Ερμηνείες του καπιταλιστικού συστήματος και πολιτική στρατηγική Εκτύπωση
Τεύχος 70, περίοδος: Ιανουάριος - Μάρτιος 2000


ΕΡΜΗΝΕΙΕΣ ΤΟΥ ΚΑΠΙΤΑΛΙΣΤΙΚΟΥ ΣΥΣΤΗΜΑΤΟΣ ΚΑΙ ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΣΤΡΑΤΗΓΙΚΗ:
ΜΙΑ ΘΕΩΡΗΣΗ ΤΗΣ Μ-Λ ΕΚΔΟΧΗΣ
του Γιώργου H. Οικονομάκη

Εισαγωγή

Έχοντας επίγνωση πως «η μαρξιστική θεωρία και ανάλυση δεν επιδέχονται μόνο μια ερμηνεία και δεν εξελίσσονται σε μία και μόνη θεωρητική κατεύθυνση», αλλά αντίθετα αυτό το οποίο «πράγματι υπήρξε (και υπάρχει) είναι διαφορετικά μαρξιστικά ρεύματα, ανάμεσα στα οποία διεξήγετο διαρκώς θεωρητική, ιδεολογική (ή και πολιτική) αντιπαράθεση» (Μηλιός 1996: 16, 22-3), με το άρθρο αυτό --και ως συμβολή στο διάλογο-- ξεκινάει μια κριτική εξέταση των θεωρητικών αναλύσεων και πολιτικών θέσεων ομαδοποιήσεων της «άλλης» --της μη επίσημης ή εξωκοινοβουλευτικής-- αριστεράς, αρχής γενομένης από ομαδοποιήσεις του λεγόμενου μ-λ κινήματος. Θα επιχειρηθεί, λοιπόν, μια «αποκωδικοποίηση» του μαρξισμού που «υποκρύπτουν» --χαρακτηριστικές κατά, υποκειμενική, κρίση-- όψεις των αναλύσεων και θέσεων τριών πολιτικο-οργανωτικών μορφωμάτων των οποίων την (κοινή) καταγωγή μπορούμε να την αναζητήσουμε, από το 1964 και μετά στο περιοδικό Αναγέννηση, στην προδικτατορική ΣΠΑΚ, στην ΟΜΛΕ. Αναφέρομαι στο ΚΚΕ (μ-λ), το Μ-Λ ΚΚΕ και την Α/συνέχεια.

Επιλέγω μια εκτεταμένη, κατά το δυνατόν, παρουσίαση αναλύσεων και θέσεων των τριών ομαδοποιήσεων στο πρώτο μέρος του άρθρου και για την πληρότητα της θεωρητικο-πολιτικής τους εικόνας και ως «υλικό» για κριτική αξιοποίηση στο δεύτερο μέρος, αλλά και ως «υλικό» μελλοντικής συγκριτικής κριτικής διερεύνησης με άλλες συλλογικότητες της εξωκοινοβουλευτικής αριστεράς.

1. Θεωρητικές αναλύσεις και πολιτικές θέσεις

1.1 ΚΚΕ (μ-λ)

Για το ΚΚΕ (μ-λ), ο σημερινός κόσμος είναι ένας κόσμος έντασης της εκμετάλλευσης των εργαζομένων, εξαθλίωσης χωρών και λαών του Τρίτου Κόσμου, καταστροφής - εκθεμελίωσης οικονομιών και ερήμωσης «ολόκληρων χωρών», οικολογικής καταστροφής και πολέμων, ένας κόσμος «ενός ιδιότυπου νέου Μεσαίωνα» (ΚΚΕ (μ-λ) 1997: 3, ΚΚΕ (μ-λ) 1998-β: 7 και ΚΚΕ (μ-λ) 1998-γ: 10).

«Δεν είναι νέα η άποψη για τάση καταστροφής των παραγωγικών δυνάμεων σαν βασικό χαρακτηριστικό του καπιταλιστικού συστήματος», σημειώνουν (ΚΚΕ (μ-λ) 1997: 41).

Η «αφετηρία της επίθεσης» είναι η «κρίση των αρχών του '70. (ΚΚΕ (μ-λ) 1997: 30).

Πώς ερμηνεύεται η κρίση; «Οι μέχρι τα τώρα (καπιταλιστικές) κρίσεις αναδείκνυαν (...) την αντίθεση ανάμεσα στην αυξανόμενη κοινωνικοποιημένη παραγωγή και την (καπιταλιστική) ιδιοποίησή της. Αυτή η βασική αντίθεση στη σφαίρα της παραγωγικής διαδικασίας γεννά και ξαναγεννά, παράγει και αναπαράγει την κρίση και μάλιστα κάθε φορά σ' ένα ανώτερο επίπεδο (...). Έτσι η αντίθεση ανάμεσα στο (καπιταλιστικά) ιδιοποιούμενο προϊόν και την κοινωνικοποιημένη παραγωγή έρχεται και γενικεύεται, συνδυαζόμενη με την αντίθεση ανάμεσα στις παραγωγικές δυνάμεις και τις παραγωγικές σχέσεις.

»Οι παραγωγικές σχέσεις πλέον όχι μόνο δεν είναι σε θέση να δώσουν ώθηση, ν' αναπτύξουν παραπέρα τις παραγωγικές δυνάμεις, αλλά λειτουργούν ανασταλτικά, καταστροφικά για τη ζωντανή εργασία (...)

»Τα παραπάνω αποτελούν τα βασικά στοιχεία προσέγγισης των κρίσεων από μια μαρξιστική-λενινιστική σκοπιά. Στη βάση αυτή τόσο ο Μαρξ όσο και ο Λένιν αντικρούσανε τις θεωρίες περί υποκατανάλωσης, δυσαναλογίας κ.λπ.» (ΚΚΕ (μ-λ) 1998-α: 48).

«Μετά από κάθε κρίση (...) η καπιταλιστική παραγωγή σ' ορισμένες καπιταλιστικές χώρες γνωρίζει μια άνοδο» που μεταφράζεται σε «μια μεγαλύτερη συγκεντροποίηση του κεφαλαίου και μια ακόμη πιο υψηλή οργανική σύνθεση». Η εξέλιξη όμως αυτή εμπεριέχει «τα σπέρματα για να ξεσπάσει μια νέα, ακόμη μεγαλύτερη σε έκταση και βάθος κρίση» λόγω ακριβώς της αύξησης «της οργανικής σύνθεσης» του κεφαλαίου --«με την ενίσχυση του παγίου (σταθερού) μέρους του»-- και της απομάκρυνσης της ζωντανής εργασίας (ΚΚΕ (μ-λ) 1998-α: 49).

Εν τέλει πρόκειται για ένα φαύλο κύκλο που «δείχνει ότι η κρίση δεν είναι απλώς αγιάτρευτη, αλλά προμήνυμα της αρχής του τέλους» ένδειξη για «τη σαπίλα του καπιταλισμού». (ΚΚΕ (μ-λ) 1998-α: 50).

Έτσι η «τελευταία κρίση, είναι (...) μια παρατεταμένη κρίση [που] έχει αναδείξει με τον πιο ανάγλυφο τρόπο τις βασικές αντιθέσεις του καπιταλισμού (κοινωνικοποιημένη παραγωγή - ιδιοποίηση αγαθών και την αντίθεση παραγωγικών --γερασμένων-- σχέσεων και παραγωγικών --πάντα ανανεωμένων-- δυνάμεων)» , είναι μια «δομική κρίση του συστήματος» (ΚΚΕ (μ-λ) 1998-α: 49-50).

«Κρίση υπερπαραγωγής αγαθών, λοιπόν, σ' έναν κόσμο που λιμοκτονεί, υποσιτίζεται κι έχει ανάγκη από αγαθά (...) που έχουν υπερπαραχθεί, αλλά δεν γίνεται να καταναλωθούν (...) διότι δεν προσφέρεται η υψηλή τιμή που απαιτείται για να υλοποιηθεί το υψηλό κέρδος αυτών που ιδιοποιήθηκαν τα, κοινωνικά παραγόμενα, προϊόντα και δεν προσφέρεται υψηλή τιμή ή καμία τιμή απ' αυτούς που έχουν την ανάγκη να τα καταναλώσουν, διότι δεν έχουν μισθό ή μεροκάματο, επειδή απολύθηκαν, ή είναι άνεργοι λόγω της υπερπαραγωγής (...) Έτσι ο φαύλος κύκλος συνεχίζεται» (ΚΚΕ (μ-λ) 1998-α: 51).

«Η κρίση, το ζήτημα που έθεσε πάνω απ' όλα ήταν το ζήτημα των αγορών» οξύνοντας τον ανταγωνισμό, και θέτοντας «για το κάθε υποκείμενό του ζήτημα προϊόντων ανταγωνιστικών (...) Μπαίνει έτσι ένα ζήτημα αναδιάρθωσης της βιομηχανικής βάσης σε σημαντική κλίμακα ή (...) ανασύνθεσης του κεφαλαίου (...). Στη βασική του πλευρά αποτελεί ζήτημα (και επιδίωξη) αναδιάρθωσης σχέσεων με βασικές του εκφράσεις την επίθεση στο προλεταριάτο και τον ανταγωνισμό» (ΚΚΕ (μ-λ) 1997: 30-1).

Αυτή είναι και η ταξική στόχευση του περιβόητου εκσυγχρονισμού και του νεοφιλελευθερισμού, της πιο αντιδραστικής και καθυστερημένης τάσης του καπιταλισμού (ΚΚΕ (μ-λ) 1997: 30, 48).

«Παρ' όλα αυτά η διέξοδος δεν διαφαίνεται. Το ζήτημα των αγορών, από τους αφετηριακούς παράγοντες της κρίσης, αναδεικνύεται και ως (...) αποτέλεσμα των προσπαθειών αντιμετώπισής της» με την «επέκταση της επίθεσης στα μεσοστρώματα ακόμα και σε τμήματα της αστικής τάξης στις ίδιες τις ιμπεριαλιστικές μητροπόλεις» (ΚΚΕ (μ-λ) 1997: 47).

Τι επέτρεψε όμως στις «πιο αντιδραστικές δυνάμεις του καπιταλιστικού συστήματος» --νεοφιλελευθερισμός-- να ηγεμονεύσουν; Κρίσιμες παράμετροι για την ανατροπή --υπέρ της αστικής τάξης-- του ευνοϊκού για το προλεταριάτο συσχετισμού που διαμορφώθηκε μετά το Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο με τη «νίκη της ΣΕ, του σοσιαλισμού, του κομμουνιστικού κινήματος» και τη διαμόρφωση των δυο στρατοπέδων --του «σοσιαλιστικού με επικεφαλής τη ΣΕ και του καπιταλιστικού με επικεφαλής τις ΕΠΑ»-- (ΚΚΕ (μ-λ) 1997: 8 και ΚΚΕ (μ-λ) 1998-β: 52) είναι αφενός η «ρεβιζιονιστική στροφή [του 1956] στη ΣΕ [με] την επικράτηση της χρουτσοφικής κατεύθυνσης, (...) [η οποία και] υπήρξε η πρώτη μεγάλη νίκη του καπιταλιστικού συστήματος απέναντι στο κίνημα, μετά από πολλά χρόνια» και αφετέρου η «ενίσχυση που πρόσφερε η περεστρόικα του Γκορμπατσόφ», που ολοκλήρωσε την παλινόρθωση (ΚΚΕ (μ-λ) 1998-β: 50, 53 και ΚΚΕ (μ-λ) 1998-γ: 35) στο διάστημα 1989-91, οδηγώντας στην «"απελευθέρωση" της ΝΑΤ [Νέας Αστικής Τάξης] [... ] από τις όποιες "σοσιαλιστικές" επιφάσεις υποχρεωνόταν ακόμα να συντηρεί» (ΚΚΕ (μ-λ) 1997: 12-13, 66) και στην ολοκλήρωσή της «σαν τάξη στα πρότυπα και των ομολόγων της στη Δύση» (ΚΚΕ (μ-λ) 1997: 66 και ΚΚΕ (μ-λ) 1998-β: 50).

Στις νέες συνθήκες «αναπτύσσεται ένα είδος παγκοσμιοποίησης της οικονομίας --και της αγοράς--» που ωστόσο --παρά τη φιλολογία περί «γκρεμίσματος των συνόρων, ενοποίησης χωρών και λαών κ.λπ, κ.λπ.» των αστών οικονομολόγων θεωρητικών και των ρεφορμιστών (κατά τα πρότυπα «των θεωρητικών της Β΄ Διεθνούς», δες υπεριμπεριαλισμός) -- δεν ανατρέπει την «ίδια την ιστορική βάση συγκρότησης του καπιταλιστικού συστήματος διαμέσου των αιώνων», δηλαδή τη «συγκρότησή του σε εθνική κρατική βάση» (ΚΚΕ (μ-λ) 1997: 16 και ΚΚΕ (μ-λ) 1998-β: 10, 22).

Το ΚΚΕ (μ-λ) υποστηρίζει πως στο ιμπεριαλιστικό στάδιο όχι μόνο δεν εξουδετερώθηκε η εθνική κρατική βάση του καπιταλιστικού συστήματος μα αντίθετα ισχυροποιήθηκε «αν συνυπολογίσουμε (...) το πέρασμα στη φάση του Κρατικού Μονοπωλιακού Καπιταλισμού (ΚΜΚ)» (ΚΚΕ (μ-λ) 1997: 16).

Επομένως, γράφουν, «θεωρούμε ένα ζήτημα την ύπαρξη της παγκόσμιας αγοράς και ένα διαφορετικό την ενοποίηση της παγκόσμιας οικονομίας στη βάση της (...).

»Αυτό που εμείς βλέπουμε, είναι η ανισομετρία της ανάπτυξης, ο διαχωρισμός σε ζώνες (με κριτήρια από οικονομικά έως πολιτικά), ο διαχωρισμός σε (...) κράτη.

»Οι διαχωρισμοί αυτοί υπάρχουν και αναπαράγονται στη βάση υπεροχής κάποιων πάνω σε άλλους (και όχι μόνο οικονομικής), σε όρους που επιβάλλονται (...)

»Οι τάσεις διεθνοποίησης "συνυπάρχουν" με τις τάσεις διαχωρισμού (...)

»Ο περίφημος "καταμερισμός" δεν διαμορφώνεται στη βάση των συγκριτικών όρων, (...) αλλά στη βάση επιβολής όρων από κάποιους σε κάποιους άλλους (...) Όταν δεν αρκούν οι "οικονομικοί νόμοι" επιστρατεύονται οι πολιτικές πιέσεις, οι εκβιασμοί έως και οι ανοικτές στρατιωτικές επεμβάσεις για να επιβάλλουν τον "αρμόζοντα καταμερισμό"» (ΚΚΕ (μ-λ) 1997: 17-18).

Στα πλαίσια αυτά «ενισχύεται ολοένα και περισσότερο η τάση συγκέντρωσης και συγκεντροποίησης, η οποία μάλιστα έχει σταθερή και συγκεκριμένη κατεύθυνση. Το "κέντρο".

»Η συγκέντρωση κεφαλαίων, η αγορά κεφαλαίων αφορά και βρίσκεται υπό τον έλεγχο μιας συγκεκριμένης ομάδας χωρών. (...)

»Όσον αφορά στις επενδύσεις (...) αυτές γίνονται πάντα με τρόπο που αναπαράγουν τους διαχωρισμούς και τις ανισομέρειες» (ΚΚΕ (μ-λ) 1997: 18).

Έτσι η ύπαρξη πράγματι μιας παγκόσμιας αγοράς όχι μόνο δε σημαίνει «ενότητα» μα αντίθετα --στις συνθήκες του ιμπεριαλισμού-- σημαίνει «"ιεραρχίες"» ανάμεσα στις ιμπεριαλιστικές χώρες, όξυνση «των ενδοϊμπεριαλιστικών ανταγωνισμών και αντιπαραθέσεων», σε μια σειρά πεδία (ΚΚΕ (μ-λ) 1997: 21-2, 26, 45), με πρωταγωνιστές «τις ΕΠΑ, την ΕΟΚ, την Ιαπωνία» (ΚΚΕ (μ-λ) 1997: 19), και κερδοφορία διάφορων σχηματισμών του κεφαλαίου μέσα όχι απλώς απ' «την ένταση της εκμετάλλευσης των εργαζομένων», αλλά και «τις ανισόμετρες "ανταλλαγές", τη λεηλασία των εξαρτημένων χωρών [... ] τον "ανισόμετρο" εκσυχρονισμό, με το γεγονός ότι κάποιες χώρες (τομείς, κλάδοι τους) έχουν δημιουργήσει όρους υπεροχής απέναντι στους ανταγωνιστές τους» ή/και προνομιακή θέση «στον παγκόσμιο συσχετισμό» (ΚΚΕ (μ-λ) 1997: 44).

Όσον αφορά στην Ελλάδα.

«Αν η χώρα μας δεν έχει όλα εκείνα τα χαρακτηριστικά που περιέγραψε ο Λένιν για τον ιμπεριαλισμό, τότε μπαίνει το ερώτημα σε ποια κατηγορία χωρών ανήκει η Ελλάδα, διότι από τον προσδιορισμό αυτό εξαρτάται κι η στρατηγική του κινήματος κι η τακτική του (...)

» (...) [Ήδη από] προπολεμικά η Ελλάδα μ' εκείνη την καπιταλιστική ανάπτυξη που γνώρισε κατατασσόταν στις χώρες με μέσο επίπεδο ανάπτυξης (...)

»Σε κατάσταση ανάπτυξης (...) βρέθηκε (...) η χώρα μας, δίχως όμως οι ρυθμοί οικονομικής ανάπτυξης, σε συνδυασμό με τα διεθνή κι εσωτερικά πολιτικο-ιστορικά δεδομένα, να είναι ικανοί να της προσδώσουν ιμπεριαλιστικά χαρακτηριστικά. Ίσα-ίσα, είχαμε πολιτικά γεγονότα και στρατιωτικά δεδομένα (...) που καταμαρτυρούσαν την ΕΞΑΡΤΗΣΗ κι όχι την ΑΝΕΞΑΡΤΗΣΙΑ, πολλώ μάλλον βέβαια την ιμπεριαλιστική επέκταση και κυριαρχία αυτής» (ΚΚΕ (μ-λ) 1998-α: 20).

Η θέση αυτή για το μέσο επίπεδο ανάπτυξης της χώρας «διαμορφώθηκε, εκφράστηκε και ψηφίστηκε στο Συνέδριο της Κομμουνιστικής Διεθνούς το 1928 κι αφορούσε (...) τις χώρες των Βαλκανίων, (...) αλλά επίσης σ' αυτήν την κατηγορία τοποθετούνταν και η Ισπανία, η Πορτογαλία, η Πολωνία και η Ουγγαρία» (ΚΚΕ (μ-λ) 1998-α: 20).

Το ΚΚΕ «από τη γέννησή του ταλαιπωρήθηκε και περιπλανήθηκε πολλές φορές γύρω από αυτό το ζήτημα», της κατάταξης της χώρας και επομένως του χαρακτήρα «της επερχόμενης επαναστατικής αλλαγής» υιοθετώντας αρχικά «άκριτα και αβασάνιστα τις (...) αναλύσεις» που το οδήγησαν «στη θέση περί "ιμπεριαλιστικής" Ελλάδας». Στην πολιτικο-θεωρητική αυτή επιλογή έπαιξαν ασφαλώς αποφασιστικό ρόλο «οι ανακατατάξεις» της εποχής: Βαλκανικοί πόλεμοι και Μικρασιατική εκστρατεία (ΚΚΕ (μ-λ) 1998-α: 21).

Ωστόσο: «Το ότι επιτίθεται ένα κράτος σε κάποιο γειτονικό του ή κάποια φυλή σε άλλη ή ένα έθνος (...) σ' ένα άλλο κ.λπ. δεν σημαίνει ότι ο επιτιθέμενος (...) είναι και ιμπεριαλιστής» (ΚΚΕ (μ-λ) 1998-α: 21).

«Το ΚΚΕ (...) από την "ιμπεριαλιστική" Ελλάδα (λάθος "αριστερής" απόκλισης) πέρασε κι από λιγότερο αδιάλλακτες θέσεις προς την αστική τάξη, μέχρις ότου (μετά το Συνέδριο της Διεθνούς του 1928) το πρόγραμμα της Κομιντέρν υιοθετηθεί κι από το ΚΚΕ.

»Από το 1934 και μετά αλλάζει η θέση του ΚΚΕ και υιοθετείται η αντιιμπεριαλιστική-λαϊκοδημοκρατική επανάσταση (...) Αυτή η αλλαγή (...) βοήθησε το ΚΚΕ να δει πιο σωστά τα κοινωνικά, οικονομικά και πολιτικά πράγματα της χώρας μας και να εδραιώσει την παρουσία του στο λαό» (ΚΚΕ (μ-λ) 1998-α: 21).

«Η χώρα μας μετά το τέλος του εμφυλίου, μπαίνει σε μια γοργή εξέλιξη με υψηλούς ρυθμούς ανάπτυξης του ΑΕΠ» που «επέβαλαν και την ανασύνθεση του ΑΕΠ μετατρέποντας τη χώρας μας από αγροτοβιομηχανική σε βιομηχανοαγροτική» (ΚΚΕ (μ-λ) 1998-α: 22-3, 27). Δεν την μετέτρεψαν ωστόσο και σε αναπτυγμένη, εφόσον «ανάπτυξη σημαίνει ότι (...) δίνω ώθηση σε όλους του τομείς των παραγωγικών δυνάμεων» (ΚΚΕ (μ-λ) 1998-α: 29). Η Ελλάδα «ως χώρα με μέσο επίπεδο καπιταλιστικής ανάπτυξης, έχει στοιχεία ανάλογα με αυτά των υπανάπτυκτων χωρών, όπως και στοιχεία των αναπτυγμένων χωρών» (ΚΚΕ (μ-λ) 1998-α: 41).

Η οικονομική ανάπτυξη χωρών με «μέσο επίπεδο ανάπτυξης» --όπως η Ελλάδα-- «διαφοροποιεί το ρόλο και τη θέση» τους «στο σημερινό κόσμο. Οι πολιτικο-οικονομικές διπλωματικές και στρατιωτικές τους σχέσεις με τις ιμπεριαλιστικές δυνάμεις και ιδίως με τις ΕΠΑ, που κυριαρχούν τις καθιστούν δυνάμεις με ειδικούς ρόλους στην περιοχή τους, ιδιαίτερα αν η περιοχή είναι στρατηγικής σημασίας, όπως π.χ. η χώρα μας»· στα πλαίσια αυτά μπορεί να ειδωθεί και «το (...) σχέδιο Μάρσαλ μέσα στο οποίο εντάχθηκε η χώρα μας» --και με το οποίο «διαπλέκτηκε ο οικονομικός ιστός της χώρας μας (...) η ντόπια πλουτοκρατία-ολιγαρχία, τα ντόπια μονοπώλια (...) με τα αντίστοιχα μεγαθήρια του ξένου οικονομικού παράγοντα» και υποσκάφτηκαν έτσι «οι όποιες προσπάθειες εθνικής οικονομικής ανάπτυξης»-- και γενικότερα «το στοιχείο της "φροντίδας" της Δύσης προς τους ακρίτες της» (ΚΚΕ (μ-λ) 1998-α: 22, 24, 56-7).

«Αυτός [λοιπόν] ο ρόλος ενόσω αναλαμβάνεται (αφού πρώτα δοθεί βέβαια)» παράγει οικονομικο-πολιτικά και κοινωνικά αποτελέσματα «τα οποία μπορούν να εκληφθούν απ' ορισμένους [ΝΑΡ;] [1] (...) ως "ιμπεριαλισμός". Όμως δεν κρατάει πολύ αυτή η ιδεοληψία, διότι πολύ σύντομα από άλλα πολιτικά, κοινωνικά αλλά και στρατιωτικο-στρατηγικά στοιχεία και γεγονότα προκύπτει το ψευδεπίγραφο της "ιμπεριαλιστικής" Ελλάδας» (ΚΚΕ (μ-λ) 1998-α: 22).

Διευκρινίζεται εντούτοις πως: «Τα παραπάνω δεν σημαίνουν ότι οι κεφαλαιοκράτες όπου γης δεν θέλουν να ισχυροποιούνται κάθε μέρα και να φθάνουν σε ιμπεριαλιστικές προδιαγραφές. Όμως θέση για όλους δεν υπάρχει» (ΚΚΕ (μ-λ) 1998-α: 22).

Και οπωσδήποτε δεν υπάρχει θέση για την Ελλάδα που βρίσκεται πίσω απ' τις αναπτυγμένες χώρες στην παραγωγικότητα της εργασίας αφού --για «ιστορικούς λόγους και για λόγους μεγεθών»-- δεν έχει «την οργανική σύνθεση του κεφαλαίου, (...) την προηγμένη τεχνολογία που διαθέτουν οι αναπτυγμένες χώρες, την τεχνογνωσία, οργάνωση», δεν έχει δυνατότητες στοιχειώδους «παραγωγής μέσων παραγωγής (εργαλειομηχανές - τεχνολογία)» και είναι εξαρτημένη «στο οικονομικό πεδίο» εφόσον εμφανίζει «έλλειψη βασικών βιομηχανικών παραγωγικών κλάδων (...) υποτυπώδη έως ανύπαρκτη "συμπληρωματικότητα" του συνολικού οικονομικού πλέγματος τόσο από άποψη κάθετης όσο και οριζόντιας ολοκλήρωσης», με άλλα λόγια έλλειψη «συνολικής διάρθρωσης βάσης», η οποία και χαρακτηρίζει το μεταπρατικό χαρακτήρα «της ελληνικής α.τ. [αστικής τάξης]» και «της ελληνικής οικονομίας» (ΚΚΕ (μ-λ) 1998-α: 29, 31, 57, 66, 81, 85).

Συνέπεια η «ολοένα και μικρότερη κάλυψη των αναγκών της εγχώριας αγοράς από τις ελληνικές επιχειρήσεις όχι μόνο σε κεφαλαιουχικά αγαθά, αλλά και η εισβολή ξένων προϊόντων στην ελληνική αγορά» που αποτυπώνεται στα «ελλείμματα των εμπορικών συναλλαγών της χώρας μας» (ΚΚΕ (μ-λ) 1998-α: 29).

Σήμερα πλέον υπό «"παγκοσμιοποίηση" της οικονομίας» «βιώνουμε» τη «χιονοστιβάδα» που μέσω των θυγατρικών των πολυεθνικών, των ΕΕ - ΠΟΕ - ΔΝΤ κ.λπ. «σαρώνει» και αφανίζει. Δεν πρόκεται για «(...) αναδιάρθωση αλλά πραγματική και βίαιη ΕΞΑΡΘΡΩΣΗ». Έτσι: «Οι επιχειρήσεις που μπορούν κι επιβιώνουν στη χώρας μας αρχίζουν να είναι μόνον αυτές που αποτελούν τμήματα, κλάδους ή θυγατρικές πολυεθνικών γιαγάντων, που (...) παράγουν όχι μόνο για την εσωτερική αγορά αλλά και για το εξωτερικό» (ΚΚΕ (μ-λ) 1998-α: 30-1, 59) --κατά κύριο λόγο τα προϊόντα των μονοπωλίων προορίζονται για τη γύρω περιοχή, προκειμένου να καλύψουν τις ανάγκες διείσδυσής τους στις γύρω αγορές» (ΚΚΕ (μ-λ) 1998-α: 53).

Η προοπτική για «τη χώρας μας» --σε συνθήκες καταστροφής της ελληνικής βιομηχανίας («αποεπένδυσης και αποβιομηχάνισης»), εκκαθάρισης «των μικρομεσαίων χάριν της εισβολής των πολυεθνικών», και «μεταφορά της επίθεσης στα μεσοστρώματα (τα "κατώτερα") της α.τ.», εκβιασμών και αποικιοκρατικών όρων των ξένων μεγάλων εταιριών - βιομηχανών (που «λυμαίνονται τη χώρα και τη γύρω περιοχή») για να μείνουν στη χώρα, απομύζησης του ορυκτού πλούτου με «συμβάσεις αποικιακές (...) από τις ξένες επιχειρήσεις», καταστροφής της ελληνικής αγροτικής οικονομίας (με εξαφάνιση της αγροτιάς (δες ΕΟΚ-ΗΠΑ, GATT [ΠΟΕ] νέα ΚΑΠ - «"Μητρώο"» + νέα τεχνολογία, ώστε «δεν θα μιλάμε πια για αγρότες αλλά για καπιταλιστές που, μάλιστα με τα σημερινά μηχανήματα θα χρησιμοποιούν ελάχιστους (μέχρι και κανένα) εργάτες γης!»), συρρίκνωσης εν γένει της παραγωγής - ανεργίας και διόγκωσης του παρασιτικού τριτογενή τομέα (τράπεζες - τουρισμός - υπηρεσίες), προς τον οποίο κατά βάση και κατευθύνονται οι επενδύσεις των μητροπολιτικών χωρών κάνοντας τις εξαρτημένες «εμπορικά υποκαταστήματα»-- ποια είναι; Είναι αυτή «του ενεργούμενου των κυρίαρχων ιμπεριαλιστικών δυνάμεων», του εμπορικού και διαμετακομιστικού κέντρου ή άλλως ο «εμπορομεσιτιτικός, διαμετακομιστικός, υπεργολαβικός, κοσμοπολίτικος καπιταλισμός» (ΚΚΕ (μ-λ) 1998-α: 33, 43,-7, 51-3, 83, 85-6, 107-13 και (ΚΚΕ (μ-λ) 1998-γ: 19-20).

Αυτό επομένως που απομένει «στα πλαίσια της "παγκοσμιοποίησης" (...) γενικά και ειδικά στα πλαίσια της ΕΕ» για την «ελληνική ολιγαρχία» είναι ο γνωστός της ρόλος. «Ο εμπορομεσιτικός, διαμετακομιστικός, υπεργολαβικός, παραπληρωματικός, υποτελικός, εξαρτημένος (...) ρόλος (...) Είναι αυτός που την ανέστησε σε σύμφυση και με την παρέμβαση των μεγάλων δυνάμεων στις αρχές του προηγούμενου αιώνα» (ΚΚΕ (μ-λ) 1998-α: 33).

Στις συνθήκες αυτές «μια πρώτη προτεραιότητα της οικονομικής πολιτικής της ελληνικής ολιγαρχίας είναι η εμπορική ναυτιλία» --η «ελληνική εμπορική ναυτιλία βρίσκεται (...) στις πρώτες (...) θέσεις των εμπορικών στόλων όλου του κόσμου», ωστόσο «την ιδιαιτερότητα του εφοπλιστικού κεφαλαίου τη γνωρίζουμε»-- και «μια δεύτερη (...) είναι αυτή του τουρισμού». Με εφοπλιστικό κεφάλαιο και τουρισμό --σε «αισθητή κάμψη» όμως-- «η ελληνική ολιγαρχία, εκτελώντας κι επιταγές των επικυρίαρχων, επιθυμεί να επανέλθει στις παλιές κομπραδόρικες εποχές» (ΚΚΕ (μ-λ) 1998-α: 34-5). Άλλωστε: «Οι επιλογές των ιμπεριαλιστικών κέντρων παίζουν καταλυτικό ρόλο στις επιλογές των εξαρτημένων αστικών τάξεων», αφού οι «κύριες οικονομικές τάσεις στις καπιταλιστικές μητροπόλεις αποτελούν το γνώμονα με βάση τον οποίο διαμορφώνονται οι αντίστοιχες σε μια εξαρτημένη χώρα» (ΚΚΕ (μ-λ) 1998-α: 65).

Ως προς τη σύμφυση κράτους - μονοπωλίου --«το οποίο αρχίζει σιγά-σιγά να εκτοπίζει από την "ελεύθερη αγορά" όλες τις ομοειδείς επιχειρήσεις που δεν μπορούσαν να αντεπεξέλθουν στον οικονομικό ανταγωνισμό που επέβαλε το ίδιο το μονοπώλιο» (ΚΚΕ (μ-λ) 1998-α: 36) -- που διαμόρφωσε τον ΚΜΚ στην Ελλάδα, το ΚΚΕ (μ-λ) εκτιμά πως η ανάπτυξη και «διόγκωση του κρατικομονοπωλιακού καπιταλισμού στη χώρα μας έγινε για συγκεκριμένους ιστορικούς και κοινωνικο-οικονομικούς λόγους» που δεν έχουν να κάνουν μόνο με τις «γενικές αντινομίες του καπιταλισμού» --δες «πέρασμα από τον "ελεύθερο συναγωνισμό" στο μονοπώλιο» - «πτωτική τάση του μέσου ποσοστού του κέρδους» - συγκέντρωση και συγκεντροποίηση-- αλλά και με «τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά του τόπου μας». Ποια; Την εξάρτηση - άνιση ανάπτυξη - το ρόλο της χώρας ως --«εργαλείο»-- προς τις «πολυποίκιλες δραστηριότητες των επικυρίαρχων» - τα καθήκοντα του ελληνικού αστικού κράτους «απέναντι στο λαϊκό-επαναστατικό κίνημα της χώρας (...) όσο απέναντι στις γειτονικές χώρες του Βορρά πρωτίστως» (ΚΚΕ (μ-λ) 1998-α: 37, 57).

«Η συγχώνευση, η διαπλοκή του ελληνικού βιομηχανικού, τραπεζικού εμπορικού κεφαλαίου (ιδιωτικού και δημόσιου) με τα ξένα ισχυρά μονοπώλια της Ευρώπης και της Αμερικής, μέσα στα πλαίσια της "διεθνοποίησης - παγκοσμιοποίησης" (...) έχει φτάσει σε τέτοιο σημείο ώστε να βρίσκεται η ελληνική οικονομία σε καθεστώς ομηρίας από τους μονοπωλιακούς κολοσσούς» (ΚΚΕ (μ-λ) 1998-α: 60). Αποτέλεσμα: «όχι απλά εξάρτηση αλλά πλήρης "παραρτημοποίηση" της ελληνικής οικονομίας» (ΚΚΕ (μ-λ) 1998-α: 66 και ΚΚΕ (μ-λ) 1998-γ: 19).

Και επειδή «πράγματι, η πολιτική είναι συμπύκνωση της οικονομίας» (ΚΚΕ (μ-λ) 1998-α: 60), με το σχήμα κράτος - κυβερνήσεις - ξένο μονοπωλιακό κεφάλαιο --το κράτος δεν είναι «"ουδέτερο"» αλλά υποταγμένο «στο κεφάλαιο, τα μονοπώλια» (ΚΚΕ (μ-λ) 1998-β: 16-17, 40) -- μπορούμε να αντιληφθούμε τις (ιστορικές) συγκρούσεις των μερίδων της μεγαλοαστικής τάξης «οι οποίες είχαν σαν υπόβαθρο και την περισσότερο ή λιγότερο ασφυκτική παρουσία του ξένου μονοπωλιακού κεφάλαιου»: Προδικτατορικά: «πόλος της δεξιάς» («ΕΡΕ») ( «παραδοσιακό κομμάτι της μεγαλοαστικής τάξης» («φιλοαμερικάνικη προτίμηση (...) ακόμα και η σύνδεση με την ΕΟΚ αυτό το σκοπό εξυπηρετούσε»· «Ένωση Κέντρου» (μερίδες της μεγαλοαστικής τάξης «που αναζητούσαν μεγαλύτερη ελευθερία κινήσεων από τον ασφυκτικό εναγκαλισμό (...) των αμερικάνικων μονοπωλίων» (ΕΟΚ. «Η διαμάχη αυτή οδηγήθηκε στην ανοικτή σύγκρουση των δύο μερίδων της μεγαλοαστικής τάξης» που σε συνδυασμό με τις «προτεραιότητες των Αμερικανών στη Μ. Ανατολή» και την διόγκωση της λαϊκής οργής και του λαϊκού κινήματος οδήγησαν στην επιβολή του στρατιωτικού-φασιστικού πραξικοπήματος (ΚΚΕ (μ-λ) 1998-α: 60-1). Μεταδικτατορικά: «συμβιβασμός του 74, εξισορρόπηση των επιρροών ΕΠΑ - ΕΟΚ» («σχήμα για τα εθνικά με τις ΕΠΑ, για την οικονομία με την ΕΟΚ» (ΠΑΣΟΚ + ΝΔ σε «επίπεδο εξάρτησης κινούνται σε ανάλογα νερά (...) (γραμμή ισορροπίας ανάμεσα σε ΕΠΑ - ΕΟΚ)» (ΚΚΕ (μ-λ) 1998-α: 67-8, 79, 88-9, 95).

Όσον αφορά στα «εθνικά» θέματα και πιο συγκεκριμένα στην «αντίθεση Ελλάδας - Τουρκίας», το ΚΚΕ (μ-λ) υποστηρίζει πως ο ανταγωνισμός των δυο αστικών τάξεων γίνεται «για τον πρώτο ρόλο στην περιοχή και πάντα στα πλαίσια της πρακτόρευσης ιμπεριαλιστικών συμφερόντων» (ΚΚΕ (μ-λ) 1998-α: 72, 74). Στο ερώτημα αν υπάρχει «ζήτημα απειλής», για την Ελλάδα, η απάντηση είναι καταφατική, διευκρινίζεται πάντως πως το «σχήμα επιθετική Τουρκία - αμυντική Ελλάδα (...) είναι απροσανατολιστικό. Η όποια (μεγαλύτερη) επιθετικότητα της Τουρκίας και ο όποιος "αμυντισμός" της χώρας μας δεν έχει σχέση με τα χαρακτηριστικά των δύο α.τ.» που «είναι (...) εξίσου επιθετικές», αλλά με το «μεταξύ τους» συσχετισμό (ΚΚΕ (μ-λ) 1998-α: 75). Είναι «η "συνάντηση" της επιθετικότητας και των δύο α.τ. που δημιούργησε το δράμα της Κύπρου» (ΚΚΕ (μ-λ) 1998-α: 76 και (ΚΚΕ (μ-λ) 1998-γ: 23).

Για το ΚΚΕ (μ-λ) ο «στρατηγικός στόχος του κινήματος δεν μπορεί να είνα άλλος από αυτόν της ανατροπής του καπιταλιστικού συστήματος, της δικτατορίας του προλεταριάτου, του σοσιαλισμού.»(ΚΚΕ (μ-λ) 1998-β: 9). «Ο σοσιαλισμός - κομμουνισμός (...) είναι (...) ιστορική αναγκαιότητα.Γεννιέται σαν "απάντηση" στις αντιφάσεις, τα αδιέξοδα, την καταστροφική διάσταση του καπιταλιστικού συστήματος στη φάση της παρακμής του» (ΚΚΕ (μ-λ) 1998-β: 28). «Θεωρούμε το σοσιαλισμό σαν το αναγκαίο στάδιο μετάβασης προς τον κομμουνισμό,σαν την πορεία "συνεχούς επαναστατικού μετασχηματισμού της κοινωνίας" υπό καθεστώς (και προϋπόθεση) δικτατορίας του προλεταριάτου», η οποία αποτελεί «τη βαθύτερη ουσία και υπόσταση του σοσιαλιστικού σταδίου». Θεμελιώδης προϋπόθεση «για το άνοιγμα αυτής της διαδικασίας» η «επαναστατική ανατροπή της αστικής πολιτικής κυριαρχίας», η «συντριβή του αστικού κράτους», η «ανατροπή-συντριβή των οικονομικών βάσεων του καπιταλιστικού συστήματος»(ΚΚΕ (μ-λ) 1998-β: 18, 26).

Στη βάση αυτή --κριτικάροντας εμμέσως πλην σαφώς την προσέγγιση ΝΑΡ-- το ΚΚΕ (μ-λ) υποστηρίζει ότι στη «βάση (...) της νέας φάσης» φαίνεται πως «τα ζητήματα (...) μπορούν να τεθούν σε άμεση αναφορά με την κομμουνιστική προοπτική (...) Ο κομμουνισμός (...) δεν είναι πια ένα "μακρινό όραμα" αλλά ώριμο και επίκαιρο αίτημα και ζήτημα ημερήσιας διάταξης, στη βάση του οποίου πρέπει ν' αρθρωθεί η στρατηγική του κινήματος.

»Εμφανής (...) η συγγένεια με κλασικές ρεφορμιστικές απόψεις (...) ποια η διαφορά αν τις μεταρυθμίσεις στα πλαίσια του καπιταλιστικού συστήματος τις ονομάσουμε διαρθρωτικές, σοσιαλιστικές ή κομμουνιστικές;» (ΚΚΕ (μ-λ) 1998-β: 24).

Ως προς «την υπερωρίμανση αντιφάσεων, συνθηκών, όρων»που προϋποθέτει αυτή η οπτική (δες ΝΑΡ), το ΚΚΕ (μ-λ) αποδέχεται «μια τέτοια εξέλιξη», θεωρεί όμως πως «αυτό που θα μπορούσε να σημαίνει είναι η διαμόρφωση όρων και προϋποθέσεων για ταχύτερη μετάβαση (...) Σε καμία περίπτωση, ωστόσο, δεν σημαίνει την απόρριψη της λενινιστικής αντίληψης που θέτει στο κέντρο το ζήτημα της πολιτικής εξουσίας» (ΚΚΕ (μ-λ) 1998-β: 24)

Απ' την άλλη μια αντίληψη αυτού του τύπου της «επαναστατικής στρατηγικής», βασιζόμενη στην υπερωρίμανση κ.λπ. υποδηλώνει πως η «επανάσταση μπορεί να γίνει μόνο στο "κέντρο" ή, αλλιώς στους ισχυρούς κρίκους του συστήματος», δηλαδή υποδηλώνει πως δεν μπορεί να γίνει η επανάσταση (ΚΚΕ (μ-λ) 1998-β: 24).

Για το ΚΚΕ (μ-λ) «ισχύει (...) ο όρος της ανισόμετρης ανάπτυξης» και η «λενινιστική αντίληψη για τον αδύνατο κρίκο (...) ισχύει όχι μόνο για τότε, αλλά και σήμερα». Αυτό δε σημαίνει βέβαια πως «η υπόθεση της ανατροπής του συσχετισμού» είναι υπόθεση του λαϊκού κινήματος μιας μόνο χώρας. «Πράγματι μια προλεταριακή κομμουνιστική επανάσταση μπορεί να πραγματοποιηθεί μόνο αν έχει διεθνείς διαστάσεις (...).» (...) Διαφορετικά, ίσως σήμερα στην Αλβανία να ξαναείχαμε σοσιαλισμό» (ΚΚΕ (μ-λ) 1998-β: 8, 21 και ΚΚΕ (μ-λ) 1998-γ: 30).

Συνεπώς: «Η "νέα" στρατηγική, θέτοντας στην ημερήσια διάταξη το ζήτημα της κομμουνιστικής προοπτικής, θέτει ταυτόχρονα και το ζήτημα κατακτήσεων κομμουνιστικού χαρακτήρα που θ' ανατρέπουν στην ουσία της την καπιταλιστική κυριαρχία πριν και χωρίς να έχει τεθεί ζήτημα πολιτικής εξουσίας» (ΚΚΕ (μ-λ) 1998-β: 24).

«Είναι στην ουσία, η παλιά --παμπάλαια-- ρεφορμιστική λογική ντυμένη στα κόκκινα» (ΚΚΕ (μ-λ) 1998-β: 25).

«Αν βασικός παράγοντας της ήττας των λαών υπήρξε η οπισθοχώρηση, η ήττα του κομμουνιστικού κινήματος, η αντίστροφη εξέλιξη περνάει αναπότρεπτα μέσα και από την αντιμετώπιση αυτού του ζητήματος» (ΚΚΕ (μ-λ) 1998-β: 8)

Κρίσιμες εδώ τρεις παράμετροι:

Πρώτη, η επανασυγκρότηση της εργατικής τάξης (του προλεταριάτου) σε «"τάξη για τον εαυτό της" [του]» (ΚΚΕ (μ-λ) 1998-β: 8, 31, 39, 43-4 και ΚΚΕ (μ-λ) 1998-γ: 31), εφόσον το προλεταριάτο είναι ο φορέας «της επαναστατικής ανατροπής» (ΚΚΕ (μ-λ) 1998-β: 12, 46-7 και ΚΚΕ (μ-λ) 1998-γ: 31). Εδώ απαιτείται ν' αντιμετωπιστούν όλες εκείνες «οι πρακτικές και θεωρίες» που είτε διευρύνουν («ξεχειλώνουν») την εργατική τάξη είτε την «εξαφανίζουν», αμφισβητώντας το ρόλο της στην επαναστατική διαδικασία, και αναζητώντας «το "επαναστατικό υποκείμενο" έξω και πέρα» απ' αυτήν --«περιθωριακοί» - 2/3 κ.λπ. (ΚΚΕ (μ-λ) 1998-β: 13-14, 23, 40).

Δεύτερη, η υπεράσπιση των επιτευγμάτων του σοσιαλισμού «στο κοινωνικό πεδίο» αλλά και «στον οικονομικό τομέα» --«από τη μαύρη καθυστέρηση» στην «οικονομική, βιομηχανική ανάπτυξη (...) τεχνολογία και τεχνογνωσία αιχμής»-- (ΚΚΕ (μ-λ) 1998-β: 45, 49) και της ιστορίας του κομμουνιστικού κινήματος --Οκτώβρης και Λένιν - σταθεροποίηση και Στάλιν («υπερασπιστήκαμε την προσφορά του Στάλιν, τόσο αυτή καθαυτή όσο και γιατί (...) η επίθεση ενάντια στον Στάλιν αποτελούσε το προοίμιο της επίθεσης στο λενινισμό») - 3η Κομμουνιστική Διεθνής - ΜΠΠΕ... Πολιτιστική Επανάσταση) και Μάο Τσε Τουνγκ, κ.λπ. (ΚΚΕ (μ-λ) 1998-β: 46, 53-4 και (ΚΚΕ (μ-λ) 1998-γ: 33, 36).

Τρίτη, η εξήγηση της παλινόρθωσης (ΚΚΕ (μ-λ) 1998-β: 53-4 και ΚΚΕ (μ-λ) 1998-γ: 34, 36).

Το ΚΚΕ (μ-λ) θέτει σαν στόχο «την ισχυροποίησή του, σε επίπεδο γραμμής, οργάνωσης, πάλης και ανάδειξης της ιδιαίτερης φυσιογνωμίας του» ΚΚΕ (μ-λ) 1998-γ: 37) και υποστηρίζει ότι σε αντίθεση με την ευνοϊκή στάση του συστήματος απέναντι σε «άλλες τάσεις» --είναι «κι ένας "χώρος" που περιλαμβάνει από "νέους αριστερούς" μέχρι τροτσκιστές, "αναρχικούς" και διάφορους άλλους "ανένταχτους αριστερούς"», ο οποίος απολαμβάνει «"διακριτική"» υποστήριξη απ' το σύστημα--, διεξάγεται «ανηλεής πόλεμος» σε όσους «προσβλέπουν κι αγωνίζονται για την οικοδόμηση της επαναστικής κομμουνιστικής αριστεράς» (ΚΚΕ (μ-λ) 1998-β:57-8).

1.2 Μ-Λ ΚΚΕ

Σύμφωνα με το Μ-Λ ΚΚΕ, σήμερα η «ανθρωπότητα περνά μια επώδυνη και σκοτεινή περίοδο» κατά την οποία ελάχιστες «χώρες με επικεφαλής τις ΗΠΑ, ασκούν παγκόσμιο έλεγχο και κυριαρχία και επιδίδονται σε ιμπεριαλιστική καταλήστευση πάνω στην συντριπτική πλειοψηφία των λαών και των χωρών του πλανήτη», ενώ η «νεοφιλελεύθερη λαίλαπα σε όποια παραλλαγή της, συντηρητική ή εργατική-σοσιαλιστική, σαρώνει κατακτήσεις δεκαετιών» οδηγώντας «στην ανεργία και την εξαθλίωση, το «νέο μεσαίωνα στις εργασιακές σχέσεις», στην «καπιταλιστική βαρβαρότητα» (Μ-Λ ΚΚΕ 1998-α: 3 και Μ-Λ ΚΚΕ 1998-ε: 13).

Ταυτόχρονα η «παγκοσμιοποίηση του λόγου των ΜΜΕ με κυρίαρχο το αμερικάνικο πρότυπο οδηγεί σε μια πρωτοφανή προσπάθεια ομοιομορφοποίησης κριτηρίων και συμπεριφορών σε παγκόσμια κλίμακα, με οδηγούς την αστική ιδεολογία και τις αναγκαιότητες της αγοράς» (Μ-Λ ΚΚΕ 1998-στ: 13).

Σε συνθήκες «παγκοσμιοποίσης», η «οικονομική κρίση»- «καταστροφή των παραγωγικών δυνάμεων»- «καταλήστευση εθνών και λαών» διευρύνουν το χάσμα μεταξύ πλούτου και φτώχειας και φέρνουν στην επικαιρότητα το αναπόφευκτο της επαναστατικής ανατροπής (Μ-Λ ΚΚΕ 1998-α: 4, 8).

Ποια είναι η αιτιολογία της κρίσης; Κατά το Μ-Λ ΚΚΕ οι οικονομικές κρίσεις είναι κρίσεις πτωτικής τάσης του ποσοστού του κέρδους που οφείλονται στην αύξηση της οργανικής σύνθεσης του κεφαλαίου: «όσο μεγαλώνει το σταθερό κεφάλαιο (...) σε βάρος του μεταβλητού κεφαλαίου (...) αυξάνεται η οργανική σύνθεση αλλά μειώνεται η υπεραξία. (...)

Δηλαδή το ανέβασμα της τεχνολογίας, αντί ν' ανεβάζει το ποσοστό του κέρδους, αντίθετα το μειώνει (...).

»Αυτός ο (...) νόμος της τάσης του ποσοστού του κέρδους να πέφτει, οξύνει στο έπακρο τις αντιθέσεις μεταξύ των διάφορων μερίδων του κεφαλαίου, που προσπαθούν είτε να συγχωνεύονται μεταξύ τους προκειμένου να κρατήσουν τις τιμές των εμπορευμάτων σε ψηλά επίπεδα είτε να επενδύουν τεράστια κεφάλαια σε καθυστερημένες χώρες, όπου τα εργατικά χέρια είναι πάμφθηνα και η οργανική σύνθεση του κεφαλαίου χαμηλή, είτε τέλος να αυξάνουν τον όγκο της απούλητης παραγωγής τους πέρα από τα όρια της απορροφητικής ικανότητας της αγοράς, γεγονός που οδηγεί στις αναπόφευκτες κρίσεις παραγωγής» (Μ-Λ ΚΚΕ 1998-ε: 8-9).

Όσον αφορά στην «παγκοσμιοποίηση», το Μ-Λ ΚΚΕ υποστηρίζει πως: «Η ενιαία, καθολική, παγκόσμια αγορά, που είχε διασπαστεί με το σχηματισμό των δυο στρατοπέδων μετά το Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, έχει από καιρό ήδη ξαναγίνει ενιαία (...)

»Τώρα το καπιταλιστικό-ιμπεριαλιστικό σύστημα κλιμακώνει τη γενική του επίθεση, κάνοντας σημαία και σύνθημά του, την παγκοσμιοποίηση» (Μ-Λ ΚΚΕ 1998-α: 4 και Μ-Λ ΚΚΕ 1998-ε: 5).

Πίσω απ' τη σύγχρονη παγκοσμιοποίηση «η πολιτική που είχε πρωτοεγκαινιάσει [...] το κακόφημο 20ο συνέδριο [...] ταξικής συμφιλίωσης [...] η (...) αντισταλινικήσυκοφαντική επίθεση [...] ενάντια στη μαρξιστική λενινιστική πολιτική που εκπροσωπούσε ο Στάλιν» (Μ-Λ ΚΚΕ 1998-β: 4, 6, 8), δηλαδή «η κυριαρχία του ρεβιζιονισμού που [με τελικό σταθμό την γκορμπατσοφική περεστρόικα] έφερε τελικά τα καθεστώτα των πρώην σοσιαλιστικών χωρών και κυρίως της ΕΣΣΔ, στις ανοικτές καπιταλιστικές σχέσεις παραγωγής, ανέτρεψε μια από τις (...) βασικές αντιθέσεις του σύγχρονου κόσμου δηλαδή την αντίθεση του σοσιαλιστικού και του καπιταλιστικού τρόπου παραγωγής, αφήνοντας στο δεύτερο την παγκόσμια κυριαρχία» (Μ-Λ ΚΚΕ 1998-ε: 12 και Μ-Λ ΚΚΕ 1998-β: 6-9).

Όμως: «Στην "ενοποιημένη παγκόσμια οικονομία", όχι μόνο δεν συντελείται μια διαδικασία σύγκλισης των ανεξάρτητων κρατικών οικονομιών και δεν πέφτουν τα εθνικά σύνορα, αλλά αντίθετα όλο και περισσότερο διευρύνεται και γίνεται αβυσσαλέο το χάσμα ανάμεσα στα ελάχιστα ιμπεριαλιστικά κράτη που κυριαρχούν και στην τεράστια πλειοψηφία των εθνών και των χωρών που βρίσκονται κάτω από τον έλεγχο, την εξάρτηση και την υποδούλωση. (...)

»Η παγκοσμιοποίηση (...) είναι συνυφασμένη και ταυτίζεται με τον ιμπεριαλιστικό ανταγωνισμό (...)

»Με ιδιαίτερη οξύτητα εκδηλώνονται οι ενδοϊμπεριαλιστικές αντιθέσεις ανάμεσα στις ΗΠΑ, την Ε. Ένωση και την Ιαπωνία» (Μ-Λ ΚΚΕ 1998-α: 5 και Μ-Λ ΚΚΕ 1998-ε: 6).

«Ο ανταγωνισμός είναι το κύριο χαρακτηριστικό στις ιμπεριαλιστικές σχέσεις και η περίοδος στην οποία μπαίνουμε, σαν βασικό γνώρισμα θα έχει την όλο και μεγαλύτερη προσφυγή των ιμπεριαλιστών στη βία και στον πόλεμο»(Μ-Λ ΚΚΕ 1998-α: 6) παρά τις θεωρίες της σύγχρονης αστικής πολιτικής οικονομίας οι οποίες «αποτελούν δάνεια και σύγχρονες επανεκδόσεις παλιών χρεοκοπημένων αντιμαρξιστικών, αστικών και οππορτουνιστικών θεωριών» με «πιο γνωστή (...) του Κάουτσκι για τον δήθεν υπεριμπεριαλισμό» (Μ-Λ ΚΚΕ 1998-ε: 11-12).

«Από την πλευρά της παγκόσμιας οικονομίας, ο νόμος της ανισόμερης καπιταλιστικής ανάπτυξης κάθε επιμέρους κράτους ανατρέπει κάθε στιγμή τις οικονομικές ισορροπίες (...).

»Με αιχμή τις πολυεθνικές εταιρίες (...) οι ιμπεριαλιστικές δυνάμεις προσπαθούν να αλώσουν στο όνομα της παγκοσμιοποίησης τα εθνικά κράτη» (Μ-Λ ΚΚΕ 1998-ε: 13).

Κατά το Μ-Λ ΚΚΕ: «Ο νόμος της ανισομετρίας (...) οξύνει όλο και περισσότερο τις αντιθέσεις μέσα τους κόλπους της ΕΕ (...) Το μόνο πράγμα που κρατά προς το παρόν σε ύφεση το κλίμα στο εσωτερικό της Κοινότητας, είναι η προσμονή ενός τεράστιου κέρδους, που μπορεί να προκύψει από μια νίκη των ευρωπαίων ιμπεριαλιστών απέναντι στους άλλους ομογάλακτούς τους ιμπεριαλιστές, τους Αμερικάνους και τους Γιαπωνέζους»(Μ-Λ ΚΚΕ 1998-δ: 11).

Για το Μ-Λ ΚΚΕ, η «οικονομική πολιτική της ΕΕ (...) πλέον θα διαμορφώνεται από το Κοινοτικό Διευθυντήριο (...) η συμμετοχή των μικρών κρατών-μελών θα είναι εντελώς υποβαθμισμένη (...) Χωρίς αμφιβολία το ντόπιο μονοπωλιακό κεφάλαιο θα βγεί αναλογικά ενισχυμένο, αφού διαμέσου των κοινοτικών μηχανισμών και διαδικασιών θα παίξει "υπεργολαβικό" ρόλο στα μεγάλα ανοίγματά του (...) πάντοτε στα πλαίσια της εξάρτησης και της υποτέλειας»(Μ-Λ ΚΚΕ 1998-δ: 8).

Φτάνουμε έτσι στα ζητήματα τα σχετικά με τον ελληνικό καπιταλισμό.

Κατά το Μ-Λ ΚΚΕ η Ελλάδα είναι «μια χώρα με μέση καπιταλιστική ανάπτυξη και εξαρτημένη οικονομία, με τεράστια προβλήματα καπιταλιστικής αναδιάρθωσης, με σημαντικό βαθμό αποδιάρθρωσης βασικών κλάδων του δευτερογενούς τομέα (...) με ανάπτυξη δραστηριοτήτων σε κλάδους παραγωγής καταναλωτικών προϊόντων όχι ιδιαίτερα σύνθετης τεχνολογίας (...)

»Η συγχώνευση του τραπεζικού κεφαλαίου με το βιομηχανικό και η δημιουργία μιας χρηματιστικής ολιγαρχίας, είναι ένα γεγονός που ναι μεν έχει κατακτηθεί από τον ελληνικό καπιταλισμό, αλλά φυσικά σε (...) μικρογραφία» (Μ-Λ ΚΚΕ 1998-δ: 14).

Η ΟΝΕ ολοκληρώνοντας την ενιαία αγορά «φέρνει στο φως τις σοβαρές στρεβλώσεις του ελληνικού καπιταλισμού, στην εδώ και ενάμιση αιώνα διαδρομή του, και την αδυναμία του ν' αναπτυχθεί στους δύο τουλάχιστον βασικούς τομείς με τους οποίους είναι δεμένη ιστορικά η βιομηχανική (κατ' επέκταση οικονομική) καπιταλιστική ανάπτυξη μιας δοσμένης χώρας, τον μηχανολογικό εξοπλισμό και τα μεταφορικά μέσα» (Μ-Λ ΚΚΕ 1998-δ: 16).

«Η εναγώνια προσπάθεια της ντόπιας ολιγαρχίας, να ενταχθεί στην ΟΝΕ (...) με οποιοδήποτε τίμημα, προκειμένου να επωφεληθεί τα ψίχουλα του μοιράσματος της πίττας από τα παγκόσμια μονοπώλια, σε βάρος (...) των εργατολαϊκών στρωμάτων, δείχνει ανάγλυφα πως η σημερινή κατάσταση της Ελληνικής Οικονομίας (...) βρίσκεται σε δεινή θέση (...). Ο πραγματικός καθρέφτης μιας οικονομίας, το Εμπορικό Ισοζύγιο ήδη εμφανίζει δραματικά οικονομικά ελλείμματα» (Μ-Λ ΚΚΕ 1998-δ: 3).

«Σε ό,τι αφορά στους διάφορους τομείς της Οικονομίας», το Μ-Λ ΚΚΕ τονίζει: «ο πρωτογενής τομέαςβρίσκεται μπροστά στον κίνδυνο του αφανισμού [δες αναθεωρήσεις ΚΑΠ και GATT] (...)

»Ήδη βρισκόμαστε στην τελική φάση της μεθοδευμένης καταστροφής χιλιάδων αγροτικών νοικοκυριών και του ξεκληρίσματος της φτωχομεσαίας αγροτιάς [δες και Μητρώο Αγροτών και "Ατζέντα 2000"] και το μονοπωλιακό κεφάλαιο προετοιμάζει νέα συμφωνία μοιράσματος των αγορών στα πλαίσια του Παγκόσμιου Οργανισμού Εμπορίου» (Μ-Λ ΚΚΕ 1998-δ: 3-4, 19, 23-48 και Μ-Λ ΚΚΕ 1998-α: 10-12, 34).

Στην ΕΕ «είχε γίνει προ πολλού η συγκεντροποίηση της γης και η συγκέντρωση του κεφαλαίου στη γεωργία και άρα είχε λυθεί το ζήτημα της καπιταλιστικοποίησης της αγροτικής οικονομίας, δια μέσου της χρησιμοποίησης νέων παραγωγικών δυνάμεων» (Μ-Λ ΚΚΕ 1998-δ: 34).

Αλλά και «ο πρωτογενής τομέας της [ελληνικής] οικονομίας μετά την ένταξη της χώρας μας στην ΕΟΚ έχει σημαντικά διαφοροποιηθεί:

»Κατά πρώτο λόγο έχουν αναπτυχθεί οι παραγωγικές δυνάμεις (...)

»Κατά δεύτερο λόγο έχει διεισδύσει το Μονοπωλιακό Κεφάλαιο (...)

»Το νέο μοντέλο της καπιταλιστικής εκμετάλλευσης (...) οδήγησε σε μια αναδιάρθρωση των σχέσεων παραγωγής (...)

» (...) κάτω από την κοινοτική πίεση, στα μέσα της δεκαετίας του'80 αρχίζει και η διαπλοκή του αγροτικού με το βιομηχανικό και τραπεζικό κεφάλαιο που συνεχίζει να ολοκληρώνεται στις μέρες μας με την εμφάνιση των "Γεωργικών" Εταιρειών, των "Ομάδων παραγωγών", της συμβολαιϊκής Γεωργίας, της καθετοποιημένης αγροτικής εκμετάλλευσης» (Μ-Λ ΚΚΕ 1998-δ: 26).

Έτσι, «το σημερινό αγροτικό νοικοκυριό δεν παράγει πια προϊόντα για αυτοκατανάλωση, αλλά βασικά και κύρια για την αγορά. Κατά συνέπεια δεν ισχύει το ότι στην αγροτική οικονομία επικρατεί η "απλή εμπορευματική παραγωγή", και άραγε η γεωργία γενικά δεν δέχεται την επίδραση των (...) νόμων της καπιταλιστικής οικονομίας (...). Ο καπιταλιστικός τρόπος παραγωγής ισχύει απ' άκρου σ' άκρον στην Ελληνική ύπαιθρο» (Μ-Λ ΚΚΕ 1998-δ: 27-8) και «το παλιό αγροτικό νοικοκυριό της "απλής εμπορευματικής παραγωγής" έχει αλλοτριωθεί τελείως» (Μ-Λ ΚΚΕ 1998-δ: 40).

Για το Μ-Λ ΚΚΕ --και με βάση στοιχεία κατοχής καλλιεργούμενης γης, «το κριτήριο του μεγέθους του αγροτικού νοικοκυριού με βάση την κατοχή και το μέγεθος του κλήρου, χρησιμοποιείται πολύ συχνά κυρίως λόγω της αμεσότητας στην κατανόηση της αγροτικής διαστρωμάτωσης»--, η «πυραμίδα της κοινωνικοταξικής διάρθρωσης στην αγροτιά κόντυνε σε ύψος και πλάτυνε σε φάρδος» (Μ-Λ ΚΚΕ 1998-δ: 26, 31).

Τώρα οι «μεγαλοαγρότες κατέχουν μεγάλο εύρος δραστηριοτήτων που εκτείνεται τόσο στην κατοχή γης, όσο και σε παντοειδείς άλλες εξωγεωργικές δραστηριότητες, ψηλή σύνθεση οργανικού κεφαλαίου (...) και λοιπές επενδύσεις.

»Αυτοί είναι οι καπιταλιστές - επιχειρηματίες της γεωργίας και κτηνοτροφίας, που χρησιμοποιούν κατά γενικό κανόνα μισθωτούς εργάτες, και που συνδέονται με την αγροτιά μόνο με το χαμηλό τους πολιτιστικό επίπεδο, τον τρόπο ζωής τους και με την ίδια τη συμμετοχή τους στις αγροτικές εργασίες» (Μ-Λ ΚΚΕ 1998-δ: 30-1).

«Σε ό,τι αφορά το δευτερογενή τομέα, οι βασικές βιομηχανίες της χώρας γνωρίζουν σοβαρή καθίζηση» --παρά την αύξηση της κερδοφορίας του κεφαλαίου-- «ενώ οι εναλλασσόμενες στην εξουσία κυβερνήσεις, πλειοδοτούν στο ξεπούλημα όλων των κερδοφόρων επιχειρήσεων του δημόσιου στο ντόπιο και ξένο μονοπωλιακό κεφάλαιο» (Μ-Λ ΚΚΕ 1998-δ: 4, 12).

Τι στιγμή που χιλιάδες «μικρομεσαίες βιοτεχνίες κλείνουν», η ανεργία αυξάνεται --προετοιμάζεται «το έδαφος για την επερχόμενη κοινωνία των 2/3»-- και ο «τουρισμός και η ναυτιλία καρκινοβατούν, ευρισκόμενες σε βαθιά κρίση», ο τριτογενής τομέαςείναι το μόνο μη παραγωγικό κομμάτι της οικονομίας, που όμως εμφανίζει αλματώδη άνοδο, δείχνοντας χαρακτηριστικά τα όρια πάνω στα οποία ακροβατεί το ελληνικό οικονομικό θαύμα» (Μ-Λ ΚΚΕ 1998-δ: 4, 22).

Σ' αυτά τα οικονομικά δεδομένα «οι βασικοί μοχλοί της Οικονομίας περνάνε μέσα από το Κοινοτικό Διευθυντήριο, το οποίο και θα καθορίζει πλέον και το όλο σχήμα της πολιτικής της χώρας με βάση τα συμφέροντα των μονοπωλίων, από τα οποία και ελέγχεται» (Μ-Λ ΚΚΕ 1998-δ: 4) και επομένως «είναι τουλάχιστον αφελές να προσπαθεί κάποιος [ΝΑΡ] να προσδώσει "ιμπεριαλιστικά χαρακτηριστικά"» στον ελληνικό καπιταλισμό (Μ-Λ ΚΚΕ 1998-δ: 14).

Και διευκρινίζουν πως αν «και η ίδια η ΕΕ αποτελεί θεσμική έκφραση του δυτικοευρωπαϊκού ιμπεριαλισμού και άρα θα υπέθετε κάποιος ότι η Ελλάδα που συμμετέχει σ' αυτή, αποτελεί τμήμα της ευρωπαϊκής ιμπεριαλιστικής οντότητας», ωστόσο δεν έχουμε μια «μαθηματική εξίσωση, όταν είναι ξεκάθαρες οι σχέσεις εξάρτησης του "σκληρού" πυρήνα της ΕΕ με τις χώρες της περιφέρειας» (Μ-Λ ΚΚΕ 1998-δ: 15).

Αλλά: «Η εξάρτηση της Ελλάδας από τον ιμπεριαλισμό αν και ασφαλώς περιλαμβάνει την οικονομία, δεν περιορίζεται και δεν εξαντλείται στα ζητήματα της οικονομίας. Είναι εξάρτηση ολόπλευρη, οικονομική, πολιτική, στρατιωτική» (Μ-Λ ΚΚΕ 1998-β: 18).

Αναπτύσσοντας την κριτική του προς τις σχετικές αναλύσεις και θέσεις του ΝΑΡ --που «δεν είναι (...) εντελώς καινούργιες», καθώς τέτοιες «θεωρίες» ήταν «παλιό μοτίβο διάφορων τροτσκιστικών ομάδων, και δεν έπαψαν ποτέ να αναπαράγονται και να ευδοκιμούν σαν σκόρπιες και ασυστηματοποίητες αντιλήψεις και απόψεις σε κύκλους και ομάδες του λεγόμενου χώρου» (Μ-Λ ΚΚΕ 1998-β: 17) -- το Μ-Λ ΚΚΕ υποστηρίζει ακόμη πως: «Η εξάρτηση σημάδεψε την ελληνική οικονομία από τη γέννηση ακόμα του νεοελληνικού κράτους, και ποτέ δεν έπαψε να αποτελεί το ιδιαίτερο χαρακτηριστικό της. Σήμερα το ιδιαίτερο γνώρισμα της ελληνικής οικονομίας είναι η εξάρτησή της από το ξένο μονοπωλιακό κεφάλαιο.

»Η κυριαρχία των ντόπιων μονοπωλίων είναι συνυφασμένη με την κυριαρχία των ξένων μονοπωλίων. Το ξένο μονοπωλιακό κεφάλαιο που διατηρεί την πρωτοκαθεδρία και η ελληνική οικονομική ολιγαρχία, η ντόπια μονοπωλιακή αστική τάξη που συνεργάζεται μαζί του, ελέγχουν όλη την οικονομική και επομένως και την πολιτική ζωή της χώρας (...).

»Ο ελληνικός κρατικομονοπωλιακός καπιταλισμός έχει (...) εξαρτημένο χαρακτήρα. Αντιπροσωπεύει την άμεση ένωση της κυριαρχίας των ξένων και ντόπιων μονοπωλίων με τη δύναμη του ελληνικού κράτους και στην ένωση αυτή ο βασικός ρόλος ανήκει στα μονοπώλια. (...)

»Η ντόπια ολιγαρχία αποτελεί το κοινωνικό στήριγματου ιμπεριαλισμού στην Ελλάδα, και ο ξένος ιμπεριαλισμός το δικό της στήριγμα» (Μ-Λ ΚΚΕ 1998-β: 18-19).

Δεδομένης της εξάρτησης η κρατική (εθνική) κυριαρχία και ανεξαρτησία κρατούν μόνο τα τυπικά γνωρίσματά τους, αφού εξάρτηση «σημαίνει υποταγή στην εξουσία κάποιου άλλου. Στην περίπτωση της Ελλάδας, σημαίνει υποταγή της ντόπιας μεγαλοαστικής τάξης στις ιμπεριαλιστικές δυνάμεις, τον έλεγχο της εξουσίας της και την υπαγωγή σε τελική ανάλυση της κυριαρχίας της χώρας στην ιμπεριαλιστική επικυριαρχία» (Μ-Λ ΚΚΕ 1998-β: 19).

Με νεοαποικιακή εκμετάλλευση και έλεγχο --«πολεμικές βάσεις (...) υποδουλωτική οικονομική βοήθεια, (...) εξαγωγή κεφαλαίου, (...) φασιστικά πραξικοπήματα (...) κ.λπ.»--, ιστορικά, «εξασφάλισε ο ιμπεριαλισμός τον πλήρη έλεγχο της Ελλάδας» (Μ-Λ ΚΚΕ 1998-β: 20-1).

Όσον αφορά στην εξαγωγή κεφαλαίου, και σε αντιπαράθεση με τη θέση (ΝΑΡ) πως δεν έχει σημασία η εθνική προέλευση των κεφαλαίων που επενδύονται σε μια χώρα, το Μ-Λ ΚΚΕ υποστηρίζει ότι παρόλο που η εξαγωγή κεφαλαίου σε χώρες υπό ιμπεριαλιστικό έλεγχο «έχει (...) σαν συνέπεια στις ίδιες αυτές χώρες να επιταχύνεται το άπλωμα και η κυριαρχία των καπιταλιστικών σχέσεων, να αναπτύσσεται συνολικά ο καπιταλισμός», εντούτοις πρόκειται για μια ανάπτυξη «οικοδομημένη στην υποδούλωση και την εθνική (...) καταπίεση, μια ανάπτυξη κατά κανόνα μονόπλευρη και στρεβλή (...) που γίνεται σύμφωνα με τις επιλογές του ιμπεριαλισμού, με προτεραιότητες που εκείνος καθορίζει, σε τομείς που κατά κύριο λόγο εξυπηρετούν τα συμφέροντά του (...)

»Μια τέτοιου τύπου ανάπτυξη γνώρισε και ο ελληνικός καπιταλισμός κάτω από την ιμπεριαλιστική κυριαρχία και τη διείσδυση του ξένου κεφαλαίου» (Μ-Λ ΚΚΕ 1998-β: 21, 26, 29).

Στα όρια αυτής της ανάπτυξης οι οικονομικές επιλογές καθορίζονται από τον ιμπεριαλισμό, ενώ «η ντόπια ολιγαρχία (...) εξαναγκάζεταινα θέλει (...) εκείνα που της επιβάλλουν, μπορείόμως τελικά, μόνον εκείνα που της επιτρέπουν», και έτσι προσαρμόζει τις (υπαρκτές) «φιλοδοξίες» της στα πραγματικά της «προσόντα» --στην καλύτερη περίπτωση του «ευνοούμενου πλασιέ, διαμεσολαβητή και τοποτηρητή των ιμπεριαλιστών στην περιοχή» (Μ-Λ ΚΚΕ 1998-β: 23-5).

Για το Μ-Λ ΚΚΕ «στην Ελλάδα, είναι πάνωαπ' την ελληνική ολιγαρχία, ο ιμπεριαλισμός», και δεν είναι παρά «κοροϊδία της λογικής να θέλει να βγάλει κανείς συμπεράσματα για τον ιμπεριαλισμό της Ελλάδας (...) όταν κάτι τέτοιο προϋποθέτει και απαιτεί δύναμη(...) οικονομική, χρηματιστική, στρατιωτική) (...) αντιπαράθεσης και συναγωνισμού για εδάφη, σφαίρες επιρροής κ.λπ. με όλες τις ηγεμονικές ιμπεριαλιστικές δυνάμεις» (Μ-Λ ΚΚΕ 1998-β: 23), όταν η «μετατροπή του καπιταλισμού σε ιμπεριαλισμό» γίνεται «μόνο σε ορισμένη, πολύ υψηλή βαθμίδα ανάπτυξής του»(Μ-Λ ΚΚΕ 1998-β: 30), όταν η «άσκηση ιμπεριαλισμού από μια χούφτα χώρες, προϋποθέτει την ύπαρξη γιγαντιαίων διαστάσεων μονοπωλίων με σχέσεις κυριαρχίας και βίας απέναντι όχι μόνο στα καταπιεζόμενα έθνη μα και απέναντι στους άλλους ανταγωνιστές τους» (Μ-Λ ΚΚΕ 1998-δ: 14).

Άρα: «Δεν καταλαβαίνουν [ΝΑΡ] ότι τα γνωρίσματα του ιμπεριαλισμού, είναι ιδιαίτερα σε σχέση με τον καπιταλισμό γενικά» --ο ιμπεριαλισμός δεν ταυτίζεται με «την ανώτερη μορφή ανάπτυξης του συνόλου των καπιταλιστικών σχέσεων και των αστικών τάξεων»-- δεν καταλαβαίνουν πως ο ιμπεριαλισμός δεν «εξαντλείται στις οικονομικές ιδιότητες και την οικονομική πλευρά του ζητήματος» (Μ-Λ ΚΚΕ 1998-β: 30-1). Έτσι εμφανίζουν έναν κόσμο που «έχει κατακλυσθεί από ιμπεριαλισμούς! [...] παραλλάσσοντας τον υπεριμπεριαλισμό(...) με κάποιον (...) παν-ιμπεριαλισμό(...) τον οποίο ονομάζουν ολοκληρωτικό καπιταλισμό» (Μ-Λ ΚΚΕ 1998-β: 27) Με τον τρόπο όμως αυτό «εξωραϊζουν τον ιμπεριαλισμό» αλλά και τον «εγχώριοκρατικομονοπωλιακό καπιταλισμό και το καθεστώς της εξάρτησης» (Μ-Λ ΚΚΕ 1998-β: 31 και Μ-Λ ΚΚΕ 1998-δ: 14).

Υπό καθεστώς εξάρτησης η «εξωτερική πολιτική της κυβέρνησης του ΠΑΣΟΚ» --το ΠΑΣΟΚ είναι ο ένας από τους δυο κύριους εκφραστές των συμφερόντων της μεγαλοαστικής τάξης, ο άλλος είναι η ΝΔ-- «καθορίζεται και κινείται μέσα στο πλαίσιο του ανταγωνισμού των ιμπεριαλιστικών δυνάμεων, των ΗΠΑ και της ΕΕ, (...) στην περιοχή» εφαρμόζοντας «πολιτική εθνικής υποτέλειας», και επιδιώκοντας «να εξισορροπήσει τις ιμπεριαλιστικές επιρροές, με την οικονομικο-πολιτική ένταξη στην ΕΕ από τη μια πλευρά», και τη στρατιωτικο-γεωστρατηγική «ένταξη στους σχεδιασμούς του αμερικάνικου ιμπεριαλισμού από την άλλη» (Μ-Λ ΚΚΕ 1998-α: 17, 22).

«Πρόκειται για μια πολιτική προσαρμογής στα συμφέροντα και τις επιδιώξεις των ιμπεριαλιστών, μέσα από την οποία η αστική τάξη προσπαθεί να προωθήσει τους στόχους της, να διεισδύσει οικονομικά, να ανταγωνισθεί την Τουρκία και να αναδειχθεί αυτή ευνοούμενος διαμεσολαβητής και τοποτηρητής των ιμπεριαλιστών στην περιοχή των Βαλκανίων»(Μ-Λ ΚΚΕ 1998-α: 18).

Όσον αφορά στην Τουρκία, αυτή αμφισβητεί έμπρακτα την κυριαρχία και εδαφική ακεραιότητα της Ελλάδας και τα «ελληνικά κυριαρχικά δικαιώματα στον εναέριο, θαλάσσιο και νησιωτικό χώρο και με ένα συνδυασμό πολιτικής και στρατιωτικής πίεσης σε βάρος της Ελλάδας, επιδιώκει μια συνολική επαναδιαπραγμάτευση, ένα νέο μοίρασμα στην περιοχή» (Μ-Λ ΚΚΕ 1998-α: 18).

«Αν (...) ξεσπάσει πόλεμος και οι Τούρκοι επιθετιστές με την ενίσχυση, κρυφή και φανερή, των ιμπεριαλιστών επιτεθούν στην Ελλάδα, όπως συνέβη και στην Κύπρο, τότε θα πρέπει οι κομμουνιστές να αγωνιστούν για την υπεράσπιση της εδαφικής ακεραιότητας και της εθνικής κυριαρχίας» (Μ-Λ ΚΚΕ 1998-α: 20).

Για το Μ-Λ ΚΚΕ μόνο η εργατική τάξη μπορεί στις συνθήκες μιας εξαρτημένης χώρας να υπερασπιστεί τα «εθνικολαϊκά συμφέροντα» είτε ως επικεφαλής «του αγώνα για την υπεράσπιση της εδαφικής ακεραιτόητας» είτε ως «φραγμός στις τυχοδιωκτικές εθνικιστικές εκστρατείες» των αστών (Μ-Λ ΚΚΕ 1998-α: 20).

«Μόνο μια τέτοια πολιτική μπορεί να συνδυάσει το διεθνισμό με τον πατριωτισμό της εργατικής τάξης» αναδεικνύοντάς την «σε ηγέτιδα δύναμη της κοινωνίας» και φέρνοντάς την πλησιέστερα στην «πραγματοποίηση των στρατηγικών της επιδιώξεων, την ανατροπή του ιμπεριαλισμού και της αστικής τάξης» (Μ-Λ ΚΚΕ 1998-α: 20).

Το Μ-Λ ΚΚΕ σε αντίθεση με --την τύπου ΚΚΕ, ρεβιζιονιστική-- «πολιτική της "εθνικής ανάπτυξης" και της "παραγωγικής ανασυγκρότησης της οικονομίας της χώρας", που οδηγεί πρακτικά στην παραγωγική ανασυγκρότηση του καπιταλισμού και στο ξεπέρασμα της οικονομικής του κρίσης», την πολιτική δηλαδή που «απορρίπτει τον επαναστατικό δρόμο και προβάλλει τη γραμμή του "ειρηνικού περάσματος"» αντικαθιστώντας «τον ταξικό επαναστατικό αγώνα για την ανατροπή του κρατικομονοπωλιακού καπιταλισμού με τις κοινοβουλευτικές μεταρρυθμίσεις» (Μ-Λ ΚΚΕ 1998-α: 23-4 και Μ-Λ ΚΚΕ 1998-β: 10-11), υποστηρίζει το «δρόμο του μαζικού λαϊκού εξωκοινοβουλευτικού αγώνα», και την «ουσιαστική σύνδεση με τις μάζες» --σύνδεση, που «δεν μπορεί να γίνει από "θεαματικές" και τυχοδιωκτικές ενέργειες που εκφράζουν μικροαστική ανυπομονησία»-- με στρατηγικό στόχο την «ανατροπή της διπλής κυριαρχίας του ιμπεριαλισμού και της ντόπιας αστικής τάξης [που] θα ανοίξει το δρόμο για ριζικές κοινωνικές αλλαγές, για την εγκαθίδρυση της επαναστατικής εξουσίας» (Μ-Λ ΚΚΕ 1998-α: 38-9).

Στην κατεύθυνση της ανασυγκρότησης και συσπείρωσης των κομμουνιστών, απαιτείται: Η υπεράσπιση «του μαρξισμού-λενινισμού και του προλεταριακού διεθνισμού (...) των μεγάλων σοσιαλιστικών κατακτήσεων της Οκτωβριανής Επανάστασης, της ιστορίας και της επαναστατικής γραμμής του κομμουνιστικού κινήματος και της 3ης Διεθνούς». Η αντιπαράθεση ενάντια στις διαλυτικές και μηδενιστικές θεωρίες που αμφισβητούν «τον επαναστατικό χαρακτήρα της σοβιετικής εξουσίας την περίοδο του Λένιν και του Στάλιν». Η υπεράσπιση της μ-λ θεωρίας για «την επαναστατική ανατροπή της αστικής εξουσίας» και την «εγκαθίδρυση της δικτατορίας του προλεταριάτου». Η σύγκρουση με τις αντιεξουσιαστικές απόψεις «που αρνούνται την επαναστατική εξουσία της διχτατορίας του προλεταριάτου». Η αντιπαράθεση «στο ρεφορμιστικό πρόγραμμα διαχείρισης, εκσυχρονισμού και ανάπτυξης της καπιταλιστικής οικονομίας, στο πρόγραμμα εκδημοκρατισμού του κράτους και του αστικού συστήματος γενικότερα». Η ρήξη με το ρεβιζινισμό «που οδήγησε στην παλινόρθωση». Η αξιοποίηση «των βασικών συμπερασμάτων του αντιρεβιζιονιστικού αγώνα της δεκαετίας του '60, που αναπτύχθηκαν θεωρητικά και υλοποιήθηκαν πρακτικά με την πολιτιστική επανάσταση από το Μάο, για την ύπαρξη τάξεων και ταξικών ανταγωνιστικών αντιθέσεων σε όλη την ιστορική περίοδο του σοσιαλισμού, για τη συνέχιση της επανάστασης κάτω από τις συνθήκες της διχτατορίας του προλεταριάτου και τον κίνδυνο της καπιταλιστικής παλινόρθωσης». Η αποδοχή της αναγκαιότητας «ύπαρξης ενός πραγματικού κομμουνιστικού κόμματος της εργατικής τάξης στηριγμένου στις λενινιστικές αρχές». Η παραδοχή «του γεγονότος, πως βρισκόμαστε στην εποχή του ιμπεριαλισμού και της προλεταριακής επανάστασης, όπως αναλύθηκε επιστημονικά και προσδιορίστηκε από το Λένιν» (Μ-Λ ΚΚΕ 1998-α: 37-8).

Το Μ-Λ ΚΚΕ επιδιώκει το «δυνάμωμα της αυτοδύναμης, ανεξάρτητης πολιτικής δράσης του», το δυνάμωμα της ιδεολογικο-πολιτικής του επιρροής --και στη βάση αυτή κρίνεται ως ιδιαίτερα «ελπιδοφόρο το γεγονός πως βαθμιαία διευρύνεται, από εκλογή σε εκλογή, η επιρροή και η απήχηση των θέσεων του Μ-Λ ΚΚΕ»-- και ταυτόχρονα προβάλλει «τη γραμμή της ενότητας των μαρξιστών-λενινιστών απευθύνοντας συγκεκριμένο κάλεσμα για τη συσπείρωση όλων των οργανωμένων και ανένταχτων δυνάμεων του μ-λ κινήματος σ' ένα ενιαίο Κόμμα» (Μ-Λ ΚΚΕ 1998-α: 26, 28, 31-2).

Στο συνδικαλιστικό (ταξικό) επίπεδο το Μ-Λ ΚΚΕ --και σε αντίθεση με τη γραμμή (ΝΑΡ) «"έξω από τα συνδικάτα"»-- υποστηρίζει τη συμμετοχή στα συνδικάτα «για την αλλαγή του συσχετισμού σ' αυτά υπέρ της αγωνιστικής γραμμής», αναπτύσσει την «αυτόνομη συνδικαλιστική (...) δράση» του που πρέπει πάντως «να συνδυάζεται» και με «τη συνδικαλιστική συσπείρωση» --ως συνειδητή και σχεδιασμένη προσπάθεια «"από τα πάνω"» και όχι «"από τα κάτω" με "ολομελειακές αμεσοδημοκρατικές πρωτοβουλίες"»-- και την «ενιαομετωπική δράση (...) γύρω από καθορισμένους συνδικαλιστικούς στόχους». Το Μ-Λ ΚΚΕ ξεκαθαρίζει πως είναι αρνητικό «σ' ένα χωρίς περιορισμό πολυσυλλεκτικό συγχρωτισμό δυνάμεων που δεν έχει σύνορα» (Μ-Λ ΚΚΕ 1998-γ:14-16 και Μ-Λ ΚΚΕ 1998-α: 34).

1.3 Α/συνέχεια

Η Α/συνέχεια εντοπίζει τρία στάδια εξέλιξης του καπιταλιστικού συστήματος. Το προμονοπωλιακό, το μονοπωλιακό και το ιμπεριαλιστικό στάδιο, «δηλαδή του καπιταλισμού που πεθαίνει και σαπίζει, που δεν έχει τίποτα άλλο ιστορικά να δώσει, που κινητοποιεί όλο το δυναμισμό του για να διαιωνίσει ένα αντιδραστικό σύστημα, όταν ωριμάζουν περισσότερο από κάθε άλλη φορά [υπερωριμάζουν] οι υλικοί όροι για το πέρασμα σε μια άλλη κοινωνική οργάνωση» (Α/συνέχεια 1998: 12, 16).

Στον 20ό αιώνα, που είναι ο αιώνας του ιμπεριαλισμού αλλά και «του μεγάλου σχίσματος της παγκόσμιας αγοράς, απόσπασης των αδύνατων κρίκων από την ιμπεριαλιστική αλυσίδα», ο ιστορικός χρόνος επιταχύνεται ως αποτέλεσμα «της λυσσαλέας πάλης ανάμεσα σε δύο ανταγωνιστικές τάξεις, που είναι οργανωμένες σε σημαντικό βαθμό, που φτάνουν στο επίπεδο μιας στρατηγικής ισορροπίας (δύο συστήματα) και δημιουργούν νέους όρους και συνθήκες για την εξέλιξη της ταξικής πάλης» (Α/συνέχεια 1998: 12). «Όλη η ιστορία του αιώνα μας είναι ιστορία κινητοποίησης όλων των δυνάμεων των δύο αντιτιθέμενων τάξεων και συστημάτων και κοσμοθεωριών για την επικράτηση της μιας πάνω στην άλλη (...).

»Το αποτέλεσμα είναι να περιορίζεται η βάση του καπιταλισμού/ιμπεριαλισμού και να είναι υποχρεωμένος ο τελευταίος να βαθαίνει, να επιταχύνει, να θέτει σε ενέργεια διαδικασίες που η πρωτύτερη διαχείριση (χωρίς τον ανταγωνισμό ενός άλλου συστήματος) δεν είχαν καταστήσει απαραίτητες» (Α/συνέχεια 1998: 12-13).

Εντούτοις, ο αιώνας «κλείνει με το θρίαμβο της αντεπανάστασης [...] σήμερα ζούμε την επανενοποίηση του παγκόσμιου καπιταλιστικού χώρου υπό τη σφραγίδα του μονοπωλιακού καπιταλισμού». Κι αυτό είναι το ιδιαίτερα καινούργιο του σύγχρονου κόσμου το οποίο και αδυνατούν να αντιληφθούν «όλες οι θεωρίες για ύστερο καπιταλισμό, ολοκληρωμένο καπιταλισμό» κ.λπ. (Α/συνέχεια 1998: 14, 15).

Η αντεπανάσταση εκφράστηκε με «μια "παραξενιά της ιστορίας": η πτώση του σοσιαλισμού δεν έγινε με εξωτερικές επεμβάσεις, αλλά από τα μέσα, μετά από μια προετοιμασία που κράτησε μερικές δεκαετίες» (Α/συνέχεια 1998: 14).

Πρόκειται για την «περίφημη "βελούδινη επανάσταση"» αποτέλεσμα της συμφωνίας των βασικών κρίκων «της ιμπεριαλιστικής αλυσίδας (ΗΠΑ, ΕΟΚ, Ιαπωνία)» με «τα κυρίαρχα στρώματα του ανατολικού μπλοκ, ειδικά τη "μεταρρυθμιστική" πτέρυγα που εκφραζόταν από την πολιτική Γκορμπατσόφ. Αυτή η συμφωνία-επιλογή, που εξασφάλιζε στους δυτικούς μια σημαντική ανάσα στη χρόνια κρίση και πρόσφερε νέους χώρους διείσδυσης και ανταγωνισμού, και στους ανατολικούς [στα νεοαστικά στρώματα] πρόσφερε την "ολοκλήρωση" σε αστική τάξη, ήταν ο βασικός πράγοντας που καθόρισε το "βελούδινο" [ειρηνικό] χαρακτήρα της μετάβασης/ενσωμάτωσης» (Α/συνέχεια 1998: 55-8).

«Η "περεστρόικα" ήταν το τελευταίο όχημα των νεοαστικών δυνάμεων που έθρεψε ο σύγχρονος ρεβιζιονισμός και οδήγησε στην πλήρη αποκομμουνιστικοποίηση» (Α/συνέχεια 1998: 61).

«Τα νέα αστικά στρώματα εργάστηκαν για την παλινόρθωση του καπιταλισμού γιατί μόνο μέσα από την πλήρη αποτίναξη του κομμουνιστικού μανδύα μπορούσαν να ολοκληρωθούν σε πλήρη αστική τάξη» (Α/συνέχεια 1998: 20).

«Τα όσα συνέβησαν στο δίχρονο 1989-91 δεν ήταν κεραυνός εν αιθρία, αλλά λογική κατάληξη του δρόμου που πήρε η ενστάλαξη του καπιταλισμού μέσα στις μεταβατικές κοινωνίες [...] μετά την δεκαετία του '50, δεκαετία-σοκ για το κομμουνιστικό κίνημα κατά την οποία με πρόσχημα τη διόρθωση λαθών της προηγούμενης περιόδου, περάσαμε στο ξήλωμα όλων των κατακτήσεων που είχαν επιτρέψει στο κομμουνιστικό κίνημα μέχρι τότε να παίξει πρωτοποριακό ρόλο» (Α/συνέχεια 1998: 18-19).

Η «παλινόρθωση του καπιταλισμού στις μεταβατικές κοινωνίες [...] προετοίμασε (...) όλους τους όρους για το πέρασμα σε μια νέα φάση, στη Νέα Τάξη Πραγμάτων [...] που στοχεύει στην παραπέρα διάλυση του πόλου της επανάστασης» (Α/συνέχεια 1998: 23, 55).

Έτσι, «σήμερα ζούμε μια κοινωνική μοντελοποίηση, τη Νέα Τάξη Πραγμάτων, που βαδίζει στα ίδια χνάρια με τον χιτλερισμό, ξεπερνώντας τον στην έκταση και στο βάθος της καταστροφής που προκαλεί» (Α/συνέχεια 1998: 11).

Δεν έχουμε, ωστόσο, «ένα καινούργιο στάδιο που να έχει άλλα από τα χαρακτηριστικά που είχει προσδώσει ο λενινισμός στον ιμπεριαλισμό» (Α/συνέχεια 1998: 15)

«Το ιμπεριαλιστικό στάδιο του καπιταλισμού δεν ακυρώνει τους βασικούς νόμους και τις βασικές αντιθέσεις του καπιταλιστικού συστήματος. Ο ιμπεριαλισμός σαν μονοπωλιακός καπιταλισμός φέρνει στην επιφάνεια με ιδιαίτερη οξύτητα το νόμο της ανισόμετρης ανάπτυξης τομέων της οικονομίας, ή και διαφόρων χωρών (...)

» (...) Οι δύο μεγάλες παγκόσμιες κρίσεις, αυτή του 1929-33 και αυτή που ξεκίνησε το 1973 και ακόμα διαρκεί, αποδεικνύουν τα αντίθετα από τους ισχυρισμούς των απολογητών του συστήματος. Η καταστροφή παραγωγικών δυνάμεων, η υπολειτουργία του παραγωγικού δυναμικού, η τάση προς τον αχαλίνωτο παρασιτισμό και η γενικευμένη χρηματιστικοποίηση της παγκόσμιας οικονομίας (...), αυτό που οι αστοί ονομάζουν "άυλο", συνεχίζονται και μεγεθύνονται σε διαστάσεις που ποτέ η κοινωνία δε γνώρισε» (Α/συνέχεια 1998: 14).

Έτσι, «το καπιταλιστικό-ιμπεριαλιστικό σύστημα (...) βουλιάζει στον παρασιτισμό (...) εμποδίζει την κοινωνική πρόοδο καταστρέφοντας παραγωγικές δυνάμεις», περιορίζει την «ανάπτυξη των παραγωγικών δυνάμεων» (Α/συνέχεια 1998: 71, 81-2), άλλο που «κάποιοι εξακολουθούν να μην καταλαβαίνουν τίποτα για το "σάπισμα και τον παρασιτισμό" του ιμπεριαλισμού» (Α/συνέχεια 1998: 54).

Το καπιταλιστικό σύστημα περνάει, λοιπόν, μια παγκόσμια παρατεταμένη κρίση. Κρίση «υπερσυσσώρευσης κεφαλαίου. Το παραγμένο κεφάλαιο δεν βρίσκει ικανοποιητικούς όρους επένδυσης, επέκτασης και νέων κερδών και στέκεται καταρχήν αχρησιμοποίητο, για να στραφεί μαζικά και ιλιγγιώδικα σε ιδιαίτερες, παρασιτικού χαρακτήρα δραστηριότητες. Η "χρηματιστηριοποίηση της οικονομίας", που γνωρίζει μια αποθέωση στις μέρες μας, έχει τη ρίζα της σ' αυτή την εξέλιξη» της κρίσης υπερσυσσώρευσης «λόγω της πτώσης του ποσοστού του κέρδους» (Α/συνέχεια 1998: 28-9, 39).

Στα πλαίσια αυτής της κρίσης, λοιπόν, εμφανίζεται «μια σημαντική αποβιομηχάνιση ειδικά των μητροπολιτικών κέντρων του αναπτυγμένου καπιταλισμού [που] (...) σαν τάση συνδέεται με το φουλάρισμα των μητροπολιτικών κέντρων σε τομείς αιχμής και με την παράλληλη μεταφορά μέρους των βιομηχανικών δραστηριοτήτων σε άλλες περιοχές (...).

»Σε καμιά περίπτωση όμως η αποβιομηχανοποίηση δεν φτάνει τους αριθμούς του [υποτιθέμενου] μεταβιομηχανικού μοντέλου (...)

»Πίσω από τους όρους "τριτοποίηση" και "υπηρεσίες" κρύβεται μια τεράστια στατιστική αλχημεία των αστών. Μια σειρά βιομηχανικοί τομείς χαρακτηρίζονται υπηρεσίες». Στόχος σε θεωρητικό επίπεδο: η απαξίωση του μαρξισμού, αφού «η εργατική τάξη, αν δεν έχει εξαφανιστεί, μειώνεται, και σίγουρα δεν παίζει αποφασιστικό ρόλο στην παραγωγή και δεν είναι η μόνη αξιοδημιουργός δύναμη. Άρα, όλος ο μαρξισμός είναι παρωχημένος, είναι για πέταμα» (Α/συνέχεια 1998: 35-6).

Η κρίση, πάντως, που εμφανίζεται από τα τέλη της δεκαετίας του '60 για να γενικευτεί μετά το 1973 είναι η «χειρότερη κρίση» που γνώρισε ποτέ ο καπιταλισμός. «Το «καπιταλιστικό σύστημα όχι μόνο απέτυχε να βγει, αλλά και βυθίζεται όλο και περισσότερο στο φαύλο κύκλο της κρίσης - αναδιάρθωσης - κρίσης», σε συνθήκες που «οι υλικοί όροι για το πέρασμα της ανθρωπότητας σε μια παγκόσμια κοιμμουνιστική κοινωνία είναι πιο ώριμοι παρά ποτέ άλλοτε» (Α/συνέχεια 1998: 25, 28).

Σε μια «φάση αντεπανάστασης», όπως αυτή που ζούμε, η «αναδιαρθρωτική κίνηση» -- που εφόρμησε μέσω του νεοφιλελευθερισμού «και οδήγησε, τελικά, στην εμφάνιση του παγκοσμιοποιημένου μονοπωλιακού καπιταλισμού», της Νέας Τάξης Πραγμάτων-- ήταν και είναι «η απάντηση της αστικής τάξης στην κρίση. Πάνω στο έδαφος της αναδιάρθρωσης πραγματοποιήθηκαν όλες οι σημαντικές μεταβολές, και στη δομή του κεφαλαίου και στην κοινωνική και ταξική διαστρωμάτωση στις μητροπόλεις, στην ύπαιθρο και την περιφέρεια του κόσμου, αλλά και εμφανίστηκαν όλες οι τροποποιήσεις της οικονομικής και πολιτικής δύναμης ανάμεσα στα βασικά κέντρα-κρίκους του διεθνούς συστήματος». Στα πλαίσια αυτά πρέπει να ειδωθεί και η τυπική ολοκλήρωση της καπιταλιστικής παλινόρθωσης στις μεταβατικές κοινωνίες. Εξάλλου, η περεστρόικα δεν ήταν παρά «η ανατολική εκδοχή της αναδιάρθρωσης» (Α/συνέχεια 1998: 27, 31, 42, 45-6, 55).

Όμως, η σύγχρονη αστική απάντηση στην κρίση δεν είναι μια απάντηση σε μια οποιαδήποτε (ιστορική) καπιταλιστική κρίση. Είναι μια απάντηση σε συνθήκες υπερωρίμανσης «των υλικών όρων για το πέρασμα σε ένα ανώτερο κοινωνικό σύστημα οργάνωσης». Γι' αυτό και η αναδιάρθρωση είναι μια «πρωτοφανέρωτης κλίμακας "απάντηση"», εφόσον «έρχεται να αντιμετωπίσει (...) τη γενικευμένη κρίση που φέρνει στην επιφάνεια με τη μεγαλύτερη σφοδρότητα σ' ολόκληρη την ιστορία του καπιταλισμού, την τεράστια σύγκρουση που υπάρχει ανάμεσα στον κοινωνικό χαρακτήρα της παραγωγής και στον ατομικό χαρακτήρα της ιδιοποίησης του παραγόμενου πλούτου». Γι' αυτό και «η αναδιάρθωση δεν αφορά μονάχα μια διαδικασία που αγκαλιάζει τον τομέα της παραγωγής για να αντισταθμίσει τις τάσεις της ίδιας της καπιταλιστικής παραγωγής, αλλά τείνει και αγκαλιάζει όλες τις κοινωνικές πλευρές ύπαρξης της ανθρωπότητας. Είναι βαθύτατα πολιτική και ταξική». Είναι αντεπαναστατική (Α/συνέχεια 1998: 31-2).

Το κτύπημα του εργάτη-μάζα «που είχε αναδειχτεί στα "30 ένδοξα χρόνια" του φορντικού και τεϋλορικού μοντέλου», της άκαμπτης αλυσίδας και της μαζικής παραγωγής αδιαφοροποίητων προϊόντων, υπήρξε απ' τους πρωταρχικούς στόχους της ανδιαρθρωτικής κίνησης (Α/συνέχεια 1998: 43-4, 51).

«Όλες αυτές οι τροποποιήσεις και σεισμοί, δεν μπορούσαν να μην έχουν τον αντίκτυπό τους στο κοινωνικό επίπεδο, στις συνθήκες διαβίωσης των μαζών, στην παγκόσμια ταξική διαστρωμάτωση. Το κύριο και βασικό είναι η εξάπλωση και γιγαντοποίηση της δυαδικής κοινωνίας κάθετα και οριζόντια σ' ολόκληρο τον πλανήτη» (Α/συνέχεια 1998: 28).

Όπου κάθετα σημαίνει «στο εσωτερικό της κάθε χώρας» και οριζόντια «σε πλανητική κλίμακα», δηλαδή ό,τι ονομάζουν κάποιοι «χάσμα αναπτυγμένου Βορρά και καθυστερημένου Νότου» (Α/συνέχεια 1998: 46-7).

Η «σχέση της Νέας Τάξης Πραγμάτων με τη δυαδική κοινωνία είναι προφανής και οργανική. Μάλιστα είναι αυτή (...) που εξασφαλίζει σήμερα την περιχαράκωση των δυο κόσμων, των δυο κοινωνιών, σε συνθήκες σφαιρικοποίησης της "οικονομίας-κόσμος"». Για ποιους κόσμους πρόκειται; Για «τον ένα κόσμο, ή την "πάνω" κοινωνία» και για το "δεύτερο κόσμο" ή "κοινωνία"» (Α/συνέχεια 1998: 67).

Με τον τρόπο αυτό: «Επιβεβαιώνεται πέρα για πέρα όλη η μαρξιστική ανάλυση για το νόμο της καπιταλιστικής συσσώρευσης και την αναγκαία απόλυτη και σχετική εξαθλίωση του προλεταριάτου σε πλανητική κλίμακα. Η δυαδικοποίηση που σημαδεύει όλες τις κοινωνίες, σε όλα τα πλάτη και τα μήκη της γης, είναι έκφραση αυτού του νόμου». Ταυτόχρονα: «Επιβεβαιώνεται πέρα για πέρα η λενινιστική ανάλυση για τον ιμπεριαλισμό (...). Σήμερα, (...) μια χούφτα χώρες έχουν τυλίξει μέσα στα δίκτυά τους την οικονομία, την πολιτική και τον πολιτισμό ολόκληρου του πλανήτη, ισοπεδώνοντας κάθε ιδιομορφία που εμποδίζει την κυριαρχία τους» (Α/συνέχεια 1998: 24-5, 46).

«Η Νέα Τάξη Πραγμάτων έχει ένα Διευθυντήριο» --με «τρία (...) κέντρα» ή μια «Αγία Τριάδα»-- που αποτελείται από τις «βασικές ιμπεριαλιστικές δυνάμεις» --ΗΠΑ, Ευρωπαϊκή Ένωση και Ιαπωνία. «Το Διευθυντήριο ομιλεί εξ ονόματος της "διεθνούς κοινότητας". Επιβάλλει τα τελεσίγραφά τους (...). Χρησιμοποιεί όλα τα δίκτυα που διαθέτει --στρατιωτικά, οικονομικά και πληροφοριακά». Έτσι, από «το διπολικό κόσμο (...) των δυο υπερδυνάμεων δεν οδηγηθήκαμε σε (...) μια πλανητική υπερδύναμη» αλλά «σε μια αναδιάταξη των βασικών ιμπεριαλιστικών δυνάμεων». Αυτό είναι το αποτέλεσμα της λειτουργίας «του νόμου της ανισόμετρης ανάπτυξης σε όλα τα χρόνια που διαρκεί η κρίση και η αναδιάρθρωση» (Α/συνέχεια 1998: 67).

Στη βάση της Νέας Τάξης Πραγμάτων βρίσκεται ο παγκοσμιοποιημένος καπιταλισμός και στη βάση του παγκοσμιοποιημένου καπιταλισμού «200 πάνω-κάτω πολυεθνικές» (Α/συνέχεια 1998: 70-1).

«Αυτές οι πολυεθνικές είναι η σύγχρονη διεθνής "κοινωνία των πολιτών", είναι η "οικονομία-κόσμος" ή "κοσμοοικονομία". Ο πυρήνας, η ατμομηχανή της παγκόσμιας καπιταλιστικής οικονομίας. (...)

»Στελέχη αυτών των πολυεθνικών επανδρώνουν τις κυβερνήσεις στις χώρες της "οικονομίας-κόσμος" (τα βασικά ιμπεριαλιστικά κέντρα) και τα διεθνή οικονομικά δίκτυα (ΔΝΤ, Παγκόσμια Τράπεζα, ΟΟΣΑ κ.λπ), αλλά και τους διεθνείς πολιτικούς οργανισμούς (ΟΗΕ, ΝΑΤΟ, ΔΑΣΕ, περιφερειακές ολοκληρώσεις κ.λπ, κ.λπ.) (Α/συνέχεια 1998: 38).

Δεν έχουμε, ωστόσο, έναν υπεριμπεριαλισμό ούτε και μια υπέρβαση του εθνικού κράτους, αν και η «"οικονομία-κόσμος" (...) αναγκαστικά μορφοποίησε τις κάθε φορά ανάγκες της με τροποποιήσεις, αλλαγές στη μορφή κράτος (...).

»Στην κούρσα της παγκοσμιοποίησης αυτή η "διεθνής κοινωνία" προηγήθηκε από τα κράτη σε πολλά (...) τα κράτη "προωθούσαν" ή προσυπόγραφαν πράγματα που είχαν δρομολογήσει οι αντίστοιχες "κοινωνίες των πολιτών" (πολυεθνικές).

»Επομένως, η επέκταση των πολυεθνικών από το "πολυεθνικό" στο "παγκόσμιο" δεν σημαίνει ένα νομαδισμό που μεταφράζεται σε κόψιμο του "ομφάλιου λώρου" από την "εθνική τους εστία".» Η κοσμοοικονομία δεν μπορεί να σταθεί χωρίς την πολιτική, οικονομική και στρατιωτική ενίσχυση της εθνικής εστίας. «Άρα έχει όλο και μεγαλύτερη ανάγκη από το κράτος.

»Οι κυριαρχούμενες χώρες, οι χώρες που πρέπει να ξεχαρβαλώσουν κάθε οικονομική αυτόνομη υπόσταση για να αλωθούν από τη δράση των πολυεθνικών, βλέπουν στην κυριολεξία να μετατοπίζονται τα κέντρα αποφάσεων και τυπικά πλέον σε διεθνείς οργανισμούς, ή βλέπουν να πρέπει να υποχρεώνονται σε αναδιπλώσεις και συρρίκνωση των κυριαχικών δικαιωμάτων (...) ο Λένιν [άλλωστε] θεωρούσε εντελώς δυνατή την πλήρη υποδούλωση μιας χώρας από τον ιμπεριαλισμό μέσω της εξαγοράς των κοινοβουλίων, των πολιτικών, των δημόσιων λειτουργών» (Α/συνέχεια 1998: 41-2).

Άλλωστε: «Δεν θεωρούμε τη διεθνοποίηση μια "αντικειμενική" διαδικασία (...) αλλά "υποκειμενικό" σχέδιο των πολυεθνικών» (Α/συνέχεια 1998: 42).

Ποια είναι όμως η περίπτωση του ελληνικού κοινωνικού σχηματισμού σ' αυτό το πλαίσιο, της «οικονομίας-κόσμος»;

Για την Α/συνέχεια η «Ελλάδα είναι μια χώρα με μέσο επίπεδο ανάπτυξης του καπιταλισμού, μια ενδιάμεση χώρα. Δεν ανήκει στις μεγάλες ιμπεριαλιστικές χώρες (...) Δεν ανήκει στις καθυστερημένες χώρες (...) Δεν είναι επίσης χώρα με υψηλό επίπεδο ανάπτυξης του καπιταλισμού (...) Και τέλος, δεν είναι μια περιφερειακή δύναμη, ένας "μικρός ιμπεριαλισμός", όπως πολλοί από τη ριζοσπαστική αριστερά, έως και το ΚΚΕ τελευταία, υποστηρίζουν.

»Η πραγματικότητα είναι πως η χώρα μας κυριαρχείται από την "οικονομία-κόσμος", προσδενόμενη με χίλια νήματα, ή σωστότερα με "χίλιες αλυσίδες", από τα δίκτυα του παγκοσμιοποιημένου ιμπεριαλισμού» (Α/συνέχεια 1998: 88-9).

Το προεξάρχον χαρακτηριστικό του ελληνικού καπιταλισμού είναι η εξάρτηση. Είναι «η εξάρτηση (...) που καθόρισε και καθορίζει τη φύση, το μέγεθος, το χαρακτήρα του καπιταλισμού στην Ελλάδα». Εξάρτηση, όχι μόνο οικονομική, μα και σε κάθε επίπεδο. «Διαποτίζει όλο το πλέγμα των οικονομικών, πολιτικών, κοινωνικών διεργασιών και συμπυκνώνει στο σύστημα κυριαρχίας έναν εσωτερικό και διεθνή συσχετισμό. Είναι αδύνατον να ερμηνευτεί η πορεία του καπιταλισμού και της αστικής εξουσίας στην Ελλάδα χωρίς την εξέταση του ποιοτικού χαρακτηριστικού της εξάρτησης. Ακόμα και η πορεία της ταξικής πάλης έχει καθοριστεί σε μεγάλο βαθμό από την άμεση επέμβαση και σχέση του ιμπεριαλιστικού παράγοντα. Ακόμα και στο ιδεολογικό πεδίο θα δούμε (...) ισχυρές και καθοριστικές επιδράσεις του γεγονότος αυτού» (Α/συνέχεια 1998: 89).

«Στον σημερινό κόσμο (...) η Ελλάδα παραμένει χώρα με μέσο επίπεδο καπιταλιστικής ανάπτυξης και με κύριο χαρακτηριστικό την εξάρτηση από το ξένο μονοπωλιακό κεφάλαιο. Και, όπως είναι φυσικό, η οικονομική εξάρτηση εκδηλώνεται και επεκτείνεται σ' όλους τους τομείς: πολιτικό, στρατιωτικό κ.λπ. Στην Ελλάδα παρατητούμε τα τελευταία χρόνια την ανάπτυξη και κυριαρχία μονοπωλίων, την ενίσχυση του ρόλου των τραπεζών, τη βαθμιαία συγχώνευση του τραπεζικού και βιομηχανικού κεφαλαίου, το δυνάμωμα του κρατικομονοπωλιακού καπιταλισμού, την εμφάνιση πολυκλαδικών συγκροτημάτων. Όλα αυτά υπάρχουν στις αναπτυγμένες καπιταλιστικά χώρες σε μια τελείως διαφορετική κλίμακα, που προσδιορίζει άλλες ποιότητες στον καπιταλισμό που αναπτύσσεται εκεί. Στην Ελλάδα, πέρα από την κλίμακα και τη διάσταση αυτών των φαινομένων (...), αυτά έχουν αναπτυχθεί και εξελιχθεί σε μια στενή συνύφανση και αλληλεξάρτηση με την παρουσία και τις ανάγκες του ξένου κεφαλαίου στην Ελλάδα.

»Ο σκληρός πυρήνας της ακαδημαϊκής μαρξίζουσας ριζοσπαστικής σκέψης δεν διακρίνει σχεδόν πουθενά μονοπώλια, παρά μόνο τις αναπτυσσόμενες καπιταλιστικές σχέσεις, και φυσικά η μόνη μορφή εξάρτησης που αναγνωρίζει είναι αυτή που είχε --σύμφωνα μ' αυτή τη σκέψη-- το ΚΚΕ την περίοδο του μεσοπολέμου από το δογματικό μαρξισμό της ΕΣΣΔ (...)

»Η πραγματικότητα είναι πιο πεζή. Έχουμε και μονοπώλια και εξάρτηση. Έχουμε και ανάπτυξη του καπιταλισμού στην Ελλάδα, αλλά αυτή έχει μια ορισμένη ποιότητα, καθορίζεται από τις ανάγκες της "οικονομίας-κόσμος", κυριαρχείται από την τελευταία» (Α/συνέχεια 1998: 90).

Σύμφωνα με την Α/συνέχεια «η πρόσφατη ανάπτυξη των μονοπωλίων και του κρατικομονοπωλιακού καπιταλισμού, συντελέστηκαν και συντελούνται σε συνθήκες αυξημένης διείσδυσης του ξένου κεφαλαίου, γεγονός που καθορίζει ποιοτικά το χαρακτήρα της ανάπτυξης και δικαιολογεί τη θέση για στρεβλή ανάπτυξη του καπιταλισμού στην Ελλάδα» (Α/συνέχεια 1998: 90).

«Εκπρόσωποι τροτσκιστικών αντιλήψεων και ρεύματα της ριζοσπαστικής αριστεράς, αιχμάλωτοι μιας μηχανιστικής αντιδιαλεκτικής σκέψης, θέλησαν κατά καιρούς να περιγράψουν έναν "καθαρό καπιταλισμό", απαλείφοντας το στοιχείο της εξάρτησης που προσδιόρισε τα στοιχεία της (...) στρεβλής ανάπτυξης στην Ελλάδα». Αντίθετα: «Το κομμουνιστικό κίνημα της Ελλάδας πάντα προσπαθούσε να τεκμηριώσει και να υποδείξει έναν άλλο δρόμο: το δρόμο της αυτοδύναμης οικονομικής ανάπτυξης στα πλαίσια μια λαϊκής πολιτικής εξουσίας (...) και όριζε σαν βασική προϋπόθεση την απαλλαγή από την ιμπεριαλιστική εξάρτηση. Σ' αυτή τη βάση συγκρούονταν, τουλάχιστον ως μια περίοδο, με την ιδεολογία της "ψωροκώσταινας" (...) Η στρεβλή ανάπτυξη (ανορθολογική ανάπτυξη και μποκάρισμα ή καταστροφή του παραγωγικού πλούτου) αποτέλεσμα της συμμαχίας ιμπεριαλισμού και μεγαλοαστικής τάξης, ήταν πάντα σε αντίθεση με την υπόθεση και θέση της αυτοδύναμης οικονομικής ανάπτυξης που υποστήριζε η Αριστερά. Ο εκσυγχρονισμένος μεταπρατισμός αποτελεί στην ουσία έναν εκσυχρονισμό της στρέβλωσης (...) Σήμερα ουσιαστικά ο στόχος της αυτοδύναμης ανάπτυξης έχει εγκαταλειφθεί από όλες τις εκφράσεις της επίσημης αριστεράς. Στην ουσία υποκλίνονται οι ρεβιζιονιστές (...) στις "αντικειμενικότητες" που προβάλλει ο ιμπεριαλισμός». Για την Α/συνέχεια οι στόχοι του λαϊκού κινήματος μπορούν απλά να συμπυκνωθούν ως εξής: «Δουλειά και προκοπή για όλους - Οικονομική και πολιτική, δηλαδή, Εθνική Ανεξαρτησία - Κάτω η ολιγαρχία και ο ιμπεριαλισμός!» (Α/συνέχεια 1998: 91-2).

Η Α/συνέχεια υποστηρίζει και ότι:

Οι όποιες δραστηριότητες Ελλήνων καπιταλιστών στο εξωτερικό (ανατολικές χώρες και Βαλκάνια) είναι δραστηριότητες «υπεργολάβων» που «παίζουν το ρόλο του μεσάζοντα διαφόρων μεγάλων διεθνών ομίλων» (Α/συνέχεια 1998: 92).

«Η συγκρότηση του νεοελληνικού έθνους κάτω από την ηγεμονία των ανερχόμενων αστικών στοιχείων είχε πολλές ιδιομορφίες που σημάδεψαν όλη την πορεία συγκρότησης της νεοελληνικής κρατικής οντότητας». Το ελληνικό «κράτος-έκτρωμα» συγκροτήθηκε «κάτω από την επιδιαιτησία των μεγάλων δυνάμεων» (Α/συνέχεια 1998: 92).

«Η μεγαλοαστική τάξη της Ελλάδας, όπως αυτή διαμορφώθηκε, έφερε αναγκαστικά το στίγμα του ραγιαδισμού και γραικυλισμού (...) ήταν και είναι πάντα διασπασμένη (...) και δεν πρέπει να αντιμετωπίζεται σαν μια αυτοτελής κοινωνική ομάδα-τάξη που έχει μια ξεκάθαρη στρατηγική και βλέψεις. Διαπερνάται από την ισχυρή εξάρτηση που έχει κάθε μέρος της από τα διάφορα διεθνή κέντρα και καθορίζεται από αυτά» (Α/συνέχεια 1998: 92-3). «Ο κοσμοπολιτισμός της αστικής τάξης έχει και αυτός ιστορικές ρίζες στον τρόπο διαμόρφωσης του νεοελληνικού έθνους. Το βάρος που έπαιξε ο ελληνισμός της διασποράς σε μια πρώτη περίοδο, και ιδιαίτερα ο ρόλος του εφοπλιστικού κεφαλαίου, καθόρισαν τη διαμόρφωση του κοσμοπολιτισμού (...) Ειδικά το εφοπλιστικό κεφάλαιο (...) δεν λειτουργεί σαν "εθνικό κεφάλαιο", αλλά είναι ενσωματωμένο σε ειδικές δραστηριότητες του διεθνούς μονοπωλιακού καπιταλισμού, που το καθιστούν κάτι διαφορετικό. Δεν αποτελεί οργανικό στοιχείο του καπιταλισμού στην Ελλάδα» (Α/συνέχεια 1998: 93).

«Το "θαύμα" της ελληνικής οικονομίας συμπίπτει με την πρώτη εφόρμηση των πολυεθνικών εταιριών στις αρχές της δεκαετίας του '60 (...)

»Πέρα από τις τοποθετήσεις των πολυεθνικών σε τομείς-κλειδιά (ορυκτός πλούτος, πετρέλαια, χημική βιομηχανία) το ελληνικό "θαύμα" της οικονομίας στηριζόταν σε ένα απλό τρίπτυχο: μεταναστευτικό και ναυτιλιακό συνάλλαγμα, τουρισμός και οικοδομή. Από τότε που (...) έμπαινε μπρος η τουριστική "βιομηχανία" (αρχές του '60) έμπαιναν οι βάσεις του εκσυγχρονισμένου μεταπρατισμού» (Α/συνέχεια 1998: 94).

«Ο ευρωπαϊσμός (...) σήμαινε περισσότερη εκδυτικοποίηση (...) Δεν αποτέλεσε κανένα ανάχωμα στην αμερικανοποίηση (...)

»Ο εκσυγχρονισμός πάντα προχωρούσε μαζί με τον ευρωπαϊσμό και την τολμηρή εκδυτικοποίηση της Ελλάδας. Στις δεκαετίες του '60 και '70 ήταν σημαία των δυνάμεων και τμημάτων του αστισμού που είχαν αποκλειστεί από την εξουσία ή ανέρχονταν μέσα στις συνθήκες του μετεμφυλιακού κράτους και της παντοδυναμίας της δεξιάς. Βεβαίως ήταν και σημαία του ελληνικού ρεφορμισμού» (Α/συνέχεια 1998: 95).

«Η ανάπτυξη και ενίσχυση του κρατικομονοπωλιακού καπιταλισμού στην Ελλάδα δεν είναι δείγμα του δυναμισμού της οικονομίας, αλλά συνάρτηση τριών παραγόντων (...) [α] αδυναμία (...) του καπιταλισμού στην Ελλάδα να σηκώσει το βάρος πολλών δραστηριοτήτων (...) [β] καταστάσεις που δημιουργεί η κρίση (...) [γ] υπηρεσίες προς το πολυεθνικό κεφάλαιο» (Α/συνέχεια 1998: 99).

Σε συνθήκες οικονομικής κρίσης υπερσυσσώρευσης, η ένταξη της Ελλάδας στην ΕΟΚ βάθυνε την εξάρτηση και οδήγησε στην υποβάθμιση του ελληνικού καπιταλισμού (Α/συνέχεια 1998: 99-100).

Το βάθεμα της εξάρτησης της ελληνικής οικονομίας εκδηλώνεται με τη διεύρυνση του εμπορικού ελλείματος, «το δημόσιο χρέος και το εξωτερικό χρέος» της χώρας (Α/συνέχεια 1998:100-3).

Αυξάνονται, μέσα στη δεκαετία του '70, οι αντιπρόσωποι ξένων εταιριών στην Ελλάδα. «Οι αντιπρόσωποι αυτοί ενδιαφέρονται μονάχα για την προώθηση των προϊόντων ή υπηρεσιών των πολυεθνικών εταιριών και για τίποτα παραπάνω». Στις συνθήκες της κρίσης το ξένο κεφάλαιο έχει σημαντική παρουσία στις τράπεζες, τις ασφάλειες και τη μεταποίηση --με σχετική μείωση στην τελευταία έναντι των δεκαετιών του '60 και του '70 (Α/συνέχεια 1998: 105-6).

Οι «"βιαστικοί" και οι "καθαρούτσικοι" καταπίνουν ή κάνουν ότι δεν καταλαβαίνουν» πως η «Ελλάδα δεν αποτελεί απλά χώρο τοποθέτησης ξένων κεφαλαίων. Αποτελεί και τόπο σύγκρουσης ανταγωνιστικών συμφερόντων μεγάλων πολυεθνικών. Από τις συγκρούσεις αυτές ανεβαίνουν ή πέφτουν κυβερνήσεις και ξεσπούν κάθε τόσο μεγάλα σκάνδαλα». Δες «κάψιμο» Γ. Κοσκωτά, πτώση Κ. Μητσοτάκη (Α/συνέχεια 1998: 106).

Τα εξοπλιστικά προγράμματα, πέραν του εθνικισμού - μιλιταρισμού είναι «μια άλλη προωθημένη μορφή εξάρτησης, στρατιωτικής και τεχνολογικής (Α/συνέχεια 1998: 106).

«Η ελληνική εκδοχή της αναδιάρθωσης είναι η προώθηση του εκσυγχρονισμένου μεταπρατισμού και της δυαδικής κοινωνίας (...) Το κύριο εργαλείο (...) είναι το κράτος (...) Φυσικά αυτό το κράτος προσαρμόζεται και εξυπηρετεί τις ανάγκες της "οικονομίας-κόσμος" και των εδώ ατζέντηδων και υπεργολάβων της» (Α/συνέχεια 1998:107).

Η αναδιάρθρωση στην Ελλάδα δεν οδηγεί σε «καμιά σοβαρή τεχνολογική αναδιοργάνωση, και η όποια τέτοια συναντιέται σε ορισμένους τομείς είναι εισαγόμενη, άναρχη, (...) η ελληνική τριτοποίηση στερείται των βάσεων της τριτοποίησης που γίνεται στις αναπτυγμένες καπιταλιστικά χώρες, (...) η αποβιομηχανοποίηση δεν σημαίνει μεταφορά των βιομηχανικών μονάδων σε άλλες χώρες (παρά σε μικρό βαθμό), αλλά κλείσιμο των μονάδων» (Α/συνέχεια 1998:107), ενώ μέσω της ΚΑΠ, των συμφωνιών της GATT, του μητρώου αγροτών, κ.λπ, προωθείται η αγροτική έξοδος και η καπιταλιστικοποίηση της γεωργίας, την ίδια στιγμή που αυξάνει ο αριθμός των μισοπρολετάριων (Α/συνέχεια 1998: 111-12, 114).

Κατά την Α/συνέχεια στην «Ελλάδα από το 1974 μέχρι σήμερα δεν είχαμε κυριαρχία του δικομματισμού (...) Το σχήμα του δικομματισμού είναι απλουστευτικό. Από τη μεταπολίτευση και δώθε λειτούργησε ένας ιδιότυπος τρικομματισμός». Η μια πλευρά είναι η παραδοσιακή δεξιά. Η δεύτερη πλευρά είναι το ΠΑΣΟΚ. «Η τρίτη πλευρά είναι (...) η επίσημη αριστερά, που (...) ακολούθησε μια πολιτική συμπληρωματική των αστικών επιλογών» (Α/συνέχεια 1998: 117-18).

Σήμερα έχει ανοίξει «διάπλατα ο δρόμος για την επιχειρηματική πολιτική.

»Η επιχειρηματική πολιτική χαρακτηρίζεται από την πρωτοκαθεδρία του οικονομικού πάνω στο πολιτικό και σε κάποιες περιπτώσεις από την εκπαραθύρωση του κλασικά πολιτικού στοιχείου» (Α/συνέχεια 1998: 120).

«Ο ελληνικός αστισμός», σύμφωνα με την Α/συνέχεια, στην επιχείρησή του «για τη βαλκανική και παρευξείνια διείσδυση (...) αφού αποφάσισε υπό ποίου τη σκέπη θα προσπαθήσει να διεισδύσει και αποδέχτηκε τη σχετική υποβάθμισή του, παρουσιάζεται με την εκδοχή του ήπιου εθνικισμού και κυρίως του ρεαλισμού» που δεν είναι παρά «μια ακόμα μορφή του ραγιαδισμού». Στα πλαίσια αυτού του ήπιου εθνικισμού εκδηλώνεται η στάση του ελληνικού καπιταλισμού και στον ελληνοτουρκικό ανταγωνισμό --που «τρέφεται από τις πολιτικές που ακολουθούν οι κυρίαρχες τάξεις και στις δύο χώρες». Η πολιτική της Τουρκίας βασίζεται αντίθετα στον «επεκτατισμό και τη διοχέτευση της τεράστιας κρίσης της σε πολεμικούς τυχοδιωκτισμούς». Σε κάθε περίπτωση: «Πίσω και από τις δύο δυνάμεις είναι πάντα το Διευθυντήριο και πιο ειδικά οι αμερικάνοι». Οι τελευταίοι προωθούν εντατικά και τη μετατροπή «της Κύπρου σε μια ΝΑΤΟϊκή βάση» (Α/συνέχεια 1998: 129).

Οι πολιτικές κατευθύνσεις της Α/συνέχεια καθορίζονται από «τη γενική γραμμή ("Να αντισταθούμε στη Νέα Τάξη Πραγμάτων"», το στρατηγικό στόχο της Διεθνούς Κοινότητας των Λαών και τον αποφασιστικό κρίκο της δημιουργίας κομμουνιστικής οργάνωσης στην Ελλάδα --«όσοι θεωρητικοποίησαν διάφορα μοντέλα όπως το λεγόμενο συσπειρωσιακό μοντέλο (...) δεν πέτυχαν τίποτα το ουσιαστικό» (Α/συνέχεια 1998: 74-5,145-6,153).

«Η εξειδίκευση του στρατηγικού στόχου της Διεθνούς Κοινότητας των Λαών στη χώρα μας πρέπει να λάβει υπόψη της όλες τις ιδιομορφίες (...)

»Μια από τις βασικότερες (...) σχετίζεται με τη διαπλοκή της Νέας Τάξης Πραγμάτων στη χώρα μας, και ιδιαίτερα με τη μετακύλιση της κρίσης στο ραγιαδισμό, εθνικισμό, ρατσισμό» (Α/συνέχεια 1998: 130-1).

Αντίθετα από τους «αντικαπιταλιστικά φωνασκούντες» --που δεν αντιλαμβάνονται ότι είναι οι αντιιμπεριαλιστικοί λαοκρατικοί στόχοι που συγκεντρώνουν την «πλειοψηφία του εργαζόμενου λαού», όπως δείχνει η «πείρα της ελληνικής επανάστασης», και «ότι, χωρίς να λυθεί το πρόβλημα της ιμπεριαλιστικής εξάρτησης, δεν μπορούν να γίνουν καθόλου μετασχηματισμοί επαναστατικοί»-- η Α/συνέχεια, στα πλαίσια της στρατηγικής της Διεθνούς Κοινότητας των Λαών, αντιλαμβάνεται πως ο χαρακτήρας της επανάστασης στην Ελλάδα «θα είναι αντιιμπεριαλιστικός, αντιαναδιαρθρωτικός, λαοκρατικός» (Α/συνέχεια 1998: 150, 152).

Συγχρόνως, παραμένουν στη λενινιστική θέση της απόσπασης κρίκων από την ιμπεριαλιστική αλυσίδα, θεωρούν δηλαδή, πως «είναι (...) δυνατή η επανάσταση σε κρατικές οντότητες και δεν πρέπει κανείς να περιμένει μια διεθνή ταυτόχρονη εκδήλωσή της» (Α/συνέχεια 1998: 151).

«Η Α/συνέχεια έχει τις ρίζες της στο κομμουνιστικό κίνημα της Ελλάδας, σε αυτό αναφέρεται και αυτό θέλει να υπηρετήσει, καθώς και την αντίσταση των ελλήνων κομμουνιστών στο ρεβιζιονιστικό εκφυλισμό» (Α/συνέχεια 1998: 133).

Η Α/συνέχεια υποστηρίζει πως «μετά το 1931, όταν με παρέμβαση της ΙΙΙ Διεθνούς ξεκαθαρίζει το τοπίο από μια φραξιονιστική πάλη χωρίς αρχές που ταλάνισε το κόμμα στα τέλη της δεκαετίας του '20, το ΚΚΕ ρίχνεται στη δουλειά για την κατάκτηση της πλειοψηφίας της εργατικής τάξης» (Α/συνέχεια 1998: 134).

«Οι ιδεολογικές και οι θεωρητικές βάσεις της Α/συνέχεια είναι ο επαναστατικός μαρξισμός» και ως σταθμούς του επαναστατικού κινήματος θεωρεί (α) τη «θεμελίωση του διαλεχτικού και ιστορικού υλισμού από τους Μαρξ-Ένγκελς» (β) το λενινισμό (γ) το έργο του Μάο Τσε Τούνγκ που συνοψίζει την πείρα της ταξικής πάλης σε συνθήκες σοσιαλισμού (Α/συνέχεια 1998:140-1).

Η Α/συνέχεια υπερασπίζεται την ιστορία του κομμουνιστικού κινήματος --Παρισινή Κομμούνα, Οκτωβριανή Επανάσταση, σοσιαλιστική οικοδόμηση, Κομμουνιστική Διεθνής, Πολιτιστική Επανάσταση στην Κίνα-- και το έργο των πολύ μεγάλων επαναστατών Μάο και Στάλιν. Η υπεράσπιση των δυο τελευταίων «δεν γίνεται χωρίς εξέταση και χωρίς να έχουν ζυγιστεί τα αρνητικά και τα λάθη που αναπόφευκτα η δράση τους θα είχε» (Α/συνέχεια 1998: 141-2).

Ειδικότερα ως προς το Στάλιν, η Α/συνέχεια αντιμετωπίζει κριτικά τη διοικητική μέθοδο επίλυσης των προβλημάτων και τον κρατικισμό που αυτός προνομοποίησε (Α/συνέχεια 1998: 142), και υπενθυμίζει ότι «διχτατορία του προλεταριάτου (...) χρησιμοποιεί μια νέα μορφή κράτους (...) αλλά τείνει στη διαρκή απονέκρωσή του» (Α/συνέχεια 1998: 148).

Για την Α/συνέχεια: «Δύο ειδών διαδικασίες μπορούν να προκύψουν ανάμεσα σε οργανώσεις, ομάδες και κόμματα που αναφέρονται στο επαναστατικό κίνημα:

»Η μία διαδικασία συνίσταται σε επαφές και διερευνήσεις που αφορούν ουσιαστικά προγραμματικά στοιχεία (...)

»Η άλλη διαδικασία συνίσταται σε επαφές για την προώθηση πρωτοβουλιών για συγκεκριμένα ζητήματα (...)

»Τέλος, (...) δεν έχουμε πρόβλημα συνεργασίας, σε συγκεκριμένα ζητήματα, με τμήματα του ρεφορμισμού» συμπληρώνουν (Α/συνέχεια 1998: 155-6).

2. Κριτικές παρατηρήσεις

2.1 Γενικές κριτικές παρατηρήσεις

2.1.1. Ο σταλινικός σοβιετικός μαρξισμός

Θα διατυπώσω αμέσως τη θέση μου. Ο μαρξισμός των ομαδοποιήσεων της μ-λ αριστεράς στην Ελλάδα εμπίπτει με αντιφάσεις, και με διαφοροποιήσεις, στο γενικό θεωρητικό και πολιτικό πλαίσιο του λεγόμενου σταλινικού σοβιετικού μαρξισμού [2] . Από την άποψη αυτή, τα δυο μ-λ «κόμματα» και η Α/συνέχεια συνιστούν, κατ' αρχήν, ένα σαφώς διακριτό πόλο στα πλαίσια της «άλλης» αριστεράς.

Λέω κατ' αρχήν, πρώτο, γιατί κρατάμε ως ερωτηματικό το «σημείο τομής» μεταξύ καθεστωτικής και «άλλης» αριστεράς, και δεύτερο, γιατί υπολείπεται η διερεύνηση επί άλλων πολιτικών της ομαδοποιήσεων, που είναι εκτός των στόχων του παρόντος άρθρου.

Τι είναι όμως ο σταλινικός σοβιετικός μαρξισμός και πώς εκφράζεται στις μ-λ ομαδοποιήσεις που εξετάζουμε; [3]

Ακολουθώντας την ανάλυση του Γ. Μηλιού, θεωρώ ότι σταλινικός σοβιετικός μαρξισμός είναι η εκδοχή του μαρξισμού που βασίζεται σε «τρία ιδεολογικά υποσύνολα»: την «εργαλειακή - μηχανιστική αντίληψηγια το αστικό κράτος και την άρχουσα τάξη», τον «καταστροφισμό»και τον «οικονομισμό»(Μηλιός 1996: 39-43).

Πιο συγκεκριμένα:

α. Εργαλειακή - μηχανιστική αντίληψηγια το αστικό κράτος και την άρχουσα τάξη («εργαλειακός-μηχανιστικός υλισμός» - «μηχανιστική αντίληψη για το "μονοπωλιακό καπιαλισμό" και το κράτος»): Είναι η αντίληψη στα πλαίσια της οποίας «η μαρξιστική θεωρία της πάλης των τάξεων, οι "νόμοι κίνησης" (Μαρξ) του συνολικού-κοινωνικού κεφαλαίου υποκαθίστανται από ένα απλουστευτικό σχήμα που αντιλαμβάνεται τον καπιταλισμό ως τα "μονοπώλια" και το καπιταλιστικό κράτος ως εργαλείο στα χέρια των μονοπωλίων» (Μηλιός 1996: 39).

Η μηχανιστική αντίληψη για το «μονοπωλιακό καπιταλισμό» και το κράτος, διαπερνά εξίσου και τις τρεις μ-λ ομαδοποιήσεις, αποτελεί συστατικό στοιχείο της όλης θεωρητικής τους ανάλυσης.

Έτσι, το ΚΚΕ (μ-λ) αντιλαμβάνεται, για παράδειγμα, την κίνηση του κεφαλαίου ως επιβολή όρων από κάποιους προς κάποιους, τον οικονομικό ιστό του ελληνικού κοινωνικού σχηματισμού ως διαπλοκή της ντόπιας πλουτοκρατίας με τα πολυεθνικά μονοπώλια, την πολιτική μέσα από το σχήμα κράτος - κυβερνήσεις - ξένα μονοπώλια, κ.λπ.

Το Μ-Λ ΚΚΕ υποστηρίζει ότι οι πολυεθνικές είναι η αιχμή της άλωσης, στο όνομα της παγκοσμιοποίησης, των εθνικών κρατών, και ερμηνεύει την πολιτική ζωή στην Ελλάδα μέσω της πρωτοκαθεδρίας του ξένου μονοπωλιακού κεφαλαίου.

Η Α/συνέχεια --στην πιο ακραία και ακραιφνή, και γι' αυτό πιο απλοϊκή, εκδοχή εργαλειακού-μηχανιστικού μαρξισμού-- κατορθώνει να ταυτίσει το καπιταλιστικό σύστημα σε παγκόσμια κλίμακα, στην εποχή της Νέας Τάξης Πραγμάτων, με 200 πολυεθνικές που εν τέλει ελέγχουν το ιμπεριαλιστικό Διευθυντήριο και επομένως τον κόσμο, όλο (!!!) και προφανώς και την Ελλάδα, όπου το κράτος προσαρμόζεται και υπηρετεί τις ανάγκες της «οικονομίας-κόσμος», δηλαδή των πολυεθνικών και των εδώ ατζέντηδων και υπερολάβων τους. Εδώ, μάλιστα, οι σχέσεις ελέγχου είναι άμεσες - προσωπικές, δε διαμεσολαβούνται. Τα στελέχη των πολυεθνικών εταιριών επανδρώνουν τις κυβερνήσεις και όλα τα διεθνή κέντρα αποφάσεων. Η πολιτική γίνεται επιχειρηματική.

β. Καταστροφισμός: Είναι εκείνες οι θεωρητικές αντιλήψεις «οι οποίες υποστηρίζουν ότι ο καπιταλισμός βρίσκεται σε μια φάση επιθανάτιας παρακμής, "σαπίσματος" και αποσύνθεσης». Οι αντιλήψεις αυτές μορφοποιήθηκαν ως «θεωρία της "γενικής κρίσης" του καπιταλισμού» και ερμηνεύουν ιστορικά την αντίθεση κεφαλαίου - εργασίας ως αντίθεση ανάμεσα στα δύο "παγκόσμια συστήματα"» (Μηλιός 1996: 39-40).

Είναι ο δεύτερος, και εύκολα αναγνωρίσιμος, κοινός τόπος και των τριών ομαδοποιήσεων και στα δυο επίπεδα· σάπισμα και αποσύνθεση του καπιταλισμού + ερμηνεία της σημερινής φάσης μέσω της ανατροπής του διπολισμού.

Το ΚΚΕ (μ-λ) μας πληροφορεί πως δεν είναι νέα η άποψη για την τάση καταστροφής των παραγωγικών δυνάμεων σαν το βασικό χαρακτηριστικό του καπιταλιστικού συστήματος, ότι η κρίση του καπιταλισμού δεν είναι απλώς αγιάτρευτη αλλά και ένδειξη για τη σαπίλα του καπιταλισμού --με υπερωρίμανση αντιφάσεων, συνθηκών και όρων στο «κέντρο» του καπιταλιστικού συστήματος-- πως η αναδιάρθωση του κεφαλαίου στον ελληνικό κοινωνικό σχηματισμό δεν είναι παρά βίαιη εξάρθρωση και καταστροφή και των τριών τομέων της οικονομίας, και πως οι ρίζες της νεοφιλελεύθερης αντιδραστικής ταξικής επίθεσης πρέπει πρωτίστως να αναζητηθούν στη ρεβιζιονιστική στροφή του 1956.

Και για το Μ-Λ ΚΚΕ πίσω από τη σύγχρονη παγκόσμια πολιτική και τη νεοφιλελεύθερη λαίλαπα πρέπει να αναζητηθεί το κακόφημο 20ο συνέδριο του ΚΚΣΕ, που οδήγησε τελικά στην ανατροπή μιας από τις βασικές αντιθέσεις του σύγχρονου κόσμου, ενώ η σε συνθήκες παγκοσμιοποίσης οικονομική κρίση, ως καταστροφή των παραγωγικών δυνάμεων και καταλήστευση εθνών και λαών (και του ελληνικού), φέρνει στην επικαιρότητα το αναπόφευκτο της επαναστατικής ανατροπής.

Για την Α/συνέχεια, επίσης, η κύρια ερμηνευτική παράμετρος της σύγχρονης ταξικής επίθεσης του κεφαλαίου πρέπει να αναζητηθεί στην καταστροφή της στρατηγικής ισορροπίας των δυο συστημάτων, δηλαδή στην επανενοποίηση του παγκόσμιου καπιταλιστικού συστήματος υπό τη σφραγίδα του μονοπωλιακού καπιταλισμού, εφόσον όλη η ιστορία της ταξικής πάλης στον αιώνα μας δεν είναι παρά η αντίθεση δυο τάξεων, συστημάτων και κοσμοθεωριών. Και βέβαια, η καταστροφή των παραγωγικών δυνάμεων, η επιθανάντια παρακμή, το σάπισμα, η αποσύνθεση του καπιταλιστικού συστήματος, ο αχαλίνωτος παρασιτισμός, και επομένως η υπερωρίμανση των υλικών όρων για το πέρασμα σε μια άλλη κοινωνική οργάνωση, είναι η πραγματική, για την Α/συνέχεια, εικόνα του σύγχρονου κόσμου, που κάποιοι δεν εννοούν να καταλάβουν. [4]

γ. Οικονομισμός: Είναι η αντίληψη της κοινωνικής εξέλιξης «ως το αποτέλεσμα της ανάπτυξης των παραγωγικών δυνάμεων(...) η οποία (υποτίθεται ότι έρχεται σε σύγκρουση με τις παραγωγικές σχέσεις» καθιστώντας «έτσι αναπόφευκτο το μετασχηματισμό των παραγωγικών δυνάμεων». [5] Ο οικονομισμός βρίσκεται στη βάση του καταστροφισμού, καθώς υποστηρίζει «ότι οι καπιταλιστικές παραγωγικές σχέσεις αποτελούν τροχοπέδη για τις παραγωγικές δυνάμεις, ότι ο καπιταλισμός βρίσκεται στη φάση της παρακμιακής του στασιμότητας» (Μηλιός 1996: 40-1), οδηγώντας στην αντίληψη που αρνείται «τη μαρξιστική θέση ότι στον καπιταλισμό δεν παύει ποτέ να κυριαρχεί η τάση αύξησης της παραγωγικότητας της εργασίας» (Μηλιός 1996:94), ή στην αντίληψη του περιορισμένου της ανάπτυξης των παραγωγικών δυνάμεων στον καπιταλισμό, συναντώντας έτσι τη νεοκλασική παραδοχή της «σπανιότητας»ή του λεγόμενου «νόμου της ανεπάρκειας». [6] Πρόκειται για την «προβληματική των παραγωγικών δυνάμεων» ως όψη «της "οικονομιστικής προβληματικής"» (Μπετελέμ χ.χ.έ.: 46) ή για τη «"θεωρία των παραγωγικών δυνάμεων" (όπως αποκάλεσε τον οικονομισμό η κινέζικη Πολιτιστική Επανάσταση)» που «μετατρέπει το μαρξισμό σε ένα εξελικτικό-μηχανιστικό τελεολογικό δόγμα», συνιστώντας «την κατ' εξοχήν μορφή κυριαρχίας της αστικής ιδεολογίας πάνω στο μαρξισμό καθώς αρνείται τη βασική μαρξιστική θέση, ότι η πάλη των τάξεων αποτελεί την κινητήρια δύναμη της ιστορίας, ότι επομένως η εξέλιξη των παραγωγικών σχέσεων έχει την πρωτοκαθεδρία και καθορίζει συνακόλουθα την ανάπτυξη των παραγωγικών δυνάμεων» (Μηλιός 1996: 41) ή ότι «η ανάπτυξη των παραγωγικών δυνάμεων δεν οδηγεί ποτέ στον άμεσο μετασχηματισμό των παραγωγικών σχέσεων», αφού ο μετασχηματισμός αυτός «γίνεται πάντα με την επέμβαση των τάξεων, δηλαδή με τον ταξικό αγώνα» (Μπετελέμ 1975: 128). [7]

Ως αγιάτρευτη κρίση --ΚΚΕ (μ-λ) --, αναπόφευκτο της επαναστατικής ανατροπής --Μ-Λ ΚΚΕ-- και υπερωρίμανση των υλικών όρων για το πέρασμα σε μια άλλη κοινωνική οργάνωση --Α/συνέχεια--, εντοπίσαμε ήδη εμφανείς όψεις του οικονομισμού στη βάση του καταστροφισμού.

Η οικονομίστικη, όμως, προβληματική οδηγεί --όχι υποχρεωτικά σε άρνηση, μα, οπωσδήποτε-- σε απόκλιση από --ή σε θεωρητική αντίφαση με-- τη λενινιστική θέση του «αδύνατου κρίκου της ιμπεριαλιστικής αλυσίδας», καθώς εξ αντικειμένου αποσυνδέει την ανισόμετρη ανάπτυξη από την επαναστατική αντικαπιταλιστική ανατροπή, στο μέτρο που αναμένει αυτήν την ανατροπή ως το αναπόφευκτο αποτέλεσμα της αγιάτρευτης κρίσης που φέρνει η υπερωρίμανση των υλικών όρων περάσματος σε μια άλλη κοινωνική οργάνωση. Οι διατυπώσεις, συνεπώς, υπεράσπισης της λενινιστικής θέσης, αποτελούν εκδήλωση της (ιστορικής) αντίφασης στο εσωτερικό της θεωρητικής κατασκευής του σταλινικού σοβιετικού μαρξισμού.

Εξηγώ: Η θέση του «αδύνατου κρίκου» σημαίνει κυρίως δυο πράγματα. Πρώτο, πως το καπιταλιστικό σύστημα αναπτύσσεται «ανισόμετρα» σε παγκόσμιο επίπεδο (Λένιν 1980). Η ανισομετρία της ανάπτυξης, επιτρέπει να αντιληφθούμε ότι οι παραγωγικές δυνάμεις δε βρίσκονται στον ίδιο βαθμό «ωριμότητας» σε διαφορετικά ιστορικά πεδία --κοινωνικούς σχηματισμούς. [8] Δεύτερο, πως η επαναστατική αντικαπιταλιστική ανατροπή δεν πραγματοποιείται εκεί που οι παραγωγικές δυνάμεις έχουν «υπερωριμάσει» --και τάχα έρχονται σε σύγκρουση με τις παραγωγικές σχέσεις-- αλλά στο ιστορικό πεδίο που οι συσσωρευόμενες και οξυνόμενες ιστορικές αντιφάσεις «"συγχωνεύονται" σε μια ενότητα ρήξης» (Althusser 1986: 94, 98). [9]

Από την άποψη του σταλινικού σοβιετικού μαρξισμού, έχει, λοιπόν, απόλυτο δίκιο η Α/συνέχεια να... κατακεραυνώνει τους αντικαπιταλιστικά φωνασκούντες, στην Ελλάδα των μη υπερωριμασμένων για το σοσιαλισμό υλικών όρων, και να επιστρέφει στη γνωστή, και δοκιμασμένη άλλωστε, θεωρία των σταδίων του... ρεβιζιονισμού και τυπικού ρεφορμισμού, καθώς, από την άποψη του σταλινικού σοβιετικού μαρξισμού, ο σοσιαλισμός είναι --αναπόφευκτα-- το ώριμο φρούτο της ανάπτυξης των παραγωγικών δυνάμεων. Εξάλλου, «ο πειρασμός (...) του εξελικτισμού (...) πήρε πάντα τη μορφή του οικονομισμού μέσα στα σπλάχνα του εργατικού κινήματος (...) [έτσι που] η διαλεκτική [να] λειτουργεί με τον παλιό τρόπο της προ-μαρξιστικής φιλοσοφίας, σα φιλοσοφική εγγύηση της επικράτησης της επανάστασης και του σοσιαλισμού (...) [και] ο υλισμός (...) [να] υποβιβάζεται σε μια μηχανιστική και αφηρημένη υλικότητα των παραγωγικών δυνάμεων» (Αλτουσέρ 1978: 145).

Το ΚΚΕ (μ-λ), ωστόσο, πρέπει να παραδεχούμε, δείχνει να αντιλαμβάνεται την αντίφαση. Είναι όμως μέσα σ' αυτήν.

Εξετάζοντας επιπτώσεις του οικονομισμού σε ζητήματα ταξικού προσδιορισμού, θα παραμείνουμε στο ΚΚΕ (μ-λ) επισημαίνοντας μια άλλη ενδιαφέρουσα όψη της οικονομίστικης προσέγγισης που βρίσκεται, όχι στη βάση του καταστροφισμού, μα στην αντίληψή του για τον καπιταλιστή, επόμενα και τον καπιταλιστικό τρόπο παραγωγής (ΚΤΠ).

Μας είπε, λοιπόν, το ΚΚΕ (μ-λ) --εκτός του ότι τα μεσοστρώματα είναι τα κατώτερα στρώματα της αστικής τάξης (!!!) --, πως η ανάπτυξη των παραγωγικών δυνάμεων στον αγροτικό τομέα της ελληνικής οικονομίας μπορεί να οδηγήσει σε καπιταλιστές της γεωργίας που θα χρησιμοποιούν... μέχρι και κανένα εργάτη γης. Εάν αυτό δεν είναι κάποιο αστείο, πρόκειται για τραγωδία ή σωστότερα παρωδία μαρξισμού. Η κοινωνική (παραγωγική) σχέση κεφάλαιο, που σημαίνει διαχωρισμός μεταξύ αυτών που έχουν την πραγματική κυριότητα των μέσων παραγωγής και αυτών που κατέχουν μόνο την εργασιακή τους δύναμη --δηλαδή η ειδοποιός διαφορά του ΚΤΠ ή η μήτρα του ΚΤΠ-- γίνεται, λόγω της ανάπτυξης των παραγωγικών δυνάμεων (της τεχνικής), απλώς πράγμα, και ο τυπικός (έστω εύπορος) μικροαστός της γεωργίας, που η εξέλιξη της τεχνικής στον καπιταλισμό της σχετικής υπεραξίας του επιτρέπει να επιβιώνει ως απλός εμπορευματοπαραγωγός --δηλαδή να μη χρησιμοποιεί μισθωτή εργασία-- βαφτίζεται, και κυρίως θεωρείται ως, καπιταλιστής (Οικονομάκης 1998-β, Οικονομάκης 1999-α). Το ΚΚΕ (μ-λ) δεν αντιλαμβάνεται ότι το «κεφάλαιο δεν είναι πράγμα, όπως και το χρήμα δεν είναι πράγμα. Στο κεφάλαιο, όπως και στο χρήμα, ορισμένες κοινωνικές παραγωγικές σχέσεις των προσώπωνπαρουσιάζονται σαν σχέσεις πραγμάτων προς ανθρώπους ή ορισμένες κοινωνικές σχέσεις παρουσιάζονται σαν κοινωνικές φυσικές ιδιότητες πραγμάτων. Χωρίς μισθωτή εργασίαδεν υπάρχει παραγωγή υπεραξίας, εφ' όσον τα άτομα αντιπαρατίθενται σαν ελεύθερα πρόσωπα, χωρίς παραγωγή υπεραξίας δεν υπάρχει καπιταλιστική παραγωγή, άρα ούτε κεφάλαιο, ούτε καπιταλιστής!» (Μαρξ χ.χ.έ.: 81). Το ΚΚΕ (μ-λ) φαίνεται, κατά συνέπεια, να μην γνωρίζει ότι ο καπιταλιστής «είναι ιδιοκτήτης μέσων παραγωγής, ο ιδιοκτήτης μέσων παραγωγής δεν είναι όμως πάντα καπιταλιστής. Οι ανεξάρτητοι παραγωγοί, οι οποίοι παράγουν χρησιμοποιώντας ιδιόκτητα μέσα παραγωγής και ξοδεύοντας τη δικής τους μόνο εργασιακή δύναμη, είναι βέβαια ιδιοκτήτες μέσων παραγωγής, όχι όμως καπιταλιστές.

»Καπιταλιστής είναι εκείνος ο κάτοχος μέσων παραγωγής (ιδίων ή ξένων, δηλαδή μισθωμένων) ο οποίος παράγει για δικό του λογαρισμό χρησιμοποιώντας αυτά τα μέσα παραγωγής και ξένη εργασιακή δύναμη που αγοράζει ως εμπόρευμα» (Σταμάτης 1997: 23). Και μάλιστα να χρησιμοποιεί μισθωτή εργασία σε τέτοια κλίμακα που ο ίδιος να απαλλάσσεται πλήρως «από άμεση εργασία και να του επιτρέπεται να εμφανίζεται απλά σαν καπιταλιστής, σαν αξιωματούχος επιβλέπων (...) Αυτή η διεύρυνση της κλίμακαςαποτελεί άρα τον όρο και την πραγματική βάση, όπου πάνω της γεννιέται ο ειδικά-καπιταλιστικός τρόπος παραγωγής» (Μαρξ χ.χ.έ.: 105).

Επομένως, και οι επιχειρηματίες της γεωργίας και της κτηνοτροφίας που χρησιμοποιούν μισθωτούς εργάτες αλλά και συμμετέχουν οι ίδιοι στις γεωργικές εργασίες δεν είναι επίσης καπιταλιστές, όπως το Μ-Λ ΚΚΕ υποστηρίζει. [10]

Απότοκο της οικονομίστικης οπτικής επί των κοινωνικών τάξεων και της ταξικής εξέλιξης είναι και η θέση της Α/συνέχεια περί δυαδικής κοινωνίας και δυαδικοποίησης ως οργανική σχέση της Νέας Τάξης Πραγμάτων. Απότοκο, καθώς προϋποθέτει τη γραμμική εξελικτική αντίληψη επί των τρόπων παραγωγής και της καπιταλιστικής ανάπτυξης, στη βάση του οικονομισμού, και την επακόλουθη, του γραμμικού εξελικτισμού, σύγχυση των επιπέδων κοινωνικός σχηματισμός και τρόπος παραγωγής, που και συνεπάγεται σχετικοποίηση ή και εξαφάνιση των ταξικών διαφοροποιήσεων των υποτελών στο κεφάλαιο κοινωνικών τάξεων και ομάδων (Οικονομάκης 1998-α). Η θέση αυτή, κατά συνέπεια, συγκαλύπτοντας, εκ των πραγμάτων, τις ταξικές διαφοροποιήσεις ανάμεσα στις υποτελείς στο κεφάλαιο κοινωνικές τάξεις και ομάδες, οδηγεί, αντικειμενικά, στην αναζήτηση, εν τέλει, του επαναστατικού υποκείμενου στα θύματα της καπιταλιστικής αναδιάρθρωσης, στους «μη προνομιούχους» της σύγχρονης καπιταλιστικής κοινωνίας. Ως προς αυτό, η κριτική του ΚΚΕ (μ-λ) ενάντια στις απόψεις που αναζητούν το «επαναστατικό υποκείμενο» έξω και πέρα από την εργατική τάξη, στους «περιθωριακούς», τα 2/3 κ.λπ., νομίζω ότι μπορεί να αφορά και την Α/συνέχεια.

Μπορεί να αφορά, βέβαια, και τη διαπίστωση του Μ-Λ ΚΚΕ για την επερχόμενη κοινωνία των 2/3. Εδώ, πράγματι, το Μ-Λ ΚΚΕ συναντιέται με τη σοσιαλδημοκρατική «κριτική προς την περιθωριοποίηση της αδύναμης μειοψηφίας (των ανέργων και υποαπασχολούμενων) της εργατικής τάξης». Μια κριτική, μέσω της οποίας με «ένα μαγικό τρόπο, η εργαζόμενη εργατική τάξη (...) εντάχθηκε ξαφνικά στα "προνομιούχα 2/3" του έθνους» (Μηλιός 1999: 13-14).

Επιστέφω όμως στην ανάλυση της Α/συνέχεια, καθώς εμφανίζονται κι άλλες προβληματικές απολήξεις του οικονομισμού σε ζητήματα ταξικού προσδιορισμού.

Μας λέει η Α/συνέχεια πως οι αστοί μέσα από στατιστικές αλχημείες εμφανίζουν μειωμένη τη βιομηχανική δραστηριότητα και απασχόληση με στόχο σε θεωρητικό επίπεδο την απαξίωση του μαρξισμού δια της κατάδειξης ότι η εργατική δεν είναι η μόνη αξιοδημιουργός τάξη. Δηλαδή, κατά την Α/συνέχεια, εργατική τάξη ( βιομηχανική εργατική τάξη (αξιοδημιουργός τάξη. Συνειδητά ή ασυνείδητα, ορίζεται, κατά συνέπεια, η εργατική τάξη με βάση την παραγωγική εργασία, όπου ως παραγωγική εργασία θεωρείται η εργασία εκείνη που παράγει άμεσα υπεραξία μέσω της παραγωγής υλικών αγαθών. Εδώ έχουμε μια άκριτη --και νεφελώδη-- αναπαραγωγή του αλά Ν. Πουλαντζά προσδιορισμού της εργατικής τάξης (Πουλαντζάς 1982). Προσδιορισμού που βασίζεται αφενός στην εισαγωγή ενός οικονομίστικου κριτήριου για ταξικό προσδιορισμό, της παραγωγικής εργασίας, και αφετέρου στη «φυσιοκρατική εξήγηση της παραγωγικής εργασίας» (Dedoussopoulos 1985: 42) [11] ως της παραγωγικής εργασίας του απλού --και όχι του καπιταλιστικού--, κατά Μαρξ, προτσές παραγωγής (Μαρξ 1978-α: 193-4, 524-5). [12] Αν, εντούτοις, στην περίπτωση Πουλαντζά, η πολιτική συνέπεια αυτού του προσδιορισμού είναι η αφαίρεση από την εργατική τάξη των μισθωτών --και παραγωγικών-- [13] άμεσα εργαζομένων, φορέων εργασιακής δύναμης --δηλαδή των φορέων της συνθέτουσας παραγωγικής σχέσης νομής (Οικονομάκης 1998-β: 60) --, στους καπιταλιστικούς μη βιομηχανικούς τομείς της οικονομίας (υπηρεσίες), επομένως ο υπολειμματικός προσδιορισμός της εργατικής τάξης (Οικονομάκης 1998-α), στην περίπτωση της Α/συνέχεια, είναι η πλήρης σύγχυση, στο βαθμό που ελλείπουν οι, κατά Πουλαντζά, πολιτικές σχέσεις οριοθέτησης μεταξύ της (βιομηχανικής) εργατικής τάξης και εκείνων των παραγωγικών μισθωτών που εμπλέκονται τόσο στη (βιομηχανική) υλική παραγωγική διαδικασία και στη δημιουργία υπεραξίας, όσο και σε πολιτικές σχέσεις εποπτείας και διεύθυνσης της (βιομηχανικής) εργασιακής διαδικασίας --αρχιεργάτες - επόπτες της παραγωγής, μηχανικοί και τεχνικοί-- και «σαν σύνολο»είναι εκτός της εργατικής τάξης (Πουλαντζάς 1982: 279, 281-2, 296, 299, 303).

Αποδέχεται, επίσης, η Α/συνέχεια τη θέση περί εργάτη-μάζα. Η θέση αυτή του ιταλικού εργατισμού, αναδεικνύει την καταστροφή της εργατικής δεξιότητας χρήσης των μέσων παραγωγής, αποτελώντας «το προϊόν μιας εκλεκτικής ανάγνωσης του Κεφαλαίου και προϊόν μιας αδυναμίας κατανόησης της έννοιας της αντιφατικής τάσης [πάνω στη δεξιότητα χρήσης των μέσων της παραγωγικής διαδικασίας] όπως την εννούσε ο Μαρξ» (Ιωακείμογλου 1983-α: 87, 91). Δηλαδή, της τάσης καταστροφής της ατομικής δεξιότητας και ταυτρόχρονα της τάσης ανάδυσης της συλλογικής πείρας και ικανότητας χρήσης των μέσων παραγωγής από την εργατική τάξη ως συλλογικό εργάτη (Μαρξ 1978-α: 355, 357, 376-7, 395, 425, 439, Μαρξ 1978-β: 107, 135, δες σχετικά και Οικονομάκης 1998-α). Η θέση του εργάτη-μάζα προβάλλοντας, συνεπώς, μια αντικειμενοποίηση σε ταξικό επίπεδο με χαρακτηριστικά ατομικού εργάτη, αντιλαμβάνεται την εργατική τάξη ως αθροιστική παραγωγική δύναμη και όχι ως (συλλογικό) ταξικό φορέα συνθέτουσας παραγωγικής σχέσης της μήτρας του ΚΤΠ --της σχέσης νομής, ως συλλογική δεξιότητα χρήσης των μέσων παραγωγής στον ΚΤΠ (Οικονομάκης 1998-β: 60-1) --, επόμενα και φορέα ταξικής πάλης, εφόσον «η σχέση παραγωγής είναι σχέση ταξικής πάλης» (Αλτουσέρ 1978: 163). Έτσι, έχουμε μια διπλή αναγωγή. Την «αναγωγή των παραγωγικών δυνάμεων στις παραγωγικές σχέσεις. Το κεφάλαιο παντοδύναμο υποκείμενο διαμορφώνει όποτε θέλει τα μέσα παραγωγής έτσι ώστε να μετατρέπονται σε μέσα άσκησης της εξουσίας του μέσα στο εργοστάσιο» (Ιωακείμογλου 1983-β: 54). Την αναγωγή των παραγωγικών σχέσεων στις παραγωγικές δυνάμεις --οικονομισμός. Η εργατική τάξη γίνεται αντιληπτή ως παραγωγική δύναμη απλά και μόνο. Το ίδιο και η νομή, δηλαδή η κοινωνική σχέση της οποίας η εργατική τάξη είναι φορέας. Η ανάπτυξη των παραγωγικών δυνάμεων, στο στενό πλαίσιο των καπιταλιστικών σχέσεων παραγωγής, δρώντας αυτο-καταστροφικά --για το σύνολό τους-- καταστέφει και την -- εκλαβανόμενη ως (ή αναγόμενη σε) παραγωγική δύναμη-- παραγωγική σχέση --νομή-- της οποίας είναι φορέας η εργατική τάξη. [14] Ο (καπιταλιστικός) τρόπος παραγωγής μετασχηματίζεται --στα πλαίσια αυτών των θεωρητικών «προδιαγραφών», και ανεξάρτητα από το αν αυτό γίνεται αντιληπτό ή όχι από τους υποστηρικτές τους-- σ' ένα νέο (;) «εξουσιαστικό» τρόπο παραγωγής στον οποίο η εργατική τάξη παύει να είναι φορέας σχέσης παραγωγής επόμενα και ταξικής πάλης. Και στις δυο περιπτώσεις, στον εργάτη απομένει η πρακτική του απελπισμένου και η υπεράσπιση της ανθρώπινης φύσης του (Ιωακείμογλου 1983-α: 95-6). Σε πολιτικό επίπεδο επιβάλλεται η αναζήτηση ενός νέου επαναστατικού υποκείμενου· οι «μη προνομιούχοι» --και επίσης απελπισμένοι-- της δυαδικής κοινωνίας, ίσως.

2.1.2. Συμπέρασμα

Και οι τρεις ομαδοποιήσεις του μ-λ κινήματος ανταποκρίνονται --με υπαρκτές τις αντιφάσεις, δες και στη συνέχεια-- στα θεωρητικά μας κριτήρια για το σταλινικό σοβιετικό μαρξισμό. Επομένως, αποτελούν εκφράσεις του --ή πόλο έκφρασής του-- μέσα στο «χώρο» της «άλλης» αριστεράς. Κι αυτό παρά τις όποιες επιμέρους, υπαρκτές, διαφοροποιήσεις τους.

2.1.3. Θεωρητικά και πολιτικά παρεπόμενα

Ας δούμε, όμως, δυνατά, θεωρητικά και πολιτικά παρεπόμενα της «τριάδας» που συνθέτει το σταλινικό σοβιετικό μαρξισμό, και τις πιθανές διαστάσεις τους στις αναλύσεις και θέσεις των μ-λ ομαδοποιήσεων:

α. Ο οικονομισμός μπορεί να οδηγήσει στην αντίληψη πως «η ειδοποιός διαφορά και το κύριο επίτευγμα του σοσιαλισμού θα είναι η «ανάπτυξη των παραγωγικών δυνάμεων» (Μηλιός 1996: 94). Η αντίληψη αυτή αποτελεί τη θεωρητική και πολιτική συμπύκνωση της ήττας της εργατικής εξουσίας. Από την ανατροπή των καπιταλιστικών σχέσεων παραγωγής, και «την ορισμένη επάνοδο στον "πρωτόγονο" δημοκρατισμό» (Λένιν χ.χ.έ.: 215) [15] -- στη βάση της, κατά Φ. Ένγκελς, αναγκαίας συνειδητοποίησης «πως η κρατική ιδιοκτησία των μέσων παραγωγής δεν είναι παρά ένα τυπικό μέσονγια τη λύση της αντίθεσης ανάμεσα στο κοινωνικό χαρακτήρα των παραγωγικών δυνάμεων και τον ιδιωτικό χαρακτήρα της οικειοποίησης» (Μπετελέμ 1975: 134) -- «η ειδοποιός διαφορά των καθεστώτων του "υπαρκτού σοσιαλισμού" ως προς τις χώρες του δυτικού καπιταλισμού» περιορίστηκε στη «"μονοπωλιακή ρύθμιση" της οικονομίας» και την «πολιτική δικτατορία» της νέας αστικής τάξης(Μηλιός 1996: 44-5).

Έχουμε εκδηλώσεις μιας τέτοιας αντίληψης στις μ-λ ομαδοποιήσεις;

Έχουμε και στις τρεις, πρώτα και κύρια ως υπεράσπιση της σταλινικής εξουσίας και της σταλινικής περιόδου οικοδόμησης του «σοσιαλισμού». Ακόμα και η όποια κριτική --τύπου Α/συνέχεια για διοικητική μέθοδο επίλυσης των προβλημάτων και κρατικισμό-- έχει δευτερεύοντα χαρακτήρα, καθώς δεν αναιρεί το συνολικό θετικό απολογισμό για το έργο του πολύ μεγάλου... «επαναστάτη» Στάλιν, ούτε την ανάγκη πολιτικής υπεράσπισής του. Για το ΚΚΕ (μ-λ) μάλιστα --εκτός του ότι στην Αλβανία «είχαμε» σοσιαλισμό--, η υπεράσπιση των επιτευγμάτων του «σοσιαλισμού» στον οικονομικό - τεχνολογικό τομέα είναι από τις κρίσιμες παραμέτρους για την αντιστροφή της ήττας του κομμουνιστικού κινήματος. Έτσι, και όταν επιχειρείται ανάλυση για τη νέα αστική τάξη ή διατυπώνεται η αναγνώριση του γεγονότος της ταξικής πάλης σε συνθήκες σοσιαλισμού, η προσέγγιση παραμένει ρηχή και εγλωβισμένη στο σχήμα αντιρεβιζιονισμός (σταλινισμός) - ρεβιζιονισμός.

Ειδικά ως προς την κινέζικη Πολιτιστική Επανάσταση, που κατά κόρον επικαλούνται --στα πλαίσια του (ιστορικού) φιλοσταλινικού αντιρεβιζιονισμού-- και οι τρεις μ-λ ομαδοποιήσεις, θα πρέπει να τονιστεί πως το επαναστατικό της μήνυμα βρίσκεται ακριβώς σε ρήξη με το μαρξισμό του οποίου είναι φορείς. Η «Προλεταριακή Πολιτιστική Επανάσταση» μας έδειξε πως, αντίθετα «από ορισμένες απόψεις που θέλουν να λέγονται μαρξιστικές, αλλά που στην ουσία αρνούνται τις βασικές αρχές του μαρξισμού», οι επαναστατικές κοινωνικές αλλαγές «δεν γίνονται αυτόματα» και ούτε «καθορίζονται μηχανικά, από το επίπεδο της ανάπτυξης των παραγωγικών δυνάμεων». Οι αλλαγές στην οικονομική βάση δεν μπορούν παρά να είναι το αποτέλεσμα της ταξικής εργατικής πάλης «για την αλλαγή του κοινωνικού καταμερισμού εργασίας, για την κατάργηση των ιεραρχικών σχέσεων μέσα στις μονάδες παραγωγής, για να πάρουν οι ίδιοι [οι εργάτες] στα χέρια τους την διαχείριση και να κατακτήσουν την τεχνική». Με άλλα λόγια, το αποτέλεσμα της πάλης για την ανατροπή των καπιταλιστικών σχέσεων παραγωγής. «Σοσιαλισμός σημαίνει βασικά και κύρια αλλαγή στις παραγωγικές σχέσεις» (Μπετελέμ 1975: 95, 99).

β. Η μηχανιστική αντίληψη για το «μονοπωλιακό καπιταλισμό» και το κράτος περιορίζει την αντίληψη της ταξικής βάσης της καπιταλιστικής εξουσίας: «ο Λένιν ήταν ακριβώς εκείνος που προειδοποιούσε για τις πολιτικές συνέπειες της οικονομίστικης αντίληψης ότι η κοινωνική βάση της εξουσίας περιορίζεται στα μονοπώλια», ασκώντας κριτική «ενάντια στις αντιλήψεις του Μπουχάριν για τα μονοπώλια, αντιλήψεις που (...) αποτελούν το πρόπλασμα των αντίστοιχων σοβιετικών αντιλήψεων» (Μηλιός 1988: 113) Η μηχανιστική αντίληψη για το «μονοπωλιακό καπιταλισμό» και το κράτος + ο καταστροφισμός + ο οικονομισμός + η αντίληψη του περιορισμένου της ανάπτυξης των παραγωγικών δυνάμεων στον καπιταλισμό + η περιορισμένη αντίληψη της ταξικής βάσης της καπιταλιστικής εξουσίας, βρίσκονται εν πολλοίς πίσω από τη «θεωρία του "κρατικομονοπωλιακού καπιταλισμού"» ως η κρίσιμα αναγκαία, για την αναπαραγωγή του καπιταλιστικού συστήματος, «"συνύφανση κράτους και μονοπωλίων σ' έναν ενιαίο μηχανισμό"» (Μηλιός 1996: 41).

Η θεωρία αυτή, την οποία αποδέχονται και οι τρεις μ-λ ομαδοποιήσεις, ανάγεται στις «γνωστές, για τον "οικονομικό καταστροφισμό" τους, αναλύσεις της Κομμουνιστικής Διεθνούς, που θεωρούσαν τον ίδιο τον ιμπεριαλισμό στάδιο μιας "γενικευμένης κρίσης του καπιταλισμού", κι (...) άλλωστε χρησιμοποιείται ακόμα και σήμερα, με διαφορετικές μορφές (...) που δίνουν στον "κρατικό μονοπωλιακό καπιταλισμό" τον γενικόχαρακτηρισμό: "κρίση του ιμπεριαλισμού". Έτσι όμως θα μπορούσαμε να πούμε ότι ο καπιταλισμός ήταν ανέκαθεν και πάντα σε "κρίση". Οι αναλύσεις αυτές, υποτιμώντας τις συγκυρίες της πάλης των τάξεων, για τις οποίες και μόνο ταιριάζει ο όρος "κρίση", εξυπονοούν στην πραγματικότητα ότι ο καπιταλισμός θα καταρρεύσει κατά κάποιον τρόπο από μόνος του, εξαιτίας των εσωτερικών του "οικονομικών αντιφάσεων". Ενώ, αντίθετα, όπως ακριβώς ο ταξικός αγώνας είναι εκείνος που προσδίνει σε ορισμένες συγκυρίες του καπιταλισμού και του ιμπεριαλισμού τον χαρακτήρα κρίσης, έτσι και οι δρόμοι που ακολουθεί αυτή η κρίση, ακόμα και η ενδεχόμενη αναρρόφησή της εξαρτώνται από τούτο τον αγώνα» (Πουλαντζάς 1982: 58-9).

γ. Η μηχανιστική αντίληψη για το «μονοπωλιακό καπιταλισμό» και το κράτος + η επαγόμενη θεωρία του ΚΜΚ, είναι δυνατό να καταλήξουν στο βουλισιαρχικό λειτουργισμό ως αντίληψη της κίνησης του κεφαλαίου, εφόσον «η κοινωνική εξουσία, δεν θεμελιώνεται στην εσωτερική συνοχή της "κίνησης του κεφαλαίου", αλλά στην πολιτική βία του κράτους, που έχει συγχωνευτεί με τα μονοπώλια. Η [υποκειμενική] "θέληση" των μονοπωλίων παρουσιάζεται (...) ως ο κατεξοχήν παράγοντας που καθορίζει τις τάσεις εξέλιξης του καπιταλιστικού συστήματος» (Μηλιός 1988: 85).

Η αντίληψη αυτή υποβόσκει στην προβληματική και των τριών ομαδοποιήσεων --για παράδειγμα, κατά το Μ-Λ ΚΚΕ, το Κοινοτικό Διευθυντήριο θα καθορίζει πλέον και την πολιτική της Ελλάδας με βάση τα συμφέροντα των μονοπωλίων από τα οποία και ελέγχεται, κ.λπ-- διατυπώνεται όμως ξεκάθαρα από την Α/συνέχεια. Κατά την Α/συνέχεια η διεθνοποίηση του κεφαλαίου δεν αποτελεί μια αντικειμενική διαδικασία των «κίνησης του κεφαλαίου»... αλλά «υποκειμενικό» σχέδιο των πολυεθνικών εταιριών.

δ. Η θεωρία του ΚΜΚ + ο βουλισιαρχικός λειτουργισμός των μονοπωλίων συναντούν τη θεωρία της «εξάρτησης» ως «σχέση ανάμεσα σε κυρίαρχους και κυριαρχούμενους κοινωνικούς σχηματισμούς» (Μηλιός 1988: 150) καθοριζόμενη από την ισχύ του κράτους και την υποκειμενική βούληση του μονοπωλιακού κεφαλαίου που το ελέγχει. Ή: «Η εργαλειακή αντίληψη για το κράτος και το κεφάλαιο οδηγεί, με τυπικό τρόπο, στις δοξασίες περί εξάρτησης» (Μηλιός 1996: 68).

Η θεωρία της εξάρτησης αποτελεί πράγματι το σκληρό πυρήνα της θεωρητικής ανάλυσης και των πολιτικών θέσεων και των τριών μ-λ ομαδοποιήσεων. ΚΚΕ (μ-λ): η προοπτική της χώρας «μας» είναι αυτή του ενεργούμενου των κυρίαρχων ιμπεριαλιστικών δυνάμεων, ο ρόλος της ελληνικής ολιγαρχίας είναι εμπορομεσιτικός, διαμετακομιστικός, υπεργολαβικός, παραπληρωματικός, υποτελικός, εξαρτημένος, ο ΚΜΚ στην Ελλάδα συναρτάται άμεσα με το καθεστώς της εξάρτησης, η ελληνική οικονομία βρίσκεται σε καθεστώς ομηρίας από τους μονοπωλιακούς κολοσσούς, δεν υπάρχει απλώς εξάρτηση αλλά πλήρης παραρτημοποίηση της ελληνικής οικονομίας, κ.λπ. κ.λπ., κ.λπ. Μ-Λ ΚΚΕ: από τη γέννηση του νεοελληνικού κράτους η εξάρτηση της Ελλάδας από τον ιμπεριαλισμό είναι ολόπλευρη --οικονομική, πολιτική, στρατιωτική--, κάτι που δεν κατανοούν απόψεις τύπου ΝΑΡ, τροτσκιστικών ομάδων, και ασυστηματοποίητες αντιλήψεις του λεγόμενου χώρου, ο ελληνικός ΚΜΚ έχει εξαρτημένο χαρακτήρα, αντιπροσωπεύει την άμεση ένωση της κυριαρχίας των ξένων και ντόπιων μονοπωλίων με την δύναμη του ελληνικού κράτους υπό την ιμπεριαλιστική επικυριαρχία, η κρατική (εθνική) ανεξαρτησία είναι μόνο τυπική, οι οικονομικές επιλογές καθορίζονται από τον ιμπεριαλισμό, πάνω από την ελληνική ολιγαρχία είναι ο ιμπεριαλισμός, κ.λπ., κ.λπ., κ.λπ. Και το «βαρύ πυροβολικό» της εξαρτησιολογίας, η Α/συνέχεια: μια χούφτα χώρες έχουν τυλίξει στα δίκτυά τους όλον τον πλανήτη ισοπεδώνοντας κάθε ιδιομορφία που εμποδίζει την κυριαρχία τους, οι κυριαρχούμενες χώρες πρέπει να ξεχαρβαλώσουν κάθε αυτόνομη οικονομική υπόσταση και να αλωθούν από τη δράση των πολυεθνικών, μέσω και της εξαγοράς κοινοβουλίων, πολιτικών, δημόσεων λειτουργών, η χώρα «μας» κυριαρχείται από την «οικονομία-κόσμος» προσδενόμενη με χίλιες αλυσίδες, η εξάρτηση από τη γέννηση του νεοελληνικού «κράτους-έκτρωμα» καθορίζει τη φύση, το μέγεθος και το χαρακτήρα του ελληνικού καπιταλισμού, η εξάρτηση διαποτίζει όλο το πλέγμα των σχέσεων και διεργασιών καθώς η οικονομική εξάρτηση επεκτείνεται και εκδηλώνεται σε όλους τους τομείς --πολιτικό, στρατιωτικό, ιδεολογικό (ιδεολογία της ψωροκώσταινας) --, η εξάρτηση από το ξένο μονοπωλιακό κεφάλαιο είναι το κύριο χαρακτηριστικό της καπιταλιστικής ανάπτυξης στην Ελλάδα, χωρίς το ποιοτικό χαρακτηριστικό της εξάρτησης δεν μπορεί να ερμηνευτεί η πορεία του ελληνικού καπιταλισμού και της ταξικής πάλης, ο σκληρός πυρήνας της ακαδημαϊκής μαρξίζουσας ριζοσπαστικής σκέψης διακρίνει μόνο την εξάρτηση του ΚΚΕ από το δογματικό μαρξισμό της ΕΣΣΔ... εξαιρετική ειρωνία), η πραγματικότητα είναι, ωστόσο, μονοπώλια + εξάρτηση, οι τροτσκιστικές αντιλήψεις και τα ρεύματα της ριζοσπαστικής σκέψης βλέπουν έναν «καθαρό» καπιταλισμό απαλείφοντας το στοιχείο της εξάρτησης, ο ΚΜΚ στην Ελλάδα παρέχει υπηρεσίες προς το πολυεθνικό κεφάλαιο, οι Έλληνες καπιταλιστές είναι υπεργολάβοι που παίζουν το ρόλο του μεσάζοντα των μεγάλων διεθνών ομίλων, η μεγαλοαστική τάξη της Ελλάδας, όπως διαμορφώθηκε, φέρνει το στίγμα του ραγιαδισμού και γραικυλισμού, κ.λπ., κ.λπ., κ.λπ., και εν ολίγοις το κομμουνιστικό κίνημα της Ελλάδας είχε πάντα τη σωστή γραμμή επί της ανάγκης αυτοδύναμης οικονομικής ανάπτυξης, ζήτω η Εθνική Ανεξαρτησία, κ.λπ. Κι ακόμα: οι αντιπρόσωποι των ξένων εταιριών ενδιαφέρονται μόνο για την προώθηση των εμπορευμάτων των πολυεθνικών και για τίποτα παραπάνω. Δηλαδή, δεν ενδιαφέρονται για το καλό της χώρας. (Απίστευτο...)

Έτσι, και ο σταλινικός σοβιετικός μαρξισμός, όπως και «οι κάθε λογής θεωρητικοί της "εξάρτησης" δεν είναι σε θέση να αντιληφθούν (...)

»α) (...) την εθνική κρατική-συγκρότηση της καπιταλιστικής εξουσίας. Δεν αντιλαμβάνονται επομένως ότι όσο σημαντικές κι αν είναι οι σχέσεις συμμαχίας ανάμεσα στις κυρίαρχες τάξεις των διαφορετικών κοινωνικών σχηματισμών, η συνοχή αυτών των σχέσεων δεν μπορεί σε καμιά περίπτωση να αποκτήσει την προτεραιότητα ως προς τη συνοχή των εσωτερικών ταξικών σχέσεων εξουσίας. Η εμβέλεια των διεθνών σχέσεων δεν μπορεί να ξεπεράσει ορισμένα όρια: Τα όρια που τίθενται από τα συμφέροντα της εθνικά-κρατικά οργανωμένης ταξικής εξουσίας. Πέρα από αυτά τα όρια υπάρχει μόνο η πολιτικοστρατιωτική βία, ο πόλεμος και οι προσαρτήσεις ξένων εδαφών.

»β) (...) ότι η διεθνοποίηση του κεφαλαίου και οι διεθνείς σχέσεις δεν έχουν ως κύρια πλευρά τους τις αμοιβαίες σχέσεις ανάμεσα στους κοινωνικούς σχηματισμούς. Πρόκειται πολύ περισσότερο για ένα δίκτυο προπαντός οικονομικών σχέσεων το οποίο διαμορφώνεται με βάση κάποιες ιδιαίτερες νομοτέλειες, κάποιους ιδιαίτερους "νόμους κίνησης" (διεθνείς εμπορικές σχέσεις και διαμόρφωση της παγκόσμιας αγοράς, διεθνείς κινήσεις κεφαλαίου και τροποποιημένη λειτουργία του νόμου της αξίας στην παγκόσμια αγορά [16] » (Μηλιός 1988: 151-2). [17]

ε. Ο οικονομισμός + η θεωρία της εξάρτησης μπορούν να οδηγήσουν, κι αυτό προκύπτει απ' την ανάλυση και των τριών μ-λ ομαδοποιήσεων, στην αντίληψη της διαδικασίας ανισόμερης ανάπτυξης ως νομοτελειακής του ΚΤΠ. Εντούτοις: «Η "ανισόμερη ανάπτυξη" δεν αποτελεί νομοτέλεια του ΚΤΠ αλλά προϊόν της πάλης των τάξεων, προϊόν του συγκεκριμένου κάθε φορά κοινωνικού-ταξικού και πολιτικού συσχετισμού των δυνάμεων» (Μηλιός 1988: 75).

στ. Ο οικονομισμός ως η θεωρία της προτεραιότητας των παραγωγικών δυνάμεων βρίσκεται κατά βάση πίσω από την παραγωγίστικη (τεχνικίστικη) οπτική επί του αναπτυγμένου ή μη ενός καπιταλιστικού κοινωνικού σχηματισμού.

Το κριτήριο για το αναπτυγμένο ή μη του ελληνικού καπιταλισμού αναζητάται στην τεχνική σύνθεση του κεφαλαίου, την τεχνολογία και τεχνογνωσία, στην ανάπτυξη της παραγωγής μέσων παραγωγής, στην αποεπένδυση και αποβιομηχάνιση, [18] το εμπορικό έλλειμμα, κ.λπ. --ΚΚΕ (μ-λ) --, τον μηχανολογικό εξοπλισμό και τα μεταφορικά μέσα, κ.λπ. --Μ-Λ ΚΚΕ--, τη σοβαρότητα της τεχνολογικής αναδιοργάνωσης, και βέβαια την αποβιομηχάνιση, το εμπορικό έλλειμα και το χρέος [19], κ.λπ. --Α/συνέχεια. Η τελευταία μάλιστα αναλαμβάνει --ως ο συνήγορος του σταλινικού σοβιετικού μαρξισμού-- να ψέξει την ακαδημαϊκή μαρξίζουσα ριζοσπαστική σκέψη όταν αναζητάει τις αναπτυσσόμενες καπιταλιστικές σχέσεις, δηλαδή το ταξικό κριτήριο της ανάπτυξης. Για την ίδια, όπως και τις άλλες δυο μ-λ ομαδοποιήσεις, αρκεί ο χαρακτηρισμός μέσο επίπεδο ανάπτυξης του ελληνικού καπιταλισμού στη βάση των τεχνικιστικών κριτηρίων.

Σ' αυτήν την προβληματική, δηλαδή την οικονομίστικη προβληματική, δεν υφίσταται, επομένως, ταξικό (ποιοτικό) σημείο ρήξης μεταξύ ανάπτυξης - υπανάπτυξης, αφού απουσιάζουν οι σχέσεις παραγωγής ως το καθοριστικό κριτήριο. Οι κρίσιμοι ταξικοί όροι της καπιταλιστικής (οικονομικής) ανάπτυξης --κυριαρχία των καπιταλιστικών σχέσεων παραγωγής, διάλυση των προ-καπιταλιστικών κυρίαρχων σχέσεων και υπό υποταγή τροποποίηση και διαμόρφωση υποκείμενων στο κεφάλαιο μορφών ή τρόπων παραγωγής, όπως της απλής εμπορευματικής παραγωγής, που συναρθρώνονται θετικά στο εσωτερικό ενός ιστορικού κοινωνικού σχηματισμού, [20] μέσα στη συγκυρία της ταξικής πάλης (δες και Μηλιός 1988: 141-2 και Οικονομάκης 1988-α) -- αντικαθίστανται απ' το ποσοτικό (τεχνικιστικό) κριτήριο του επιπέδου ή βαθμού (της τεχνικής) ανάπτυξης των παραγωγικών δυνάμεων. Εν ολίγοις, ο σταλινικός σοβιετικός μαρξισμός αδυνατεί να συλλάβει θεωρητικά έναν ορισμό για τους αναπτυγμένους καπιταλιστικούς κοινωνικούς σχηματισμούς που να «υποδεικνύει την προτεραιότητα των κοινωνικών σχέσεων παραγωγής σε σχέση με τις "παραγωγικές δυνάμεις" και την "τεχνική"» (Μηλιός 1988: 142), δηλαδή να υποδεικνύει την προτεραιότητα της ταξικής πάλης. Με άλλα λόγια ο σταλινικός σοβιετικός μαρξισμός αδυνατεί να αντιληφθεί τη μαρξιστική θεωρία της ιστορίας. [21]

Θα συμφωνήσω, επομένως, με τη θέση που --κυρίως-- διατυπώνεται και αναπτύσσεται από το Μ-Λ ΚΚΕ, με αφορμή την κριτική του σε θέσεις του ΝΑΡ, πάνω στον ιμπεριαλισμό, ως διακριτή απ' τον αναπτυγμένο καπιταλισμό και ευρύτερη του οικονομικού ζητήματος κατηγορία.

Θα συμφωνήσω διότι είναι μια καθαρά --ιστορική-λενινιστική-- μη οικονομίστικη θέση --αντίφαση-- στο σώμα του σταλινικού σοβιετικού οικονομισμού.

Αυτή είναι άλλωστε «η θεωρητική τομή που εγκαινιάζει η μπροσούρα του Λένιν για τον ιμπεριαλισμό: στην κυρίαρχη αντίληψη περί της παγκόσμιας καπιταλιστικής οικονομικής δομής αντιπαραθέτει την ιμπεριαλιστική αλυσίδα, οι κρίκοι της οποίας δεν είναι οι εθνικές οικονομίες αλλά τα κράτη. Έτσι αυτό που μετράει δεν είναι απλώς η "οικονομική ανάπτυξη" αλλά η συνολική (οικονομική, πολιτική, στρατιωτική) δύναμη κάθε κράτους-κρίκου της αλυσίδας» (Μηλιός 1988: 28).

ζ. Η μηχανιστική αντίληψη για το «μονοπωλιακό καπιταλισμό» και το κράτος + η επαγόμενη θεωρία του ΚΜΚ + η θεωρία της εξάρτησης είναι δυνατό να οδηγήσουν στην αντίληψη του αστικού κράτους ως κομματικού κράτους, οργάνου των διαπλεκόμενων ειδικών και ιδιαίτερων οικονομικών και πολιτικών συμφερόντων μερίδων της ντόπιας αστικής τάξης και του ξένου «μονοπωλιακού» κεφαλαίου.

Στην κατεύθυνση αυτή κινείται η ανάλυση του ΚΚΕ (μ-λ) όταν επιχειρεί να ερμηνεύσει το προδικτατορικό κομματικό - πολιτικό σκηνικό --ΕΡΕ, παραδοσιακό κομμάτι της μεγαλοαστικής τάξης και αμερικάνοι - Ένωση Κέντρου, μερίδες της μεγαλοαστικής τάξης και ΕΟΚ-- και την ίδια τη δικτατορία. Σε ανάλογη κατεύθυνση η Α/συνέχεια μας προτρέπει να αντιμετωπίσουμε τη μεγαλοαστική τάξη της Ελλάδας όχι σαν μιας αυτοτελή κοινωνική ομάδα-τάξη αλλά ως διασπασμένο σε μερίδες ενεργούμενο διαφορετικών διεθνών κέντρων.

Στην ακραία της εκδοχή, η αντίληψη του αστικού κράτους ως κομματικού κράτους οδηγεί στην (αστική) σκανδαλολογία. Τυπικό δείγμα αυτής της οπτικής η Α/συνέχεια· σκάνδαλο Κοσκωτά, Μητοστάκης και διαπλεκόμενα --που καταπίνουν ή κάνουν πως δεν καταλαβαίνουν οι «βιαστικοί» και οι «καθαρούτσικοι», «καθαρούτσικοι», υποθέτω, εκ του «καθαρού καπιταλισμού», «βιαστικοί», πάλι, δεν ξέρω. Και παραπέρα στην αντίληψη της αστικής (κρατικής) πολιτικής ως επιχειρηματικής πολιτικής. Τυπικό δείγμα και πάλι η Α/συνέχεια.

Ωστόσο: «ο ρόλος των κρατικών μηχανισμών και των κομμάτων δεν καθορίζεται από το ποια "μερίδα της αστικής τάξης" κυριαρχεί στο εσωτερικό τους, αλλά από το πώς ασκείται η καπιταλιστική εξουσία πάνω στις λαϊκές τάξεις. Καθορίζεται δηλαδή από την παρουσία των λαϊκών τάξεων, μ' άλλα λόγια από την πάλη των τάξεων στο εσωτερικό των κρατικών (ιδεολογικών) μηχανισμών και των κομμάτων. (...)

»Στο πλαίσιο του "αντιπροσωπευτικού" κοινοβουλευτικού συστήματος τα πολιτικά κόμματα αποτελούν μόνο με τη μεταφορική έννοια του όρου τους εκπροσώπους των κυρίαρχων τάξεων. Ο πραγματικός εκπρόσωποςτων κυρίαρχων τάξεων είναι το αστικό κράτος ως όλον(...)

» Τα αστικά πολιτικά κόμματα και προγράμματα δεν διαφοροποιούνται επομένως μεταξύ τους επειδή "εκπροσωπούν" διαφορετικά τμήματα ή μερίδες των κυρίαρχων τάξεων, αλλά γιατί προωθούν και αποτυπώνουν ένα διαφορετικό τύπο "αντιπροσώπευσης" των αντιφατικών συμφερόντων των κυριαρχούμενων τάξεων στο εσωτερικό του γενικού αστικού συμφέροντος. Έτσι άλλωστε μπορούν να οριστούν και τα συμφέροντα των επιμέρους κεφαλαιοκρατικών μερίδων: ως σχετικά διαφοροποιημένες εκδοχές οργάνωσης και άσκησης της εξουσίας πάνω στις κυριαρχούμενες τάξεις(...)

» Έτσι, το αν σε ορισμένες περιπτώσεις μια συγκεκριμένη αστική στρατηγική συνδέεται προνομιακά με τα ιδιαίτερα συμφέροντα μιας επιμέρους αστικής μερίδας (...) αυτό δεν μπορεί να θεωρηθεί παρά ως ένα ειδικό αποτέλεσμα της συγκυρίας της πάλης των τάξεων: της συγκεκριμένης, δηλαδή, παρουσίας των λαϊκών τάξεων στην κοινωνία και στους κρατικούς μηχανισμούς» (Μηλιός 1996: 145-8). [22]

η. Η μηχανιστική αντίληψη για το «μονοπωλιακό καπιταλισμό» και το κράτος + η επαγόμενη θεωρία του ΚΜΚ + η θεωρία της εξάρτησης + η αντίληψη του αστικού κράτους ως κομματικού κράτους, οργάνου των διαπλεκόμενων ειδικών και ιδιαίτερων συμφερόντων μερίδων της ντόπιας αστικής τάξης και του ξένου «μονοπωλιακού» κεφαλαίου (+ ο γνωστός «λεγκαλισμός» της μ-λ αριστεράς), μπορούν να βρεθούν πίσω από τον αριστερό εθνικιστικό αντιιμπεριαλισμό και την αντίληψη περί εθνικολαϊκών συμφερόντων και πατριωτικών καθηκόντων της εργατικής τάξης στην υπεράσπιση «των χωρών "τους"» (Λένιν 1970: 41, 47). Κι αυτό είναι το υποβόσκον πολιτικό στίγμα της μ-λ αριστεράς, σε όλες τις, εξεταζόμενες, εκφάνσεις της, παρόλο που εδώ «δανείστηκα» τις διατυπώσεις του Μ-Λ ΚΚΕ.

Εντούτοις: «Ο διεθνής σοσιαλισμός θα νικήσει αν αποσπάσει τους εργάτες από την επιροή της εθνότητας (...) θα υποστεί όμως ήττα, αν το εθνικό αίσθημα επικρατήσει» (στο Λένιν 1970: 43).

2.1.4. Μ-Λ εκδοχή και «άλλη» αριστερά

«Η όλη θεωρητική κατασκευή του [σταλινικού] "σοβιετικού μαρξισμού" συμπληρώνεται και απολήγει σε μια συγκεκριμένη πολιτική στρατηγική: Δεν είναι παρά ο ηττημένος (την εποχή του Bernstein) κυβερνητισμός-μεταρρυθμισμός, που επανέρχεται στο προσκήνιο ως η μαρξιστική στρατηγική, παίρνοντας έτσι την εκδίκησή του από τον επαναστατικό μαρξισμό. Μετά το Β' Παγκόσμιο Πόλεμο η στρατηγική αυτή κωδικοποιείται ως "αργό, σταδιακό και ειρηνικό πέρασμα στο σοσιαλισμό"» (Μηλιός 1996: 42).

Είναι αυτή η περίπτωση του σταλινικού σοβιετικού μαρξισμού της μ-λ εξωκοινοβουλευτικής αριστεράς στην Ελλάδα;

Υπάρχουν όψεις μεταρρυθμισμού.

Παράδειγμα:

Η διολίσθιση της Α/συνέχεια στη θεωρία των σταδίων.

Υπάρχουν και όψεις αντίθεσης με το μεταρρυθμισμό.

Παραδείγματα:

Κατά το ΚΚΕ (μ-λ) στόχος του επαναστατικού κινήματος είναι η συντριβή του αστικού κράτους και των οικονομικών βάσεων του καπιταλιστικού συστήματος. Στη βάση αυτή ασκεί κριτική σε απόψεις --τύπου ΝΑΡ-- που θέτουν κομμουνιστικής υφής μεταρρυθμιστικούς στόχους σε συνθήκες αστικής εξουσίας.

Το Μ-Λ ΚΚΕ απορρίπτει την --τύπου ΚΚΕ-- ρεβιζονιστική πολιτική των μεταρρυθμίσεων για την «εθνική ανάπτυξη» και «παραγωγική ανασυγκρότηση της χώρας» και το δρόμο «ειρηνικού περάσματος» και αντιπροτείνει τον ταξικό επαναστατικό ανατρεπτικό αγώνα.

Ποια είναι η κύρια όψη;

Κατά την άποψή μου, η κινηματική εμπειρία υποδεικνύει ότι είναι η αντίθεση με το μεταρρυθμισμό.

Τα αίτια της κατά κύριο λόγο μη επικράτησης του κυβερνητισμού-μεταρρυθμισμού στην πολιτική στρατηγική της μ-λ εξωκοινοβουλευτικής αριστεράς, θα πρέπει, πιστεύω, να αναζητηθούν στην ιστορική συγκρότησή της στην Ελλάδα, στα αριστερά --και σε αμφισβήτηση-- της επίσημης αριστεράς, στην ώσμωσή της, με όρους κινήματος --ιδίως μετά το 1978--, με τις νέες ριζοσπαστικές πολιτικές ομαδοποιήσεις και πρακτικές και στην περιθωριακή πολιτικο-οργανωτική της ανάπτυξη. Θα πρέπει επίσης να αναζητηθούν στην ιστορική σηματοδότηση της αντιρεβιζιονιστικής μ-λ αριστεράς σε παγκόσμιο επίπεδο.

Απ' τα παραπάνω συνάγεται και ότι η επικράτηση του κυβερνητισμού-μεταρρυθμισμού ως πολιτική στρατηγική στο σώμα του σταλινικού σοβιετικού μαρξισμού, κρίνεται τελικά --ή ορθότερα μπορεί να αναιρεθεί ή ίσως απλώς να αναβληθεί-- μέσα από ιδιαίτερες - ειδικές πτυχές της ιστορίας της ταξικής πάλης στο ιστορικό πεδίο κάθε κοινωνικού σχηματισμού, μέσα στην ιστορική εποχή. [23]

Ωστόσο: Η θεωρητική μήτραΚΚΕ και μ-λ εξωκοινοβουλευτικής αριστεράς είναι κοινή: είναι ο (σταλινικός) σοβιετικός μαρξισμός. «Η κυριαρχία του [σταλινικού] "σοβιετικού μαρξισμού" στο εσωτερικό της ελληνικής Αριστεράς συνδέεται, εκφράζεται και αλληλοκαλύπτεται με μια αντίληψη για την ιστορία του ελληνικού κοινωνικού σχηματισμού και συνακόλουθα για το χαρακτήρα του ελληνικού καπιταλισμού» (Μηλιός 1996: 47). Ιστορικά, στην Ελλάδα, ο σταλινικός σοβετικός μαρξισμός κυριαρχεί μετά την --τόσο επαινούμενη, όπως είδαμε-- παρέμβαση της Γ' Διεθνούς --από το 1927 μέχρι και το 1934, όταν οι αντιλήψεις του σταλινικού σοβιετικού μαρξισμού παγιώνονται «ως η κυρίαρχη μαρξιστική αντίληψη για τη νεοελληνική κοινωνία (...) (εξάρτηση) (...) (καπιταλιστική καθυστέρηση)» (Μηλιός 1996:60-3).

Αν λοιπόν υφίσταται «σημείο τομής» μεταξύ καθεστωτικής --ΚΚΕ-- και μ-λ εξωκοινοβουλευτικής αριστεράς, αυτό αφορά ειδικά στον κυβερνητισμό-μεταρρυθμισμό. Στο μέτρο που ο κυβερνητισμός-μεταρρυθμισμός αποτελεί το ειδοποιό χαρακτηριστικό της καθεστωτικής --γι' αυτό και καθεστωτική-- αριστεράς, η κατά κύριο λόγο μη συμπλήρωση και απόληξη του σταλινικού σοβιετικού μαρξισμού της δεύτερης σ' αυτόν, κρίνει την κατάταξή της στη μη καθεστωτική ήτοι «άλλη» αριστερά ή η κατάταξη της μ-λ εξωκοινοβουλευτικής αριστεράς στην «άλλη» αριστερά κρίνεται στο μέτρο της μη συμπλήρωσης και απόληξης της κοινής με το ΚΚΕ μήτρας στον κυβερνητισμό-μεταρρυθμισμό. Υποστηρίζω, επομένως, και ότι, η άρνηση του κυβερνητισμού-μεταρρυθμισμού ως πολιτικής στρατηγικής, αποτελεί ταυτόχρονα και το ειδοποιό χαρακτηριστικό της «άλλης» αριστεράς ή την αναγκαία συνθήκη διαμόρφωσης του λεγόμενου «χώρου» της «άλλης» αριστεράς. Κι αυτή είναι η απάντησή μου στο ανοικτό ερώτημα περί του «σημείου τομής» μεταξύ καθεστωτικής και «άλλης» αριστεράς.

Είναι το «σημείο τομής» το μόνο κοινό --ή έστω το βασικό κοινό-- σημείο θεωρητικο-πολιτικής σύμπτωσης στα πλαίσια της «άλλης» αριστεράς, και ποια είναι η σημασία του στη συγκρότηση ενός επαναστατικού προγράμματος απεύθυνσης στην (εργατική) τάξη;

Προφανώς, η απάντηση σ' αυτό το ερώτημα προϋποθέτει τη θεωρητική διερύνηση και επί (των) άλλων πολιτικών της ομαδοποιήσεων. Και επ' αυτού επιφυλάσσομαι.

Θα παρατηρήσω όμως εδώ, ότι από τις πολιτικές προτάσεις και των τριών μ-λ ομαδοποιήσεων προκύπτει μια στενή αντίληψη περί προγραμματικής συμφωνίας. Είναι η προγραμματική συμφωνία στη βάση του σταλινικού σοβιετικού μαρξισμού. Με σαφήνεια εκφραζόμενη αυτή η αντίληψη από το Μ-Λ ΚΚΕ καταλήγει στην πρόταση για πολιτικο-οργανωτική ενοποίηση των μ-λ συνιστών σε ενιαίο κόμμα.

2.2. Ειδικές κριτικές παρατηρήσεις

2.2.1. Για τις καπιταλιστικές κρίσεις

Με καθαρό τρόπο από το Μ-Λ ΚΚΕ και κάπως συγκεχυμένο από το ΚΚΕ (μ-λ), η καπιταλιστική (οικονομική) κρίση γίνεται αντιληπτή ως κρίση οφειλόμενη στην πτώση του ποσοστού του κέρδους εξαιτίας της αύξησης της οργανικής σύνθεση του κεφαλαίου.

Για το Μαρξ, «κάθε αύξηση της παραγωγικότητας της εργασίας (...) προϋποθέτει, και εν μέρει συνεπάγεται, μιαν αύξηση της τεχνικής σύνθεσης του κεφαλαίου. Όταν λοιπόν αυξάνεται η τεχνική σύνθεση του κεφαλαίου αυξάνεται και η παραγωγικότητα». Έτσι: «Η τεχνολογική εξέλιξη αυξάνει (...) συνεχώς την τεχνική σύνθεση του κεφαλαίου και συνεπώς την παραγωγικότητα της εργασίας.» Ωστόσο, απ' τα παραπάνω, ανακύπτει το ερώτημα: «Τι επίδραση έχει η τεχνολογική εξέλιξη στην αξιακή σύνθεση του κεφαλαίου;» Δεδομένου ότι η αξιακή σύνθεση του κεφαλαίου είναι θετική συνάρτηση του λόγου της τεχνικής σύνθεσης του κεφαλαίου προς την παραγωγικότητα της εργασίας (η παραγωγικότητα της εργασίας είναι το αντίστροφο της αξίας μιας μονάδας προϊόντος) και του ποσοστού της υπεραξίας, αν για απλοποίηση «υποθέσουμε ότι το ποσοστό υπεραξίας παραμένει αμετάβλητο, τότε η τεχνολογική εξέλιξη αυξάνοντας την τεχνική σύνθεση του κεφαλαίου, αυξάνει (...) την παραγωγικότητα της εργασίας» η οποία με τη σειρά της «μειώνει την αξιακή σύνθεση του κεφαλαίου. Η αξιακή σύνθεση του κεφαλαίου αυξάνει συνεπώς, όταν η ποσοστιαία αύξηση της τεχνικής σύνθεσης του κεφαλαίου είναι μεγαλύτερη από αυτήν της παραγωγικότητας της εργασίας». Όταν «με την τεχνολογική εξέλιξη και την αύξηση της τεχνικής σύνθεσης του κεφαλαίου αυξάνεται και η αξιακή σύνθεση του κεφαλαίου» ο Μαρξ ονομάζει την τεχνική σύνθεση «οργανική σύνθεση του κεφαλαίου» (Σταμάτης 1997: 70-1). Το ποσοστό του κέρδους, με τη σειρά του είναι θετική συνάρτηση που ποσοστού υπεραξίας (ποσοστού εκμετάλλευσης) και αρνητική της αξιακής (οργανικής) σύνθεσης του κεφαλαίου. Η άποψη επομένως της πτώσης του ποσοστού του κέρδους λόγω αύξησης της οργανικής σύνθεσης του κεφαλαίου, προϋποθέτει ότι η ποσοστιαία αύξηση της τεχνικής σύνθεσης του κεφαλαίου είναι μεγαλύτερη της αύξησης της παραγωγικότητας της εργασίας (αύξηση της οργανικής σύνθεσης του κεφαλαίου) και συγχρόνως το ποσοστό της υπεραξίας είναι σταθερό ή μειώνεται ή αυξάνεται ποσοστιαία λιγότερο από την αύξηση της οργανικής σύνθεσης του κεφαλαίου (Μηλιός, Οικονομάκης 1999: 139-40).

Κατά τη Ν. Μοσκόβσκα, ωστόσο: «Υπό συνθήκες τεχνικής προόδου το ποσοστό του κέρδους θα μειωνόταν, μόνο εάν αυξανόταν η σύνθεση του κεφαλαίου χωρίς ταυτόχρονα ν' αυξάνεται κι η παραγωγικότητα της εργασίας. Διότι η αυξανόμενη παραγωγικότητα της εργασίας (...) συμπιέζει (...) τη σύνθεση του κεφαλαίου (...) και αυξάνει το ποσοστό της υπεραξίας (...)

»Όποια κι αν είναι η διάρθωση της οικονομίας, τελικά χρησιμοποιούνται μόνο τέτοιες εφευρέσεις, οι οποίες τηρούν μια ορισμένη αναλογία μεταξύ της αύξησης της ποσότητας των μέσων παραγωγής ανά εργάτη και της αύξησης της παραγωγικότητας της εργασίας. Και στον καπιταλισμό πρέπει κάθε αύξηση της ποσότητας των μέσων παραγωγής ανά εργάτη να εξασφαλίζει μία πολύ υψηλότερηαύξηση της παραγωγικότητας της εργασίας.

» (...) Στις χρησιμοποιούμενες στον καπιταλισμό τεχνικές καινοτομίες ο ρυθμός αύξησης της παραγωγικότητας της εργασίας είναι λοιπόν πάντα υψηλόςσε σχέση με το ρυθμό αύξησης της ποσότητας των μέσων παραγωγής ανά εργάτη. Κι επειδή λοιπόν η αυξανόμενη παραγωγικότητα της εργασίας μειώνει τις τιμές τόσο των υλικών, όσο και των προσωπικών μέσων παραγωγής κι επομένως μειώνει τη σύνθεση του κεφαλαίου κι αυξάνει το ποσοστό της υπεραξίας, είναι αδύνατονστον καπιταλισμό να μειώνεται από τεχνικούς λόγουςτο ποσοστό του κέρδους» (Μοσκόβσκα 1988: 80-1, 83).

Επιπρόσθετα: Εφόσον με την εισαγωγή τεχνολογικών καινοτομιών αυξάνει η παραγωγικότητα της εργασίας περισσότερο απ' όσο αυξάνει η τεχνική σύνθεση του κεφαλαίου, επομένως μειώνεται η αξιακή σύνθεση του κεφαλαίου, «για τη διατήρηση του δεδομένου ποσοστού του κέρδους απαιτείταιμια σχετικά χαμηλή και κατά την πορεία της καπιταλιστικής εξέλιξης φθίνουσα αύξηση του ποσοστού υπεραξίας» (Μοσκόβσκα 1988: 85).

Κατά το Μηλιό: «Η θέση αυτή [της Μοσκόβσκα], ακόμα και αν δεν τεκμηριώνεται με βάση στατιστικά στοιχεία της κεφαλαιοκρατικής συσσώρευσης (...) υπενθυμίζει και καθιστά σαφές ότι το ποσοστό του κέρδους είναι συνάρτηση τόσο της αξιακής σύνθεσης του κεφαλαίου (του λόγου σταθερό προς μεταβλητό κεφάλαιο) όσο και του ποσοστού της υπεραξίας», και επομένως μπορεί να αυξάνεται είτε όταν το ποσοστό της υπεραξίας αυξάνεται ταχύτερα από την αξιακή σύνθεση του κεφαλαίου, είτε όταν η αξιακή σύνθεση του κεφαλαίου μειώνεται ταχύτερα από το ποσοστό της υπεραξίας (Μηλιός 1997: 172).

Συνεπώς: ο μαρξικός νόμος της πτώσης του ποσοστού του κέρδους, λόγω της αύξησης της οργανικής σύνθεσης του κεφαλαίου, είναι ένας νόμος που ισχύει μόνο υπό συγκεκριμένες ιστορικές προϋποθέσεις ή συνθήκες, δηλαδή είναι ένας «"ιστορικός"» νόμος (Μηλιός 1997: 172).

Άλλωστε, ο ίδιος ο Κ. Μαρξ τόνιζε: «Κανένας κεφαλαιοκράτης δεν χρησιμοποιεί μια νέα μέθοδο παραγωγής, όσο παραγωγική κι αν είναι, όσο κι αν αυξάνει το ποσοστό της υπεραξίας, εφόσον μειώνει το ποσοστό του κέρδους» (Μαρξ 1978-β: 334). Που σημαίνει ότι κανένας κεφαλαιοκράτης δε χρησιμοποιεί μια νέα μέθοδο παραγωγής αν δεν αυξάνει περισσότερο το ποσοστό της υπεραξίας απ' όσο αυξάνει την αξιακή σύνθεση του κεφαλαίου.

Η θεωρητική θέση της ερμηνείας των καπιταλιστικών κρίσεων ως κρίσεων οφειλόμενων στην πτώση του ποσοστού του κέρδους εξαιτίας της αύξησης της οργανικής σύνθεσης του κεφαλαίου, μπορεί να έχει είτε ένα ιστορικό είτε ένα μη «ιστορικό αλλά εσωτερικό-δομικό χαρακτήρα» ως να «αποτελεί ίδιον, ειδοποιό χαρακτηριστικό» τού ΚΤΠ, «στοιχείο της θεωρίας» τού ΚΤΠ (Μηλιός 1997: 175-6). [24]

Ακόμα και αν δε διατυπώνεται εμφανώς κάτι σχετικό, ακόμα και αν γίνονται αντιληπτές οι αντιφάσεις --η περίπτωση του ΚΚΕ (μ-λ) για την αντίφαση αναπόφευκτο της επαναστατικής ανατροπής λόγω υπερωρίμανσης - θεωρία του αδύνατου κρίκου--, ο σταλινικός σοβιετικός μαρξισμός ως θεωρία της φιλοσοφικής εγγύησης της επανάστασης και του σοσιαλισμού μέσω της αφηρημένης υλικότητας της ανάπτυξης των παραγωγικών δυνάμεων, μου επιτρέπει να υποστηρίξω ότι, η αντίληψη για τις καπιταλιστικές κρίσεις, ως κρίσεις οφειλόμενες στην πτώση του ποσοστού του κέρδους λόγω της αύξησης στην οργανική σύνθεση του κεφαλαίου, των δυο μ-λ «κομμάτων» πρέπει να αναζητηθεί στην δεύτερη εκδοχή, δηλαδή εκείνη που αντιλαμβάνεται την κρίση ως δομικό χαρακτηριστικό του ΚΤΠ.

Αντίθετα με την προσέγγιση των ΚΚΕ (μ-λ) και Μ-Λ ΚΚΕ, «η άποψή μας συνηγορεί υπέρ του να γίνει κατανοητή η οικονομική κρίση ως κρίση υπερσυσσώρευσης, η οποία επιπλέον σε αντιστοιχία με τις θέσεις του Μπουχάριν, θα πρέπει να θεωρηθεί ότι προκύπτει από τη δράση "απουσών αιτιών": Η υπερσυσσώρευση δεν είναι το αποτέλεσμα μιας ορατής και προβλέψιμης --άρα διαχειρίσιμης-- Αιτίας (...), αλλά το (περιοδικά προκύπτον) προϊόν της ίδιας της καπιταλιστικής ανάπτυξης συνέπεια του συνόλου των εσωτερικών αιτιακών εξαρτήσεων (σχέσεων δομικής αιτιότητας-"νόμων") και αντιφάσεων που διέπουν το καπιταλιστικό σύστημα» (Μηλιός 1997: 178). [25]

Από την άποψη των παραπάνω, «η προσέγγιση της υπερσυσσώρευσης δεν διατυπώνει κάποιο νόμο της κρίσης, δεν θεωρεί δηλαδή ότι η κρίση πηγάζει από τα δομικά χαρακτηριστικά του καπιταλιστικού τρόπου παραγωγής. Για την προσέγγιση αυτή, η κρίση, ως δυσλειτουργία αυτής καθαυτής της κεφαλαιακής σχέσης, πηγάζει από εξωτερικές αιτίες, που συγκυριακά υπερπροσδιορίζουν την κεφαλαιακή σχέση» (Μηλιός 176). [26]

Όσον αφορά στη σχετική με τις κρίσεις θέση της Α/συνέχεια, η διατύπωση ότι η καπιταλιστική κρίση είναι κρίση υπερσυσσώρευσης κεφαλαίου οφειλόμενη στην πτώση του ποσοστού του κέρδους, μπορεί να παραπέμπει σε πολλές ερμηνευτικές εκδοχές της κρίσης, και έτσι δε θα υπεισέλθω.

2.2.2. Για τις εξαγωγές κεφαλαίου

Κοινή θέση και των τριών μ-λ ομαδοποιήσεων είναι πως οι εξαγωγές κεφαλαίου προς τις εξαρτημένες χώρες, όπως η Ελλάδα, εξαρθρώνουν, στρεβλώνουν, ελέγχουν την οικονομία, ωθούν σε μια αναδιάρθρωση εκσυγχρονισμένου μεταπρατισμού, κ.λπ. Είναι με άλλα λόγια ο οικονομικός --και όχι μόνο-- Δούρειος Ίππος των ιμπεριαλιστών που καταστρέφει τον τόπο... με ορόσημο το σχέδιο Μάρσαλ, [27] κ.λπ.

Με πιο συστηματικό τρόπο το ζήτημα τίθεται από το Μ-Λ ΚΚΕ. Για το Μ-Λ ΚΚΕ τεράστια κεφάλαια επενδύονται σε καθυστερημένες οικονομικά χώρες, με πάμφθηνα εργατικά χέρια και χαμηλή οργανική σύνθεση κεφαλαίου, στοχεύοντας στην αντιρρόπηση της πτωτικής τάσης του ποσοστού του κέρδους. Στην αντιπαράθεσή του προς τις σχετικές θέσεις που υποστηρίζει το ΝΑΡ, το Μ-Λ ΚΚΕ μας λέει ακόμα πως είναι λάθος η θέση ότι η εθνική προέλευση των κεφαλαίων που επενδύονται σε μια χώρα δεν έχει σημασία --ΝΑΡ--, γιατί παρόλο που οι επενδύσεις αυτές έχουν σαν συνέπεια την επιτάχυνση του απλώματος των καπιταλιστικών σχέσεων και την καπιταλιστική ανάπτυξη, η ανάπτυξη αυτή είναι στρεβλή και οικοδομείται στην εθνική υποδούλωση, όταν οι χώρες αυτές βρίσκονται υπό ιμπεριαλιστικό έλεγχο.

Ξεκνώντας από το τελευταίο, τον ιμπεριαλιστικό έλεγχο και την υποδούλωση, βλέπουμε ότι και εδώ δεν έχουμε κάποιο ειδικό επιχείρημα, δεν αναπτύσσεται κάποια θεωρία επί των σχέσεων εξαγωγών κεφαλαίου - υποδούλωσης. Οι εξαγωγές κεφαλαίου είναι εξ ορισμού υποδουλωτικές γιατί υπάρχει ιμπεριαλιστικός έλεγχος. Ή εφόσον υπάρχει ιμπεριαλιστικός έλεγχος οι εξαγωγές κεφαλαίου είναι εξ ορισμού υποδουλωτικές. Πρόκειται για τις ταυτολογίες στις οποίες μας οδηγεί η θεωρία της εξάρτησης.

Ας παρακάμψουμε, επομένως, την εξαρτησιολογία και ας δούμε πιο συγκεκριμένα δυο ζητήματα.

Τη σχέση εξαγωγών κεφαλαίου και οικονομικής καθυστέρησης, πρώτο, και τη σημασία της εθνικής προέλευσης των επενδεδυμένων κεφαλαίων, δεύτερο.

Τεράστια κεφάλαια σε καθυστερημένες χώρες λοιπόν, λόγω χαμηλών μισθών [28] και χαμηλής οργανικής σύνθεσης κεφαλαίου.

Εντούτοις, ο μεγάλος όγκος των εξαγωγών κεφαλαίου κατευθύνεται από τις αναπτυγμένες καπιταλιστικά χώρες προς (...) τις αναπτυγμένες καπιταλιστικά χώρες» (Μηλιός 1988: 116). [29] Προς τις χώρες όπου η ταξική πάλη αποκρυσταλλώθηκε «τελικά στη διαμόρφωση ενός περισσότερο ή λιγότερο παραγωγικού (για το κεφάλαιο) "συλλογικού εργάτη", που είναι και ο καθοριστικός παράγοντας για την καπιταλιστική ανάπτυξη» (Μηλιός 1988: 117). [30]

Είναι η παραγωγικότητα της εργασίας «ο καθοριστικός παράγοντας από τον οποίο κρίνεται η κερδοφορία του κεφαλαίου. Η παραγωγικότητα της εργασίας φθάνει σε πολύ υψηλότερα επίπεδα στις αναπτυγμένες καπιταλιστικές χώρες, κι όχι στις χώρες όπου οι καπιταλιστικές σχέσεις εξακολουθούν να είναι περιθωριακές, όπως συμβαίνει στις περισσότερες χώρες του Τρίτου Κόσμου. Παρά τις διαφορές στο επίπεδο του μισθού, το ποσοστό της υπεραξίας και τελικά το ποσοστό του κέρδους, που αποτελεί και τον καθοριστικό παράγοντα που ρυθμίζει τους ρυθμούς της κεφαλαιακής συσσώρευσης, εξακολουθεί έτσι να παραμένει ψηλότερο στις χώρες του αναπτυγμένου καπιταλισμού. Αυτός είναι ο λόγος που οι διεθνείς κεφαλαιακές ροές συγκεντρώνονται όλο και περισσότερο στις αναπτυγμένες καπιταλιστικές χώρες.

»Οι διεθνείς διαφορές στο επίπεδο του μισθού μπορούν έτσι να παίξουν αποφασιστικό ρόλο αναφορικά με τα διεθνή επίπεδα του ποσοστού κέρδους, μόνο στην περίπτωση χωρών με συγκρίσιμα επίπεδα της παραγωγικότητας της εργασίας (και του ποσοστού της υπεραξίας)» (Μηλιός 1988: 117-18). [31]

Όσον αφορά στη σημασία της εθνικής προέλευσης των επενδυτικών κεφαλαίων, τώρα.

Την απάντηση τη δίνει ο Μαρξ: «Κάθε κεφάλαιο, όσον καιρό λειτουργεί σαν παραγωγικό κεφάλαιο, είναι παγιωμένο στο προτσές παραγωγής, επομένως στο προτσές παραγωγής είναι παγιωμένα και όλα τα στοιχεία του παραγωγικού κεφαλαίου, όποια κι αν είναι η υλική τους μορφή, η λειτουργία τους και ο τρόπος κυκλοφορίας της αξίας τους (...).

»(...) Το γεγονός ωστόσο ότι υπάρχουν μέσα εργασίας που είναι δεμένα τοπικά, ριζωμένα στη γη, αναθέτει σ' αυτό το μέρος του πάγιου κεφαλαίου έναν ειδικό ρόλο στην οικονομία των εθνών. Δεν μπορούν να σταλούν στο εξωτερικό, δεν μπορούν να κυκλοφορήσουν σαν εμπόρευμα στην παγκόσμια αγορά. Μπορεί ν' αλλάζουν χέρια οι τίτλοι ιδιοχτησίας πάνω σ' αυτό το πάγιο κεφάλαιο, μπορεί το πάγιο κεφάλαιο ν' αγοράζεται και να πουλιέται κι έτσι να κυκλοφορεί ιδεατά. Αυτοί οι τίτλοι ιδιοχτησίας μπορούν μάλιστα να κυκλοφορούν και σε ξένες αγορές, λχ. με τη μορφή μετοχών. Όμως, η αλλαγή των προσώπων, που είναι ιδιοκτήτες, αυτού του είδους του πάγιου κεφαλαίου, δεν αλλάζει τη σχέση του στάσιμου, του υλικά δεμένου μέρους του πλούτου μιας χώρας προς το κινητό μέρος του» (Μαρξ 1979: 158-9).

Με άλλα λόγια, «το κεφάλαιο που εισάγεται από το εξωτερικό και επενδύεται σε μια χώρα, ενσωματώνεται πλέον στη συνολική παραγωγική διαδικασία που εξελίσσεται στο εσωτερικό αυτής της χώρας, καθίσταται τμήμα του συνολικού-κοινωνικού κεφαλαίου αυτής της χώρας (και επηρεάζει έτσι την εξέλιξη του ποσοστού κέρδους), κι αυτό ανεξάρτητα από τις νομικές μορφές ιδιοκτησίας που το συνοδεύουν» (Μηλιός-Ιωακείμογλου 1990: 140).

2.2.3. Για το εφοπλιστικό κεφάλαιο

Παραδοσιακά όλοι οι «απολογητές της καπιταλιστικής "ευημερίας" και της "οικονομικής" ανάπτυξης» --ή οι ιδεολόγοι «της (καπιταλιστικής) ανάπτυξης»-- επιδιώκοντας «να ανακαλύψουν τις ρίζες της ελληνικής "κακοδαιμονίας" (...) [και να εξηγήσουν] σύμφωνα με την απολογητική ιδεολογία, την απόκλιση της ελληνικής κοινωνίας από το (αστικό) πρότυπο της "ανάπτυξης - ανεξαρτησίας (...) " [... ] διατείνονται [και] ότι το εφοπλιστικό κεφάλαιο (...) δεν εντάσσεται στο ελληνικό κεφάλαιο, αλλά απλώς αποτελεί μια μερίδα του διεθνούς κεφαλαίου» (Μηλιός 1988: 236-7, 241).

Στην ίδια κατεύθυνση με τους απολογητές - ιδεολόγους της (καπιταλιστικής) ανάπτυξης το ΚΚΕ (μ-λ) μας ενημερώνει ότι γνωρίζει την ιδιαιτερότητα του εφοπλιστικού κεφαλαίου, τον κοπραδόρικο χαρακτήρα του, και... ασφαλώς στην ίδια κατεύθυνση και η Α/συνέχεια, που αναλαμβάνει μάλιστα και να αναπαράγει πιο συστηματικά τα γνωστά επιχειρήματά τους: το εφοπλιστικό κεφάλαιο δεν είναι «εθνικό κεφάλαιο» αλλά κοσμοπολίτικο, ενσωματωμένο σε ειδικές δραστηριότητες του διεθνούς μονοπωλιακού καπιταλισμού, και έτσι δεν αποτελεί οργανικό στοιχείο του ελληνικού καπιταλισμού.

Ποια είναι, όμως, η ιδιαιτερότητα του κλάδου των μεταφορών --και έτσι και του εφοπλιστικού κεφαλαίου;

Μήπως είναι ο κομπραδόρικος - μη παραγωγικός χαρακτήρας του;

Κατά το Μαρξ, τουλάχιστο, δεν είναι.

Για το Μαρξ, ο κλάδος μεταφορών συνιστά μια βιομηχανία --«βιομηχανία μεταφορών»-- ήτοι, «έναν αυτοτελή κλάδο παραγωγής, επομένως και μια ιδιαίτερη σφαίρα τοποθέτησης του παραγωγικού κεφαλαίου» που παράγει και πουλάει μετακίνηση. Η ιδιαιτερότητα της βιομηχανίας μεταφορών, έναντι της λοιπής βιομηχανίας, είναι διπλή. Αφενός «το ωφέλιμο αποτέλεσμα είναι καταναλώσιμο μόνο στη διάρκεια του προτσές παραγωγής· το αποτέλεσμα αυτό δεν υπάρχει σαν ένα αντικείμενο χρήσης διαφορετικό απ' αυτό το προτσές». Αφετέρου «τη διακρίνει το γεγονός ότι εμφανίζεται σαν συνέχιση ενός προτσές παραγωγής μέσαστο προτσές κυκλοφορίας και γιατο προτσές κυκλοφορίας». Μολαταύτα, η «ανταλλακτική (...) αξία αυτού του ωφέλιμου αποτελέσματος καθορίζεται, όπως και η ανταλλακτική αξία κάθε άλλου εμπορεύματος, από την αξία των στοιχείων παραγωγής που έχου καταναλωθεί σ' αυτό (εργατική δύναμη και μέσα παραγωγής) συν την υπεραξία που έχει δημιουργηθεί από την υπερεργασία των εργατών που εργάζονται στη βιομηχανία μεταφορών. Επίσης και από την άποψη της κατανάλωσής του το ωφέλιμο αυτό αποτέλεσμα δε διαφέρει καθόλου από τα άλλα εμπορεύματα. Αν καταναλωθεί ατομικά, η αξία του εμφανίζεται με την κατανάλωση· αν καταναλωθεί παραγωγικά, έτσι που κι αυτό το ίδιο το ωφέλιμο αποτέλεσμα ν' αποτελεί ένα στάδιο παραγωγής του μεταφερόμενου εμπορεύματος, η αξία του μεταβιβάζεται σαν πρόσθετη αξία στο ίδιο το εμπόρευμα» (Μαρξ 1979: 53-4, 149).

Δεν αποτελεί «εθνικό κεφάλαιο» άρα και οργανικό στοιχείο του ελληνικού καπιταλισμού το εφοπλιστικό κεφάλαιο, είναι το επόμενο μ-λ επιχείρημα.

Γιατί; Γιατί είναι ενσωματωμένο σε ειδικές δραστηριότητες του διεθνούς μονοπωλιακού καπιταλισμού.

Πώς μπορεί να εκφράζεται αυτή η ενσωμάτωση;

Με τους ναύλους.

«Αν η εθνικότητα του παραγωγικού-βιομηχανικού αυτού κλάδου [της βιομηχανίας θαλάσσιων μεταφορών] καθοριζόταν με βασικό κριτήριο το αν συνδέονται ή όχι οι ναύλοι των πλοίων με τη χώρα νηολόγησής τους, και αν με το κριτήριο αυτό ο ελληνικός εμπορικός στόλος κατατάσσεται στο "διεθνές κεφάλαιο", τότε θα έπρεπε να κατατάξουμε στο "διεθνές κεφάλαιο" και κάθε εξαγωγική βιομηχανία μιας χώρας (ιδίως όταν επίσης επεξεργάζεται εισαγόμενες πρώτες ύλες). Κάτι τέτοιο όμως θα ήταν εντελώς παράλογο» (Μηλιός 1988: 239).

Ποιο θα μπορούσε, ωστόσο, να είναι το κριτήριο της «εθνικής ένταξης»;

Το κριτήριο της εθνικής ένταξης, από την άποψη του μαρξισμού, δεν μπορεί παρά να είναι οι ταξικές σχέσεις.

«"Εθνική ένταξη" μιας βιομηχανίας μεταφορών --όπως και οποιασδήποτε άλλης βιομηχανίας-- σημαίνει διευρυμένη αναπαραγωγή της συγκεκριμένης καπιταλιστικής διαδικασίας παραγωγής στα πλαίσια των ταξικών σχέσεων που υφίστανται να αναπαράγονται σε ένα συγκεκριμένο εθνικό κοινωνικό σχηματισμό (...) στα πλαίσια μιας συγκεκριμένης ταξικής κοινωνίας» (Μηλιός 1988: 239).

Αν θεωρήσουμε «ότι το κάθε πλοίο αποτελεί μια ιδιαίτερη παραγωγική μονάδα», που εντοπίζεται, λοιπόν --από την άποψη των καπιταλιστικών σχέσεων παραγωγής--, «ο καθοριστικός παράγοντας σε σχέση με την εθνική ένταξη του κάθε πλοίου»; Στη «διαδικασία αναπαραγωγής των λειτουργιών και των φορέων που προσδίδουν στη θαλάσσια μεταφορά τον χαρακτήρα μιας καπιταλιστικής διαδικασίας παραγωγής» (Μηλιός 1988: 239)

Συγκεκριμένα:

Σύμπτωση κυριότητας + κατοχής στη θέση του κεφαλαίου· ταξικός φορέας του κεφαλαίου εφοπλιστές --«καπιταλιστική ιδιοκτησία των μέσων παραγωγής (του πλοίου)» -- + ανώτατο σώμα αξιωματικών --«κατοχή (...) και διεύθυνση της παραγωγικής διαδικασίας (ως στοιχείο (...) των "λειτουργιών του κεφαλαίου")». Νομή στη θέση της εργασίας· ταξικός φορέας της εργασίας η ναυτ-εργατική τάξη --«αντικείμενο της καπιταλιστικής εκμετάλλευσης» (Μηλιός 1988: 239-40, δες σχετικά και Οικονομάκης 1998-β: 59-61).

«Η αναπαραγωγή αυτών των φορέων τόσο της εργασίας όσο και του κεφαλαίου δεν αφορά ποτέ αφηρημένα και γενικά τη "διεθνή οικονομία", αλλά εντάσσεται στη διαδικασία συνολικής κοινωνικής αναπαραγωγής μιας ταξικής κοινωνίας. Αυτή η "εθνική ένταξη" επικυρώνεται στην πλειοψηφία των περιπτώσεων από την ανάρτηση στο πλοίο της σημαίας της εν λόγω χώρας» (Μηλιός 1988: 240). [32]

Άρα: «θα πρέπει να θεωρήσουμε τον εμπορικό στόλο υπό ελληνική σημαία ως τμήμα του ελληνικού συνολικού κεφαλαίου. Τόσο οι φορείς των λειτουργιών του κεφαλαίου (εφοπλιστές και αξιωματικοί) όσο και οι φορείς της εργασίας (ναυτεργάτες) "στρατολογούνται" στο εσωτερικό του ελληνικού καπιταλιστικού σχηματισμού, "πηγάζουν" μέσα από τις κοινωνικές και ιδεολογικές σχέσεις που συνέχουν αυτόν τον κοινωνικό σχηματισμό, εξακολουθούν πάντα να λειτουργούν σε σχέση με τον συγκεκριμένο κοινωνικό σχηματισμό (π.χ. ναυτικά εμβάσματα ή επενδύσεις κερδών από τη ναυτιλία). Η ελληνική κοινωνία παράγει και αναπαράγει σε διαρκώς διευρυνόμενη κλίμακα τις σχέσεις αλλά και του φορείς του ναυτικού κεφαλαίου και της ναυτικής εργασίας (...). Οι κοινωνικές (καπιταλιστικές) σχέσεις πάνω στο πλοίο αποτελούν έτσι συνέχεια των σχέσεων που συνέχουν συνολικά τον ελληνικό κοινωνικό σχηματισμό (...). [Άλλωστε] η εμπορική ναυτιλία δεν αναπτύσσεται κι ούτε μπορεί να αναπτυχθεί σε οποιαδήποτε χώρα» (Μηλιός 1988: 240). [33]

2.2.5. Για την ελληνική αγροτική οικονομία

Πέρα από τον καταστροφισμό, η ανάλυση και των τριών μ-λ ομαδοποιήσεων, και ιδίως η ανάλυση του Μ-Λ ΚΚΕ, υποδεικνύει ενδιαφέρουσες διαστάσεις του σταλινικού σοβιετικού οικονομισμού πάνω στην ταξική αγροτική εξέλιξη και την αγροτική οικονομία στην Ελλάδα.

Πρώτ' απ' όλα την κοινή οικονομίστικη πεποίθηση ότι ο ΚΤΠ θα εμπεδωθεί --ή έχει ήδη εμπεδωθεί-- με άμεσο τρόπο, σε κάθε σφαίρα παραγωγής, επομένως και της αγροτικής παραγωγής, ως αποτέλεσμα --όχι της ταξικής πάλης, μα-- της ανάπτυξης των παραγωγικών δυνάμεων (Οικονομάκης 1998-β και Οικονομάκης 1999-α).

Η πραγματικότητα, εντούτοις, της ελληνικής γεωργίας, αλλά και της γεωργίας άλλων χωρών-μελών της ΕΕ --1987-93-- διαψεύδει τις προβλέψεις του οικονομισμού. Η επικρατούσα τάση είναι η αποβολή και όχι η εμπέδωση του ΚΤΠ επί του γεωργικού εδάφους, παρά την ισχνή (πάντως) τάση συγκέντρωσης της γεωργικής γης σε επίπεδο γεωργίας της ΕΕ (12) --όχι και σε επίπεδο όμως ελληνικής γεωργίας, όπου μάλιστα οι μεγάλης έκτασης γεωργικές εκμεταλλεύσεις ήταν και γίνονται περισσότερο περιθωριακές-- και παρά την ιστορική μείωση του «ειδικού βάρους» του αγροτικού τομέα --είτε ως μείωση της ποσοστιαίας συμμετοχής του στη διαμόρφωση της ακαθάριστης προστιθέμενης αξίας είτε ως μείωση της εμφανιζόμενης ως αγροτικής απασχόλησης στο σύνολο της απασχόλησης-- (Οικονομάκης 1998-β: 65-73).

Πολύ καθαρά εκφρασμένος ο οικονομίστικος εκχυδαϊσμός του μαρξισμού στη διαπίστωση του Μ-Λ ΚΚΕ πως το ζήτημα της καπιταλιστικοποίησης της αγροτικής οικονομίας έχει λυθεί διαμέσου της χρησιμοποίησης νέων παραγωγικών δυνάμεων· εκχυδαϊσμός ανάλογος εκείνου του ΚΚΕ (μ-λ): το κεφάλαιο ως πράγμα.

Άλλη κοινή οικονομίστικη πεποίθηση πως νέα αναθεωρημένη ΚΑΠ, Ατζέντα 2000, ΠΟΕ, κ.λπ., θα οδηγήσουν στη μαζική καταστροφή χιλιάδων αγροτικών μικρο-νοικοκυριών, κ.λπ, κ.λπ.

Ωστόσο, το νέο πλαίσιο πολιτικής επιφέρει άμεσα τριπλό πλήγμα προς τις μεγάλες αγροτικές επιχειρήσεις, πλήττοντας, εν τέλει, ανεπανόρθωτα, τις προϋποθέσεις κερδοφορίας - διευρυμένης αναπαραγωγής μιας καπιταλιστικώς παράγουσας αγροτικής επιχείρησης, και επιτείνοντας τους όρους αποβολής, όχι των μικρών αγροτών, αλλά του ΚΤΠ εκ της γεωργίας: μείωση των τιμών στήριξης --μέσω της πολιτικής επαναπροσανατολισμού από τη στήριξη στις τιμές προς εισοδηματικές ενισχύσεις-- + αποσυσχέτιση αυτών των ενισχύσεων από την παραγωγή + γενίκευση και αυτοματοποίηση των --επί ποινή-- ποσοτικών περιορισμών στην παραγωγή (Οικονομάκης 1999-β: 97-100).

Στις διαμορφούμενες --από τις ταξικές αναγκαιότητες του κεφαλαίου, και των κρατικών και διακρατικών σχηματισμών του, στο δοσμένο ταξικό συσχετισμό δύναμης, στη σημερινή φάση--, συνεπώς, συνθήκες, ευνοείται η εμπέδωση κυρίως του τρόπου της απλής εμπορευματικής παραγωγής στη γεωργία, δηλαδή του τρόπου εκείνου όπου η (οικογενειακή) μικρής κλίμακας εκμετάλλευση θα συνεχίσει να παράγει και για τιμές χωρίς κέρδος --βασιζόμενη στην απλήρωτη οικογενειακή εργασία-- και για τιμές κάτω του κόστους παραγωγής --βασιζόμενη στα επικουρικά εισοδήματα των μελών της (Οικονομάκης 1999-β: 100), ήτοι στην κατά Λένιν μισοπρολεταριοποίηση (Λένιν 1986).

Στην κατεύθυνση αυτών των εξελίξεων μπορεί και μόνο να ερμηνευτεί η δηλωμένη αντίθεση της γνωστής νεοκλασικίζουσας-νεοκεϋνσιανής υπό το Σπράο Επιτροπής, ενάντια στη γενικευμένη εφαρμογή του Μητρώου αγροτών, που θέτοντας, με άξονα την πολυαπασχόληση, περιορισμούς στην αγροτική ιδιότητα --άρα και στις κοινοτικές και εθνικές επιδοτήσεις-- μπορεί να επιφέρει ταξικά αποτελέσματα διάλυσης επί μέρους της πολύ μικρής οικογενειακής γεωργίας (Οικονομάκης 1999-β: 89-97).

Μας λέει, επίσης, το Μ-Λ ΚΚΕ πως η αγροτική παραγωγή δεν κατευθύνεται πια στην αυτοκατανάλωση αλλά στην αγορά --πράγματι--, και ότι επομένως στην αγροτική οικονομία δεν επικρατεί η απλή εμπορευματική παραγωγή που θα σήμαινε ότι η γεωργία δε δέχεται την επίδραση των νόμων της καπιταλιστικής ανάπτυξης. Όταν αντιλαμβάνεσαι την οικονομική ανάπτυξη τεχνικιστικά, δεν μπορείς προφανώς να αντιληφθείς την υποταγή στο κεφάλαιο μη καπιταλιστικών μορφών και τρόπων παραγωγής, όπως της απλής εμπορευματικής παραγωγής, που συναρθρώνονται στο εσωτερικό ενός ιστορικού καπιταλιστικού κοινωνικού σχηματισμού. Μπορείς μόνο να ταυτίσεις τον καπιταλιστικό κοινωνικό σχηματισμό με τον κυρίαρχο ΚΤΠ, ισοπεδώνοντας --κι αυτό είναι το πολιτικά κρίσιμο-- τις ταξικές διαφορετικότητες - ιδιαιτερότητες των υποτελών στο κεφάλαιο κοινωνικών τάξεων και ομάδων. Αλλά επ' αυτού, με άλλη ευκαιρία, έχω ήδη αναφερθεί.

Ως επίλογος

Το άρθρο μου αυτό εντάσσεται στο διάλογο για την «άλλη» αριστερά, που εγκαινιάστηκε από το περασμένο τεύχος των Θέσεωνμε τα πολύ ενδιαφέροντα άρθρα των Ανέστη Ταρπάγκου και Ηλία Ιωακείμογλου.

Και επειδή οι απόψεις μας κατατίθενται ως συμμετοχή στο διάλογο, δηλαδή για να συζητηθούν και έτσι και να κριθούν, θα επιχειρήσω από τη μεριά μου να διατυπώσω επιγραμματικά όψεις των αντιρρήσεών μου στη θεωρητική και πολιτική οπτική που αναδεικνύεται από το άρθρο του Η. Ιωακείμογλου.

α. Το κομβικό-στρατηγικό σημείο, κατά την άποψή μου, της θεωρητικο-πολιτικής οπτικής του Ιωακείμογλου, είναι ότι «ο νεοφιλελευθερισμός [δεν] είναι απλώς μια μορφή διαχείρισης του συστήματος (...) [αλλά] ο νεο-φιλελευθερισμός είναι η αστική ηγεμονία αυτοπροσώπωςστα χρόνια της κρίσης και της αναδιάρθρωσης του καπιταλισμού (1974-1999)» (Ιωακείμογλου 1999: 86).

Αν όμως είναι έτσι, τότε έπεται ότι: η ανατροπή του νεοφιλελευθερισμού δεν σημαίνει απλώς την ανατροπή μιας μορφής διαχείρισης στα χρόνια της κρίσης, αλλά σημαίνει την ανατροπή της αστικής ηγεμονίας, δηλαδή την εκκίνηση της διαδικασίας ανατροπήςτου καπιταλισμού.

Κι αν είναι επίσης έτσι:

* Τίθεται το ερώτημα μήπως το ΠΑΣΟΚ μέχρι το 1985 ήταν αντικαπιταλιστικό κόμμα, και ο καπιταλισμός είχε μπει σε τροχιά ανατροπής στην Ελλάδα.

* Όλοι όσοι --κόμματα της επίσημης - κοινοβουλευτικής αριστερής αντιπολίτευσης, αλλά και η εσωκομματική αντιπολίτευση στο ΠΑΣΟΚ-- αμφισβητούν, στον α΄ ή β΄ βαθμό, το μονόδρομο της νεοφιλελεύθερης (οικονομικής) πολιτικής και το «συμπλήρωμα κεϋνσιανής πολιτικής» (Ιωακείμογλου 1999: 114) «των "νέων κεϋνσιανών"», μένοντας πιστοί στη διαπίστωση του Κέυνς «πως η οικονομική πολιτική είναι σε θέση να μειώσει το ποσοστό ανεργίας μέχρι το επίπεδο της πλήρους απασχόλησης», η οποία και «καθιστούσε τον κεϋνσιανισμό του μεγάλου Βρετανού οικονομολόγου ασύμβατο με το νεοφιλελευθερισμό» --ή με την αστική ηγεμονία αυτοπροσώπως στα χρόνια της κρίσης (...) -- (Ιωακείμογλου 1999: 118-19), είναι επαναστατικές ανατρεπτικές αντικαπιταλιστικές δυνάμεις, αφού αμφισβητούν το νεο-φιλελευθερισμό, δηλαδή την αστική ηγεμονία αυτοπροσώπως...

* Στο μέτρο της κοινής συμφωνίας στην κεϋνσιανή... αντικαπιταλιστική (οικονομική) πολιτική της πλήρους απασχόλησης, η διάκριση μεταξύ της ριζοσπαστικής και των λοιπών διάχυτων... αντικαπιταλιστικών δυνάμεων της επαναστατικής ανατροπής --τμήματα της αριστερής αντιπολίτευση στο ΠΑΣΟΚ, και των ΔΗΚΙ, ΣΥΝ, ΚΚΕ-- σχετικοποιείται. Αλλά σ' αυτό θα επανέλθω, πιο κάτω.

Προς το παρόν, θα ήθελα να τονίσω πως όλες οι --μάλλον αδόκιμες-- συνεπαγωγές --που προκύπτουν, ωστόσο, ευθέως από τη θεωρητική και πολιτική πρόταση που εισάγει ο Ιωακείμογλου-- αίρονται μόνο αν αντιληφθούμε ότι: «Ο καπιταλισμός είναι αποδεδειγμένα ένα πολύ ευέλικτο κοινωνικό σύστημα, ικανό να διέλθει μια μεγάλη γκάμα μετασχηματισμών, στο βαθμό που παραμένει άθικτο το εσωτερικό δομικό στοιχείο του συνολικού κοινωνικού οικοδομήματος, δηλαδή η κεφαλαιακή σχέση» (Μηλιός 1999: 33).

Από την άποψη αυτή, αν ο «νεοφιλελευθερισμός ορίζεται κυρίως ως ιδεολογία και πολιτική που αποσκοπεί στην μετατροπή των όρων πώλησης και κατανάλωσης της εργασιακής δύναμης (...) είναι, επομένως, η απόπειρα επανακαθορισμού των όρων με τους οποίους το κεφάλαιο αγοράζει και εκμεταλλεύεται την εργασία» (Ιωακείμογλου 1999: 110), η κυριαρχία της κεφαλαιακής σχέσης δεν αντιστοιχεί σε μοναδικούς --ανελαστικούς-- όρους εκμετάλλευσης της εργασίας. Άλλωστε, ούτε «το συνηθισμένοποσοστό κέρδους (...) δεν πρέπει να [το] θεωρούμε σαν ένα νούμερο συγκεκριμένο, ούτε μεγαλύτερο ούτε μικρότερο» (Σουήζυ χ.χ.έ.: 165) --έτσι που «η καπιταλιστική τάξη σε κάποια στιγμή θα αυτοκτονήσει από απελπισία εξαιτίας της πτώσης του ποσοστού του κέρδους, είτε (...) με κάποιον τρόπο θα δηλώσει πως οι δουλειές είναι τόσο κακές που απλά δεν αξίζει τον κόπο, και τότε θα παραδώσει το κλειδί υπέρ του προλεταριάτου» (Luxemburg 1972: 76-7) -- αλλά σαν ένα ποσοστό μεταβαλλόμενο «ανάλογα με τις συνθήκες» (Σουήζυ χ.χ.έ.: 165), δηλαδή τον ταξικό συσχετισμό δύναμης.

β. Το γενικό σχήμα που υποστηρίζει ο Ιωακείμογλου, όπως εγώ μπορώ να το αντιληφθώ, είναι το εξής: «η οικονομική πολιτική που ασκήθηκε στην Ευρωπαϊκή Ένωση (...) αυξάνει μεν την κερδοφορία, δημιουργεί δε έλλειμα ζήτησης. Αυτό έχει αρνητική επίπτωση στις επενδύσεις» μια που αν η «αναγκαία» συνθήκη για την «επιτάχυνση της συσσώρευσης του κεφαλαίου» είναι «το κίνητρο του κέρδους», η «ικανή συνθήκη» είναι η ζήτηση (Ιωακείμογλου 1999: 94-5). Αυτή η διαπίστωση οδηγεί σε μια επόμενη. «Η επιτάχυνση της παραγωγής μέσω μιας αποτελεσματικής (κεϋνσιανής) πολιτικής» διαχείρισης της συνολικής ζήτησης «εμφανίζεται ως απαραίτητος όρος για την αύξηση των επενδύσεων και μέσω αυτών για την επιτάχυνση της διαδικασίας τεχνικής και οργανωτικής ανασυγκρότησης του παραγωγικού συστήματος». Αυτή η «στροφή έχει ήδη γίνει στις ΗΠΑ» με θεαματικά αποτελέσματα (Ιωακείμογλου 1999: 95-6). Πρόκειται για τον ήπιο «ύστερο νεοφιλελευθερισμό»--έναντι του «ακραιφνή»-- που προέκυψε από το «φλερτ» νέου κεϋνσιανισμού και νεοφιλελευθερισμού (Ιωακείμογλου 1999: 119-20). Παράλληλα, και παρά τις «"προδοσίες"» εν σχέσει με το έργο του δασκάλου τους, οι νέοι κεϋνσιανοί «παραμένουν πιστοί στην κεϋνσιανή εμμονή των χαμηλών επιτοκίων», κι αυτή η πίστη μεταφράζεται στις «συνεχείς μειώσεις των επιτοκίων στις ΗΠΑ με πρωτοβουλία της κεντρικής τράπεζας» (Ιωακείμογλου 1999: 121). Μέσα από την «εξέλιξη των πραγμάτων» έχει, εξάλλου, επαληθευτεί η θέση του Κέυνς για την (αρνητική) σχέση επιτοκίων - επένδυσης (Ιωακείμογλου 1999: 108). Οι ανάγκες της συσσώρευσης του κεφαλαίου στην ΕΕ, λοιπόν, και το ήδη υπαρκτό «μοντέλο» στις ΗΠΑ, συγκεντρώνουν τους αντικειμενικούς όρους «που ευνοούν την στροφή στην οικονομική πολιτική», στην ΕΕ που «θα αφορούσε, πρώτον, την άσκηση μιας πολιτικής για τη διαχείριση της ζήτησης, και δεύτερον, την πτώση των επιτοκίων». Αλλά, η όποια στροφή θα είναι μια μετριοπαθής στροφή στα πλαίσια του ήπιου υστερο-νεοφιλελευθερισμού. Προβλέπεται συνεπώς ότι η σοσιαλδημοκρατία δε θα μπορέσει «να αναλάβει τον ιστορικό της ρόλο του διαμεσολαβητή στο γνήσιο πνεύμα του Τζον Μέιναρντ Κέυνς». Εξ αντικειμένου όμως η ανεργία θα μειωθεί καθώς ο καπιταλισμός μπαίνει «σε μια περίοδο ταχύτερων ρυθμών μεγέθυνσης του προϊόντος και των επενδύσεων»και συνακόλουα θα ευνοηθεί η «ανασυγκρότηση των αυτόνομων συνδικαλιστών οργανώσεων των εργαζόμενων τάξεων». Στα δεδομένα αυτά --κοινωνική δυσαρέσκεια λόγω του ήπιου υστερο-νεοφιλελευθερισμού + ενίσχυση συνδικάτων: «Η ριζοσπαστική Αριστερά θα πρέπει να διεκδικήσει την εκπροσώπηση των υποτελών τάξεων από τη σοσιαλδημοκρατία»(Ιωακείμογλου 1999: 122-6).

Το πρώτο που θα έπρεπε να επισημανθεί εδώ, είναι ότι ο Ιωακείμογλου κινείται στο εσωτερικό της κεϋνσιανής θεωρίας ή έχει αποδεκτεί βασικές αρχές του κεϋνσιανού θεωρητικού σχήματος.

Συγκεκριμένα:

* Ο Ιωακείμογλου αποδέχεται τη θεωρία του Κέυνς για τη σχέση επιτοκίου - επένδυσης και όχι τη μαρξική θέση της απουσίας γενικεύσιμης θεωρητικά σχέσης. [34]

Εντούτοις: «Όσον αφορά τα προβλήματα του επιτοκίου, δεν ήταν του Κέυνς αλλά του Μαρξ η άποψη που επαληθεύτηκε όταν ήλθε η κρίση. Μια ολόκληρη δεκαετία πτωτικών επιτοκίων μετά το 1929 δεν επέδρασε στις επενδυτικές αποφάσεις σοβαρά» (Μάτικ 1981: 34).

Έτσι, όπως παρατηρούσε η J. Robinson, «η σύγχρονη τάση στην ακαδημαϊκή θεωρία είναι το να δίνεται λίγη σημασία στην επιρροή του επιτοκίου πάνω στην απασχόληση» καθώς επικράτησε η γνώμη ότι «η σημασία του επιτοκίου ήταν πολύ διογκωμένη στην παραδοσιακή θεωρία, και ότι ο Μαρξ δεν έκανε τελικά τόσο λάθος που το αγνόησε εντελώς» (Robinson 1991: 69-70).

Η αναγνώριση του γεγονότος «ότι οι επενδυτικές αποφάσεις σπάνια βασίζονται σε υπολογισμούς σχετικά με το επιτόκιο στην αγορά» (Μάτικ 1981: 34) έστρεψε το ενδιαφέρον των κεϋνσιανών οικονομολόγων «περισσότερο στους παράγοντες που μπορούν να προκαλέσουν μεταβολές στις αναμενόμενες αποδόσεις της επενδύσεως, δηλαδή στους παράγοντες που επηρεάζουν την οριακή αποδοτικότητα του κεφαλαίου». Ως ο πλέον σημαντικός απ' αυτούς τους παράγοντες θεωρήθηκε πως είναι «οι μεταβολές στη ζήτηση για το προϊόν» (Κώττη 1985: 217).

Στη βάση λοιπόν αυτής της παραδοχής περί πρωτοκαθεδρίας της (ενεργού) ζήτησης αναπτύχτηκε η «αρχή της επιτάχυνσης»(Κώττη 1985: 217-22).

* Η αρχή της επιτάχυνσης είναι η δεύτερη βασική κεϋνσιανή αρχή που αποδέχεται --εκ παραλλήλου με τη θέση του Κέυνς για το επιτόκιο-- ο Ιωακείμογλου: η ζήτηση ως ικανή συνθήκη για επενδύσεις. [35]

Τι μας λέει όμως ο Ιωακείμογλου υποστηρίζοντας αυτήν την κεϋνσιανή αρχή, στα δεδομένα της ΕΕ. Τώρα που η κερδοφορία ανέκαμψε, κι αυτή η «άνοδος της κερδοφορίας οφείλεται κυρίως, στο μεγαλύτερο μέρος της, στην αναδιανομή του εισοδήματος σε βάρος της εργασίας» (Ιωακείμογλου 1999: 93) --αναγκαία συνθήκη για αύξηση της συσσώρευσης-- η οικονομική πολιτική μπορεί και πρέπει να ενισχύσει τη ζήτηση --ικανή συνθήκη για αύξηση της συσσώρευσης. Σε πρακτικό πολιτικό επίπεδο, έχω την εντύπωση ότι ο Ιωακείμογλου φαντάζεται πως η οικονομική πολιτική θα πρέπει να θέσει ως στόχο της μέρος των κερδών των καπιταλιστών να αποσπάται από τους καπιταλιστές και να μοιράζεται στους εργάτες για να αγοράζουν αυτοί με τη σειρά τους τα προϊόντα των καπιταλιστών που παραμένουν ή μπορούν να παραμείνουν απούλητα. Μας λέει, δηλαδή, ο Ιωακείμογλου πως --για δεδομένη νέα αξία και παραγωγικότητα της εργασίας-- η κερδοφορία ή η αναγκαία συνθήκηπρέπει να περισταλεί αυτοβούλωςαπό το συλλογικό καπιταλιστή (αστικό κράτος) προς όφελος της ζήτησης ή της ικανής συνθήκηςγια τη συσσώρευση.

Η ικανή συνθήκη εναντίον της αναγκαίας, λοιπόν, ή Κέυνς versus Μαρξ, καθώς: «Ο σκοπός της κεφαλαιοκρατικής παραγωγής είναι η αξιοποίηση του κεφαλαίου, δηλαδή, ιδιοποίηση υπερεργασίας, παραγωγή υπεραξίας, παραγωγή κέρδους» (Μαρξ 1978-β: 318), «και όχι η παραγωγή και διανομή πλούτου εν γένει» (Μηλιός 1999: 24). Η περιστολή της κερδοφορίας του κεφαλαίου μπορεί να επέλθει μόνο ως αποτέλεσμα της αλλαγής του ταξικού συσχετισμού δύναμης υπέρ της εργασίας.

Και πώς εξηγείται ότι στην ΕΕ «η μεν κερδοφορία βρίσκεται σε ιστορικά ύψη, οι δε επενδύσεις (ως ποσοστό του ΑΕΠ) βρίσκονται σε ιστορικά χαμηλά ύψη» (Ιωακείμογλου 1999: 94), αν όχι με το έλλειμα ζήτησης;

Πριν, πρέπει να σημειώσουμε, παρενθετικά, ότι από τα στοιχεία που μας δίνει ο Ιωακείμογλου για τις ΗΠΑ (Ιωακείμογλου 1999: 98, 100, 102) προκύπτει ότι η εκεί αύξηση του ρυθμού συσσώρευσης --μετά το 1992-3--, άρχεται σε μια εποχή πτώσης του μεριδίου των μισθών στο ΑΕΠ --που συνεχίζεται μέχρι το 1996-7.

Έχοντας κι αυτό το δεδομένο υπόψη μας, μπορούμε να αντιληφθούμε ότι η απάντηση στο πιο πάνω ερώτημα έχει ήδη διατυπωθεί· σε δυο επίπεδα.

Πρώτο, σκοπός της κεφαλαιοκρατικής παραγωγής δεν είναι η παραγωγή πλούτου εν γένει --αύξηση της συσσώρευσης και της παραγωγής--, ούτε η διανομή του εν γένει --αύξηση της ζήτησης μέσω αύξησης του μεριδίου των μισθών--, αλλά η παραγωγή κέρδους. Η μη επέκταση, με δραστικότερους ρυθμούς, της συσσώρευσης σημαίνει μόνο πως ο βαθμός εκμετάλλευσης της εργασίας από το κεφάλαιο δεν είναι ικανοποιητικός σε τέτοια έκταση, ή η παραγωγικότητα της εργασίας δεν είναι τέτοια, που να ικανοποιεί τις ανάγκες για κέρδος που γεννάει η συσσώρευση του κεφαλαίου.

Δεύτερο, η έννοια του ιστορικού ύψους έχει νόημα μόνο αν αντιλαμβανόμαστε το συνηθισμένο ποσοστό κέρδους σαν ένα συγκεκριμένο νούμερο. Αν όμως δεν είναι ένα συγκεκριμένο μικρότερο ή μεγαλύτερο νούμερο, ένα σε ιστορικά ύψη ποσοστό κέρδους είναι πιθανόν να μην εκφράζει έναν ικανοποιητικό για το κεφάλαιο βαθμό εκμετάλλευσης της εργασίας στο δοσμένο ταξικό συσχετισμό. [36]

Αλλά ας φύγουμε από το εσωτερικό της κεϋνσιανής θεωρίας για να δούμε το πολιτικό «δια ταύτα» της πρότασης Ιωακείμογλου. Μια νόθα κεϋνσιανή λύση βρίσκεται προ των πυλών ως αντικειμενική αναγκαιότητα του κεφαλαίου. Η νόθα κεϋνσιανή λύση εκθέτει τη σοσιαλδημοκρατία στις εργαζόμενες τάξεις την ίδια στιγμή που η μείωση της ανεργίας --λόγω των αντικειμενικών τάσεων-- ενισχύει το συνδικαλιστικό κίνημα. Αφού η σοσιαλδημοκρατία δεν μπορεί, η ριζοσπαστική αριστερά έχει την ιστορική ευκαιρία --και εν δυνάμει τη συνδικαλιστική και πολιτική δυνατότητα-- να εκφράσει το γνήσιο πνεύμα του Κέυνς --που η ίδια η συσσώρευση του κεφαλαίου έχει πλέον ανάγκη, ικανή συνθήκη, δεδομένης της αναγκαίας-- και να κερδίσει μέσω --ή λόγω-- αυτής της ρεαλιστικής --για τη συσσώρευση-- και ταυτόχρονα φιλολαϊκής κεϋνσιανής πολιτικής την εκπροσώπηση των υποτελών κοινωνικών τάξεων και ομάδων.

Γιατί όμως θα είναι η ριζοσπαστική και όχι η κοινοβουλευτική αριστερά -- ένα νέο κόμμα εκ της αριστερής αντιπολίτευση στο ΠΑΣΟΚ, ή το ΔΗΚΙ, ή ο ΣΥΝ, ή το ΚΚΕ ή ένα μέτωπο της επίσημης - κοινοβουλευτικής αριστεράς-- ο προνομιακά γνήσιος εκφραστής του Κέυνς;

Άγνωστο.

Δεν υπάρχει, και δεν θα μπορούσε να υπάρξει, απάντηση εφόσον δεν υπάρχει απάντηση σε ένα ερώτημα που προηγείται.

Ποιο είναι το ειδοποιό χαρακτηριστικό της καθεστωτικής και ποιο της «άλλης» αριστεράς ή ποιο είναι το «σημείο τομής» μεταξύ καθεστωτικής και «άλλης» αριστεράς;

Αλλά δεν μπορεί να υπάρξει απάντηση ούτε σ' αυτό το ερώτημα για τον απλό λόγο ότι το ερώτημα δεν τίθεται καν.

Στην οπτική Ιωακείμογλου οι διαφορές καθεστωτικής και «άλλης» αριστεράς έχουν σχετικοποιηθεί, χωρίς ίσως να το έχει αντιληφθεί ο ίδιος.

Γιατί, εν πάσει περιπτώσει, απευθύνεται ειδικά στην «άλλη» αριστερά ο Ιωακείμογλου με αυτήν του την πρόταση;

Άγνωστο, από την άποψη τουλάχιστον αυτής της πρότασης.

Δεδομένων αυτών, έχω τη γνώμη πως η πρόταση Ιωακείμογλου δεν έχει αποδέκτες.

Δεν έχει αποδέκτες στη ριζοσπαστική αριστερά, γιατί προνομοποιεί μια καθαρά ρεφορμιστική πολιτική γραμμή, που άλλωστε εκ των πραγμάτων η εξωκοινοβουλευτική αριστερά αναγκάζεται --και θα αναγκάζεται-- αμυντικάνα ακολουθεί στις σημερινές συνθήκες του δυσμενούς για την εργασία ταξικού συσχετισμού, επιδιώκοντας, ταυτόχρονα --και στο μέτρο του εφικτού--, να την υπερβαίνει, σε στρατηγική κατεύθυνση· εξ αυτού αποτελεί και «άλλη» αριστερά.

Δεν έχει αποδέκτες ούτε στην καθεστωτική αριστερά, γιατί αυτή προ πολλού εξαντλείται σε --και έχει ταυτιστεί στρατηγικά με-- τέτοιου τύπου προτάσεις οικονομικής κεϋνσιανής πολιτικής, και δεν περιμένει την πρόταση του Ηλία Ιωακείμογλου για να το κάνει.

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

Αμίν, Σ. (1976) Η Άνιση Ανάπτυξη, Αθήνα: Καστανιώτη.

Αλτουσέρ, Λ. (1978) Θέσεις, Αθήνα: Θεμέλιο.

Althusser, L. (1986) Pour Marx, Paris: Editions la Decouverte.

Α/συνέχεια (1998) 1η Συνδιάσκεψη, Α/συνέχεια4 (Φεβρουάριος) & 5 (Νοέμβριος -

Δεκέμβριος).

Begg, D. - Fischer, S. - Dornbusch, R. (1998) Εισαγωγή στην Οικονομική, Τόμος Α΄, Αθήνα:

Κριτική.

Βεργόπουλος, Κ. (1996) «Το Νέο Παγκόσμιο Σύστημα»· στο Ν. Θεοτοκάς, Δ. Μυλωνάκης,

Γ. Σταθάκης (επιμ.) Αναδρομή στον Μαρξ, Αθήνα: Δελφίνι.

Busch, K. (1983) «Η συζήτηση στην Ο.Δ. Γερμανίας για την παγκόσμια αγορά», Θέσειςτ. 5

(Οκτώβρης - Δεκέμβρης): 93-108

Busch, K. (1984) «Η Ευρωπαϊκή Κοινότητα σε κρίση. Τα αίτια της αποτυχίας της

οικονομικής και νομισματικής ένωσης», Θέσειςτ. 8 (Ιούλιος - Σεπτέμβριος): 91-123.

Busch, K. (1985) «Προστατευτικές τάσεις στο παγκόσμιο εμπόριο και η πολιτική των

συνδικάτων», Θέσειςτ. 11 (Απρίλιος - Ιούνιος): 61-78.

Busch, K. (1986) «Η κρίση της Ε.Ο.Κ. και το Ευρωπαϊκό Νομισματικό Σύστημα», Θέσειςτ.

17 (Οκτώβριος - Δεκέμβριος): 43-52.

Busch, K. (1987) Η Κρίση των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, Αθήνα: Ερατώ.

Busch, K., Grunert, G., Tobergte, W. (1985) «Η διεθνοποίηση του κεφαλαίου», Θέσειςτ. 12

(Ιούλιος - Σεπτέμβριος): 47-54.

Carchedi, G. (1977) On the Economic Identification of Social Classes, London: Routledge &

Kegan Paul.

Chacholiades, M. (1990) Μικρο-οικονομική Ι, Αθήνα: Κριτική.

Dedoussopoulos, A. (1985) Capitalism, Simple Commodity Production and Merchant

Capitlal: The Political Economy of Greece in the 19th century: Διδακτορική διατριβή, University of Kent at Canterbury, φωτοτυπημένο ανάτυπο.

Dimand, R. W. (1999) «Keynes and the classics debate»· στο Ph. O' Hara (ed.) Εncyclopedia

of Political Economy: Routledge.

Επενδυτής 20-1/11/1999.

Ιωακείμογλου, Η. (χωρίς χρονολογία έκδοσης) Η Αυθόρμητη Κατεύθυνση των Φαινομένων,

Θεσσαλονίκη: Αξιός-Β.

Ιωακείμογλου, Η. (1983-α) «Συλλογικός εργάτης ή εργάτης μάζα (Σημειώσεις για μια

κριτική του εργατισμού)» , Θέσειςτ. 3 (Απρίλης - Ιούνης): 87-96.

Ιωακείμογλου, Η. (1983-β) «Αυτοματοποίηση της παραγωγής και συλλογικός εργάτης»,

Θέσειςτ. 4 (Ιούλης - Σεπτέμβρης): 51-64.

Ιωακείμογλου, Η. (1996) «Οικονομική συγκυρία: η εξέλιξη των βασικών μεγεθών», Θέσεις

τ. 54 (Ιανουάριος - Μάριος): 17-30.

Ιωακείμογλου, Η. (1998) «Η οικονομική πολιτική, οι 35 ώρες και η πολιτική ηγεμονία. (Μια

εκτίμηση της συγκυρίας)» , Θέσεις τ. 63 (Απρίλιος - Ιούνιος): 11-32.

Ιωακείμογλου, Η (1999) «Η συγκυρία και η ριζοσπαστική Αριστερά», Θέσειςτ. 69

(Οκτώβριος - Δεκέμβριος): 85-127.

Keynes, J. M. (χωρίς χρονολογία έκδοσης) Η Γενική Θεωρία της Απασχολήσεως του Τόκου

και του Χρήματος, Αθήνα: Παπαζήσης.

ΚΚΕ (μ-λ) (1997) 5η Συνδιάσκεψη ΚΚΕ (μ-λ) (1) / Η επίθεση του καπιταλιστικού συστήματος

τα αδιέξοδα και οι αντιφάσεις της - Η διάταξη των δυνάμεων στον κόσμο και οι ενδοϊμπεριαλιστικές αντιθέσεις: Προλεταριακή Σημαία.

ΚΚΕ (μ-λ) (1998-α) 5η Συνδιάσκεψη ΚΚΕ (μ-λ) (2) / α. Οικονομικο-πολιτικές πτυχές για την

κατάσταση στον κόσμο και στην Ελλάδα - β. Για τις εξελίξεις στη χώρα μας - γ. Η αγροτιά στο στόχαστρο ΕΟΚ - αστικής τάξης.

ΚΚΕ (μ-λ) (1998-β) 5η Συνδιάσκεψη ΚΚΕ (μ-λ) (3) / Χαρακτήρας, στόχοι και απαιτήσεις του

κινήματος.

ΚΚΕ (μ-λ) (1998-γ) 5η Συνδιάσκεψη ΚΚΕ (μ-λ) (4) / Απόφαση της Συνδιάσκεψης.

Κώττη (1985) Μακροοικονομική Θεωρία και Πολιτική, Αθήνα: Παπαζήσης.

Λένιν, Β. Ι. (1970) Η Χρεωκοπία της ΙΙ Διεθνούς: Ελεύθερη Ελλάδα.

Λένιν, Β. Ι. (χωρίς χρονολογία έκδοσης) Κράτος και Επανάσταση - Εισήγηση για την Ειρήνη,

ανατύπωση από την Έκδοση Λένιν Διαλεκτά Έργα, Αθήνα: Γνώσεις.

Λένιν, Β. Ι. (1980) Ο Ιμπεριαλισμός Ανώτατο Στάδιο του Καπιταλισμού, Αθήνα: Σύγχρονη

Εποχή.

Λένιν, Β. Ι. (1986) Το αγροτικό ζήτημα και οι «κριτικοί του Μαρξ», Μόσχα: Προγκρές.

Luxemburg, R. (1972) «The Accumulation of Capital - An Anti-Critique»· στο Κ.J. Tarbuck

(ed) Imperialism and the Accumulation of Capital, London: Allen Lane the Penguin

Press.

Μάο Τσε Τούνγκ (1975) Για την οικοδόμηση του σοσιαλισμού. Κριτική στον Στάλιν και την

ΕΣΣΔ, Αθήνα: Εκδόσεις του Λαού.

Μαρξ, Κ (1978-α) Το Κεφάλαιο, Τόμος Πρώτος, Αθήνα: Σύγχρονη Εποχή.

Μαρξ, Κ (1979) Το Κεφάλαιο, Τόμος Δεύτερος, Αθήνα: Σύγχρονη Εποχή.

Μαρξ, Κ (1978-β) Το Κεφάλαιο, Τόμος Τρίτος, Αθήνα: Σύγχρονη Εποχή.

Μαρξ, Κ. (χωρίς χρονολογία έκδοσης) Αποτελέσματα της Άμεσης Διαδικασίας Παραγωγής[VI

ανέκδοτο κεφάλαιο], Αθήνα: Α/συνέχεια.

Μάτικ, Π (1981) Μαρξ και Κέυνς, Αθήνα: Οδυσσέας.

Μηλιός, Γ. (1988) Ο Ελληνικός Κοινωνικός Σχηματισμός - Από τον επεκτατισμό στην

καπιταλιστική ανάπτυξη, Αθήνα: Εξάντας.

Μηλιός, Γ. (1996) Ο Μαρξισμός ως Σύγκρουση Τάσεων, Αθήνα: Εναλλακτικές Εκδόσεις.

Μηλιός, Γ. (1997) Τρόποι Παραγωγής και Μαρξιστική Ανάλυση, Αθήνα: Ελληνικά Γράμματα.

Μηλιός, Γ. (1999) «Από τους μύθους της Σοσιαλδημοκρατίας στην "εναλλακτική οικονομική

πολιτική"»· στο Δ. Κατσορίδας, Α. Ταρπάγκος (επιμ.) Οικονομική Νομισματική

Ένωση: Μια εναλλακτική προσέγγιση(Πρακτικά Συνεδρίου του ESPACE MARX --ΧΩΡΟΥ ΜΑΡΞ--, Θεσσαλονίκη 27 - 28 Φεβρουαρίου 1999): Εναλλακτικές Εκδόσεις.

Μηλιός, Γ. - Ιωακείμογλου, Η. (1990) Η Διεθνοποίηση του Ελληνικού Καπιταλισμού και το

ισοζύγιο πληρωμών, Αθήνα: Εξάντας.

Μηλιός, Γ. - Οικονομάκης, Γ. (1999) «Σημειώσεις για τη Μαρξική Οικονομική Θεωρία»,

Θέσειςτ. 68 (Ιούλιος - Σεπτέμβριος): 121-150.

Μ-Λ ΚΚΕ (1998-α) 2ο Συνέδριο του Μ-Λ ΚΚΕ Θέσεις και Κείμενα Αναλύσεων / Θέσεις: ΚΕ

του Μ-Λ ΚΚΕ.

Μ-Λ ΚΚΕ (1998-β) 2ο Συνέδριο του Μ-Λ ΚΚΕ Θέσεις και Κείμενα Αναλύσεων / Κείμενα

Αναλύσεων - 1. Η Γραμμή του Ρεβιζιονισμού - 2. Εξάρτηση και Ιμπεριαλισμός: ΚΕ του Μ-Λ ΚΚΕ.

Μ-Λ ΚΚΕ (1998-γ) 2ο Συνέδριο του Μ-Λ ΚΚΕ Θέσεις και Κείμενα Αναλύσεων / Κείμενα

Αναλύσεων - Το Εργατικό Συνδικαλιστικό Κίνημα και η Πάλη για τον Προσανατολισμό του: ΚΕ του Μ-Λ ΚΚΕ.

Μ-Λ ΚΚΕ (1998-δ) 2ο Συνέδριο του Μ-Λ ΚΚΕ Θέσεις και Κείμενα Αναλύσεων / Κείμενα

Αναλύσεων - 1. ΕΕ-ΟΝΕ-Ελλάδα - 2. Το Αγροτικό Ζήτημα: ΚΕ του Μ-Λ ΚΚΕ.

Μ-Λ ΚΚΕ (1998-ε) 2ο Συνέδριο του Μ-Λ ΚΚΕ Θέσεις και Κείμενα Αναλύσεων / Κείμενα

Αναλύσεων - «Παγκοσμιοποίηση»: ΚΕ του Μ-Λ ΚΚΕ.

Μ-Λ ΚΚΕ (1998-στ) 2ο Συνέδριο του Μ-Λ ΚΚΕ Θέσεις και Κείμενα Αναλύσεων / Κείμενα

Αναλύσεων - 1. Τοπική Αυτοδιοίκηση - 2. Τα ΜΜΕ: ΚΕ του Μ-Λ ΚΚΕ.

Μπετελέμ, Σ. (χωρίς χρονολογία έκδοσης) Οι Ταξικοί Αγώνες στην Ε.Σ.Σ.Δ. Περίοδος Πρώτη

1917-1923, Αθήνα: Ράππα.

Μπετελέμ, Σ. (1975) Πολιτιστική Επανάσταση και Βιομηχανική Οργάνωση στην Κίνα, Αθήνα:

Γη.

Μπουχάριν, Ν. (1991) Ο Ιμπεριαλισμός και η Συσσώρευση του Κεφαλαίου, Αθήνα: Εξάντας.

Μοσκόβσκα, Ν. (1988) Θεωρίες για τις Οικονομικές Κρίσεις, Αθήνα: Κριτική.

ΝΑΡ (1997) Η Σύγχρονη Καπιταλιστική Κοινωνία - Νέο Στάδιο Ανάπτυξης του Καπιταλισμού

/ Σχέδιο Θέσεων του Γραφείου της Συντονιστικής Επιτροπής του Νέου Αριστερού Ρεύματος.

ΝΑΡ (1998-α) Μέτωπο Εργατικής Πολιτικής, Αντικαπιταλιστική Επανάσταση - Κομμουνιστική

Απελευθέρωση / Θέσεις της Συντονιστικής Επιτροπής για το 1ο Συνέδριο, Αθήνα: Συντονιστική Επιτροπή του ΝΑΡ.

ΝΑΡ (1998-β) Για το Κομμουνιστικό Πρόγραμμα της Νέας Εποχής - 1ο Συνέδριο ΝΑΡ /

Εισήγηση της Συντονιστικής Επιτροπής στο Συνέδριο του Νέου Αριστερού Ρεύματος.

ΝΑΡ (1999-α) Πολιτική Απόφαση 1ου Συνεδρίου ΝΑΡ:

http://www.geocities.com/CapitoHill/Senate/4270/nar/Apofash.html.

ΝΑΡ (1999-β) 4η Συνδιάσκεψη ΝΑΡ - Οι πολιτικές εξελίξεις μετά το 1ο Συνέδριο - Η πολιτική

του ΝΑΡ στη σημερινή περίοδο / εισήγηση της Πολιτικής Επιτροπής.

Οικονομάκης, Γ. Η. (1998-α) Οι Τρόποι Παραγωγής και οι Κοινωνικές Τάξεις: Ένα

παράδειγμα από τη Γεωργία, Αθήνα: Διδακτορική διατριβή, Πάντειο Πανεπιστήμιο Πολιτικών και Κοινωνικών Επιστημών, Τμήμα Οικονομικής και Περιφερειακής Ανάπτυξης, φωτοτυπημένο ανάτυπο.

Οικονομάκης, Γ. Η. (1998-β) «Το ζήτημα της καπιταλιστικοποίησης του Αγροτικού Τομέα

(Με αφορμή την "Έκθεση Σπράου" για τη Γεωργία), Μέρος 1: Αναζητώντας τον καπιταλιστικό τρόπο παραγωγής επί του γεωργικού εδάφους», Θέσεις, τ. 65 (Οκτώβριος - Δεκέμβριος): 57-74.

Οικονομάκης, Γ. Η. (1999-α) «Το ζήτημα της καπιταλιστικοποίησης του Αγροτικού Τομέα

(Με αφορμή την "Έκθεση Σπράου" για τη Γεωργία), Μέρος 2: Ταξικοί και οικονομικοί όροι της μη-καπιταλιστικοποίησης της γεωργίας», Θέσεις, τ. 66 (Ιανουάριος - Μάρτιος): 75-98.

Οικονομάκης, Γ. Η. (1999-β) «"Έκθεση Σπράου" για τη Γεωργία: Ένας ύμνος στο μικρό

πολυδραστήριο αγροτικό νοικοκυριό», Θέσεις, τ. 67 (Απρίλιος - Ιούνιος): 89-102.

Pasinnetti, L. L. (1974) «The Economics of Effective Demand»· στο L. L. Pasinnetti, Growth

and Income Distribution. Essays in Economic Theory: Cambridge University Press -- στην ελληνική γλώσσα «Η Θεωρία της ενεργού ζήτησης». Απόδοση: Α. Πανεθυμιτάκης.

Παυλόπουλος, Π.Γ. (1976) Οικονομική Θεωρία / Μικροοικονομική, Τόμος Πρώτος,

Εισαγωγή εις την Θεωρίαν των Τιμών, Αθήναι: Α.Ν. Σάκκουλα.

Πουλαντζάς, Ν.Α. (1975) Η Κρίση των Δικτατοριών (Πορτογαλία - Ελλάδα - Ισπανία),εκδ.

Παπαζήση, Αθήνα.

Πουλαντζάς, Ν. Α. (1982) Οι Κοινωνικές Τάξεις στον Σύγχρονο Καπιταλισμό, Αθήνα:

Θεμέλιο.

Pressman, S. (1999) «Keynes, John Maynard»· στο Ph. O' Hara (ed.) Εncyclopedia of

Political Economy: Routledge.

Σουήζυ, Π. (χωρίς χρονολογία έκδοσης) Η Θεωρία της Καπιταλιστικής Ανάπτυξης, Αθήνα:

Gutenberg.

Robinson, J (1991) An Essay on Marxian Economics, Philadelphia: Orion.

Στάλιν, Ι. (1951) «Για το διαλεκτικό και ιστορικό υλισμό»­ στο Ζητήματα Λενινισμού-

μετάφραση της 11ης ρωσικής έκδοσης.

Σταμάτης, Γ. (1997) Εισαγωγή στην Πολιτική Οικονομία, Αθήνα: Ελληνικά Γράμματα.


[1] Για τις θέσεις του Νέου Αριστερού Ρεύματος (ΝΑΡ) --που σε κάποιες περιπτώσεις ανακύπτουν μέσα στην ανάλυση, με των οποίων, ωστόσο, την κριτική θεώρηση δε θα καταπιαστώ σε τούτο το άρθρο-- δες ΝΑΡ 1997, ΝΑΡ 1998-α, ΝΑΡ 1998-β, ΝΑΡ 1999-α, ΝΑΡ 1999-β.

[2] Για τη διαμόρφωση - συγκρότηση του σταλινικού σοβιετικού μαρξισμού, δες Μηλιός 1996: 42-3.

[3] Στη βάση, τουλάχιστον, των (αναλυτικών) «υλικών» που εδώ παρουσιάστηκαν και στα οποία παραπέμπω για περισσότερα.

[4] Ωστόσο: «η κερδοφορία στην Ευρωπαϊκή Ένωση έχει πλέον φθάσει στα επίπεδα της "χρυσής εποχής" του καπιταλισμού, της δεκαετίας του '60. [... ] Η αμερικανική οικονομία "έσπασε όλα τα ρεκόρ" (...) Κλείνοντας διάρκεια 101 μηνών τον Αύγουστο του 1999, η ανάκαμψη της αμερικανικής οικονομίας θα είναι σε λίγο η πιο μακροχρόνια μεταπολεμική περίοδος οικονομικής άνθισης» (Ιωακείμογλου 1999: 93, 96).

[5] Είναι ο «"κλασικός" οικονομισμός, η θεωρητική αντίληψη που η Γ' Διεθνής "κληρονόμησε" (...) από τη Β' Διεθνή» (Μηλιός 1996: 40).

[6] Δες, για παράδειγμα, μεταξύ άλλων, Παυλόπουλος 1976, Chacholiades 1990, Begg, Fischer, Dornbusch 1998. Δες σχετικά και κριτική του Σ. Μάξιμου στον Ξ. Ζολώτα, στο Μηλιός 1996: 92-4

[7] Και ο οικονομισμός με τα λόγια του Ι. Στάλιν: «Πρώτα αλλάζουν και εξελίσσονται οι παραγωγικές δυνάμεις της κοινωνίας, κι ύστερα σε εξάρτησηαπό τις αλλαγές αυτές και σε αντιστοιχία μ' αυτές, αλλάζουν οι παραγωγικές σχέσεις των ανθρώπων, οι οικονομικές σχέσεις των ανθρώπων. [... ] Ό,τι λογής είναι οι παραγωγικές δυνάμεις, τέτοιες πρέπει να είναι και οι παραγωγικές σχέσεις.» (Στάλιν1951: 728-9.) «Μια μεγάλη ανάπτυξη των παραγωγικών δυνάμεων είναι πάντοτε μεταγενέστερη από το μετασχηματισμό των σχέσεων παραγωγής», είναι η κριτική απάντηση από το Μάο Tσε Τουνγκ. (Μάο 1975: 93, 111.)

[8] Και στη βάση αυτή, της ανισομετρίας της ανάπτυξης, απορρίπτει, από «καθαρά οικονομική άποψη», ο Β. Ι. Λένιν τον καουτσκικό υπεριμπεριαλισμό ως «υπερανοησία» (Λένιν 1980: 94).

[9] Δες σχετικά και Μηλιός 1988: 26-30.

[10] Όπως δεν είναι επίσης και μικροαστοί. Για το ζήτημα δες σχετικά Οικονομάκης 1999-α: 78.

[11] Κριτική επί της κατά Πουλαντζά παραγωγικής εργασίας δες και στο Μηλιός 1996: 144.

[12] «Χρειάζεται όλη η αστική στενοκεφαλιά, που θεωρεί την καπιταλιστική μορφή της παραγωγής σαν την απόλυτη μορφή της, άρα σαν τη μοναδική φυσική μορφή της παραγωγής ώστε να μπερδέψει την ερώτηση, τί είναι παραγωγική εργασίακαι παραγωγικός εργάτηςαπό την άποψη του κεφαλαίου, με την ερώτηση τι είναι παραγωγικήεργασία γενικά και επόμενα να ικανοποιηθεί με την ταυτολογική απάντηση, ότι κάθε εργασία είναι παραγωγική, όταν γενικά παράγει, όταν απολήγει σε ένα προϊόν ή κάποια αξία χρήσης, γενικά σε ένα αποτέλεσμα» (Μαρξ χ.χ.έ.: 129).

[13] Για την εργασία των μισθωτών του εμπορίου ως παραγωγική εργασία, δες σχετικά Μαρξ 1978-β: 370-2, 382).

[14] Και όχι την αξία χρήσης της εργατικής δύναμης, όπως, ερμηνευτικά, γράφει ο Η. Ιωακείμογλου (Ιωακείμογλου 1983-α: 89), που θα σήμαινε μη παραγωγή αξίας και υπεραξίας.

[15] «Οι εργάτες ύστερα από την κατάκτηση της πολιτικής εξουσίας θα σπάσουν τον παλιό γραφειοκρατικό μηχανισμό, θα τον τσακίσουν ως τα θεμέλια, δε θ' αφήσουν απ' αυτόν πέτρα πάνω στην πέτρα, θα τον αντικαταστήσουν με νέο μηχανισμό που θ' αποτελείται από τους ίδιους τους εργάτες και υπαλλήλους και για να μημεταβληθούν σε γραφειοκράτες, θα παρθούν αμέσως τα μέτρα, που ανάλυσαν λεπτομερειακά ο Μαρξ και ο Ένγκελς: 1) δε θα είναι μόνο αιρετοί, αλλά και ανακλητοί σε οποιαδήποτε στιγμή· 2) η αμοιβή τους δε θα είναι μεγαλύτερη από το μισθό ενός εργάτη· 3) άμεσο πέρασμα στο σύστημα, όπου όλοιθα εκτελούν χρέη ελέγχου και εποπτείας, όλοιγια ένα διάστημα θα γίνουν "γραφειοκράτες" και γι' αυτό κανέναςδε θα μπορεί να γίνει "γραφειοκράτης". [... ] Στο σοσιαλισμό πολλά από την "πρωτόγονη" δημοκρατία θα ζωντανέψουν αναπόφευγα, επειδή για πρώτη φορά στην ιστορία των πολιτισμένων κοινωνιών η μάζα του πληθυσμού θα υψωθεί ως την αυτοτελήσυμμετοχή όχι μόνο στις ψηφοφορίες και τις εκλογές, μα και στην καθημερινή διακυβέρνηση. Στο σοσιαλισμό θα κυβερνούν όλοι με τη σειρά και θα συνηθίσουνε γρήγορα να μην κυβερνά κανένας» (Λένιν χ.χ.έ.: 281, 288).

[16] Για την τροποποίηση του νόμου της αξίας στην παγκόσμια αγορά, δες σχετικά, Busch 1983, Busch 1984, Busch 1985, Busch 1986, Busch 1987, Busch, Grunert, Tobergte 1985, Μηλιός 1983, Μηλιός 1985, Μηλιός 1988, Μηλιός, Ιωακείμογλου 1990. Δες σχετικά και στη συνέχεια.

[17] Τα παραπάνω σημαίνουν και πως: «οι "εσωτερικές", εθνικές σχέσεις και διαδικασίες έχουν πάντα την προτεραιότητα σε σχέση με τις διεθνείς σχέσεις: Πρόκειται ακριβώς για το θεμελιώδες πόρισμα του μαρξισμού ότι η ταξική πάλη (που συγκεφαλαιώνεται στο εσωτερικό της κάθε εθνικής-κρατικής ενότητας) αποτελεί την κινητήρια δύναμη της ιστορίας. Η πάλη των τάξεων, δηλαδή τελικά οι ταξικοί και πολιτικοί συσχετισμοί των δυνάμεων στο εσωτερικό ενός κοινωνικού σχηματισμού (...) καθορίζουν κατά κύριο λόγο τις τάσεις εξέλιξης του συγκεκριμένου κοινωνικού σχηματισμού. Μέσωαυτών των ταξικών συσχετισμών και σχέσεων εξουσίας δρουν οι διεθνείς σχέσεις, οι ενδεχόμενες "εξαρτήσεις" ή αλληλοεξαρτήσεις από κάποιους άλλους κοινωνικούς σχηματισμούς. Είναι αντίθετα εντελώς ξένο προς το μαρξισμό και την επιστημονική ανάλυση να θεωρήσουμε ότι οι διεθνείς "εξαρτήσεις" δημιουργούν ή "καθορίζουν την εξέλιξη" των σχέσεων και μορφών της ταξικής εξουσίας στο εσωτερικό ενός κοινωνικού σχηματισμού.

»Οι διεθνείς σχέσεις αποτελούν "απλώς" ένα σύνολο περισσότερο ή λιγότερο σημαντικών "εξωτερικών" (...) προσδιορισμών, που επενεργούν στους ταξικούς συσχετισμούς δια μέσου των "νόμων κίνησης" της "οικονομίας" και της "κοινωνίας".

»Μ' άλλα λόγια οι εθνικές διαδικασίες προσδιορίζουν τον τρόπο με τον οποίο το "εθνικό" εντάσσεται στο "διεθνές": Οι "εξαρτήσεις" δεν μπορούν να θεωρηθούν παρά ως η "συνέπεια" των ταξικών σχέσεων εξουσίας» (Μηλιός 1988: 74-5). Έχοντας αυτά υπόψη μας μπορούμε να αντιληφθούμε και ότι: «Οι ρυθμοί (όπως ακριβώς κι η δυνατότητα) της καπιταλιστικής ανάπτυξης είναι λοιπόν το αποτέλεσμα του "υπερπροσδιορισμού" των εσωτερικών - αναγκαίων σχέσεων που συγκροτούν την καπιταλιστική κυριαρχία από το σύνολο των "εξωτερικών" προσδιορισμών οι οποίοι προκύπτουν (...) ως ιστορικές αποκρυσταλλώσεις της πάλης των τάξεων.

»Σε αυτό το πλαίσιο κατέχουν πάντοτε οι σχέσεις που εγγράφονται στο εσωτερικό ενός κοινωνικού σχηματισμού, οι σχέσεις οικονομικής, πολιτικής και ιδεολογικής εξουσίας, την προτεραιότητα ως προς τις διεθνείς σχέσεις (εθνική-κρατική συγκρότηση της καπιταλιστικής εξουσίας). Ταυτόχρονα όμως συνεπάγεται η διεθνοποίηση του κεφαλαίου και η διαμόρφωση της ιμπεριαλιστικής αλυσίδας ότι η κεφαλαιακή εξουσία που συγκροτείται στο εσωτερικό ενός κοινωνικού σχηματισμού "υπερπροσδιορίζεται" επίσης από τις διεθνείς σχέσεις και αρθρώσεις. Στους "εξωτερικούς" ως προς τον ΚΤΠ προσδιορισμούς ανήκουν λοιπόν τόσο εθνικές σχέσεις και διαδικασίες (...), όσο και αντίστοιχες διεθνείς (...).

»Η διευρυμένη αναπαραγωγή του (εθνικού) συνολικού-κοινωνικού κεφαλαίου, δηλαδή της συνολικής κεφαλαιακής σχέσης όπως αυτή "οργανώνεται" στο εσωτερικό του κράτους, προσδιορίζεται λοιπόν και από το "διεθνές σύστημα", δηλαδή τη συγκεκριμένη μορφή της ιμπεριαλιστικής αλυσίδας που έχει διαμορφωθεί ιστορικά» (Μηλιός 1988: 137-8).

[18] «Οι ιδιωτικές επενδύσεις παγίου κεφαλαίου χωρίς τις κατοικίες, δηλαδή οι παραγωγικές επενδύσεις, παρουσίασαν άνοδο στη διάρκεια της περιόδου 1987-1990, αλλά μειώθηκαν στη συνέχεια για τρία συνεχή έτη. Ωστόσο, κατά το 1994 και το 1995, νέες μεγάλες αυξήσεις των ιδιωτικών παραγωγικών επενδύσεων έκαναν την επανεμφάνισή τους» (Ιωακείμογλου 1996: 23). Οι ακαθάριστες επενδύσεις παγίου κεφαλαίου εμφανίζουν διαρκή άνοδο μετά το 1994-5 ως ποσοστό του ΑΕΠ (δες σχετικά Ιωακείμογλου 1998: 18). «Την περίοδο Ιανουαρίου-Αυγούστου 1999 η βιομηχανική παραγωγή αυξήθηκε κατά 4,5% σε σχέση με το αντίστοιχο διάστημα του 1998» (Επενδυτής20-1/11/1999: Οικονομία 2). Αποεπένδυση και αποβιομηχάνιση, λοιπόν, ή φθίνουσα αναπαραγωγή. Όψεις λαϊκισμού σε σταλινική «version».

[19] Όσον αφορά στο χρέος, κράτησα για το σημείο αυτό την ίδια τη θέση της Α/συνέχεια ως απάντηση. Μας λέει λοιπόν: «Μπορεί να προβληθεί η ένσταση ότι και άλλες χώρες παρουσιάζουν μεγάλο χρέος. Για παράδειγμα, η Ιταλία και το Βέλγιο έχουν περίπου ίδια ποσοστά επί του ΑΕΠ όπως η Ελλάδα. Ή ακόμα μπορεί να μας υποδειχτεί ότι και οι ΗΠΑ έχουν μεγάλο εξωτερικό χρέος, το μεγαλύτερο μάλιστα στον κόσμο (...) Μήπως όλα αυτά είναι ένας δείκτης ακριβώς της ανάπτυξης του καπιταλισμού στην Ελλάδα; Οι συγκρίσεις δεν μπορούν να σταθούν σοβαρά και απευθύνονται μόνο σε όποιους δεν γνωρίζουν σχεδόν τίποτα» (Α/συνέχεια 1998: 103). Με άλλα λόγια --και εξαιρουμένης, αναντίρρητα, της εξαιρετικά ιδιαίτερης περίπτωσης των ΗΠΑ, που «αυτοχρηματοδοτούν» με εθνικό νόμισμα (δολάρια) το σε εθνικό νόμισμα (δολάρια) εξωτερικό χρέος τους-- το χρέος δεν αποτελεί ειδικό δείκτη ανάπτυξης ή υπανάπτυξης ενός καπιταλισμού, επομένως και του ελληνικού καπιταλισμού, ούτε από την τεχνικιστική οπτική. Όλα τα άλλα είναι ταυτολογικά φληναφήματα. Πέραν τούτων: «η ύπαρξη εκτεταμένης παραοικονομίας στην Ελλάδα, και η συνακόλουθη υποεκτίμηση του ΑΕΠ, οδηγούν σε μια υπερεκτίμηση του δημόσιου χρέους της χώρας (ως ποσοστό του προϊόντος)» (Ιωακείμογλου 1996: 26).

[20] Για την απλή εμπορευματική παραγωγή ως τρόπο παραγωγής σε συνθήκες κεφαλαιακής κυριαρχίας, δες σχετικά Οικονομάκης 1999-α.

[21] Από την άποψη του πιο πάνω ορισμού για τον αναπτυγμένο καπιταλιστικό κοινωνικό σχηματισμό, «χώρες (...) στο εσωτερικό των οποίων εξακολουθούν να αναπαράγονται προκαπιταλιστικές σχέσεις εκμετάλλευσης και παραγωγής (που αντιστοιχούν π.χ. στο φεουδαλικό ΤΠ [τρόπο παραγωγής])» , εμφανίζοντας «έτσι μια "δυαδική" εικόνα», δεν είναι αναπτυγμένες καπιαλιστικά (Μηλιός 1988: 142-3). Επίσης, στη βάση του πιο πάνω ορισμού μπορούμε και να κατανοήσουμε ότι μεταξύ των αναπτυγμένων καπιταλιστικών κοινωνικών σχηματισμών υπάρχουν κοινωνικοί σχηματισμοί με χαμηλότερο επίπεδο ανάπτυξης --«λιγότερο αναπτυγμένες βιομηχανικές χώρες» (Μηλιός 1988: 144) -- έναντι κοινωνικών σχηματισμών με υψηλότερο επίπεδο ανάπτυξης των παραγωγικών δυνάμεων. Όταν μιλάμε λοιπόν για αναπτυγμένους καπιταλιστικούς κοινωνικούς σχηματισμούς, εννούμε προφανώς κοινωνικούς σχηματισμούς «με διαφορετικά επίπεδα ανάπτυξης κι αυτό, τόσο γιατί η διαδικασία "καπιταλιστικοποίησης" άρχισε για κάθε έναν από αυτούς σε διαφορετικές χρονικές "στιγμές", όσο και γιατί η καπιταλιστική ανάπτυξη εξελίχτηκε με άνισους ρυθμούς» (Μηλιός 1988: 141-2). Σε κάθε περίπτωση όμως, πρόκειται για κοινωνικούς σχηματισμούς που συγκροτούνται υπό την ταξική κυριαρχία του κεφαλαίου σε συνθήκες διάλυσης των προηγούμενων (προ-καπιταλιστικών) κυρίαρχων τρόπων παραγωγής.

[22] Για «το Κράτος στο σύνολό του» ως «το "κόμμα" των κυρίαρχων τάξεων», κατά «τη θεωρία που επεξεργάστηκε ιδιαίτερα ο Γκράμσι», δες Ν.Α. Πουλαντζάς 1975: 146. Για το κράτος δηλαδή την «αστική τάξη ως όλο», δες Carchedi 1977:129-30. Για το αστικό κράτος ως «ο συλλογικός κεφλαιοκράτης», δες Ιωακείμογλου χ.χ.έ.: 66. Για το κράτος «ως το πραγματικό "κόμμα" της αστικής τάξης», δες και Μηλιός 1988: 66. Σχετικά και Μηλιός 1996: 148.

[23] Και ως γενική διευκρίνιση, στην πιο πάνω θέση: «Η πρόσληψη π.χ. του μαρξισμού στις ΗΠΑ, στο Μεξικό, ή στη Φιλανδία δεν μπορεί να συναχθεί από τα γενικά κοινωνικά χαρακτηριστικά των χωρών αυτών (δηλαδή να αναχθεί μηχανιστικά σ' αυτά τα χαρακτηριστικά), όπως π.χ. από το επίπεδο καπιταλιστικής ανάπτυξης, αλλά συναρτάται με ορισμένες ειδικές πλευρές της ανάπτυξης του εργατικού κινήματος και της πολιτικής και ιδεολογικής πάλης των τάξεων στον κάθε κοινωνικό σχηματισμό» (Μηλιός 1996: 36-7).

[24] Η δεύτερη περίπτωση είναι αυτή του H. Grossmann, σύμφωνα με τον οποίο κάποια στιγμή «"η συσσώρευση θα καταστεί αδύνατη, διότι η μάζα της υπεραξίας δεν θα επαρκεί για να εξασφαλίζει το απαραίτητο ποσοστό αύξησης στο γοργά αυξανόμενο σταθερό κεφάλαιο (...) Αυτός είναι ο μαρξικός νόμος της κατάρρευσης"» (στο Μηλιός 1997: 170-1). Η Ρ. Λούξεμπουργκ ειρωνευόμενη τη θεωρία αυτή έγραψε: «υπάρχει ακόμα κάμποσος χρόνος να περάσει πριν ο καπιταλισμός καταρρεύσει λόγω της πτώσης του ποσοστού του κέρδους, περίπου μέχρι να σβήσει ο ήλιος» (Luxemburg 1972: 77). Την ερμηνεία των οικονομικών κρίσεων ως έκφραση του μαρξικού νόμου της πτώσης του ποσοστού του κέρδους λόγω αύξησης της οργανικής σύνθεσης του κεφαλαίου υιοθέτησε μεταγενέστερα, το 1937, ο M. Dobb, «σε μια μη μηχανιστική και μη τελεολογική εκδοχή. Ο Dobb υποστήριξε ότι ο μαρξικός νόμος εκδηλώνεται μόνο προσωρινά (και τότε προκύπτουν οι οικονομικές κρίσεις), ενώ ακολούθως η ισχύς του ακυρώνεται από τις αντεπιδρώσες αιτίες, οι οποίες αποκαθιστούν το ύψος του ποσοστού κέρδους στα προηγούμενα επίπεδα» (Μηλιός 1997: 173-4).

[25] Σύμφωνα με το Ν. Μπουχάριν: «Η καπιταλιστική κοινωνία είναι μια "ενότητα από αντιθέσεις". Η διαδικασία κίνησης της καπιταλιστικής κοινωνίας είναι μια διαδικασία μόνιμης αναπαραγωγής των καπιταλιστικών αντιφάσεων. Η διαδικασία διευρυμένης αναπαραγωγής είναι μια διαδικασία διευρυμένης αναπαραγωγής αυτών των αντιφάσεων. Αν όμως συμβαίνει αυτό, τότε είναι φανερό ότι αυτές οι αντιφάσεις πρέπει τελικά να τινάξουν στον αέρα όλο το καπιταλιστικό σύστημα στο σύνολό του. Φτάσαμε στα όριατου καπιταλισμού (...). Το όριο είναι η ένταση των καπιταλιστικών αντιφάσεων σε ένα συγκεκριμένο βαθμό» (Μπουχάριν 1991: 170).

[26] Αναλυτικά για τις μαρξιστικές προσεγγίσεις στις οικονομικές κρίσεις δες Μηλιός 1997: 135-208.

[27] Για το «Σχέδιο-Marshall» και τη σχετική με αυτό «παραφιλολογία», από την άποψη της θεωρίας «"της εξάρτησης"», δες Μηλιός 1988: 327-9.

[28] «Εδώ (...) πρέπει να σημειώσουμε ότι πρόκειται [όχι για τεράστια κεφάλαια, αλλά] για μια εντελώς δευτερεύουσα αν όχι περιθωριακή μορφή άμεσων παραγωγικών επενδύσεων», οι επενδύσεις εκμετάλλευσης φτηνής εργατικής δύναμης, και μάλιστα ότι τέτοιες επενδύσεις «γίνονται κυρίως σε χώρες που βρίσκονται σε μια διαδικασία ταχύρυθμης καπιταλιστικής ανάπτυξης» και όχι καπιταλιστικής καθυστέρησης (Μηλιός 1988: 130).

[29] «Από τις συνολικές άμεσες αμερικανικές επενδύσεις στο εξωτερικό εισέρρευσε στον Τρίτο Κόσμο το 1960 μόλις το 36,8%. Το ποσοστό αυτό μειώθηκε στο 28,9% το 1970 και στο 21,7% το 1980» (στο Μηλιός 1988: 116-7). Ο Σ. Αμίν δίνει μικρότερο ποσοστό αμερικανικών επενδύσεων στον Τρίτο Κόσμο το 1966: «το 1966, η Ευρώπη απορροφούσε το 40,3%, ο Καναδάς το 34,8%, η Αυστραλία, η Ιαπωνία και η Νότια Αφρική το 7,2%, ενώ το σύνολο του Τρίτου Κόσμου δεχόταν μόνο το 17,7%» (Αμίν 1976: 160-1). «Από τις συνολικές δυτικογερμανικές επενδύσεις στο εξωτερικό κατευθύνθηκε το 1960 στον Τρίτο Κόσμο το 39,0%, ποσοστό που μειώθηκε στο 29,4% το 1970 και στο 25,9% το 1980. Ανάλογη μείωση σημειώνει και το ποσοστό των βρετανικών άμεσων επενδύσεων, που κατευθύνεται προς τον Τρίτο Κόσμο: 36,8% το 1960, 28,9% το 1970, 21,7% το 1980» (στο Μηλιός 1988: 117). Όσον αφορά στις σύγχρονες επενδύσεις, αυτές «είναι υπερβολικά συγκεντρωμένες από γεωγραφική άποψη (...) Οι 7 χώρες της ομάδας του G7 συλλαμβάνουν σήμερα 50% των συνολικών διεθνών επενδύσεων και 15 χώρες του ΟΟΣΑ συλλαμβάνουν 75% αυτών των επενδύσεων» (Βεργόπουλος 1996: 334).

[30] Έτσι, εκτός «από τη θεωρητική της ανεπάρκεια, η έννοια του εργάτη-μάζα γυρίζει την πλάτη στην πραγματικότητα» των διεθνών επενδυτικών κινήσεων του κεφαλαίου (Ιωακείμογλου 1983-α: 91-2).

[31] Στο πλαίσιο αυτών των χωρών, δηλαδή των αναπτυγμένων καπιταλιστικών χωρών και των χωρών της ταχύρρυθμης καπιταλιστικής ανάπτυξης, των λεγόμενων «"νέων βιομηχανικών χωρών"», μπορεί να τεθεί και το ερώτημα των διαφορών στην (οργανική) σύνθεση του κεφαλαίου και στο ποσοστό του κέρδους, μέσω της αιτιακής διασύνδεσης εξαγωγών κεφαλαίου και εμπορευμάτων. Αναφέρομαι στη «θεωρία της τροποποίησης του νόμου της αξίας στην παγκόσμια αγορά», βέβαια. «Οι εξαγωγές κεφαλαίων από μια χώρα (ή έναν εθνικό βιομηχανικό κλάδο) με χαμηλότερο ποσοστό κέρδους σε μια χώρα με υψηλότερο ποσοστό κέρδους έχει ως βασική προϋπόθεσή της (...) την κατάργηση των πρόσθετων κερδών που κατ' αρχήν αποκόμιζε, μέσω του διεθνούς εμπορίου, η περισσότερο αναπτυγμένη χώρα (με την ψηλότερη οργανική σύνθεση του κεφαλαίου, άρα και το χαμηλότερο ποσοστό κέρδους). Πρόκειται στην πραγματικότητα για μια επιθετική κίνηση του κεφαλαίου με την ψηλότερη ανάπτυξη, για να ξεπεράσει τα εμπόδια που τίθενται από την κρατική συγκρότηση των ανταγωνιστών του στην παγκόσμια αγορά (συναλλαγματικοί μηχανισμοί, αλλά επίσης προστατευτικά κρατικά μέσα) και να οικειοποιηθεί εκ νέου ένα αυξημένο-πρόσθερο-κέρδος» (Μηλιός 1988: 127, 129). Γι' αυτό «και η κερδοφορία του κεφαλαίου σε μια χώρα δεν αρκεί από μόνη της για να ερμηνεύσει τις εισροές επενδυτικού κεφαλαίου από το εξωτερικό. Οι εισροές επενδυτικού κεφαλαίουσυνδέονται παράλληλα και προκύπτουν από τις συνθήκες του διεθνούς κεφαλαιακού ανταγωνισμού: Λαμβάνουν χώρα σε οικονομικούς τομείς και κλάδους οι οποίοι, παρά την ψηλή ή αυξανόμενη αποδοτικότητα και κερδοφορία της εγχώριας καπιταλιστικής παραγωγής, χαρακτηρίζονται επίσης από ψηλή διείσδυση εισαγωγών από το εξωτερικό» (Μηλιός-Ιωακείμογλου 1990: 166). Από την άποψη των παραπάνω, μπορεί να κριθεί και η θέση του ΚΚΕ (μ-λ) η σχετική με την παραγωγή των πολυεθνικών στη χώρα «μας» κυρίως για την εξωτερική αγορά.

[32] «Η σημαία υποδηλώνει την πολιτική-νομική σύνδεση του πλοίου-παραγωγικής μονάδας με μια χώρα. Αυτή η σύνδεση καθορίζεται όμως κατά κανόνα από την οικονομική-κοινωνική ένταξη στη διαδικασία διευρυμένης αναπαραγωγής ενός συγκεκριμένου κοινωνικού σχηματισμού [... ] Το ελληνόκτητο πλοίο με σημαία ευκαιρίας είναι έτσι ένα μεμονωμένο κεφάλαιο, το οποίο ανήκει σε έναν Έλληνα καπιταλιστή, καταναλώνει όμως κατά κύριο λόγο αλλοδαπές εργατικές δυνάμεις και λειτουργεί σε αναφορά με ένα αλλοδαπό νομικό και θεσμικό πλαίσιο. Η διευρυμένη αναπαραγωγή του, επομένως, δεν εντάσσεται και δεν καθορίζεται άμεσα από τη διευρυμένη αναπαραγωγή του ελληνικού καπιταλιστικού κοινωνικού σχηματισμού. Προσλαμβάνει έτσι τον χαρακτήρα ενός μεμονωμένου κεφαλαίου που έχει εξαχθεί στο εξωτερικό» (Μηλιός 1988: 240, 392).

[33] Για τις επενδύσεις κερδών από τη ναυτιλία στο «εσωτερικό» του ελληνικού καπιταλιστικού κοινωνικού σχηματισμού, δες Μηλιός 1988: 418-19, 428-9.

[34] Γράφει σχετικά με τη μαρξική θέση για το επιτόκιο και τον τόκο η J. Robinson: «Θεωρεί [ο Μαρξ] τον τόκο μόνο ως ένα μηχανισμό με τον οποίο η υπεραξία μοιράζεται μεταξύ του ραντιέρηκαι του ενεργού καπιταλιστή. Στην οπτική του είναι αδύνατο να γίνει η όποια γενίκευση σχετικά με τη συμπεριφορά του επιτοκίου» (Robinson 1991: 69). Στον Τρίτο Τόμο του Κεφαλαίουπράγματι διαβάζουμε μεταξύ άλλων: «Μια και ο τόκος είναι μόνο ένα μέρος του κέρδους που (...) πρέπει να πληρωθεί από τον βιομήχανο κεφαλαιοκράτη στον κεφαλαιοκράτη του χρήματος, σαν ανώτατο όριο του τόκου εμφανίζεται το ίδιο το κέρδος. Αν ο τόκος θα έφθανε αυτό το ανώτατο όριο, θα ήταν = 0 το μέρος που θα έπαιρνε ο ενεργός κεφαλαιοκράτης. Αν παραβλέψουμε μεμονωμένες περιπτώσεις, στις οποίες ο τόκος μπορεί να είναι πραγματικά μεγαλύτερος από το κέρδος, οπότε όμως δεν μπορεί να πληρώνεται από το κέρδος, θα μπορούσε ίσως να θεωρηθεί σαν ανώτατο όριο του τόκου ολόκληρο το κέρδος, μείον το μέρος του εκείνο (...) που αφορά το μισθό εποπτείας (...). Το κατώτατο όριο του τόκου δεν μπορεί καθόλου να καθοριστεί. Μπορεί να πέσει σε οποιοδήποτε βάθος (...).

»Εν πάση περιπτώσει πρέπει το μέσο ποσοστό του κέρδους να θεωρείται το ανώτατο όριο που καθορίζει τελεσίδικά τον τόκο.

»Όταν εξετάζουμε του κύκλους περιστροφής, στους οποίους κινείται η σύγχρονη βιομηχανία -- (...) θα δούμε ότι συνήθως το χαμηλό επίπεδο του τόκου αντιστοιχεί στις περίοδες της άνθησης ή του έκτατου κέρδους (...)

»Μπορεί βέβαια από την άλλη μεριά, ο χαμηλός τόκος να συμπέσει με στασιμότητα και ο ελαφρά αυξανόμενος τόκος με αυξανόμενη ζωογόνηση.

»Το επιτόκιο φτάνει το μεγαλύτερο ύψος του κατά τη διάρκεια των κρίσεων, όταν, οσοδήποτε κι αν κοστίζει, πρέπει να δανειστούν για να μπορούν να πληρώσουν. Επειδή στην άνοδο του τόκου αντιστοιχεί μια πτώση των τιμών των χρεωγράφων, αποτελεί ταυτόχρονα μια πολύ καλή ευκαιρία για τους ανθρώπους με διαθέσιμο χρηματικό κεφάλαιο για να βάλουν στο χέρι σε εξευτελιστικές τιμές τέτια τοκοφόρα χρεώγραφα (...)

»Υπάρχει όμως και μια τάση πτώσης του επιτοκίου, εντελώς ανεξάρτητα από τις διακυμάνσεις του ποσοστού του κέρδους (...).

»Το μέσο ποσοστό του τόκου, που επικρατεί σε μια χώρα -- (...) -- δεν μπορεί να καθοριστεί από κανένα απολύτως νόμο (...).

»Η κάλυψη της ζήτησης και της προσφοράς -- (...) -- δεν λέει απολύτως τίποτα εδώ (...). Δεν υπάρχει απολύτως κανένας λόγος, γιατί οι μέσες καταστάσεις του συναγωνισμού, η ισορροπία ανάμεσα στους δανειστές και στους δανειζόμενους θα έπρεπε να δώσουν στο δανειστή για το κεφάλαιό του ένα επιτόκιο 3, 4, 5% κλπ., ή ένα καθορισμένο ποσοστό, 20% ή 50% του ακαθάριστου κέρδους. Εκεί που ο συναγωνισμός σαν τέτιος παίζει αποφασιστικό ρόλο, ο καθορισμός αυτός καθεαυτός είναι τυχαίος, καθαρά εμπειρικός, και μόνο σχολαστικότητα ή φαντασιοπληξία μπορούν αυτό το τυχαίο γεγονός να θελήσουν να το παρουσιάσουν σαν κάτι το αναγκαίο» (Μαρξ 1978-β: 452, 454-8).

[35] Η κεϋνσιανή θεωρία υποστηρίζει ότι η αύξηση της ενεργού ζήτησης --δηλαδή της δυνάμενης να πληρώσει ζήτησης-- που οδηγεί σε αύξηση του εισοδήματος («"πολλαπλασιαστής"») με τη σειρά της «τείνει να προκαλεί μια μεγαλύτερη μεταβολή των επενδύσεων (επιτάχυνση) » (Pasinetti 1974: 10-16, 26-29).

[36] Για τον Π. Μάτικ είναι υπαρκτή «μια αναγκαστική σύνδεση ανάμεσα στον Μαρξ και στον Κέυνς. Ο Μαρξ πρόλαβε την κριτική του Κέυνς για τη νεο-κλασική θεωρία με τη δική του κριτική για την κλασική θεωρία· και οι δύο αναγνώρισαν το καπιταλιστικό δίλημμα στον πτωτικό ρυθμό σχηματισμού κεφαλαίου. Ενώ όμως ο Κέυνς διέγνωσε σαν αιτία του την απουσία κινήτρων προς επένδυση, ο Μαρξ ανίχνευσε το δίλημμα μέχρι την ύστατη βάση του, στον χαρακτήρα της παραγωγής σαν παραγωγής κεφαλαίου» (Μάτικ 1981: 30). Έτσι ο Μαρξ έθεσε τη θεωρητική βάση για τη πραγματική διάγνωση της κρίσης που εμφανίζεται σαν κρίση πραγματοποίησης: «η μόνη δυνατή αιτία για την ξαφνική παύση της συσσώρευσης είναι η έλλειψη υπεραξίας· και η έλλειψη αυτή πρέπει να ανακύπτει μέσα στη διαδικασία συσσώρευσης και παρά την πραγματοποίηση συσσώρευσης.

»Στην πραγματικότητα, βέβαια, φαίνεται να συμβαίνει κάτι αντίστροφο· δημιουργείται η εντύπωση πως η υπεραξία δεν είναι πραγματοποιήσιμη επειδή υπάρχει αφθονία αξιών χρήσης (εμπορευμάτων). Και πραγματικά για τον ατομικό καπιταλιστή είναι η απουσία ζήτησης που δυσχεραίνει την πώληση των εμπορευμάτων του και τον προτρέπει να μην αυξήσει την παραγωγή του με επιπλέον επενδύσεις. Όμως αυτή η προφανής εξάρτηση της συσσώρευσης από τη ζήτηση στην αγορά αποκαλύπτει απλά τις αντιδράσεις των ατομικών καπιταλιστών απέναντι στην κοινωνική σπανιότητα υπεραξίας ή υπερ-εργασίας (...) ή πράγμα που είναι το ίδιο στη μείωση της εκμεταλλευσιμότητας της εργασίας σε σύγκριση με τις απαιτήσεις για κέρδος μιας προοδευτικής συσσώρευσης κεφαλαίου.

» (...) Έτσι, ο πραγματικός κορεσμός στην αγορά πρέπει να προξενείται από το γεγονός ότι η εργασία δεν είναι αρκετά παραγωγική για να ικανοποιήσει τις ανάγκες για κέρδος που γεννά η συσσώρευση του κεφαλαίου. Επειδή δεν έχουν παραχθεί αρκετά, το κεφάλαιο δεν μπορεί να επεκταθεί σε ρυθμό που θα επέτρεπε την πλήρη πραγματοποίηση αυτού που έχει παραχθεί. Η σχετική στενότητα υπεραξίας στη διαδικασία της παραγωγής εμφανίζεται σαν απόλυτη αφθονία εμπορευμάτων στη διαδικασία της κυκλοφορίας και σαν υπερπαραγωγή κεφαλαίου» (Μάτικ 1981: 92-3). Αντίθετα για τον Κέυνς δεν εμφανίζεται «τίποτα το προβληματικό στη σφαίρα της παραγωγής» (Μάτικ 1981: 131), επόμενα δεν εμφανίζεται πρόβλημα σπανιότητας υπεραξίας. «Σε τελευταία ανάλυση, η κεϋνσιανή θεωρία βασιζόταν στην έννοια ενός "ώριμου" καπιταλισμού ανίκανου να δημιουργήσει από μόνος του αρκετές επενδύσεις ώστε να εξασφαλίσει την πλήρη απασχόληση» (Μάτικ 1981: 140). Απ' εκεί απορρέει μια συγκεκριμένη αντίληψη - πρόταση οικονομικής πολιτικής: Αν η «στασιμότητα του κεφαλαίου, όπως εκφράζεται με την ανεπαρκή ζήτηση, εμποδίζει έναν αυξανόμενο αριθμό κεφαλαίων να αντλούν προσόδους σε ικανοποιητικό βαθμό μέσα από την κοινωνική "δεξαμενή" της υπεραξίας» αλλά «η παρατεινόμενη ύπαρξή τους αποτελεί κοινωνική αναγκαιότητα, θα πρέπει να διατηρηθούν με κυβερνητικές επιδοτήσεις. Επίσης, αν ο αριθμός των ανέργων συνιστά κίνδυνο για την κοινωνική σταθερότητα, θα πρέπει οι άνεργοι αυτοί να τραφούν από τη σμικρυνόμενη "δεξαμενή" της υπεραξίας» (Μάτικ 1981: 134). Αλλά για μια τέτοια οικονομική πολιτική απαιτούνται κυβερνητικά κονδύλια. «Εφόσον τα καθεαυτά κυβερνητικά κονδύλια προέρχονται μόνο από τη φορολογία ή από πιθανά κέρδη των βιομηχανιών που ιδιοκτήτης τους είναι το κράτος, πρόσθετα κονδύλια θα πρέπει να εξευρεθούν με το δανεισμό από το ιδιωτικό κεφάλαιο.» Η παρακινώμενη από το κράτος «"αποτελεσματική ζήτηση"» εφόσον «έχει συντελεστεί με μια από δάνεια χρηματοδότηση, έχει οδηγήσει και σε μια σταθερή αύξηση του εθνικού χρέους» (Μάτικ 1981:136-7). Όμως «το εθνικό χρέος και ο τόκος του μπορούν να εξοφληθούν μόνο με μια μείωση του τρέχοντος και του μελλοντικού εισοδήματος του ιδιωτικού τομέα της οικονομίας», αφού για να μπορέσει «να πληρώσει τα χρέη του και τους τόκους που τα συνοδεύουν το κράτος πρέπει να χρησιμοποιήσει τα φορολογικά έσοδα ή να προχωρήσει σε νέο δανεισμό». Αυτό, ωστόσο, σημαίνει πως «τα προϊόντα που "αγοράζει" το κράτος δεν αγοράζονται πραγματικά αλλά παρέχονται ελεύθερα στο κράτος» και επομένως παρόλο που «τίθεται σε ενέργεια αχρησιμοποίητο παραγωγικό δυναμικό με τις συμβάσεις του κράτους, τα δημιουργούμενα "κέρδη" και το κεφάλαιο που "συσσωρεύεται" με αυτό τον τρόπο δεν είναι παρά λογιστικά στοιχεία που σχετίζονται με το εθνικό χρέος. Δεν αποτελούν πραγματικά κερδοφόραμέσα παραγωγής» συνεπάγονται ωστόσο «σχετική μείωση του σχηματισμού ιδιωτικού κεφαλαίου» (Μάτικ 1981: 174-5). «Στο μεταξύ, συντελείται μια αργή αλλά σταθερή υποτίμηση εισοδημάτων και χρεών εξαιτίας του πληθωρισμού, μια πορεία αναγκαστικά συνδεδεμένη με την επέκταση της κρατικά παρακινημένης παραγωγής μέσα από τον ελλειματικό προϋπολογισμό» (Μάτικ 1981: 175). «Ο νομισματικός πληθωρισμός υποβίβασε και συχνά διέγραψε το χρέος σε βάρος του ιδιωτικού τομέα» (Μάτικ 1981: 136-7). Συνεπώς: «η αύξηση της κρατικά καθορισμένης παραγωγής είναι ένα σίγουρο σημάδι για τον συνεχιζόμενο μαρασμό της οικονομίας της ιδιωτικής επιχείρησης» (Μάτικ 1981: 175). Στο μέτρο που δεν «επαναφέρονται σε ισχύ οι δυνάμεις αυτο-επέκτασης της καπιταλιστικής παραγωγής (...) το κράτος θα αναγκαστεί να πυκνώσει τις οικονομικές του εισβολές στον ιδιωτικό τομέα της οικονομίας απειλώντας έτσι να γίνει το ίδιο ο φορέας της καταστροφής της οικονομίας της αγοράς» (Μάτικ 1981: 176). Φορέας καταστροφής όχι μόνο από την άποψη της μείωση του τρέχοντος και του μελλοντικού εισοδήματος του ιδιωτικού τομέα της οικονομίας αλλά και της ανατροπής των συνθηκών «που ανταποκρίνονται στις επιταγές αυτού που ονομάζεται ευημερία», και οι οποίες «απαιτούν --σαν προϋπόθεση-- σοβαρές υφέσεις που επιφέρουν κολοσσιαίες καταστροφές στις κεφαλαιακές αξίες» (Μάτικ 1981: 178). Δεν είναι έτσι απορίας άξιον ότι η κρατική εκπροσώπηση του ιδιωτικού συμφέροντος γίνεται «μόνο με μεγάλο δισταγμό» και με «αυξανόμενη αντίδραση του ιδιωτικού κεφαλαίου» (Μάτικ 1981: 176). Συμπερασματικά: «Η κεϋνσιανή λύση παρουσιάζεται έτσι σαν μια ψεύτικη λύση» --και ως τέτοια και «σαν ιδεολογία του ρεφορμιστικού εργατικού κινήματος»--, που είναι μεν «ικανή να αναβάλλει αλλά όχι και να εμποδίσει την αντιφατική ανάπτυξη της συσσώρευσης του κεφαλαίου, όπως την προέβλεψε ο Μαρξ» (Μάτικ 1981: 186, 152).

 
< Προηγ.   Επόμ. >
Θέσεις, τριμηνιαία επιθεώρηση, 36ο έτος (1982-2018), εκδόσεις Νήσος, (Σαρρή 14, 10553, Αθήνα, τηλ-fax: 210-3250058)
Το περιεχόμενο διατίθεται ελεύθερα για μη εμπορικούς σκοπούς, υπό τον όρο της παραπομπής στην αρχική του πηγή