακτικό του καπνολογίου ονομαζόταν καπνολόγημα. Η καταγραφή βασιζόταν στην οικογενειακή εστία και την οίκηση ενός εργαζόμενου (caput) επί της πρωτογενούς παραγωγής, κατά την παλιά συνήθεια, άνω των 25 ετών. Έτσι από το 10ο αιώνα το καπνικό συνδυάσθηκε με την capitatio humana και ήταν η φορολογική οφειλή της εργατικής δύναμης δια το άπληκτό της (κατάλυμα), άσχετα εάν η χρησιμοποιούμενη οικία γι' αυτό ήταν ιδιόκτητη ή όχι. Η διαβάθμιση του καπνικού από το 10ο αιώνα και εφ' εξής σε 2 ή 6 μιλλιαρήσια, ή και 1 νόμισμα ανά καπνό, δηλαδή κατοχή οικίας, οφειλόταν στα κατεχόμενα τεκμήρια από κάθε υπόχρεο.

Το πάκτονή χωροπάκτονήταν φόρος στην παραγωγή της γης και υπολογιζόταν με βάση το μοδισμό της. Στο πρακτικό του Ανδρόνικου Δούκα, αναφέρεται «υπέρ χω-ροπάκτου της κατεχομένης παρ'εκάστου (...) γης κατά δέκα μοδίων, νόμισμα α΄»14. Με το πάκτο φορολογούνταν οι κήποι, οι αμπελώνες, τα χωράφια ή αλλιώς σπόριμη γη και τα περιβόλια15.

Το ευριατικόνήταν φόρος επί της κτηνοτροφικής παραγωγής σε συνάρτηση με την έκταση της νεμομένης γης ή της ευρίας ή ευριάς, όπως καλούνταν αυτή συνήθως στη Χίο, εξ ου και το ευριατικόν.

Το ζευγολόγιονή ζευγαριάτικονή ζευγαρατίκιονήταν φόρος που υπολογιζόταν επί των αροτήρων, δηλαδή επί των «εργατικών βοών», στον οποίο υποχρεούνταν προφανώς οι ζευγάδες για την παραγωγή τους.

Το εννόμιονήταν φόρος επί της κτηνοτροφικής παραγωγής, που καταβαλλόταν από τους κτηνοτρόφους και ποιμένες. Σχετικά αναφέρεται στο πρακτικό του Ανδρόνικου Δούκα «υπέρ εννομίου των αγρών κτηνών και αλόγων και όνων, (...) έκαστος ακτήμων, ανά μιλλιαρησίου ενός, και υπέρ των προβάτων (...) κατά εκατόν, έκαστος ακτήμων νόμισμα α΄, και καθεξής, ήγουν εις τα πεντήκοντα το ήμισυ». Σ' αυτό το ύψος καθορίζεται το εννόμιο και στο κτηματολόγιο της Πάτμου, δηλαδή 1 μιλλιαρήσιο για κάθε αγελάδα, ίππο και όνο και 1 νόμισμα ανά 100 πρόβατα. Το εννόμιο δεν υπολογιζόταν κατά μεμονωμένο στίχο, όπως το δημόσιο (βασικός φόρος και παρακολουθήματα), αλλά σ' όλη τη φορολογούμενη περιφέρεια, θεωρούμενη σαν φορολογική ενότητα.

Το μελισσοεννόμιονή μελισσονόμιονήταν φόρος επί της μελισσουργίας, που επιβαλλόταν με βάση τους μελισσοκοφίνους.

Η χοιροδεκατεία, που εισάχθηκε από το 10ο αιώνα, ήταν φόρος (δεκάτη) επί των χοίρων. Αναφέρεται επίσης και η χοιροπροβατοδεκατεία.

Το προσόδιον, καταβαλλόταν εφ' άπαξ κατά τη μεταβίβαση γαιών, ένεκα πωλήσεως, δωρεάς ή κληρονομιάς και ισοδυναμούσε με την πρόσοδο ενός έτους αυτών.

Το αερικόν, συναντάται από τον 11ο αιώνα στα έγγραφα που χορηγούσαν φορολογικές διευκολύνσεις και απαλλαγές. Από τις πηγές δε προκύπτει, ότι ήταν φόρος επί «των δημοσίων», εξαργυρισμένος και έχοντας διαλείπουσα εξέλιξη. Επί των δημοσίων επιβαλλόταν, επειδή κατά Προκόπιον «(...) ανά παν έτος πλέον ή τριάκοντα κεντηνάρια προς τοις δημοσίοις επράσσετο φόρος· οις δη όνομα το αερικόν επιτέθεικεν (...)», επειδή στα Τακτικά του Λέοντος του Σοφού αναφέρεται «(...) τελείν τους τε δημοσίους φόρους και τα επικείμενα αυτοίς αερικά (...)», επειδή ο Κεδρηνός μνημονεύει ότι ο Ιωάννης ο Ορφανοτρόφος επέβαλλε «επέκεινα των δημοσίων τελεσμάτων διδόναι έκαστον των χωρίων υπέρ αερικού (...)».

Άλλοι φόροι ήταν η άνονακαι οι παραλλαγές της, σιτάρκηση και σιτόκριθος, ο φόρος κοπής ξυλείας, ο φόρος επί των μεταβιβάσεων ακινήτων, ο φόρος των κληρονομιών, το χαρτιατικόνκαι το βιβαρόπακτον.

Φόροι βάρυναν, επίσης, τη βιοτεχνία, το εμπόριο, τις μεταφορές και την εμπορική ναυτιλία και γενικά τα επιτηδεύματα, ακόμη και τους μισθούς.

Στη Νεαρά (XXVIII) του Ανδρόνικου Παλαιολόγου του έτους 1317, αναφέρεται φόρος που καταβαλλόταν από τους επαγγελματίες για την άσκηση του επιτηδεύματός τους, ο οποίος ποίκιλλε ανάλογα του επαγγέλματος και λάμβανε το όνομα του επαγγέλματος, όπως για παράδειγμα ο σαμαριάτικος, ο οποίος βάρυνε τους σαγματοποιούς.

Ο Ιωάννης Στ΄ Καντακουζηνός (1341 - 1355) επέβαλλε φόρο 1 νόμισμα επί του αγοραζομένου από τους παραγωγούς οίνου ανά πενήντα χοάς, όπως επίσης 1/2 νόμισμα καθ' όλκον επί του αγοραζομένου από τους παραγωγούς σίτου16.

Οι έμποροι δούλων, όπως ήταν οι Εβραίοι στη Χίο, κατέβαλλαν ιδιαίτερο φόρο επί της εμπορείας αυτής, ενώ επί της διακίνησης του άλατος επιβαλλόταν το αλατότελον.

Τις χερσαίες μεταφορές βάρυνε το γομαριάτικον, το οποίο κατέβαλλαν οι αγωγιάτες και την εμπορική ναυτιλία φόρος ανάλογα με τη χωρητικότητα των πλοίων, καλούμενος δόσιςαντιναύλουκαι διάφορες αγγαρείες. Τα πλοία μετρούνταν σε θαλάσσιους μοδίους από ειδικούς υπαλλήλους, οι οποίοι καλούνταν «νοτάριοι του σεκρέτου της θαλάσσης», που υπάγονταν στο ομώνυμο σέκρετο, εν τοις «δημοσίοις κώδιξι», στους οποίους όφειλε να καταγραφεί κάθε πλοίο, αφού καταβαλλόταν το προς τούτο μετρητικό. Η καταμέτρηση των πλοίων ονομαζόταν έξαμος, το δε σχετικό πρακτικό της υπογραφόταν από τον παραθαλασσίτη, ο οποίος ήταν επιφορτισμένος και με την αστυνόμευση των ακτών. Κατά την πώληση των πλοίων επιβαλλόταν δεκάτη.

Επίσης έχουμε και φόρο επί των μισθών 10% που θέσπισε ο Ανδρόνικος Β΄ Παλαιολόγος, ώστε να φορολογηθούν και οι μισθωτές υπηρεσίες.

Μέγα ζήτημα προκλήθηκε στην επιστήμη σχετικά με το φόρο παρθενοφθορία. Ο παραπάνω φόρος αναφέρεται μεταξύ άλλων φόρων και βαρών σε χρυσόβουλλο του Ανδρόνικου Γ΄ Παλαιολόγου του έτους 1331, με το οποίο απαλλασσόταν η μονή του Αγίου Ιωάννου του Θεολόγου της Πάτμου από τους φόρους και βάρη που αναγράφονταν στο χρυσόβουλλο. Το σχετικό χωρίο του εν λόγω χρυσόβουλλου έχει ως εξής: «έτι δε οι εν αυτοίς (δηλαδή στα κτήματα της μονής Πάτμου) πάροικοι και προσκαθήμενοι ανώτεροι πάσης ηστινοσούν αδικίας και περιφρονήσεως και κατατριβής, ωσαύτως και από των απαιτουμένων εκείσαι τοπικώς συνήθων απαιτήσεων του τε κεφαλαίου της σιταρκίας, του αέρος του αβιωτικίου της παρθενοφθορίας του ξενοτέλους λεγομένου του μηνιατικού, του αλατοτέλους, του ζευγαρατικίου και των άλλων των τοιούτων δημοσιακών ζητημάτων και απαιτημάτων». Σύμφωνα με την άποψή μας ο βυζαντινός φόρος παρθενοφθορία επιβαλλόταν στην περίπτωση της τέλεσης γάμου.

Άλλος φόρος που συναντάται μόνο στις πηγές για τη Χίο κατά τον 11ο αιώνα, ήταν η κεφαλητιών, ο οποίος ήταν φόρος που επιβαλλόταν στους αλλόθρησκους και μάλιστα στους Εβραίους. Σχετικά με τον εν λόγω φόρο, αναφέρεται στο χρυσόβουλλο του Κωνσταντίνου Μονομάχου του Ιουλίου 1049, «... κατάβαλ-λομένους την κεφαλητιώνα προς την Μονή ίνα δε και δεσπότης δήλη φαμιλιών η, αφ' η την της κεφαλητιώνος απαίτησιν έξουσιν οι της Νέας Μονής, πεντεκαίδεκα όλας φαμιλίας ταύτη προσαφορίζομεν, αφ' ων δηλαδή και η κεφαλητιών ετησίως παρά των μοναχών απαιτηθήσεται·». Αργότερα ο αυτοκράτορας Κωνσταντίνος Δούκας, με το χρυσόβουλλο του έτους 1062, προσεπικύρωσε εκ νέου τους Εβραίους στη Νέα Μονή. Με βάση τα εν λόγω χρυσόβουλλα, οι Εβραίοι της Χίου απεχαρίσθησαν στη Νέα Μονή, καταβάλλοντας σ' αυτή την κεφαλητιώνα.

2.β2. Έμμεσοι φόροι.

Αυτοί επιβάλλονταν επί της κυκλοφορίας των αγαθών και ήταν οι παρακάτω:

Τα κουμέρκιαή κομμέρκια, δηλαδή τα τελωνειακά τέλη και οι δασμοί. Αυτά στη Χίο αποκαλούνταν τελώνια. Ανέρχονταν δε σε 10% επιβαλλόμενα γενικά για κάθε εισαγόμενο και εξαγόμενο εμπόρευμα «πάντες οφείλουσι κομμερκεύεσθαι», γι' αυτό και τα έσοδα από αυτά ήταν σημαντικά. Ο Ιωάννης Στ΄ Καντακουζηνός για να βοηθήσει το καμπτόμενο εμπόριο, υποβίβασε τα τελωνειακά τέλη από 10% σε 2%. Οι πρεσβευτές των ξένων κρατών που εισέρχονταν στο βυζαντινό έδαφος κατέβαλλαν

κουμέρκιο17 για όσα πράγματα εισήγαγαν, απαλλάσσονταν όμως από κάθε εξαγωγικό τέλος για αυτά που αγόραζαν από το Βυζάντιο κατά την επιστροφή στις χώρες τους.

Τα εισαγόμενα εργαλεία και τα είδη που προορίζονταν για τη γεωργία, εξαιρούνταν από την καταβολή κουμερκίων, «ου δίδωσι τέλος υπέρ ων εις ιδίαν χρείαν ή γεωργίαν αποφέρει, ουδέ υπέρ ων φίσκω εισκομίζει».

Τα λαθρεμπόρια, τα οποία καλούνταν κλεπτοτελωνήματα, εάν ενεργούνταν «κατά πλάνην και ου κατά απάτην.... διπλούν δίδωσι το τέλος· ο δε κατά απάτην υπέρ του μη δούναι το τέλος και ελεχθείς, απόλλυσι το φορτίον». «(Το κλεπτοτελωνηθέν δημεύεται)». Οι λιμενικοί φόροι, το καταρτιάτικον, το λιμενιάτικονκαι το σκαλιατικόν18, όπως επίσης τα διαπύλια τέληκαι το διαβατικόν, βάρυναν την κυκλοφορία των εμπορευμάτων. Το διαβατικό ήταν φόρος επί του διαμετακομιστικού εμπορίου.

Γενικά οι επιβαλλόμενοι φόροι επί της κυκλοφορίας των εμπορευμάτων στην ξηρά ήταν βαρύτεροι από εκείνων της θάλασσας. Επειδή όμως το θαλάσσιο εμπόριο της Χίου, είχε λάβει μεγάλη ανάπτυξη και επρόκειτο για νησί, τα έσοδα από τα τελωνειακά και λιμενικά τέλη, ήταν σημαντικότερα από εκείνα της ξηράς.

Στην υπ' αριθ. XXVIII Νεαρά του Ανδρόνικου Β΄ Παλαιολόγου του έτους 1317, αναφέρεται φόρος επί της εσωτερικής κατανάλωσης των ειδών, ο οποίος δεν αποτέλεσε μέχρι σήμερα αντικείμενο οποιασδήποτε μελέτης, όπως επίσης και η παραπάνω Νεαρά. Η ίδια Νεαρά μνημονεύει κι ένα φόρο επί των μέτρων και σταθμών, ο οποίος καταβαλλόταν από τον αγοραστή.

2.γ. Διάφορα άλλα έσοδα του βυζαντινού κράτους και επιβαρύνσεις των Χιωτών.

Εκτός των άμεσων και έμμεσων φόρων, τους κατοίκους του θέματος του Αιγαίου Πελάγους και αργότερα της Χίου, βάρυναν διάφορα:

• τέλη - δικαιώματα

• επήρειες

• λειτουργίες

• αγγαρείες και παραγγαρείες.

Τα τέλη - δικαιώματακαταβάλλονταν έναντι των υπηρεσιών των δημοσίων υπαλλήλων και περιέρχονταν, είτε στο κράτος, είτε στους δημόσιους υπαλλήλους. Τέτοια ήταν: Τα τέλη επί τη καταλήψει δημόσιας θέσης και τα εκδόσιμα, τα οποία περιέρχονταν στο κράτος. Οι συνήθειες, τα εκβιβαστικά, τα δικαστικά και ο ταξατιών, που έπαιρναν οι κρατικοί υπάλληλοι19. Τα τέλη επί τη καταλήψει δημόσιας θέσης, καταβάλλονταν για το διορισμό ή την προαγωγή. Τα εκδόσιμα πληρώνονταν για την έκδοση πιστοποιητικών και αντιγράφων. Οι συνήθειες ήταν δικαιώματα των κρατικών υπαλλήλων έναντι των υπηρεσιών τους. Στο πρακτικό του Ανδρόνικου Δούκα το έτος 1073 αναφέρεται «υπέρ συνηθείας του επισκεπτίτου κατά δέκα νομισμάτων, νόμισμα α΄». Τα εκβιβαστικά δικαιούνταν οι εκβιβαστές, δηλαδή οι δικαστικοί επιμελητές, ενώ τα δικαστικά έπαιρναν οι δικαστές, εισπράττοντας επίσης τα αναγνώσιμα και εκδόσιμα. Άλλα τέλη - δικαιώματα, όπως προκύπτει από τη Νεαρά XXVII του Αλεξίου Κομνηνού ήταν: Το κανονικό, οι συνήθειες υπέρ της χειροτονίας και αυτές υπέρ της ιερολογίας του γάμου. Το κανονικό έπαιρνε ο επίσκοπος.

Οι επήρειεςήταν: Η ταγή πεζών, τα άπληκτα, δηλαδή η καταβολή χρειωδών υπέρ στρατοπέδου, η επίθεση μονοπροσώπων, δηλαδή η διάθεση ψιλών στρατιωτών και ναυτών ή υπηρετικού προσωπικού του στρατού ή του πλωΐμου.

Οι λειτουργίεςαποτελούσαν υποχρεώσεις προς το δημόσιο. Διακρίνονταν δε σε προσωπικές και ουσιαστικές ή κτηματικές· «εισί δε αύται μεν αι ουσιακαί δηλονότι και μονιμώτεραι, αι δε προσωπικαί ευχερέστερον εναλλάσσονται· τη γαρ του προσώπου μεταπτώσει ή τελεία λείψει και αυταί συναπόλλυνται». Σαν τέτοιες λειτουργίες, αναφέρονται στα χρυσόβουλλα του Κωνσταντίνου Μονομάχου (Ιανουάριος 1044) και του Μιχαήλ Παλαιολόγου (Απρίλιος 1259), η καστροκτισία, η οποία ήταν υποχρέωση για την κατασκευή των τειχών. Άλλες συναφείς λειτουργίες ήταν του λιμένος και του αγωγού, για τις οποίες στον Αρμενόπουλο αναφέρεται: «Πας εις τον λιμένα και τον αγωγόν και την κατασκευήν των τειχών συνεισφερέτω υπηρεσίας, εκ μηδεμιάς εξκουσατευόμενος». Επί των ναυτικών θεμάτων επιβαλλόταν η καραβοποιΐα ή κατεργοκτησία για την «κτίσιν χελανδίων, αγραριών, ζορμώνων, πολεμικών». Το χρυσόβουλλο του Κωνσταντίνου Μονομάχου του Ιανουαρίου 1044 αναφέρει επίσης τις λειτουργίες ενοχήν δρόμου, οδοστρωσία, δηλαδή την υποχρέωση για την κατασκευή ή επισκευή οδοστρωμάτων, γεφύρωση, δηλαδή την υποχρέωση για την κατασκευή ή επισκευή γέφυρας και τα μιτάτα, δηλαδή τις υποχρεώσεις παροχής καταλύματος σε λειτουργούς του δημοσίου, κυρίως στρατιωτικούς, οι οποίοι ταξίδευαν για εκτέλεση αποστολής. Στα Τακτικά του Λέοντος του Σοφού, σχετικά με τις παραπάνω επιβαρύνσεις, περιλαμβάνεται: «Εάν δε καστροκτισία γένηται ή καραβοποιΐα ή γεφύρας ανάκτισις ή οδού κατάστασις ή ανάγκη τις ετέρα των δημοσίων διοικήσεων και ουκ επαρκεί το κατά τον τόπον δημόσιον δια μισθού ταύτα εργάζεσθαι», επειδή ο Λέων ο Σοφός θέλει, «αγγαρείας απάσης ιδιωτικής και αδικίας ελεύθερον (...) τον (...) λαόν».

Οι αγγαρείεςκαι παραγγαρείες, δηλαδή οι πρόσθετες αγγαρείες, ήταν παντοειδείς και πολυάριθμες. Σ' αυτές υπόκειντο, όπως προκύπτει από τον Αρμενόπουλο «και αξία και οίκους αγγαρευέσθω και παραγγαρευέσθω», όχι μόνο οι οίκοι, αλλά και οι αξιωματούχοι. Από το 13ο αιώνα, οι αγγαρείες απαργυριζόμενες συστηματικά μεταβάλλονταν σε χρηματικούς φόρους.

Από το χρυσόβουλλο του Κωνσταντίνου Μονομάχου του Ιανουαρίου 1044 παρέχεται η πληροφορία, ότι η Νέα Μονή «(...) μήτε κανισκίω του κριτού ή του στρατηγού ή των απαιτητών ή ετέρου του οιουδήτινος βαρείσθαι». Από το χωρίο αυτό προκύπτει ότι οι Χιώτες βαρύνονταν και με κανίσκιαπρος τους παραπάνω λειτουργούς του θέματος. Τα κανίσκια ήταν δώρα. Η παροχή κανισκίων ανάγεται σε παλαιότερους χρόνους, αρχικά δ' ήταν εθελοντική, αργότερα όμως μεταβλήθηκε σε υποχρεωτική. Από το Νικηφόρο20 πληροφορούμαστε σχετικά με τα κανίσκια. «Επειδή δε πάλιν είχαν κάποιαις δυσκολίαις (εννοεί τους μοναχούς της Νέας Μονής) εις το να λαμβάνωσι το τετυπωμένον σολέμνειον, ωσάν οπού ποτέ μεν προφασιζόμενοι εκείνοι όπου ήττον διωρισμένοι να το δίδουν το αργοπορούσαν και εις τον διωρισμένον καιρόν δεν το έδιδαν, ποτέ δε εζήτουν από τους μοναχούς κανίσκια δια να το δώσουν».

Από το χρυσόβουλλο του Κωνσταντίνου Μονομάχου του Ιανουαρίου 1044 μαρτυρείται, ότι η Νέα Μονή απαλλασσόταν από τη στρατεία, την υποχρέωση, δηλαδή, στο στρατεύεσθαι, την οποία είχαν οι στρατιωτικοί οίκοι, δηλαδή οι στρατιώτες και πλώϊμοι της Χίου. Αυτοί είχαν λάβει δωρεά από το Βυζαντινό κράτος δημόσια κτήματα, τα λεγόμενα στρατιωτόπια, από τα τόπια στρατιωτών, ή αλλιώς στρατειοτόπια, από τα τόπια στρατείας, ή απλώς στρατεία, από την υποχρέωση να στρατεύονται αυτοί που τα έπαιρναν. Αυτά ενεγράφονταν στους στρατιωτικούς κώδικες, με την υποχρέωση των στρατιωτών και πλωΐμων, αφ' ενός να τα καλλιεργούν, αφ' ετέρου να υπόκεινται σε στρατεία αυτοί και οι κληρονόμοι τους από του 18ου μέχρι του 40ού έτους της ηλικίας τους, κατ' αναλογία ενός άνδρα μαζί με την πρώτη αποσκευή του, για κτήμα αξίας 4 - 12 λίτρα χρυσού, για το θέμα του Αιγαίου Πελάγους. Γι' αυτό και τα στρατιωτόπια καλούνταν «υπέρ του στρατεύειν οικονομίαι» ή «κτήματα εξ ων αι στρατίαι υπηρετούνται».

Σε κάθε θέμα, λέει ο Κ. Παπαρηγόπουλος ότι «άνδρες ικανοί τον αριθμόν ενέμοντο ως ιδιοκτήται μερίδας δημοσίων κτημάτων, εξ ων ηδύναντο να επαρκώσι εις την πρώτην αυτών αποσκευήν προς εκστρατείαν κατά ξηράν ή θάλασσα· διότι άπαξ στρατεύσαντες εμισθοδοτούντο υπό του δημοσίου καθ' όλην την διάρκειαν της ενεργητικής αυτών υπηρεσίας. Και οι μεν σωζόμενοι νόμοι δεν ομιλούσιν, ειμή περί των κτημάτων απλών στρατιωτών ή ναυτών, αλλ' εξ άλλων κειμένων συνάγεται, ότι καθ' έκαστον θέμα υπήρχον και πολλοί μεγαλύτεροι ιδιοκτήται, οίτινες φέροντες την τιμητικήν επωνυμίαν των πρωτοσπαθαρίων, των σπαθαροκανδιδάτων, των σπαθαρίων, των στρατόρων, αφ' ενός μεν υπηρέτουν ως αξιωματικοί, εις τα τάγματα και τα πλοία, αφ' ετέρου δε απετέλουν τοπική τινά αριστοκρατίαν, σπουδαίως πολλάκις επενεργήσασαν εις την τύχη των επαρχιών»21.

Η στρατεία ήταν, σύμφωνα με τα παραπάνω, στρατιωτική θητεία διαρκούς ετοιμότητας, των πλωΐμων, στρατιωτών και αξιωματούχων της Χίου. Πολλές φορές οι δυνατοί της επαρχίας γίνονταν με διάφορους τρόπους κύριοι των στρατιωτοπίων, αποστερώντας το κράτος από τους στρατεύσιμούς του, αφού αυτοί δεν μπορούσαν να ανταποκριθούν, σαν ακτήμονες, στη στρατεία τους. Παρά τις προσπάθειες των βασιλιάδων της Μακεδονικής δυναστείας, κατά το 10ο αιώνα, να εμποδίσουν την απαλλοτρίωση των στρατιωτοπίων και ακόμη ν' αποδοθούν στους στρατιώτες και πλωΐμους τα κτήματα που τους αφαιρέθηκαν, δεν κατέστη δυνατή η αποκατάσταση του θεσμού της στρατείας σύμφωνα με τον παραπάνω τρόπο. Από το 1025, δηλαδή από την επικράτηση της αριστοκρατίας στο Βυζάντιο, ο θεσμός των στρατιωτοπίων άρχισε συν τω χρόνω να παρακμάζει. Εξαιτίας αυτού ελαττωνόταν και ο αριθμός των στρατιωτών. Εκτός από τα παραπάνω, όταν πέθαινε ο στρατιώτης και το στρατιωτόπιο μεταβιβαζόταν σε περισσότερους φυσικούς ή από διαθήκη κληρονόμους, κατά κανόνα καθένας από αυτούς δεν είχε την απαιτούμενη περιουσία, για να ανταποκριθεί στη στρατεία. Άλλη εξέλιξη της περιόδου αυτής ήταν, η απαλλαγή από τη στρατιωτική υπηρεσία των στρατιωτών, αντί καταβολής χρημάτων και άλλων εφοδίων του πολέμου. Έτσι η υποχρέωση για στράτευση εξαγοραζόταν και τελικά η στρατεία κατέληξε σε φορολογική υποχρέωση, στην οποία υπόκειντο, τόσο οι εναπομείναντες στρατιώτες που την εξαγόραζαν, όσο και οι χωρίτες, τα πρόσωπα, τα μοναστήρια και ο ανώτερος κλήρος. Έτσι η στρατεία κατέστη φόρος, για την αντικατάσταση των υπόχρεων σε στράτευση από μισθοφόρους, ενώ επεκτεινόταν ο θεσμός της πρόνοιας22για συγκρότηση των θεματικών ταγμάτων.

Στη Χίο, εκτός των πλωΐμων και των πεζών ήταν εγκατεστημένοι, όπως πληροφορούμαστε από τα νεαμονικά χρυσόβουλλα και αξιωματικοί που είχαν κτήμα-

τα, οι οποίοι οδηγούσαν το θεματικό πλώϊμο και τα θεματικά τάγματα σε καιρό πολέμου. Οι βασιλικοί στρατευτέςτου θέματος, σε περίπτωση κατά την οποία οι παρουσιαζόμενοι κατά τη ναυτολογία και στρατολογία πλώϊμοι και στρατιώτες δεν ήταν επαρκείς, είτε ένεκα εξαγοράς της στρατείας, είτε ένεκα ελάττωσης του αριθμού τους, υποχρεώνονταν, αφ' ενός στην αντικατάσταση της εξαγορασθείσας στρατείας, αφ' ετέρου στη στρατεία των προσώπων, μοναστηρίων και ανωτέρου κλήρου, για την παροχή εκ μέρους τους στρατιωτών και πλωΐμων. Οι συγκληρονόμοι ενός στρατιωτοπίου, επειδή, όπως λέχθηκε, δεν μπορούσε ο καθένας απ' αυτούς να δώσει ένα στρατιώτη με την αποσκευή του, έδιδαν αυτόν από κοινού ονομαζόμενοι συνδόται, η δε υποχρέωσή τους συνδοσία. Συν τω χρόνω η συνδοσία επεκτάθηκε και στους χωρίτες, τα πρόσωπα και τα μοναστήρια και έγινε σημαντικό βάρος αυτών που κατοικούσαν στα θέματα της Ανατολής, αλλ' αν γνώριζαν τι έμελλε να συμβεί σ' αυτούς, λέει ο Παχυμέρης (εννοώντας την τουρκική εισβολή), θα έδιναν όλο τους το βίο. Ο θεσμός της συνδοσίας προέκυψε έτσι από ανάγκη και ένεκα του εκφυλισμού του θεσμού της στρατείας. Από το χρυσόβουλλο του Μιχαήλ Παλαιολόγου του Απριλίου 1259 πληροφορούμαστε, ότι η Νέα Μονή είχε απαλλαγεί από τη συνδοσία.

Άλλα έσοδα ήταν:

• η μερίδα του κράτους από την εύρεση θησαυρού και τα ανασυρόμενα από το βυθό.

• τα πρόστιμα.

• οι δημεύσεις περιουσιών.

• οι εισπράξεις από την πώληση αξιωμάτων.

Η μερίδα του κράτους από την εύρεση θησαυρού και τα ανασυρόμενα από το βυθό,καθοριζόταν ανάλογα με τις περιπτώσεις από τη νομοθεσία ως εξής (Κ. Αρμενόπουλος): «Εάν χρυσίον ή άργυρος ή έτερον τι εκ βυθού επαρθή από οργυιών οκτώ, λαμβανέτω ο αποσώζων το ήμισυ δια τον κίνδυνο του βυθού· των δε εκριπτομένων από θαλάσσης εις γην και ευρισκομένων επί πήχυν ένα λαμβανέτω ο αποσώζων δέκατον μέρος των αποσωζομένων». «Εάν εν δημοσίω τόπω ή βασιλικώ ή αφωρισμένω εις ταφήν ή μνημείον θησαυρός ευρεθή, το ήμισυ τω δημοσίω διαφέρει. Ο δε αποκρύπτων το διαφέρον τω δημοσίω μέρος το όλον θησαυρόν αποδίδωσιν. Ουδείς δε μηνύειν εαυτόν ευρηκέναι θησαυρόν αναγκάζεται, ει μη μέρος αυτού τω δημοσίω διαφέρει».

Τα πρόστιμαήταν βαρύτατα, 30 λίτρες χρυσού για το συκοφάντη του επίσκοπου, 20 λίτρες για τον ψευδομάρτυρα και ομοίως 20 λίτρες για τους κακούς δικαστές.

Οι δημεύσειςγίνονταν για καθυστερημένους φόρους, οι οποίοι, όπως είδαμε, ήταν τόσο επαχθείς, ώστε οι ιδιοκτήτες οι οποίοι δεν μπορούσαν να τους εξοφλήσουν έχαναν την περιουσία τους. Επίσης γίνονταν δημεύσεις των μεγάλων περιουσιών των δυνατών, όταν αυτοί περιέρχονταν σε δυσμένεια.

Οι εισπράξεις από τις πωλήσεις αξιωμάτωναποτελούσαν σημαντικό εισόδημα. Τα αξιώματα πωλούνταν στη βάση επίσημου τιμολογίου που καθιερώθηκε από το Λέοντα το Σοφό. Οι βυζαντινοί άρχοντες, όπως λέχθηκε και παραπάνω διακρίνονταν «εις αξίας δια λόγου», δηλαδή σ' αυτούς που κατείχαν οφφίκια και ασκούσαν πραγματική εξουσία και «εις αξίας δια βραβείου», δηλαδή στους κατέχοντες αξιώματα «ψιλώ ονόματι». Οι πρώτοι διορίζονταν με βασιλικό λόγο, δηλαδή με βασιλική απόφαση, ενώ οι δεύτεροι αγόραζαν το τιμητικό αξίωμα χάριν κοινωνικής προβολής. Τα αξιώματα που πωλούνταν, σύμφωνα με το τιμολόγιο του Λέοντος του Σοφού, διακρίνονταν:

- Στα πωλούμενα αξιώματα που δεν απέφεραν καμιά πρόσοδο σ' αυτόν που τα αγόραζε.

- Στα πωλούμενα αξιώματα, που συνεπάγονταν ισόβια ρόγα σ' αυτόν που τ' αγόραζε, δηλαδή πρόσοδο 2,5%, κατά μέσο όρο του καταβληθέντος κεφαλαίου.

- Εάν αυτός που αγόραζε αξίωμα κατέβαλλε κεφάλαιο ανώτερο του απαιτούμενου για πρόσοδο 2,5 %, τότε για πρόσθετο ποσό 1 λίτρας χρυσού, δηλαδή 72 νομισμάτων, καταβαλλόταν πρόσοδος 7 νομίσματα, δηλαδή περίπου 9,72%.

Αυτοί που αγόραζαν τα αξιώματα που δεν απέφεραν πρόσοδο, απέβλεπαν σε κοινωνικές μόνο διακρίσεις, καθ' όσον η αγορά τέτοιων αξιωμάτων ικανοποιούσε τη φιλοτιμία ανθρώπων, οι οποίοι ήταν μόνο πλούσιοι. Αυτοί που αγόραζαν αξιώματα που απέφεραν πρόσοδο, όπως ήταν, σύμφωνα με το τιμολόγιο του Λέοντος του Σοφού, οι θέσεις της ανακτορικής φρουράς και της αυλής (το τραπέζιο, το βεστιάριο, τα αρχοντογεννήματα, οι κληρικοί του ναού του παλατίου, οι κουβικουλάριοι) απέβλεπαν, τόσο στην κοινωνική προβολή, όσο και στην ισόβια πρόσοδο. Θα μπορούσε να λεχθεί ότι, μια ισόβια πρόσοδος 2,5 % δεν ήταν κακή επιχείρηση στο Βυζάντιο, όπου τα έντοκα δάνεια καταπολεμούνταν από την Εκκλησία. «Όθεν ουδέν άπορον αν πολλοί, δυσχερώς ευρίσκοντες τοποθέτηση προς 4%, προέκρινον την μικροτέραν ισόβιον πρόσοδον του 2,5 %, ηγγυημένην υπό του κράτους και συνδυαζομένη προς τιμητικό αξίωμα». Όσον αφορά αυτούς που διέθεταν κινητό χρήμα πέρα από αυτό που απαιτούνταν για την εξασφάλιση προσόδου 2,5 %, αυτοί προφανώς απέβλεπαν στην αυξημένη ισόβια πρόσοδο του 9,72%, καθ' όσον αυτή αποτελούσε ικανοποιητική τοποθέτηση, ενώ συνδυαζόταν και με αυλικό αξίωμα, το οποίο ικανοποιούσε και την επιθυμία της κοινωνικής προβολής. Επειδή το Βυζαντινό κράτος δυσκολευόταν να συνάψει μακροχρόνια δάνεια, ήταν συμφέρον γι' αυτό να βρίσκει τέτοια, χωρίς την υποχρέωση της απόδοσης του δανειζόμενου κεφαλαίου και με τόκο λογικό. Η τιμή του αξιώματος ποίκιλλε ανάλογα με τη σημασία του και ήταν μεγάλη για τα ανώτερα. Αυτοί που απέβλεπαν, για παράδειγμα, στα αξιώματα του μανδάτωρα, κανδιδάτου, στράτωρα και σπαθάριου κατέβαλλαν 2, 3, 4 και 5 λίτρες χρυσού, για του σπαθαροκανδιδάτου και πρωτοσπαθάριου, 12 και 18 αντίστοιχα.

Ο Αλέξιος Α΄ Κομνηνός δημιούργησε πολλά νέα αξιώματα, από τα οποία όσα πουλιόνταν έβρισκαν αμέσως αγοραστές. Συν τω χρόνω η μίσθωση των φόρων γενικεύθηκε, πράγμα το οποίο κατέληξε στο ίδιο αποτέλεσμα με την πώληση πραγματικών αξιωμάτων. Σε περιόδους δε κατάπτωσης τα αξιώματα και τα οφφίκια πουλιόνταν αφειδώς. Αναφέρεται στις πηγές ότι ο Ισαάκιος Άγγελος πουλούσε τις αρχές «ως τας οπώρας οι αγοραίοι».

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

Αctaet Diplomata graeca medii aevi et profana, (τομ. 1 - 6). 1860 - 1890: Βιέννη, Εκδ. Miklosich, F. & Muller, J.

Άμαντος Κ.Ι. 1915. Συμβολή εις το τοπωνυμικόν της Χίου: Αθήναι.

________. 1933. Εισαγωγή εις την Βυζαντινήν Ιστορίαν: Αθήναι.

________. 1939, 1947. Ιστορία του βυζαντινού κράτους, τομ. Α΄ και Β΄: Αθήναι.

________. 1957. Το εμπόριον των Χίων, προ του 1821: Αθήναι.

Ανδρεάδης, Α.Μ. 1908. Περί των Οικονομικών του Βυζαντίου: Αθήναι.

________. 1918. Ιστορία της ελληνικής δημοσίας οικονομίας: Αθήναι.

________. 1940. "Οι Εβραίοι εν τω Βυζαντινώ κράτει". Σε Έργα, εκδιδόμενα υπό της Νομικής Σχολής του Πανεπιστημίου Αθηνών: Αθήνα.

Αρμενοπούλος. 1971. Εξάβιβλος, επιμ. Κ.Γ. Πιτσάκη: Αθήναι.

Γούδας Μ. 1903. Το ναυτικόν του Βυζαντίου κατά τον 10ον αιώνα: Αθήναι.

Ζακυθηνός Δ. 1946. «Χαρακτήρ της βυζαντινής οικονομίας»: Πολιτική επιθεώρησις, τομ. 4ος.

Ζολώτα Γ. 1921 - 1926. Ιστορία της Χίου: Αθήνα.

Καλλιγάς Π. 1894. Μελέται βυζαντινής ιστορίας: Αθήναι.

Κατλάς Κ. 1908. Η Xίος υπό τους Γενουηνσίους: Αθήνα.

Κομνηνή Άννα.1884. Αλεξιάς, 2 τόμοι: Leipzig, εκδ. Reifferscheid.

Κουκουλές Φ. 1948 - 1952.Βυζαντινών βίος και πολιτισμός, τομ. Α-Ε:

Αθήναι.

Miller W. 1909 - 1910. Η Φραγκοκρατία εν Ελλάδι, (Ελληνική μετ. Σπ. Λάμπρου): Αθήναι.

Παπαρρηγόπουλου Κ. 1932. Ιστορία του Ελληνικού Έθνους. Έκδοσις 6η, επιμελ. Π. Καρολίδου: Αθήναι, Ελευθερουδάκης.

Πασπάτης Α. 1888. Χιακόν Γλωσσάριον: Αθήναι.

Σάρου Αιμιλία. 1916. Το κάστρον της Χίου: Αθήναι.

Σγουρός Κ. 1937. Η Ιστορία της Χίου: Αθήνα.

Σίδερις, Α. 1950, 1957. Ιστορία του οικονομικού βίου, τομ. Α΄ και Β΄: Αθήναι.

Χουμανίδης Λ. 1941, 1948. «Μελέται περί της διοικητικής διαιρέσεως και της

επαρχιακής διοικήσεως εν τω Βυζαντινώ κράτει»: Επετηρίς Εταιρείας

Βυζαντινών Σπουδών, ΧVΙΙ (1941), ΧVΙΙΙ, (1948).

________. 1959. Οικονομία και Εμπόριο εις το Βυζάντιον: Αθήναι.

Χρυσόβουλλο, Κ. Μονομάχου: Ιανουάριος 1044.

Χρυσόβουλλο, Κ. Μονομάχου: Ιούλιος 1049.

Χρυσόβουλλο, Κ. Δούκα: του 1062.

Χρυσόβουλλο, Μ. Ζ΄ Δούκα: του 1071 - 1072.

Χρυσόβουλλο, Ν. Βοτανειάτου: Ιούνιος 1079.

Χρυσόβουλλο, Μ. Παλαιολόγου: Απρίλιος 1259.

Χρυσόβουλλο, Α. Γ΄ Παλαιολόγου: του 1331.

1. Οι όροι Βυζαντινό κράτος, Βυζάντιο και Βυζαντινός ή Βυζαντιακός, κατά το Δ.Α. Ζακυθηνό (Βυζάντιον, Κράτος και Κοινωνία, Ιστορική Επισκόπησις, Αθήναι 1951, σελ. 9,10), θεσπίστηκαν από το 16ο αιώνα. Η λέξη Βυζαντινός εμφανίσθηκε αρχικώς στη λατινική, μετά την άλωση της Κωνσταντινούπολης από τους Τούρκους, δηλώνοντας κυρίως τους λόγιους που είχαν καταφύγει στην Ιταλία (...). Από το έτος 212 απενεμήθη ο τίτλος του Ρωμαίου πολίτου στους μη ρωμαϊκούς πληθυσμούς και όλοι οι υπήκοοι της ρωμαϊκής αυτοκρατορίας ονομάστηκαν Ρωμαίοι και η χώρα Ρωμαΐς γη, οι δε αυτοκράτορες μέχρι και του Κωνσταντίνου του Παλαιολόγου «πιστοί βασιλείς και αυτοκράτορες Ρωμαίων». Η Ρωμαΐς γη λεγόταν και Αυσονία και οι κάτοικοί της Αύσονες. Αργότερα η χώρα ονομάσθηκε Ρωμανία.

2. Η οργάνωση των επαρχιών του Βυζαντίου κατά θέματα είχε ολοκληρωθεί επί των ημερών του Βασιλείου του Β΄ (976 - 1025). Πρώτη μνεία για το θεσμό των θεμάτων, κατά το Δ.Α. Ζακυθηνό, γίνεται το 622. Σύμφωνα με το L. Brehier, ο θεσμός αυτός υπήρξε αποτέλεσμα των δυσχερών χρόνων του 7ου αιώνα.

3. Κ. Παπαρρηγόπουλος: τομ. Δα΄, σελ. 33.

4. Δ. Α. Ζακυθηνός (Βυζαντ. Ιστορία, σελ. 328): Χρυσόβουλλα ονομάσθηκαν τα επίσημα αυ-τοκρατορικά έγγραφα, διότι από του 9ου αιώνα σφραγίζονταν με χρυσή σφραγίδα. Για τη σύνταξη των χρυσοβούλλων χρησιμοποιούνταν πλήθος γραμματέων και ασηκρητών, γιατί τα πάντα γινόταν με το χέρι, ενώ η φύλαξη του αυτοκρατορικού μελανοδοχείου ήταν εμπιστευμένη «εις τον επί του κανικλείου».

5. Στη Φώκαια, η οποία υπαγόταν στην οικονομική περιφέρεια της Χίου, υπήρχαν ορυχεία στυπτηρίας, τα οποία διαχειριζόταν ο δημόσιος τομέας.

6. Ο μάγκης ή μάγκιπος διέφερε από τον αρτοποιό, διότι αυτός ήταν «ο δημώδους άρτου δημιουργός». Ήταν δηλαδή εργολήπτης κατασκευής άρτου, υπεύθυνος για τον εφοδιασμό της πόλης με άρτο, εφόσον βέβαια του δινόταν ανάλογο σιτάρι από το Δημόσιο.

7. Δηλαδή σχηματισμού.

8. Δηλαδή οπλισμένων με κοντάρι.

9. Δηλαδή οπλισμένων με τόξα.

10. Η ταγή πεζών ήταν παλαιός φόρος, που καταβαλλόταν από κάθε θέμα, για την εξασφάλιση του σιτηρεσίου των πεζών.

11. Πρόκειται περί εξοπλίσεως νέων ή άλλων στρατιωτών, οι οποίοι ανήκαν στη φρουρά των φρουρίων του νησιού, ενώ ταξατιών ήταν η αμοιβή των επί της τάξεως ταξεωτών και ματζουκατιών η αμοιβή του ειδικού σώματος των ματζουκατιώνων.

12. Δηλαδή η διάθεση ψιλών στρατιωτών και ναυτών.

13. Εξκουσσεία = ατέλεια, απαλλαγή από τους φόρους και τα βάρη που υποχρεώνονταν οι βυζαντινοί φορολογούμενοι.

14. Acta et Diplomata: τομ. 6ος σελ. 15 - Ν.Svoronos: Cadastre, σελ.139 - Ζ. Zaxhariae von Lingenthal, σελ. 257, 262.

15. Acta et Diplomata: τομ.6ος, σελ. 6,7,12,13.

16. Α.Δ. Σίδεριν: τομ. Α΄, σελ. 292, σημ. 4.

17.. Κουμέρκια ή κομμέρκια: Από τη λατινική λέξη commercii που σημαίνει δασμούς και τελωνιακά τέλη

18.. Από το σκάλα = προκυμαία.

19.. Ι.Ε. Καραγιαννόπουλον: σελ. 284 - Χρυσόβουλλο Κ. Μονομάχου, του Ιανουαρίου 1044.

20.. Νικηφόρον: Θεία και Ιερά ακολουθία των οσίων και θεοφόρων πατέρων ημών Νικήτα, Ιωάννου και Ιωσήφ, Ενετίηση 1804, παρά Νικολάω Γλυκεί τω εξ Ιωαννίνων, σελ. 80.

21.. Χρυσόβουλλο Κ. Μονομάχου 1044 - Κ. Παπαρρηγόπουλον: εκδ. 6η Δ1 σελ. 45 σημ.1,2 - Α.Μ. Ανδρεάδην: Ιστορία, σελ. 468, σημ.1, σελ. 481 σημ. 5.

22.. Μετά τον 11ο αιώνα εισάχθηκε ο θεσμός της πρόνοιας στα πλαίσια του οποίου γινόταν η στρατολογία του πλωΐμου και του στρατού σε συνδυασμό με τους μισθοφόρους και τους στρατιώτες των στρατιωτοπίων που απέμειναν. Η πρόνοια διέφερε του στρατιωτοπίου, καθ' όσον δεν συνεπαγόταν προσωπική υποχρέωση, αλλά εισφορά οπλισμού ορισμένου αριθμού ανδρών.

 
< Προηγ.   Επόμ. >
Θέσεις, τριμηνιαία επιθεώρηση, 36ο έτος (1982-2018), εκδόσεις Νήσος, (Σαρρή 14, 10553, Αθήνα, τηλ-fax: 210-3250058)
Το περιεχόμενο διατίθεται ελεύθερα για μη εμπορικούς σκοπούς, υπό τον όρο της παραπομπής στην αρχική του πηγή