Η Σμιθιανή θεωρία της αξίας και οι αντιφάσεις της Εκτύπωση
Τεύχος 70, περίοδος: Ιανουάριος - Μάρτιος 2000


Η ΣΜΙΘΙΑΝΗ ΘΕΩΡΙΑ ΤΗΣ ΑΞΙΑΣ ΚΑΙ ΟΙ ΑΝΤΙΦΑΣΕΙΣ ΤΗΣ [1]
του Γιάννη Μηλιού

Ο Adam Smith θεωρείται από όλες τις σύγχρονες Σχολές οικονομικής θεωρίας ως ο «πατέρας» της Οικονομικής επιστήμης. Με άλλη διατύπωση, η Έρευνα για τη φύση και τις αιτίες του Πλούτου των Εθνών(ή συντομότερα ο Πλούτος των Εθνών) θεωρείται ως η καταστατική πράξη ίδρυσης της Πολιτικής Οικονομίας ως αυτοτελούς κλάδου θεωρητικής γνώσης.

Πραγματικά, αν κάθε επιστήμη ή επιστημονική περιοχή [2] ορίζεται σε συνάρτηση με (α) το αντικείμενο μελέτης της και (β) το σύστημα εννοιών, σε αναφορά με το οποίο προσεγγίζει και μελετά το αντικείμενό της, τότε ο Adam Smith έβαλε πρώτος τέλος σε μια μακρά παράδοση, από τη μια ηθικών και κανονιστικών προσεγγίσεων (όπως εκείνες της αρχαιότητας και του μεσαίωνα), και από την άλλη θεωρητικά «κυκλικών»-ταυτολογικών θεωρήσεων της «οικονομίας», οι οποίες όριζαν --και ορίζουν-- το ζητούμενο δια του ζητουμένου (π.χ. σε ένα «διτομεακό μοντέλο οικονομίας», την τιμή των σιτηρών δια της τιμής του χάλυβα και των σιτηρών και την τιμή του χάλυβα δια της τιμής των σιτηρών και του χάλυβα). Στο έργο αυτό ο Smith θεώρησε ότι η Οικονομία (το θεωρητικό αντικείμενο της Πολιτικής Οικονομίας) χαρακτηρίζεται από τα ακόλουθα στοιχεία:

α) Έχει ως φορείς της τους μεταξύ τους ανεξάρτητους κατόχους εμπορευμάτων, δηλαδή είναι οικονομία των ανεξάρτητων εμπορευματοκατόχων και της γενικευμένης ανταλλαγής εμπορευμάτων μεταξύ αυτών. Στα εμπορεύματα συγκαταλέγεται και η «εργασία», την οποία ο κάθε εργάτης πωλεί στον εργοδότη του, ο οποίος είναι κάτοχος των μέσων παραγωγής (ή του «αποθέματος», όπως το ονομάζει ο Smith), που είναι απαραίτητα για την παραγωγή συγκεκριμένων κατά περίπτωση εμπορευμάτων. Συνακόλουθα η οικονομία βασίζεται στον καταμερισμό εργασίαςκαι στην αγορά, αφού κάθε εμπορευματοκάτοχος ανταλλάσσει το συγκεκριμένο εμπόρευμα που κατέχει (και το οποίο για τον ίδιο δεν έχει κάποια χρηστική αξία, διότι αυτός το κατέχει σε ποσότητα που υπερβαίνει τις ανάγκες του), με τα εμπορεύματα των άλλων εμπορευματοκατόχων, τα οποία χρειάζεται για να ικανοποιήσει τις ανάγκες του.

β) Τα εμπορεύματα είναι προϊόντα εργασίαςκαι η αξίατους είναι ανάλογη προς την ποσότητα εργασίας που απαιτήθηκε για την παραγωγή τους, ή αντιστοιχεί στην ποσότητα «εργασίας» άλλων ανθρώπων, (μισθωτών εργατών), την οποία η αξία αυτή μπορεί να αγοράσει (ή «να ελέγξει»: «to command», όπως λέει ο Smith).

Με τον τρόπο αυτό ο Smith πρώτος απαντάει στο θεμελιώδες θεωρητικό πρόβλημα «τι είναι η οικονομία», στην ειδική μορφή υπό την οποία αυτό τίθεται για την «οικονομία της αγοράς»: τι είναι οι τιμές, ή, με άλλη διατύπωση, τι καθιστά τα «αγαθά» (χρήσιμα αντικείμενα ή υπηρεσίες), που από την άποψη των φυσικών χαρακτηριστικών τους αλλά και της ιδιαίτερης χρησιμότητάς τους είναι τόσο διαφορετικά, οικονομικώς σύμμετρα, δηλαδή (σε οικονομικό επίπεδο) ποιοτικώς ισοδύναμα, πράγμα που επιτρέπει την ποσοτική τους αντιστοίχηση: χ μονάδες του εμπορεύματος Α ισοδυναμούν (είναι ίσης αξίας και ανταλλάσσονται με) ψ μονάδες του εμπορεύματος Β.

Η απάντηση που δίνει ο Adam Smith είναι πως η εργασίααποτελεί τη σχέση συμμετρίας (ποιοτικής ισοδυναμίας) των εμπορευμάτων: «H εργασία είναι το πραγματικό μέτρο της ανταλλάξιμης αξίας όλων των εμπορευμάτων» (Smith, I.v.1) «Επομένως, η εργασία από μόνη της, δεν είναι μεταβαλλόμενης αξίας, είναι απλά το τελικό και πραγματικό πρότυπο (standard) μέσω του οποίου μπορούν να εκτιμηθούν και να συγκριθούν οι αξίες όλων των εμπορευμάτων σε οποιαδήποτε εποχή και τόπο. Η εργασία είναι η πραγματική τους τιμή, το χρήμα είναι μόνο η ονομαστική τους τιμή» (Smith, I.v.7).

Η ανάλυση του Smith αποτελεί, λοιπόν, μια θεωρία της εργασιακής αξίας. Ως αντικείμενο της Πολιτικής Οικονομίας αναδεικνύεται η ρυθμιζόμενη από την εργασία αξία, η παραγωγή και διανομή αυτής της εργασιακής αξίας, σε μια κοινωνία γενικευμένης εμπορευματοπαραγωγήςΗ θεωρία του Smith συνδέεται επομένως με σχέσεις μεγαλύτερης ή μικρότερης συγγένειας με τις μετέπειτα θεωρίες της εργασιακής αξίας(όπως π.χ. η ρικαρδιανή ή η μαρξική), και αποκλίνει, σε ό,τι αφορά τις θεωρητικές αρχές σύστασής της (και την απάντηση που δίνει στο θεμελιώδες θεωρητικό ερώτημα του «τι είναι η οικονομία», ή «τι είναι οι τιμές» σε μια οικονομία της αγοράς), από τα θεωρητικά εκείνα ρεύματα που απορρίπτουν κάθε έννοια της εργασιακής αξίας.

Αν επομένως πάρει κανείς στα σοβαρά όσα γράφει ο Adam Smith για την «οικονομία της αγοράς», τότε είναι αδύνατο να θεωρήσει όλες τις μετέπειτα Σχολές οικονομικής θεωρίας ως μια απλή «μετεξέλιξη» ή «ανάπτυξη» της σμιθιανής ανάλυσης. Όσο και αν οι θεωρητικές αντιφάσεις που εντοπίζονται στον Πλούτο των Εθνώνμπορεί να επιτρέπουν κάτι τέτοιο, μέσα από την εκλεκτικιστική χρήση του κειμένου (με την επιλογή αποσπασμάτων και την αποσιώπηση άλλων), εντούτοις είναι προφανές, για παράδειγμα, ότι η σύγχρονη Νεοκλασική θεωρία αποκλίνει ρητά από το σμιθιανό θεωρητικό σύστημα, καθώς αντιλαμβάνεται τη χρησιμότητα(την αξία χρήσης) ως την αφετηρία από την οποία απορρέει η σχέση συμμετρίας (ποιοτικής ισοδυναμίας) των εμπορευμάτων. Συνάγει έτσι η Νεοκλασική θεωρία την ανταλλακτική αξία από τη χρησιμότητα (την αξία χρήσης) των εμπορευμάτων, υποστηρίζοντας ότι η πρώτη (η «οριακή χρησιμότητα», ή η αξία χρήσηςτης τελευταίας μονάδας ενός «αγαθού» που προμηθεύεται ο καταναλωτής) «παράγει»τη δεύτερη (την ανταλλακτική αξία).

Αντίθετα, στο σμιθιανό σύστημα η ανταλλακτική αξία, ως αντικείμενο μελέτης της Πολιτικής Οικονομίας («να διερευνήσουμε τις αρχές που ρυθμίζουν την ανταλλάξιμη αξία των εμπορευμάτων» -- Smith, I.iv.14), δεν ρυθμίζεται κατά κανένα τρόπο από τη χρησιμότητα: «Θα πρέπει να παρατηρήσουμε ότι η λέξη ΑΞΙΑ έχει δύο διαφορετικές σημασίες και μερικές φορές εκφράζει τη χρησιμότητα (utility) κάποιου συγκεκριμένου αντικειμένου και κάποιες άλλες τη δυνατότητα αγοράς άλλων αγαθών την οποία επιτρέπει η κατοχή αυτού του αντικειμένου. Η πρώτη θα μπορούσε να ονομαστεί "αξία χρήσης", η δεύτερη "αξία ανταλλαγής". Πράγματα που έχουν τη μεγαλύτερη αξία χρήσης έχουν συχνά μικρή ή καμιά αξία ανταλλαγής, και αντιθέτως, αυτά που έχουν τη μεγαλύτερη αξία ανταλλαγής έχουν συχνά μικρή ή καμιά αξία χρήσης. Τίποτα δεν είναι πιο χρήσιμο απ' ό,τι το νερό: αλλά μ' αυτό ελάχιστα πράγματα μπορούμε να αγοράσουμε, με ελάχιστα πράγματα μπορούμε να το ανταλλάξουμε» (Smith, I.iv.13).

Παρότι ο Smith δεν εγκαταλείπει ούτε μια στιγμή στο έργο του την ιδέα ότι η εργασία αποτελεί τη ρυθμιστική αρχή από την οποία απορρέουν οι σχέσεις ανταλλαγής των εμπορευμάτων στην αγορά, εντούτοις, όπως ήδη υπαινιχθήκαμε, αντιλαμβάνεται την αξία ενός εμπορεύματος με ένα τρόπο αμφίσημο, άλλοτε σε αναφορά με τη «δαπανώμενη» εργασία για την παραγωγή του εμπορεύματος και άλλοτε σε αναφορά με την «αγοραζόμενη» (τη δυνάμενη να «αγοραστεί») μισθωτή «εργασία» από τον κάτοχο αυτού του εμπορεύματος.

Στην πρώτη εκδοχή, η αξία (η «φυσική τιμή», όπως την αποκαλεί ο Smith) ενός εμπορεύματος καθορίζεται από το χρόνο εργασίας που απαιτήθηκε για την παραγωγή του, συμπεριλαμβανομένου και του χρόνου παραγωγής των πρώτων υλών, εργαλείων και λοιπών στοιχείων του υλικού κεφαλαίου που αναλώθηκαν κατά την εξεταζόμενη διαδικασία παραγωγής. [3] Σύμφωνα με τη γραμμή αυτή σκέψης, ο εργάτης παράγει ολόκληρη τη νέα αξία που προστίθεται στην ήδη υπάρχουσα αξία των στοιχείων του υλικού κεφαλαίου που αναλώνονται (φθείρονται) κατά την παραγωγή. Εντούτοις ο εργάτης δεν αμείβεται με το σύνολο της αξίας που παράγει, αλλά με ένα μόνο τμήμα της, το μισθό της εργασίας. Ο ιδιοκτήτης του «αποθέματος», των μέσων παραγωγής που χρησιμοποίησε ο εργάτης, δηλαδή ο επιχειρηματίας-καπιταλιστής, καρπώνεται (ή με άλλη διατύπωση «παρακρατεί»), ένα μέρος αυτής της αξίας, λόγω ακριβώς της ιδιοκτησίας που κατέχει στα μέσα παραγωγής, χωρίς τη χρήση των οποίων θα ήταν αδύνατη η παραγωγή. Το μέρος αυτό της παραχθείσας από τον εργάτη αξίας, το οποίο «παρακρατεί» ο καπιταλιστής αποτελεί την ιδιαίτερη κατηγορία εισοδήματός του, το κέρδος. [4] Αντίστοιχα, ένα τμήμα της αξίας του εμπορεύματος «παρακρατεί» ως (γαιο)πρόσοσδο και ο γαιοκτήμονας, στην έγγεια ιδιοκτησία του οποίου λειτουργεί η επιχείρηση του καπιταλιστή και παράγεται η αξία από τον εργάτη. [5]

Μισθός, κέρδος και πρόσοδος αποτελούν επομένως τις τρεις διακριτές κατηγορίες εισοδημάτων στις οποίες διανέμεταιη παραγόμενη από τον εργάτη αξία. Με άλλη διατύπωση, η αξία αποτελεί το εννοιολογικά πρωτεύον μέγεθος, από την οποία απορρέουν τα εισοδήματα, που αποτελούν τα εννοιολογικά δευτερεύοντα-παραγόμενα μεγέθη. Ανάλογα με την κατηγορία εισοδήματος που αποκομίζουν (δηλαδή τελικά ανάλογα με τη θέση τους στην παραγωγική διαδικασία), τα μέλη της κοινωνίας κατανέμονται σε τρεις κοινωνικές τάξεις: τους εργάτες (που απολαμβάνουν ως εισόδημα το μισθό), τους καπιταλιστές (που αποκομίζουν κέρδος) και τους γαιοκτήμονες (που το εισόδημά τους είναι η γαιοπρόσοδος). [6]

Στη δεύτερη εκδοχήο Smith θεωρεί ότι η αξία ενός εμπορεύματος εκφράζει την ικανότητά του να «αγοράσει» ή να «ελέγξει» μισθωτή εργασία, και καταλήγει στο συμπέρασμα ότι παύει να ισχύει η αρχή της ανταλλαγής ίσων ποσοτήτων δαπανώμενης εργασίας. [7] Για να προσδιορίσει τώρα την αξία ενός εμπορεύματος θεωρεί τα εισοδήματαως τα εννοιολογικά πρωτεύοντα μεγέθη, από τα οποία προκύπτει αθροιστικά η αξία, ως, επομένως, το εννοιολογικά παραγόμενο-δευτερεύον μέγεθος. Η αξία θεωρείται δηλαδή τώρα ότι προκύπτει ως άθροισμα των «φυσικών» εισοδημάτων (δηλαδή των εισοδημάτων που το καθένα απορρέει από συγκεκριμένες ενδοφυείς κανονικότητες, ή νόμους): ως άθροισμα του φυσικού μισθού, του φυσικού κέρδους, της φυσικής προσόδου. [8] Η προσέγγιση αυτή ανοίγει το δρόμο για την έννοια των «συντελεστών παραγωγής», την οποία εισήγαγε ο J.-B. Say (1767-1832) και υιοθέτησαν και άλλοι οικονομολόγοι της κλασικής εποχής της Πολιτικής Οικονομίας, και η οποία αποτέλεσε αργότερα συστατική θεωρητική θέση της Νεοκλασικής θεωρίας.

Στη δεύτερη αυτή εκδοχή πρέπει να προσδιοριστούν οι «νόμοι» που καθορίζουν το ύψος καθεμιάς από τις τρεις συνιστώσες της αξίας. Εδώ ο Smith δεν μπορεί να δώσει μια λογικά συνεκτική απάντηση. Διότι ενώ ο ονομαστικός μισθός της εργασίας (δηλαδή ο μισθός σε αξίες ή τιμές, ο χρηματικός μισθός) προσδιορίζεται από τον πραγματικό μισθό, δηλαδή από το «καλάθι» εκείνων των εμπορευμάτων που είναι αναγκαία για την επιβίωση του εργάτη και της οικογενείας του, [9] δεν υπάρχει καμιά ενδογενής κανονικότητα που να ρυθμίζει το «φυσικό» απόλυτο ύψος του κέρδους ή της προσόδου (μπορούν να αναφερθούν μόνο οι παράγοντες που συντελούν στην αύξηση ή τη μείωση του κέρδους ή της προσόδου).

Για να θεμελιώσει την αντίληψη ότι η «αγοραζόμενη εργασία» αποτελεί το περιεχόμενο και το μέτρο της αξίας, ο Smith καταφεύγει σε ένα «υποκειμενιστικό» επιχείρημα: Ίσες ποσότητες (αγοραζόμενης) εργασίας είναι ίσης αξίας (κι έτσι η αγοραζόμενη εργασία μπορεί να θεωρηθεί ως το αναλλοίωτης αξίας μέτρο των αξιών), διότι ο εργάτης που τις παρέχει «πρέπει να αφιερώνει πάντα το ίδιο μερίδιο από την άνεσή του, την ελευθερία και την ευτυχία του» (Smith, I.v.7). [10]

Αποτελεί ιδιαίτερα σημαντικό θεωρητικό ζήτημα να ερμηνευθεί η πηγή αυτής της θεωρητικής αντίφασης στο έργο του Adam Smith. Στην κατεύθυνση αυτή πρέπει κατ' αρχάς να επισημάνουμε ότι ο Smith παλινωδεί συνεχώς από τη μία εκδοχή της έννοιας της αξίας στην άλλη, δηλαδή δεν εγκαταλείπει ποτέ την έννοια της «δαπανώμενης εργασίας», αλλά την επαναφέρει συνεχώς στο έργο του, παρά την αρχική του απόφανση ότι «μετά την πρώιμη και πρωτόγονη εποχή» η αρχή της «δαπανώμενης εργασίας» δεν ρυθμίζει πλέον τις σχέσεις ανταλλαγής (βλ. και τα αποσπάσματα που παρατίθενται στην υποσ. 6, αλλά και στις υποσ. 3, 4 και 5 αυτού του κειμένου).

Την αντίφαση αυτή εντόπισε πρώτος ο David Ricardo, ο οποίος στο βασικό έργο του, τις Αρχές Πολιτικής Οικονομίας και Φορολογίας, απέρριψε κάθε εκδοχή της «αγοραζόμενης εργασίας» ως συστατική κατηγορία της έννοιας της αξίας, και ανέπτυξε την Κλασική θεωρία της εργασιακής αξίας σε συνάρτηση και αναφορά με ό,τι ο Smith αντιλαμβανόταν ως «δαπανώμενη εργασία». [11]

Ο Karl Marx ανέλυσε εκτενώς, σε διάφορα σημεία του έργου του, την αντίφαση στον ορισμό και την ανάπτυξη της έννοιας της αξίας στον Πλούτο των Εθνών, και επέμεινε ιδιαίτερα στο γεγονός ότι η αντίφαση αυτή συνδέεται με τη σύγχυση ανάμεσα στην έννοια εργασία, η οποία δαπανάται κατά την παραγωγική διαδικασία και «αντικειμενοποιείται» ως αξία στο εμπόρευμα, από τη μια μεριά, και στην έννοια εργασιακή δύναμη, την οποία ο εργάτης πωλεί στον κεφαλαιοκράτη στην αγορά εργασίας και η οποία αμείβεται με το μισθό, από την άλλη. Ο Smith μπερδεύοντας την εργασία με την εργασιακή δύναμη, θεωρεί το μισθό «αμοιβή της εργασίας» και έτσι οδηγείται λανθασμένα στο ερώτημα αν ταυτίζεται η αξία του προϊόντος της εργασίας με την αμοιβή που δίνεται στην «εργασία» (δηλαδή ως αντάλλαγμα για την εργασιακή δύναμη) που παρήγαγε αυτό το προϊόν. Διαπιστώνοντας τη μη ταύτιση των δύο μεγεθών, οδηγείται στην απόρριψη της έννοιας της «δαπανώμενης εργασίας». [12]

Επίσης ο Μαρξ επισήμανε ότι ανγίνει η υπόθεση ότι ο πραγματικός μισθός(το καλάθι εμπορευμάτων που αγοράζει με το χρηματικό μισθό του ο εργαζόμενος) παραμένει σταθερός, τότε η αξία του (δηλαδή ο ονομαστικός μισθός) μεταβάλλεται με την αξία των εμπορευμάτων, και επομένως μια δεδομένη ποσότητα εμπορευμάτων αγοράζει πάντα την ίδια ποσότητα «εργασίας» (εργασιακής δύναμης), πράγμα που ίσως ενθάρρυνε τον Smith να θεωρήσει την «αγοραζόμενη εργασία» ως μέτρο των αξιών.

Οι νεοκλασικοί οικονομολόγοι υποβαθμίζουν την αντιφατική προσέγγιση της αξίας στον Πλούτο των Εθνών, στην προσπάθειά τους να απαλλαγούν από το βάρος που έχει στο έργο του Smith η έννοια της «δαπανώμενης εργασίας» ως ρυθμιστική αρχή της ανταλλακτικής αξίας, αλλά και από το βάρος της έτερης σμιθιανής θέσης, ότι η ανταλλακτική αξία δεν ρυθμίζεται από την αξία χρήσης. Χαρακτηριστικά, ο Mark Blaug αντιλαμβάνεται τον Πλούτο των Εθνώνόχι ως μια θεωρητική ανάλυση της καπιταλιστικής οικονομίας (της «οικονομίας της αγοράς»), αλλά ως μια πραγματεία στα «οικονομικά της ευημερίας». Έτσι η «αγοραζόμενη εργασία» (από μια ποσότητα εμπορευμάτων) θεωρείται ως η πλέον σημαντική έννοια που εισάγει ο Smith, και ερμηνεύεται ως «δείκτης ευημερίας», καθώς αποτελεί το αντίστροφον της αγοραστικής δύναμης του μισθού, δηλαδή ένα κατάλληλο μέτρο για τη μελέτη του «βιοτικού επιπέδου» (πέρα και ανεξάρτητα από το πρόβλημα του τι αποτελεί αξία). Ο Smith, κατά την αντίληψη αυτή, απλώς «ενδιαφερόταν να βρει κάποιο αναλλοίωτο μέτρο του πραγματικού εισοδήματος». [13]

Στο πλαίσιο αυτού του σύντομου σημειώματος ας μου επιτραπεί να διατυπώσω μια υπόθεση εργασίας σχετικά με τις αιτίες της διφορούμενης στάσης του Smith απέναντι στην έννοια της αξίας, σε συνέχεια των επισημάνσεων του Μαρξ για τη σύγχυση των εννοιών εργασιακή δύναμη και εργασία, που χαρακτήριζε τον Smith αλλά και ολόκληρη την Κλασική Σχολή της Πολιτικής Οικονομίας.

α) Ο Smith αντιλαμβανόταν ότι η καπιταλιστική οικονομία έχει ως κινητήρια δύναμη την παραγωγή κέρδους και ότι συνακόλουθα η αυθόρμητη κίνηση των μεμονωμένων κεφαλαίων και ο ανταγωνισμός μεταξύ τους οδηγεί προς τη διαμόρφωση ενός ενιαίου ποσοστού κέρδους της οικονομίας.

Έγραφε χαρακτηριστικά: «(...) Ο μισθός της εργασίας υπολογίζεται γενικά από την ποσότητα του αργύρου που καταβάλλεται στον εργάτη (...) Αλλά τα κέρδη του αποθέματος δεν υπολογίζονται από τον αριθμό των αργυρών νομισμάτων με τα οποία εκφράζονται, αλλά από την αναλογία μεταξύ των νομισμάτων αυτών και του συνολικά απασχολούμενου κεφαλαίου. Έτσι λοιπόν, σε μια δεδομένη χώρα, λέμε ότι ο συνήθης μισθός της εργασίας είναι 5 σελίνια την εβδομάδα, και το σύνηθες κέρδος του αποθέματος 5%» (Smith, II.iv.11). Στη βάση αυτή μάλιστα ο Smith απέρριπτε τη θεώρηση του κέρδους ως αμοιβή μιας ειδικής κατηγορίας εργασίας --εποπτείας και διεύθυνσης-- (ή ενός ιδιαίτερου «παραγωγικού συντελεστή», κατά τη Νεοκλασική θεωρία): «Ίσως να νομίζει κανείς ότι τα κέρδη του αποθέματος είναι απλά ένα διαφορετικό όνομα για τους μισθούς ενός ιδιαίτερου είδους εργασίας, της εργασίας επίβλεψης και διεύθυνσης. Είναι ωστόσο κάτι απολύτως διαφορετικό, διέπονται από τελείως διαφορετικές αρχές, και δεν διατηρούν καμιά αναλογία με το μέγεθος, τη δυσκολία ή την ευφυία της υποτιθέμενης αυτής εργασίας επίβλεψης και διεύθυνσης. Τα κέρδη ρυθμίζονται συνολικά από την αξία του απασχολούμενου αποθέματος, και είναι μεγαλύτερα ή μικρότερα, ανάλογα με το μέγεθος αυτού του αποθέματος» (Smith, II.vi.6).

β) Αντιλαμβανόταν επίσης ο Smith ότι ανάλογα με τον κλάδο στον οποίο απασχολούνταν, κεφάλαια ίσου μεγέθους έθεταν σε κίνηση διαφορετικές ποσότητες εργασίας: «Παρ' όλον ότι όλα τα κεφάλαια προορίζονται για τη συντήρηση μόνο της παραγωγικής εργασίας, ωστόσο, η ποσότητα της εργασίας που είναι σε θέση να θέσουν σε κίνηση δύο ίσα κεφάλαια ποικίλει δραματικά, ανάλογα με το είδος της απασχόλησής τους» (Smith, II.v.1).

Αν έτσι έχουν τα πράγματα, αν δηλαδή ο Smith κατανοούσε σε βάθος τόσο την ύπαρξη ενός ενιαίου ποσοστού κέρδους της οικονομίας όσο και το γεγονός της διαφορετικής αξιακής σύνθεσης των ατομικών κεφαλαίων, τότε δεν αποκλείεται να είχε αντιληφθεί επίσης (και να προσπάθησε να αποφύγει) το πρόβλημα που ταλάνισε και τελικά οδήγησε στη διάλυση τη Σχολή Ρικάρντο: Το (εμπειρικώς) ασύμβατο της κλασικής(ρικαρδιανής) εργασιακής θεωρίας της αξίας (που συνδέεται με την έννοια της «δαπανώμενης εργασίας») με την ύπαρξη ενός ενιαίου μέσου ποσοστού κέρδους της καπιταλιστικής οικονομίας. [14] Το πρόβλημα αυτό έγινε τελικά δυνατόν να αντιμετωπιστεί μόνο στο πλαίσιο της μαρξιστικής θεωρίας της αξίας, ένα ζήτημα που υπερβαίνει, όμως, τους στόχους αυτής της εισαγωγής. [15]

Επαφίεται στον αναγνώστη να κρίνει κατά πόσο οι θεωρητικές αναπτύξεις που περιέχονται στον Πλούτο των Εθνώνεπιδέχονται τη μια ή την άλλη ερμηνεία. Σε κάθε περίπτωση, ο Πλούτος των Εθνών αξίζει και πρέπει επιτέλους να διαβαστεί: Μόνο έτσι ο Adam Smith θα πάψει να είναι γνωστός δια της φήμης του, δηλαδή δια της ερμηνείας που κατά καιρούς δόθηκε στο έργο του από δημοσιογράφους ή οικονομολόγους, και θα μπορέσει να γίνει γνωστός με βάση όσα ο ίδιος υποστήριξε και ανέπτυξε.

Ο Πλούτος των Εθνών είναι ένα έργο μεγάλης θεωρητικής σημασίας όχι μόνο για τους οικονομολόγους, αλλά και για όλους τους άλλους κοινωνικούς επιστήμονες, και ιδιαίτερα για τους ιστορικούς: Αυτοί οι τελευταίοι θα μπορέσουν ίσως να διδαχθούν από τον Smith ότι η σχέση κεφαλαίου - εργασίας, δηλαδή ο καπιταλισμός, είχε παγιωθεί ως ένα δυναμικά αναπτυσσόμενο κοινωνικό σύστημα ήδη στα μέσα του 18ου αιώνα, δηλαδή πριν από τη βιομηχανική επανάσταση.

Η παρούσα έκδοση περιλαμβάνει τα δύο πρώτα από τα συνολικά πέντε βιβλία του Πλούτου των Εθνών, τα οποία και περιέχουν το σύνολο των θεωρητικών αναλύσεων του Smith. Τις αναλύσεις αυτές ο συγγραφέας εφαρμόζει κατόπιν για την αποτίμηση της οικονομικής ανάπτυξης διαφόρων χωρών (Βιβλίο ΙΙΙ), για την κριτική ανάλυση του μερκαντιλιστικού συστήματος οικονομικής πολιτικής (Βιβλίο IV) και για τα Οικονομικά του κράτους (Βιβλίο V). Το πρωτότυπο αγγλικό κείμενο της 3ης έκδοσης του Πλούτου των Εθνών (1784) αντλήθηκε από τη διεύθυνση του Internet: http://socserv2.socsci.mcmaster.ca/~econ/ugcm/3113/smith/wealth/index.html

Για την απόδοση στα ελληνικά λήφθηκε επίσης υπόψη η γαλλική και η γερμανική μετάφραση.

Νοέμβριος 1999


[1] Το κείμενο αυτό αποτελεί την Εισαγωγή του Επιμελητήστο υπό έκδοση βασικό έργο του Adam Smith, Έρευνα για φύση και τις αιτίες του Πλούτου των Εθνών(Ελληνικά Γράμματα, 2000, μτφ. Χρήστος Βαλλιάνος).

[2] Χρησιμοποιούμε τους όρους επιστήμη και επιστημονική περιοχή με τη συμβατική έννοια της «παραγωγής συστηματικής θεωρητικής γνώσης», ανεξάρτητα από το αν πρόκειται για επιστημονική γνώση με την αυστηρή έννοια, δηλαδή για την αντικειμενική γνώση ενός κύκλου φαινομένων και διαδικασιών --καθώς και των «κανονικοτήτων» που τα διέπουν, ή αντίθετα για μια γνώση που εν μέρει αναπαράγει την παραγνώριση των αιτιακών αλληλοσχετίσεων των φαινομένων, όπως συμβαίνει με τις καθημερινές πρακτικές και τα συστήματα «ιδεών» που τις συνοδεύουν (και επομένως αναγκαστικά αναπαράγει στο εσωτερικό της εννοιολογικές ταυτολογίες και θεωρητικές αντιφάσεις). Όποιος από τους δύο κι αν είναι ο χαρακτήρας ενός θεωρητικού συστήματος, αυτό δεν μπορεί εντούτοις να συγκροτηθεί παρά σε αναφορά με ένα θεωρητικό αντικείμενο, εφόσον ακριβώς πρόκειται για ένα θεωρητικό σύστημα εννοιών. Δεν αναφερόμαστε έτσι στο επιστημονικόαντικείμενο με το αυστηρό αλλά με το συμβατικό νόημα του όρου: το θεωρητικό αντικείμενο.

[3] Η τιμή του εμπορεύματος μπορεί, βεβαίως, να αποκλίνει από τη «φυσική» αυτή τιμή του, ως συνέπεια των μεταβολών της προσφοράς και της ζήτησης. Πάντοτε όμως διακυμαίνεται γύρω από αυτό το «κέντρο βάρους», που είναι η «φυσική τιμή» (η αξία). Βλ. επ' αυτού Smith, I.vii.7 επ.: «Η φυσική τιμή, επομένως, είναι κάτι σαν την κεντρική τιμή, προς την οποία έλκονται συνεχώς οι τιμές όλων των εμπορευμάτων. (...) Όποια όμως και αν είναι τα εμπόδια που δυσχεραίνουν τη σταθεροποίησή τους σ' αυτό το κέντρο ηρεμίας και συνέχειας, δεν παύουν να τείνουν συνεχώς προς αυτό» (Smith, I.vii.15).

[4] «Η αξία, επομένως, που προσθέτουν οι εργάτες στα υλικάαναλύεται στην περίπτωση αυτή σε δύο μέρη, εκ των οποίων το πρώτο πληρώνει τους μισθούς τους και το δεύτερο τα κέρδη του εργοδότη τους για το συνολικό απόθεμα των υλικών και των μισθών που προκατέβαλε. Αν αυτός δεν προσδοκούσε από την πώληση του προϊόντος τους κάτι περισσότερο από αυτό που απαιτείτο για την αντικατάσταση του αποθέματός του, δεν θα είχε κανένα συμφέρον να τους απασχολήσει. Και αν τα κέρδη του δεν ευρίσκονταν σε κάποια αναλογία με το μέγεθος του αποθέματός του, δεν θα είχε κανένα ιδιαίτερο συμφέρον να απασχολήσει ένα μεγάλο και όχι ένα μικρό απόθεμα» (Smith, I.vi.5, οι υπογρ. δικές μου, Γ.Μ.).

[5] «Από τη στιγμή που η γη καθίσταται ατομική ιδιοκτησία, ο γαιοκτήμονας απαιτεί ένα μερίδιο σχεδόν από όλο το προϊόν το οποίο ο εργάτης μπορεί να παραγάγει είτε μέσω της καλλιέργειάς της, είτε μέσω της συλλογής των καρπών της. Η πρόσοδός του αποτελεί την πρώτη παρακράτησηαπό το προϊόν της εργασίας που απασχολήθηκε στη γη (...) Το κέρδος αποτελεί μια δεύτερη παρακράτηση από το προϊόν της εργασίας που απασχολήθηκε στη γη» (Smith, I.viii.6 & 7, οι υπογρ. δικές μου, Γ.Μ.).

[6] «H τιμή όλων των εμπορευμάτων που συνθέτουν το ετήσιο προϊόν της εργασίας κάθε χώρας, αν τα θεωρήσουμε ως ένα σύνολο, θα πρέπει να αναλύεταιστα ίδια τρία μέρη και να επιμερίζεταιστους διάφορους κατοίκους της χώρας είτε ως μισθός της εργασίας τους, είτε ως κέρδη του αποθέματός τους, είτε ως πρόσοδος της γης τους» (Smith, I.vi.17, οι υπογρ. δικές μου, Γ.Μ.).

[7] «Η ποσότητα της εργασίας που απασχολείται συνήθως στην απόκτηση ή την παραγωγή ενός εμπορεύματος δεν αποτελεί τη μοναδική κατάσταση που μπορεί να ρυθμίζει την ποσότητα που αυτό μπορεί συνήθως να αγοράζει, να ελέγχει ή να ανταλλάσσει» (Smith, I.vi.7). Η αρχή της «δαπανώμενης εργασίας» θεωρείται ότι ίσχυε πριν το καπιταλιστικό σύστημα, δηλαδή «πριν τη συσσώρευση αποθέματος»: «Σ' εκείνη την πρώιμη και πρωτόγονη εποχή της κοινωνίας που προηγήθηκε τόσο της συσσώρευσης αποθέματος όσο και της ιδιοποίησης της γης, φαίνεται ότι η αναλογία μεταξύ των ποσοτήτων εργασίας που ήταν απαραίτητες για την απόκτηση των διαφόρων αντικειμένων ήταν η μόνη κατάσταση που θα μπορούσε να προσφέρει ένα κανόνα για την μεταξύ τους ανταλλαγή. Αν για παράδειγμα, στα πλαίσια μιας φυλής κυνηγών, το κυνήγι ενός κάστορα κοστίζει γενικά διπλάσια εργασία από το κυνήγι ενός ελαφιού, τότε ο κάστορας θα ανταλλάσσεται γενικά ή θα αξίζει όσο δύο ελάφια» (Smith, I.vi.1). Η αντίληψη αυτή αντιφάσκει προφανώς με τη θέση που διατυπώνει σε επόμενα κεφάλαια του Πλούτου των Εθνών, ότι το κέρδος και η πρόσοδος αποτελούν «παρακρατήσεις» από το «από το προϊόν του εργάτη» (βλ. τα αποσπάσματα που παρατίθενται στις υποσημειώσεις 3 και 4).

[8] «Σε κάθε κοινωνία ή τόπο υπάρχει ένα κανονικό ή μέσο επίπεδο τόσο για το μισθό όσο και για το κέρδος για κάθε διαφορετική απασχόληση εργασίας και αποθέματος. Το επίπεδο αυτό ρυθμίζεται φυσικά (...)» (Smith, I.vii.1&4). «Οι υψηλοί ή χαμηλοί μισθοί και τα αντίστοιχα κέρδη είναι οι αιτίες μιας υψηλής ή χαμηλής τιμής. (...) Η τιμή ενός δεδομένου εμπορεύματος είναι υψηλή ή χαμηλή, επειδή για την προσκόμισή του στην αγορά πρέπει να καταβληθούν υψηλοί ή χαμηλοί μισθοί και κέρδη». (Smith, I.xi.a.8).

[9] Ο πραγματικός μισθός δεν θα μπορούσε ποτέ να είναι χαμηλότερος από τα απολύτως αναγκαία μέσα συντήρησης της εργατικής οικογένειας διότι αυτό θα οδηγούσε στον αφανισμό της τάξης των εργατών (Smith, I.viii.15). Θα μπορούσε να είναι υψηλότερος από αυτό το όριο (και ο Smith, I.viii.16 επ. επιχειρηματολογεί ότι πράγματι αυτό συμβαίνει συχνά), όμως η τάση των εργατών να πολλαπλασιάζονται ταχύτερα όταν αυξάνει το πραγματικό εισόδημά τους, όπως πίστευε ο Smith, δεν επιτρέπει μεγάλες αυξήσεις του πραγματικού μισθού πέραν του ορίου αυτού (Smith, I.viii.39).

[10] Στην πρώτη εκδοχή της θεωρίας του Smith, η αξία αποτελεί «ιδιότητα» των εμπορευμάτων, απορρέουσα από την εργασία (και τον καταμερισμό εργασίας). Η κοινή αυτή ιδιότητα όλων των εμπορευμάτων τα καθιστά σύμμετρα και ως εκ τούτου ανταλλάξιμα. Στη δεύτερη εκδοχή της σμιθιανής θεωρίας, η αξία αποτελεί «σχέση» μεταξύ εμπορευμάτωνκαι «αγοραζόμενης εργασίας» (εργασιακής δύναμης), της οποίας η αξία ανάγεται όμως στην αξία των αναγκαίων μέσων διαβίωσης του εργάτη, (δηλαδή στην αξία του πραγματικού μισθού). Στη δεύτερη αυτή εκδοχή (και αν δεν λάβουμε υπόψη μας άλλες διατυπώσεις του συγγραφέα) παύει να είναι σαφές τι συνιστά τον παράγοντα συμμετρίας των εμπορευμάτων (καθώς οι τιμές των εμπορευμάτων ορίζονται δια των τιμών των εμπορευμάτων) και το σμιθιανό σύστημα διολισθαίνει προς την επιστημονικά «χυδαία» προσέγγιση των κοστών παραγωγής. Άλλωστε, ο ίδιος ο Smith μιλά κατά κανόνα για την ποσότητα εργασίας ή άλλων εμπορευμάτων που ένα εμπόρευμα μπορεί να αγοράσει ή να «ελέγξει». Βλ. π.χ. (Smith I.v.3).

[11] Ο Ricardo αρχίζει το 1ο κεφάλαιο των Αρχών... του, με την ακόλουθη θέση: «Η αξία του εμπορεύματος ή η ποσότητα οποιουδήποτε άλλου εμπορεύματος, με το οποίο θα ανταλλαγεί αυτό το εμπόρευμα, εξαρτάται από τη σχετική ποσότητα της εργασίας η οποία είναι αναγκαία για την παραγωγή του και όχι από τη μεγαλύτερη ή μικρότερη αμοιβή, η οποία καταβάλλεται για αυτήν την εργασία» (Ρικάρντο, σε Ρικάρντο/Μαρξ: Αξία και υπεραξία, εκδ. Κριτική, Αθήνα 1989, 99).

[12] «Η εξίσωση εργασίας και προϊόντος της εργασίας αποτέλεσε ήδη εδώ την πρώτη αφορμή για το μπέρδεμα του καθορισμού της αξίας των εμπορευμάτων από την περιεχόμενη σ' αυτά ποσότητα εργασίας, και του καθορισμού της αξίας τους από την ποσότητα ζωντανής εργασίας που μπορούν να αγοράσουν, ή με τον καθορισμό της από την αξία της εργασίας» (Καρλ Μαρξ: Θεωρίες για την υπεραξία. Μέρος πρώτο, σσ. 53-54, εκδ. Σύγχρονη Εποχή, Αθήνα 1981. Βλ. αναλυτικότερα στο ίδιο σσ. 45-171).

[13] Mark Blaug, «Welfare Indices in The Wealth of Nations», στο: του ιδίου, Economic History and the History of Economics, Harvester/Wheatsheaf, New York 1986, pp. 128-34.

[14] Το πρόβλημα αυτό μπορεί να γίνει εύκολα κατανοητό με βάση ένα απλό αριθμητικό παράδειγμα: Ας υποθέσουμε ότι δύο επιχειρήσεις χρησιμοποιούν για την ετήσια παραγωγή τους την ίδια ποσότητα εργασίας (ν ώρες απλής εργασίας η κάθε μία) και αμείβουν τους εργαζόμενους με συνολικούς μισθούς, μ, ίσης αξίας σε κάθε μία, αλλά ότι στη δεύτερη επιχείρηση η παραγωγή αυτή επιτυγχάνεται με την προκαταβολή διπλάσιου υλικού κεφαλαίου (2Κ) σε σχέση με την πρώτη. Το κόστος παραγωγής είναι για κάθε επιχείρηση οι μισθοί(μ) και το τμήμα του προκαταβαλλόμενου υλικού κεφαλαίου που αναλώνεταιστη διάρκεια μιας περιόδου παραγωγής (έστω το 10% του συνολικού). Σύμφωνα με την κλασική (ρικαρδιανή) θεωρία της αξίας (ως «δαπανώμενης» εργασίας), το ετήσιο προϊόν και των δύο επιχειρήσεων (άρα και τα έσοδά τους) θα πρέπει να είναι ίσης αξίας (υ, που αντιστοιχεί στην αξία που παρήχθη από ν ώρες απλής εργασίας). Εφόσον αυτό ισχύει, τότε οι δύο επιχειρήσεις δενθα έχουν το ίδιο ποσοστό κέρδους (r).

Για την πρώτη θα είναι:

υ - μ - 0,1Κ

r1 = ---------------,

Κ + μ

ενώ για τη δεύτερη:

υ - μ - 0,2Κ

r2 = ---------------

2Κ + μ

Είναι προφανές ότι ισχύει r1>r2. Για να ικανοποιηθεί η συνθήκη του ενιαίου ποσοστού κέρδους (r1= r2= r), θα πρέπει η αξία του προϊόντος που παρήγαγε η δεύτερη επιχείρηση να ήταν μεγαλύτερη από αυτήν που παρήγαγε η πρώτη (υ21= υ), κάτι που όμως θα παραβίαζε την κλασική (ρικαρδιανή) θεωρία της αξίας.

[15] Για το ζήτημα αυτό βλ. Γιάννης Μηλιός και Γιώργος Οικονομάκης «Σημειώσεις για τη μαρξική οικονομική θεωρία», Θέσεις 68, 1999, 121-150.

 
< Προηγ.   Επόμ. >
Θέσεις, τριμηνιαία επιθεώρηση, 37ο έτος (1982-2019), εκδόσεις Νήσος, (Σαρρή 14, 10553, Αθήνα, τηλ-fax: 210-3250058)
Το περιεχόμενο διατίθεται ελεύθερα για μη εμπορικούς σκοπούς, υπό τον όρο της παραπομπής στην αρχική του πηγή