Ο ιμπεριαλισμός και οι θεωρίες μητρόπολης - περιφέρειας Εκτύπωση
Τεύχος 5, περίοδος: Οκτώβριος - Δεκέμβριος 1983


Ο ιμπεριαλισμός και οι θεωρίες μητρόπολης περιφέρειας

Μέρος δεύτερο

του Γιάννη Μηλιού


1. Εισαγωγή

Στο προηγούμενο τεύχος των θέσεων παρουσιάσαμε τις πιο βασικές από τις θεωρίες μητρόπολης - περιφέρειας. Είχαμε τότε επισημάνει τις θέσεις με βάση τις όποιες αυτές οι θεωρίες συγκροτούνται σ' ένα ιδιαίτερο ρεύμα, στα πλαίσια της Αριστεράς. Κεντρική σημασία έχει εδώ η αντίληψη για το «παγκόσμιο καπιταλιστικό σύστημα» και τις παγκόσμιες διαδικασίες, που θεωρούνται ό,τι έχουν την προτεραιότητα και καθορίζουν τις διαδικασίες που λαμβάνουν χώρα στο εσωτερικό του κάθε κοινωνικού σχηματισμού. Έτσι η εξέλιξη και οι κοινωνικές σχέσεις στην περιφέρεια θεωρούνται σαν αποτέλεσμα, κυρίως, της εξάρτησης από τη μητρόπολη. Η έννοια του ιμπεριαλισμού συρρικνώνεται και τείνει να ταυτισθεί με την εξάρτηση και την εκμετάλλευση από το μητροπολιτικό καπιταλισμό.

Στο εσωτερικό αυτού του γενικότερου ιδεολογικού πλαισίου, είχαμε εντοπίσει μια στενότερη σύγκλιση ανάμεσα σε ορισμένες θεωρίες που αναπτύχθηκαν κυρίως στις ΗΠΑ και τη Γαλλία και οι όποιες διαμορφώνουν τη λεγόμενη «Σχολή της Μηνιαίας Επιθεώρησης», με κύριους εκπροσώπους τους Μπαράν και Σουήζυ, Σαμίρ Αμίν και Α. Εμμανουήλ, Α. Γκ. Φράνκ και Ιμ. Βαλλερστάιν.

Οι κριτικές παρεμβάσεις των λατινοαμερικάνων θεωρητικών του ρεύματος μητρόπολης - περιφέρειας Α. Κόρντοβα και Φ. Ε. Καρντόζο, αλλά και η κριτική του Σάρλ Μπετελέμ στη θεωρία της άνισης ανταλλαγής1 μας έδειξαν ακόμα ό,τι οι θεωρητικές προσεγγίσεις της «Σχολής της Μηνιαίας Επιθεώρησης» αποκλίνουν σημαντικά από τη μαρξιστική θεωρία και τις μαρξιστικές κατηγορίες.

Όμως οι θέσεις που προβάλλει η «Σχολή της Μηνιαίας Επιθεώρησης» δεν αποτελούν παρά μια άλλοτε ακραία εκδοχή αν όχι μια λογική συνέπεια και άλλοτε άπλα μια παραλλαγή του κοινού ιδεολογικού πλαισίου και των θέσεων με βάση τις όποιες συγκροτείται το ρεύμα μητρόπολης - περιφέρειας σαν σύνολο.

Μπορούμε μ' αλλά λόγια να ισχυρισθούμε ό,τι ολόκληρο το ρεύμα μητρόπολης - περιφέρειας χαρακτηρίζεται από τρεις θεμελιώδεις προβληματικές οι όποιες το απομακρύνουν από τη μαρξιστική θεωρία, ενώ παράλληλα καθιστούν το ρεύμα αυτό ανίκανο να προσεγγίσει επιστημονικά το σύγχρονο ιμπεριαλισμό.

Πρόκειται κατ' αρχήν για μια πολιτικοοικονομίστικη και έντονα εξωραϊστική αντίληψη για τον κεφαλαιοκρατικό τρόπο παραγωγής, κυρίως σε αναφορά με το μητροπολιτικό καπιταλισμό. Στα πλαίσια αυτής της αντίληψης εντοπίζονται και οι όποιες συγκλίσεις του ρεύματος μητρόπολης - περιφέρειας με τη θεωρία της παραδοσιακής Αριστεράς.

Πρόκειται επίσης για μια αναθεώρηση της μαρξιστικής θεωρίας του κράτους, που συνέπεια της είναι η υποτίμηση των ενδοϊμπεριαλιστικών - διακρατικών αντιθέσεων. Έτσι τελικά όλες οι θεωρίες μητρόπολης - περιφέρειας κατατείνουν προς ένα «υπεριμπεριαλιστικό» μοντέλο.

Τέλος οι θεωρίες αυτές προσεγγίζουν λανθασμένα τις διαδικασίες διεθνοποίησης του κεφαλαίου που λαμβάνουν χώρα στα πλαίσια της μεταπολεμικής φάσης του ιμπεριαλισμού. Διαστρεβλώνουν έτσι και συσκοτίζουν τις διεθνείς και εθνικές διαδικασίες και κοινωνικές σχέσεις, τις όποιες επιχειρούν να ερμηνεύσουν.

2. Η αντίθεση μητρόπολης - περιφέρειας και ο εξωραϊσμός του καπιταλισμού

2.1. Τα μοντέλα και οι πολιτικές τους συνέπειες

Όλες οι θεωρίες μητρόπολης - περιφέρειας (και πρώτα απ' όλα οι θεωρίες που εντάσσονται στην παραδοσιακή προσέγγιση η περιγράφουν την παραμόρφωση της περιφερειακής κοινωνίας), θεωρούν όπως είδαμε, την εξάρτηση και τις επιλογές των ξένων ιμπεριαλιστών σαν την κύρια αίτία για τα δεινά που έχουν συσσωρευτεί στις περιφερειακές κοινωνίες.

Η προσέγγιση αυτή (ακόμα κι όταν ορίζει τον καπιταλιστικό τρόπο παραγωγής με τρόπο μαρξιστικό, όπως το κάνει π.χ. ο Κόρντοβα), καταλήγει αναγκαστικά στο να ορίσει δύο αντιδιαστελλόμενα μοντέλα καπιταλιστικών κοινωνιών, που υποτίθεται ό,τι προκύπτουν από τη διαφορετική λειτουργία του καπιταλιστικού τρόπου παραγωγής σε κάθε τύπο κοινωνίας.2

Ενώ η περιφέρεια είναι ετερογενής και ασύμμετρα αναπτυγμένη, η μητρόπολη είναι ομογενής (ο καπιταλιστικός τρόπος παραγωγής τείνει να γίνει αποκλειστικός) και σύμμετρη (συγκλίνοντα επίπεδα παραγωγικότητας και στενές διασυνδέσεις ανάμεσα στους διαφορετικούς οικονομικούς κλάδους). Ενώ η περιφέρεια είναι εξωστρεφής, με περιορισμένη και σχεδόν μη διευρυνόμενη εσωτερική αγορά, η μητρόπολη είναι αυτόκεντρη με διαρκώς διευρυνόμενη εσωτερική αγορά. Ενώ στην περιφέρεια ο άνεργος, περιθωριακός και εξαθλιωμένος πληθυσμός διαρκώς αυξάνεται, οι μισθοί πείνας διατηρούνται και η κοινωνική ανισότητα μεγαλώνει, στη μητρόπολη οι μισθοί αυξάνουν σαν αποτέλεσμα της οικονομικής ανάπτυξης, και οι κοινωνικές αντιθέσεις βρίσκουν τρόπους να διευθετηθούν. Η ανάπτυξη κάνει δυνατή τη συναλλαγή ανάμεσα στο κεφάλαιο και την εργασία και αμβλύνει τους ταξικούς ανταγωνισμούς. Η υπανάπτυξη οξύνει τις κοινωνικές αντιθέσεις.3

Μέσα από αυτή την αντιδιαστολή του μοντέλου της περιφέρειας με το μοντέλο της μητρόπολης, εξωραΐζεται πρώτα απ' όλα ο μητροπολιτικός καπιταλισμός. Ο εκμεταλλευτικός και «ανορθολογικός» χαρακτήρας του συστήματος μπορεί βέβαια να καταγγέλλεται. Το βασικό πολιτικό συμπέρασμα που όμως προκύπτει είναι, σ' ό,τι άφορα κατ' αρχήν τις μητροπόλεις, το ίδιο με αυτό της κυρίαρχης ιδεολογίας: Η εργατική τάξη και οι λαϊκές μάζες της μητρόπολης δεν μπορούν να αποτελέσουν πλέον £να επαναστατικό δυναμικό γιατί το κοινωνικό σύστημα αναπτύσσεται και «προοδεύει» κι έτσι αμβλύνονται οι αντιθέσεις στο εσωτερικό του.

Βέβαια ο μητροπολιτικός καπιταλισμός ευθύνεται για τα δεινά των λαών της περιφέρειας. Όπως είδαμε εδώ η εικόνα αντιστρέφεται. Οι λαϊκές τάξεις έχουν στην περιφέρεια κάθε λόγο να είναι επαναστατικές. Όμως, όπως ήδη αναφέραμε στο πρώτο μέρος αυτής της μελέτης, οι λαϊκές τάξεις της περιφέρειας δεν μπορούν να πλήξουν άμεσα τον «κύριο» εχθρό τους, το μητροπολιτικό καπιταλισμό, δεν μπορούν να τον ανατρέψουν. Μπορούν να τον πλήξουν μόνο έμμεσα, καθώς μέσα από μια «εθνική πορεία» θα αποδεσμευθούν από τα δεσμά της εξάρτησης.

Ακριβώς όμως επειδή η υπανάπτυξη και η στρεβλότητα θεωρείται ό,τι πηγάζει σαν αναγκαστικό αποτέλεσμα από την ιμπεριαλιστική εξάρτηση, η πορεία προς τη σύμμετρη και δυναμική ανάπτυξη δεν μπορεί παρά να ταυτίζεται και να οδηγεί προς την εθνική ανεξαρτησία και το σοσιαλισμό. Οι θεωρίες μητρόπολης - περιφέρειας δεν ευνοούν λοιπόν μια επαναστατική πολιτική για την κατάληψη της πολιτικής εξουσίας, αλλά μια μεταρρυθμιστική παρέμβαση με στόχο την «Ολόπλευρη ανάπτυξη του τόπου». Λειτουργούν έτσι εξωραϊστικά για την καπιταλιστική πολιτική και κοινωνική εξουσία ακόμα και στις χώρες του Τρίτου Κόσμου. Δεν είναι τυχαίο λοιπόν που ακόμα και οι θεωρητικοί που δεν θυσιάζουν ολοκληρωτικά τη συγκεκριμένη ταξική και πολιτική ανάλυση σε κάποια «θεωρία» της «παγκόσμιας ταξικής πάλης», παραμένουν εντούτοις κι αυτοί εγκλωβισμένοι σε μια ρεφορμιστική4 η και εθνικιστική γραμμή.5

Ο ρεφορμισμός βέβαια της «τριτοκοσμικής» Αριστεράς δεν χαρακτηρίζεται από κάποια ιδιαίτερη πρωτοτυπία. Αντίθετα συναντάει τις παραδόσεις της φιλοσοβιετικής Αριστεράς. Διαβάζουμε, για παράδειγμα, σ' ένα έγκυρο σοβιετικό εγχειρίδιο: «...Σημαντική διαφορά υπάρχει ανάμεσα στον κρατικό τομέα στις Ιμπεριαλιστικές χώρες και στον κρατικό τομέα στις χώρες του τρίτου κόσμου. Σ' αυτές τις τελευταίες ο κρατικός τομέας πολύ συχνά στρέφεται ενάντια στην κυριαρχία των ξένων μονοπωλίων και συνεπώς έχει έναν αντιιμπεριαλιστικό χαρακτήρα. Η εμφάνιση του και η εξέλιξη του βρίσκονται σε συμφωνία με τα σπουδαιότερα καθήκοντα που έχουν οι νεοαπελευθερωμένες χώρες».6

2.2. Το μοντέλο «περιφέρεια»: Οι «αιτίες» της υπανάπτυξης

Η βασική υπόθεση των θεωριών που εξετάζουμε εδώ είναι πως η υπανάπτυξη έχει σαν αίτια την εξάρτηση. Για να προσεγγίσουμε όμως συγκεκριμένα τα πράγματα πρέπει να ρωτήσουμε και πάλι: Ποιες είναι οι συγκεκριμένες διαδικασίες που προσδένουν την περιφέρεια στις επιλογές της εξάρτησης; Ποιες σχέσεις καθηλώνουν μια χώρα σ' Ένα περιφερειακό ρόλο στα πλαίσια του παγκόσμιου καταμερισμού εργασίας;7

Αν αφήσουμε για λίγο έξω από τη συζήτηση τη θεωρία της άνισης ανταλλαγής (με την οποία θα ασχοληθούμε στο τέταρτο κεφάλαιο) μπορούμε να υπενθυμίσουμε ό,τι σαν βασικές αιτίες για την υπανάπτυξη και την περιθωριοποίηση θεωρούνται από όλες τις προσεγγίσεις: α) Η «λεηλασία» της περιφέρειας, με τη συνεχή μεταφορά πόρων προς τη μητρόπολη, β) Η δράση του ξένου κεφαλαίου, που διαστρεβλώνει την κοινωνική δομή και αναπτύσσει ορισμένους μόνο βιομηχανικούς κλάδους. Το ξένο κεφάλαιο διαμεσολαβεί σε μεγάλο βαθμό τόσο τη μεταφορά προς τη μητρόπολη ενός μέρους της παραγόμενης υπεραξίας, όσο και τη λεηλασία των πρώτων υλών της περιφέρειας, γ) Η εξάρτηση από την τεχνολογία της μητρόπολης.

Οι παράγοντες αυτοί στοιχειοθετούν το κατ' αρχήν περιεχόμενο της εξάρτησης, ενώ αντίθετα η εξωστρέφεια, η κοινωνική και οικονομική παραμόρφωση, η αποδιάρθρωση, η στενότητα της αγοράς κλπ., εμφανίζονται κυρίως σαν αποτελέσματα της εξάρτησης, που βέβαια δρουν αναδραστικά, δηλαδή αναπαράγουν την υπανάπτυξη και την εξάρτηση.

Μια σχετικά διαφοροποιημένη ερμηνεία δίνεται από τον Κόρντοβα, στη θεωρία της δομικής ετερογένειας, που τονίζει ιδιαίτερα τη θέση ό,τι η εξάρτηση προκύπτει από τη συμμαχία των κυρίαρχων τάξεων της περιφέρειας με τον ιμπεριαλισμό. Έτσι, συμπεραίνει ο Κόρντοβα, ο ιμπεριαλισμός στηρίζει τους λατιφουντίστες, μισοφεουδάρχες κλπ. που για Ιστορικούς λόγους συμμετείχαν στο μπλοκ των κυρίαρχων τάξεων στη Λατινική Αμερική, και παρεμποδίζει επομένως την καταστροφή τους και την επέκταση - ανάπτυξη του καπιταλισμού στις περιοχές που κυριαρχούν οι προκαπιταλιστικές σχέσεις. Η «δομική ετερογένεια» αναγορεύεται σε αίτιο της υπανάπτυξης και σχεδόν ταυτίζεται με την εξάρτηση.

Όμως τόσο οι συγκλίνουσες προσεγγίσεις που παρουσιάζουν την υπανάπτυξη σαν το άμεσο αποτέλεσμα της εξάρτησης, όσο και οι διάφορες παραλλαγές σαν κι αυτή του Κόρντοβα, δημιουργούν μάλλον περισσότερα προβλήματα απ' όσα καλούνται να ερμηνεύσουν.

Είναι αλήθεια ό,τι λαμβάνει χώρα μια μεταφορά κεφαλαίου (εξαγωγή κερδών, τόκων κλπ.) κατά κύριο λόγο από τις χώρες της περιφέρειας προς τις μητροπόλεις. Παρόλο όμως το προφανές όφελος για τις μητροπόλεις από αυτή τη «λεηλασία», το ποσοστό συμμετοχής του Τρίτου Κόσμου στις διεθνείς κινήσεις κεφαλαίου όπως και στο διεθνές εμπόριο μειώνεται διαρκώς.

Σύμφωνα με στοιχεία που παραθέτει ο Κ. Busch,8 οι εξαγωγές αμερικάνικου κεφαλαίου στον Τρίτο Κόσμο, από 45% των συνολικών αμερικανικών επενδύσεων στο εξωτερικό το 1950, μειώθηκαν σε 38,3% το 1959 και σε 28,5% το 1969. Μια ανάλογη μείωση σημειώνεται και στο ποσοστό των κεφαλαίων που εξάγονται στον Τρίτο Κόσμο από τη Δ. Γερμανία την Αγγλία και τη Γαλλία. Οι F. Fröbel et al.9 υπολογίζουν σε 28,7% το ποσοστό των αμερικανικών επενδύσεων που κατευθύνθηκαν το 1970 στον Τρίτο Κόσμο. Συγκεκριμένα το 1970 επενδύθηκαν αμερικανικά κεφάλαια ύψους 6,2 δις. δολλαρίων στις χώρες του ΟΟΣΑ και 2,5 δις. δολλαρίων στον Τρίτο Κόσμο. Από τις χώρες του ΟΟΣΑ επαναπατρίσθηκαν τον ίδιο χρόνο στις ΗΠΑ 3,8 δις. δολλάρια (61% αυτών που εξάχθηκαν) και από τον Τρίτο Κόσμο 4,1 δις. δολλάρια (164% του πόσου που εξάχθηκε).

Παρότι λοιπόν οι εξαγωγές αμερικανικών κεφαλαίων προς τον Τρίτο Κόσμο (όπως αντίστοιχα και οι επενδύσεις από τις άλλες βιομηχανικές χώρες) συνδέονται με κάποιες σημαντικά υψηλότερες επανεισαγωγές κερδών κλπ., εντούτοις η «λεηλασία» αυτή ελκύει όλο και λιγότερο τον ιμπεριαλισμό.

Μια παρόμοια εξέλιξη παρατηρούμε και στις εμπορικές συναλλαγές. Παρά τη συνεχή επιδείνωση των όρων εμπορίου για τις περισσότερες χώρες του Τρίτου Κόσμου, οι βιομηχανικές χώρες διεξάγουν με την περιφέρεια ένα όλο και μικρότερο ποσοστό των συναλλαγών τους.

Αλλά ακόμα και ο οικονομικός έλεγχος που ασκεί το αμερικάνικο κεφάλαιο στις επιχειρήσεις που δημιουργεί η συμμετέχει στις βιομηχανικές χώρες είναι σημαντικά μεγαλύτερος από τον έλεγχο που ασκεί στις αντίστοιχες επιχειρήσεις στον Τρίτο Κόσμο.10

Παρότι λοιπόν η μεταφορά αξίας από τις περιφερειακές χώρες στις ιμπεριαλιστικές χώρες, συντελεί στην ανάπτυξη των δεύτερων και την υπανάπτυξη των πρώτων, μπορούμε εντούτοις να παρατηρήσουμε τα έξης:

Η «λεηλασία» αυτή δεν αποτελεί ούτε το βασικό αποτέλεσμα, ούτε το βασικό κίνητρο για τις εξαγωγές κεφαλαίων και τη διεθνοποίηση της παραγωγής. Αντίθετα η «λεηλασία» χάνει διαρκώς τη σημασία της για τον ιμπεριαλισμό. Τελικά οι βιομηχανικές χώρες της Ευρώπης και κυρίως ο Καναδάς είναι περισσότερο συνδεμένες με το αμερικανικό κεφάλαιο, χωρίς αυτό να συνεπάγεται τη μετατροπή τους σε περιφερειακές χώρες.11

Το ξένο κεφάλαιο δεν παράγει αναγκαστικά υπανάπτυξη. Ούτε εισρέει κατά κύριο λόγο στις υπανάπτυκτες χώρες. Το γιατί «λεηλατεί» κάποιες χώρες, ενώ σε κάποιες άλλες διαπλέκεται και επιταχύνει την εσωτερική συσσώρευση, χωρίς να τις αποδιαρθρώνει η να τις περιθωριοποιεί, οι θεωρίες μητρόποληςπεριφέρειας αδυνατούν να το αντιληφθούν.

Το ίδιο ανίκανες είναι οι θεωρίες αυτές να εκτιμήσουν το χαρακτήρα της τεχνολογικής εξάρτησης. Το πρόβλημα θα χρειαζότανε πολύ χώρο για να αναπτυχθεί. Εδώ θα περιορισθούμε σε δύο μόνο παρατηρήσεις: Η παραγωγή τεχνολογίας, δηλαδή η διαδικασία ενσωμάτωσης των επιστημονικών γνώσεων και ανακαλύψεων (που κατά κανόνα προϋπάρχουν) στην παραγωγική διαδικασία, έχει σαν κύριο φορέα το ατομικό κεφάλαιο και καθορίζεται κατά κύριο λόγο από το βαθμό συγκέντρωσης και συγκεντροποίησής του.12 Η παραγωγή όμως τεχνολογίας δεν σημαίνει κατά κανόνα και αποκλειστικότητα στη χρήση της. Η οικονομική ανάπτυξη με αγορά και εισαγωγή τεχνολογίας από το εξωτερικό είναι έτσι ο κανόνας για τα περισσότερα Ιμπεριαλιστικά κράτη πλην των ΗΠΑ.13

Ούτε λοιπόν η τεχνολογική εξάρτηση δικαιολογεί πειστικά την υπανάπτυξη.

Αβάσιμη επίσης είναι και η υπόθεση του Κόρντοβα ό,τι η εξάρτηση στηρίζει τις προκαπιταλιστικές οικονομικές μορφές και σχέσεις κι έτσι μπλοκάρει την ανάπτυξη. Είναι βέβαια σωστό ό,τι ο Ιμπεριαλισμός συμμαχεί με τις κυρίαρχες τάξεις των εξαρτημένων χωρών. Αν όμως η δυναμική του εσωτερικού συσχετισμού των δυνάμεων οδηγεί στη συρρίκνωση των προκαπιταλιστικών σχέσεων, γιατί πρέπει ο ιμπεριαλισμός να αντιταχθεί σ' αυτή τη δυναμική; Για παράδειγμα, γιατί είναι περισσότερο χρήσιμοι στον ιμπεριαλισμό οι λατιφουντίστες της βορειοανατολικής Βραζιλίας από τους κεφαλαιοκράτες του καφέ του Σάο Πάολο;

Έχουμε λοιπόν και πάλι να κάνουμε με ένα τύπο επιχειρηματολογίας ανάλόγο με αυτόν που προβάλλει ο μύθος της «στενότητας της αγοράς»:14 Ένα στοιχείο της κοινωνικής δομής που συνδέεται και καθορίζεται από το συνολικό βαθμό. ανάπτυξης της κεφαλαιακής σχέσης, αυτονομείται από την κοινωνική δομή και αναγορεύεται σε αιτία της μη ανάπτυξης. Ακριβώς όπως «δεν υπάρχει καθόλου ζήτημα εσωτερικής αγοράς σαν ξεχωριστό αυτοτελές ζήτημα που να μην εξαρτιέται από το ζήτημα του βαθμού ανάπτυξης του καπιταλισμού» (Λένιν), έτσι και το ζήτημα των προκαπιταλιστικών σχέσεων δεν υφίσταται παρά σαν μια επιμέρους πλευρά που αναφέρεται στο «ζήτημα του βαθμού ανάπτυξης του καπιταλισμού». Κι όπως η περιορισμένη εσωτερική αγορά (και οι περίφημοι χαμηλοί μισθοί του Αμίν) δεν απαγορεύουν την καπιταλιστική ανάπτυξη (τον κύριο λόγο παίζει πάντα η παραγωγική κατανάλωση του κεφαλαίου), έτσι είναι δυνατόν κι οι προκαπιταλιστικές σχέσεις να συνυπάρχουν (και υπό ορισμένες συνθήκες να εκτοπίζονται και να διαλύονται) με την καπιταλιστική ανάπτυξη.15

Στο πρόβλημα λοιπόν του γιατί «μπλοκάρεται» η καπιταλιστική ανάπτυξη στην περιφέρεια, οι θεωρίες μητρόπολης - περιφέρειας δεν απαντούν. Αυθαίρετα αναγορεύουν κάποιες επιμέρους πλευρές της υπανάπτυξης σε άμεσες εκφάνσεις η αποτελέσματα της εξάρτησης, και επομένως σε «αιτίες» γι' αυτή την υπανάπτυξη.

2.3. Τα «αποτελέσματα» της υπανάπτυξης

Αν οι αιτίες της υπανάπτυξης, όπως παρουσιάζονται στα πλαίσια των θεωριών μητρόπολης - περιφέρειας, μας δημιούργησαν περισσότερα ερωτήματα απ' όσα μας έλυσαν, ακόμα λιγότερο ερμηνεύουν τις πραγματικές κοινωνικές σχέσεις και διαδικασίες, τα «αποτελέσματα» της εξάρτησης.

Η εξωστρέφεια, η παραμόρφωση της οικονομικής και κοινωνικής δομής, η στασιμότητα των μισθών κλπ., δεν είναι παρά η ιδεολογική σχηματοποίηση και γενίκευση σε επίπεδο μοντέλου των σχέσεων που διαμορφώθηκαν σε ορισμένες μόνο χώρες της περιφέρειας.

Είναι χαρακτηριστικό ό,τι η εξωστρέφεια θεωρείται σαν ένα δομικό χαρακτηριστικό της περιφέρειας κυρίως από τους θεωρητικούς της Σχολής της Μηνιαίας Επιθεώρησης, που κατά κανόνα αποφεύγουν τη συγκεκριμένη ανάλυση. Φυσικά δεν μιλάμε εδώ για την εξωστρέφεια των παραδοσιακών περιφερειακών χωρών που λειτουργούν σαν «αγροτικά εξαρτήματα» και προμηθευτές πρώτων υλών για τις μητροπόλεις, η για τις πετρελαιοπαραγωγές χώρες. Αναφερόμαστε στη θέση ό,τι η όποια εκβιομηχάνιση στις χώρες της περιφέρειας συντελείται σε αναφορά με το εξωτερικό, την παγκόσμια αγορά, δημιουργεί εξωστρεφή μόρια αποδιαρθρωμένα από την υπόλοιπη κοινωνία κλπ.

Η υπόθεση αυτή της εξωστρεφούς εκβιομηχάνισης είναι πέρα για πέρα λανθασμένη. Όχι μόνο προδίδει άγνοια σχετικά με τις συνθήκες αναπαραγωγής του κεφαλαίου σε διευρυμένη κλίμακα, αλλά διαψεύδεται και από το εμπειρικό υλικό που περιγράφει την εκβιομηχάνιση στις χώρες της περιφέρειας. Το υλικό αυτό αποδεικνύει ό,τι η εκβιομηχάνιση συνδέθηκε κατά κύριο λόγο με την εσωτερική αγορά.

Χαρακτηριστική είναι η περίπτωση της Βραζιλίας, που αναφέρεται πάντα σαν το τυπικό παράδειγμα περιφερειακής χώρας που γνώρισε μια συγκεκριμένη βιομηχανική ανάπτυξη, παρότι παραμένει παράλληλα παγκόσμιος εξαγωγέας ενός μικρού αριθμού πρωτογενών προϊόντων.

Είδαμε στο πρώτο μέρος αυτού του δοκιμίου ό4,τι ο Φ. Ε. Καρντόζο ανασκευάζει με βάση τα συγκεκριμένα στοιχεία τη θέση ό,τι η εκβιομηχάνιση της Βραζιλίας συνδέεται η οφείλεται στην εξωστρέφεια (βλ. θέσεις No 4, σελ. 45). Τα στοιχεία που παραθέτει ο Καρντόζο δείχνουν ό,τι στο διάστημα 1970-71 τα βιομηχανικά προϊόντα αποτελούσαν μόλις το 23,6% των εξαγωγών της Βραζιλίας ενώ το αντίστοιχο ποσοστό (των βιομηχανικών προϊόντων στο σύνολο των εξαγωγών) για την Αργεντινή ήταν 11,6%, για την Κολομβία 14,9%, και για το Μεξικό 20,5%. Συμπεραίνει λοιπόν ο Καρντόζο πως «από την άποψη της συμμετοχής των εξαγωγών βιομηχανικών προϊόντων στο σύνολο της βιομηχανικής παραγωγής, η τάση για εξαγωγές έχει μικρή σημασία κι αυτό ισχύει για όλες τις χώρες της Λατινικής Αμερικής που βιομηχανοποιούνται».16

Ακόμα ο Καρντόζο μελέτησε τη διακύμανση των μισθών στη βραζιλιάνικη οικονομία κατά τη μεταπολεμική περίοδο και, σε πείσμα της περίφημης «θεωρίας» του Σ. Άμίν για τη «συσσώρευση σε παγκόσμια κλίμακα», έδειξε ό,τι: Στο διάστημα 1949-1959 ο μέσος πραγματικός (εργατικός) μισθός στη βιομηχανία αυξήθηκε κατά 31%, ενώ στο διάστημα 1962-1969 ο μέσος πραγματικός (εργατικός) μισθός στη βιομηχανία αυξήθηκε κατά 22%. Μόνο στο διάστημα 1965-69 ο πραγματικός μισθός στη μεταποιητική βιομηχανία της Βραζιλίας μειώνεται κατά 11%.17

Ο Κ. Esser υπολογίζει σε 26,2%, για το 1976, το ποσοστό βιομηχανικών προϊόντων στο σύνολο των εξαγωγών της Βραζιλίας και παράλληλα σημειώνει:. «Η μέση αξία των προϊόντων που εξάχθηκαν (fob) ήταν για το 1970 μόνο 6,2%, για το διάστημα 1972 μέχρι 1976 7,3% του ακαθάριστου προϊόντος».18

Ο Κ. Busch δείχνει επίσης ό,τι οι παραγωγικές επενδύσεις των βιομηχανικών χωρών στη Λατινική Αμερική δεν αποσκοπούν στη δημιουργία κάποιου διεθνοποιημένου εξωστρεφούς τομέα, ούτε προσανατολίζονται προς ένα παρόμοιο τομέα που προϋπήρχε. Αντίθετα, τα εμπορεύματα που παράγουν οι αμερικανικές και ευρωπαϊκές θυγατρικές εταιρίες στις χώρες της Λατινικής Αμερικής προσανατολίζονται σε ποσοστό 90% περίπου στην εσωτερική αγορά της χώρας που παράχθηκαν.19

Ο Thomas Hurtienne20 σκιαγραφεί επίσης τον εσωστρεφή χαρακτήρα της βραζιλιάνικης εκβιομηχάνισης και τονίζει ιδιαίτερα το γεγονός ό,τι η εκβιομηχάνιση αυτή συντελέσθηκε παρά τη «δομική ετερογένεια», την ανισομέρεια κλπ. της Βραζιλίας. Αποτέλεσμα μάλιστα της καπιταλιστικής ανάπτυξης ήταν το να μειωθεί ως ένα βαθμό η «εσωτερική αποδιάρθρωση» και ετερογένεια της βραζιλιάνικης κοινωνίας.

Βέβαια η εκβιομηχάνιση εξακολουθεί να βρίσκεται εγκλωβισμένη στο τρίγωνο Σάο Πάολο - Μπέλο Χοριζόντε - Ρίο. Αντίστροφα όμως από την υπόθεση του Κόρντοβα ό,τι δηλαδή η «δομική ετερογένεια» επιβάλλεται από την εξάρτηση και ταυτίζεται μαζί της ο Hurtienne δείχνει ό,τι είναι ακριβώς ο εσωτερικός ταξικός και πολιτικός συσχετισμός των δυνάμεων και οι συμβιβασμοί ανάμεσα στις μερίδες των κυρίαρχων τάξεων, που επέτρεψαν τη διατήρηση και διευρυμένη αναπαραγωγή των μη καπιταλιστικών τρόπων παραγωγής. Ο εσωτερικός ταξικός συσχετισμός των δυνάμεων είναι ακόμα που διαμεσολαβεί και την εξάρτηση. Όχι αντίστροφα.21

Ακόμα ο Hurtienne έδειξε πως η βιομηχανική ανάπτυξη με κέντρο το Σάο Πάολο έγινε δυνατή γιατί υπήρξε ιστορικά η δυνατότητα να συγκροτηθεί εκεί ένας συλλογικός εργάτης ικανός να ανταποκριθεί σε μια ταχύρρυθμη κεφαλαιοκρατική ανάπτυξη.22 Γιατί, όπως σωστά σημείωνε ο Ηλίας Ίωακείμογλου στις θέσεις No 3 (σελ. 91), «η δυσκολία του κεφαλαίου να μετατοπίσει παραγωγικές δραστηριότητες σε χώρες του τρίτου κόσμου οφείλεται στην αδυναμία συγκρότησης στις χώρες αυτές ενός συλλογικού εργάτη ικανού να συσσωρεύει γρήγορα, απέναντι στο σύστημα των μηχανών, την πρακτική πείρα χωρίς την οποία το κεφάλαιο δεν μπορεί ν' αξιοποιηθεί. Οι χώρες όπου οι άμεσες επενδύσεις συνεχίστηκαν ήταν εκείνες στις οποίες η συγκρότηση της εργατικής τάξης είχε αρχίσει δεκαετίες νωρίτερα (Μεξικό, Βραζιλία) και κάποιες άλλες (Νότια Κορέα, Χόνγκ Κόνγκ, Ταϊβάν, Σιγκαπούρη) όπου η επέκταση της μισθωτής εργασίας έγινε με ιδιόμορφο τρόπο, τέτοιο ώστε η συγκρότηση ενός συλλογικού εργάτη να είναι δυνατή».

Αντίθετα λοιπόν με τις θέσεις της Σχολής της Μηνιαίας Επιθεώρησης, αλλά και με τις παραδοσιακές θεωρίες για την περιφέρεια και τις θεωρίες της αποδιάρθρωσης κλπ. η εκβιομηχάνιση στον Τρίτο Κόσμο συντελείται σε αναφορά με την εσωτερική αγορά, σαν μια ενδογενής διαδικασία κεφαλαιοκρατικής συσσώρευσης. Ο δυναμισμός και το εύρος αυτής της διαδικασίας εξαρτάται και καθορίζεται για κάθε κοινωνικό σχηματισμό, κυρίως από τον εσωτερικό ταξικό συσχετισμό των δυνάμεων, από τις κοινωνικές σχέσεις εξουσίας.23

Το μοντέλο της εξωστρεφούς, αποδιαρθρωμένης κλπ. ανάπτυξης αποδίδει σχηματοποιημένα, μ' όλα τα λάθη που πριν επισημάναμε, μόνο την οικονομική δομή ορισμένων χωρών του Τρίτου Κόσμου, που στην οικονομία τους δεσπόζει μια εξορυκτική βιομηχανία με Ιδιαίτερη βαρύτητα για την παγκόσμια αγορά, όπως π.χ. οι πετρελαιοπαραγωγές χώρες.

Σύμφωνα με τα στοιχεία που παραθέτει ο Wolfgang Hein,24 στη Βενεζουέλα, μια από τις περισσότερο βιομηχανοποιημένες χώρες του ΟΠΕΚ, ο τομέας του πετρελαίου, ενώ απασχολούσε το 1977 μόνο το 0,6% του ενεργού πληθυσμού, δημιουργούσε το 20% του ακαθάριστου εθνικού προϊόντος και απέφερε το 57% των εσόδων του κράτους. Παράλληλα οι εξαγωγές του τομέα αυτού αποτελούσαν το 1976 το 95% των εξαγωγών της Βενεζουέλας. Η ανάπτυξη του πετρελαιοεξαγωγικου τομέα δεν συμπαρέσυρε όμως την οικονομία της Βενεζουέλας στην καπιταλιστική ανάπτυξη, και η διαπίστωση αυτή ισχύει επίσης για όλες τις πετρελαιοπαραγωγές χώρες. Αντίθετα, η αύξηση των εξαγωγών του πετρελαίου δημιουργεί συχνά κάποιες τάσεις ανατίμησης του εθνικού νομίσματος, που μειώνουν ακόμα περισσότερο τη διεθνή ανταγωνιστικότητα της ντόπιας βιομηχανίας.

Όμως ακόμα και στην περίπτωση των πετρελαιοεξαγωγών χωρών οι διαφορές με το τριτοκοσμικό μοντέλο της «εξωστρεφούς ανάπτυξης» είναι περισσότερες από τις ομοιότητες: Έτσι σ' όλες τις πετρελαιοπαραγωγές χώρες το δεσπόζον στοιχείο δεν είναι οι σχέσεις «λεηλασίας», αλλά μια συνεχής εισροή και μια υπερεπάρκεια συναλλάγματος που όμως δεν μπορεί να δαπανηθεί παραγωγικά. Για να μείνουμε στο παράδειγμα της Βενεζουέλας, η κατ' έτος εισροή συναλλάγματος πενταπλασιάστηκε, στις αρχές της δεκαετίας του '70, με την αύξηση της τιμής του πετρελαίου, χωρίς να παρατηρηθεί την ίδια περίοδο μια επιτάχυνση της βιομηχανικής δραστηριότητας. Ακόμα το ξένο κεφάλαιο έπαψε να ελέγχει τον κλάδο παραγωγής πετρελαίου στις χώρες της περιφέρειας καθώς ο κλάδος αυτός κρατικοποιήθηκε σ' όλες τις χώρες του ΟΠΕΚ.

Το κεφάλαιο, το έχουμε τονίσει αυτό πολλές φορές, είναι μια κοινωνική σχέση κι όχι κάποιο αντικείμενο, η μια ποσότητα χρήματος, η κάποια μέσα παραγωγής. Η κεφαλαιοκρατική συσσώρευση, η καπιταλιστική ανάπτυξη, είναι μια κοινωνική διαδικασία που στηρίζεται σ' ένα συγκεκριμένο τύπο κυριαρχίας και εκμετάλλευσης της εργατικής δύναμης. Για να γίνει δυνατή η καπιταλιστική ανάπτυξη δεν επαρκούν ούτε οι χαμηλοί μισθοί,25 ούτε η αύξηση των εσόδων του κράτους με την εισροή συναλλάγματος, ούτε ακόμα κάποια έργα υποδομής. Η καπιταλιστική ανάπτυξη ταυτίζεται με την ανάπτυξη κάποιων συγκεκριμένων κοινωνικών σχέσεων εξουσίας και δομών, συνδέεται με μια σειρά από οικονομικές, πολιτικές, νομικές, θεσμικές και ιδεολογικές προϋποθέσεις. Η διαμόρφωση αυτών των προϋποθέσεων κρίνεται από τις εσωτερικές διαδικασίες, δηλαδή την πάλη των τάξεων και τις κοινωνικές σχέσεις εξουσίας στο εσωτερικό κάθε κοινωνικού σχηματισμού. Η εξάρτηση δεν προϋπάρχει, δεν διαμορφώνει, αλλά διαμορφώνεται σε αναφορά μ' αυτές τις σχέσεις εξουσίας (βλ. και τα επόμενα κεφάλαια).

Είμαστε τώρα σε θέση να δώσουμε μια πρώτη απάντηση και στα ερωτήματα που θέσαμε στο προηγούμενο υποκεφάλαιο, ερωτήματα που άφησαν χωρίς απάντηση οι θεωρίες μητρόπολης - περιφέρειας: Αν το Ιμπεριαλιστικό κεφάλαιο αποφεύγει όλο και περισσότερο τον Τρίτο Κόσμο, αν δηλαδή μειώνεται διαρκώς το ποσοστό των ξένων επενδύσεων στην περιφέρειας26 παρότι τα κέρδη που επαναπατρίζονται κάθε χρόνο αντιπροσωπεύουν υψηλότερα ποσά απ' ό,τι οι νέες επενδύσεις που πραγματοποιούνται, αυτό συμβαίνει γιατί η παραγωγικότητα της εργασίας, αλλά και, από τη σκοπιά του κεφαλαίου, το ποσοστό κέρδους, παραμένει σημαντικά χαμηλότερη στην περιφέρεια απ' ό,τι στο βιομηχανικό κέντρο. Φαίνεται μάλιστα πως, αντίθετα με τις εξισωτικές τάσεις που αναπτύσσονται στο κέντρο (βλ. κεφάλαιο 4), το χάσμα ανάμεσα στη μητρόπολη και στις περισσότερες χώρες της περιφέρειας διαρκώς διευρύνεται.

2.4. Το μοντέλο «μητρόπολη». Καρικατούρα των κοινωνικών σχέσεων εξουσίας

Αναφέραμε ήδη στα προηγούμενα ό,τι οι θεωρίες μητρόπολης - περιφέρειας αντιδιαστέλλοντας το μοντέλο της υπανάπτυξης (περιφέρεια) στο μοντέλο της ανάπτυξης (μητρόπολη) εξωραΐζουν πρώτα απ' όλα το μητροπολιτικό καπιταλισμό και οδηγούνται έτσι στη θέση ό,τι οι αντιθέσεις στα πλαίσια των ιμπεριαλιστικών κρατών αμβλύνονται.

Πιο συγκεκριμένα μπορούμε εδώ να εντοπίσουμε τριών ειδών λάθη.

α) Μια πολιτικοοικονομίστικη αντίληψη για την κεφαλαιακή σχέση.

Όπως στην κλασσική πολιτική οικονομία, η κεφαλαιοκρατική συσσώρευση θεωρείται κατά κύριο λόγο σαν μια διαδικασία «ανάπτυξης». Κριτήριο για τον κοινωνικό χαρακτήρα της ανάπτυξης θεωρείται στα πλαίσια αυτής της προσέγγισης το επίπεδο των μισθών. Αποσιωπάται έτσι ό,τι η κεφαλαιοκρατική συσσώρευση αποτελεί κατά κύριο λόγο μια διαδικασία εμπέδωσης των κεφαλαιοκρατικών σχέσεων κυριαρχίας και εκμετάλλευσης. Αποσιωπάται δηλαδή ο «απόλυτος νόμος της κεφαλαιοκρατικής συσσώρευσης», ό,τι δηλαδή «στο μέτρο που συσσωρεύεται το κεφάλαιο, χειροτερεύει υποχρεωτικά η κατάσταση του εργάτη, αδιάφορο αν είναι καλή η κακή η πληρωμή του».27

β) Ασκείται κριτική στον καπιταλισμό από τη σκοπιά της αστικής «οικονομικής ηθικής».

Ακριβώς επειδή οι θεωρίες μητρόπολης - περιφέρειας αντιλαμβάνονται την (καπιταλιστική) ανάπτυξη και την υπανάπτυξη μέσα από την ιδεολογία της πολιτικής οικονομίας, καταφεύγουν και σε μια κριτική που αναπαράγει τα σχήματα της πολιτικής οικονομίας. Ξεχνώντας ό,τι η σφαίρα της διανομής καθορίζεται από την ίδια την παραγωγική διαδικασία,28 καταγγέλλουν την άδικη διανομή και τη σπατάλη του «πλεονάσματος», αλλά και τον «ανορθολογισμό» του συστήματος, που διαρκώς διευρύνει το «μη παραγωγικό» τομέα του, όπως π.χ. τη βιομηχανία πολεμικού υλικού, για να κάνει έτσι δυνατή την «απορρόφηση του πλεονάσματος». Οι προβληματικές αυτές αναπτύχθηκαν κυρίως από τους Μπάραν και Σουήζυ, που στον «Μονοπωλιακό καπιταλισμό» ασχολήθηκαν με τον αμερικανικό κοινωνικό σχηματισμό. υιοθετήθηκαν όμως οι απόψεις αυτές από τους περισσότερους θεωρητικούς του ρεύματος μητρόπολης - περιφέρειας.

Μια σε βάθος κριτική στις απόψεις αυτού του τύπου επιχειρεί ο Γιώργος Σταμάτης στα πλαίσια του άρθρου του «Μη αναπαραγωγικές εργασίες, κρατικές δαπάνες, κοινωνική αναπαραγωγή και κερδοφορία του κεφαλαίου»29

Ο Σταμάτης δείχνει ό,τι απόψεις σαν κι αυτές των Μπάραν και Σουήζυ για τον «αντιπαραγωγικό και ανορθολογικό» χαρακτήρα του συστήματος, ξεκινούν από μια σύγχυση ανάμεσα στην παραγωγική εργασία (την εργασία που παράγει υπεραξία) και την (παραγωγική η μη) αναπαραγωγική εργασία, δηλαδή την εργασία η οποία δημιουργεί εκείνες τις αξίες χρήσης που είναι απαραίτητες στην παραγωγική διαδικασία, και που έτσι η κατανάλωση τους διασφαλίζει τη διευρυμένη αναπαραγωγή της παραγωγικής διαδικασίας και ολόκληρης της κοινωνίας. Έτσι η κρατική εκπαίδευση, ενώ είναι μη παραγωγική, είναι αναπαραγωγική (αναπαραγωγή της εργατικής δύναμης). Αντίθετα η παραγωγή πολεμικού υλικού και ειδών πολυτελείας, ενώ είναι παραγωγική (παραγωγή υπεραξίας), δεν είναι αναπαραγωγική.

Ο Σταμάτης, συνοψίζοντας τα συμπεράσματα από τη μελέτη του θα γράψει: «Η αναπαραγωγή της κεφαλαιακής σχέσης στην ολότητα της απαιτεί μια διαρκή αύξηση των μη αναπαραγωγικών δαπανών και των κρατικών δαπανών. Ό,τι η αύξηση αυτών των δαπανών μπορεί να πραγματοποιηθεί αυτό γίνεται δυνατό μέσα από μια συνεχή αύξηση της παραγωγικότητας της εργασίας και, παρότι σε πολύ μικρότερη κλίμακα και μόνο κοντοπρόθεσμα, μέσα από τη βελτίωση της οικονομίας στη χρησιμοποίηση του σταθερού κεφαλαίου.

Η θέση που αναπτύχθηκε από τους Μπάραν και Σουήζυ στο «Μονοπωλιακό καπιταλισμό», σύμφωνα με την οποία η αύξηση των λεγόμενων «μη παραγωγικών» εξόδων αποσκοπεί να δημιουργήσει δυνατότητες επένδυσης για κεφάλαια που. ..δεν μπορούν να βρουν τέτοιες δυνατότητες είναι λάθος... Μακροπρόθεσμα δεν παράγεται τίποτα όταν δεν υπάρχει ζήτηση γι' αυτό, και δεν υπάρχει καμία ζήτηση για κάτι που δεν ικανοποιεί μια οποιαδήποτε πραγματική κοινωνική ανάγκη. Αυτό ισχύει επίσης και για τις αναπαραγωγικές αξίες χρήσης, όπως και για τις αξίες χρήσης για τις όποιες υπάρχει ζήτηση από το κράτος». Δεν είναι λοιπόν τυχαίο που δεν υπάρχει κανείς καπιταλιστής «που να παράγει πυραμίδες για τις επερχόμενες γενιές, και να υπερηφανεύεται γι' αυτό, επειδή μπόρεσε να τοποθέτησα το κεφάλαιο του... Οι Μπάρανσουήζυ και ο Μαντέλ δεν μπορούν να εξηγήσουν γιατί ζητούνται και παράγονται όχι οποιεσδήποτε, αλλά κάποιες εντελώς συγκεκριμένες μη αναπαραγωγικές αξίες χρήσης, και ακόμα γιατί το κράτος πραγματοποιεί μη αναπαραγωγικές δαπάνες ακριβώς σε εποχές «οικονομικής στενότητας», κατά τις όποιες έχει άλλες σκοτούρες, άσχετες με τα κεφάλαια που ψάχνουν που να τοποθετηθούν».30

γ) Τέλος οι θεωρίες μητρόποληςπεριφέρειας αποκρύβουν και παρουσιάζουν διαστρεβλωμένα την ιστορική διαδικασία της συσσώρευσης του κεφαλαίου στη Δύση.

Ο Thomas Hurtienne31 μελέτησε την ιστορική διαδικασία της καπιταλιστικής ανάπτυξης κατά τον 19ο αιώνα σε 4 χώρες του αναπτυγμένου καπιταλισμού, την Αγγλία, τις ΗΠΑ, τη Γερμανία και την Ιταλία. Τα συμπεράσματα του δείχνουν ό,τι τόσο σ' ό,τι άφορα την εξωστρέφεια,32 όσο και σ' ό,τι άφορα τις διαφορές στο επίπεδο των μισθών, τις συνθήκες εργασίας και ζωής, τη μαζική κατανάλωση,33 τέλος, την ανισομέρεια στην ανάπτυξη,34 η εξέλιξη του μητροπολιτικού καπιταλισμού κατά τον 19ο αιώνα είχε να επιδείξει σε πολλά ζητήματα περισσότερες ομοιότητες με το μοντέλο του περιφερειακού καπιταλισμού, παρά με το μοντέλο της «αυτόκεντρης ανάπτυξης».

Ο Hurtienne καταλήγει λοιπόν στα έξης συμπεράσματα σχετικά με την ανάπτυξη του καπιταλισμού στην Αγγλία: «Ακόμα και η εκβιομηχάνιση της Αγγλίας, παρότι κατάφερε να εμπεδώσει πολύ γρήγορα ένα υψηλό επίπεδο καπιταλιστικών παραγωγικών σχέσεων..., εντούτοις τουλάχιστον μέχρι τον 1ο Παγκόσμιο Πόλεμο (δηλ. περίπου 130 χρόνια μετά το ξεκίνημα της βιομηχανικής επανάστασης), χαρακτηριζόταν από ορισμένα χαρακτηριστικά η αποτελέσματα της δομικής ετερογένειας: ακραία ανισότητα στην κατανομή του εισοδήματος, υψηλό ποσοστό κατανάλωσης ειδών πολυτελείας, η βιομηχανική παραγωγή μέσων μαζικής κατανάλωσης έχει μικρή σημασία, εκτεταμένη απόλυτη φτώχεια και κοινωνική περιθωριοποίηση (παραδοσιακός «εργατικός πολιτισμός»).»

2.5. Κοινωνικές σχέσεις εξουσίας και υπανάπτυξη

Απ' όσα προηγήθηκαν μπορούμε να βγάλουμε το συμπέρασμα ό,τι στην περιφέρεια δεν υπάρχει κάποιος ειδικός υπανάπτυκτος καπιταλισμός, η έστω μια ιδιόμορφη ανάπτυξη του καπιταλισμού σαν αποτέλεσμα της εξάρτησης. Υπάρχει μια περιορισμένη ανάπτυξη του καπιταλιστικού τρόπου παραγωγής, για λόγους που ανάγονται στον εσωτερικό ταξικό και πολιτικό συσχετισμό των δυνάμεων, στην πάλη των τάξεων και στις κοινωνικές σχέσεις εξουσίας στο εσωτερικό των περιφερειακών κοινωνικών σχηματισμών.

Οι σχέσεις εξουσίας διαμεσολαβούν την εξάρτηση, ως προς την οποία όμως έχουν πάντα την προτεραιότητα. Η εξάρτηση σταθεροποιεί αναμφίβολα την κοινωνική εξουσία, δεν τη διαμορφώνει όμως «σύμφωνα με τις επιταγές της». Η συνολική πάλη των τάξεων, κύρια στο εσωτερικό κάθε χώρας, διαμορφώνει και εμπεδώνει την κοινωνική εξουσία. Η συνέπεια κι όχι η αίτια της εξουσίας είναι η εξάρτηση. Κι αυτό ακόμα και στις συγκυρίες που η σταθερότητα η και η ύπαρξη της εξουσίας είναι αδιανόητες χωρίς την εξάρτηση.

Είναι βέβαια προφανές ό,τι αναφερόμαστε στα σύγχρονα εθνικά κράτη της περιφέρειας. Τα πράγματα ήταν διαφορετικά με τις αποικίες, όταν οι Ιμπεριαλιστικές χώρες υποδούλωναν με την ωμή στρατιωτική και πολιτική βία τις αποικιακές περιοχές. Καθόριζε τότε ο ιμπεριαλισμός αποφασιστικά την εξέλιξη των περιοχών αυτών, γιατί ακριβώς λειτουργούσε εκεί σαν πολιτική εξουσία. Και φυσικά συνδέεται με το αποικιοκρατικό ιστορικό πλαίσιο το γεγονός ό,τι οι περισσότερες αποικίες παρέμειναν χώρες περιφερειακές και υπανάπτυκτες. Όμως σε κάθε περίπτωση το αποικιακό παρελθόν δεν αρκεί για να ερμηνεύσει τη μετέπειτα εξέλιξη μιας κοινωνίας. Οι λατινοαμερικανικές κοινωνίες άρχισαν να συγκροτούνται σε εθνικά κράτη τη δεκαετία του 1820. Ο Καναδάς απόκτησε την ανεξαρτησία του, σαν τμήμα πάντα της αγγλικής Κοινοπολιτείας, το 1867. Η Κύπρος και η Ινδία αποαποικιοποιήθηκαν από την ίδια ιμπεριαλιστική δύναμη την ίδια ιστορική περίοδο και εντούτοις έχουν τεράστιες διαφορές στα επίπεδα ανάπτυξης.

Τα παραδείγματα θα μπορούσαν να είναι πολλά. Το συμπέρασμα παραμένει πάντως ένα. Το γενικό σχήμα της «παγκόσμιας καπιταλιστικής οικονομίας» και της «παγκόσμιας ταξικής πάλης» που προτείνουν οι θεωρίες μητρόπολης - περιφέρειας όχι μόνο δεν μπορεί να υποκαταστήσει τη συγκεκριμένη ταξική ανάλυση των επιμέρους κοινωνικών σχηματισμών, αλλά επιπλέον διαστρεβλώνει την ιστορική εξέλιξη και αποκρύβει τις πραγματικές κοινωνικές - ταξικές αντιθέσεις.

3. Ιμπεριαλισμός και κρατική εξουσία

3.1. Κράτος και διεθνοποίηση του κεφαλαίου

Στα προηγούμενα δείξαμε ό,τι οι θεωρίες μητρόπολης - περιφέρειας παραγνωρίζουν το ρόλο της κρατικής εξουσίας σαν της βαθμίδας που συγκεφαλαιώνει και συμπυκνώνει την κεφαλαιοκρατική πολιτική και κοινωνική εξουσία. Αρνούνται έτσι τη στρατηγική της σοσιαλιστικής επανάστασης. Καθώς οι παγκόσμιες διαδικασίες θεωρούνται ό,τι καθορίζουν τις εθνικές διαδικασίες, τα εθνικά κράτη, αλλά και το συνολικό κοινωνικό κεφάλαιο, η αστική τάξη στο εσωτερικό κάθε χώρας, παρουσιάζονται σαν εξάρτημα η έστω σαν όργανο των πολυεθνικών εταιρειών.

Το εθνικό θεωρείται σαν μια ειδική περίπτωση του παγκόσμιου. Κάθε αντίθετη θεώρηση, που υποστηρίζει ό,τι οι παγκόσμιες διαδικασίες έπονται και πηγάζουν από τις εθνικές διαδικασίες, απορρίπτεται σαν «προλενινιστική». (Βλ. τη συζήτηση Σ. Άμίν και Σ. Μπετελέμ, που σύντομα παρουσιάσαμε στις Θέσεις νο 4).

Όμως είναι ακριβώς η θεωρία του Λένιν που έρχεται σε πλήρη αντίθεση με τις αντιλήψεις των «τριτοκοσμικών» για το «παγκόσμιο καπιταλιστικό σύστημα».

Συγκεκριμένα ήταν ο Λένιν που έδειξε πρώτα απ' όλα ό,τι η ιμπεριαλιστική διεθνοποίηση του καπιταλισμού είναι το αποτέλεσμα μιας εσωτερικής διαδικασίας συσσώρευσης στις χώρες του αναπτυγμένου καπιταλισμού.

Η εσωτερική συσσώρευση είναι που οδηγεί στη συγκέντρωση και συγκεντροποίηση του κεφαλαίου και στη διαμόρφωση του μονοπωλιακού σταδίου του καπιταλισμού. Η εξαγωγή των κεφαλαίων και η ιμπεριαλιστική διεθνοποίηση τους είναι το αποτέλεσμα των δομικών μετασχηματισμών που συντελέσθηκαν κατ' αρχήν σε εθνικό επίπεδο: Γι αυτό και ο ιμπεριαλισμός δεν είναι παρά το συνώνυμο του μονοπωλιακού καπιταλισμού, το ανώτατο στάδιο του καπιταλισμού.35 Γι αυτό και ο ιμπεριαλισμός δεν παραμερίζει το ρόλο των εθνικών κρατών, αλλά αντίθετα κάνει περισσότερο παρά ποτέ αναγκαίο τον παρεμβατισμό του (ιμπεριαλιστικού) κράτους.

3.2. Κράτος και ενδοϊμπεριαλιστικές αντιθέσεις

Ο Λένιν έδειξε επίσης ό,τι ο ιμπεριαλισμός και η διεθνοποίηση του καπιταλισμού δεν συνεπάγεται μια άμβλυνση των αντιθέσεων ανάμεσα στις αστικές τάξεις των ιμπεριαλιστικών χωρών. Αντίθετα ο ιμπεριαλισμός συνεπιφέρει μια όξυνση αυτού του ανταγωνισμού, που παίρνει αναγκαστικά τη μορφή του ανταγωνισμού ανάμεσα στα ιμπεριαλιστικά κράτη για το ξαναμοίρασμα του κόσμου.36

Αυτό συμβαίνει γιατί, παρά τη διεθνοποίηση του κεφαλαίου, η συσσώρευση λαμβάνει χώρα πρώτα απ' όλα σε εθνικά πλαίσια (βλ. και κεφάλαιο 4). Και καθώς οι υλικοί όροι και οι κοινωνικές σχέσεις που διασφαλίζουν τη συσσώρευση διαφέρουν από χώρα σε χώρα, η ανάπτυξη των ιμπεριαλιστικών χωρών συντελείται με εξαιρετικά άνισους ρυθμούς, πράγμα που έχει σαν αποτέλεσμα τη συνεχή μεταβολή του συσχετισμού των δυνάμεων μεταξύ τους.37

Η αντίληψη για το παγκόσμιο καπιταλιστικό σύστημα που προβάλλει το ρεύμα μητρόπολης - περιφέρειας, εξαφανίζει αντίθετα τους διακρατικούς ενδοϊμπεριαλιστικούς ανταγωνισμούς και παρουσιάζει τη μητρόπολη σαν ένα ομογενοποιημένο μπλοκ, που με τις πολυεθνικές της εταιρείες εκμεταλλεύεται το παγκόσμιο προλεταριάτο.

Δεν είναι τυχαίο που η άποψη ό,τι αμβλύνονται οι διακρατικοί ενδοϊμπεριαλιστικοί ανταγωνισμοί εισάχθηκε για πρώτη φορά από τον Κάουτσκυ στη θεωρία του για τον «υπεριμπεριαλισμό». Όπως και οι θεωρίες μητρόπολης -

περιφέρειας, έτσι και η θεωρία του υπεριμπεριαλισμού, στηρίχθηκε στην ανασκευή της μαρξιστικής θεωρίας για το κράτος (και την επανάσταση). Πρόβλεπε λοιπόν ό,τι τα διεθνή τραστ θα τείνουν προς μια ενοποίηση, που, αν μη τι άλλο, θα διασφάλιζε την ειρήνη ανάμεσα στις ιμπεριαλιστικές χώρες.

Στην ίδια γραμμή της ενοποίησης των τραστ και του Ιμπεριαλισμού κινούνται και οι θεωρίες μητρόπολης - περιφέρειας. Στα πλαίσια αυτής της παγκόσμιας ενοποίησης, ολόκληρη η εργατική τάξη της μητρόπολης θεωρείται σαν η «εργατική αριστοκρατία» του «παγκόσμιου συστήματος». Όταν παραποιείται η αποσιωπάται ο ρόλος του κράτους, εξαφανίζεται και η αντίθεση κεφαλαίου - εργασίας.

Αντίθετα ο Λένιν όριζε πάντα την εργατική αριστοκρατία μέσα στα πλαίσια ενός εθνικού κοινωνικού σχηματισμού. Τη θεωρούσε σαν ένα στρώμα της εργατικής τάξης που διαμεσολαβεί τα συμφέροντα του κεφαλαίου μέσα στο εργατικό κίνημα και επιδιώκει έτσι να αποπροσανατολίσει την εργατική τάξη από την προοπτική της σοσιαλιστικής επανάστασης.37

3.3. Ένα ιστορικό προηγούμενο

Αξίζει να σημειώσουμε εδώ ό,τι το σχήμα που προβάλλουν οι θεωρίες μητρόπολης - περιφέρειας για το παγκόσμιο καπιταλιστικό σύστημα πέρα από τα κοινά του σημεία με τη θεωρία του υπεριμπεριαλισμού του Κάουτσκυ και τη σύγκλιση του με τον ορισμό της Λούξεμπουργκ για τον ιμπεριαλισμό (βλ. θέσεις No 4) συγκλίνει με τις θέσεις για την παγκόσμια οικονομία που διατύπωσε το 1915 ο Ν. Μπουχάριν στο βιβλίο του «Ιμπεριαλισμός και παγκόσμια οικονομία».38 Όπως πολύ σωστά επισημαίνει ο Α. Β. Παληός,39 ο Μπουχάριν θεωρεί την παγκόσμια οικονομία σαν μια ενοποιημένη καπιταλιστική δομή που πολώνεται σε μητρόπολη και περιφέρεια.40

Αν και επισημαίνει τις αντιθέσεις ανάμεσα στα ιμπεριαλιστικά κράτη, ο Μπουχάριν συνάγει εντούτοις από το σχήμα για την παγκόσμια οικονομία κάποια συμπεράσματα που και πάλι συγκλίνουν με τα συμπεράσματα των σύγχρονων τριτοκοσμικών: θύματα της καπιταλιστικής εκμετάλλευσης είναι κυρίως οι λαοί της περιφέρειας. Στα πλαίσια του παγκόσμιου συστήματος η εργατική τάξη των ιμπεριαλιστικών χωρών εξασφαλίζει κάποια ιδιαίτερα προνόμια, όπως πρώτα απ' όλα ένα ικανοποιητικό επίπεδο μισθών.41

Μετά την έκδοση όμως του βιβλίου του Λένιν για τον ιμπεριαλισμό, ο Μπουχάριν εγκαταλείπει το σχήμα της παγκόσμιας οικονομικής δομής. Το σχήμα αυτό απουσιάζει εντελώς από την πολεμική που απηύθυνε ο Μπουχάριν στη Ρ. Λούξεμπουργκ το 1925 με την μπροσούρα του, «Ο Ιμπεριαλισμός και η συσσώρευση του κεφαλαίου» (βλ. και θέσεις No 3, όπου δημοσιεύεται ένα κεφάλαιο από την μπροσούρα αυτή). Και το 1926 στην εισήγηση του στην ολομέλεια της Εκτελεστικής Επιτροπής της Κομιντέρν ο Μπουχάριν θα πει:

«Η σύγχρονη παγκόσμια οικονομία αποτελεί μια πραγματική ενότητα μόνο με την περιορισμένη σημασία της λέξης. Εάν ακόμα και στην προπολεμική περίοδο η συνοχή ανάμεσα στα διαφορετικά μέρη της παγκόσμιας οικονομίας ήταν άπειρες φορές πιο αδύνατη από τη συνοχή ανάμεσα στα στοιχεία της οικονομίας στο εσωτερικό της οποιασδήποτε χώρας, τότε αυτή η συνοχή έγινε μετά τον πόλεμο και σαν αποτέλεσμα του πολέμου, ακόμα πολύ πιο αδύνατη. Γι αυτό τα λεγόμενα «γενικά συμπεράσματα» σχετικά με την παγκόσμια οικονομία στο σύνολο της, κατέχουν επίσης ένα περιορισμένο χαρακτήρα, ένα χαρακτήρα ακόμα πολύ πιο περιορισμένο απ' ό,τι πριν τον πόλεμο».42

4. Η διεθνοποίηση της παραγωγής και της πραγματοποίησης της υπεραξίας

4.1. Η τροποποίηση του νόμου της αξίας στην παγκόσμια αγορά

Οι θεωρίες μητρόπολης - περιφέρειας υποτιμούν όπως είδαμε και παραγνωρίζουν το ρόλο των εθνικών κρατών. Αποτέλεσμα αυτού είναι το να αποτυγχάνουν να προσεγγίσουν τις πραγματικές διαδικασίες διεθνοποίησης του κεφαλαίου στην παγκόσμια αγορά. Άλλοτε λοιπόν ισχυρίζονται (βλ. θέσεις No 4), σε αναφορά με τη θεωρία του κρατικομονοπωλιακού καπιταλισμού, ό,τι δεν είναι ο νόμος της αξίας, αλλά ο συσχετισμός των δυνάμεων ανάμεσα στις μονοπωλιακές ομάδες (στην παγκόσμια αγορά), που καθορίζει τις διάφορες οικονομικές μορφές και τα οικονομικά μεγέθη. Άλλοτε πάλι αποκλείουν από τη συλλογιστική τους τα μονοπώλια και ισχυρίζονται ό,τι διαμορφώνονται παγκόσμιες τιμές παραγωγής και (έτσι) ένα ενιαίο ως προς την τάση του ποσοστό κέρδους στην παγκόσμια αγορά.43

Στο παρελθόν υποστήριξα τη θέση ό,τι ο νόμος της αξίας και η τάση εξίσωσης του ποσοστού κέρδους εξακολουθεί να κυριαρχεί και να καθορίζει τις οικονομικές διαδικασίες, ακόμα και στο σημερινό, το μονοπωλιακό στάδιο του καπιταλισμού, παρά τα όσα ισχυρίζονται οι διάφορες κρατικομονοπωλιακές θεωρίες.

Η λειτουργία του νόμου της αξίας διασφαλίζεται στο επίπεδο του κάθε καπιταλιστικού κοινωνικού σχηματισμού, ανάμεσα στα άλλα, και με την παρέμβαση του κράτους.

Το κράτος συμβάλλει αποφασιστικά στο να δημιουργηθούν οι γενικοί υλικοί όροι για την αναπαραγωγή της κεφαλαιακής σχέσης. Εδώ εντάσσονται η πολιτική διαχείρισης της εργατικής δύναμης, οι οικονομικές παρεμβάσεις για την αύξηση της κερδοφορίας του συνολικού κοινωνικού κεφαλαίου, η κρατική διαχείριση του χρήματος, το θεσμικό και νομοθετικό πλαίσιο που διασφαλίζει την «ελευθερία» της αγοράς, τον άμεσο συναγωνισμό των μεμονωμένων κεφαλαίων μεταξύ τους. Οι υλικοί αυτοί όροι διαφέρουν από χώρα σε χώρα.

Στα πλαίσια της «παγκόσμιας οικονομίας» και της παγκόσμιας αγοράς δεν είναι αντίθετα δυνατό να διασφαλισθεί μια αντίστοιχη με το εθνικό επίπεδο τάση για σύγκλιση και ενοποίηση των οικονομικών κοινωνικών και θεσμικών ορών που διέπουν τις διαδικασίες παραγωγής και πραγματοποίησης της υπεραξίας.

Η διεθνοποίηση της παραγωγής από τις πολυεθνικές εταιρείες έχει κατ' αρχήν άμεσες επιπτώσεις στις νομικές σχέσεις ιδιοκτησίας που διέπουν το ατομικό κεφάλαιο, αλλά επιδρά και στις πραγματικές σχέσεις ιδιοκτησίας, καθότι μεταθέτει στην εταιρεία μητέρα ένα μέρος των αποφάσεων που αφορούν την παραγωγική δραστηριότητα της θυγατρικής εταιρείας.44 Δεν μπορεί να μετασχηματίσει όμως την κύρια όψη των πραγμάτων σε σχέση με τις ξένες επενδύσεις: Το ξένο κεφάλαιο, τουλάχιστον σ' ό,τι άφορα τις βιομηχανικές χώρες, αποτελεί, για τη χώρα που δέχεται την ξένη επένδυση, τμήμα του συνολικού κοινωνικού κεφαλαίου της, συμμετέχει, όπως και κάθε άλλο ατομικό κεφάλαιο στη χώρα αυτή, στην εσωτερική διαδικασία συσσώρευσης.45 Τονίζοντας αυτή την κύρια πλευρά των πραγμάτων η Chr. Neusüss έλεγε για το ξένο κεφάλαιο ό,τι «λειτουργεί στο εξωτερικό σαν εθνικό, καθόσον λειτουργεί εκεί σαν άμεσα παραγωγικό κεφάλαιο».46

Το κράτος συγκεφαλαιώνει τα συμφέροντα του συνολικού (εθνικού) κοινωνικού κεφαλαίου, ντόπιου και ξένου. Έχει λοιπόν τη δυνατότητα, σε συγκεκριμένες συγκυρίες, να κρατικοποιεί το ξένο κεφάλαιο (όπως και το ντόπιο) χωρίς αυτός ο μετασχηματισμός των νομικών, κυρίως, μορφών να συνεπιφέρει ουσιαστικούς κοινωνικούς μετασχηματισμούς. Η διεθνοποίηση του κεφαλαίου δεν εκτοπίζει λοιπόν τα εθνικά κράτη. Η ύπαρξη των εθνικών κρατών τροποποιεί πρώτα απ' όλα σημαντικά τις συνθήκες κάτω από τις οποίες διεξάγεται ο συναγωνισμός των κεφαλαίων στην παγκόσμια αγορά, σε σχέση πάντα με τους όρους του συναγωνισμού στην εθνική αγορά. Όπως παρατηρεί ο Κ. Busch:

«Επειδή το κεφάλαιο, στην ιστορική διαδικασία ανάπτυξης του, έχει συγκροτηθεί σε διαφορετικούς εθνικούς οργανωτικούς σχηματισμούς (εθνικά κράτη), δηλαδή τα εθνικά κεφάλαια έχουν συγκροτηθεί σαν ιδανικό συνολικό κεφάλαιο σε εθνικό κι όχι σε παγκόσμιο επίπεδο, διαμορφώνεται η παγκόσμια αγορά από ένα άθροισμα διαφορετικών εθνικών σφαιρών κυκλοφορίας που οριοθετούνται αναμεταξύ τους. Ενώ τα κεφάλαια στο εθνικό πλαίσιο συναγωνίζονται άμεσα μεταξύ τους, χωρίς κρατικούς φραγμούς, διαμεσολαβείται ο διεθνής συναγωνισμός του κεφαλαίου από τους εθνικούς φραγμούς, οι όποιοι στην απλούστερη περίπτωση (δηλαδή αν αγνοήσουμε τους φόρους εισαγωγής και τις άλλες επιβαρύνσεις για τις εισαγωγές, τις εξαγωγικές επιδοτήσεις κλπ.) εμφανίζονται σαν συνοριακοί φραγμοί ανάμεσα στις διαφορετικές εθνικές σφαίρες κυκλοφορίας, δηλαδή σαν τιμές του συναλλάγματος. Όταν εγκαταλείπουν τα εμπορεύματα μιας χώρας την εθνική σφαίρα κυκλοφορίας για να πραγματοποιηθούν στην παγκόσμια αγορά, υπόκεινται στη μεταμόρφωση, που κατ' αρχήν εμφανίζεται σαν εξωτερική, του να εκφράσουν την τιμή τους, το χρηματικό τους όνομα, όχι πια σε εθνικό νόμισμα, αλλά σε διεθνές η ξένο νόμισμα».47 Οι συνοριακοί φραγμοί έχουν έτσι σαν αποτέλεσμα να αποκρυσταλλώνονται και να διατηρούνται στην παγκόσμια αγορά, από τη μια χώρα στην άλλη, κάποιες σημαντικές διαφορές, ανάμεσα στα μέσα εθνικά επίπεδα της παραγωγικότητας της εργασίας. Οι διαφορές αυτές είναι πολύ μεγαλύτερες, ακόμη και ανάμεσα στις βιομηχανικές χώρες, από τις διαφορές στην παραγωγικότητα της εργασίας που μπορούν να εντοπισθούν στο εσωτερικό μιας (βιομηχανικής) χώρας. Διατηρούνται, όπως θα δούμε πιο κάτω, σαν αποτέλεσμα της τροποποίησης του νόμου της αξίας μέσα από τους συναλλαγματικούς και τους προστατευτικούς μηχανισμούς.

Ο συναγωνισμός των εθνικών κεφαλαίων στην παγκόσμια αγορά προσιδιάζει μόνο με τον ενδοκλαδικό συναγωνισμό στα πλαίσια της εθνικής οικονομίας. Δηλαδή ενώ στα πλαίσια ενός κοινωνικού σχηματισμού ο συναγωνισμός των ατομικών κεφαλαίων μεταξύ τους διεξάγεται από τη μια στο εσωτερικό κάθε κλάδου, αλλά από την άλλη λειτουργεί και σαν διακλαδικός συναγωνισμός, σαν συναγωνισμός ανάμεσα στους διαφορετικούς κλάδους, στην παγκόσμια αγορά απουσιάζουν οι όροι γι' αυτόν το διακλαδικό συναγωνισμό.48

Σε αναλογία λοιπόν με ό,τι συμβαίνει με τα ατομικά κεφάλαια στο εσωτερικό ενός εθνικού βιομηχανικού κλάδου, το εθνικό κεφάλαιο με την υψηλότερη παραγωγικότητα της εργασίας χρειάζεται λιγότερο χρόνο για να παράγει ένα εμπόρευμα για την παγκόσμια αγορά, απ' όσο χρόνο χρειάζεται ένα εθνικό κεφάλαιο με χαμηλότερη παραγωγικότητα της εργασίας.

Το εθνικό κεφάλαιο με την υψηλότερη παραγωγικότητα εργασίας προμηθεύει την παγκόσμια αγορά με εμπορεύματα που έχουν μια μικρότερη εθνική άξια (λιγότερες εθνικές ώρες εργασίας) από την εθνική άξια που έχουν τα εμπορεύματα της λιγότερο αναπτυγμένης χώρας.

Η αξία όμως των εμπορευμάτων στην παγκόσμια αγορά, δεν καθορίζεται με βάση τους εθνικούς όρους παραγωγής τους αλλά με όρους διεθνείς δηλαδή η διεθνής άξια ενός εμπορεύματος είναι κατά κανόνα διαφορετική από τις εθνικές του αξίες, γιατί καθορίζεται σε αντιστοιχία με τα μέσα διεθνή (κι όχι τα όποια εθνικά) επίπεδα παραγωγικότητας της εργασίας.49

Η διεθνής αυτή αξία ενός εμπορεύματος είναι μεγαλύτερη απ' ό,τι η εθνική του αξία στη χώρα με την υψηλότερη παραγωγικότητα εργασίας και μικρότερη απ' ό,τι στη λιγότερο (από το μέσο επίπεδο) αναπτυγμένη χώρα. Αυτό σημαίνει ό,τι η περισσότερο αναπτυγμένη χώρα έχει τη δυνατότητα να πραγματοποιεί στην παγκόσμια αγορά μια πρόσθετη υπεραξία κι £να πρόσθετο κέρδος (όπως ακριβώς το κεφάλαιο με την υψηλότερη παραγωγικότητα εργασίας στο εσωτερικό ενός εθνικού κλάδου). Σημαίνει ακόμα ό,τι στην παγκόσμια αγορά ανταλλάσσονται άνισες ποσότητες εθνικής εργασίας. Λιγότερες ώρες εργασίας μιας περισσότερο αναπτυγμένης χώρας παράγουν ίση αξία με περισσότερες ώρες εργασίας της λιγότερο αναπτυγμένης χώρας.

Όμως ακριβώς επειδή εδώ το πλαίσιο αναφοράς για τον καθορισμό της αξίας είναι η παγκόσμια αγορά, δεν έχουμε να κάνουμε με μια μεταφορά αξίας από τη λιγότερο αναπτυγμένη στην περισσότερο αναπτυγμένη χώρα, όπως π.χ. ισχυρίζεται ο Ε. Μαντέλ,50 ούτε με κάποια «άνιση ανταλλαγή». Έχουμε να κάνουμε με τη λειτουργία του νόμου της αξίας σε παγκόσμιο επίπεδο, που βρίσκεται σε αντιστοιχία με τη λειτουργία του στο εσωτερικό ενός εθνικού βιομηχανικού κλάδου.

Αυτή η λειτουργία του νομού της αξίας που μόλις περίγραψα τροποποιείται κατόπιν όπως ήδη αναφέραμε από τα κρατικά και συναλλαγματικά σύνορα: Καθώς η ζήτηση για τα προϊόντα της περισσότερο αναπτυγμένης χώρας αυξάνει, αυξάνει ταυτόχρονα και η ζήτηση για το συνάλλαγμα της. Παράλληλα, η λιγότερο αναπτυγμένη χώρα αντιμετωπίζει ένα έλλειμα στο εμπορικό της ισοζύγιο, έλλειμμα που τείνει να διευρυνθεί. Το αποτέλεσμα θα είναι πολύ σύντομα μια ανατίμηση του νομίσματος της περισσότερο αναπτυγμένης χώρας η (και) μια υποτίμηση του νομίσματος της λιγότερο αναπτυγμένης χώρας.

Αυτές οι τροποποιήσεις στις συναλλαγματικές ισοτιμίες τροποποιούν και τη λειτουργία του νόμου της αξίας στην παγκόσμια αγορά: Το λιγότερο αναπτυγμένο εθνικό κεφάλαιο υπόκειται τώρα σε μια μικρότερη πίεση στο διεθνή συναγωνισμό του με το περισσότερο αναπτυγμένο κεφάλαιο. Αυτό σημαίνει ταυτόχρονα ό,τι περιορίζονται η και εξαφανίζονται τα πρόσθετα κέρδη των περισσότερο αναπτυγμένων εθνικών κεφαλαίων σε σχέση με τους διεθνείς ανταγωνιστές τους, που παράγουν με μια υψηλότερη παραγωγικότητα εργασίας. Αυτή είναι λοιπόν, η κύρια όψη της τροποποίησης του νόμου της αξίας στην παγκόσμια αγορά: Οι εθνικοί φραγμοί λειτουργούν υπέρ του λιγότερο αναπτυγμένου εθνικού κεφαλαίου.

Το ό,τι χάνει τη δυνατότητα να αποκομίζει πρόσθετα κέρδη από την εξαγωγή εμπορευμάτων στην παγκόσμια αγορά, αποτελεί για το περισσότερο αναπτυγμένο εθνικό κεφάλαιο το βασικό όρο που το ωθεί, για να διατηρήσει ακριβώς τα πρόσθετα κέρδη του, να επενδύσει στο εξωτερικό, σε κάποιες χώρες που η επένδυση αυτή είναι δυνατή, δηλαδή συμφέρουσα.

Καθώς δηλαδή οι δυνατότητες των περισσότερο αναπτυγμένων κεφαλαίων να αποκομίζουν πρόσθετα κέρδη μέσα από την πραγματοποίηση των εμπορευμάτων τους στην παγκόσμια αγορά εξανεμίζονται, καθώς παράλληλα το ποσοστό κέρδους σε μια λιγότερο αναπτυγμένη βιομηχανική χώρα είναι συνήθως υψηλότερο, διανοίγεται η δυνατότητα για το κεφάλαιο με την υψηλότερη παραγωγικότητα εργασίας να υπερπηδήσει τους εθνικούς συναλλαγματικούς φραγμούς και να διατηρήσει τα πρόσθετα κέρδη του, μέσα από την άμεση επένδυση στη λιγότερο αναπτυγμένη βιομηχανική χώρα. Πρόκειται για μια κεφαλαιακή κίνηση με ανοικτά επιθετικό χαρακτήρα: Εξασφάλιση ενός πρόσθετου κέρδους.

Ο Κ. Busch (όπ.π.) μελέτησε τις κινήσεις κεφαλαίων ανάμεσα στις ΗΠΑ και τη δυτική Ευρώπη κατά τη μεταπολεμική περίοδο και διαπίστωσε ό,τι πράγματι οι συναλλαγματικοί μηχανισμοί και τα αποτελέσματα τους απ' τη μια μεριά, και η δυνατότητα παραγωγής πρόσθετης υπεραξίας και πρόσθετου κέρδους στο εξωτερικό, είναι οι όροι για την πρωτοφανή διεθνοποίηση του κεφαλαίου κατά την ιστορική αυτή περίοδο. Σαν δευτερεύουσες μόνο πλευρές αυτής της διεθνοποίησης εντοπίζει ο Busch τις «αμυντικές» εξαγωγές κεφαλαίων (για να διασφαλισθεί δηλαδή η ανταγωνιστικότητα κάποιων κεφαλαίων και το μερίδιο τους σε μια ξένη αγορά) και τις εξαγωγές κεφαλαίων που συνδέονται και αποσκοπούν να διασφαλίσουν τη σημερινή διεθνή συγκεντροποίηση του κεφαλαίου.

Οι κινήσεις κεφαλαίων που μέχρι τώρα αναφέραμε αφορούν σχεδόν αποκλειστικά τις βιομηχανικές χώρες (κυρίως, αλλά όχι αποκλειστικά, εξαγωγές κεφαλαίων από τις ΗΠΑ προς τη Δυτ. Ευρώπη, Καναδά κλπ.), γιατί στις βιομηχανικές χώρες κι όχι στον Τρίτο Κόσμο μπορεί το ξένο κεφάλαιο να απασχοληθεί μ' ένα υψηλότερο ποσοστό κέρδους.

Αντίθετα οι επενδύσεις από τις αναπτυγμένες χώρες προς τις χώρες της περιφέρειας συνδέονται με διαδικασίες διαφορετικού τύπου: Κατά κύριο λόγο αφορούν, όπως ήδη είπαμε, επενδύσεις για την ανάπτυξη της εξορυκτικής βιομηχανίας που συνδέεται με την παγκόσμια αγορά. Παράλληλα οι επενδύσεις ξένου κεφαλαίου στη μεταποιητική βιομηχανία του Τρίτου Κόσμου έχουν σαν βασικό κίνητρο το να διατηρήσουν και να ευρύνουν τα κεφάλαια αυτά τις προσβάσεις τους στην εσωτερική αγορά της χώρας που γίνεται η επένδυση. Αφετηρία για τις επενδύσεις αυτές είναι σχεδόν πάντα οι υψηλοί δασμοί που επιβάλλουν οι κυβερνήσεις των χωρών του Τρίτου Κόσμου με τις πολιτικές «υποκατάστασης των εισαγωγών» που συχνά ακολουθούν.

Γίνεται λοιπόν προφανές ό,τι οι θέσεις που αναπτύξαμε εδώ έρχονται κατ' αρχή σε αντίθεση με τη θεωρία των «αποικιακών υπερκερδών» που προβάλλει σήμερα τόσο η παραδοσιακή Αριστερά, όσο και οι θεωρίες μητρόπολης - περιφέρειας (με κύρια επιχειρήματα τους χαμηλούς μισθούς και τη χαμηλή οργανική σύνθεση του κεφαλαίου στην περιφέρεια). Πράγματι η θεωρία αυτή δεν επιβεβαιώνεται ούτε από τη συγκεκριμένη μελέτη της συσσώρευσης του κεφαλαίου στις ιμπεριαλιστικές και τις περιφερειακές χώρες (βλ. και κεφ. 1), ούτε κι από τις διαδικασίες διεθνοποίησης του κεφαλαίου. Είναι προφανές ό,τι αν το ξένο κεφάλαιο μπορούσε να αποκομίζει «υπερκέρδη» με βιομηχανικές επενδύσεις στην περιφέρεια, τότε ο όγκος και το ποσοστό αυτών των επενδύσεων (σε σχέση με τις επενδύσεις στις βιομηχανικές χώρες) θα ήταν πολύ υψηλότερα, οι επανεισαγωγές κερδών κλπ. θα ήταν πολύ χαμηλότερες κ.ο.κ.

Οι θέσεις που αναπτύξαμε προηγούμενα έρχονται επίσης σε αντίθεση και με μια προσέγγιση στα πλαίσια της Αριστεράς που θεωρεί ό,τι οι εξαγωγές κεφαλαίου είναι η συνέπεια μιας διαδικασίας υπερσυσσώρευσης κεφαλαίου στις χώρες του αναπτυγμένου καπιταλισμού.

Η θεωρία αυτή εισήχθη για πρώτη φορά από τον R. Hilferding και υποστηρίζεται σήμερα από τον Ε. Μαντέλ, τον Ρ. Boccara και άλλους.52

Πρόκειται για μια θεωρία που δεν λαμβάνει υπ' όψη τη στενή σχέση που έχουν οι διαδικασίες πραγματοποίησης της υπεραξίας στην παγκόσμια αγορά (πρόσθετη υπεραξία, μηχανισμοί συναλλαγματικών ισοτιμιών κλπ.) με τη διεθνοποίηση του κεφαλαίου. Από την άλλη, η θεωρία αυτή παραγνωρίζει το γεγονός που είχε υποδείξει 0 ίδιος ο Μαρξ, ό,τι η εξαγωγή κεφαλαίων είναι δυνατή όταν η επένδυση στο εξωτερικό εγγυάται μεσοπρόθεσμα ένα υψηλότερο ποσοστό κέρδους, ανεξάρτητα από την υπερσυσσώρευση του κεφαλαίου.53

Η ερευνά εξ άλλου του Κ. Busch (όπ. π.) δείχνει ό,τι οι διεθνείς κινήσεις κεφαλαίων αντίθετα με τη θεωρία της υπερσυσσώρευσης, είναι ιστορικά πολύ υψηλότερες στις περιόδους της οικονομικής ευημερίας, παρά στις περιόδους των κρίσεων, οι όποιες, ως γνωστόν, χαρακτηρίζονται πρώτα απ' όλα από μια υπερσυσσώρευση κεφαλαίου.

4.2. Η τάση εξίσωσης του ποσοστού κέρδους στην παγκόσμια αγορά και η «άνιση ανταλλαγή»

Όσα αναπτύξαμε στα προηγούμενα για την τροποποίηση της λειτουργίας του νόμου της αξίας στην παγκόσμια αγορά ανασκευάζουν επίσης και το θεωρητικό σχήμα της «άνισης ανταλλαγής» που εισήγαγε ο Εμμανουήλ.

Ο Εμμανουήλ προϋποθέτει, όπως ξέρουμε, ένα ενιαίο ποσοστό κέρδους, στην παγκόσμια αγορά. Όμως η τροποποιημένη λειτουργία του νόμου της αξίας στην παγκόσμια αγορά επιτρέπει να αναπαράγονται οι διαφορές στα ποσοστά κέρδους και στην παραγωγικότητα της εργασίας ανάμεσα στις διαφορετικές χώρες Πρώτα γιατί, καθώς τα διαφορετικά εθνικά κεφάλαια αντιπαρατίθενται σαν άμεσοι ανταγωνιστές στην παγκόσμια αγορά, ο τύπος του συναγωνισμού που διεξάγεται ανάμεσα τους προσλαμβάνει τα χαρακτηριστικά του ενδοκλαδικού συναγωνισμού, από τον οποίο, αντίθετα με την υπόθεση του Εμμανουήλ, δεν προκύπτουν κάποιες διεθνείς τιμές παραγωγής, οι όποιες και θα διαμεσολαβούσαν ένα ενιαίο παγκόσμιο ποσοστό κέρδους. Κατόπιν, η εξαφάνιση των πρόσθετων κερδών μέσα από τους συναλλαγματικούς μηχανισμούς, μειώνει την πίεση του συναγωνισμού και επιτρέπει να αναπαράγονται τα διαφορετικά εθνικά ποσοστά κέρδους.

Η υπόθεση του ενιαίου παγκόσμιου ποσοστού κέρδους θα προϋπόθετε ακόμα, μια πολύ μεγαλύτερη ροή κεφαλαίων από χώρα σε χώρα.54

Κυρίως όμως η υπόθεση του ενιαίου ποσοστού κέρδους στην παγκόσμια αγορά δεν μπορεί να δικαιολογηθεί με βάση τη συγκεκριμένη κατεύθυνση που διατηρούν καθ' όλη τη μεταπολεμική περίοδο οι διεθνείς κινήσεις κεφαλαίου: από την περιφέρεια προς το κέντρο και από τις ΗΠΑ προς τις άλλες βιομηχανικές χώρες. Αντίθετα, η ύπαρξη ενός ενιαίου ως προς την τάση του ποσοστού κέρδους στην παγκόσμια αγορά θα έπρεπε να συνδέεται με μια τέτοια κίνηση κεφαλαίων προς την περιφέρεια που θα εξάλειφε την υπανάπτυξη. Όπως σωστά παρατηρεί ο Κ. Busch εδώ εμφανίζεται το «παράδοξο του Εμμανουήλ»: «Ο Εμμανουήλ δεν μπορεί από τη μια να ισχυρίζεται ό,τι υπάρχει ένα διεθνές μέσο ποσοστό κέρδους και από την άλλη να συνάγει το πρόβλημα της υπανάπτυξης στον Τρίτο Κόσμο από την ύπαρξη ακριβώς αυτού του μέσου ποσοστού κέρδους».55

Ακόμα η θεωρία της άνισης ανταλλαγής προϋποθέτει ένα υπεραπλουστευτικό σχήμα για τη διεθνή ειδίκευση, στο οποίο συμμετέχουν δυο απόλυτα διακριτές ομάδες χωρών, που η κάθε μια παράγει εμπορεύματα μη ανταγωνιστικά για την άλλη. «Στην πραγματικότητα εισάγουν και εξάγουν οι αναπτυσσόμενες χώρες στις βιομηχανικές χώρες από τις βιομηχανικές χώρες, παρότι βέβαια σε διαφορετική έκταση, εμπορεύματα κάθε ταξινόμησης».56

Έτσι συνολικά η θεωρία της «άνισης ανταλλαγής», όχι μόνο αποκλίνει ριζικά από τη μαρξιστική θεωρία, όπως είχε την ευκαιρία να δείξει ο Σ. Μπετελέμ αλλά και άλλοι,57 αλλά προσφέρει και μια εντελώς διαστρεβλωμένη εικόνα των πραγματικών διαδικασιών που συνδέονται με τη διεθνοποίηση του κεφαλαίου.

Η ανασκευή όμως της θεωρίας του Εμμανουήλ σχετικά με το μέσο διεθνές ποσοστό κέρδους δεν σημαίνει και ό,τι απουσιάζουν ολοκληρωτικά οι διεθνείς διαδικασίες που κατατείνουν στην εξίσωση των ποσοστών κέρδους ανάμεσα στα διαφορετικά εθνικά κεφάλαια. Μόνο που οι διαδικασίες αυτές αφορούν σχεδόν αποκλειστικά τις αναπτυγμένες βιομηχανικές χώρες, ανάμεσα στις όποιες κυρίως εντοπίζονται οι διεθνείς κινήσεις κεφαλαίων, και εξελίσσονται μ' ένα σχετικά αργό ρυθμό, λόγω της τροποποίησης του νόμου της αξίας στην παγκόσμια αγορά.

Πράγματι, οι εξαγωγές κεφαλαίων από τη χώρα με την υψηλότερη παραγωγικότητα της εργασίας προς τη χώρα με τη χαμηλότερη παραγωγικότητα, έχει δύο ειδών αποτελέσματα. Από τη μια επιταχύνει τη διαδικασία συσσώρευσης στη χώρα που αποδέχεται τα ξένα κεφάλαια. Από την άλλη επιβραδύνει τους ρυθμούς της συσσώρευσης στη χώρα που εξάγει κεφάλαια. Παράλληλα με την επανεισαγωγή στη χώρα που εξάγει κεφάλαια ενός μέρους των κερδών που παράχθηκαν στο εξωτερικό, το μέσο ποσοστό κέρδους αυτής της (περισσότερο αναπτυγμένης) χώρας αυξάνει. Αντίθετα οι ταχύτεροι ρυθμοί συσσώρευσης στις βιομηχανικές χώρες που κυρίως εισάγουν κεφάλαια, αντανακλάται κατά κανόνα σε μια τάση για μείωση του μέσου ποσοστού κέρδους. 'Έτσι η διαφορά ανάμεσα στο μέσο Εθνικό ποσοστό κέρδους της περισσότερο αναπτυγμένης βιομηχανικής χώρας (συγκριτικά χαμηλότερο ποσοστό κέρδους) και στο μέσο εθνικό ποσοστό κέρδους της λιγότερο αναπτυγμένης βιομηχανικής χώρας (συγκριτικά υψηλότερο ποσοστό κέρδους) τείνει να μειωθεί.

Η ιστορική εξέλιξη μετά τον Β' Παγκόσμιο Πόλεμο επαληθεύει τις θεωρητικές διαπιστώσεις που μόλις εκθέσαμε. Παρότι εξακολουθεί να υφίσταται η διαφορά στην παραγωγικότητα της εργασίας και τα μέσα εθνικά ποσοστά κέρδους ανάμεσα στις ΗΠΑ και τα αλλά βιομηχανικά κέντρα (κυρίως Δυτ. Ευρώπη και Ιαπωνία), γινόμαστε εντούτοις μάρτυρες μιας διαδικασίας μέσα από την οποία οι διαφορές αυτές διαρκώς μειώνονται. Οι εξισωτικές αυτές διαδικασίες τροποποιούν το συσχετισμό των δυνάμεων ανάμεσα στα ιμπεριαλιστικά κέντρα, και οξύνουν τις ενδοϊμπεριαλιστικές αντιθέσεις, παρότι βέβαια δεν τίθεται ακόμα σε αμφισβήτηση η αμερικανική ηγεμονία στο δυτικό ιμπεριαλιστικό μπλοκ.

5. Συμπεράσματα

5.1. Ιμπεριαλισμός και διεθνής καταμερισμός εργασίας

Ο ιμπεριαλισμός, η κυριαρχία του μονοπωλιακού καπιταλισμού, συνυπάρχει αναγκαστικά με τη διεθνοποίηση της καπιταλιστικής παραγωγής που βασική έκφανση της είναι οι εξαγωγές κεφαλαίου. Αυτή η διεθνοποίηση του κεφαλαίου δεν σημαίνει ό,τι παύουν τα εθνικά κράτη να αποτελούν την κατ' εξοχήν βαθμίδα όπου συγκεφαλαιώνεται η ταξική εξουσία, ούτε ό,τι η πάλη των τάξεων παύει να διεξάγεται πρώτα απ' όλα στα πλαίσια του κάθε εθνικού κοινωνικού σχηματισμού. Η ιμπεριαλιστική διεθνοποίηση του κεφαλαίου σημαίνει ό,τι δημιουργείται μια νέου τύπου διαπλοκή ανάμεσα στους ξεχωριστούς κοινωνικούς σχηματισμούς. Διαμορφώνεται δηλαδή η παγκόσμια ιμπεριαλιστική αλυσίδα που οι κρίκοι της είναι ριζικά ετεροβαρείς, άνισα αναπτυγμένοι, και αναπτύσσονται με αργούς ρυθμούς.

Το σημαντικότερο αποτέλεσμα αυτών των ασύμμετρων διεθνών διαδικασιών είναι η διαμόρφωση μιας βαθιάς διαχωριστικής γραμμής, που πολώνει τους ιμπεριαλιστικούς από τους περιφερειακούς κοινωνικούς σχηματισμούς. Την πόλωση αυτή εντοπίζουν όπως είδαμε οι θεωρίες μητρόπολης - περιφέρειας, αλλά αδυνατούν να την προσεγγίσουν επιστημονικά.

Οι κύριοι παράγοντες που κρίνουν τη θέση κάθε κοινωνικού σχηματισμού στην παγκόσμια ιμπεριαλιστική αλυσίδα, δηλαδή τελικά τη θέση του σε σχέση με τη διαχωριστική γραμμή ιμπεριαλισμού - περιφέρειας, εντοπίζονται στο εσωτερικό κάθε κοινωνικού σχηματισμού, προκύπτουν δηλαδή από την εξέλιξη της πάλης των τάξεων σε κάθε χώρα. Η Ιμπεριαλιστική εξάρτηση προκύπτει σαν αποτέλεσμα των (εσωτερικών) σχέσεων κοινωνικής ταξικής εξουσίας καν υποδηλώνει ένα συγκεκριμένο τύπο συμμαχιών ανάμεσα στις κυρίαρχες τάξεις του περιφερειακού κοινωνικού σχηματισμού και στο ιμπεριαλιστικό κεφάλαιο. Η περιφερειακή κοινωνική δομή συνεπάγεται και συναρτάται έτσι μ' ένα συγκεκριμένο τόπο διασύνδεσης και ένταξης στην παγκόσμια αγορά και τις διεθνείς σχέσεις. Μέσα από αυτό τον τύπο διασύνδεσης, την εξάρτηση, το ιμπεριαλιστικό κεφάλαιο συμμετέχει άμεσα η (και) έμμεσα στην εκμετάλλευση των λαϊκών τάξεων της περιφέρειας, η ακόμα «λεηλατεί» την παραγωγή της, ενώ τα ιμπεριαλιστικά κράτη διεκδικούν μια πολιτική επιρροή (και) πάνω στην περιφέρεια.

Καθώς μάλιστα ο ιμπεριαλισμός και η εξάρτηση δεν αποτελούν οικονομικά φαινόμενα και μόνο, αλλά είναι ταυτόχρονα φαινόμενα πολιτικά και ιδεολογικά, είναι ακριβώς το πολιτικό στοιχείο ο αγώνας ανάμεσα στα Ιμπεριαλιστικά κράτη «για το ξαναμοίρασμα του κόσμου» που διασφαλίζει τη συνοχή και την αποτελεσματικότητα της ιμπεριαλιστικής κυριαρχίας. Ο ιμπεριαλισμός προϋποθέτει λοιπόν την κρατική εξουσία και τάση για επέκταση. Φυσικά αυτή η τάση για επέκταση, για αύξηση του χώρου της κρατικής κυριαρχίας, δεν είναι όρος ταυτόσημος με τον ιμπεριαλισμό. Πρόκειται για ένα στοιχείο σύμφυτο με την αστική κρατική εξουσία, που μάλιστα στην εποχή μας καθοδήγησε αρκετούς τοπικούς πολέμους ανάμεσα σε χώρες του Τρίτου Κόσμου. Η ιμπεριαλιστική πολιτική και επιθετικότητα δεν περιορίζεται αλλά επεκτείνεται πολύ πέρα απ' αυτές τις άμεσες τάσεις για επέκταση των ορίων της κρατικής κυριαρχίας, καθόσον πηγάζει από την ιμπεριαλιστική (κι όχι γενικά αποικιοκρατική) διεθνοποίηση του κεφαλαίου.58

Η σύγχρονη φάση του ιμπεριαλισμού, μετά τον Β' Παγκόσμιο Πόλεμο, χαρακτηρίζεται από μιαν άνευ προηγουμένου διεθνοποίηση του κεφαλαίου, κυρίως ανάμεσα στις ιμπεριαλιστικές χώρες. Η διεθνοποίηση αυτή δημιούργησε ένα ευρύτερο χώρο βιομηχανικών - ιμπεριαλιστικών χωρών (τη «Δύση») με σημαντικές διακρατικές διασυνδέσεις οικονομικού και πολιτικού χαρακτήρα. Όρος γι' αυτή τη διεθνοποίηση ήταν η μεταπολεμική ηγεμονία των ΗΠΑ πάνω στις άλλες ιμπεριαλιστικές χώρες.

Στο εσωτερικό λοιπόν των ιμπεριαλιστικών χωρών διαμορφώνονται κάποιες δευτερεύουσες διαχωριστικές γραμμές, η κύρια από τις οποίες διαφοροποιεί τις ΗΠΑ απ' όλες τις άλλες ιμπεριαλιστικές χώρες.59 Μια τέτοιου τύπου δευτερεύουσα διαχωριστική γραμμή μπορούμε νομίζω να εντοπίσουμε και στο χώρο της Ευρώπης, ανάμεσα στις νότιο - ευρωπαϊκές χώρες από τη μια και τη Γερμανία, Γαλλία, Αγγλία, Ιταλία και τις χώρες της κεντρικής και βόρειας Ευρώπης από την άλλη. Οι διαχωριστικές αυτές γραμμές υποδηλώνουν κάποιες σχέσεις ηγεμονίας και εξάρτησης που είναι όμως διαφορετικής υφής από ό,τι η εξάρτηση των περιφερειακών χωρών.59 «.

Η ανισομερή ανάπτυξη των ιμπεριαλιστικών χωρών, που συνδέεται με την τροποποιημένη λειτουργία του νόμου της αξίας στην παγκόσμια αγορά και τις διεθνείς κινήσεις κεφαλαίων, τείνει να γεφυρώσει τις διαφορές στην παραγωγικότητα της εργασίας (και στα ποσοστά του κέρδους) ανάμεσα στις βιομηχανικές - ιμπεριαλιστικές χώρες. Αυτή η διαδικασία δημιουργεί τους όρους για να αμφισβητηθεί η αμερικανική ηγεμονία.

Ήδη από τη δεκαετία του '60 οι ενδοϊμπεριαλιστικές θέσεις μπήκαν σε μια νέα φάση όξυνσης. Η «υπεριμπεριαλιστική» προσέγγιση των θεωριών μητρόποληςπεριφέρειας απέχει πολύ από την πραγματικότητα. 'Εκτός πραγματικότητας βρίσκονται όμως και εκείνες οι θεωρίες που διατείνονται ό,τι η αμερικανική ηγεμονία καταργείται ήδη, π.χ. από την ΕΟΚ.60

Η αμερικανική ηγεμονία μπορεί ακόμα να διατηρείται, όχι μόνο χάρη στην αδιαμφισβήτητη πολιτικοστρατιωτική υπεροχή του αμερικάνικου ιμπεριαλισμού σε σχέση με τις άλλες χώρες της Δύσης, αλλά και γιατί οι ΗΠΑ διατηρούν ακόμα, παρά τις εξισωτικές διαδικασίες της μεταπολεμικής περιόδου, την υψηλότερη παραγωγικότητα της εργασίας και τις πιο Ισχυρές βιομηχανικές μονάδες στα πλαίσια της παγκόσμιας αγοράς. Σύμφωνα με την ανάλυση του Κ. Busch (όπ.π.), η αμερικανική οικονομική υπεροχή διασφαλίζεται κυρίως χάρη στην υψηλότερη συγκέντρωση και συγκεντροποίηση του αμερικάνικου κεφαλαίου.

Παράλληλα οι μεταπολεμικές διεθνείς οικονομικές διαδικασίες, αν και όπως είπαμε λειτούργησαν εξισωτικά στο χώρο του κέντρου σε σχέση με την παραγωγικότητα της εργασίας, έτειναν εντούτοις να εμπεδώσουν ένα καταμερισμό εργασίας ανάμεσα στις βιομηχανικές χώρες, ο όποιος λειτουργεί σταθεροποιητικά για την αμερικανική ηγεμονία.

Συγκεκριμένα, η τροποποίηση του νόμου της αξίας στην παγκόσμια αγορά, μέσα από τους συναλλαγματικούς μηχανισμούς, έχει όπως είδαμε σαν αποτέλεσμα το να μειώνονται οι ανταγωνιστικές πιέσεις προς τη βιομηχανία της λιγότερο αναπτυγμένης ιμπεριαλιστικής χώρας. Όμως όλοι οι βιομηχανικοί κλάδοι της λιγότερο αναπτυγμένης χώρας δεν έχουν την ίδια παραγωγικότητα εργασίας. Οι λιγότερο αναπτυγμένοι κλάδοι αυτής της χώρας εξακολουθούν να βρίσκονται κάτω από μια μεγάλη εξωτερική πίεση παρά τους προστατευτικούς εθνικούς μηχανισμούς και τείνουν να συρρικνωθούν. Αντίθετα ο συναλλαγματικός προστατευτισμός διασφαλίζει στους περισσότερο αναπτυγμένους κλάδους της λιγότερο αναπτυγμένης βιομηχανικής χώρας, τους όρους για τη διεθνή τους επέκταση. (Αντίστοιχες παρατηρήσεις μπορούμε να κάνουμε και για την περισσότερο αναπτυγμένη βιομηχανική χώρα).

Δημιουργείται έτσι ανάμεσα στις ιμπεριαλιστικές χώρες μια τάση για ειδίκευση ανάλογη μ' αυτή που περιγράφει η θεωρία των «συγκριτικών πλεονεκτημάτων».61 Η ειδίκευση αυτή σταθεροποιεί την αμερικανική οικονομική ηγεμονία, γιατί οι ΗΠΑ υπερέχουν οικονομικά στους πιο νευραλγικούς βιομηχανικούς κλάδους (παράγωγα πετρελαίου, βιομηχανία μέσων παραγωγής και μεταφορικών μέσων, ηλεκτρονική και βιομηχανία ηλεκτρισμού. Αντίθετα η ευρωπαϊκή χημική βιομηχανία, η βιομηχανία τροφίμων και οι βασικές μεταλλουργικές βιομηχανίες της Ευρώπης είναι ανταγωνιστικές η υπερέχουν σε σύγκριση με τους αντίστοιχους βιομηχανικούς κλάδους των ΗΠΑ).

Η οικονομική πολιτική των λιγότερο αναπτυγμένων βιομηχανικών κρατών επιδιώκει βέβαια να ανασχέσει αυτή την τάση ειδίκευσης, να μετασχημάτισα τους όρους που διασφαλίζουν τα αμερικανικά «συγκριτικά πλεονεκτήματα». Στην Ευρώπη προκρίθηκαν έτσι, ως γνωστόν, με διάφορες μορφές, (η σημαντικότερη από τις όποιες είναι βέβαια η ΕΟΚ), οι διαδικασίες εμπορικής και οικονομικής συνεργασίας και ενοποίησης, ανάμεσα στα διαφορετικά κράτη. Η Ιαπωνία είναι αντίθετα γνωστή για την πολιτική της των υψηλών δασμών και για τους περιορισμούς που επιβάλλει στις επένδυσης ξένου κεφαλαίου.

Οι διαδικασίες που πιο πάνω σκιαγραφήσαμε αναφέρονται σχεδόν αποκλειστικά στις βιομηχανικές χώρες, στο ιμπεριαλιστικό μπλοκ. Αντίθετα η χαμηλή ανάπτυξη της κεφαλαιακής σχέσης και της παραγωγικότητας της εργασίας στις χώρες του Τρίτου Κόσμου, θέτει τη συντριπτική πλειοψηφία απ' αυτές στο περιθώριο των διαδικασιών διεθνοποίησης του κεφαλαίου. Οι συναλλαγματικοί μηχανισμοί (με όποια μορφή και ον λειτουργούν) παίζουν για την περιφέρεια ένα ελάχιστο ρόλο, καθότι δεν επαρκούν για να διασφαλίσουν τη διεθνή ανταγωνιστικότητα του εθνικού κεφαλαίου τους.

Η μικρή ενσωμάτωση μάλιστα των χωρών του Τρίτου Κόσμου στις διαδικασίες διεθνοποίησης που στα προηγούμενα κεφάλαια περιγράψαμε, (αλλά και στις αντίστοιχες διαδικασίες που συντελούνται στην ΕΣΣΔ και την ανατολική Ευρώπη, με τις οποίες βέβαια δεν ήταν δυνατόν να ασχοληθούμε εδώ), επιτρέπει στις χώρες αυτές να αλλάζουν ριζικά τον προσανατολισμό της εξωτερικής τους πολιτικής, να μεταπηδούν χωρίς ουσιαστικούς μετασχηματισμούς των κοινωνικών σχέσεων εξουσίας στο εσωτερικό τους από το χώρο επιρροής του αμερικάνικου Ιμπεριαλισμού στο στρατόπεδο των «αντιιμπεριαλιστικών χωρών», η ακόμα και στο χώρο επιρροής του «υπαρκτού σοσιαλισμού». Η περίπτωση της μέχρι πριν μιάμιση δεκαετία «αντιιμπεριαλιστικής» Αιγύπτου, αλλά και πιο πρόσφατα η περίπτωση του Ιράν, είναι ίσως οι πιο χαρακτηριστικές.

Βέβαια και μέσα στην περιφέρεια μπορούμε να εντοπίσουμε μια σειρά από δευτερεύουσες διαχωριστικές γραμμές, ανάλογες με εκείνες που δημιουργήθηκαν στο εσωτερικό του ιμπεριαλιστικού μπλοκ.

Ένα ιδιαίτερο υποσύνολο αποτελούν έτσι οι περιφερειακές χώρες στις όποιες ο εσωτερικός ταξικός συσχετισμός των δυνάμεων επέτρεψε μια μεγαλύτερη καπιταλιστική ανάπτυξη. Το κατά πόσο όμως η κυρίαρχη τάση σε αναφορά μ' αυτές τις χώρες είναι το να μετασχηματισθούν πράγματι σε «νέες βιομηχανικές χώρες» και να ενσωματωθούν στις διαδικασίες διεθνοποίησης του κεφαλαίου που αφορούν το Ιμπεριαλιστικό κέντρο, (γεγονός που θα μετασχηματίσει και τον πολιτικό τους ρόλο στην παγκόσμια ιμπεριαλιστική αλυσίδα), η αντίθετα, ο εσωτερικός ταξικός και πολιτικός συσχετισμός των δυνάμεων τείνει να τις «μπλοκάρει» στο σημερινό τους ρόλο, στην κορυφή των περιφερειακών κρατών, είναι ένα θέμα στο όποιο μόνο μια συγκεκριμένη ανάλυση μπορεί να απαντήσει.

5.2. Οι θεωρίες μητρόπολης - περιφέρειας και η ελληνική Αριστερά

Η εμβέλεια που απόκτησαν οι θεωρίες μητρόπολης - περιφέρειας στη Δύση σχετίζεται κατά πρώτο λόγο με τη θεωρητική συγκυρία που διαμορφώθηκε μετά τον πόλεμο στα πλαίσια της Αριστεράς και παράλληλα στη διεθνή πολιτική και οικονομική συγκυρία κατά τη μεταπολεμική περίοδο.

Οι θεωρίες μητρόπολης - περιφέρειας προσφέρουν κατ' αρχήν μια συνολική ερμηνεία για τον ιμπεριαλισμό και την εξάρτηση, που μοιάζει να ξεφεύγει από τα αδιέξοδα των κλασσικών προσεγγίσεων της πολιτικής οικονομίας και να καλύπτει τα κενά του σοβιετικού μαρξισμού. Οι ανεπάρκειες μάλιστα του σοβιετικού μαρξισμού και η αδυναμία του να προσεγγίσει τις μεταπολεμικές εξελίξεις μέσα από τη θεωρία για τον ανταγωνισμό σοσιαλισμού - ιμπεριαλισμού και μέσα από τις παραδοσιακές προσεγγίσεις για την εξάρτηση, προσέδωσαν ιδιαίτερο κύρος στα βασικά σχήματα των «τριτοκοσμικών» θεωριών. Η κρίση της Αριστεράς και του μαρξισμού έκανε εξ άλλου δυνατό το να νομιμοποιούνται σαν μαρξιστικές κάποιες ακραίες θεωρητικές προσεγγίσεις στα πλαίσια του ρεύματος μητρόπολης - περιφέρειας, όπως αυτές των Φράνκ και Βαλλερστάιν (βλ. θέσεις 4).

Παράλληλα, όπως έχει επανειλημμένα επισημανθεί,62 η διεθνής συγκυρία μετά τον Β' Παγκόσμιο Πόλεμο, που χαρακτηρίζεται από την απουσία επαναστατικών κινημάτων σε ευρεία κλίμακα στη Δύση, ευνοεί την ανάπτυξη των κάθε λογής θεωριών που παρουσιάζουν τη συγκυρία αυτή σαν νομοτελειακή και μόνιμη και διατείνονται ό,τι η αντίθεση κεφαλαίου - εργασίας έχει αμβλυνθεί (τουλάχιστον για όσο διάστημα διατηρούνται τα «αποικιακά υπερκέρδη»).

Σ' αυτό το ιδεολογικό πλαίσιο, που καθορίζεται από την κρίση της Αριστεράς και τη διεθνή συγκυρία, αναπτύχθηκαν και απόκτησαν διεθνή αναγνώριση οι θεωρίες μητρόπολης - περιφέρειας.

Στη χώρα μας υπήρξε όμως κι ένας ιδιαίτερα σημαντικός εσωτερικός όρος που διευκόλυνε την αποδοχή των θεωριών αυτών: Αναφερόμαστε στις θεωρίες για την εξάρτηση και τον ελληνικό καπιταλισμό τις όποιες επί δεκαετίες πρόβαλλε η παραδοσιακή Αριστερά.

Εδώ όμως πρέπει να κάνουμε μια παρένθεση: Από όσα προηγήθηκαν κυρίως στο πρώτο μέρος αυτής της μελέτης γίνεται προφανές ό,τι οι θεωρίες μητρόπολης - περιφέρειας κατατάσσουν την Ελλάδα στο χώρο του κέντρου. Ακόμα κι όταν δεν αναφέρονται ρητά στην Ελλάδα, οι θεωρίες αυτές υποδηλώνουν ρητά ό,τι στο κέντρο εντάσσονται σήμερα όλες οι χώρες του ΟΟΣΑ, οι «βιομηχανικές χώρες ελεύθερης αγοράς». Άλλωστε και με τα κριτήρια που προτείνουν οι θεωρίες μητρόπολης - περιφέρειας όπως π.χ. το επίπεδο των μισθών, την τάση διεύρυνσης της εσωτερικής αγοράς, την εσωτερική αποδιάρθρωση, ετερογένεια κλπ., η Ελλάδα θα κατατασσόταν στο χώρο της μητρόπολης. Όμως οι θεωρίες της παραδοσιακής Αριστεράς για την εξάρτηση και την περιορισμένη και στρεβλή ανάπτυξη,63 είχαν προετοιμάσει το έδαφος για να γίνει αποδεκτή η αντίστροφη θέση, ό,τι η Ελλάδα ανήκει στην περιφέρεια.

Δεν είναι λοιπόν τυχαίο το ό,τι όσοι αναφέρονται στις θεωρίες μητρόπολης - περιφέρειας για να υποστηρίξουν ό,τι η Ελλάδα ανήκει στην περιφέρεια, είναι υποχρεωμένοι να αγνοήσουν τις περισσότερες από τις θέσεις και τα αξιώματα των θεωριών αυτών (βλ. θέσεις 4) και να παραμείνουν στις αντιλήψεις και τα σχήματα της παραδοσιακής αριστερής ανάλυσης, για την οικονομική και τεχνολογική εξάρτηση, το ξένο κεφάλαιο, το μικρό βάρος της βιομηχανίας, μηχανοκατασκευών κλπ., για να θεμελιώσουν, υποτίθεται, τον περιφερειακό χαρακτήρα της χώρας.64

Βέβαια με βάση τα ίδια δεδομένα και κάποιες παρόμοιες θέσεις για τη στρεβλή και εξαρτημένη ανάπτυξη του ελληνικού καπιταλισμού (όπου και πάλι η εξάρτηση κι όχι η πάλη των τάξεων θεωρείται κινητήρια δύναμη της ιστορίας, βλ. Γ. Μηλιού, Τ. Μαστραντώνη θέσεις 2, όπ.π.) η παραδοσιακή Αριστερά θεωρεί σήμερα ό,τι η Ελλάδα δεν είναι μια χώρα της περιφέρειας, αλλά μια καπιταλιστική χώρα με μεσαία ανάπτυξη των παραγωγικών δυνάμεων και υψηλή ανάπτυξη των παραγωγικών σχέσεων (κρατικομονοπωλιακός καπιταλισμός).65

Εντούτοις, εδώ έχουμε να κάνουμε με μια σχετικά πρόσφατη θεωρητική εκτίμηση. Το Πρόγραμμα του 8ου Συνεδρίου του ΚΚΕ (1961), που ίσχυε μέχρι το 1973, υποστήριζε αντίθετα (σελ. 194): «Η Ελλάδα εξακολουθεί να παραμένει αγροτικό εξάρτημα των μεγάλων ιμπεριαλιστικών χωρών της Δύσης, πηγή πρώτων υλών και προμηθευτής ειδών διατροφής καθώς και φτηνής εργατικής δύναμης.

Η Ελλάδα είναι υποανάπτυκτη καπιταλιστική χώρα, βασικά αγροτική, με σχετική ανάπτυξη της βιομηχανίας, με ορισμένα μισοφεουδαρχικά υπολείμματα και με κύριο χαρακτηριστικό τη σημαντική εξάρτηση από το ιμπεριαλιστικό μονοπωλιακό κεφάλαιο».

Αυτές οι αντιλήψεις ζυμώθηκαν για ολόκληρες δεκαετίες μέσα στην Αριστερά και διατηρήθηκαν, ελάχιστα παραλλαγμένες, μέχρι και σήμερα, μέσα στις αυθόρμητες λαϊκές αριστερές ιδεολογίες.

Είναι χαρακτηριστικό ό,τι μετά τη μεταπολίτευση, όταν τα κόμματα της κομμουνιστικής Αριστεράς είχαν επίσημα προσανατολιστεί προς τη θεωρία της «μεσαίας ανάπτυξης», κάποιοι διανοούμενοι της «κομμουνιστικής ανανέωσης» ανέλαβαν να περισώσουν τη θεωρία της «υπανάπτυξης», στις πιο ακραίες της μάλιστα εκδοχές:

«Δεν απειλεί την Ελλάδα το τεχνοκρατικό τέρας - έγραψε το 1977 στον Πολίτη νο 11 η Άννα Φραγκουδάκη - καθώς δεν έχει βιομηχανία, καθώς δεν υπάρχει καθόλου παραγωγική οικονομική δραστηριότητα, καθώς το κεφάλαιο συμπεριφέρεται όπως πριν αιώνες στη δύση, τον καιρό της πρωταρχικής συσσώρευσης, επιδιώκοντας το μέγιστο άμεσο κέρδος και αδιαφορώντας για την επένδυση, καθώς το κράτος δεν τολμάει να κάνει ούτε ένα βήμα παρεμβατισμού, καθώς, με άλλα λόγια, τεχνοκρατική δεν μπορεί να είναι μια οικονομία που αποτελείται από την κερδοσκοπία των εμπορικών αντιπροσώπων και τις καταθέσεις στις ελβετικές τράπεζες», (σελ. 26).

Και οι Μ. Γεραλή, Τ. Μοροπούλου και Α. Μπαλτάς έγραφαν το 1981, φυσικά και πάλι στον Πολίτη (τεύχος 39, σελ. 14, 16, 22). «Η θέση της Ελλάδας στον παγκόσμιο καταμερισμό της εργασίας, ο χαρακτήρας του κυρίαρχου κεφαλαίου, οι σχέσεις που συναρθρώνουν τον κοινωνικό σχηματισμό και το είδος της ανάπτυξης που ακολουθήθηκε, διαμόρφωσαν μια κοινωνία, που συνέχεται από ένα πλέγμα μεταπρατικών σχέσεων σ' όλα τα επίπεδα. Αβέβαιες διαχωριστικές γραμμές ανάμεσα στις κοινωνικές τάξεις, άδηλοι πόροι, εμβάσματα, επαγγελματική πολυπραγμοσύνη, συγγένειες και κουμπαριές, δημιουργούν μια εικόνα κοινωνικής ασάφειας και σύγχυσης, συνυφαίνουν ένα δίχτυ σχέσεων όπου όλοι η σχεδόν όλοι διαπλέκονται και αλληλοστηρίζονται οικονομικά, ιδεολογικά, κοινωνικά. Αστοί, αγρότες, εργάτες και μικροαστοί, έμποροι, επιστήμονες, εργολάβοι και πολιτευτές, δεξιοί, αριστεροί και κεντρώοι, εργοδότες και εργαζόμενοι είναι μεταξύ τους φίλοι, γνωστοί, ξαδέρφια η κουμπάροι. Όλοι η σχεδόν όλοι κάνουν περισσότερες από μία δουλειές (!), όλοι η σχεδόν όλοι ξοδεύουν περισσότερα απ' όσο υποτίθεται πως κερδίζουν. Μέσα από μεσιτείες, προίκες, μίζες, κουμπαριές και λαδώματα το εθνικό εισόδημα ανακατανέμεται και μετά τη δεύτερη η τρίτη (!) απογευματινή δουλειά ατονούν η Εξαφανίζονται οι κοινωνικές διαφορές... Η ελληνική κοινωνία στο σύνολο της μοιάζει να αρνείται τις διαδικασίες μετάβασης προς την καπιταλιστική της εκλογίκευση... Η μεταπρατική ελληνική κοινωνία έχει δείξει από τα μέτωπα της 'Αλβανίας μέχρι το Πολυτεχνείο ό,τι είναι παράδοξα ικανή, όταν ξεπεραστούν κάποια όρια φιλότιμου και αξιοπρέπειας, να εκτρέφει η ίδια και να αναγνωρίζει την ανιδιοτέλεια και να ξεσηκώνεται σύσσωμη, με πάλι δυσδιάκριτες τις ταξικές διαφοροποιήσεις στα πλαίσια της, με πάλι λειτουργούσες τις φιλίες, τις συγγένειες και τις κουμπαριές, τραγουδώντας πάλι και χορεύοντας τους καημούς της, για να ανασάνει σ' ένα καινούργιο αγέρα, για να φτιάξει νέες σχέσεις και να ακολουθήσει νέα οράματα ζωής».

Ο αναγνώστης ας μου συγχωρήσει το μέγεθος των αποσπασμάτων που παράθεσα. Νομίζω όμως ό,τι τα αποσπάσματα αυτά βοηθούν να γίνει σαφές το ιδεολογικό κλίμα πάνω στο οποίο στηρίχθηκε και στηρίζεται ο ιδεολογικός λόγος του ΠΑΣΟΚ, που παρουσιάζει την Ελλάδα σαν χώρα της περιφέρειας. Και θα πρέπει εδώ να επισημάνουμε ό,τι οι απόψεις των «ανανεωτών» που μόλις παραθέσαμε, ξεπερνούν και τις πιο ακραίες διατυπώσεις ακόμα και του κυβερνητικού ΠΑΣΟΚ, περί προνομιούχων και μη προνομιούχων, ελλήνων και ξένων, μεσαζόντων και βιομηχάνων κλπ. Καμιά άλλη Αριστερά δεν οραματίστηκε με τόσο πάθος, όσο η μερίδα αυτή των «ανανεωτών», την κατάργηση των ταξικών διαφοροποιήσεων, μέσα στην κοινωνία του μονοπωλιακού καπιταλισμού.

Ο τριτοκοσμισμός και η αντίληψη ό,τι η Ελλάδα ανήκει στην καπιταλιστική περιφέρεια, δεν αποτελούν λοιπόν ούτε ένα ξένο σώμα μέσα στην ελληνική Αριστερά, ούτε μια ιδιόμορφη «πασοκική λαϊκίστικη» ιδεολογία. Αντίθετα πρόκειται για απόψεις που βρήκαν ένα ιδιαίτερα πρόσφορο έδαφος για να αναπτυχθούν, γιατί ακριβώς αποτελούν παραλλαγές των απόψεων που κυριαρχούν και μέσα στην κομμουνιστική Αριστερά.

Επίλογος

Τονίσαμε επανειλημμένα στο παρελθόν ό,τι οι θεωρίες μητρόπολης - περιφέρειας, αλλά και γενικότερα οι αριστερές θεωρίες της εξάρτησης, μπήκαν στη χώρα μας σε μια βαθειά κρίση, ιδίως μετά την ανάληψη της διακυβέρνησης από το ΠΑΣΟΚ. Η κρίση των ιδεολογιών αυτών, που κυρίως συνδέεται με το διεθνή ρόλο της χώρας και τη διαχείριση της κρατικής πολιτικής από το ΠΑΣΟΚ, δεν σημαίνει ό,τι μετασχηματίσθηκε και το Ιδεολογικό υπέδαφος πάνω στο όποιο οικοδομήθηκαν οι θεωρίες της εξάρτησης. Ούτε ακόμα σημαίνει ό,τι οι θεωρίες αυτές θα αποπεμφθούν από τον εσωτερικό λόγο των αριστερών κομμάτων. Απλά η 'Αριστερά, με πρωτοπορία το ΠΑΣΟΚ, δίνει εξετάσεις στη διαχείριση της (αστικής) πολιτικής εξουσίας και εξαναγκάζεται από τα πράγματα να μιλά, όλο και περισσότερο, τη γλώσσα αυτής της εξουσίας.



Υποσημειώσεις:

1. Βλ. επίσης και την κριτική του Ε. Laclau στη θεωρία του Α. Γκ. Φράνκ: Ε. Laclau Φεουδαλισμός και καπιταλισμός στη Λατινική Αμερική στη «Διεθνή Οικονομική», εκδ. Σύγχρονα θέματα, 1982.

2. Ο Σ. Αμίν γράφει για παράδειγμα: «η αναπτυγμένη οικονομία αποτελεί ένα ολοκληρωμένο σύνολο που χαρακτηρίζεται από μια πυκνή ροή εσωτερικών ανταλλαγών, ενώ η ροή των εξωτερικών ανταλλαγών... είναι περιθωριακή. Αντίθετα η υπανάπτυκτη οικονομία αποτελείται από μόρια που σχετικά παρατίθενται το ένα πλάι στο άλλο, δεν είναι ενσωματωμένα, ενώ η πυκνότητα των ροών των εξωτερικών ανταλλαγών... είναι πολύ μεγαλύτερη από την αντίστοιχη των εσωτερικών ανταλλαγών». Η άνιση ανάπτυξη, σελ. 235.

3. Βλ. όπ.π. σελ. 91.

4. «Αν τα εισοδήματα από το πετρέλαιο χρησιμοποιηθούν υπεύθυνα και λογικά, θα μπορέσουν να αλλάξουν ριζικά την οικονομία της Βενεζουέλας ακόμα και με καπιταλιστικό τρόπο... Το Μάρτη του 1974 ανέλαβε την εξουσία μια άλλη κυβέρνηση, που φαίνεται πως είναι τίμια και σοσιαλδημοκρατική, θα πρέπει λοιπόν να περιμένουμε να δούμε τη συγκεκριμένη οικονομική πολιτική της, πριν πούμε την τελική γνώμη μας», Κόρντοβα - Βιέρες, Βενεζουέλα: Μια υπανάπτυκτη χώρα. Στο Λατινική Αμερική: Φασισμός η Επανάσταση, Εξάντας 1975.

5. «Αν το μοντέλο της καπιταλιστικής ανάπτυξης οδηγεί σε εσωτερική διάσπαση και ανισότητα... θα ήταν λάθος να αφήσουμε στο κράτος και στις αστικές ομάδες την κυριαρχία πάνω στη σημαία του εθνικισμού» F. E.Caidoso, Abhängigkeit und Entwicklung in Lateinamerika, στο D. Senghaas Peripherer Kapitalismus.

6. Γιούρι Ποπόφ, οι αναπτυσσόμενες χώρες από τη σκοπιά της μαρξιστικής πολιτικής οικονομίας, Σύγχρονη Εποχή 1978, σελ. 116.

7. Ο J. Μ. Cypher σωστά επισημαίνει τον περιγραφικό και μη επιστημονικό χαρακτήρα του όρου εξάρτηση στις θεωρίες μητρόπολης - περιφέρειας. Στο Η σχολή της μηνιαίας επιθεώρησης, «Διεθνής Οικονομική» όπ. π. σελ. 335.

8. Κ. Busch, Die Multinationalen Konzerne. Zur Analyse der Weltmarktbewegung des Kapitals Ed. Suhrkamp 1974.

9. F. Fröbel, J. Heinrichs, O. Kreye, O. Sunkel, Die Internationalisierung von Kapital und Arbeitskraft, στο Ο. Kreye, Multinationale Konzerne, Hauser Verlag 1974.

10. Κ. Busch, όπ. π. σελ. 144 κ.ε.

11. «Στον Καναδά βρισκόταν το 1961 κάτω από αμερικανικό έλεγχο το 90% της αυτοκινητοβιομηχανίας, το 45% της χημικής βιομηχανίας, το 19% της σιδηροβιομηχανίας και χαλυβουργίας και το 64% της βιομηχανίας ηλεκτρικών συσκευών» Busch, όπ.π. σελ. 292.

12. «28 επιχειρήσεις συγκεντρώνουν το 62,7% των συνολικών πόρων, που διαθέτει για Ερευνά και ανάπτυξη η αμερικανική βιομηχανία» Κ. Busch όπ.π. σελ. 169.

13. «Το ποσοστό των διπλωμάτων ευρεσιτεχνίας που εκδίδονται από ξένες εταιρείες, συγκρινόμενο με το ποσοστό από τις ντόπιες, είναι το ίδιο υψηλό, η υψηλότερο, στον Καναδά και στο Βέλγιο όσο και στην Ινδία η τη Βραζιλία και το μέγεθος της τεχνολογικής «εξάρτησης» στη Δανία είναι ίσως το ίδιο με το μέγεθος, λόγου χάρη, της Κολομβίας ή της Taißav» J. Μ. Cypher όπ.π. σελ. 341.

14. Βλ. και Θέσεις 4 σελ. 44.

15. Βλ. και Σ. Μπετελέμ, «Θεωρητικές παρατηρήσεις» στο Α. Εμμανουήλ, Η άνιση ανταλλαγή, Παπαζήσεις 1978.

16. «Βραζιλία: Οι αντιφάσεις της συνεταιρικής ανάπτυξης», στο Λατινική Αμερική, Φασισμός η Επανάσταση, σελ. 59.

17. F. H. Cardoso, Das Brasilianische Entwicklungsmodell στο PROKLA 6, 1973.

18. K. Esser, Lateinamerika: Industrialisierungsstrategien und Entwicklung, Suhrkamp 1979, σελ. 90.

19. Busch όπ.π. σελ. 245.

20. Th. Hurtienne, Peripherer Kapitalismus und autozentrierte Entwicklung, στο PROKLA 44, 1981.21. «Εάν η αστική τάξη του καφέ στο Σάο Πάολο διατηρούσε πράγματι, ήδη πριν το 1930, την απόλυτη ηγεμονία πάνω στον κρατικό μηχανισμό και στη βραζιλιάνικη κοινωνία όπως υποστήριζα ο Senghaas και ορισμένοι βραζιλιάνοι συγγραφείς τότε σίγουρα η δυναμική της καπιταλιστικής συσσώρευσης δεν θα περιοριζόταν σε ορισμένες μόνο επαρχίες. Λόγω της ακαμψίας των επαρχιακών κοινωνικών δομών, καθώς απουσίαζαν τα διεπαρχιακά έργα υποδομής ενώ οι παραδοσιακές αγροτικές ολιγαρχίες διατηρούσαν μια σημαντική πολιτική και στρατιωτική δύναμη, υποχρεώθηκε η αστική τάξη του καφέ σε μια αντιφατική συμμαχία με αυτές τις τάξεις, στο επίπεδο του ομόσπονδου κράτους, για να πραγματοποιήσει τα οικονομικοπολιτικά της συμφέροντα ακόμη και σ' ό,τι άφορα την εξωτερική οικονομική πολιτική του κράτους... Η κύρια όψη της επαρχιακής υπανάπτυξης ήταν λοιπόν σύμφωνα με την άποψη μου όχι όπως υποστηρίζει ο Senghaas και ο Φράνκ ο υψηλός αλλά μάλλον ο μικρός βαθμός «εσωτερικής αποικιοποίησης» από την ηγεμονική βιομηχανία του Σάο - Πάολο». Hurtienne όπ.π. σελ. 126127.

22. «Σχεδόν όλοι οι επιχειρηματίες... και 90% των βιομηχανικών εργατών (στο Σάο Πάολο) ήταν μετανάστες (κατά 80% Ιταλοί) οι όποιοι με το know how που εισήγαγαν, έκαναν γρήγορα το Σάο Πάολο μια Μικρή Βόρεια Ιταλία» Hurtienne όπ.π.

23. Βλ. και Τζ. Πέτρας. Για μια θεωρία της βιομηχανικής ανάπτυξης του Τρίτου Κόσμου, Μηνιαία Επιθεώρηση 38, Αύγουστος 1983.

24. W. Hein, Zur politischen Ökokomie ölexportierender Länder, PROKLA 42 1981.

25. «Θα δούμε συχνά ό,τι το μεροκάματο, το βδομαδιάτικο κλπ. στο πρώτο έθνος είναι μεγαλύτερο απ' ό,τι στο δεύτερο, ενώ η σχετική τιμή της εργασίας, δηλαδή η τιμή της εργασίας σε σχέση τόσο με την υπεραξία όσο και με την αξία του προϊόντος, είναι στο δεύτερο έθνος μεγαλύτερη απ' ό,τι στο πρώτο» Κ. Marx, To Κεφάλαιο Ι, σελ. 578.

26. Είναι χαρακτηριστικό ό,τι από τις συνολικές επενδύσεις των ΗΠΑ στη Λατινική Αμερική το 1970, το 41% κατευθύνεται στις εξορυκτικές βιομηχανίες και μόνο 32% στη μεταποιητική βιομηχανία. Αντίθετα το 56% των αμερικανικών επενδύσεων στην Ευρώπη κατευθύνεται στη μεταποιητική βιομηχανία.

27. Το Κεφαλαίο Ι σελ. 667.

28. «Η ίδια η διανομή είναι ένα προϊόν της παραγωγής, όχι μόνο ως προς το αντικείμενο, ό,τι δηλαδή μπορούν να διανεμηθούν μόνο τα αποτελέσματα της παραγωγής, αλλά επίσης κι ως προς τη μορφή, ό,τι δηλαδή ένας συγκεκριμένος τρόπος συμμετοχής στην παραγωγή καθορίζει τις ιδιαίτερες μορφές της διανομής, τη μορφή της συμμετοχής στη διανομή. Η διάρθρωση της διανομής καθορίζεται ολοκληρωτικά από τη διάρθρωση της παραγωγής» Κ. Marx, Grundrisse σελ. 16.

29. Georgios Stamatis, Unreproduktive Arbeiten, Staatsausgaben, gesellschaftiche Reproduktion und Proßtabilitäldes Kapitals, στο PROKLA 28, 1977. 30. Οπ.π. σελ. 48-49.

31. Hurtienne όπ.π.

32. «Ο νέος ηγετικός τομέας της καπιταλιστικής οικονομικής ανάπτυξης, η βιομηχανία βαμβακιού, δημιουργήθηκε από την αρχή σαν βιομηχανία της παγκόσμιας αγοράς... 50-75% του προϊόντος εξαγόταν» όπ.π. σελ. 110.

33. «Στην Αγγλία η καθαρή παραγωγή αυξήθηκε στο διάστημα 18201840 κατά 40%, το ποσοστό εξαγωγών κατά 60% ενώ το σύνολο των μισθών αυξήθηκε κατά 5%» όπ.π. σελ. 113. «Το 77% των εργατών της κλωστοϋφαντουργίας ήταν το 1838 γυναίκες και παιδιά που «απασχολούνταν» με τον ελάχιστο μισθό (γυναίκες 1 3, παιδιά 1 4 του ανδρικού μισθού) σε μια εργάσιμη μέρα που έφθανε μέχρι τις 16 ώρες και μια βδομάδα 8 ήμερων» όπ.π. σελ. 114.

34. «Το μέσο επίπεδο του μισθού στη Γερμανία ήταν το 50% του αγγλικού το 1860 και αυξήθηκε μέχρι το 1905 στο 65% και το 1913 στο 80%».(σελ. 121). «Στο τέλος του 19ου αιώνα υπήρχαν (στη Γερμανία) τεράστιες διαφορές στο επίπεδο του μισθού μεταξύ αλλά και στο εσωτερικό των οικονομικών τομέων και των βιομηχανικών κλάδων (περίπου 1:3) και μια μεγάλη διαφορά κατά περιοχές (Αμβούργο Αν. Πρωσία 1:4) που ως επί το πλείστον οξύνθηκε ακόμα περισσότερο με την ί.Εί.λιΕη trie Ακβιουπνάνισπο) όπ.π. σελ. 123.

35. Έτσι ο Λένιν έγραφε: «Ο ιμπεριαλισμός είναι ο καπιταλισμός στο στάδιο εκείνο της ανάπτυξης του, στο όποιο έχει διαμορφωθεί η κυριαρχία των μονοπωλίων και του χρηματιστικού κεφαλαίου, έχει αποκτήσει εξαιρετική σημασία η εξαγωγή κεφαλαίου, έχει αρχίσει το μοίρασμα του κόσμου από τα διεθνή τραστ και έχει τελειώσει το μοίρασμα όλων των εδαφών της γης από τις μεγαλύτερες καπιταλιστικές χώρες», Ο ιμπεριαλισμός, θεμέλιο, 1964 σελ. 110.

36. «Το ουσιαστικό για τον ιμπεριαλισμό είναι ο ανταγωνισμός μερικών μεγάλων δυνάμεων που τείνουν στην ηγεμονία» οπ.π. σελ. 112.

37. Βλ. Λένιν, οπ.π. σελ. 147.

38. «Ο ιμπεριαλισμός έχει την τάση να ξεχωρίζει και ανάμεσα στους εργάτες προνομιούχες κατηγορίες και να τους αποσπά από την πλατιά μάζα του προλεταριάτου» οπ.π. σελ. 131. «Στον εμφύλιο πόλεμο ενάντια στην αστική τάξη θα πάνε αναπόφευκτα, και όχι σε μικρό αριθμό, με το μέρος των «βερσαλλιέρων» ενάντια στους κομμουνάρους» (σελ. 15).

39. A.B. Palios Some problems in the classical marxist theories of imperialism (διδακτορική διατριβή).

40. «Η παγκόσμια οικονομία ανήκει στο είδος της εν γένει οικονομικής κοινωνικής δομής» Ν. Bukharin, Imperialism and World Economy.

41. «Το τίμημα αυτής της (ιμπεριαλιστικής) πολιτικής δεν το πληρώνουν ο (εργάτες της ηπειρωτικής Ευρώπης, ούτε οι εργάτες της Αγγλίας, αλλά οι μικροί άνθρωποι των αποικιών. Είναι στις αποικίες που συγκευρώνεται όλο το αίμα κι η βρωμιά, όλος ο τρόμος κι η ντροπή του καπιταλισμού. Οι ευρωπαίοι εργάτες είναι, αν κοιτάξουμε τα πράγματα απ' αυτή την οπτική γωνία, οι ωφελημένοι, γιατί οι μισθοί τους αυξάνουν λόγω της «βιομηχανικής ευημερίας» όπ.π. σελ. 164

42. Ν. Bucharin, Die kapitalistische Stabilisierung und die proletarische Revolution, EKKIMoskau 1926. σελ. 31.

43. Βλ. Α. Εμμανουήλ όπ. π. και J. Ο. Andelson, Κριτική στη θεωρία του Α. Εμμανουήλ στη Διεθνή Πολιτική σελ. 352.

44. Βλ. Ν. Πουλαντζά, Οι τάζεις στο σύγχρονο καπιταλισμό, θεμέλιο 1981.

45. «Το γεγονός ό,τι υπάρχουν μέσα εργασίας που είναι δεμένα τοπικά, ριζωμένα ατή γη, αναθέτει σ' αυτό το μέρος του παγίου κεφαλαίου, gvav ειδικό ρόλο στην οικονομία των εθνών. Λεν μπορούν να σταλούν στο εξωτερικό, δεν μπορούν να κυκλοφορήσουν σαν εμπορεύματα στην παγκόσμια αγορά. Μπορούν ν' αλλάξουν χέρια οι τίτλοι ιδιοκτησίας πάνω σ' αυτό το πάγιο κεφάλαιο, μπορεί το πάγιο κεφάλαιο να αγοράζεται και να πουλιέται κι έτσι να κυκλοφορεί ιδεατά. Αυτοί οι τίτλοι ιδιοκτησίας μπορούν μάλιστα να κυκλοφορούν και σε ξένες αγορές λ.χ. με τη μορφή μετοχών. Όμως, η αλλαγή των προσώπων, που είναι ιδιοκτήτες αυτού του είδους του παγίου κεφαλαίου, δεν αλλάζει τη σχέση του στάσιμου, του υλικά δεμένου πλούτου μιας χώρας προς το κινητό μέρος του». Κ.Μάρξ, Το Κεφάλαιο, σελ. 159.

46. Chrislel Neusüss, Imperialismus und Weltmarktbewegung des Kapitals, Erlangen 1972 σελ 150.

47. Busch όπ. π. σελ. 37-38.

48. «Επειδή oι διαφορετικοί βιομηχανικοί κλάδοι των διαφορετικών χωρών βρίσκονται αντιμέτωποι σαν άμεσοι ανταγωνιστές, συνεπάγεται αυτός ο ανταγωνισμός το να διαμορφώνονται διεθνείς αγοραίες αξίες και συνεπώς δημιουργεί διαφοροποιημένα ποσοστά κέρδους για τους μεμονωμένους κλάδους των διαφορετικά αναπτυγμένων εθνών. Επομένως προσιδιάζει η μορφή του ανταγωνισμού των ποσοστών κέρδους ανάμεσα στα διαφορετικά έθνη κυρίως τον ενδοκλαδικό παρά με τον διακλαδικό ανταγωνισμό» Busch όπ. π. σελ. 59.

49. Κατ' αναλογία αυτού που συμβαίνει στην εσωτερική αγορά, όπου η σε κοινωνικό επίπεδο καθορισμένη άξια ενός εμπορεύματος διαφέρει απ' την τυχούσα «ατομική» αξία του.

50. Ε. Mandel, Der Srätkapitalismus, Frankfurt/M 1972.

51. «Σε κάθε χώρα υπάρχει μια ορισμένη μέση εντατικότητα της εργασίας... Η μέση εντατικότητα της εργασίας διαφέρει από χώρα σε χώρα, στη μια είναι μεγαλύτερη στην άλλη μικρότερη. Αυτοί οι εθνικοί μέσοι όροι σχηματίζουν επομένως μια κλίμακα, που έχει για μονάδα μέτρου της τη μέση μονάδα της παγκόσμιας εργασίας... Επομένως οι διάφορες ποσότητες εμπορευμάτων του ίδιου είδους που σε διάφορες χώρες παράγοντα στον ίδιο χρόνο εργασίας, έχουν άνισες διεθνείς αξίες» Κ. Μάρξ, Το Κεφάλαιο Ι σελ. 578.

52. Ε. Mandel όπ. π., Ρ. Boccara, Der Staatsmonopolistische Kapitalismus, Berlin (Ost) 1972.

53. «Av στέλνεται κεφάλαιο στο εξωτερικό αυτό γίνεται... γιατί μπορεί να απασχοληθεί στο εξωτερικό με μεγαλύτερο ποσοστό κέρδους» Κ. Μαρξ, Το κεφάλαιο III σελ. 324.

54. «Κατά μέσο όρο στα χρόνια 1960 1965 οι αμερικανικές επενδύσεις στο εξωτερικό έφθασαν το 3,5% των επενδύσεων που έγιναν μέσα στη χώρα» Busch όπ. π. σελ. 63.

55. Κ. Busch, Ungleicher Tausch - zur Diskussion über internationale Durchschnittsprofltrate, umgleichen Tausch und Komparative Kostentheorie anhand der Thesen von Arghiri Emmanuel, PROKLA 8/9, 1973., σελ. 63.

56. όπ. π. σελ. 70.

58. βλ. και Ν. Μπουχάριν, Οι οικονομικές ρίζες του ιμπεριαλισμού στις Θέσεις 3.

59α. Βλ. και Γ. Μαύρη, Θ. Τσεκούρα, Το ξένο κεφάλαιο και η ανάπτυξη του ελληνικού καπιταλισμού, στις Θέσεις νο 2.

62. π.χ. Ch. Neusüss, Der Imperialismus... όπ. π.

63. Βλ. και Γ. Μηλιού, Τ. Μαστραντώνη, «Η θεωρία. ..» Θέσεις τ. 2.

64. Βέβαια υπάρχει και μια άλλη μέθοδος; Να κακοποιηθούν τα δεδομένα του ελληνικού καπιταλισμού για να χωρέσει η Ελλάδα στο προκρούστιο μοντέλο της περιφέρειας. Τη μέθοδο αυτή ακολουθεί κυρίως ο Ν. Μουζέλης (Νεοελληνική κοινωνία, όψεις υπανάπτυξης έκδ. Εξάντας) ο όποιος ισχυρίζεται ό,τι στην Ελλάδα «ο τεχνολογικά προηγμένος βιομηχανικός τομέας παίρνει τυπικά μια μορφή εγκλωβισμένου χώρου» και «συνδέεται αρνητικά με την υπόλοιπη οικονομία και κοινωνία». (Για μια κριτική αυτών των απόψεων βλ. Γ. Μηλιός «Ελληνική κοινωνία, ο μύθος, της υπανάπτυξης», Αγώνας 7.

Την ίδια μέθοδο επιχειρεί να ακολουθήσει και ο Κ. Βεργόπουλος με ακόμη λιγότερη επιτυχία. Ο Κ.Β. δηλώνει πως δεν είναι η παραγωγή αλλά «το κράτος με την ευρεία έννοια... είναι ο προνομιακός χώρος στον όποιο εκτρέφεται και αναπτύσσεται η άρχουσα τάξη στην Ελλάδα..». (Ο περιφερειακός καπιταλισμός στην Ελλάδα, άρθρο στο: Μετάβαση στο σοσιαλισμό, Αλέτρι 1981). Η προσέγγιση όμως αυτή «υπερβαίνει» το ΠΑΣΟΚ. Ο Α. Τρίτσης χαρακτηριστικά θα πει: «Κινδυνεύουμε να πιστεύουμε ό,τι είναι δυνατό να καταργήσουμε την αστική τάξη με διοικητικά μέτρα, αφού με διοικητικά μέτρα γεννιέται. Αυτό μπορεί να αποπροσανατολίσει το Κίνημα» όπ. π. σελ. 176.

65. Βλ, π.χ. Γ. Σαμαρά, Κράτος και κεφάλαιο στην Ελλάδα, Σύγχ. Εποχή 1982.

 
< Προηγ.   Επόμ. >
Θέσεις, τριμηνιαία επιθεώρηση, 37ο έτος (1982-2019), εκδόσεις Νήσος, (Σαρρή 14, 10553, Αθήνα, τηλ-fax: 210-3250058)
Το περιεχόμενο διατίθεται ελεύθερα για μη εμπορικούς σκοπούς, υπό τον όρο της παραπομπής στην αρχική του πηγή