Μύθοι και πραγματικότητα της παγκοσμιοποίησης Εκτύπωση
Τεύχος 67, περίοδος: Απρίλιος - Ιούνιος 1999


ΜΥΘΟΙ ΚΑΙ ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΟΤΗΤΑ ΤΗΣ ΠΑΓΚΟΣΜΙΟΠΟΙΗΣΗς ΕΝΑΣ ΑΙΩΝΑΣ ΕΞΩΤΕΡΙΚΟΥ ΕΜΠΟΡΙΟΥ ΚΑΙ ΞΕΝΩΝ ΕΠΕΝΔΥΣΕΩΝ1
του Paul Bairoch
μετάφραση: Χρ. Βαλλιάνος

Πολλοί σύγχρονοι μελετητές και διαμορφωτές πολιτικής έχουν καταλήξει στην άποψη ότι η παγκόσμια οικονομία έχει εισέλθει σε μια συνολικά νέα φάση και ότι οι συνέπειες της παγκοσμιοποίησης στο εμπόριο, την τεχνολογία, το χρηματοπιστωτικό σύστημα, ακόμα και τις οικονομικές πολιτικές θα ξεπεράσουν κάθε προηγούμενο. Η αλληλεξάρτηση αναδεικνύεται γρήγορα σε νόρμα της νέας τάξης. Τα αποδεικτικά στοιχεία που υποστηρίζουν αυτή την άποψη προέρχονται από τη διάβρωση και το μετασχηματισμό του εθνικού και διεθνούς συστήματος που κληρονομήθηκε από το Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο. Ωστόσο, η Σχολή των Annales και η «μακροπρόθεσμη προσέγγιση» (longueduree) μας υπενθυμίζουν ότι αυτό που θεωρείται από πολλούς ως ένα νέο φαινόμενο δεν είναι υποχρεωτικά νέο.

Για ένα ιστορικό της οικονομίας, τα σύνθετα αυτά ζητήματα θα πρέπει να προσεγγίζονται με προσοχή και να τίθενται ως μια σειρά συγκεκριμένων ερωτημάτων: είναι αληθές ότι στην εποχή μας το εξωτερικό εμπόριο ως ποσοστό του ΑΕΠ μιας χώρας έχει ξεπεράσει κάθε προηγούμενο; Αληθεύει ότι οι εξωτερικές επενδύσεις αποτελούν ένα συνολικά νέο φαινόμενο; Ή, μας προσφέρει το βρετανικό παράδειγμα κάποιες πολύτιμες ιδέες σχετικά με τη σημερινή διάβρωση της κυριαρχίας των ΗΠΑ στο παγκόσμιο σύστημα; Οι οικονομολόγοι γενικά αντιμετωπίζουν το ελεύθερο εμπόριο και τη διεθνοποίηση μ' ένα θετικό τρόπο. Ωστόσο, τα οικονομικά δεδομένα υποστηρίζουν μια τέτοια παραδοχή; Δεν θα ήταν δυνατόν, υπό ορισμένες περιστάσεις, να αποτελέσει το διεθνές εμπόριο το πεδίο ενός γενικευμένου ντάμπινγκ, όπου οι διάφορες χώρες θα μειώνουν τεχνητά τις τιμές των βιομηχανικών αγαθών προκειμένου να αποκτήσουν ένα μεγαλύτερο μερίδιο της αγοράς;

Το παρόν άρθρο προσφέρει διαφόρους οικονομικούς δείκτες προκειμένου να συλλάβουμε τα σύνθετα αυτά ζητήματα, ακόμα και αν δεν είναι πλήρη και οριστικά απ' όλες τις απόψεις. Παραπέρα, αμφισβητούμε τη σύγχρονη παραδοσιακή φιλολογία σχετικά με το καινοφανές της παγκοσμιοποίησης: Το διεθνές εμπόριο υπήρξε ένα μακροχρόνιο φαινόμενο. Η επέκταση της οπτικής μας μέχρι τις δεκαετίες του 1920 και του 1930 τοποθετεί τις πρόσφατες αλλαγές που χρονολογούνται από τη δεκαετία του 1960 και μετά σ' ένα γενικότερο πλαίσιο. Οι διαφορετικοί συσχετισμοί δυνάμεων που χαρακτήριζαν την παλαιότερη αυτή περίοδο μας επιτρέπουν να αναπτύξουμε εδώ μια συγκριτική ποσοτική προσέγγιση μέσω μιας θεσμικής οπτικής.

1. Το διεθνές εμπόριο

Η συνεχής αύξηση των εισαγωγών και των εξαγωγών θεωρείται ως αποδεικτικό στοιχείο του ότι τα κράτη εξαρτώνται σε μεγαλύτερο βαθμό από τις παγκόσμιες αγορές.2 Αν συμπεριλάβουμε το εμπόριο των υπηρεσιών η εικόνα εμφανίζεται ελαφρά τροποποιημένη. Η ανάλυση που ακολουθεί επικεντρώνεται κατ' αρχήν στο εμπόριο υλικών αγαθών, δεδομένου ότι αυτό είναι τέσσερις φορές σημαντικότερο από το εμπόριο των υπηρεσιών.

Το σχήμα 1 παρουσιάζει την εξέλιξη των εξαγωγών ως ποσοστό του ΑΕΠ μεταξύ των ετών 1950 και 1993 (και τα δύο μεγέθη εκφράζονται σε τρέχουσες αξίες). Το γράφημα αποκαλύπτει ότι από το 1968 -- και πολύ περισσότερο από το 1973 – το ποσοστό των εξαγωγών (οι εξαγωγές ως ποσοστό του ΑΕΠ, στΜ) παριστά μια αυξανόμενης σημασίας παράμετρο της οικονομίας των αναπτυγμένων δυτικών χωρών.3 Το ποσοστό αυτό αυξήθηκε μόλις από 8,4% ως 8,8% το 1950 σε 9,0% το 1964/5, έφτασε όμως το 15,9% το 1980 και σταθεροποιήθηκε στο 14,5% μεταξύ 1974 και 1993. Από το 1970 και μετά, το ποσοστό των εξαγωγών στην οικονομία των αναπτυγμένων δυτικών χωρών αυξήθηκε κατά δύο τρίτα. Η αύξηση αυτή ασφαλώς αποκαλύπτει περισσότερο μια τάση παγκοσμιοποίησης παρά μια δευτερεύουσα διαρθρωτική αλλαγή του διεθνούς εμπορίου.

Προκειμένου να εξετάσουμε αυτή την τάση παγκοσμιοποίησης, θα πρέπει να λάβουμε υπ' όψη μας τρεις σημαντικούς παράγοντες (οι οποίοι θα αγνοήσουν τις προφανείς συνέπειες και των δύο πετρελαϊκών κρίσεων): (1) οι διεθνείς επιδόσεις των ΗΠΑ ακολουθούν ένα μοτίβο διαφορετικό από αυτό των άλλων βιομηχανικών χωρών, (2) οι τιμές των εξαγωγών και οι τιμές σε τοπικό επίπεδο παρουσιάζουν ένα διαφορετικό μοτίβο εξέλιξης, και (3) η ανάλυση αυτή θα πρέπει να υποστηριχτεί από μια ιστορική οπτική.

1.1 Η περιφερειακή διαφοροποίηση

Πριν επικεντρωθούμε στην περιφερειακή μεγέθυνση του εμπορίου υλικών αγαθών που εξακολουθεί να παραμένει κυρίαρχο, θα αναλύσουμε εν συντομία τις εξαγωγές υπηρεσιών4 από το 1970.5 Το 1970/2, οι εξαγωγές υπηρεσιών (που αναφέρονται ως "πιστώσεις" στις στατιστικές του ισοζυγίου πληρωμών) αντιπροσώπευαν το 28,8% των εξαγωγών υλικών αγαθών των αναπτυγμένων δυτικών χωρών. Το ποσοστό αυτό μειώθηκε στο 24,0% για το διάστημα 1979/81, και στη συνέχεια αυξήθηκε στο 27,4% για το διάστημα 1990/2. Η αύξηση αυτή μετασχηματίζεται σε μια μέτρια αύξηση ως ποσοστό του ΑΕΠ (από 3% για το διάστημα 1970/2 σε 4,0% για το διάστημα 1990/2). Σε σύγκριση με τις εξαγωγές υλικών αγαθών που αυξήθηκαν κατά δύο τρίτα, οι εξαγωγές αγαθών αυξήθηκαν μόνο κατά ένα τρίτο. Η αύξηση αυτή οφείλεται, σ' ένα σημαντικό βαθμό, στο γεγονός ότι οι εξαγωγές υπηρεσιών στις ΗΠΑ αναπτύχθηκαν ταχύτερα (από 1,3% σε 2,7% του ΑΕΠ στην περίοδο από 1970/2 έως 1990/2). Αξίζει να σημειωθεί ότι από το 1986 οι ΗΠΑ έχουν ένα αυξανόμενο πλεόνασμα στο ισοζύγιο πληρωμών για υπηρεσίες (περίπου 21% για το 1991), παρά το σημαντικό τους έλλειμμα στις εξαγωγές εμπορευμάτων. Ο Πίνακας 1, που χρησιμοποιεί τα ίδια δεδομένα με το γράφημα 1, δείχνει καθαρά τη διαφορά στα ποσοστά εξαγωγών. Δείχνει επίσης ότι οι τελευταίες εξελίσσονται σύμφωνα με διαφορετικά μοτίβα.

Η αιτία της απόκλισης των εξαγωγών είναι ήδη γνωστή και μπορούμε συνοπτικά να τη διατυπώσουμε ως εξής: Η απόκλιση του δείκτη εξαγωγές ως ποσοστό του ΑΕΠ προκύπτει από ένα γνωστό - και ευρέως αποδεκτό - "νόμο"6 : Όσο μεγαλύτερη είναι μια χώρα, και υπό την προϋπόθεση ότι όλοι οι άλλοι παράγοντες παραμένουν σταθεροί, τόσο μικρότερο είναι το ποσοστό των εξαγωγών της. Αξίζει ωστόσο να σημειωθεί, ότι το ποσοστό των αμερικανικών εξαγωγών αυξήθηκε κατά 90% μεταξύ των πρώτων ετών της δεκαετίας του 1970 και των αντίστοιχων ετών της δεκαετίας του 1990, ενώ το ποσοστό της Δυτικής Ευρώπης αυξήθηκε μόνο κατά το ένα τρίτο, παρά το φαινόμενο της οικονομικής ολοκλήρωσης. Η Ιαπωνία επέδειξε μια ακόμα μετριότερη αύξηση, μικρότερη του ενός πέμπτου. Μάλιστα, μια σύγκριση μεταξύ της περιόδου 1959/61 και της περιόδου 1989/91 δείχνει μια στασιμότητα της Ιαπωνίας. Το ποσοστό των εξαγωγών των αναπτυγμένων δυτικών χωρών (εξαιρουμένων των ΗΠΑ) αυξήθηκε λιγότερο από το ένα έκτο κατά την περίοδο από το 1969/71 (15,9%) έως το 1989/91 (18,4%)7 . Το ποσοστό των εξαγωγών της ΕΟΚ (εξαιρουμένου του διακοινοτικού εμπορίου) κατά το διάστημα 1959/61 έως 1989/91 αυξήθηκε από 7,1% σε 8,7%, που μεταφράζεται σε μια αύξηση ίση με το ένα τέταρτο, ενώ οι συνολικές εξαγωγές αυξήθηκαν κατά το ένα τρίτο.

Οι ΗΠΑ γνώρισαν τη μεγαλύτερη αύξηση του ελλείμματος του εμπορικού τους ισοζυγίου. Η τάση αυτή γίνεται περισσότερο εμφανής αν μετρήσουμε τις εισαγωγές ως ποσοστά του ΑΕΠ. Πράγματι, οι εισαγωγές ως ποσοστό του ΑΕΠ αυξήθηκαν από 3,9% στην περίοδο 1969/71 σε 9,4% στην περίοδο 1989/91. Αυτό σημαίνει ότι οι εισαγωγές αυξήθηκαν κατά 140%, ενώ οι εξαγωγές αυξήθηκαν κατά 90%. Επί πλέον, μεταξύ 1950 και 1960, το ποσοστό των εισαγωγών αυξανόταν ταχύτερα απ' ό,τι το ποσοστό των εξαγωγών. Αν βασιστούμε στις πιο πρόσφατες διαθέσιμες στατιστικές για τις ΗΠΑ,8 θα δούμε ότι οι συνολικές εισαγωγές αγαθών και υπηρεσιών αποτελούσαν το 5,9% του ΑΕΠ κατά την περίοδο 1969-71 και το 13,9% την περίοδο 1989-91. Η αυξανόμενη παγκοσμιοποίηση του εξαγωγικού εμπορίου φαίνεται εντονότερα στην περίπτωση των ΗΠΑ απ' ό,τι σ' αυτή της Ευρώπης. Αλλά, κατά τα πρώτα έτη της δεκαετίας του 1990, οι ΗΠΑ μόλις έφθαναν το επίπεδο στο οποίο βρισκόταν η Δυτική Ευρώπη κατά τα πρώτα χρόνια της δεκαετίας του 1970.

1.2 Εξαγωγές: γενικευμένο ντάμπινγκ;

Ας εξετάσουμε την αποκλίνουσα εξέλιξη του όγκου των εξαγωγών και του όγκου του ΑΕΠ των άλλων αναπτυγμένων χωρών.

Μετά το Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, ο όγκος των εξαγωγών όλων των χωρών αυξήθηκε ταχύτερα απ' ό,τι ο όγκος του ΑΕΠ (βλ. Πίνακα 2). Όσον αφορά τις αναπτυγμένες δυτικές χώρες, η διαφοροποίηση αυτή ήταν μεγαλύτερη κατά τη δεύτερη εικοσαετία απ' ό,τι ήταν κατά την πρώτη εικοσαετία. Κατά την περίοδο 1950-1970, η απόκλιση ήταν πολύ σημαντική, παρ' όλον ότι το ποσοστό εξαγωγών της οικονομίας ήταν μάλλον σταθερές. Τα θέματα αυτά γίνονται πιο ευδιάκριτα αν υπολογίσουμε τα "ποσοτικά ποσοστά εξαγωγών". Το μέγεθος αυτό προκύπτει εάν εφαρμόσουμε στο ποσοστό των εξαγωγών τους δείκτες μεγέθυνσης του όγκου του ΑΕΠ και των εξαγωγών, ξεκινώντας από ένα συγκεκριμένο έτος. Ως σημείο εκκίνησης θα χρησιμοποιήσουμε το 1950 (βλ. Πίνακα 3).

Με όρους ποσοτικών ποσοστών εξαγωγών, το ποσοστό εξαγωγών της Δυτικής οικονομίας τριπλασιάστηκε στο διάστημα 1950-1990 (από 7,8% έφθασαν στο 23,7%). Με όρους αξίας, απλά διπλασιάστηκαν (από 7,8% στο 14,8%). Επομένως, η περίοδος 1970-1990 δεν χαρακτηρίζεται από μια επιτάχυνση του φαινομένου. Αντιθέτως, από το 1970 έως το 1990, το ποσοτικό ποσοστό εξαγωγών αυξανόταν με ετήσιο ρυθμό 2,5%, ενώ ο αντίστοιχος ρυθμός της περιόδου 1950-1990 ήταν 3,1%.

Η ανάλυση του Πίνακα 1 αποκαλύπτει ένα αξιοσημείωτο γεγονός. Παρ' όλον ότι η Ιαπωνία έχει τη φήμη ενός επιτυχημένου εξαγωγέα, οι ιαπωνικές εξαγωγές φαίνονται να είναι σχεδόν στάσιμες. Το γεγονός αυτό είναι ένα ακραίο παράδειγμα του αντίκτυπου που μπορεί να έχει η αποκλίνουσα εξέλιξη των εγχώριων τιμών σε σύγκριση με τις τιμές των εξαγωγών στην ερμηνεία των εξαγωγών, εάν η ανάλυση βασίζεται στον όγκο του ΑΕΠ και των εξαγωγών και όχι στην τρέχουσα αξία των δύο αυτών μεγεθών. Μεταξύ 1969/71 και 1989/91, οι ιαπωνικές εξαγωγές μειώθηκαν κατά 0,1% ενώ ο όγκος του ΑΕΠ και αυτός των εξαγωγών αυξήθηκαν αντίστοιχα κατά 195% και 305%. Αν δεχτούμε την υπόθεση ότι εξαγωγές και τοπικές τιμές εξελίσσονται με παρόμοιο τρόπο, η ανάλυση θα έπρεπε να υπολογίσει μια αύξηση των ιαπωνικών εξαγωγών κατά 36,3% και όχι μια μείωση κατά 0,1%.

Η παράδοξη αυτή εξέλιξη είναι πράγματι δυνατόν να εξηγηθεί από το γεγονός ότι η βελτίωση της παραγωγικότητας των εξαγωγικών τομέων δεν εξελίσσεται με τον ίδιο ρυθμό όπως αυτή της γενικής οικονομίας.

Μια απλή επεξεργασία των διαθέσιμων στοιχείων για την Ιαπωνία δείχνει ότι μια τέτοια εξέλιξη είναι πιθανό να απαιτεί μια ετήσια αύξηση της παραγωγικότητας των εξαγωγικών τομέων που να είναι μεγαλύτερη κατά 1,6% της αντίστοιχης αύξησης της παραγωγικότητας της γενικής οικονομίας. Εφ' όσον η παραγωγικότητα της ιαπωνικής οικονομίας ανά ώρα εργασίας αυξανόταν στο διάστημα από 1969/71 έως 1989/91 με ετήσιους ρυθμούς 4,1%, η εξέλιξη προϋποθέτει μια αύξηση της παραγωγικότητας των εξαγωγικών τομέων κατά 5,7%. Η παραγωγικότητα ανά ώρα εργασίας των ιαπωνικών βιομηχανικών κλάδων (τα βιομηχανικά αγαθά συνιστούν το 97% των συνολικών εξαγωγών) μεταξύ 1969/71 και 1989/91 αυξήθηκε κατά 4,5%. Τα στοιχεία αυτά υποδηλώνουν μια διαφορά της τάξεως του 0,4% και όχι του 1,6%. Ωστόσο, η ασυμφωνία αυτή είναι πιθανόν να οφείλεται στους άνισους ρυθμούς μεγέθυνσης μεταξύ της παραγωγικότητας των εξαγωγικών και των μη εξαγωγικών τομέων των βιομηχανικών κλάδων.

Το αποκλίνον αυτό πρότυπο είναι πιθανόν να οφείλεται σ' ένα "γενικευμένο ντάμπινγκ", μια έννοια που άρχισε να μου γίνεται προφανής πριν από τριάντα περίπου χρόνια, όταν διεξήγαγα μια μελέτη πενήντα περίπου επιχειρήσεων που ανήκαν σε τρεις βιομηχανικούς κλάδους (υπόδημα, έπιπλο και παραγωγή πλαστικών) για την Ευρωπαϊκή Κοινότητα. Εάν οι επιχειρήσεις αυτές ήθελαν να διατηρήσουν την παραγωγή τους στο άριστο ύψος, θα έπρεπε να εξάγουν τα προϊόντα τους σε τιμές που συχνά υπολείπονταν του μέσου κόστους παραγωγής. Συγκριτικές μελέτες των ευρωπαϊκών τιμών εξαγωγών9 αποκάλυψαν ότι αυτή η διαδικασία του ντάμπινγκ ενδέχεται να είναι εντονότερη απ' όσο υπαινίσσονται οι παραδοσιακές αναλύσεις. Η ερμηνεία αυτή πρέπει να είναι επαρκής, ωστόσο, η διαδικασία του "γενικευμένoυ ντάμπινγκ" αξίζει να μνημονευτεί για δύο λόγους. Πρώτον, η αύξηση των εισαγωγών και των εξαγωγών γίνεται εμφανέστερη όταν εκφράζεται με όρους όγκου. Δεύτερον, η διατάραξη της ισορροπίας αυτής της στρατηγικής ντάμπινγκ μπορεί να έχει αρνητικές συνέπειες -- ιδίως όταν ταυτόχρονα παρατηρούνται αποκλίσεις στις εμπορικές πολιτικές. Την ιδέα αυτή τη διευκρίνισα δείχνοντας την ανισορροπία μεταξύ Ιαπωνίας και του λοιπού δυτικού κόσμου.10

1.3 Ο ρυθμός αύξησης των εξαγωγών: η μακροπρόθεσμη ανάλυση

Όπως δείχνει ο Πίνακας 4, οι εξαγωγές των δυτικών οικονομιών σ' όλες σχεδόν τις περιπτώσεις, έφτασαν στο υψηλότερο σημείο τους τις παραμονές του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου. Για όλες τις αναπτυγμένες δυτικές χώρες, οι εξαγωγές αντιπροσώπευαν το 1913 περί το 12% του ΑΕΠ. Το επίπεδο αυτό προσεγγίστηκε μόλις το 1974, όταν η μεγάλη αύξηση των τιμών του πετρελαίου προκάλεσε μια ταχύρυθμη άνοδο της αξίας του διεθνούς εμπορίου. Το 1974, οι εξαγωγές αντιπροσώπευαν το 12,1%, έναντι 10,6% το 1972 και 9,2% το 1967/9.

Η Δυτική Ευρώπη, παρά τη δημιουργία μιας "κοινής αγοράς" (σήμερα ΕΕ) κατά τη δεκαετία του 1960, προσέγγισε το "ιστορικό ρεκόρ" μόλις το 1972, όχι πολύ νωρίτερα απ' ό,τι άλλες περιοχές. Για το 1991/3, οι εξαγωγές της Δυτικής Ευρώπης ήταν μόνο 34 εκατοστιαίες μονάδες, ή 18% υψηλότερες απ' ό,τι οι εξαγωγές του 1913. Το υψηλότερο ποσοστό εξαγωγών της Ιαπωνίας (13,6%) παρατηρήθηκε το 1929. Από το 1987 έως το 1993, το μέσο ποσοστό εξαγωγών της Ιαπωνίας ήταν 9,3% του ΑΕΠ. Παρά το μέγιστο του 13,4% που παρατηρήθηκε το 1984, φαίνεται ότι το μέσο ποσοστό των ιαπωνικών εξαγωγών διατηρήθηκε σε επίπεδα κατά ένα τρίτο κατώτερα του ποσοστού του 1929, το οποίο η χώρα, από την εποχή εκείνη, ποτέ δεν μπόρεσε να προσεγγίσει εκ νέου.

Οι ΗΠΑ έφθασαν το υψηλότερο ποσοστό εξαγωγών πριν από το 1913. Για την περίοδο 1898/1900, το ποσοστό των εξαγωγών των ΗΠΑ ανερχόταν σε 7,6%, έναντι 6,7% για την περίοδο 1889/91 και 6,4% για το 1913. Το ποσοστό της περιόδου 1898/1900 ξεπεράστηκε μόλις κατά τη δεκαετία του 1980. Όπως δείχνει ο πίνακας 4, αυτό συνέβη μόνο το 1989 και το 1992/3. Μεταξύ 1950 και 1980, το ποσοστό των αμερικανικών εξαγωγών ήταν περίπου το μισό του ποσοστού της περιόδου 1898/1900.

Έτσι λοιπόν, η διαδικασία της παγκοσμιοποίησης δεν είναι κάτι το καινοφανές, ακόμα και για τη χώρα εκείνη για την οποία η διαδικασία αυτή φαίνεται να είναι εμφανέστερη απ' οπουδήποτε αλλού. Στις αρχές του παρόντος αιώνα, τα βιομηχανικά αγαθά παριστούσαν μόλις το 25% των αμερικανικών εξαγωγών. Στις αρχές του 1995, η αναλογία αυτή ανήλθε στο 75%. Παρ' όλον ότι το ποσοστό των εξαγωγών όλων των αναπτυγμένων δυτικών κοινωνιών βρίσκεται μόνο κατά ένα τρίτο πάνω από τα επίπεδα του 1913, ο όγκος των εξαγωγών αυξήθηκε κατά 20 φορές, γεγονός που σημαίνει ότι ακόμα και οι εξαγωγές ανά κάτοικο είναι οκτώ φορές υψηλότερες.

Θα πρέπει ακόμα να συγκρίνουμε όλες τις αναπτυγμένες δυτικές χώρες από την άποψη του δια-περιφερειακού εμπορίου. Ως ποσοστό του ΑΕΠ, οι δια-περιφερειακές ανταλλαγές αυξήθηκαν από το 6,6% της περιόδου 1959/61 στο 7,7% για την περίοδο 1969/71 και στο 11,4% για την περίοδο 1989/91. Η σύγκριση μεταξύ των ποσοστών του 1913 και του 1928 μπορεί να γίνει μόνο προσεγγιστικά, εξ αιτίας της απουσίας λεπτομερών μελετών αλλά και των διαφοροποιήσεων των συνόρων. Βασιζόμενος σε στοιχεία που συνέλεξα στη διάρκεια μιας μελέτης μου11, αλλά και σε άλλα δεδομένα, κατέληξα στο ποσοστό 9,1% έως 9,3%. Για το 1928 μπορούν να προκύψουν ακριβέστερα στοιχεία, χάρις σε μια μελέτη που διεξήγαγε η Κοινωνία των Εθνών12, αλλά και στο γεγονός ότι ο πολιτικός χάρτης του 1928 μοιάζει πολύ περισσότερο με το σύγχρονο πολιτικό χάρτη. Το ποσοστό του δια-περιφερειακού εμπορίου για το 1928 φτάνει το 6,5%. Παρά τη διαδικασία της παγκοσμιοποίησης, το ποσοστό του 1913 ξεπεράστηκε μόλις το 1973. Το ποσοστό του 1991/2 είναι μόλις 2,2 εκατοστιαίες μονάδες υψηλότερο απ' εκείνο του 1913. Η αύξηση αυτή είναι λιγότερο σημαντική σε σύγκριση με τις συνολικές εξαγωγές, εφ' όσον παριστά αύξηση μικρότερη από το ένα τέταρτο.

2. Διεθνείς επενδύσεις13

Η ανάλυση που ακολουθεί επικεντρώνεται στις άμεσες επενδύσεις. Παρ' όλον ότι οι περισσότερες μελέτες ασχολούνται με τις άμεσες διεθνείς επενδύσεις, κάποιες άλλες ροές μακροπρόθεσμου κεφαλαίου (όπως επίσης και κεφαλαιουχικών αγαθών) είχαν -- και εξακολουθούν να έχουν -- μεγαλύτερη σημασία. Αν για παράδειγμα κοιτάξουμε τον ετήσιο μέσο όρο των αναπτυγμένων δυτικών χωρών για την περίοδο 1988 έως 1991 (την τελευταία τριετία πριν από την ύφεση), οι ροές άμεσων επενδύσεων ανέρχονταν σε 206 δισ.$, οι επενδύσεις χαρτοφυλακίου σε 250 δισ. $ και τα μακροπρόθεσμα κεφάλαια σε 65 δισ. $. Έτσι λοιπόν, οι άμεσες επενδύσεις ερμηνεύουν μόνο το 40% των συνολικών ροών μακροπρόθεσμων κεφαλαίων. Το ενδιαφέρον για τις άμεσες επενδύσεις προέρχεται από το γεγονός ότι έχουν ένα μεγαλύτερο αντίκτυπο στη διεθνή οικονομία. Όσον αφορά τα κεφαλαιουχικά αγαθά, η κατάσταση φαίνεται να είναι ελαφρώς διαφορετική. Η σημερινή κατανομή μεταξύ άμεσων επενδύσεων και επενδύσεων χαρτοφυλακίου είναι πολύ διαφορετική από αυτή που χαρακτήριζε τον 19ο, ή ακόμα και τις αρχές του 20ού αιώνα.

Η ανίχνευση της μακροπρόθεσμης εξέλιξης των διεθνών επενδύσεων παρουσιάζει δυσκολίες, δεδομένου ότι δεν υπάρχουν διαθέσιμα στοιχεία σχετικά με τις άμεσες επενδύσεις κατά την περίοδο προ του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου. Πέραν αυτού, τα δεδομένα που σχετίζονται με τα μακροπρόθεσμα κεφαλαιουχικά αγαθά, πέραν αυτών που σχετίζονται με τις άμεσες επενδύσεις, δεν είναι πλήρη για την μεταπολεμική περίοδο. Θα εξετάσω κατ' αρχήν τα στοιχεία που αφορούν τις ροές και στη συνέχεια τα κεφαλαιουχικά αγαθά. Η διάκριση αυτή είναι βέβαια τεχνητή, και θα πρέπει να έχουμε υπ' όψη μας τη μεταξύ των δύο αυτών μεγεθών συσχέτιση.

2.1 Ροές διεθνών επενδύσεων

Τα στοιχεία που αφορούν ροές άμεσων επενδύσεων είναι συνήθως προβληματικά. Το γεγονός ότι υπάρχουν τέτοιου είδους στοιχεία δεν συνεπάγεται υποχρεωτικά ότι οι στατιστικές είναι ιδιαίτερα αξιόπιστες. Αξίζει να σημειωθεί ότι παρά το γεγονός ότι οι στατιστικές σχετικά με τις ΗΠΑ ήταν πάντα από τις πλέον ακριβείς, οι στατιστικές που δίνονται για το ζήτημα αυτό στο Statistical Yearbook, έπονται της εξής σημείωσης: "Εκτιμήσεις... που εμπεριέχουν σημαντικό σφάλμα λόγω της φύσης των βασικών δεδομένων."15 Αυστηρά συγκρίσιμα ετήσια δεδομένα σχετικά με τις ροές των άμεσων επενδύσεων κατέστησαν διαθέσιμα μόλις το 1970. Το σχήμα 2 παρουσιάζει την εξέλιξη των επενδυτικών εκροών από τις αναπτυγμένες δυτικές χώρες μεταξύ των ετών 1970 και 1993. Τα στοιχεία δίδονται ως ποσοστά του ΑΕΠ σε τρέχουσες τιμές.16

Η εξέλιξη των άμεσων επενδυτικών εκροών υπήρξε πολύ ευαίσθητη στις οικονομικές διακυμάνσεις. Υπήρξε ιδιαίτερα ευαίσθητη στις υφέσεις του 1982 και του 1991/2, ενώ επηρεάστηκε λιγότερο από την ύφεση του 1974/5. Η σημαντική πτώση που σημειώθηκε το 1982 (περισσότερο από 50% σε όγκο) προέκυψε κυρίως από μια πολύ σημαντική πτώση των αμερικανικών επενδυτικών εκροών (περίπου 90%). Αν δεν λάβουμε υπ' όψη μας τη συγκυρία, μπορούμε να πούμε ότι ο όγκος των άμεσων επενδυτικών εκροών των αναπτυγμένων δυτικών χωρών που άρχισε να αυξάνεται κατά τη δεκαετία του 1960, αυξανόταν με ακόμη ταχύτερους ρυθμούς τα πρώτα χρόνια της δεκαετίας του 1970. Η άνοδος αυτή υπήρξε εξαιρετικά απότομη κατά το δεύτερο μισό της δεκαετίας του 1980. Μια πιο επεξεργασμένη στατιστική ανάλυση, βασισμένη σε μια ακριβή χρονολόγηση, θα μπορούσε να αποκαλύψει ότι «αυτό το πρότυπο τάσεων και κύκλων είναι σύμφωνο με την εικόνα που αναδύεται από μια πρόχειρη παρατήρηση των έτος-προς-έτος κινήσεων των ροών των ΑΞΕ (άμεσων ξένων επενδύσεων). Αυτό που δεν είναι εμφανές από την παρατήρηση των ροών ΑΞΕ είναι ότι η διόγκωση του δεύτερου μισού της δεκαετίας του 1980 είναι παρόμοια με αυτή του τέλους της δεκαετίας του 1970. Αντίθετα, η πτώση αυτών των εκροών στις αρχές της δεκαετίας του 1980 φαίνεται να συνιστά μια παρέκκλιση από το πρότυπο που διέπει τις μεταβολές τους».

Από την άποψη της σχετικής τους σημασίας ως ποσοστό του ΑΕΠ, οι εκροές άμεσων επενδύσεων αυξάνονται από 0,4% σε 0,5% κατά τη δεκαετία του 1960, σε 0,7% στις αρχές της δεκαετίας του 1980, και σε 1,4% στην περίοδο 1989/90. Το ποσοστό εκροών άμεσων διεθνών επενδύσεων τριπλασιάστηκε, ενώ το ποσοστό των εξαγωγών αυξήθηκε μόνον κατά δύο τρίτα. Πέραν αυτού, οι αναπτυγμένες δυτικές χώρες διαδραματίζουν ένα σημαντικότερο ρόλο στις άμεσες επενδύσεις απ' ό,τι στο εμπόριο. Τους αντιστοιχεί το 97% του συνόλου των διεθνών ξένων επενδύσεων, αλλά μόνο για το 72% των εξαγωγών. Οι εκροές άμεσων επενδύσεων είναι εντονότερες δια-περιφερειακά απ' ό,τι το εμπόριο. Για παράδειγμα, το 85% των άμεσων επενδυτικών εκροών των αναπτυγμένων δυτικών χωρών κατευθύνθηκαν στις άλλες χώρες του δυτικού κόσμου, ενώ το αντίστοιχο συνέβη μόνο με το 77% των εξαγωγών. Ο παράγων αυτός ενισχύει την παγκοσμιοποίηση των δυτικών οικονομιών.

Ο Πίνακας 5 δείχνει πώς κατανέμονται μεταξύ των διαφόρων κρατών οι εκροές άμεσων επενδύσεων. Οι έντεκα χώρες που παρουσιάζονται στον πίνακα ευθύνονται για το 98% του συνόλου των εκροών των αναπτυγμένων δυτικών χωρών (και για το 95% του συνόλου των παγκοσμίων εκροών). Η πιο εντυπωσιακή περίπτωση είναι αυτή της Ιαπωνίας. Στις αρχές της δεκαετίας του 1970, η Ιαπωνία ήταν περιθωριακός εξαγωγέας κεφαλαίου: οι εξαγωγές κεφαλαίου της αντιπροσώπευαν το 3% του συνόλου των εξαγωγών των δυτικών χωρών. Η Ιαπωνία έφτασε στη δεύτερη θέση στις αρχές της δεκαετίας του 1980 και έγινε η πρώτη κεφαλαιοεξαγωγική δύναμη το 1989 (21% για το 1989/90). Οι ροές των ιαπωνικών άμεσων επενδύσεων άρχισαν να αποτελούν ένα όλο και σημαντικότερο μερίδιο των κινήσεων άμεσων επενδύσεων μεταξύ των αναπτυγμένων δυτικών χωρών από το 1972. Το 1971, στην Ιαπωνία αντιστοιχούσε μόνο το 2,9% των διεθνών ροών κεφαλαίου, ενώ το 1972 της αντιστοιχούσε το 5%. Οι ΗΠΑ παρουσιάζουν ένα διαφορετικό υπόδειγμα: το μερίδιό τους στο σύνολο των αναπτυγμένων δυτικών χωρών ήταν 63% για την περίοδο 1970/71 έναντι 14% για την περίοδο 1989/90. Οι ΗΠΑ βρίσκονται μόλις πιο πάνω από το Ηνωμένο Βασίλειο, τη Γαλλία και τη Γερμανία, που αποτελούν τους άλλους τρεις σημαντικούς εξαγωγείς κεφαλαίου. Οι χώρες αυτές εξάγουν μόνο διπλάσια κεφάλαια απ' αυτά που εξάγουν μικρότερες χώρες όπως η Σουηδία και η Ολλανδία. Με δύο λόγια, ο πίνακας δείχνει ότι οι κινήσεις κεφαλαίου και το εμπόριο κινούνται σε αντίθετες κατευθύνσεις. Η αμερικανική οικονομία έχει καταστεί περισσότερο εξωστρεφής, ενώ οι ιαπωνικές εξαγωγές παρέμειναν σταθερές.

Από την άποψη της σχετικής τους σημασίας, οι εκροές άμεσων επενδύσεων έφθασαν στο υψηλότερο ιστορικό σημείο τους κατά τα τελευταία χρόνια. Οι αλλαγές του ιστορικού υποδείγματος μπορούν να εντοπιστούν παρά τα κενά των στατιστικών δεδομένων. Ένα πρόσφορο σημείο εκκίνησης της ανάλυσης αποτελεί η περίοδος του μεσοπολέμου. Η πληρέστερη μελέτη που καλύπτει αυτή την περίοδο εκπονήθηκε από τα Ηνωμένα Εθνη.18 Δυστυχώς όμως εξετάζει μόνο τις καθαρές κινήσεις. Είναι γνωστό ότι οι κινήσεις κεφαλαίου επιβραδύνθηκαν δραστικά μετά την κρίση του 1929 και στη διάρκεια της ύφεσης του 1930, παραμένουν όμως ερωτηματικά σχετικά με το τέλος της δεκαετίας του 1920. Μπορούμε, ωστόσο, βασιζόμενοι σε μια ελλιπή πληροφόρηση, να εκτιμήσουμε ότι το 1929, οι καθαρές κινήσεις κεφαλαίου του συνόλου των αναπτυγμένων χωρών που εξήγαν κεφάλαια, ανέρχονταν σε 1,7 έως 1,8 δισ. $. Θα πρέπει όμως να εκτιμήσουμε τη σχετική τάξη του ύψους των συνολικών ροών κεφαλαίου. Για το 1989/91, οι μακροπρόθεσμες ροές κεφαλαίου αντιπροσώπευαν 521 δισ. $ ή το 3,3%του ΑΕΠ. Το 1984, παριστούσαν 168 δισ. $ ή το 2% του ΑΕΠ. Στις αρχές της δεκαετίας του 1960, ανέρχονταν σε 7 έως 10 δισ. $ ή σε 0,6 έως 1,1% του ΑΕΠ. Αν θεωρήσουμε ότι οι συνολικές ροές ξεπερνούσαν τις καθαρές ροές κατά 30 έως 50% (περιλαμβανομένων των καθαρών εισαγωγών κεφαλαίου), τα πιο πάνω στοιχεία για το 1929 τις ανεβάζουν στα 2,3 έως 2.6 δισ. $. Το ποσό αυτό αντιπροσωπεύει 20 έως 22 δισ. $ σε τιμές 1990 και ισούται με το 1% του ΑΕΠ. Είναι χαμηλότερο από τα σημερινά επίπεδα, ωστόσο τα υψηλότερα ποσοστά [της μεσοπολεμικής περιόδου, στΜ.) δεν ήταν εκείνα του 1929.

Σχετικά περισσότερα είναι τα στοιχεία που είναι διαθέσιμα για το 1913. Οι συνολικές ακαθάριστες εκροές μακροπρόθεσμου κεφαλαίου εκτιμήθηκαν στα 2.2 έως 2.8 δισ. $.18 Το ποσό αυτό, σε τιμές 1990, μεταφράζεται σε 32 έως 40 δισ. $ και αντιπροσωπεύει το 2,3 έως 2,9% του ΑΕΠ της εποχής εκείνης. Τα στοιχεία αυτά (όπως επίσης και τα αντίστοιχα της περιόδου του μεσοπολέμου) είναι μάλλον υποτιμημένα. Το ποσοστό του 1913 είναι πιθανό να είναι 3% του ΑΕΠ ή και ακόμα μεγαλύτερο. Το ποσοστό αυτό προσεγγίστηκε μόλις τα τελευταία χρόνια της δεκαετίας του 1980. Ακόμα και τα πρόσφατα στοιχεία, που αποτελούν ένα ιστορικό ρεκόρ, είναι μόλις κατά 0,3 εκατοστιαίες μονάδες ή κατά 10% υψηλότερα αυτών του 1913. Παρ' όλον ότι τα στοιχεία είναι τόσο ανεπαρκή για να μας επιτρέψουν να προχωρήσουμε σε κάποιο αξιόπιστο υπολογισμό των άμεσων επενδυτικών ροών του 1929 και του 1913, δύσκολα μπορούμε να μιλήσουμε για την παγκοσμιοποίηση ως κάτι το πρωτοφανές.

2.2 Τα αποθέματα ξένων άμεσων επενδύσεων

Η ανάλυση εστιάζεται στα αποθέματα των άμεσων επενδύσεων κυρίως διότι οι άμεσες επενδύσεις διαδραμάτισαν ένα σημαντικότερο ρόλο από αυτό των επενδύσεων χαρτοφυλακίου ή των άλλων μακροπρόθεσμων κεφαλαίων.

Τα δεδομένα γι' αυτή την ανάλυση παρουσιάζονται στον πίνακα 3, όπου αποτυπώνεται η ετήσια εξέλιξη του όγκου των αποθεμάτων των ξένων άμεσων επενδύσεων από το 1970 ως το 1993. Τα δεδομένα αφορούν τρεις χώρες: τις ΗΠΑ, το Ηνωμένο Βασίλειο και την Ιαπωνία, που από κοινού συγκεντρώνουν τα δύο τρίτα αυτών των επενδύσεων.

Η ετήσια εξέλιξη των αποθεμάτων των άμεσων επενδύσεων είναι σταθερότερη απ' ό,τι η εξέλιξη των ροών κεφαλαίου, ακόμα και όταν οι υποχωρήσεις είναι σπανιότερες και ασθενέστερες. Η εξέλιξη αυτή επηρεάζεται ωστόσο από την οικονομική συγκυρία. Το σχήμα 3 παρουσιάζει σαφώς τον αντίκτυπο της ύφεσης του1981. Αλλά, το 1991, το 1992, ακόμα και το 1993, τα επενδυτικά αποθέματα όλων των αναπτυγμένων δυτικών χωρών συνέχισαν να αυξάνονται. Η αύξηση μεταξύ 1990 και 1993, εκφραζόμενη σε τιμές 1990, μεταφράζεται σε 8%. Το σχήμα δεν παρουσιάζει στοιχεία για το σύνολο των αναπτυγμένων δυτικών χωρών, δεδομένου ότι δεν είναι διαθέσιμες οι ετήσιες σειρές που αφορούν τα αποθέματα των άμεσων επενδύσεων.

Το σχήμα παρουσιάζει και ένα άλλο εντυπωσιακό γεγονός -- και συγκεκριμένα την ταχεία άνοδο της Ιαπωνίας και τη σχετικά σημαντική παρακμή των ΗΠΑ. Όπως θα φανεί από τον πίνακα 6, η Ιαπωνία ευθυνόταν μόνο για το 1% των άμεσων επενδύσεων που πραγματοποιούνταν στα τέλη της δεκαετίας του 1960. Το ποσοστό αυτό αυξήθηκε σε 2,9% στις αρχές της δεκαετίας του 1970 και σε 6,5% το 1985. Από το 1986 ως το 1991, το μερίδιο των ιαπωνικών επενδύσεων αυξανόταν με ακόμα ταχύτερο ρυθμό -- από 6,6% σε 12,3%. Τα διαθέσιμα στοιχεία για το 1992 και το 1993 είναι ακόμα προσωρινά. Αυτό εξηγεί ίσως γιατί παρά την απότομη αύξηση των ροών, τα αποθέματα παρέμειναν στάσιμα.

Το 1980, άρχισε να μετριάζεται η πρωτοκαθεδρία των ΗΠΑ μεταξύ των αναπτυγμένων δυτικών χωρών, παρ' όλον ότι από τη χώρα αυτή συνέχιζε να προέρχεται το 43% του συνόλου των αποθεμάτων των άμεσων ξένων επενδύσεων. Το 1990, το μερίδιο αυτό μειώθηκε σε 25%. Στην πραγματικότητα, η υποχώρηση των ΗΠΑ άρχισε στα τέλη της δεκαετίας του 1960. Στα μέσα της δεκαετίας αυτής, οι ΗΠΑ κατείχαν περί το 60% των συνολικών άμεσων επενδύσεων, έναντι ενός 47% στις αρχές της δεκαετίας του 1970. Αν εκφράσουμε τα στοιχεία με όρους σχετικής σημασίας ως προς το ΑΕΠ, η υποχώρηση αυτή εμφανίζεται λιγότερο σημαντική, παρ' ότι είναι εξ ίσου πραγματική. Το 1960/2, οι αμερικανικές άμεσες επενδύσεις αντιπροσώπευαν το 6,4% περίπου του ΑΕΠ. Από την εποχή αυτή και μετά, η εξέλιξη του ποσοστού παρουσιάζει μεταπτώσεις: 7,7% για την περίοδο 1974/6 και 1978/80, 6% για τα μέσα της δεκαετίας του 1980, 8% για τα τέλη της ίδιας δεκαετίας και τις αρχές της δεκαετίας του 1990. Το ιστορικό ρεκόρ (8,1%) που σημειώθηκε μετά το τέλος του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου προσεγγίστηκε και πάλι κατά την περίοδο 1991/3.

Τα δεδομένα που χρησιμοποιούνται στο παρόν κεφάλαιο, τα οποία προέρχονται από τον ΟΟΣΑ και τη Διάσκεψη των Ηνωμένων Εθνών για το Εμπόριο και την Ανάπτυξη (ΔΕΕΕΑ -UNCTAD), ενδέχεται σε κάποια σημεία να διαφοροποιούνται από τα στοιχεία που παρέχουν οι ίδιες οι χώρες. Αυτό ισχύει κυρίως για τις ΗΠΑ, για τις οποίες, π.χ., τα στοιχεία που δημοσιεύτηκαν από την Αμερικανική Στατιστική Υπηρεσία για τα μέσα της δεκαετίας του 1970 και μετά, είναι σημαντικά υψηλότερα από τα στοιχεία που παρέχονται εδώ. Ο ΟΟΣΑ και η ΔΕΕΕΑ δεν συνυπολογίζουν, μεταξύ των άλλων, τις εξής κατηγορίες: χρηματοδοτήσεις, έγγειες ιδιοκτησίες, και ασφάλειες. Αν βασιστούμε στα επίσημα στοιχεία σχετικά με τα αποθέματα των αμερικανικών ξένων άμεσων επενδύσεων σε σημερινά κόστη, θα μπορούσαμε να αποκαταστήσουμε τα ετήσια στοιχεία μέχρι το 1945. Με όρους αναλογίας προς το ΑΕΠ, το ποσοστό αυξήθηκε από 4,4% κατά την περίοδο 1949/51, σε 6,4% κατά την περίοδο 1960/62. Η υψηλότερη τιμή (13,7%) σημειώθηκε την περίοδο 1979/81. Για το διάστημα 1984/86 το ποσοστό ήταν 9,7% και για το διάστημα 1990/92, 11,4%.20 Έτσι λοιπόν, όσον αφορά τις ξένες άμεσες επενδύσεις, δεν μπορούμε να μιλάμε για προϊούσα παγκοσμιοποίηση της αμερικανικής οικονομίας.

Ωστόσο, και αυτό είναι πολύ σημαντικό, οι ξένες άμεσες επενδύσεις στις ΗΠΑ αυξήθηκαν με ταχείς ρυθμούς από το 1973. Κατά τη δεκαετία του 1960 μέχρι τα πρώτα χρόνια της δεκαετίας του 1970, αντιπροσώπευαν μόνο το 1,3% του ΑΕΠ των ΗΠΑ. Άρχισαν να αυξάνονται το 1973. Το 1979 αντιπροσώπευαν το 2%, το 1985 το 4,1%, και το 1990 το 7,4%. Τα αποθέματα των ξένων άμεσων επενδύσεων στις ΗΠΑ σχεδόν έφτασαν στα επίπεδα των αποθεμάτων των αμερικανικών άμεσων επενδύσεων στο εξωτερικό. Ένας από τους λόγους της ανόδου των άμεσων -- και άλλων -- επενδύσεων στις ΗΠΑ είναι η υποτίμηση του δολαρίου που άρχισε το 1971 και ήταν πολύ σημαντική το 1974. Αν και η τάση αυτή μπορεί να είναι καινοφανής για το δεύτερο μισό του αιώνα, πρέπει να πούμε ότι σ' όλη τη διάρκεια του 19ου και στις αρχές του 20ου αιώνα οι ΗΠΑ προσέλκυαν ξένες επενδύσεις. Αυτό ίσχυε για όλες τις υπερπόντιες ευρωπαϊκές κτήσεις. Τον Ιούνιο του 1914, οι ΗΠΑ είχαν επενδύσει 3,5 δισ. $ σε ξένες χώρες, ενώ οι ξένες επενδύσεις στο έδαφός τους ανέρχονταν σε 6,7 δισ. $. Είναι γεγονός ότι η πλειοψηφία των ξένων επενδύσεων ήταν επενδύσεις χαρτοφυλακίου. Το απόθεμα των ξένων άμεσων επενδύσεων στις ΗΠΑ ανερχόταν σε 1.3 δισ. $ το 1914, ποσό που ισοδυναμούσε με 19 δισ. $ σε τιμές 1990: Το ποσό αυτό προσεγγίστηκε το 1949. Με όρους ποσοστού του ΑΕΠ, το 1,3 δισ. $ παριστά το 3% του ΑΕΠ του 1914: Το ποσοστό αυτό προσεγγίστηκε και πάλι το 1978, σύμφωνα με τις αμερικανικές στατιστικές, και το 1981 σύμφωνα με τα αναθεωρημένα στοιχεία που προσφέρουν οι διεθνείς οργανισμοί. Προκειμένου να φτάσουν τα αποθέματα των ξένων επενδύσεων τα ίδια επίπεδα, θα έπρεπε να περιμένουμε μέχρι το τέλος της δεκαετίας του 1970. Στη συνέχεια, το ποσοστό αυτό έφτασε το 28% το 1985 και πλησίασε το 43% το 1992.

Ας σταματήσουμε όμως εδώ αυτή τη μακρά συζήτηση για τις ΗΠΑ, και ας εξετάσουμε τον υπόλοιπο αναπτυγμένο κόσμο, όπου τα αποθέματα των επενδύσεων που πραγματοποιήθηκαν στο εξωτερικό αυξάνονταν από τις αρχές της δεκαετίας του1970. Τα αίτια που παρατέθηκαν πιο πάνω και τα οποία δικαιολογούν τη μαζική ροή ξένων κεφαλαίων στις ΗΠΑ, δικαιολογούν εξ ίσου και τη μεγέθυνση των αποθεμάτων των επενδύσεων που πραγματοποιούνταν στο εξωτερικό από την πλειοψηφία τω άλλων αναπτυγμένων δυτικών χωρών. Το 1960, το 62% των ιαπωνικών επενδύσεων πραγματοποιήθηκαν στις ΗΠΑ. Η υποτίμηση του δολαρίου ερμηνεύει επαρκώς την αύξηση των επενδύσεων που πραγματοποιούνταν στο εξωτερικό από την Ιαπωνία, αλλά και από ευρωπαϊκές χώρες, όπως η Γαλλία και η Γερμανία (όπως δείχνει ο πίνακας 6). Από τα μέσα της δεκαετίας του 1970, οι χώρες που ηγούνται στο πεδίο των επενδύσεων δεν είναι πλέον δύο (ΗΠΑ και Ην. Βασίλειο), αλλά έξι: ΗΠΑ, Ην. Βασίλειο, Γερμανία, Γαλλία, Ιαπωνία, και Ολλανδία.

Η διαφοροποίηση της προέλευσης των διεθνών επενδύσεων προκαλεί μια σημαντική αύξηση της σχετικής σημασίας του επιπέδου των επενδύσεων όλων των αναπτυγμένων δυτικών χωρών. Οι διεθνείς επενδύσεις παριστούν το 6,5-7,0% του ΑΕΠ έως το 1980. Το ποσοστό αυτό αυξήθηκε σε 7,0% το 1985, και σε 9,9% το 1990 και πλησίασε το 11% το 1993. Τα στοιχεία αυτά δείχνουν μια αύξηση της σχετικής σημασίας αυτών των διεθνών επενδύσεων κατά 60% περίπου, που συνιστά ένα σημαντικό δείκτη παγκοσμιοποίησης. Από την άποψη όμως μιας μακροπρόθεσμης προοπτικής, συμβαίνει άραγε κάτι το εντελώς νέο; Η απάντηση σ' αυτό το ερώτημα, αν λάβουμε υπ' όψη μας ότι τα διαθέσιμα στοιχεία για το 1913 είναι ατελή όσον αφορά τα αποθέματα των άμεσων επενδύσεων, είναι αβέβαιη.

Οι εκτιμήσεις για την περίοδο αυτή σχετίζονται κυρίως με τα συνολικά αποθέματα των επενδύσεων και μας προσφέρουν ανεπαρκείς πληροφορίες αναφορικά με τη σχετική σημασία των άμεσων επενδύσεων. Πέραν αυτού, τα διαθέσιμα στοιχεία για την πιο πρόσφατη περίοδο επικεντρώνονται στα αποθέματα των άμεσων επενδύσεων. Οι εκτιμήσεις μας, που βασίζονται σε πολύ ατελή στοιχεία, μας επιτρέπουν να συμπεράνουμε ότι για το σύνολο των αναπτυγμένων δυτικών χωρών, τα συνολικά αποθέματα των διεθνών επενδύσεων του 1913 θα πρέπει να αντιστοιχούσαν στο 46 έως 53% του ΑΕΠ. Στηριζόμενοι στα ατελή στοιχεία της αναλογίας των άμεσων επενδύσεων τόσο των χωρών που εξήγαν, όσο και αυτών που εισήγαν κεφάλαια, μπορούμε να συμπεράνουμε ότι οι άμεσες επενδύσεις θα πρέπει να αντιπροσώπευαν χονδρικά το 15-20% των συνολικών επενδύσεων του 1913. Αν δεχτούμε αυτό το ποσοστό, οι άμεσες επενδύσεις αντιπροσωπεύουν το 8-10 % του ΑΕΠ. Είναι πιθανό οι εκτιμήσεις αυτές να αποτελούν μια υποτίμηση της πραγματικότητας.

Μια άλλη πηγή στοιχείων σχετικά με τις ξένες επενδύσεις προέρχεται από τη μελέτη του H. Dunning για τις μεταβολές στο ύψος και τη δομή της διεθνούς παραγωγής.22 Η μελέτη προσφέρει στοιχεία σχετικά με το απόθεμα των ξένων άμεσων επενδύσεων τόσο για το 1914, όσο και για το 1938. Για προφανείς λόγους, θα περιοριστώ στο 1914. Για τη χρονιά αυτή, ο συγγραφέας υπολογίζει το απόθεμα των ξένων άμεσων επενδύσεων στις αναπτυγμένες χώρες σε 14,3 δισ. $ τρέχουσες αξίες, ποσό που είναι δυνατό να μειωθεί ελαφρά μέχρι τα 14 δισ. $, αν περιοριστούμε στις αναπτυγμένες δυτικές χώρες, όπως κάναμε και για τις πρόσφατες περιόδους. Το ποσό αυτό είναι αισθητά υψηλότερο από την εκτίμησή μας των 8.5-10 δισ. $, για την οποία είχα την αίσθηση ότι αποτελούσε μια υπερτίμηση της πραγματικότητας. Ενδέχεται επομένως η αλήθεια να βρίσκεται κάπου μεταξύ των 10 και των 14 δισ. $, ή μεταξύ 11 και 14%.

Όπως δείχνει ο πίνακας 7, η σχετική σημασία των αποθεμάτων των άμεσων διεθνών επενδύσεων των αναπτυγμένων δυτικών χωρών το 1985 ήταν ακόμα χαμηλότερη απ' ό,τι το 1913. Στις αρχές της δεκαετίας του 1990, ήταν η ίδια, ή σχεδόν η ίδια, ιδίως αν λάβουμε υπ' όψη μας την πιθανότητα τα στοιχεία του 1913 να έχουν υποτιμήσει την πραγματικότητα. Το βέβαιο είναι ότι για όλες τις αναπτυγμένες δυτικές χώρες, ακόμα και αν τα επίπεδα του 1913 ξεπεράστηκαν, αυτό θα συνέβη μόνο οριακά. Από την άλλη πλευρά, η Ιαπωνία, μια χώρα της ύστερης εκβιομηχάνισης, είχε ένα πολύ χαμηλό ποσοστό το 1960, που όμως ήταν πολύ υψηλότερο από το ποσοστό του 1913 ή οποιασδήποτε άλλης χρονιάς πριν το 1960. Η Δυτική Ευρώπη, που το 1993 είχε ένα ποσοστό διπλάσιο από αυτό της Ιαπωνίας (15,2% έναντι 6,3%), ογδόντα χρόνια ενωρίτερα είχε μάλλον υψηλότερο ποσοστό.

3. Συμπεράσματα

Η προηγούμενη ανάλυση είναι ταυτόχρονα υπερβολικά σφαιρική και υπερβολικά περιορισμένη. Η απόλυτη και σχετική σημασία των άμεσων επενδύσεων αποτελούν μόνο μια όψη της πιθανής παγκοσμιοποίησης. Η επίπτωση από μια παρόμοια αναλογία άμεσων επενδύσεων είναι προφανώς δυνατόν να μεταβάλλεται ανάλογα με τη φύση των επιχειρήσεων. Θα μπορούσαμε να υποστηρίξουμε το ίδιο και για το εμπόριο, όπου η φύση των εμπορευόμενων προϊόντων έχει ποικίλες επιπτώσεις στην οικονομία. Η ανάλυση θα ήταν λιγότερο σφαιρική αν τόνιζε περισσότερο τις διεθνείς αγορές. Θα ήταν ακόμα λιγότερο περιορισμένη αν εξέταζε και τους άλλους παράγοντες της παγκοσμιοποίησης, παρ' όλον ότι το εμπόριο και οι επενδύσεις είναι οι δύο σημαντικότεροι απ' αυτούς.

Μια καθαρά ποσοτική ανάλυση δεν καταλήγει με τρόπο προφανή στο συμπέρασμα ότι οι σύγχρονες οικονομίες χαρακτηρίζονται από μια άνευ προηγουμένου εξωστρέφεια και αλληλεξάρτηση μέσω των άμεσων επενδύσεων. Μάλιστα, μόλις πρόσφατα ξεπέρασαν το ποσοστό των εξαγωγών στο οποίο είχαν φθάσει στις αρχές του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου. Και κατά συνέπεια, οι τάσεις που αποκαλύπτει η ανάλυση της περιόδου πριν από το Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο καθίστανται σχετικές (με τις σημερινές, στΜ). Μπορούμε επίσης να αναρωτηθούμε σχετικά με τους λόγους για τους οποίους εξαγωγές και εγχώριες αγορές παρουσιάζουν διαφορετικά υποδείγματα τιμών. Πρόκειται για ένα σημάδι υγείας του διεθνούς εμπορίου, ή μήπως για μια συνέπεια του φαινομένου τoυ γενικευμένου ντάμπινγκ; Σύμφωνα με την πρώτη υπόθεση, η μείωση των τιμών δικαιολογείται. Σύμφωνα με τη δεύτερη, οι διεθνείς οικονομικές σχέσεις θα χαρακτηρίζονται από διαμάχες και αστάθειες.

Το μεταβαλλόμενο ύψος των άμεσων επενδύσεων αποδεικνύει την υποχώρηση του μεριδίου των ΗΠΑ και την άνοδο της Ιαπωνίας ως πρωτεύοντος επενδυτή. Είναι γεγονός ότι οι ροές ξένων επενδύσεων είναι σημαντικότερες απ' ό,τι ήταν στο παρελθόν, και αντιπροσωπεύουν ένα ελαφρά μεγαλύτερο μερίδιο του ΑΕΠ. Είναι όμως εύστοχη η έννοια της "παγκοσμιοποίησης" Στο σημείο αυτό η ιστορική προσέγγιση και πάλι αντικρούει την οπτική των περισσοτέρων οικονομολόγων και πολιτικών, που αντλούν τα συμπεράσματά τους από συντομότερες ιστορικές περιόδους.

Το διεθνές εμπόριο έχει μια ιστορία ταχύρυθμων διεθνοποιήσεων που εναλλάσσονται με φάσεις υποχώρησης. Το γεγονός αυτό φωτίζει με διαφορετική προοπτική τη θέση της παγκοσμιοποίησης ως μη αντιστρέψιμης κίνησης. Οι σημαντικότερες αλλαγές θα μπορούσαν κάλλιστα να είναι θεσμικές. Στην περίπτωση αυτή, η στατιστική ανάλυση στην οποία στηρίζεται η οικονομική ιστορία δεν θα μπορούσε να τις αποκαλύψει.

Σχ. 1 Εξαγωγές ως ποσοστό του ΑΕΠ των αναπτυγμένων δυτικών χωρών (σε τρέχουσες αξίες)

Πίνακας 1. Εξαγωγές εμπορευμάτων ως ποσοστό του ΑΕΠ

Αναπτυγμένες

δυτικές χώρες ΗΠα Δυτ. Ευρώπη ΕΟΚ

(12 μέλη)

Ιαπωνία 1950

7,8

3,8

13,4

13,0

6,8

1953

8,4

4,3

13,4

13,2

7,5

1959/61

8,6

3,8

14,8

14,3

8,9

1969/71

10,2

4,0

17,4

16,7

9,7

1974/6

14,1

6,6

21,3

20,9

11,0

1979/81

15,5

7,7

22,7

22,0

11,8

1989/91

14,6

7,2

23,0

22,2

9,6

1991/3

14,3

7,5

21,7

21,1

8,8

Πηγές: Υπολογισμοί του συγγραφέα που στηρίζονται στις εξής πηγές:

Εξαγωγές: United Nations, Yearbook of International trade statistics, N. Yόρκη, διάφορες εκδόσεις, United Nations, UNCTAD, Handbook of International Trade and Development Statistics, Ν. Υόρκη, διάφορες εκδόσεις, και για το 1993 στοιχεία που κοινοποιήθηκαν από τη Γραμματεία της GATT.

ΑΕΠ μετά το 1959: OECD, National Accounts, Main Aggregates, vol. 1: 1960-1992, Παρίσι, 1993. OECD, Main economic indicators, Παρίσι, Μάρτιος 1994.

ΑΕΠ προ του 1960: εκτιμήσεις του συγγραφέα βάσει εθνικών στοιχείων Σημ. Για τους γεωγραφικούς ορισμούς βλ. σημείωση 3.

Πίνακας 2. Ετήσιοι ρυθμοί μεγέθυνσης του όγκου του συνολικού ΑΕΠ και των εξαγωγών (μέσοι όροι τριετιών)

1950-60

1960-70

1970-80

1980-90

Αναπτυγμένες δυτικές χώρες

ΑΕΠ

4,2

4,7

3,3

2,5

Εξαγωγές 6,3

8,7

6,3

4,3

Εξαγωγές με βάση το ΑΕΠ=100

150

185

190

170

ΗΠα

ΑΕΠ

3,2

3,7

2,7

2,5

Εξαγωγές -

5,9

7,0

4,0

Εξαγωγές με βάση το ΑΕΠ=100

-

160

260

160

Δυτική Ευρώπη

ΑΕΠ

4,9

4,5

2,4

2,8

Εξαγωγές 7,9

8,9

5,6

5,1

Εξαγωγές με βάση το ΑΕΠ=100

160

195

235

180

Ιαπωνία

ΑΕΠ

8,2

10,2

4,7

4,1

Εξαγωγές 14,8

16,8

9,4

5,1

Εξαγωγές με βάση το ΑΕΠ=100

180

165

200

125

Πηγές: Βλ. Πίνακα 1

Σημείωση: Για τους γεωγραφικούς ορισμούς, βλ. σημ. 3

Πίνακας 3. Εξαγωγές εμπορευμάτων ως ποσοστό του ΑΕΠ των αναπτυγμένων δυτικών χωρών

α β Ετήσια αύξηση α Ετήσια αύξηση β 1950

7,8

7,8

-

-

1959/61

8,7

10,0

1,1

2,5

1969/71

10,2

14,4

1,6

3,7

1979/81

15,5

19,5

4,3

3,1

1989/91

14,8

23,7

-0,5

2,0

Α: ποσοστό εξαγωγών με όρους τρεχουσών αξιών Β: ποσοστό εξαγωγών υπολογισμένων σε όγκο Πηγές: Βλ. Πίνακα 1

Σημείωση: Για τους γεωγραφικούς ορισμούς, βλ. σημ. 3

Πίνακας 4. Εξαγωγές εμπορευμάτων ως ποσοστό του ΑΕΠ (μέσοι όροι τριετιών, εξαιρουμένου του 1950)

Αναπτυγμένες δυτικές χώρες ΗΠα Δυτική Ευρώπη ΕΟΚ

(12 μέλη)

Ιαπωνία 1890

11,7

6,7

14,9

-

5,1

1913

12,9

6,4

18,3

-

12,6

1929

9,8

5,0

14,5

-

13,6

1938

6,2

3,7

7,1

-

13,0

1950

7,8

3,8

13,4

12,9

6,8

1970

10,2

4,0

17,4

16,7

9,7

1992

14,3

7,5

21,7

21,1

8,8

Πηγές: Για την περίοδο 1950-93, βλ. Πίνακα 1

Για την περίοδο 1890-1938, βλ. P. Bairoch, "European Foreign Trade in the XIXth Century: the development of the Value and Volume of Exports (Preliminary Results)", The Journal of European Economic History, vol. 2, no.1, Pώμη, Άνοιξη 1973, σελ. 5-36, P. Bairoch, "Europe's Gross National Product, 1800-1975", The Journal of European Economic History, vol. 5, no.2, Ρώμη, Φθινόπωρο 1976, σελ. 273-340, και εθνικά στοιχεία για τις μη-Ευρωπαϊκές χώρες Σημείωση: Για τους γεωγραφικούς ορισμούς, βλ. σημ. 3

Σχήμα 2. Εκροές ξένων άμεσων επενδύσεων των αναπτυγμένων δυτικών χωρών (ως ποσοστό του ΑΕΠ σε τρέχουσες τιμές)

Πίνακας 5. Κατανομή των εκροών ξένων άμεσων επενδύσεων ανά χώρα

Σε δισ. δολάρια (ετήσιοι μέσοι όροι)

Ως ποσοστό του συνόλου

1970/2

1978/80

1988/90

1970/2

1978/80

1988/90

Βέλγιο 0,16

0,70

6,62

1,2

1,5

2,8

Καναδάς 0,31

2,99

5,09

2,4

6,6

2,5

Γαλλία 0,45

2,32

22,92

3,4

5,1

11,5

Γερμανία 1,16

4,07

18,78

8,8

9,0

9,9

Ιταλία 0,24

0,48

12,30

1,8

1,1

6,2

Ιαπωνία 0,48

2,55

4214

3,6

5,6

21,1

Ολλανδία 0,56

3,45

12,30

4,2

7,6

6,2

Σουηδία 0,22

1,34

10,32

1,6

3,0

5,2

Ελβετία -

-

7,64

-

-

3,8

Ην. Βασίλειο 1,60

6,62

30,23

12,1

14,6

15,1

ΗΠα 7,64

19,56

25,71

57,9

43,2

12,9

Σύνολο των αναπτυγμένων δυτικών χωρών 13,20

45,30

199,70

100,0

100,0

100,0

Πηγές: Στοιχεία προερχόμενα από το IMF, Balance of Payments Statistics Yearbook, Washington, DC, διάφορες εκδόσεις Σημείωση: Για τους γεωγραφικούς ορισμούς, βλ. σημ. 3

Σχήμα 3. Απόθεμα ξένων άμεσων επενδύσεων των ΗΠΑ, του Ην. Βασιλείου και της Ιαπωνίας σε τρίτες χώρες (σε δολάρια 1990)

Πίνακας 6. Αποθέματα ξένων άμεσων επενδύσεων σε τρίτες χώρες

1960

1971

1980

1985

1990

1993*

Σε εκατ. Τρέχοντα δολάρια

Βέλγιο 1,0

2,4

6,0

4,3

22,0

-

Καναδάς 2,6

6,5

21,6

38,7

73,1

-

Γαλλία 4,1

7,5

12,2

20,3

110,0

161,0

Γερμανία 0,8

7,3

43,1

59,9

151,6

187,0

Ιταλία 1,1

3,0

7,1

16,4

57,1

-

Ιαπωνία 0,5

4,4

19,6

44,0

202,4

264,0

Ολλανδία 7,0

4,0

42,1

47,7

107,0

-

Σουηδία 4,0

2,4

8,0

13,9

24,9

-

Ελβετία 2,3

9,5

21,5

25,3

65,9

-

Εν, Βασίλειο 12,4

23,7

80,7

101,2

244,8

252,0

ΗΠα 31,9

82,8

220,2

251,0

423,2

489,0

Aναπτυγμένες δυτικές χώρες 68,0

156,0

508,0

678,0

1594,0

2100,0

Ως ποσοστό του συνολικού ΑΕΠ

Βέλγιο 1,5

1,5

1,2

0,6

1,4

-

Καναδάς 3,7

4,2

4,3

5,7

4,6

-

Γαλλία 6,0

4,8

2,4

3,0

6,9

7,6

Γερμανία 1,2

4,7

8,5

8,8

9,5

8,8

Ιταλία 1,6

1,9

1,4

2,4

3,6

-

Ιαπωνία 0,7

2,8

3,9

6,5

12,7

12,6

Ολλανδία 10,3

2,6

8,3

7,0

6,8

-

Σουηδία 5,9

1,5

1,6

2,1

1,6

-

Ελβετία 3,4

6,1

4,2

3,7

4,1

-

Hν. Βασίλειο 18,2

15,2

15,9

14,9

15,4

11,9

ΗΠα 46,9

53,1

43,3

37,0

26,5

23,1

* Προκαταρκτικά στοιχεία Πηγές: Στοιχεία που προέκυψαν από τα: OOΣΑ, International Direct Statistics Yearbook, 1993, Παρίσι 1993 (και στοιχεία που κοινοποιήθηκαν από τη Γραμματεία του ΟΟΣΑ), United Nations, Transnational Corporations in World Development: Trends and Prospects, N. Υόρκη, 1988, United Nations, World Investment Directory, vol. III: Developed Countries, N. Υόρκη, 1993, United Nations, World Investment Report, Ν. Υόρκη, διάφορες εκδόσεις

Σημείωση: Για τους γεωγραφικούς ορισμούς, βλ. σημ. 3

Πίνακας 7. Αποθέματα ξένων άμεσων επενδύσεων σε τρίτες χώρες ως ποσοστό του ΑΕΠ

Αναπτυγμένες δυτικές χώρες ΗΠα Δυτ. Ευρώπη Ιαπωνία 1950

-

4,2

-

-

1960

7,1

6,2

10,4

1,1

1971

6,6

7,5

6,9

1,9

1980

6,6

8,1

6,4

1,9

1985

7,7

6,2

10,3

3,3

1990

9,8

7,8

12,1

6,9

1993*

11,4

8,2

15,2

6,3

* Προκαταρκτικά στοιχεία Πηγές: Βλ. Πίνακες 1 και 6. Για το 1993, τα ελλείποντα στοιχεία των χωρών εκτιμήθηκαν με βάση τα στοιχεία των αποθεμάτων για το 1990 και το 1993 και τα στοιχεία των ροών των ελλειπόντων ετών Σημείωση: Για τους γεωγραφικούς ορισμούς, βλ. σημ. 3

* Το κείμενο δημοσιεύθηκε στο συλλογικό τόμο R. Boyer and D. Drache, States against Markets, London: Routledge, 1996, υπό τον τίτλο: «Globalization Myths and Realities. One Century of External Trade and Foreign Investment».

1. Η μετάφραση από το γαλλικό πρωτότυπο στην αγγλική είναι της Marilyn Lambert-Drache

2. H βασική αυτή θέση της οικονομικής θεωρίας βασίζεται στο γεγονός ότι, από τις αρχές της δεκαετίας του 1970, το διεθνές εμπόριο αγαθών των αναπτυγμένων δυτικών χωρών μεγεθύνεται με ταχύτερους ρυθμούς απ' ό,τι η παγκόσμια οικονομία.

3. Ο όρος "αναπτυγμένες δυτικές χώρες" αναφέρεται εδώ στις εξής περιοχές και χώρες: Δυτική Ευρώπη (εκτός της Γιουγκοσλαβίας), ΗΠΑ, Καναδάς, Αυστραλία, Ν. Ζηλανδία και Ιαπωνία. Εκτός της Τουρκίας, όλες οι πιο πάνω χώρες είναι σήμερα μέλη του ΟΟΣΑ. Από την Παγκόσμια Τράπεζα και το ΔΝΤ χαρακτηρίζονται ως "βιομηχανικές χώρες".

4. Ο ΟΟΣΑ ορίζει ως υπηρεσίες τα "ταξίδια", τις "μεταφορές", τις "κυβερνητικές υπηρεσίες", και τις "άλλες ιδιωτικές υπηρεσίες", όπου περιλαμβάνονται: επεξεργασία-επισκευές, ασφάλιση, διαφήμιση, κινηματογράφος και τηλεόραση, κτλ.

5. Μέχρι το 1970 δεν υπήρχαν ενιαία διαθέσιμα στοιχεία σχετικά με τη ροή υπηρεσιών. Services: Statistics on International Transactions, 1970/1991 (OECD, Παρίσι, 1993).

6. Χωρίς να υπεισέλθουμε στην ιστορία αυτού του νόμου, θα αναφέρουμε το άρθρο του συναδέλφου και φίλου Herbert Glejser: "An explanation of Differences in Trade Product Ratios Among Countries" (Cahiers economiques de Bruxelles, no. 37, 1st term, 1968, σελ. 47-58).

7. Ας σημειωθεί ότι παρ' όλον ότι στους περισσότερους πίνακες μνημονεύονται στοιχεία που αφορούν την περίοδο 1991-93 (λόγω της ειδικής συγκυρίας αυτής της περιόδου), η ανάλυση επικεντρώνεται περισσότερο στην περίοδο 1989-91.

8. Survey of Current Business, Ιούνιος 1993. Ας σημειωθεί ότι ο ορισμός που δίνουν οι αμερικανοί στατιστικολόγοι είναι ευρύτερος από αυτόν του ΟΟΣΑ.

9. Βλ. P. Bairoch, Commerce exterieur et developpement economique de l' Europe au XIX siecle (Παρίσι και Χάγη, Mouton, 1976).

10. P. Bairoch, Economics and World History. Myths and Paradoxes (Ν. Υόρκη και Λονδίνο, Harvester, Wheatsheaf, 1993), σελ. 168-70.

11. P. Bairoch, «Geographical Structure and Trade Balance of European Foreign Trade from 1800 to 1970», The Journal of European Economic History, vol. 3, no.3 (Ρώμη, χειμώνας 1974), σελ. 557-608.

12. League of Nations, The Network of World Trade (Γενεύη, 1942).

13. Ευχαριστώ πολύ το συνάδελφο David Thomas, ο οποίος με βοήθησε να συλλέξω μερικά στοιχεία γι' αυτή την πλευρά της έρευνας. Ευχαριστώ επίσης το συνάδελφο και φίλο Fred Pryor, του Swarthmore College που μου επέτρεψε φιλικότατα να χρησιμοποιήσω ένα σημαντικό και εξαντλητικό σύνολο στοιχείων που συνέλεξε επί τριάντα χρόνια γι' αυτό το θέμα.

14. Όλα τα στοιχεία που χρησιμοποιούνται σ' αυτή την ενότητα αναφέρονται στο ιδιωτικό κεφάλαιο και εξαιρούν τις βραχυπρίθεσμες ροές. Επομένως δεν εξετάζομε εδώ τις ροές των δημοσίων επενδύσεων. Οι επενδύσεις αυτές παραμένουν περιθωριακές σε σχέση με τις ιδιωτικές επενδύσεις, παρ' όλον ότι αυξήθηκαν από τη δεκαετία του 1960 ως συνέπεια της αυξανόμενης βοήθειας προς τον Τρίτο Κόσμο. Για παράδειγμα, από το 1989 έως το 1991 είχαμε ετήσιες ροές 521 δισ. $ ιδιωτικών επενδύσεων, έναντι 70 δισ. $ ετήσιων ροών δημοσίων επενδύσεων. Όσον αφορά τις άμεσες επενδύσεις, αν εξαιρέσουμε τις βιομηχανικές κρατικές επιχειρήσεις, οι δημόσιες ροές και τα αποθέματα είναι σχεδόν ασήμαντα.

15. Βλ. J. O. Martins, «L' inceritude des statistiques internationales. Le cas des balances des payments, Revue d' Economie Financiere, no. 14 (φθιν. 1990), σελ. 201-219.

16. Όποτε αποπληθωρίστηκαν οι σειρές, χρησιμοποιήθηκε ο αποπληθωριστής του τεκμαρτού ΑΕΠ όλων των χωρών του ΟΟΣΑ.

17.. UNCTAD, World Investment Report 1993 (Ν. Υόρκη 1993), σελ. 93.

18.. United Nations, International Capital Movements during the Inter-War Period (Ν. Υόρκη, 1949).

19.. Πρβλ. τα στοιχεία και τις πηγές που χρησιμοποιούνται στο κεφ. V του P. Bairoch, Commerce exterieur et developpement economique de l' Europe au XIX siecle (Παρίσι και Χάγη, Mouton, 1976, σελ. 98-111.

20.. Για τις σειρές στις επενδύσεις, πρβλ. το US Bureau of the Census, Historical Statistics of the United States, Colonial Times to 1970 (Ουάσιγκτον, 1975, τόμ. 2), σελ. 868-9. Βλ. επίσης US Bureau of the Census, Survey of Current Business, Iούνιος 1993.

21.. Για τις πηγές, βλ. σημ. 19.

22.. H. Dunning, «Changes in the Level and Structure of International Production: The last One Hundred Years», στο M. Casson (ed.) The Growth of International Business (Λονδίνο, Allen & Unwin, 1983). Θα ήθελα να ευχαριστήσω τον Richard Kozul-Wright της Translational Corporation Affairs, Division on Transnational Corporation and Investment, UNCTAD, Γενεύη, που μου προσέφερε αυτή την πηγή.

 
< Προηγ.   Επόμ. >
Θέσεις, τριμηνιαία επιθεώρηση, 38ο έτος (1982-2020), εκδόσεις Νήσος, (Σαρρή 14, 10553, Αθήνα, τηλ-fax: 210-3250058)
Το περιεχόμενο διατίθεται ελεύθερα για μη εμπορικούς σκοπούς, υπό τον όρο της παραπομπής στην αρχική του πηγή