Λαός, έθνος και πολίτες στην ελληνική συνταγματική ιστορία του 19ου αιώνα Εκτύπωση
Τεύχος 72, περίοδος: Ιούλιος - Σεπτέμβριος 2000


ΛΑΟΣ, ΈΘΝΟΣ ΚΑΙ ΠΟΛΙΤΕΣ ΣΤΗΝ ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΣΥΝΤΑΓΜΑΤΙΚΗ ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΟΥ 19ΟΥ ΑΙΩΝΑ1
του Δημήτρη Δημούλη

1. Εισαγωγή

Στην παρούσα μελέτη θα δοθεί μια περιορισμένη απάντηση σε ένα μεγάλο ερώτημα της πολιτικής φιλοσοφίας. Πρόκειται για το ερώτημα "ποιος είναι ο λαός", δηλ.

για το ερώτημα ποιοί άνθρωποι ανήκουν στο "Εμείς" που εκφράζει το λαό. Οι απαντήσεις συνιστούν τη βάση της νομικοπολιτικής οργάνωσης μιας κοινωνίας και ποικίλουν ανάλογα με την ιστορική περίοδο, τη φιλοσοφική θεώρηση και την έννομη τάξη που κάθε φορά απαντά. Αναμφίβολα δε στο ερώτημα αυτό δίνεται μια "νέα" απάντηση μετά από κάθε θεμελιώδη πολιτική μεταβολή.

Σειρά μελετών έχει δείξει ότι η συνταγματική ιστορία μπορεί να μας διδάξει πολλά για τον τρόπο ορισμού και τη λειτουργία της έννοιας του λαού και των στενά συνδεόμενων με αυτή εννοιών του πολίτη και του έθνους. Πρόκειται δε για στοιχεία εξαιρετικά χρήσιμα στις σημερινές αναζητήσεις σχετικά με την έννοια του λαού σε εθνικά και υπερεθνικά μορφώματα2.

Η έρευνά μας είναι χωρικά και χρονικά περιορισμένη. Θα αναλύσουμε τις απαντήσεις που έδωσε στο ερώτημα αυτό η ελληνική συνταγματική ιστορία του 19ου αιώνα, βασιζόμενοι σε δύο κατηγορίες κειμένων. Αφενός τα συνταγματικά κείμενα της περιόδου αυτής και τα πολιτικά ντοκουμέντα που συνδέονται μαζί τους3 και αφετέρου τα έργα ελλήνων συνταγματολόγων της ίδιας περιόδου.

Τα Συντάγματα είναι γεωγραφικώς και πολιτιστικώς περίπλοκα δημιουργήματα και πάντως δεν συνδέονται αποκλειστικά με τον τόπο και το χρόνο της σύνταξής τους.

Γι' αυτό θα επιχειρηθεί η σύνδεση και σύγκριση αυτών των απαντήσεων με εκείνες που δόθηκαν σε άλλες ευρωπαϊκές χώρες. Από μεθοδολογική άποψη προβαίνουμε στην ανάλυση και σύνδεση των ιστορικά μεταβαλλόμενων σημασιών των "συνταγματικών λέξεων". Οι "λέξεις" αυτές έχουν ιδιαίτερη πολιτική και πολιτιστική σημασία. Αποβλέπουν στο να συγκροτηθεί μια νέα κοινωνική πραγματικότητα (κανονιστικό επίπεδο), καίτοι συνιστούν απόρροια ορισμένης πραγματικότητας (υλικό επίπεδο)4.

Το θέμα της παρούσας μελέτης δεν έχει τύχει ιδιαίτερης προσοχής στην Ελλάδα5. Η σημασία του είναι ωστόσο καίρια όχι μόνο στα πλαίσια της συνταγματικής ιστορίας, αλλά και διότι παρέχει ενδείξεις για την κοινωνική διαμόρφωση και εξέλιξη της χώρας. Γι' αυτό το λόγο η μελέτη δεν περιορίζεται στην "ιστορία των ιδεών", αλλά επιχειρεί τη σύνδεση κειμένων και "λέξεων" με κοινωνικοπολιτικές εξελίξεις6.

Πώς ορίζονται οι όροι λαός, πολίτης και εθνικότητα/υπηκοότητα στα κείμενα αυτά και ποιες συνέπειες έχουν οι ορισμοί για τη νομική οργάνωση του ελληνικού

κράτους; Τι δηλώνουν για τις πηγές και τα χαρακτηριστικά του συνταγματισμού

στην Ελλάδα; Η απάντηση σ'αυτά τα ερωτήματα προϋποθέτει την αναφορά στην οικονομική και πολιτιστική ιστορία της περιοχής πριν από την ελληνική επανάσταση, η οποία συνιστά την "προϊστορία" της συνταγματικής εξέλιξης του 19ου αιώνα.

2. Υποκειμενικές και αντικειμενικές προϋποθέσεις του νεοελληνικού

διαφωτισμού και της δημιουργίας εθνικού κράτους

2.1. Το νεοελληνικό κράτος αναγνωρίσθηκε διεθνώς ως κυρίαρχο και ανεξάρτητο με το Πρωτόκολλο του Λονδίνου που υπέγραψαν στις 3.2.1830 η Αγγλία, η Γαλλία και η Ρωσία7. Εκείνη τη χρονική στιγμή είχαν ήδη "εγγραφεί" στην ελληνική συνταγματική ιστορία τρία Συντάγματα και πολυάριθμα σχέδια τοπικών Συνταγμάτων. Πρόκειται για κείμενα που συνιστούν την πολιτική έκφραση και αποκρυστάλλωση της "εθνικής" επανάστασης του 1821 που ολοκληρώθηκε με τη νίκη των εξεγερμένων το 1827.

Η ανάγνωση των πρώτων ελληνικών Συνταγμάτων δημιουργεί, από άποψη ορολογίας και περιεχομένου, εντυπώσεις ανάλογες με εκείνες της ανάγνωσης οποιουδήποτε σύγχρονου ευρωπαϊκού Συντάγματος. Οι πρώτες πράξεις της νομικής οργάνωσης του ελληνικού κράτους είναι απόλυτα "μοντέρνες". Αυτό οφείλεται στο ότι εκφράζουν τα τρία ειδοποιά χαρακτηριστικά του σύγχρονου συνταγματισμού. Θεμελιώνουν την (λαϊκή) κυριαρχία, έχουν συνολικό ρυθμιστικό χαρακτήρα και χρησιμοποιούν καθολικευτικές διατυπώσεις8.

Η σύνταξη (και κατά μείζονα λόγο η πανηγυρική ψήφιση) τέτοιων κειμένων θα ήταν αδιανόητη για μια ευρωπαϊκή χώρα στις αρχές του 18ου αιώνα. Τίθεται συνεπώς το ζήτημα των ιστορικών όρων που επέτρεψαν την εξέλιξη, δηλ. των μετασχηματισμών που οδήγησαν στη θέσπιση "σύγχρονων" Συνταγμάτων. Πρόκειται αφενός για τις αντικειμενικές προϋποθέσεις διαμόρφωσης του σύγχρονου συνταγματισμού και αφετέρου για τις υποκειμενικές προϋποθέσεις του, δηλ. για τους φορείς της συνταγματικής γνώσης.

2.2. Ο ασιατικός τρόπος παραγωγής αποτελούσε την κυρίαρχη μορφή οργάνωσης των κοινωνικών σχέσεων παραγωγής στην Οθωμανική Αυτοκρατορία9. Κύριο χαρακτηριστικό του είναι η συλλογική ιδιοκτησία της κυρίαρχης τάξης στα μέσα παραγωγής (ιδίως στο έδαφος), η οποία διαφοροποιεί τις "ασιατικές" κοινωνίες από τις φεουδαρχικές10. Από τυπική άποψη τα μέσα παραγωγής ανήκουν στο "δεσποτικό" κράτος, δηλ. στη μορφή οργάνωσης της κυρίαρχης τάξης. Στην περίπτωση της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, το κράτος προσωποποιείται στο Σουλτάνο, ο οποίος ως "καθολικός ιδιοκτήτης" ασκεί τη θρησκευτική και την κοσμική (πολιτική-νομική) εξουσία.

Συλλογική μορφή είχε και η κατοχή της γης που ανήκε στις κατά βάση αυτοσυντηρούμενες παραδοσιακές αγροτικές κοινότητες. Τα μέλη τους ήταν στενά συνδεδεμένα με την κοινότητα και μοίραζαν μεταξύ τους την καλλιεργήσιμη γη. Οι αγροτικές κοινότητες αυτοοργάνωναν την παραγωγή υπό τη στρατιωτική εποπτεία περιφερειακών διοικητικών μηχανισμών (Timar) που ελέγχονταν από τον κεντρικό.

Ο διοικητής του Timar (Timarli, Sipahi) δεν διέθετε ατομική ιδιοκτησία ούτε είχε κληρονομικά δικαιώματα στη θέση του. Ηταν εκπρόσωπος του κράτους που επέβλεπε τη συλλογή του υπερπροϊόντος και είχε το καθήκον να συντηρεί την τοπική στρατιωτικοπολιτική δομή. Το υπερπροϊόν συλλεγόταν από τους υπαλλήλους του Timar (Multezim, Αerisuruku usw.) υπό την απειλή στρατιωτικής βίας και εν μέρει αποδιδόταν στα κεντρικά κρατικά όργανα. Η συλλογή έπαιρνε τη μορφή ποικίλων φόρων όπως η δεκάτη (harac-i mukaseme), ο φόρος ιδιοκτησίας, ο κεφαλικός φόρος, ο φόρος ζώων κλπ.

Συνέπεια της κατά βάση "απρόσωπης" μορφής της ιδιοκτησίας, της κατοχής και της ιδιοποίησης του υπερπροϊόντος στις ασιατικές κοινωνίες ήταν η συλλογική μορφή της οργάνωσης όλων των τάξεων. Αυτό ερμηνεύει την περίφημη "ακινησία"

των ασιατικών κοινωνιών, δηλ. τον ισχυρό βαθμό αυτονομίας και "ερμητικότητας"11. Στην Οθωμανική Αυτοκρατορία δεν υπήρχε ιδιωτική σφαίρα, δηλ. "αυτονομία του υποκειμένου", η οποία προϋποθέτει την ατομική ιδιοκτησία.

Απουσίαζε μια οργανωμένη τάξη εμπόρων και δεν υπήρχε ανεπτυγμένη κυκλοφορία εμπορευμάτων και χρήματος, δηλ. έλειπαν τα στοιχεία που οδηγούν στην "κινητικότητα" της ατομικής και κοινωνικής εξέλιξης. Επίσης άγνωστες ήταν οι μεταναστευτικές κινήσεις πληθυσμών. Συνέπεια όλων αυτών αποτελούσε η απουσία κινήτρου για αύξηση της παραγωγικότητας των αγροτικών κοινοτήτων και μεταβολές στις διαδικασίες παραγωγής.

Οι αγροτικές κοινότητες διέθεταν εσωτερική ιεραρχία. Οι "προεστοί" ή "κοτζαμπάσηδες" ορίζονταν από τις ισχυρότερες οικογένειας της κοινότητας, ενίοτε με συμβολική συμμετοχή των ανδρών της κοινότητας12. Ο ρόλος τους ήταν ιδιαίτερα σημαντικός για την οργάνωση της παραγωγής, δεδομένου ότι λειτουργούσαν ως διοικητικά όργανα του κράτους13. Συχνά είχαν στρατιωτική δύναμη υπό τον έλεγχό τους και συνέλεγαν τους φόρους, τους οποίους εν μέρει παρέδιδαν στον Timarli. Σ' αυτό οφείλεται το ότι σε δημοτικά τραγούδια και σε πολιτικά κείμενα συγκρίνονται συχνά με την οθωμανική κυρίαρχη τάξη14.

2.3. Από τα μέσα του 17ου αιώνα η Οθωμανική Αυτοκρατορία αντιμετωπίζει μια βαθιά κρίση. Βασική εκδήλωσή της είναι η αποσύνθεση του ασιατικού τρόπου παραγωγής που θα οδηγήσει σε βαθύ κοινωνικό μετασχηματισμό. Οι εξεγέρσεις στην Αίγυπτο και ο ρωσο-οθωμανικός πόλεμος είχαν ως συνέπεια τη μετατόπιση του κύριου όγκου του εξωτερικού εμπορίου στο ευρωπαϊκό τμήμα της Αυτοκρατορίας.

Λιμάνια του Αιγαίου, όπως η Σμύρνη και η Θεσσαλονίκη, θα γίνουν στο 18ο αιώνα τα σημαντικότερα εμπορικά κέντρα της Αυτοκρατορίας. Μια νέα, "ντόπια" τάξη εμπόρων εκτοπίζει από την αγορά τους δυτικοευρωπαίους, κυρίως Γάλλους, εμπόρους και αποκτά στα τέλη του 18ου αιώνα τον έλεγχο του εξωτερικού

εμπορίου15. Οι έμποροι αυτοί ιδρύουν υποκαταστήματα σε δυτικοευρωπαϊκές πόλεις και αναπτύσσουν χρηματιστικές δραστηριότητες. Σχηματίζεται έτσι ένα αστικό στρώμα, το οποίο είναι πολιτικά και πολιτιστικά ανοιχτό στη Δυτική Ευρώπη και χρησιμοποιεί σχεδόν αποκλειστικά την ελληνική γλώσσα. Θα διαδραματίσει σημαντικό ρόλο στην "εθνική επανάσταση" στο έδαφος της σημερινής Ελλάδας, αποτελώντας τον κύριο υποκειμενικό φορέα των ιδεών του Ευρωπαϊκού Διαφωτισμού

και σχηματισμού του ελληνικού έθνους.

Η χρήση της ελληνικής γλώσσας από αυτή την "ελίτ" δεν οφείλεται σε μια ελληνική εθνική συνείδηση (πόσο μάλλον καταγωγή) των μελών της, όπως πάγια υποστηρίζουν οι "εθνικοί" ιστοριογράφοι16 και άλλοι "εθνικοί" επιστήμονες17.

Συνδέεται με το ότι η ελληνική γλώσσα είχε επιβληθεί ως διοικητική γλώσσα της Αυτοκρατορίας, ιδίως σε ζητήματα εξωτερικών σχέσεων. Αυτό συνδέεται με την πολιτική θέση του Πατριαρχείου της Instanbul που ήταν ελληνόφωνο λόγω της βυζαντινής παράδοσης. Ο Πατριάρχης ήταν πολιτικός-θρησκευτικός αρχηγός των ορθοδόξων υπηκόων της Αυτοκρατορίας (rum milletinin basi) και οι ορθόδοξες εκκλησιαστικές αρχές ασκούσαν αρμοδιότητες εκπροσώπησης, διοίκησης και επίλυσης διαφορών μεταξύ των ορθοδόξων18. Η ιδιαίτερη θέση της ορθόδοξης εκκλησίας συνδεόταν με προνόμια, όπως το δικαίωμα ιδιοποίησης φόρων από ορισμένες γαίες (Vakif), και αποτελούσε απόρροια της συμμαχίας της με το Οθωμανικό κράτος, το οποίο θεωρούσε την ορθόδοξη ιεραρχία ως μέσο διαφορισμού

των χριστιανών υπηκόων από τους λοιπούς χριστιανούς της Ευρώπης: η "δυτικοποίηση" των ορθοδόξων θα αποσταθεροποιούσε την Αυτοκρατορία που βρισκόταν σε διαρκή εμπόλεμη κατάσταση με τα ευρωπαϊκά κράτη. Αυτό ερμηνεύει τη διατήρηση της επιρροής της ελληνικής γλώσσας στον οθωμανικό κρατικό μηχανισμό καθώς και τη συντήρηση της "ορθόδοξης" ταυτότητας υπό την καθοδήγηση μιας εκκλησίας εχθρικής απέναντι στη "λατινική" Δύση και στις ιδέες της19.

Από τα μέσα του 17ου αιώνα, η ελληνόφωνη οικονομική και διανοητική ελίτ που διαμορφώθηκε γύρω από το Πατριαρχείο (Φαναριώτες) ασκεί πολιτικές λειτουργίες στα πλαίσια Οθωμανικής Αυτοκρατορίας -ένα "άνοιγμα" που συνδέεται με την προαναφερθείσα κρίση της Αυτοκρατορίας. Λόγω της μόρφωσης και των επαφών τους με το εξωτερικό, οι Φαναριώτες ανέλαβαν θέσεις Υπουργών και ανωτέρων υπαλλήλων, ιδίως στο διπλωματικό τομέα. Από τις αρχές του 18ου αιώνα Φαναριώτες ορίζονται ως πρίγκηπες (Hospodar) των σχετικά αυτόνομων οθωμανικών επαρχιών της Μολδαβίας και της Βλαχίας.

2.4. Η ιδιαίτερη θέση της ελληνόφωνης ελίτ (έμποροι, τραπεζίτες, δάσκαλοι)

αντανακλάται στην πολιτιστική ηγεμονία της ελληνικής γλώσσας, η οποία λειτουργεί ως κύριο μέσο διάδοσης των ιδεών του Ευρωπαϊκού Διαφωτισμού στα Βαλκάνια20. Εκτενείς μελέτες21 ανασυγκροτούν τη λογοτεχνική, φιλοσοφική και επιστημονική παραγωγή του νεοελληνικού διαφωτισμού που σχηματικά αρχίζει το 1760. Βαλκάνιοι διανοούμενοι που ζούν σε δυτικοευρωπαϊκές μεγαλουπόλεις αποτελούν τους πρωταγωνιστές αυτής της κίνησης. Οι ιδέες που διαδίδουν έχουν ένα τριττό φιλοσοφικοπολιτικό θεμέλιο22.

- Το ιδανικό του επιστημονικού ορθολογισμού, την κριτική σε κάθε πολιτική ή θρησκευτική "αυθεντία" και το αίτημα για μόρφωση ολόκληρου του λαού.

- Τη θέση ότι η κοινή γλώσσα και πολιτισμός δείχνουν την ένταξη σε ορισμένο έθνος, το οποίο πρέπει να είναι πολιτικά ανεξάρτητο, δηλ. να "απελευθερωθεί"

από τους "τυρράνους".

- Την ανάγκη δημοκρατικής οργάνωσης της κοινωνίας. Οι πολιτικοί εκπρόσωποι πρέπει να νομιμοποιούνται με εκλογές και να εκφράζουν το γενικό συμφέρον του λαού. Αυτό ενέχει το αίτημα για θέσπιση Συντάγματος και (όπως θα αναφερθεί στο διάσημο πολεμικό κείμενο του 1806) για "Νομαρχία", δηλ. για κυριαρχία των προσταγών του νόμου, ο οποίος προέρχεται από τη λαϊκή βούληση και εκφράζει τα ιδανικά του ορθού Λόγου και του φυσικού δικαίου23. Οι αρχές της ελευθερίας και ισότητας των πολιτών πρέπει αντικαταστήσουν τους κώδικες οργάνωσης του "παλαιού καθεστώς" κυριαρχίας, που αντιμετωπιζόταν πλέον ως "ανομία"24. Το Σύνταγμα θεωρείται ως θεμέλιο της ευτεταγμένης συμβίωσης των μελών ενός λαού.

Το αίτημα να "χαίρονται οι άνθρωποι μιαν απόλυτον πολιτικήν ομοιότητα"25, δηλ. η διαμόρφωση ενός θεσμικού πλαισίου στο οποίο "οι υπήκοοι γίνονται πολίτες "26, εκφράζεται με ιδιαίτερη σαφήνεια στο φυλλάδιο που συνέταξε το 1797 ο Ρήγας Φεραίος. Η "Νέα Πολιτική Διοίκησις των κατοίκων της Ρούμελης27

, της Μ. Ασίας, των Μεσογείων Νήσων και της Βλαχομπογδανίας. Υπέρ των Νόμων -

Ελευθερία, Ισοτιμία, Αδελφότης - και της Πατρίδος" αποτελεί κατά βάση μετάφραση του γαλλικού Σ 1793, δηλαδή του πλέον δημοκρατικού-λαοκρατικού

κειμένου που υιοθετήθηκε πολιτικά στη διάρκεια της γαλλικής Επανάστασης. ο Ρήγας αποβλέπει στην ίδρυση "Ελληνικής Δημοκρατίας" με επίσημη γλώσσα τα ελληνικά και πολίτες όλους τους λαούς της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας28.

Αυτή η θεωρητική παραγωγή ανταποκρίνεται προφανώς στα συμφέροντα της διαμορφούμενης αστικής τάξης, δηλ. ομάδων που δεν έβρισκαν στην "ασιατική"

αυτοκρατορία τις προϋποθέσεις ανεμπόδιστης δραστηριότητας. Επ' αυτού αρκεί η παραπομπή στο γενικώς αποδεκτό δεδομένο, ότι υπάρχει άμεση σύνδεση μεταξύ των συμφερόντων του αστισμού, του πολιτικού-επιστημονικού διαφωτισμού και του σχηματισμού συνταγματικών κρατών29. Σε σχέση με την Ελλάδα παρατηρήθηκε: "Ηταν αναμενόμενο ότι ο λαός των πρώτων αστών και των πρώτων διανοουμένων (...) θα γινόταν ο λαός των πρώτων πατριωτών και των πρώτων δημοκρατών στα Βαλκάνια της εποχής εκείνης"30. Ενας "δημοκρατικό-πατριωτικό" συνταγματικό κράτος έπρεπε να κατοχυρώνει τον αυτοκαθορισμό του λαού (αυτονομοθέτηση, δηλ. ιδεατά υπακοή του λαού μόνον στον ίδιο τον εαυτό του), τη νομική ισότητα και ελευθερία, και την ατομική ιδιοκτησία ως συστατικό τμήμα των "ατομικών ελευθεριών".

Αυτές οι νομικές-πολιτικές προϋποθέσεις μιας αστικής κοινωνίας31 μπορεί να χαρακτηρισθούν ως διττή διεκδίκηση ελευθερίας. Αφενός κυριαρχία του ατόμου σε ένα ιδιωτικό πεδίο μέσω του νομικού αυτοπεριορισμού του κράτους.

Πρόκειται για ό,τι αποκαλείται συνήθως "χωρισμός κράτους και κοινωνίας" και εκφράζεται θεσμικά στο σύστημα θεμελιωδών δικαιωμάτων. Αφετέρου κυριαρχία του κράτους ως κυριαρχία του "κρατικού" λαού, δηλ. θέσπιση της δημοκρατικής-

αντιπροσωπευτικής αρχής στη θέση της "μοναρχικής" δομής, των σχέσεων υποταγής και των κληρονομικών προνομίων.

Στην περίπτωση της Ελλάδας, οι νέες "ιδέες" συνδέθηκαν με τη διεκδίκηση για κατάργηση ενός σχήματος κυριαρχίας που ιεραρχούσε τους υπηκόους και

βάσει του θρησκεύματος. Οι ελληνόφωνες ελίτ διανοουμένων και εμπόρων δεν ήταν μόνον υπήκοοι του Σουλτάνου (Reaya), αλλά και ανήκαν στην πλειοψηφία τους στη δομικά "κατώτερη" κατηγορία των απίστων (Zimmi), με αποτέλεσμα να αντιμετωπίζουν την οθωμανική κυριαρχία ως συστατικά εχθρική.

Ο κυρίαρχος ρόλος της ελληνικής γλώσσας σε συνδυασμό με τον αρχαίο ελληνικό πολιτισμό που "ανεκάλυψε" ο νεοελληνικός διαφωτισμός32 συνέδεσαν τις πολιτικές διεκδικήσεις με μια διαδικασία εθνικής "συνειδητοποίησης", δηλ. συγκρότησης εθνικής συνείδησης διακριτής ένταξης. Η διεκδίκηση για ατομικιστική-

δημοκρατική κοινωνική οργάνωση μεταφράσθηκε έτσι σε αίτημα για απελευθέρωση των Χριστιανών που αυτοκατοανούνταν σταδιακά ως Έλληνες. Η υποταγή σε μια "ξένη" δύναμη βρήκε πολιτική έκφραση στην κατασκευή κοινής καταγωγής και κοινού συμφέροντος των κατοίκων μιας περιοχής που ηγεμονευόταν πολιτιστικά από την ελληνική γλώσσα. Μυστικές εταιρείες διέδιδαν τα διαφωτιστικά ιδανικά και στρατολογούσαν μέλη και οπαδούς στο μεταγενέστερο ελληνικό έδαφος, όπου μιλούνταν πολλές γλώσσες (τουρκικά, αλβανικά, βουλγαρικά, ρουμανικά, λαντίνο κλπ.) και θα ήταν μάταιο -δηλ. θα αποτελούσε προβολή μιας μεταγενέστερης πραγματικότητας- να αναζητηθεί η εθνική "συνείδηση" ή "καταγωγή" αυτών των πληθυσμών που συνδέονταν πρωταρχικά με μια τοπική κοινότητα και μια από τις τρεις μονοθεϊστικές θρησκείες33.

2.5. Στην προοπτική ίδρυσης ενός ανεξάρτητου-δημοκρατικού εθνικού κράτους με "ελληνικό" χαρακτήρα δεν αντιτίθεντο άλλοι λαοί των Βαλκανίων, αλλά οι Οθωμανοί34, η σύμμαχος ηγεσία της ορθόδοξης εκκλησίας και οι τοπικές ελίτ του ασιατικού τρόπου παραγωγής που αντιμετώπιζαν της "δυτικές-αθεϊστικές"

διεκδικήσεις ως κίνδυνο για τα συμφέροντά τους35.

Εδώ τίθεται το ζήτημα των μηχανισμών που επέτρεψαν στις αγροτικές κοινότητες να οικειοποιηθούν τις ιδέες του εθνικισμού και του πολιτικού διαφωτισμού και ακολούθως να εξεγερθούν ένοπλα εναντίον της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, καίτοι αυτές οι ιδέες ήταν προφανώς ασυμβίβαστες με τις συνθήκες ζωής τους και τον ορίζοντα των εμπειριών τους. Το ερώτημα δεν είναι δυνατό να εξετασθεί αναλυτικά στα παρόντα πλαίσια. Η αναφορά μιας περαιτέρω πλευράς της κρίσης της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας παρέχει ωστόσο ενδείξεις για τον τρόπο με τον οποίο οι ιδέες των πλούσιων, μορφωμένων και "δυτικόφρονων" στρωμάτων ηγεμόνευσαν στο έδαφος του μετέπειτα ελληνικού κράτους συνιστώντας κίνητρο δράσης για τις μάζες.

Από τα μέσα του 17ου αιώνα πραγματοποιούνται στα Βαλκάνια μαζικές μεταναστεύσεις προς ορεινές περιοχές, όπου οι κοινότητες διατηρούσαν έναν σχετικά υψηλό βαθμό αυτονομίας απέναντι στον οθωμανικό κρατικό μηχανισμό.

Αυτονομία σήμαινε ότι το υπερπροϊόν αποδιδόταν στις ισχυρότερες οικογένειες και οι στρατιωτικά-οικονομικά ισχυρότερες κοινότητες "προστάτευαν" τις λοιπές με εκμεταλλευτικό αντάλλαγμα. Σ' αυτά τα πλαίσια οι προεστοί λειτούργησαν ως πολιτικοί "προστάτες" των αγροτικών κοινοτήτων και αδυνάτισε η θέση του οθωμανικού μηχανισμού καθώς και η σύνδεση των εν λόγω κοινοτήτων με την Αυτοκρατορία.

Η κρίση του ασιατικού τρόπου παραγωγής εκφράσθηκε στη Νότια Ελλάδα με την σταδιακή ενδυνάμωση του εμπορικού κεφαλαίου36. Στις παράκτιες περιοχές και στα νησιά, οι πλουσιότερες οικογένειες ιδρύουν επιχειρήσεις ναυτικών μεταφορών και στα ηπειρωτικά κέντρα δημιουργούνται μανουφακτούρες. Η παραγωγή των κοινοτήτων στράφηκε έτσι στην εξαγωγή και υποτάχθηκε στο εμπορικό κεφάλαιο στα πλαίσια του εν γένει αναπτυσσόμενου διεθνούς εμπορίου.

Ετσι στα τέλη του 18ου αιώνα διαπιστώνονται μαζικές μεταναστεύσεις, ιδιωτικοποιήσεις των μέσων παραγωγής που οδηγούν σε αύξηση της παραγωγικότητας και στην προσωπική υπαγωγή των παραγωγών στο κεφάλαιο καθώς και ένα "άνοιγμα"

του κεφαλαίου προς το εξωτερικό με συνεχή εξάπλωση και πύκνωση της χρηματικής κυκλοφορίας. Αυτή η κατάσταση επιφέρει τη σταδιακή διάλυση των παραδοσιακών κοινωνικών σχέσεων και την εσωτερική ανατροπή του στατικού ασιατικού τρόπου παραγωγής37. Οι κοινότητες χάνουν την ισχύ και συνοχή τους, η γη περιπίπτει σε καθεστώς ιδιωτικής κατοχής, καλλιεργούμενη υπό τον (έμμεσο αλλά καθοριστικό) έλεγχο των εμπόρων. Οι "προεστοί" αναλαμβάνουν έναν νέο ρόλο. Οργανώνουν την παραγωγή προσανατολίζοντάς την στις επιταγές της αγοράς και αναλαμβάνουν τις επαφές με τους εμπόρους και τις τοπικές οθωμανικές αρχές, οι οποίες έναντι οικονομικών ανταλλαγμάτων "ανέχονται" τη διαδικασία ιδωτικοποίησης της παραγωγής. Ετσι οι προεστοί λειτουργούν ως πολιτικοοικονομικοί εκπρόσωποι των αγροτών, αποκτώντας κυρίαρχη -καίτοι μακροπολιτικά υποταγμένη στο κεφάλαιο- θέση στη διαδικασία κοινωνικής μεταβολής. Αυτό διαλύει την παραδοσιακή συμμαχία τους με τις οθωμανικές αρχές. Η παλιά τάξη χάνει τη νομιμοποίηση και ισχύ της υπό την πίεση "εκσυγχρονισμού" που ασκούν τα αστικά στρώματα.

Ας συνοψίσουμε. Στην περίοδο αυτή επήλθε η διάλυση του ασιατικού τρόπου παραγωγής είτε με άμεση κυριαρχία της κεφαλαιακής σχέσης είτε με έμμεση υπαγωγή των αγροτών στο εμπορικό κεφάλαιο. "Μόνο κάτω από αυτούς τους όρους έγινε δυνατό να συνδεθεί η φιλελεύθερη αστική ιδεολογία της εθνικής υπόστασης και ανεξαρτησίας με τις πλατειές λαϊκές μάζες της υπαίθρου"38.

Σ' αυτές τις συνθήκες μπόρεσε να εκφρασθεί η επαναστατική-εθνική συνείδηση.

Η λογική της αγοράς αντιτίθεται στην κατάτμηση των κοινοτήτων και στο "δεσποτισμό", ασκεί πίεση στην κατεύθυνση δημιουργίας ενός κρατικού μηχανισμού

που θα αναλάβει τις οργανωτικές και μορφωτικές λειτουργίες ρύθμισης της αγοράς. Ενα τέτοιο κράτος μπορεί να ενοποιήσει και να διευρύνει την αγορά, δημιουργώντας νομικές και πολιτικές προϋποθέσεις για συσσώρευση του κεφαλαίου.

Αυτό συνέβη στην Ελλάδα του 19ου αιώνα. Δεν ήταν ωστόσο δυνατό να επιτευχθεί χωρίς ένοπλη εξέγερση. Κοινό παρανομαστή των συμφερόντων των διαφόρων κοινωνικών ομάδων στο νοτιότερο τμήμα της Βαλκανικής αποτελούσε η δημοκρατική και εθνική ιδεολογία που συγκροτούσε ένα πολιτικά δραστικό "υποκείμενο". Εκδηλώθηκε έτσι ένα κοινό συμφέρον των "Ελλήνων" εναντίον των Οθωμανών και των ελληνόφωνων συμμάχων τους στους κεντρικούς και τοπικούς μηχανισμούς πολιτικής κυριαρχίας.

Η συγκέντρωση των υποκειμενικών και αντικειμενικών προϋποθέσεων για το σχηματισμό ενός ελληνικού εθνικού κράτους στις αρχές του 19ου αιώνα επέτρεψε να τεθεί το ερώτημα "ποιος είναι ο λαός", ποιοι δικαιούνται να ασκούν πολιτικά δικαιώματα και πώς πρέπει να "κυβερνηθεί" ο λαός. Δηλαδή κατέστη δυνατό να δοθεί μια νέα απάντηση σε αυτά τα ερωτήματα.

3. "Ανδρες Έλληνες! Το έθνος συναθροιζόμενον θέλει εκλέξει τους Δημογέροντάς του"

3.1. Η φράση του τίτλου περιλαμβάνεται στη διακήρυξη που κυκλοφόρησε ο Αλέξανδρος Υψηλάντης στις 24.2.182139. Αυτή η Διακήρυξη περιγράφει με δύναμη και πληρότητα το γλωσσικό-σημασιολογικό πεδίο των διεκδικήσεων της ελληνικής επανάστασης40. Οι "άνδρες Έλληνες" πρέπει να διεξάγουν τον αγώνα για την "ορθόδοξον ημών πίστιν" και "τα δίκαια της πατρίδος", για να αποκτήσουν τα αγαθά της "ελευθερίας" και της "ανεξαρτησίας". Πρότυπα αποτελούν "οι φωτισμένοι λαοί της Ευρώπης" και οι πρόγονοι "εις την κλασσικήν γην της Ελλάδος". Για να φανούν άξιοι της "προπατορικής αρετής", οι τωρινοί Έλληνες πρέπει να πάρουν τα όπλα ως "λαός" "με εν κοινόν φρόνημα". Ο "λαός" ή το "έθνος", δηλ. οι "άνδρες Έλληνες", θα εκλέξουν τους αντιπροσώπους τους ("Δημογέροντες") "και εις την ύψιστον ταύτην βουλήν θέλουσιν υπείκει όλαι μας αι πράξεις". Οι Έλληνες είναι ίσοι και "ευγενέστερος είναι, όστις ανδρειοτέρως υπερασπιθή τα δίκαια της πατρίδος": "Εις τα όπλα λοιπόν, φίλοι, η πατρίς μας προσκαλεί!"41

Στις διακηρύξεις που έπονται της επαναστατικής έκρηξης συναντούμε ανάλογες διατυπώσεις: "Στερημένοι από όλα τα δίκαια", οι εξεγερμένοι έλαβαν την απόφαση "να απελευθερωθώμεν ή να αποθάνωμεν", με σκοπό "ν'αναστήσωμεν το ταλαιπωρημένον ελληνικόν μας γένος" και να σωθεί "η μητέρα μας Ελλάς"42.

Διαγράφεται έτσι το πλαίσιο της πολιτικής ιστορίας του αιώνα: Πατρίς ("Μητέρα Ελλάς"), Ανδρες, Λαός/Έθνος, Ανεξαρτησία, Ισονομία και Ελευθερία, κλασσική Αρχαιότητα και φωτισμένη Ευρώπη, αντιπροσωπευτική δημοκρατία με "Δημογέροντας".

3.2. Το ζήτημα των εκλογών και της αντιπροσώπευσης του λαού έχει κεντρική θέση στα σχέδια Συντάγματος που συντάσσονται μετά την εξέγερση στη Νότια Ελλάδα. Τα σχήματα οργάνωσης και η ορολογία έχουν ληφθεί από τον ευρωπαϊκό συνταγματισμό: οι εκλέκτορες πρέπει να "συνίστανται εκ των προκρίτων" κάθε επαρχίας και να επιλέγουν τους εφόρους "εκ των εγκριτοτέρων και των φρονιμοτέρων". Ο "αξιώτερος" πρέπει να αποστέλλεται στην "Εθνική" ("Γενική")

"Βουλή"43. Σύμφωνα με άλλο σχέδιο, "ο λαός εκάστης επαρχίας" πρέπει "να εκλέξει τα αξιώτερα μέλη του με ψήφους". Οι εκλεγέντες θα ορίσουν εν συνεχεία "τους γενικούς εφόρους της επαρχίας". Οι έχοντες δικαίωμα ψήφου χαρακτηρίζονται ως "ψηφοφόρα υποκείμενα": τα "υποκείμενα" κάθε κατηγορίας είναι δε "ισόψηφα". Τα κρατικά όργανα πρέπει να "υπόκεινται εις το καθήκον της ανθρωπότητος, εις τους νόμους και εις τα τοπικά έθιμα". Ενα χρόνο μετά τις εκλογές "πάλιν θέλει έχει το κύρος η σκέψις και απόφασις του λαού". Τέλος ζητείται "πάντες οι εν τη Πελοποννήσω ευρισκόμενοι ξένοι να υπόκεινται εις την διοίκησιν των κριτηρίων ως και οι εγχώριοι"44.

Ενας σαφής προσδιορισμός της ιδιότητας του "Ελληνος" και του "Ξένου"

συναντάται στον "Οργανισμό της Ανατολικής Χέρσου Ελλάδος" της 16.11.1821. Στο κείμενο αυτό πραγματοποιείται μια τριμερής κατηγοριοποίηση των κατοίκων της χώρας. Οσοι "πιστεύουσιν εις Χριστόν" ορίζονται ως "Έλληνες" και απολαμβάνουν όλων των δικαιωμάτων. Στη δεύτερη κατηγορία ανήκουν οι "Μέτοικοι", δηλ. οι κάτοικοι της χώρας που δεν είναι Χριστιανοί και δεν απολαμβάνουν πολιτικών δικαιωμάτων. Στην τρίτη κατηγορία εντάσσονται οι "Ξένοι", δηλ. όσοι υποστηρίζονται από ξένη δύναμη ή βρίσκονται στην υπηρεσία της. Οι "Ξένοι" όχι μόνον στερούνται πολιτικών δικαιωμάτων, αλλά και τους απαγορεύεται η απόκτηση περιουσίας και ο γάμος με "Ελληνίδα". Εάν συναφθεί τέτοιος γάμος, η σύζυγος και τα τέκνα θα αντιμετωπίζονται ως "Ξένοι". Η έγγραφη παραίτηση από την ξένη προστασία επιτρέπει πάντως την πολιτογράφηση45.

Αξιοσημείωτος σ' αυτό το κείμενο δεν είναι μόνον ο ανοιχτά ρατσιστικός χωρισμός των κατοίκων και ο πλήρης πολιτικός αποκλεισμός των γυναικών που στην περίπτωση γάμου με "Ξένο" αντιμετωπίζονται ως εξαρτήματα του συζύγου.

Ιδιαίτερη σημασία έχουν τα κριτήρια που χρησιμοποιούνται για τον προσδιορισμό των Ελλήνων. Το πρώτο είναι η θρησκεία, και μάλιστα η χριστιανική εν γένει46.

Πρόκειται για βασική ένδειξη της απουσίας κριτηρίου εθνικής ένταξης πολιτιστικού τύπου ή έστω συνδεόμενου με την (πραγματική ή υποτιθέμενη)

"καταγωγή". Ουδείς ήξερε (ή ενδιαφερόταν να εξετάσει) ποιοι είναι Έλληνες με την έννοια που έχει ο όρος στο σημερινό πλαίσιο των εθνικών κρατών. Και αυτό διότι, όπως προαναφέραμε, οι Χριστιανοί της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας δεν είχαν εθνική συνείδηση. Το εθνικό σχήμα δεν είχε πολιτική σημασία, έτσι ώστε κρατικοί μηχανισμοί και άτομα να αναγνωρίζονται μέσα από αυτό.

Το δεύτερο κριτήριο είναι η βούληση ενός Χριστιανού να γίνει Ελληνας με την εγκατάσταση στη χώρα, την παραίτηση από την προστασία ξένης δύναμης, την παροχή ιδιαίτερων υπηρεσιών κλπ., με αποτέλεσμα ο "Ξένος" να εξομοιώνεται με τους "αυτόχθονες"47. Ετσι το ελληνικό κράτος αποτελείται από Χριστιανούς που αναγνωρίζονται πολιτικά στα αστικά-επαναστατικά ιδανικά της ανεξαρτησίας και της δικαιοκρατικής οργάνωσης. Πραγματικοί "Ξένοι" είναι μόνον οι Μουσουλμάνοι, οι προφανείς "εχθροί". Η θέση ότι το έθνος κατασκευάζεται μέσα από τους κρατικούς μηχανισμούς, οι οποίοι δημιουργούν στους πολίτες "τους" συνείδηση μιας ενιαίας ένταξης ιδίως μέσα από τη γλωσσική και πολιτιστική ενοποίηση που κατασκευάζει την κοινή καταγωγή48, επιβεβαιώνεται στην προκείμενη περίπτωση49.

Σαφής είναι και η "εκτατική επαγγελία" της διαδικασίας συγκρότησης ελληνικού

κράτους. Τα διακηρυκτικά και συνταγματικά κείμενα βασίζονται σε μια "χριστιανική γεωγραφία", η οποία τοποθετεί τη συνταγματική τάξη στο ευρύ πεδίο μιας θρησκευτικής πίστης. Αυτή η πίστη ορίζει το έδαφος και τους πολίτες της Ελλάδας50. Αυτό το "εύρος" δεν προαναγγέλλει απλώς την πολιτική βίαιης επέκτασης. Προβλέπει και τον αποκλεισμό των αλλοθρήσκων στο εσωτερικό της χώρας. Τα δύο χαρακτηριστικά συνυπάρχουν με κοινό παρονομαστή την άσκηση κρατικής βίας.

3.3. Οι αποφάσεις της Πρώτης Εθνικής Συνέλευσης ("Εθνική Νομοδοτική Συνέλευση", 20.12.1821) περιλαμβάνουν επίσης όρους ειλημμένους από τον ευρωπαϊκό συνταγματισμό: "Εθνική Βουλή"51, "Γενική του Εθνους Συνέλευσις"52, "ελληνικόν έθνος", εκπροσώπηση του έθνους "δια των νομίμων παραστατών του", φροντίδα "περί μόνου του κοινού της Ελλάδος συμφέροντος"53 και για την "πολιτικήν (...) ύπαρξιν και ανεξαρτησίαν " του Εθνους54. Οι απόγονοι του "Εθνους των Ελλήνων", "σύγχρονοι των νυν πεφωτισμένων και ευνομουμένων λαών της Ευρώπης" αποβλέπουν στην "ανάκτησι(ν) των δικαίων της προσωπικής ημών ελευθερίας, της ιδιοκτησίας και της τιμής": "από τοιαύτας αρχάς των φυσικών δικαίων ορμώμενοι", επιδιώκουν να καταργήσουν την "δουλείαν" και να επαναφέρουν τα "απαλαίωτα και ανεξάλειπτα καθ' εαυτά" "δίκαια" που αποτελούν ίδιο "των λογικών όντων"55. Με βάση αυτές τις αρχές, "η Ελλάς άπασα μέλλει να κυβερνηθή εφεξής": τα πολιτικά όργανα πρέπει να διαμορφώνονται και να δρουν "επί της βάσεως του Δικαίου και των ορθών Νόμων" και να εκλέγονται από "πληρεξουσίους Παραστάτας"56.

Ποιοί είναι όμως οι φορείς της πολιτικοκοινωνικής αναδιοργάνωσης της χώρας;

Σ' αυτή την περίοδο συνώνυμο του όρου "Ελληνικός λαός" είναι η φράση "όλοι οι λαοί, κάτοικοι της Ελλάδος": αυτοί οι "λαοί" πρέπει να αναγνωρίσουν την "έννομον και εθνικήν Διοίκησιν ", στην οποία οφείλεται "ακριβής υποταγή":

οι "λαοί" πρέπει να "στερεώσωσι της κοινής ημών Πατρίδος την πολύευκτον ευτυχίαν" "διά της ευπειθείας"57. Οχι μόνον ο λαός είναι συνώνυμο των "λαών"

που έχουν "κοινή πατρίδα", αλλά και το "έθνος" έχει την ίδια σημασία: "Το ελληνικόν έθνος (...) κηρύττει", η εξέγερση δεν εξυπηρετεί "ιδιοφελείς μέρους τινός του σύμπαντος Ελληνικού Εθνους σκοπούς", αλλά είναι "πόλεμος εθνικός", "έργον (...) του Ελληνικού λαού και χρέος είναι..."58. Σε μεταγενέστερες διακηρύξεις επαναλαμβάνεται ότι το ελληνικό "έθνος" αποτελείται από πολλούς λαούς: "οι διάφοροι λαοί της Ελλάδος" πρέπει να εξαρτώνται "από την εθνικήν Διοίκησιν"59, "η Διοίκησις (...) δεν θέλει ωφελήσει το έθνος εις τίποτα, αν δεν εισακούεται από τους λαούς"60.

Από αυτά προκύπτει ένα ιδιαίτερα σημαντικό συμπέρασμα. Στην επαναστατική Ελλάδα ο όρος έθνος δεν δηλώνει τη γλώσσα ή την καταγωγή, δηλ. την "εθνολογική" προέλευση, αλλά την κοινή συγκρότηση/ένταξη/υποταγή πρισμένου πληθυσμού σε ένα κράτος. Προϋπόθεση της ένταξης είναι εν προκειμένω η πίστη στο Χριστό και στην πολιτική Επανάσταση. Ετσι ως "έθνος" χαρακτηρίζεται το σύνολο των κατοίκων ενός ανεξάρτητου χριστιανικού κράτους που αναγνωρίζει τα "φυσικά δίκαια". Ο όρος λαός λειτουργεί ως συνώνυμο, καίτοι έχει απόχρωση εντονότερα "εθνολογική", απ'ό,τι ο όρος "έθνος".

Αυτή η επισήμανση αποκτά ιδιαίτερο ενδιαφέρον ενόψει της σημασιολογικής αντιστροφής των όρων "έθνος" και "λαός" στη σημερινή γλώσσα, αντιστροφή απόλυτη για τον πρώτο όρο και μερική για το δεύτερο. Δεν είναι έτσι ορθό να αντιλαμβανόμαστε την ορολογία των συνταγματικών κειμένων του 19ου αιώνα με τις σημερινές έννοιες των όρων, εκλαμβάνοντας π.χ. ότι ο όρος "εθνική κυριαρχία"

συνιστά μυστικιστική (και ιμπεριαλιστική) αναφορά στον "Ελληνισμό", σε αντίθεση με μια δημοκρατική "λαϊκή κυριαρχία", φορείς της οποίας είναι οι εκάστοτε πολίτες του κράτους61.

3.4. Το Σύνταγμα που ψηφίσθηκε στην Επίδαυρο την 1.1.182262 είναι το πρώτο επίσημο κείμενο για την πολιτική οργάνωση της Ελλάδας. Ο τίτλος του δευτέρου τμήματος είναι χαρακτηριστικός για το πνεύμα της εποχής: "Περί των Γενικών Δικαιωμάτων των κατοίκων της Επικρατείας της Ελλάδος". Δεν γίνεται λόγος ούτε για "έθνος" ούτε για "Έλληνες". Τα δικαιώματα πρέπει λοιπόν να αναγνωρίζονται σε όλους τους κατοίκους. Ορισμένοι συνταγματολόγοι εξυμνούν δε αυτό το Σύνταγμα ως "πραγμάτωση" της αρχής καθολικότητας των ανθρώπινων δικαιωμάτων63, αναφερόμενοι στον "κοσμοπολιτισμό" του64.

Ωστόσο η ανάγνωση των σχετικών διατάξεων αλλάζει πλήρως την εικόνα: "Οσοι αυτόχθονες κάτοικοι της Επικρατείας της Ελλάδος πιστεύουσιν εις Χριστόν, εισίν Έλληνες και απολαμβάνουσιν άνευ τινός διαφοράς όλων των πολιτικών δικαιωμάτων". Μόνον οι Έλληνες είναι ίσοι απέναντι στο νόμο, μπορούν να αναλαμβάνουν οποιοδήποτε δημόσιο λειτούργημα (κριτήριο "η αξιότης εκάστου")

και απολαμβάνουν προστασίας της ιδιοκτησίας, τιμής και ασφάλειας65. Δίπλα στους αυτόχθονες αναφέρονται δύο κατηγορίες κατοίκων: α) οι "έξωθεν ελθόντες"

που "εισίν όμοιοι με τους αυτόχθονας κατοίκους ενώπιον των Νόμων", β) όσοι εκ

των "ξένων" "έχουσι την επιθυμίαν να γίνωσιν Έλληνες". Ο νόμος ρυθμίζει τη διαδικασία "πολιτογραφήσεως"66.

Από τις επτά παραγράφους αυτού του τμήματος μόνον η τελευταία αφορά όλους τους κατοίκους της χώρας. Ορίζει ότι τα φορολογικά βάρη "διανέμωνται δικαίως εις όλας τας τάξεις και κλάσεις των κατοίκων"67 και συνεπώς εισάγει μια υποχρέωση! Ετσι ο φυσικοδικαιικών απηχήσεων τίτλος δεν ανταποκρίνεται στο περιεχόμενο68. Εχουμε ένα Σύνταγμα συντεταγμένο μόνον για "Έλληνες".

Πρόκειται όμως και για ένα δημοκρατικό Σύνταγμα. Ο λαός είναι η μόνη πηγή της συντακτικής εξουσίας. Τη βασική ιδέα του συνταγματισμού και το πνεύμα του εν λόγω Συντάγματος εκφράζει η επισήμανση του Δ. Υψηλάντη ότι το "πολίτευμα είναι μια ένορκος συνθήκη μεταξύ των διοικούντων και διοικουμένων"

και αν μεταβληθεί "άνευ της συναινέσεως των διοικουμένων" οι "διοικούντες"

υποπίπτουν "εις το μέγιστον αμάρτημα της επιορκίας "69. Το πολίτευμα διαμορφώνεται με βάση την αρχή της ισορροπίας νομοθετικού και εκτελεστικού και η μη θέσπιση του αξιώματος του αρχηγού κράτους εκφράζει τη ριζική τομή με το μοναρχικό-δεσποτικό παρελθόν70. Συνέπεια της ισότητας των πολιτών είναι ότι "το Βουλευτικόν σύγκειται εκ πληρεξουσίων εκλελεγμένων Παραστατών των διαφόρων μερών της Ελλάδος" και τα μέλη του πρέπει να είναι "εξάπαντος" Έλληνες71.

Και εδώ έχουμε τον ορισμό του Ελληνα δια της θρησκείας και της αποδοχής των επαναστατικών ιδεωδών που ανοίγει το δρόμο στην πολιτογράφηση. Οι "έξωθεν ελθόντες" είναι οι εξεγερμένοι Χριστιανοί της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας που αναζητούν ελευθερία και προστασία στην Ελλάδα. "Ξένοι" είναι οι Φιλέλληνες που συμμετείχαν στην επανάσταση και συνδέθηκαν πολιτικά με το υπό ίδρυση κράτος.

Ετσι το Σ 1822 εισάγει την αρχή του ius soli, το οποίο διευρύνεται και ταυτόχρονα περιορίζεται από το ius religionis. Μπορούμε λοιπόν να δώσουμε τον εξής ορισμό της υπηκοότητας: Έλληνες είναι οι Χριστιανοί κάτοικοι ενός επαναστατικά ιδρυμένου ελληνικού κράτους72. Το κριτήριο αυτό ταυτίζεται με την πολιτική διαχωριστική γραμμή που χάραξε η εξέγερση73: οι "κηρύξαντες την εκ της θρησκείας αδελφικήν ημών ενότητα"74 οικοδομούν ένα νέο κράτος με "τους χριστιανικούς νόμους οπού εσυστήσαμεν"75.

Ο "μη εθνικός" προσανατολισμός αυτού του Συντάγματος προκύπτει και από το ότι μεταξύ των 60 μελών της Συνέλευσης βρισκόταν και "ένας Αλβανός σύμμαχος"76

. Ενας δε από τους τρεις κύριους συντάκτες του Συντάγματος ο Ιταλός V.

Gallina77 αναγνωρίσθηκε μέλος "της ευτυχούς ταύτης Συνελεύσεως" καίτοι "απολιτογράφητος"78.

Πρέπει να σημειωθεί επίσης ότι οι γυναίκες παραμένουν αποκλεισμένες από τα πολιτικά δικαιώματα -σ' αυτό το Σύνταγμα σιωπηρά-, ότι η γλώσσα δεν θεωρείται κρίσιμη για την κτήση της ιθαγένειας και ότι στο Σύνταγμα αυτό -όπως και στα επόμενα- δεν περιλαμβάνονται ρυθμίσεις για τις εθνικές μειονότητες. Ηταν π.χ.

οι Ισραηλίτες και οι Αθίγγανοι Έλληνες πολίτες; Ποιο ήταν το status φτωχών μουσουλμάνων αγροτών που παρέμειναν στην Ελλάδα; Αυτά τα ερωτήματα δεν τίθενται στα συνταγματικά και πολιτικά κείμενα της περιόδου79, ούτε στην πρόσφατη ιστοριογραφία. Πρόκειται για μια σιωπή ενδεικτική για τα όρια της ελευθερίας και της πολιτικής ιδιότητας (και) στην Ελλάδα.

3.5. Ο εκλογικός νόμος του 1822 δεν αποκλίνει ούτε ορολογικά ούτε κατά περιεχόμενο από τα προαναφερθέντα κείμενα80. Ο "λαός" εκλέγει "εις έκαστον χωρίον" "κοινώς ευυπολήπτους άνδρας"81. Πρόκειται για τον ορισμό εκλεκτόρων, οι οποίοι σε δεύτερο βαθμό επιλέγουν τον "Παραστάτην"82 της επαρχίας στο Βουλευτικό Σώμα. Οι Παραστάτες πρέπει να λαμβάνονται "μεταξύ των εμφρονεστέρων και ηθικοτέρων" της επαρχίας. Ο αριθμός ψήφων κάθε εκλέκτορα εξαρτάται από "την ποσότητα των οικογενειών" που εκπροσωπεί83. Για τους εκλέκτορες δεν τίθενται ειδικές προϋποθέσεις, άρα αρκεί η ιδιότητα του "Ελληνος" σύμφωνα με το Σ 1822. Οι "Παραστάτες" έπρεπε να είναι "αυτόχθονες" ή να έχουν εγκατασταθεί προ πενταετίας στην επαρχία εκλογής και να διαθέτουν "ακίνητα κτήματα"84. Οι πολιτογραφηθέντες αποκτούν αυτομάτως το δικαίωμα του εκλέγεσθαι85.

Οι εκλογές συνιστούν τη βάση της δημοκρατικής οργάνωσης του κράτους/λαού/έθνους. Οι εκλογείς αποτελούν "γενικήν Συνέλευσιν του έθνους, διότι μόνον το έθνος έχει το δικαίωμα να αποφασίζει κατά την θέλησίν του την Διοίκησιν". Οι εκλεγόμενοι έχουν δε την εξουσία διαταγής, αλλά μόνον όσον διαρκεί η εντολή τους, δηλ. όσο "παρασταίνουν" το Έθνος86. Στη συνέχεια, όπως επισημαίνει μια γλωσσικά και πολιτικά εντυπωσιακή φράση, "γίνονται μερικοί άνθρωποι και προστάζονται"87.

Πιο σημαντικό από την έκφραση δημοκρατικών ιδεωδών σε αφηρημένο επίπεδο είναι το ότι ο εκλογικός νόμος του 1822 εισήγαγε στην Ελλάδα εξ αρχής της νομικής συγκρότησης το γενικό και έμμεσο εκλογικό δικαίωμα, χωρίς να αποδίδει σημασία, όπως ήταν σύνηθες στην Ευρώπη της εποχής εκείνης, στα κριτήρια του επαγέλματος, της περιουσίας και της μόρφωσης. Η πολιτική "ανοιχτότητα" θα σχετικοποιηθεί θεσμικά από τους αυστηρότερους όρους πολιτικής συμμετοχής για μη "αυτόχθονες" και από τις περιοριστικές προϋποθέσεις εκλογιμότητας που αντανακλούν νομικά το ότι στα νομοθετικά σώματα εκλέγονταν σχεδόν αποκλειστικά προεστοί, στρατιωτικοί ηγέτες και διανοούμενοι. Ούτε η νομική ούτε η πρακτική σχετικοποίηση αίρουν ωστόσο την πολιτική σημασία της εισαγωγής της άμεσης ψηφοφορίας.

3.6. Ενα σημαντικό βήμα στη διαδικασία ενοποίησης της χώρας υπό τον έλεγχο κεντρικής διοίκησης ήταν η απόφαση "να καταλυθώσιν (...) όλαι αι μερικαί Διοικήσεις" με Ψήφισμα του 182388. Αυτό το κείμενο εκφράζει την οικονομικά και ιδεολογικά προκύπτουσα τάση ενοποίησης ενός εδάφους κυριαρχίας ενάντια στα υπολείμματα του τοπικισμού89. Η ήττα των τοπικών κέντρων εξουσίας, δηλαδή η ήττα των προεστών ως τάξης και κοινωνικής λειτουργίας, ήταν αναντίστρεπτη. Οι διακυμάνσεις της ιστορίας, οι εμφύλιοι πόλεμοι και οι συχνές αλλαγές πολιτεύματος δεν θα διακόψουν τη διαδικασία οικοδόμησης ενός δημοκρατικού και ενιαίου εθνικού κράτους.

3.7. Το Σ 1823 εντάσσεται εξίσου στο σημασιολογικό πεδίο του συνταγματισμού

και προχωρεί στην κατεύθυνση της "εθνοποίησης". Το δεύτερο μέρος δεν διαλαμβάνει πλέον "περί των γενικών δικαιωμάτων των κατοίκων", αλλά "περί των πολιτικών δικαιωμάτων των Ελλήνων" και περιλαμβάνει έναν εκτενέστερο κατάλογο δικαιωμάτων. Ο ορισμός του "Ελληνος" παραμένει αμετάβλητος, ενώ οι "έξωθεν ελθόντες" δεν γίνονται αυτομάτως "Έλληνες". Πρέπει να έχουν "την Ελληνικήν φωνήν πάτριον", να πιστεύουν "εις Χριστόν" και να παρουσιασθούν στις τοπικές αρχές αιτούμενοι "να εγκαταριθμηθώσι δι'αυτής εις τους πολίτας Ελληνας"90. Στη συνέχεια ορίζεται ότι "όσοι έξωθεν ελθόντες κατοικήσωσιν ή παροικήσωσι εις την Επικράτειαν της Ελλάδος εισίν ίσοι με τους Ελληνας ενώπιον των νόμων" και απολαμβάνουν προστασίας της ιδιοκτησίας, τιμής και ασφάλειας91.

Ετσι διαμορφώνονται δύο κατηγορίες "έξωθεν ελθόντων". Εκείνοι που είναι "Έλληνες" με βάση τη γλώσσα και τη θρησκεία -και αποκτούν την ιδιότητα του πολίτη- και οι μόνιμοι κάτοικοι που απολαμβάνουν ισότητας αλλά στερούνται πολιτικών δικαιωμάτων. Οι ανήκοντες στη δεύτερη κατηγορία χαρακτηρίζονται στην παρ. 12 και ως "αλλοεθνείς", όρος που αντικαθιστά το "ξένοι" του πρώτου Συντάγματος και αποσαφηνίζει την ιδέα της εθνικότητας. Οι "αλλοεθνείς" μπορεί να πολιτογραφηθούν υπό την προϋπόθεση ότι διαμένουν στην Ελλάδα επί πενταετία χωρίς να έχουν διαπράξει ποινικό αδίκημα και έχουν αποκτήσει "ακίνητα κτήματα". Εναλλακτικές προϋποθέσεις είναι τα "μεγάλα ανδραγαθήματα" ή "αι σημαντικαί εκδουλεύσεις εις τας χρείας της Πατρίδος" σε συνδυασμό με τη "χρηστότητα των ηθών". Οι πολιτογραφούμενοι αποκτούν αμέσως τα δικαιώματα του Ελληνα πολίτη με εξαίρεση το δικαίωμα του εκλέγεσθαι που παρέχεται δέκα χρόνια μετά την πολιτογράφηση92.

Η σημαντικότερη αλλαγή αφορά τη θέσπιση του κριτηρίου της γλώσσας για τους ετερόχθονες, το οποίο προστίθεται στο κριτήριο της θρησκείας. Πρόκειται για έναν σαφέστερο "εθνοτικό" ορισμό του Ελληνα, ο οποίος δεν επηρεάζει ωστόσο το κατά βάση ισχύον ius soli: οι αυτόχθονες εξακολουθούν να αποκτούν την ιδιότητα του Ελληνα ανεξαρτήτως από την ομιλούμενη γλώσσα.

3.8. Το τρίτο ελληνικό Σύνταγμα που ψηφίσθηκε το 1827 θεωρείται στη βιβλιογραφία "υποδειγματικό"93 και ένα από τα πλέον δημοκρατικά και φιλελεύθερα της τότε Ευρώπης94. Για πρώτη φορά προσδιορίζονται ρητά η πηγή της συντακτικής εξουσίας και τα όρια της ελληνικής επικράτειας: "Επαρχίαι της Ελλάδος είναι, όσαι έλαβον και θα λάβωσι τα όπλα κατά της Οθωμανικής δυναστείας" -δηλαδή δυνητικά ολόκληρο το έδαφος της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας95. Η επικράτεια ορίζεται ως "μία και αδιαίρετος" και "η Κυριαρχία ενυπάρχει εις το Έθνος. Πάσα εξουσία πηγάζει εξ αυτού, και υπάρχει υπέρ αυτού"96.

Σε μια απολυταρχικά κυβερνώμενη Ευρώπη, το Σύνταγμα του 1827 ορίζει την πηγή της κρατικής εξουσίας (έθνος) και το σκοπό της (εθνικό συμφέρον). Πρόκειται για μια δημοκρατική "σαφήνεια", η οποία δεν έχει προηγούμενο ούτε στα Συντάγματα της Γαλλικής επανάστασης97. Η θεμελιώδης ιδέα του σύγχρονου συνταγματισμού βρίσκει εδώ τη θεσμική επικύρωσή της: ενότητα και κρατική-

θεσμική οργάνωση ενός έθνους ως αποκλειστικού φορέα της συντακτικής εξουσίας, η οποία εκφράζεται με ένα κείμενο ύψιστης τυπικής ισχύος: "οι παρόντες Συνταγματικοί νόμοι υπερισχύουν απ' όλους τους λοιπούς"98.

Υπό τον (νέο) τίτλο "Δημόσιον δίκαιον των Ελλήνων" ορίζονται στο 3ο κεφ. του Σ 1827 τα θεμελιώδη δικαιώματα. Αλλαγές διαπιστώνονται στον ορισμό των "Ελλήνων" που διακρίνονται στις εξής κατηγορίες99: α) "αυτόχθονες" Χριστιανοί, β) Χριστιανοί της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας που εγκαθίστανται στην Ελλάδα, γ)

όσοι "είναι γεννημένοι από πατέρα Ελληνα" (εννοείται προφανώς στο εξωτερικό), δ) πρώην Έλληνες πολίτες, οι οποίοι απέκτησαν αλλοδαπή ιθαγένεια, εάν οι ίδιοι ή οι απόγονοί τους εγκατασταθούν στην Ελλάδα "και ορκισθώσι τον Ελληνικόν όρκον", ε) "ξένοι" που θα πολιτογραφηθούν Έλληνες εάν παράσχουν "αποδείξεις αποχρώσας" ότι κατοικούν επί τριετία στην Ελλάδα, δεν έχουν καταδικασθεί ποινικά και διαθέτουν ακίνητη περιουσία ορισμένης αξίας100.

Οι πολιτογραφούμενοι αποκτούν αμέσως μετά την ορκοδοσία "όλα τα δικαιώματα του πολίτου". Επιφύλαξη νόμου τίθεται μόνον για το δικαίωμα του εκλέγεσθαι101.

Οσον αφορά το εκλογικό δικαίωμα, το Σ ορίζει απλώς ότι "οι Αντιπρόσωποι102

εκλέγονται από τον λαόν κατά τον περί εκλογής Νόμον"103.

Ισοι ενώπιον του νόμου είναι πλέον και οι "ξένοι" που κατοικούν στην Ελλάδα και ορισμένα συνταγματικά δικαιώματα κατοχυρώνονται για όλους ("καθείς", "έκαστος", "όλοι")104. Ο φιλελεύθερος χαρακτήρας αυτού του Συντάγματος τροποποιεί έτσι εν μέρει τον αποκλειστικό προσανατολισμό των προηγούμενων στους "πολίτες". Η απαγόρευση χορήγησης τίτλων ευγενείας από το ελληνικό κράτος συμβάλλει τέλος στην κατοχύρωση της γενικής ισότητας105,106.

Οσον αφορά τους ετερόχθονες το Σ 1827 εγκαταλείπει το κριτήριο της γλώσσας.

Σημαντική είναι η σύνδεση του ius soli με το ius sanguinis για άτομα που γεννήθηκαν στο εξωτερικό από πατέρα Ελληνα. Τέλος ο όρος αποδοχής των πολιτικών ιδανικών της επαναστατημένης Ελλάδας επιτείνεται με την πρόβλεψη δόσης του "ελληνικού όρκου" κατά τη διαδικασία πολιτογράφησης. Παρά την εμφανή "εθνικοποίηση", το ius soli παραμένει κυρίαρχο. Οπως επισήμανε ένα μέλος της Έθνοςυνέλευσης του 1844, ο ορισμός του Ελληνα στα επαναστατικά Συντάγματα περιλάμβανε "άπασαν την Ελληνικήν φυλήν, ως και αυτήν την Σλαβικήν και Αλβανικήν"107.

3.9. Η απόφαση του Κυβερνήτη Καποδίστρια για σύγκληση της Δ' Εθνικής Συνέλευσης108, ορίζει, σε συνδυασμό με μια Οδηγία109, τον τρόπο εκλογής των "πληρεξουσίων"110,111. Οι "εκλογείς" (δηλ. οι εκλέκτορες) "διορίζονται από τους πολίτας τους έχοντας δικαίωμα ψήφου" σε αριθμό ανάλογο με τον πληθυσμό κάθε περιφέρειας112. Σύμφωνα με την Οδηγία, εκλογικό δικαίωμα διέθεταν μόνον οι "αυτόχθονες Έλληνες"113. Ωστόσο ο περιορισμός δεν τηρήθηκε στην πράξη. Ετσι εκλέχθηκαν στην Εθνική Συνέλευση πενήντα πέντε ετερόχθονες προερχόμενοι από τη Βόρεια Ελλάδα και από Νησιά του Αιγαίου που ανήκαν στην Οθωμανική Αυτοκρατορία114. Η γενική και έμμεση ψηφοφορία θα διατηρηθεί μέσω αναφοράς στον εκλογικό νόμο του 1822115, που δείχνει ότι εξακολουθούσαν να ισχύουν και οι προϋποθέσεις "τοπικής σύνδεσης" των ετεροχθόνων.

Ενδιαφέρον εμφανίζει η διαδικασία των εκλογών που προβλέπεται στα κείμενα του 1829. Οι εκλογές διεξάγονται στην "πλέον ευρύχωρον εκκλησίαν του τόπου"

μετά από τη Λειτουργία της Κυριακής. Οι ψηφοφόροι συγκεντρώνονται γύρω από τον ιερέα, ο οποίος κρατά το Ευαγγέλιο, και ορκίζονται στο όνομα "της Παναγίας και Αδιαιρέτου Τριάδος" να ασκήσουν το δικαίωμά τους κατά συνείδηση και όχι σύμφωνα με κριτήρια φιλίας ή μίσους ή με βάση προσωπικά συμφέροντα116. η εκκλησιαστική τελετουργία και ο περιορισμός της ελευθερίας ψήφου μέσω του όρκου συνιστούν δύο στοιχεία μοναδικά στη συνταγματική ιστορία, τουλάχιστον όσον αφορά την Ελλάδα117. Αποτελούν δε μια ακραία μορφή "χριστιανοδημοκρατικής κατήχησης".

Οι εκλέκτορες ορίζουν τους "πληρεξουσίους" με ανάλογο τελετουργικό. Οι υποψήφιοι επιλέγονται από επιτροπή της εκλογικής συνέλευσης και πρέπει να είναι "πολίτες" που "διά την κατάστασίν των, την φρόνησίν των, την πίστιν των και τον πατριωτισμόν των, κρίνονται άξιοι της κοινής εμπιστοσύνης"118. Οι εκλέκτορες δίνουν θετική ή αρνητική ψήφο σε κάθε υποψήφιο. Οσοι συλλέξουν τις περισσότερες θετικές ψήφους "θέλουν είσθαι οι νόμιμοι πληρεξούσιοι της επαρχίας"119. Η διεξαγωγή των εκλογών κρίνεται ως "ουσιωδέστατο" θέμα120, διότι οι "πολίτες" απέκτησαν τα πολιτικά δικαιώματά τους "με την τιμήν του αίματός των"121. Η Ε' Εθνική Συνέλευση έκρινε αυτό το εκλογικό σύστημα ως συνάδον "με το της κυριαρχίας των λαών δικαίωμα"122.

4. Εμείς και οι Άλλοι. Ανεξαρτησία και υποταγή

Τι είναι όμως η "κυριαρχία των λαών"; H "Γ' των Ελλήνων Συνέλευσις" που ψήφισε το Σ 1827, συνέταξε την ημέρα περάτωσης των εργασιών της μια διακήρυξη στην οποία αναφερόταν το εξής: "Και αυταί αι γυναίκες πρέπει να δράμουν μεθ'υμών εις τον πόλεμον, να συμπολεμήσουν υπό τον προμαχώνα των στηθών μας, και τότε βέβαια θα νικήσωμεν"123. Επρόκειτο για μια διακήρυξη γεμάτη πάθος, αλλά άνευ συνεπειών, αφού κανείς δεν "σκέφτηκε" ότι οι γυναίκες θα μπορούσαν να είναι φορείς πολιτικών δικαιωμάτων. Χαρακτηριστικό στη διακήρυξη είναι άλλωστε το πρώτο πληθυντικό πρόσωπο: "μεθ' υμών", "των στηθών μας". Οι φορείς της συντακτικής εξουσίας, της κυριαρχίας του λαού, ήταν άντρες που μιλούσαν και δρούσαν ως το κυρίαρχο "εμείς", ως ολόκληρος ο λαός. Διαπιστώνουμε εδώ μια από τις αναρίθμητες εκδηλώσεις της ιστορίας αποκλεισμού των γυναικών από την πολιτική, από το σύνολο υποκειμένων του κοινωνικού συμβολαίου.

Ενα μήνα νωρίτερα η ίδια Έθνοςυνέλευση είχε συντάξει ένα συμβολικώς εξίσου αξιοσημείωτο ψήφισμα, δικαιολογώντας την ανάθεση του αξιώματος του Κυβερνήτη σε ένν πρώην Υπουργό του Τσάρου με την εξής φράση: "η υψηλή επιστήμη του κυβερνάν την Πολιτείαν (...), απαιτεί πολλήν πείραν και πολλά φώτα, τα οποία ο βάρβαρος Οθωμανός δεν επέτρεψε ποτέ εις τους Ελληνας". Ηταν έτσι αναγκαίο να κληθεί "από όλους τους πληρεξουσίους του Εθνους" ο Καποδίστριας, "ο κατά πράξιν και θεωρίαν Πολιτικός Ελλην" (sic) για να κυβερνήσει "κατά τον σκοπόν της πολιτικής κοινωνίας"124. Η πολιτική επαφίεται στος έμπειρους και φωτισμένους -και αυτό κατοχυρώνεται θεσμικά από την έμμεση εκλογή και τη θέση κριτηρίων καταλληλότητας για την εκπροσώπηση του έθνους. Στην περίπτωση της μετεπαναστατικής Ελλάδας ωστόσο, αυτό το "κλείσιμο" συνοδεύεται από ένα αξιοσημείωτο δημοκρατικό "άνοιγμα": από το εκλογικό δικαίωμα για όλους τους άνδρες. Δεν ήταν δυνατό να τεθεί και ο πλούτος ως κριτήριο αποκλεισμού μελών ενός λαού που μόλις είχε πραγματοποιήσει την επανάσταση.

Από τα προηγούμενα γίνεται σαφές ότι στα πρώτα χρόνια μετά την επανάσταση εκφράζονται στα θεσμικά κείμενα του ελληνικού κράτους οι βασικές ιδέες του Διαφωτισμού και το δημόσιο δίκαιο ακολουθεί εννοιολογικά αλλά και ορολογικά το συνταγματισμό γαλλικής επαναστατικής προέλευσης. Αυτό διαπίστωνε ο "πολιτικός"

Καποδίστριας όταν επέκρινε το Σ 1827 ως "περιέχον απάσας τας δημαγωγικάς αρχάς των επαναστατών του 1793 και του 1820 έτους"125.

5. "Οι ημέτεροι υπήκοοι"

Ο Όθωνας κλήθηκε το 1833 προκειμένου να κυβερνήση ως "Ηγεμών Κυρίαρχος της Ελλάδος"126. Ενα από τα πρώτα διατάγματα της αντιβασιλείας όριζε ότι "όλοι οι ημέτεροι υπήκοοι, οι νομίμου ηλικίας άρρενες, θέλουσι δώσει εις τον Βασιλέα όρκον"127. Το διάταγμα προέβλεπε την ορκοδοσία επί του Ευαγγελίου μετά τη Λειτουργία της Κυριακής και έχει ιδιαίτερη συμβολική σημασία. Οι εξεγερμένοι Έλληνες Πολίτες χαρακτηρίζονται πλέον ως "υπήκοοι" ενός "Ελέω Θεού Βασιλέως της Ελλάδος"128, που κυβερνά χωρίς Σύνταγμα129. Και δεν είναι παράδοξο ότι στις γυναίκες δεν αναγνωριζόταν καν το status του "υπηκόου".

Ενα χρόνο αργότερα ορίσθηκε διά νόμου ("απεφασίσαμεν και διατάττομεν") ο χωρισμός του Βασιλείου σε Δήμους130. Κάθε "υπήκοος του κράτους" έπρεπε να ανήκει, "αυτός και η οικογένειά του", σε ένα Δήμο. Το δικαίωμα εκλογής του δημοτικού συμβουλίου ανήκε στους άνδρες της κοινότητας, οι οποίοι "ζώντες ανεξαρτήτως" είχαν δώσει τον "όρκον της υποταγής"131. Η ψηφοφορία ήταν υποχρεωτική132, περίπτωση μοναδική στην εκλογική ιστορία του 19ου αιώνα133.

Οι δικαιούμενοι ψήφου διακρίνονταν σε κατηγορίες ανάλογα με το ύψος των άμεσων φόρων που κατέβαλαν στην κοινότητα. Με βάση ένα περίπλοκο σύστημα καθορίζονταν ένα ποσοστό εκλογέων που δικαιούνταν συμμετοχής στην εκλογική συνέλευση134. Ετσι αποκλείονταν απο τις εκλογές τα φτωχότερα στρώματα, κυρίως στις μεγαλύτερες πόλεις. Ολοι οι άνδρες διατηρούσαν ωστόσο το "παθητικό"

εκλογικό δικαίωμα (εκλέγεσθαι), δεδομένου ότι το ένα τρίτο του κοινοτικού

συμβουλίου μπορούσε να αποτελείται από εκλογείς που δεν είχαν δικαίωμα συμμετοχής στην εκλογική συνέλευση135.

Αυτή είναι η πρώτη φορά που το εκλογικό δικαίωμα διαμορφώνεται στην Ελλάδα τιμηματικά, δηλ. εξαρτάται -καίτοι εν μέρει μόνον- από το κριτήριο της περιουσίας των εκλογέων. Αντιστάθμισμα αυτού του περιορισμού αποτελεί το ότι -επίσης για πρώτη φορά- εισάγεται η άμεση ψηφοφορία για την εκλογή κρατικών οργάνων136. Σε κάθε περίπτωση πάντως η άμεση ψηφοφορία δεν είχε κάποια ευρύτερη δημοκρατική σημασία. Στα μέλη της κοινότητας απαγορευόταν πλήρως να αποφασίζουν σε γενικές συνελεύσεις για ζητήματα διοίκησης της κοινότητας137. Η άμεση δημοκρατία δεν γινόταν ανεκτή ούτε στις πιο "ανώδυνες"

μορφές της.

6. "... και την χάριν του Συντάγματος διαυγάσασαν του μέλλοντος της Ελλάδος τον ορίζοντα"

6.1. Ενδεικτικό για την πολιτική δυσαρέσκεια στα πρώτα χρόνια της απόλυτης μοναρχίας είναι ένα ψήφισμα του Δημοτικού Συμβουλίου Αθηνών το 1837. Τονίζει το αδιέξοδο της κατάστασης και την ανάγκη θέσπισης Συντάγματος, διότι έτσι οι "υπήκοοι" θα δεσμευθούν "προς τον Θρόνον με συνταγματικούς δεσμούς".

Ενδιαφέρον για το θέμα μας εμφανίζει η σκληρή κριτική που διατυπώνεται στους "ξένους", οι οποίοι επιβαρύνουν τον "Ελληνικό Λαό" με εσφαλμένα και άδικα μέτρα καθώς και η έκφραση της ελπίδας ότι στο μέλλον "Έλληνες Σύμβουλοι θέλουν περικυκλώνειν τον Θρόνον" με σεβασμό προς "Νόμους θεμελιώδεις" που ψήφισαν οι προηγούμενες εθνικές Συνελεύσεις και "μας συνένωσαν εις Έθνος"138. Πρόκειται για διατύπωση που θυμίζει έντονα την αναφορά του Βουλευτικού το 1823 στον "ιερόν οργανικόν νόμον, το κέντρον της ελληνικής ενώσεως"139. Εδώ μιλά ένα "έθνος" που δημιουργήθηκε από "Νόμους θεμελιώδεις", ένα έθνος πολιτών με νομική και πολιτική έννοια, το οποίο μπορεί να αναγνωρίσει και επιθυμεί να αποκλείσει τους "Ξένους", έχει δηλαδή ήδη διαμορφώσει την ταυτότητά του σε αντιπαράθεση προς τους "άλλους".

6.2. Το Σ 1844 έχει την άμεση πολιτική του προέλευση στην εξέγερση του λαού

και του στρατού των Αθηνών και σημαδεύει την αρχή της συνταγματικής μοναρχίας στην Ελλάδα140. Πρόκειται για το πρώτο Σύνταγμα που θα εφαρμοσθεί στη θεσμική πράξη και μάλιστα μετά από δεκαέξι χρόνια "απολυταρχίας"141 εκ μέρους του Κυβερνήτη, της Αντιβασιλείας και του Οθωνα. Ετσι γίνεται κατανοητή η "αγαλλίαση" που αισθάνθηκαν "οι πληρεξούσιοι και το περιιστάμενον πλήθος" στις 4 Μαρτίου 1844: όταν ο Βασιλιάς αποδέχθηκε δημοσίως το σχέδιο Συντάγματος της Συνέλευσης, οι παριστάμενοι "εσκίρτησαν πάντες υπό της χαράς, ιδόντες πεπληρωμένας του έθνους τας ευχάς και την χάριν του Συντάγματος διαυγάσασαν του μέλλοντος της Ελλάδος τον ορίζοντα"142.

Το Σ 1844 είναι νομικώς ένα Σύνταγμα-συνάλλαγμα που συνομολογήθηκε μεταξύ

του Βασιλιά και της Έθνοςυνέλευσης143 και το οποίο δεν θίγει τη μοναρχική αρχή144. Το τμήμα "Περί του δημοσίου δικαίου των Ελλήνων" περιλαμβάνει έναν κατάλογο θεμελιωδών δικαιωμάτων, ορισμένα από τα οποία αναγνωρίζονται μόνον σε "Ελληνας"145. Το ζήτημα της ιθαγένειας ρυθμίζεται λακωνικά: "Πολίται είναι όσοι απέκτησαν ή αποκτήσωσι τα χαρακτηριστικά του πολίτου κατά τους Νόμους του Κράτους"146. Εξίσου λακωνική είναι η ρύθμιση του εκλογικού δικαιώματος: "η Βουλή σύγκειται εκ Βουλευτών147, εκλεγομένων υπό των εχόντων δικαίωμα προς τούτο πολιτών"148.

Οι αμιγώς τυπικοί ορισμοί του Συντάγματος και η εξουσιοδότηση του νομοθέτη για συγκεκριμενοποίησή τους συνδέεται με το ότι οι εν λόγω όροι είχαν ήδη αποκτήσει σαφές περιεχόμενο και είχαν καταστεί κατά κάποιον τρόπο "αυτονόητοι"

στην ελληνική συνταγματική παράδοση. Πιο σημαντικό είναι ωστόσο το ότι τα μέλη της Έθνοςυνέλευσης δεν μπορούσαν να συμφωνήσουν σε κατά περιεχόμενο ορισμούς ενόσω δεν είχε δοθεί λύση στο λεγόμενο ζήτημα των ετεροχθόνων.

Ενώ στις προηγούμενες συντακτικές συνελεύσεις το ζήτημα είχε επιλυθεί εύκολα υπέρ της εξομοίωσης αυτοχθόνων και ετεροχθόνων, η Συνέλευση του 1843 διασπάται ήδη από την έναρξή της σε δύο παρατάξεις αναφορικά με τις προϋποθέσεις που πρέπει να πληρούν οι Έλληνες πολίτες προκειμένου να απολαμβάνουν όλων των ατομικών και πολιτικών δικαιωμάτων149. Το ερώτημα αν πρέπει να αναγνωρισθεί ίση μεταχείριση στους γεννημένους εκτός ελληνικής επικρατείας έκρυβε μνησικακίες εναντίον των "ξένων" που ιδίως στην περίοδο της "Βαυαροκρατίας"

είχαν αποκτήσει επίζηλα αξιώματα, καίτοι πολλοί από αυτούς δεν είχαν συμμετάσχει στην επανάσταση και εκτόπιζαν τον λεγόμενο "Ελληνα του Αγώνος".

Το ζήτημα θα δώσει αφορμή για να συζητηθεί αναλυτικά το ποιος είναι όντως "Ελληνας" και ποιος "ξένος". Η εθνοτική συνιστώσα του ελληνικού έθνους, το ζήτημα της εδαφικής επέκτασης150 και η ισότητα των πολιτών151 βρίσκονται στο κέντρο της συζήτησης. Το αποτέλεσμα των ψηφοφοριών που διεξήχθησαν επί περίπου πενήντα διαφορετικών προτάσεων για τους ετερόχθονες ήταν: α) ο αποκλεισμός από την Έθνοςυνέλευση ορισμένων "ετεροχθόνων" μελών της152, β) η έκδοση ψηφίσματος με συνταγματική ισχύ που προέβλεπε ότι οι ετερόχθονες που είχαν εγκατασταθεί στην Ελλάδα μετά το 1827 δεν δικαιούνταν να καταλαμβάνουν δημόσιες θέσεις για διάστημα δύο έως τεσσάρων ετών (ανάλογα με το χρόνο έλευσής τους) και απολύονταν από όσες τυχόν κατείχαν153, γ) η υπό περιορισμούς άσκηση πολιτικών δικαιωμάτων εκ μέρους των ετεροχθόνων.

6.3. Ο εκλογικός νόμος του 1844 που τέθηκε σε ισχύ ταυτόχρονα με το Σύνταγμα154 κρίθηκε ως "περισσότερον και του Συντάγματος ενδιαφέρον έργον"155

και "επαναστατικός" για την εποχή του156. Θεσπίζει για πρώτη φορά στην Ελλάδα την άμεση εκλογή των Βουλευτών157. Το δικαίωμα του εκλέγειν ανήκει πλέον σε όλους τους "εντός του Βασιλείου γεννηθέντας Ελληνας" καθώς και σε όσους απέκτησαν "το δικαίωμα του πολίτου". Περαιτέρω προϋπόθεση είναι να κατέχουν "ιδιοκτησίαν τινά" στην επαρχία εγκατάστασής τους ή να εξασκούν σ' αυτήν "οποιονδήποτε επάγγελμα ή ανεξάρτητον επιτήδευμα"158.

Αυτός ο νόμος ήταν ίσως "επαναστατικός" λόγω της θέσπισης άμεσης ψηφοφορίας.

Δεν πρέπει όμως να παραβλεφθεί ότι πρόκειται για τον πρώτο νόμο που εισάγει στην Ελλάδα περιουσιακούς και επαγγελματικούς περιορισμούς σχετικά με την εκλογή Βουλευτών. Οι προϋποθέσεις δεν είναι βεβαίως ιδιαίτερα αυστηρές και ο νόμος διατηρεί την αρχή της ισοδυναμίας της ψήφου, ανεξαρτήτως περιουσίας ή εν γένει "αξίας" του ψηφοφόρου. Οι περιορισμοί δείχνουν ωστόσο ότι το ένα τέταρτο αιώνα που χωρίζει το Σ 1844 από την επανάσταση του '21 ήταν αρκετό για να καταστήσει αποδεκτό τον πολιτικό αποκλεισμό των κοινωνικώς πλέον αδύναμων159.

Το εκλογικό δικαίωμα "αστικοποιείται", κάτι που αποτελεί ένδειξη "ομαλοποίησης" για ένα (αστικό) Βασίλειο μιας αστικής Ευρώπης160.

Τίθεται εδώ το νομικό ερώτημα ποια πρόσωπα αποκλείονταν με τον όρο άσκησης "ανεξάρτητης" εργασίας: μόνον οι υπηρέτες, οι μαθητευόμενοι και οι άεργοι, όπως υποστηρίχθηκε στις συζητήσεις της Έθνοςυνέλευσης161 και αναφέρεται στη θεωρία162 ή γενικώς οι μισθωτοί που είναι προφανώς "εξαρτημένοι"; Δεν διαθέτουμε στοιχεία για το τι συνέβη στην πράξη. Αν πάντως επικράτησε η πρώτη εκδοχή, αυτό δεν πρέπει να θεωρηθεί συνέπεια της διατύπωσης του νόμου, αλλά του ότι η παράδοση των επαναστατικών Συνταγμάτων σχετικά με το γενικό εκλογικό δικαίωμα ήταν πολύ ισχυρότερη από μια διάταξη νόμου163.

Το δικαίωμα του εκλέγεσθαι διαμορφώνεται με βάση μια επαναληπτική περιπτωσιολογία, η οποία ακολουθεί τις κατηγοριοποιήσεις του περί ετεροχθόνων ψηφίσματος164. Οι υποψήφιοι έπρεπε να διαθέτουν το δικαίωμα του εκλέγειν και είτε να είναι αυτόχθονες είτε να πληρούν μια από τις ακόλουθες προϋποθέσεις:

να έχουν εγκατασταθεί στην Ελλάδα μέχρι το τέλος της επανάστασης165 ή πάντως προ εξαετίας, να κατοικούν από τριετίας στην περιφέρεια εκλογής τους και να κατέχουν σ' αυτήν έγγεια ιδιοκτησία ορισμένης αξίας. Ετσι οι ετερόχθονες χωρίζονταν σε πολλαπλές κατηγορίες και έπρεπε να αποδεικνύουν τη διαρκή σύνδεση με τον τόπο εκλογής.

Τέλος ο εκλογικός νόμος σχετικοποίησε την πολιτική ισότητα με βάση το κριτήριο της μόρφωσης: στην ολιγάριθμη ομάδα των Καθηγητών Πανεπιστημίου παρεσχέθηκε το δικαίωμα να εκλέξει "ίδιον Βουλευτήν"166, τη στιγμή που το εκλογικό μέτρο ήταν 10.000 κάτοικοι167.

6.4. Καίτοι οι εκλογές που διεξήχθησαν ως το 1862 χαρακτηρίζονται ως "παρωδίες" λόγω της -συχνά βίαιης- παρέμβασης του κρατικού μηχανισμού168, το 1844 αρχίζει μια περίοδος εκδημοκρατισμού, αλλά και εθνικοποίησης του κράτους.

Οσον αφορά το τελευταίο, είναι ενδεικτική η έκβαση της διαμάχης των ετεροχθόνων. Η νίκη των "αυτοχθονιστών" δεν είχε ιδιαίτερο πρακτικό αντίκρυσμα, δεδομένου ότι ο αποκλεισμός των ετεροχθόνων ήταν χρονικά και ποσοτικά περιορισμένος. Η συμβολική πλευρά της νίκης είναι ωστόσο αξιοσημείωτη, δεδομένου ότι η αντιπαράθεση στη συντακτική συνέλευση οδήγησε στην επικύρωση του εθνοτικού καθορισμού του ελληνικού "έθνους". Δεν είναι πλέον επαρκής η ιδιότητα του "Χριστιανού": Έλληνες θεωρούνται οι παλαιόθεν εγκατεστημένοι στην ελληνική επικράτεια πληθυσμοί, οι οποίοι παρέμειναν σε αυτή μετά την Επανάσταση και μέσω της δράσης των -αποκλειστικά ελληνοφώνων- κρατικών μηχανισμών (σχολείο, στρατός, εκκλησία, διοίκηση) έγιναν "εθνικώς Έλληνες".

Σ' αυτό το πλαίσιο ορίσθηκε νομοθετικά ότι η ιθαγένεια του προσώπου εξαρτάται κατά βάση από εκείνη του πατέρα και προβλέφθηκε η προνομιακή μεταχείριση των "ομογενών" με θέσπιση ελαστικότερων προϋποθέσεων πολιτογράφησης169. Η Ελλάδα ακολουθεί πλέον σαφώς το εθνικό κριτήριο και κλείνεται σε σχέση με το εξωτερικό170.

7. "Εθνική Συντακτική Συνέλευσις"

7.1. "Ως κοινή δε απόφασις του Ελληνικού Εθνους ολοκλήρου κηρύττεται και ψηφίζεται: Η Βασιλεία του Οθωνος καταργείται (...). Εθνική Συντακτική Συνέλευσις171 καλείται αμέσως προς σύνταξιν της Πολιτείας και εκλογήν Ηγεμόνος. Ζήτω το Έθνος, Ζήτω η Πατρίς"172.

Μετά την εξέγερση του 1862 και την παραίτηση του Οθωνα, η εκ τριών "πολιτών"

(και όχι πλέον υπηκόοων!) αποτελούμενη Προσωρινή Κυβέρνηση173 καθόρισε με Ψήφισμα τη διαδικασία διεξαγωγής εκλογών για την Έθνοςυνέλευση. Το κείμενο επιβεβαίωσε την ισχύ του εκλογικού νόμου του 1844174 και εισήγαγε δύο σημαντικές μεταβολές. Η πρώτη αφορά την επέκταση του δικαιώματος ψήφου: "οι οπουδήποτε εκτός της Ελλάδος ευρισκόμενοι υπήκοοι Έλληνες" μπορούν να εκλέξουν στα κατά τόπους προξενεία έναν "πληρεξούσιο" και μάλιστα με εκλογικό μέτρο πολύ χαμηλότερο από το ισχύον για τις ελληνικές επαρχίες175. Η δεύτερη μεταβολή αφορά τον εκδημοκρατισμό του εκλογικού δικαιώματος με την άρση των διακρίσεων εις βάρος των ετεροχθόνων176. Αντιθέτως φαίνεται ότι διατηρήθηκαν σε ισχύ οι περιουσιακές και επαγγελματικές προϋποθέσεις που έθετε ο νόμος του 1844 στην άσκηση του δικαιώματος του εκλέγειν, δεδομένου ότι το Ψήφισμα δεν προέβλεψε την κατάργησή τους.

"Η ενότης της εθνικής κυριαρχίας κείται νυν εν τη εθνική δυνάμει της Έθνοςυνελεύσεως"177. Εχουμε εδώ την οριστική αναγνώριση του συνταγματισμού

στην Ελλάδα. Ο Λαός αυτοχαρακτηρίζεται ως αποκλειστικός φορέας της κυριαρχίας και ως μόνη πηγή της συντακτικής εξουσίας178, καθιστώντας σαφές το δημοκρατικό θεμέλιο του Συντάγματος. Δεν πρέπει ωστόσο να παραγνωρισθεί ότι αυτή η προγραμματική φράση περιέχει μια τριττή αναφορά στο "εθνικόν". Ο τονισμός της "εθνικής" διάστασης είναι ενδεικτικός για τους προσανατολισμούς της πολιτικής ηγεσίας στην εποχή του επεκτατισμού της "Μεγάλης Ιδέας"179.

7.2. Το "πολιτικόν Σύνταγμα"180 του 1864 είναι το τελευταίο που θεσπίζεται στον 19ο αιώνα. Ως προς τα θεμελιώδη δικαιώματα υιοθετούνται οι ρυθμίσεις του Σ 1844181. Το ίδιο ισχύει για τον προσδιορισμό του πολίτη που επαφίεται στις νομοθετικές ρυθμίσεις182. Οσον αφορά την εκλογή των "Βουλευτών", το Σύνταγμα εγγυάται τη διεξαγωγή "αμέσου, καθολικής και μυστικής δια σφαιριδίων ψηφοφορίας". Το ποιοι "πολίτες" έχουν το σχετικό δικαίωμα επαφίεται επίσης σε νομοθετική ρύθμιση183. Σε ένα σταθεροποιημένο κράτος το ζήτημα της ιθαγένειας μπορεί να ρυθμισθεί από τους κοινούς νόμους που βασίζονται πλέον στο ius

sanguinis.

Οι προϋποθέσεις εκλογιμότητας καθορίζονται αντιθέτως από το ίδιο το Σύνταγμα. Οι υποψήφιοι πρέπει να είναι εγκατεστημένοι τουλάχιστον από διετίας στην επαρχία εκλογής τους184. Ας σημειωθεί επίσης ότι ο εκλογικός νόμος που τέθηκε σε ισχύ τέσσερις ημέρες μετά το Σύνταγμα185 θέσπισε ως όριο ηλικίας για την άσκηση του εκλογικού δικαιώματος το εικοστό πρώτο έτος, προβαίνοντας σε περαιτέρω διεύρυνση του πολιτικού σώματος, δεδομένου ότι με βάση τους προηγούμενους νόμους το όριο ηλικίας κυμαινόταν μεταξύ των 25 και των 30 ετών.

Παράλληλα με την ελληνική ιθαγένεια παρέμεινε ως προϋπόθεση του εκλέγειν το να κατέχουν οι εκλογείς "ιδιοκτησίαν τινά" ή να ασκούν "οιονδήποτε επάγγελμα ή επιτήδευμα". Η εργασία δεν έπρεπε να είναι πλέον "ανεξάρτητη", με συνέπεια την αναμφίβολη πλέον ένταξη των (ανδρών) μισθωτών εργαζομένων στον "ενεργό" λαό186. Προϋπόθεση του εκλέγεσθαι παρέμεινε το να κατέχει ο υποψήφιος "ακίνητον τινά ιδιοκτησίαν" στην επαρχία εκλογής187. Δίπλα στον πλήρη αποκλεισμό των γυναικών188 εξακολουθούσαν συνεπώς να υπάρχουν άλλες κατηγορίες "μη πλήρων"

πολιτών189.

7.3. Ο εκλογικός νόμος του 1877 κατήργησε τις προϋποθέσεις επαγγέλματος και περιουσίας καθώς και την ανάγκη σύνδεσης με την επαρχία εκλογής190. Οι άνδρες υπήκοοι δικαιούνταν πλέον να ασκούν τα πολιτικά τους δικαιώματα σε ολόκληρη την επικράτεια. Σε διάστημα ενός αιώνα, τη θέση ενός "ασιατικού" συστήματος κυριαρχίας έλαβε στην Ελλάδα μια συνταγματικά οργανωμένη αστική κρατική εξουσία και ένας εθνικά καθορισμένος λαός. Οι επίσημοι φορείς της οικονομικής διαδικασίας -οι ενήλικοι άνδρες- μπορούσαν να συμμετέχουν στη διαδικασία διαμόρφωσης της πολιτικής βούλησης στη βάση απόλυτης ισότητας. Ο εκλογικός νόμος του 1877 συνιστά έτσι την πολιτικονομική ολοκλήρωση της διαδικασίας του ελληνικού διαφωτισμού που κορυφώθηκε πολιτικά στην Επανάσταση. η προαναφερθείσα "προφητεία" του Υψηλάντη για τους "άνδρες Έλληνες" εκπληρώθηκε στο ακέραιο.

8. "Εν έθνος Γραικογάλλοι"191. Η Γαλλία στην Ελλάδα

Η επιρροή των ιδεών και του νομοθετικού έργου της γαλλικής επανάστασης στην ιστορία του ελληνικού δικαίου έχει μελετηθεί εξαντλητικά192. Θα περιορισθούμε εδώ σε ορισμένες παρατηρήσεις.

8.1. Η επιρροή είναι άμεση και προφανής, διότι οι δύο χώρες εξελίσσονται στο κοινό πολιτικό πεδίο του διαφωτισμού και επιτυγχάνουν την άμεση μετάβαση στο καθεστώς της λαϊκής κυριαρχίας με τη βίαιη και πλήρη κατάργηση του "παλαιού

καθεστώτος". Κάτι αντίστοιχο δεν συνέβη σε άλλες χώρες, όπως π.χ. η Αγγλία, όπου επήλθε σταδιακή προσαρμογή στις απαιτήσεις μιας αστικής κοινωνίας ή στη Γερμανία, όπου ο νομικός εξαστισμός προέκυψε από την επιβολή των ναπολεόντειων Συνταγμάτων και της γαλλικής Χάρτας του 1814 και δεν υπήρξε νέα "θεμελίωση της κυριαρχίας"193. Ετσι η γαλλική επιρροή στην Ελλάδα πρέπει να αποδοθεί σε αντικειμενικές ομοιότητες της ιστορικής κατάστασης194, ιδίως δε στην πολιτική βαρύτητα που απέκτησαν οι λαϊκές τάξεις λόγω της ένοπλης εξέγερσης195 και όχι σε μιμήσεις συνταγματικών κειμένων ή στην εν ευρεία εννοία μεταφραστική δραστηριότητα διανοουμένων196. Αλλωστε μια συγκριτική ανάγνωση δείχνει ότι τα ελληνικά Συντάγματα της επαναστατικής περιόδου δεν λαμβάνουν ως πρότυπο κάποιο γαλλικό Σύνταγμα όσον αφορά τη διατύπωση και τις συγκεκριμένες ρυθμίσεις197.

Καίτοι στην Ελλάδα διαπιστώνεται μια ίδια δυναμική της πολιτικής συγκρότησης, με αποτέλεσμα τα πρώτα Συντάγματα να αποτελούν έργο ενός επαναστατημένου λαού, η πηγή τους είναι προφανής. Στα Συντάγματα αυτά συναντούμε "όλας σχεδόν τας συνταγματικάς ιδέας και αρχάς της Γαλλικής Επαναστάσεως"198, όπως είχε επισημάνει και ο Καποδίστριας: λαϊκή κυριαρχία, αντιπροσωπευτική δημοκρατία, διάκριση των εξουσιών, δικαιώματα του ανθρώπου και του πολίτη, ήτοι τις αρχές που εκφράσθηκαν στη Διακήρυξη του 1789 και κατοχυρώθηκαν στα πρώτα γαλλικά Συντάγματα. Παρεπόμενο αποτελεί η υιοθέτηση της ορολογίας του γαλλικού συνταγματισμού, π.χ. με τον όρο "παραστάτες" που αποτελεί σχεδόν κατά λέξη μετάφραση του όρου "representants"199.

Τα ελληνικά Συντάγματα έχουν συνεπώς την προέλευσή τους στη γαλλική Επανάσταση με την έννοια ότι στις τρεις δεκαετίες που χωρίζουν τις δύο επαναστάσεις οι εξεγερμένοι Έλληνες αφομοίωσαν πολιτικά τις γαλλικές "ιδέες".

8.2. Οσον αφορά τα ζητήματα που μας απασχολούν εδώ, μπορούμε να διαπιστώσουμε, πέρα από την υιοθέτηση του "πνεύματος" πολλών ρυθμίσεων (ιδίως όσον αφορά τα θεμελιώδη δικαιώματα), την άμεση λήψη διατάξεων από γαλλικά συντακτικά κείμενα. Ετσι π.χ. οι ρυθμίσεις για την ισότητα των πολιτών ενώπιον του νόμου και την άμεση πρόσβαση σε δημόσιες θέσεις στο Σ 1822 έχουν ληφθεί άμεσα από τη Διακήρυξη του 1789 (άρθρο 6)200. Το ίδιο ισχύει για τη διάταξη του Σ 1822 ότι τα φορολογικά βάρη πρέπει να ρυθμίζονται δια νόμου και να κατανέμονται με δίκαιο τρόπο201.

Ενα κοινό σημείο των δύο παραδόσεων είναι η "εξαιρετικά φτωχή σύλληψη της ιδιότητας του πολίτη", η οποία εκφράζεται με τη θέσπιση μιας αποκλειστικώς αντιπροσωπευτικής δημοκρατίας202 και η έμμεση εκλογή των πολιτικών αντιπροσώπων. Τα επαναστατικά Συντάγματα της Ελλάδας είναι, ως προς το εκλογικό δικαίωμα, πολύ δημοκρατικότερα των γαλλικών203, δεδομένου ότι δεν θεσπίζουν αποκλεισμούς με βάση το επάγγελμα ή την περιουσία204. Ωστόσο κανένα ελληνικό Σ δεν εγγίζει τη δημοκρατική ευρύτητα του γαλλ. Σ 1793, το οποίο θέσπισε ένα γενικό (και ως προς τη νομοθετική εξουσία άμεσο) εκλογικό δικαίωμα για όλους ουσιαστικά τους άρρενες κατοίκους της Γαλλίας άνω των 21 ετών205.

Μεγάλη σημασία εμφανίζει τέλος η υιοθέτηση των ορισμών του γαλλ. Σ 1791 για την εθνική κυριαρχία και την εδαφική ενότητα/ακεραιότητα της χώρας206 από το ελλ. Σ 1827.

Το μοναρχικό Σ 1844 είχε αντιθέτως δύο άμεσα πρότυπα: τη γαλλική Χάρτα του 1814, στην αναθεωρημένη μορφή του 1830, και το βελγικό Σ 1831, το οποίο επίσης εμφανίζει έντονες επιρροές από τη γαλλική Χάρτα. Οι περισσότερες διατάξεις του Σ 1844 αποτελούν προσαρμογή διατάξεων αυτών των κειμένων207, κάτι που ερμηνεύει το γεγονός της ταχύτατης ψήφισής του, συχνά χωρίς συζήτηση των επιμέρους διατάξεων. Η ιδιαίτερη θεσμική εισφορά της συντακτικής Συνέλευσης του 1843/44 εντοπίζεται στη συζήτηση περί ετεροχθόνων (παγίωση αρχών για το ζήτημα της "εθνικής ταυτότητας" των Ελλήνων) και στη θέσπιση ενός σχεδόν καθολικού και απολύτως άμεσου εκλογικού δικαιώματος, σε αντίθεση με τους ευρείς αποκλεισμούς από την ιδιότητα του ενεργού πολίτη που προβλέπονταν στο γαλλικό και βελγικό πρότυπο208.

Τέλος το ελλ. Σ 1864 βασίζεται σε μεγάλο βαθμό στην ήδη παγιωμένη γαλλοβελγική παράδοση, δηλ. στο Σ 1844. Μια άμεση επιρροή από το βελγικό ς 1831 εντοπίζεται στις διατάξεις για τη λαϊκή κυριαρχία και τη θεσμική θέση του Βασιλέως "των Ελλήνων" ως κρατικού οργάνου209.

8.3. Πιο ενδιαφέρουσες είναι ίσως οι αποκλίσεις από τα γαλλικά συνταγματικά κείμενα, οι οποίες δείχνουν τις ιδιαιτερότητες της ελληνικής πολιτικής κατάστασης. Η βασική διαφορά συνδέεται με τους φορείς των δικαιωμάτων του ανθρώπου και του πολίτη. Στις γαλλικές Διακηρύξεις τα περισσότερα δικαιώματα χαρακτηρίζονται ως "ανθρώπινα", ήτοι καθολικά210. Στην Ελλάδα παρεσχέθησαν αρχικά δικαιώματα μόνον στους Έλληνες πολίτες και απαιτήθηκε μια μακρόχρονη εξέλιξη προκειμένου να αναγνωρισθούν στοιχειώδη δικαιώματα σε όλους τους κατοίκους211.

Η διαφορά επιτείνεται εάν ληφθεί υπόψη ότι τα επαναστατικά ελλ. Σ ρυθμίζουν το ζήτημα της ιδιότητας του πολίτη με βάση τη θρησκεία (και σε ορισμένες περιπτώσεις με βάση τη γλώσσα και την καταγωγή του πατέρα), προβαίνοντας στη θέσπιση διαδοχικών περιορισμών, οι οποίοι θα οδηγήσουν και στη δυσμενή διάκριση μιας ομάδας Ελλήνων πολιτών, των ετεροχθόνων. Στη Γαλλία αντίθετα ισχύει εξ αρχής το "δίκαιο του εδάφους" ως αποκλειστικό κριτήριο για την απόκτηση ιθαγένειας212.

Η ιδιαίτερη σημασία του "εθνικού στοιχείου" στην Ελλάδα μπορεί να ερμηνευθεί με το ότι το ελληνικό κράτος προέκυψε από έναν πόλεμο εθνικής ανεξαρτησίας.

Πολιτικό φορέα του νέου κράτους συνιστούσε μια συμμαχία Χριστιανών που είχε ως κύριο εχθρό ένα μουσουλμανικό κράτος. Αυτή η συγκρότηση του πολιτικού

υποκειμένου συγκάλυπτε τον ταξικό χαρακτήρα της επαναστατικής διαδικασίας και πάντως τον καθιστούσε πολιτικώς δευτερεύοντα213.

Αυτή η θέση μπορεί να θεωρηθεί αμιγώς ιδεολογική από την οπτική της κοινωνιολογικής έρευνας. Είναι ωστόσο ορθή στο επίπεδο διαμόρφωσης των συνταγματικών εννοιών και ρυθμίσεων. Αυτό προκύπτει από τη σύγκριση με την επαναστατική Γαλλία, όπου η αντιπαράθεση δομήθηκε σαφώς σε κριτήρια ταξικής ένταξης και πολιτικής τοποθέτησης απέναντι στους ακραίους πόλους του "παλαιού

καθεστώτος" και του επαναστατικού εξισωτισμού (καίτοι τα κριτήρια ήταν, όπως πάντοτε, ρευστά). Συνέπεια της άμεσης ταξικότητας και πολιτικότητας της επανάστασης ήταν το ότι τα γαλλικά Συντάγματα όριζαν το λαό ως σύνολο των εκάστοτε πολιτών/κατοίκων χωρίς τη διάκριση (με τις δύο έννοιες του όρου) ενός "κρατικού εχθρού" με διαφορετική εθνική ή κρατική ταυτότητα214. Η δυνητικά κοσμοπολιτική διάσταση στον πολιτικό Λόγο και στις νομικές ρυθμίσεις της Γαλλίας215 -τουλάχιστον στα πρώτα χρόνια μετά την Επανάσταση216- απουσίαζε πλήρως στην Ελλάδα.

9. "Του εκ της συνταγματικής Βυτεμβέργης περιωνύμου Μόλου". Απαρχές της ελληνογερμανικής θεωρίας

9.1. Στην Ελλάδα του 19ου αιώνα οι λεγόμενες πνευματικές επιστήμες δομήθηκαν γύρω από την απόδειξη της ύπαρξης ενός ενιαίου ελληνικού έθνους με τρισχιλιετή ιστορία. Αυτός ο εθνικιστικός "αποδεικτικός αγών" γνώρισε μια σημαντική εξαίρεση. Η πολιτική του δικαίου και η νομική θεωρία προσανατολίζονται από την αρχή και παγίως σε δυτικοευρωπαϊκά πρότυπα217. Η νοσταλγία για το αρχαιοελληνικό δίκαιο και οι προτάσεις για υιοθέτηση ενός -περισσότερου υποτιθέμενου παρά αποδεδειγμένου- εθιμικού δικαίου των "ελληνικών κοινοτήτων"

θα παραμείνουν περιθωριακές και χωρίς πρακτικές συνέπειες218. Η συζήτηση για το εάν η Ελλάδα ανήκει πολιτιστικά και πολιτικά στην Ανατολή ή στη Δύση (και πάντως σε ποια πρότυπα πρέπει να προσανατολισθεί)219, συνεχίζεται με ιδιαίτερο πάθος ως το τέλος του 19ου αιώνα και σημαδεύεται από διαρκείς πολεμικές εναντίον της γαλλικής επανάστασης και των "γελοίων ψευδοφιλοσόφων" της220.

Αυτή η συζήτηση ποτέ δεν απασχόλησε ωστόσο σοβαρά όσους εργάζονταν για την πολιτική οργάνωση και τη νομοθέτηση. Πρόκειται για εξαίρεση που συνδέεται με την προαναφερθείσα ανάγκη δημιουργίας όρων για τη λειτουργία μιας αστικής κοινωνίας, η οποία δεν επέτρεπε την πολυτέλεια αναφορών σε "γνήσια ελληνικότητα" και στα παρόμοια221.

Στις δεκαετίες του 1820 και 1839 εκδίδονται έργα δημοσίου δικαίου και πολιτικής φιλοσοφίας που παρουσιάζουν αρχές του "φυσικού δικαίου" χωρίς αναφορά σε συγκεκριμένη συνταγματική τάξη222, καθώς και μεταφράσεις γαλλικών έργων για τη θεωρία του κράτους και της πολιτικής. Σ' αυτά εντάσσεται η μετάφραση του "Contrat social" του Rousseau το 1818, του "Commentaire sur

l'Esprit des Lois de Montesquieu" του Destutt de Tracy το 1819 καθώς και διαφόρων "πολιτικών κατηχήσεων"223. Το 1837 εκδίδεται μια νομική εφημερίδα και μέχρι το τέλος του αιώνα θα ακολουθήσουν περίπου δεκαπέντε άλλες224. Το 1837

ιδρύεται το "Πανεπιστήμιον Οθωνος" στην Αθήνα. Η νομική σχολή του έχει ιδιαίτερη βαρύτητα και θα αποτελέσει το βασικό κέντρο παραγωγής νομικής θεωρίας στη Ελλάδα225. Ας σημειωθεί τέλος ότι το αργότερο από το 1838

διδάσκεται στην Ελλάδα γαλλικό αστικό δίκαιο226.

Η επιρροή της γερμανικής νομικής θεωρίας εντείνεται από την παρουσία των Βαυαρών στην Ελλάδα. Εκδηλώνεται με τη μετάφραση γερμανικών νομικών πραγματειών227 και θα ενταθεί με τη μετάβαση πολλών νομικών για σπουδές στη Γερμανία στο δεύτερο μισό του αιώνα228. Σε αντίθεση ωστόσο με άλλους τομείς δικαίου (ιδίως το αστικό και το ποινικό229), η γερμανική θεωρία δεν θα έχει αρχικά σημαντική επιρροή στο πεδίο του δημοσίου δικαίου.

9.2. Εδώ τίθεται το πρόβλημα του τρόπου πραγμάτευσης των επιρροών στη θεωρία. Πιστεύουμε ότι οι επιρροές μπορεί να αναζητηθούν και να αναλυθούν μόνον εάν προσδιορισθεί θεωρητικά ο "τόπος" ορισμένου συγγραφέα ή σχολής, δηλ.

εάν γνωρίζουμε εκ των προτέρων τον τρόπο ένταξης τους σε ευρύτερες παραδόσεις. Δεν έχει πράγματι νόημα να μελετηθούν όλοι οι συγγραφείς που χρησιμοποιήθηκαν ως πηγές ενός έργου (πόσον μάλλον όλες οι αναγνώσεις, τα "ακούσματα" και οι έμμεσες επιρροές) ούτε βεβαίως μπορεί να θεωρηθεί ως επιρροή η απλή αναφορά εργασιών σε υποσημειώσεις.

Οι πραγματείες συνταγματικού δικαίου του Ι. Αραβαντινού230 και του Ν. Ν.

Σαρίπολου231 στις αρχές του 20ου αιώνα δείχνουν μια οδό επίλυσης του προβλήματος των επιρροών. Ο γερμανικός δημοσιοδικαιικός θετικισμός αποτελεί άξονα αναφοράς των αναλύσεών τους ως προς τις μεθόδους και τις υποστηριζόμενες θεωρίες. Αυτοί οι δύο συγγραφείς είναι ωστόσο γνώστες του συνταγματικού

δικαίου και της θεωρίας του κράτους πολλών χωρών, με αποτέλεσμα τα έργα τους να κινούνται στα πλαίσια της παγκόσμιας συνταγματικής παράδοσης. Οι πλέον ποικίλες και ποικίλης προέλευσης νομικές ρυθμίσεις καθώς και συγγραφείς από πληθώρα χωρών αναφέρονται με σκοπό την πλήρη έκθεση της δημοσιοδικαιικής προβληματικής. Ο αναγνώστης αποκομίζει την εντύπωση ότι ουσιαστικό αντικείμενο της πραγμάτευσης δεν είναι ούτε το ελληνικό ούτε το συγκριτικό συνταγματικό δίκαιο, αλλά μια παγκόσμια συνταγματική θεωρία υπό το πρίσμα του διαφωτισμού, της δημοκρατικής ιδέας και της νομικής εννοιολογικής εργασίας σε γερμανικά πρότυπα.

Η διεθνής θεωρητική παραγωγή παρέχει ιδέες και εργαλεία για την πραγμάτευση συγκεκριμένων ερμηνευτικών προβλημάτων, συνιστώντας μια γενική θεωρία του συνταγματικού δικαίου που δεν περιορίζεται σε μια εισαγωγή, αλλά καταλαμβάνει το μεγαλύτερο μέρος των έργων, ιδίως στον Ν. Ν. Σαρίπολο. Το μόνο "όριο"

τίθεται από τις γλώσσες και τις πηγές που είναι προσιτές σε κάθε συγγραφέα. Αν δηλαδή από τα εν λόγω έργα απουσιάζουν τμήματα της ξένης βιβλιογραφίας και αγνοούνται ρυθμίσεις "εξωτικών χωρών", αυτό δεν οφείλεται σε μεθοδολογική επιλογή, αλλά απλά και μόνον σε υλικούς περιορισμούς. Εχουμε έτσι μια ενασχόληση με το συνταγματικό δίκαιο σε παγκόσμια ή "κοσμονομική" προοπτική:

εθνική είναι μόνον η αφορμή και το άμεσο αντικείμενο.

Αντικείμενο της έρευνας επιρροών πρέπει να είναι συνεπώς ο τρόπος ένταξης ενός συγγραφέα σε αυτή την κοινή παράδοση, η μεθοδολογική και ιδεολογικοπολιτική "γραμμή" που επιλέγει καθώς και το σε ποιες χώρες στρέφεται κατά την αναζήτηση υλικού. Οι Ι. Αραβαντινός και Ν. Ν. Σαρίπολος ερμήνευσαν στις αρχές του 20ου αιώνα το "γαλλικό" πνεύμα των ελληνικών Συνταγμάτων με βάση την "αυστηρή" (θετικιστική) μέθοδο της γερμανικής θεωρίας232. Τι συνέβη ωστόσο στο 19ο αιώνα;

9.3. Η ελληνική παραγωγή του 19ου αιώνα στο πεδίο του δημόσιου δικαίου έχει "μελαγχολικά χαρακτηριστικά" όσον αφορά την ποιότητά της233. Οι συγκριτικές αναφορές είναι διαρκείς, ωστόσο η βιβλιογραφία είναι περιορισμένη και οι αναλύσεις στερούνται αυστηρότητας και αυθεντικότητας. Τα "γαλλοελληνικά"

Συντάγματα καθορίζουν τον προσανατολισμό των Ελλήνων δημοσιολόγων και κυριαρχούν οι αναφορές σε έργα φιλελεύθερων αστών δημοσιολόγων, φιλοσόφων και οικονομολόγων από τη Γαλλία (και δευτερευόντως από την Αγγλία) σε σύνδεση με αρχαίους Έλληνες φιλοσόφους234. Χαρακτηριστικό των ελληνικών συνταγματικών έργων του 19ου αιώνα είναι οι εκτενέστατες εισαγωγές στη γενική θεωρία του κράτους και στην πολιτική φιλοσοφία, οι οποίες ακολουθούνται από την ανάλυση συγκεκριμένων συνταγματικών διατάξεων235. Ενα δεύτερο ειδοποιό στοιχείο είναι ο αφαιρετικός (ή και κάπως αφελής) τρόπος έκθεσης, δεδομένου ότι οι πολιτικές αντιπαραθέσεις της εποχής, η δράση των κρατικών οργάνων και η ιστορικότητα των Συνταγμάτων δεν λαμβάνονται υπόψη: το συνταγματικό δίκαιο φαίνεται να κυμαίνεται μεταξύ φιλοσοφίας και ισχύοντος δικαίου, να είναι περισσότερο ηθικοφιλοσοφικό και γενικό παρά πολιτικονομικό και συγκεκριμένο.

9.4. Ο δημοσιευθείς το 1848 Ιππόδαμος του Ν. Παππαδούκα αποτελεί την πρώτη ελληνική μελέτη, η οποία πραγματεύεται συστηματικά ένα ισχύον Σύνταγμα, το Σ 1844. Πρόκειται για σχόλιο των συνταγματικών διατάξεων περίπου 250

σελίδων, το οποίο συχνά δεν υπερβαίνει την απλή παράφραση. Σημεία αναφοράς αποτελούν τα γαλλικά Συντάγματα, το βελγικό Σ 1831 καθώς και η σχετική βιβλιογραφία (συνήθως χωρίς συγκεκριμένες αναφορές σε συγγραφείς και έργα). ο σχολιασμός συνοδεύεται από την έκθεση των πολιτικών ιδεών που θεωρείται ότι βρίσκονται στη βάση των συνταγματικών διατάξεων. Χαρακτηριστική για την πολιτική φιλοσοφία του συγγραφέα είναι η φράση: "ο λαός έγεινεν ανήρ, διεκδίκησε τα δικαιώματά του και τα κατέγραψεν εις το σύνταγμα" κάτι που οδήγησε στην "ισότητα μεταξύ των πολιτών"236. Ενδεικτικό για το έργο, αλλά και για τον τρόπο θεωρητικής ενασχόλησης με το δίκαιο σε μια χώρα χωρίς νομική παράδοση είναι το ότι απόψεις και δικαστικές αποφάσεις από τη Γαλλία παρουσιάζονται ως ισχύον δίκαιο στην Ελλάδα237.

Μεταξύ των αντιλήψεων του συγγραφέα πρέπει να επισημανθεί η οξεία κριτική στο στην "ολεθρία" "πάνδημο ψηφοφορία", η οποία "υπηρετεί θαυμασίως τον δεσποτισμόν και την αναρχίαν"238. Αυτή η κριτική σε μια θεμελιώδη επιλογή του συντακτικού έργου του 1844 στηρίζεται σε αναφορές συγκριτικού δικαίου239 και δείχνει τον πολιτικό προσανατολισμό του συγγραφέα, αλλά και την τάση της τότε συνταγματικής θεωρίας να αποδίδει στην ευρωπαϊκή παράδοση μεγαλύτερη "ισχύ"

απ' ό,τι στις συνταγματικές διατάξεις. Για τον Παππαδούκα δε η ευρωπαϊκή παράδοση περιορίζεται ουσιαστικά στις θεωρίες περί φυσικού δικαίου και στους φιλελεύθερους-αστούς διανοητές της Γαλλίας: ενάντια στο "δεσποτισμό" του παλαιού καθεστώτος και στην "αναρχία" μιας ενδεχόμενης λαϊκής εξουσίας.

9.5. Ο Ν. Ι. Σαρίπολος, ένας "ετερόχθων" από την Κύπρο με σπουδές στη Γαλλία, θα διορισθεί ως πρώτος καθηγητής συνταγματικού δικαίου στο Πανεπιστήμιο Αθηνών και θα εκλεγεί επανειλημμένα βουλευτής240. Στην Πραγματεία που εκδίδει το 1851241 ο Σαρίπολος αντιλαμβάνεται το "έθνος"

ως πολιτική έννοια: πρόκειται για το σύνολο των πολιτών, οι οποίοι είναι φορείς της κυριαρχίας και δεσμεύονται από νόμους που οι ίδιοι θέσπισαν242. ο "λαός" έχει αντίθετα εθνοτική σημασία, καίτοι ο συγγραφέας επισημαίνει ότι το ιδανικό είναι η ταύτιση "λαού" και "έθνους"243. Ετσι υιοθετείται στο έργο η ορολογική και πολιτική παράδοση των πρώτων ελληνικών Συνταγμάτων ως προς αυτές τις έννοιες244.

Ο Ν. Ι. Σαρίπολος είναι υποστηρικτής της επιλεκτικά αντιπροσωπευτικής δημοκρατίας. Το έθνος πρέπει να εκπροσωπείται από την "ομήγυριν τελείων ανδρών πολιτών" και όχι από "γυναίκες", "βλάκες" κλπ.245. Επικρίνει την "αθλιότητα της γενικής ψήφου" επικαλούμενος τον Sismondi, καταδικάζει "τα οχλοκρατικά (...) όργια" στη Γαλλία του 1793 και θεωρεί αναγκαίο τον περιορισμό του εκλογικού δικαιώματος με βάση κριτήρια περιουσίας και μόρφωσης246. Σχετικώς δεν εκφράζει μόνον μια δικαιοπολιτική άποψη (ο νόμος "αμαρτάνει"), αλλά επιχειρεί και τον ερμηνευτικό περιορισμό του γενικού δικαιώματος υποστηρίζοντας ότι διάφορες ανικανότητες δεν προβλέφθηκαν από το νομοθέτη, διότι "διέλαθον αυτού της προσοχής" και πρέπει να συμπληρωθούν από τη θεωρία247.

Οσον αφορά τον περί ιθαγένειας νόμο του 1835, ο Σαρίπολος προβαίνει σε αναλυτική ερμηνεία, στην οποία είναι σαφής η διακύμανση της ορολογίας σε σχέση με την πολιτική ιδιότητα. Αναφέρεται σε "Ελληνικήν ιθαγένειαν", σε "πολίτας Ελληνας" και σε κτήση της "Ελληνικής εθνικότητος"248. Οι αλλοδαποί χαρακτηρίζονται ως "ξένοι ή "αλλοεθνείς"249. Τα ανοιχτά ζητήματα ορισμού του ελληνικού "έθνους" βρίσκονται πίσω από αυτή τη διακύμανση.

Οσον αφορά τις βιβλιογραφικές αναφορές ο Σαρίπολος χρησιμοποιεί αρχαιοελληνικές και ρωμαϊκές πηγές παράλληλα με έργα σε γαλλική, αγγλική και ιταλική γλώσσα. Και εδώ είναι κυρίαρχη η επιρροή από τις ιδέες του φυσικού

δικαίου και από γάλλους φιλελεύθερους. Από το γερμανόφωνο χώρο αναφέρονται τα ονόματα των Fichte, Schelling, Hegel και Gans με επιφανειακή παραπομπή στο έργο "των μεγάλων τούτων σοφών" που ανέλυσαν "την του απολύτου δικαίου φύσιν"250. Ορισμένες νομικές μελέτες σε γερμανική γλώσσα παραπέμπονται σε σχέση με συγκεκριμένα νομικά προβλήματα251 και σε ένα σημείο γίνεται αναφορά στην αντιπαράθεση σχετικά με την ιστορική σχολή του δικαίου με παραπομπή στα γνωστότερα έργα των "στρατηγούντων νομοδιδασκάλων"252.

Πολύ πιο ενδιαφέρουσες είναι οι πολλαπλές παραπομπές στον Kant. η Metaphysik der Sitten παραπέμπεται για τα πιο ποικίλα ζητήματα με αποκλειστικώς επαινετικό τρόπο ("ως άριστα ο μέγας Κάντιος είπεν")253. Με την επιφύλαξη περαιτέρω έρευνας μπορούμε έτσι να πούμε ότι η πνευματική Γερμανία εισάγεται στην ελληνική συνταγματική θεωρία με τον Kant, το έργο του οποίου παραπέμπεται από το γερμανικό πρωτότυπο, αν και το πιο πιθανό είναι ότι ο Ν.

Ι. Σαρίπολος δεν γνώριζε γερμανικά. Ο Kant αποτελεί ίσως τη μοναδική εξαίρεση πολιτικού φιλοσόφου που δεν αντιμετωπίζει τις οξύτατες πολεμικές του Σαρίπολου. Κριτική ασκείται μόνον στην καντιανή άποψη ότι "έχει η κυβέρνησις το δικαίωμα ν'αναγκάση τους πλουσίους να ειφέρωσι τα μέσα προς επάρκειαν των απολύτων αναγκών των πτωχών"254. Ο Σαρίπολος το θεωρεί απαράδεκτο, διότι ένα τέτοιο δικαίωμα θα κατέστρεφε την ατομική ελευθερία και την ισότητα ενώπιον του νόμου. Εδώ βρίσκεται το απόλυτο όριο του έργου. Η εγγύηση της ατομικής ιδιοκτησίας, η οποία βρίσκεται πίσω από το όνομα της ελευθερίας και απαγορεύει τη θεώρηση της αλληλεγγύης ως κρατικού σκοπού255.

9.6. Η Ερμηνεία του Δ. Κυριακού, καθηγητή συνταγματικού δικαίου στο Παν. Αθηνών, ο οποίος συμμετείχε ενεργά στη σύνταξη των Σ 1844 και 1864256, αποτελεί έναν ενημερωμένο, ακριβή και κατανοητό σχολιασμό του Σ 1864. Το έργο δεν έχει ούτε τις θεωρητικές απαιτήσεις ούτε το πολεμικό πνεύμα της Πραγματείας του Σαρίπολου. Με τον τελευταίο συμφωνεί πάντως ο Κυριακός στη θεώρηση των θεμελιωδών δικαιωμάτων ως φυσικών, τα οποία το Σύνταγμα απλώς αναγνωρίζει. Ο Κυριακός υπερασπίζεται την ατομική ελευθερία και τον "ελεύθερον συναγωνισμόν" επικρίνοντας το "πολύκροτον δικαίωμα εις εργασίαν " και τις προτάσεις των "κοινωνιολόγων (socialistes)" σχετικά με το "φαντασιώδες (...) σύστημα της γενικής κηδεμονίας", το οποίο αν πραγματωνόταν "ήθελε διακωλύει την πνευματικήν του ανθρώπου προαγωγήν"257.

Βασική επιδίωξη του συγγραφέα είναι η κριτική στο συνταγματικώς εγγυημένο δικαίωμα καθολικής ψηφοφορίας. Ζητά τον αποκλεισμό όσων στερούνται επαρκούς περιουσίας, μόρφωσης και πολιτικής γνώσης258 και προβαίνει σε μειωτική παρουσίαση της "κατωτέρας τάξεως" για να δείξει το άτοπο της παραχώρησης πολιτικών δικαιωμάτων σ'αυτή259 επισημαίνοντας ότι το γενικό εκλογικό δικαίωμα στηρίζεται σε θεωρία "ολεθρία", "φέρουσα εις την οχλοκρατίαν"260. Εξαίρει τους περιορισμούς που εξακολουθούσαν να ισχύουν στις δημοτικές εκλογές και προτείνει τη θέσπιση έμμεσης ψηφοφορίας, ζητώντας συνταγματική αναθεώρηση με την οποία "θέλουσι μετριασθή τα εκ της καθολικής ψηφοφορίας δεινά"261. Επίσης προτείνεται η εξάρτηση του δικαιώματος του εκλέγεσθαι από τα κριτήρια της οικονομικής ανεξαρτησίας και της πνευματικής ωριμότητας262.

Πρέπει να σημειωθεί τέλος ότι ο Κυριακού αναφέρεται στο παγίως αποσιωπούμενο πρόβλημα της θέσης των εθνικών-θρησκευτικών μειονοτήτων στην Ελλάδα. Τονίζει ότι "οι Ιουδαίοι και οι Μωαμεθανοί Έλληνες" δικαιούνται να ασκούν τα δικαιώματά τους όπως και οι λοιποί263. Η παρατήρηση είναι συνταγματικώς αυτονόητη, καίτοι από πολιτική άποψη δεν πρέπει να ήταν τόσο απλή στις δεκαετίες που ακολούθησαν μια "εθνική" επανάσταση.

Και αυτό το έργο προσανατολίζεται επιστημονικά στη Γαλλία και στην Αγγλία με παραπομπές σε νομικές μελέτες και σε πολλούς φιλελεύθερους οικονομολόγους. ο Κυριακού χρησιμοποιεί, για πρώτη φορά στο ελληνικό δημόσιο δίκαιο, συστηματικά γερμανική νομική βιβλιογραφία. Η μονογραφία του Mohl Staatsrecht, Volkerrecht und Politik και το Allgemeines Staatsrecht του Bluntschli

αποτελούν κύριες πηγές ενημέρωσης για τη νομική κατάσταση στη Γερμανία, αλλά και για ζητήματα γενικής θεωρία του κράτους. Ετσι ο Κυριακού επικρίνει την αποδιδόμενη στον Mohl άποψη ότι οι πολίτες έχουν δικαίωμα αντίστασης όταν το Σύνταγμα ή οι νόμοι ορίζουν κάτι αντίθετο στις θείες επιταγές ή στον ορθό Λόγο264. Αναφέρεται δε σε σύγγραμμα "του εκ της συνταγματικής Βυτεμβέργης περιωνύμου Μόλου"265, τον οποίο επικαλείται σχετικά με τις προϋποθέσεις της καλής νομοθεσίας266 και στην προαναφερθείσα κριτική του γενικού εκλογικού

δικαιώματος267. Η άποψη του Bluntschli ότι η προστασία της ατομικής ιδιοκτησίας συνιστά "εν των σπουδαιοτέρων καθηκόντων της πολιτείας" αναφέρεται τέλος ως απόδειξη του ότι οι ευπορώτεροι πολίτες πρέπει να αντιπροσωπεύονται στη Βουλή με τρόπο προνομιακό268.

9.7. Μια περιορισμένη γερμανική επιρροή διαφαίνεται στις συνταγματικές πραγματείες που συντάσσονται στο τελευταίο τέταρτο του 19ου αιώνα και οι οποίες υιοθετούν τη φυσικοδικαιική οπτική των προαναφερθέντων έργων269. η μεγάλη τομή επέρχεται, όπως προαναφέραμε, με τον Ι. Αραβαντινό και σαφέστερα με τον Ν. Ν. Σαρίπολο, στους οποίους η πρόσληψη του δημοσιοδικαιικού

θετικισμού αντικαθιστά τις επικλήσεις στο φυσικό δίκαιο και στην πολιτική παραγωγή της Γαλλίας. Το ελληνικό δημόσιο δίκαιο θα πάρει τον ελληνογερμανικό δρόμο στα πλαίσια τεχνικοποίησης της νομικής στην Ελλάδα, ακολουθώντας και τη γενική τάση προσανατολισμού της έρευνας και της εκπαίδευσης σε γερμανικά πρότυπα270.

Ο λαός/έθνος, η ιθαγένεια και η ιδιότητα του πολίτη αντιμετωπίζονται πλέον ως αμιγώς νομικές έννοιες: η ιστορία των πολιτικών μεταλλαγών τους σε σύνδεση με την οικοδόμηση του ελληνικού κράτους έχει τελειώσει.

10. Ο ορίζοντας του παρελθόντος

Η συνταγματική Ελλάδα του 19ου αιώνα βρισκόταν ταυτόχρονα στο περιθώριο της Ευρώπης και στο κέντρο των πολιτικών εξελίξεών της, κάπου μεταξύ Γαλλίας και Γερμανίας. Ο ορίζοντας που, στα μάτια του λαού της Αθήνας του 1844, φωτιζόταν από το νέο Σύνταγμα ήταν απόλυτα σύγχρονος. Σύγχρονος με την έννοια της έκφρασης των πιο προωθημένων ιδεών του συνταγματισμού, αλλά και σύγχρονος με την έννοια του σχηματισμού ενός υποκειμένου κυριαρχίας που απέκλειε τις γυναίκες και τους ξένους και αναγνώριζε με περιοριστικούς όρους την πολιτική ικανότητα των λαϊκών τάξεων.

Η λέξη ορίζοντας προέρχεται από το όριον, όρος, είναι δηλαδή σύμφυτος με τον περιορισμό. Ο ορίζοντας που φωτίσθηκε από τα ελληνικά Συντάγματα του 19ου αιώνα εξακολουθεί να είναι ο δικός μας ορίζοντας. Είναι ο συστατικός περιορισμός που χαράζεται από τη θεσμοποίηση της πολιτικής ως νομικού και πραγματικού προνομίου ορισμένων κοινωνικών ομάδων271 με βάση την έννοια ενός προνομιακού υποκειμένου: του εθνικού πολίτη.


1. Διευρυμένη εκδοχή κειμένου που βρίσκεται υπό δημοσίευση στα γερμανικά σε ειδικό τεύχος του περιοδικού "Ius commune". Για την πολλαπλή τους βοήθεια ευχαριστώ τις Χριστίνα Γιαννούλη, Ana Lucia Sabadell, Ece Goztepe και τους Γιάννη Μηλιό, Claudius Messner, Γιώργο Βαρουξάκη και Μιχάλη Τσαπόγα.

2. Βλ. την ανάλυση της πολιτικής και νομικής ιστορίας των όρων Untertan, Burger και Staatsburger στο ομώνυμο άρθρο του M. Stolleis, in: του ίδιου, Staat und Staatsrason in der fruhen Neuzeit, Frankfurt/M. 1991, 298

επ. Πρβλ. γενικότερα P. Costa, La cittadinanza: un tentativo di

ricostruzione "archeologica", in: D. Zolo (επιμ.), La cittadinanza:

appartenenza, identita, diritti, Roma 1994, 44 επ.

3. Η χρήση των κειμένων είναι μοιραία προσεγγιστική. Τα συνταγματικά κείμενα δεν έχουν συνήθως μια αυθεντική έκδοση και πάντως δημοσιοποιούνται και ασκούν επιρροή σε πολλαπλές και συχνά μεταξύ τους αποκλίνουσες μεταγενέστερες εκδόσεις, έτσι ώστε κανείς να μην μπορεί να μελετήσει το "πρωτότυπο". Βλ.

σχετικά B. Clavero, Happy Constitution. Cultura y lengua

constitucionales, Madrid 1997, 160/1.

Για τις παραπομπές χρησιμοποιήθηκαν οι συλλογές:

α) Κ. Μαυριάς/Α. Παντελής (επιμ.), Συνταγματικά Κείμενα ελληνικά και ξένα, Αθήνα 1981 (παραπέμπεται ως " Συντάγματα "), β) Α. Παντελής/Σ. Κουτσουμπίνας/Τ. Γεροζήσης (επιμ.), Κείμενα συνταγματικής ιστορίας, τ. 1, 1821-1923, Αθήνα 1993 (παραπέμπεται ως " Κείμενα) , γ) Πρακτικά της εν Αθήναις της τρίτης Σεπτεμβρίου Εθνικής των Ελλήνων Συνελεύσεως, Εν Αθήναις 1844, ανατύπωση 1993 (παραπέμπεται ως " Πρακτικά ").

δ) Αρχεία της Ελληνικής Παλιγγενεσίας μέχρι της εγκαταστάσεως της Βασιλείας, τ. 1, Εν Αθήναις 1857, ανατυπ. 1971, τ. 2, Εν Αθήναις 1862, ανατυπ. 1972, (παραπέμπεται ως Αρχεία με αναφορά του τόμου).

4. Βλ. τις παρατηρήσεις σε B. Clavero, Happy Constitution, ό.π., 158/9:

"το συνταγματικό κείμενο δεν είναι πηγή, αλλά υλικό", γι' αυτό απαιτείται μια συνταγματική ιστορία που "παίρνει στα σοβαρά τα κείμενα (...) όχι με την έννοια μιας γενετικής της προέλευσης, αλλά με την έννοια μιας σημαντικής των σημαινόμενων".

5. Απ' όσα γνωρίζουμε υπάρχει μόνον μια ειδική μελέτη του S. Troianos, La notion de "citoyen" dans les textes constitutionnels de la Revolution

grecque (1821-1828). Problemes theoriques et pratiques lors de la creation

d'un Etat, Mediterranees, 9, 1996, 43 επ. Βλ. επίσης το άρθρο του Α.

Ελεφάντη, Ποιος είναι Ελληνας; Η απάντηση της Επανάστασης του 1821, Κυριακάτικη Αυγή, 23.3.97, 21/2.

6. Το γεγονός της συγκριτικά πρώιμης θέσπισης του καθολικού εκλογικού

δικαιώματος στην Ελλάδα αποτελεί π.χ. σημαντική ένδειξη για το πολιτικό βάρος των λαϊκών μαζών και συνδέεται τόσο με την ένοπλη εξέγερση εναντίον της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας όσο και με τις δυνητικά "εξισωτικές" σχέσεις ιδιοκτησίας (βλ. Γ. Μηλιός, Ο ελληνικός κοινωνικός σχηματισμός, Αθήνα 1988, 201 επ., 215 επ.).

7. Κείμενα, 136 επ.

8. Γι' αυτά τα χαρακτηριστικά του συνταγματισμού, βλ. ενδεικτικά D.

Grimm, Die Zukunft der Verfassung, Frankfurt/M. 1991, 34 επ.

9. Για τα ιστορικά στοιχεία του κεφαλαίου βλ. P. Sugar, Η Νοτιοανατολική Ευρώπη κάτω από Οθωμανική κυριαρχία (1354-1804), τ. Α-Β, Αθήνα 1994, Γ.

Μηλιός, Ο ελληνικός, ό.π., 163 επ., Β. Κρεμμυδάς, Εισαγωγή στην ιστορία της νεοελληνικής κοινωνίας (1700-1821), Αθήνα 1988, J.

Petropulos, Πολιτική και συγκρότηση κράτους στο ελληνικό βασίλειο (1833-

18.43), Αθήνα 1985, 32 επ. Για τον ασιατικό τρόπο παραγωγής βλ. γενικά L.

Krader , Asiatische Produktionsweise, in: W. F. Haug (επιμ.), Historisch-Kritisches Worterbuch des Marxismus, τ. 1, Hamburg 1994, 627 επ., J. Milios, Der Marxsche Begriff der asiatischen Produktionsweise und die

theoretische Unmoglichkeit einer Geschichtsphilosophie, Beitrage zur Marx-

Engels Forschung N.F. 1998 (υπό δημοσ.), Γ. Μηλιός, Ο ασιατικός τρόπος παραγωγής, Θέσεις, τ. 57, 1996, 135 επ., E. Mandel, Ο ασιατικός τρόπος παραγωγής και οι ιστορικές προϋποθέσεις για την ανάπτυξη του κεφαλαίου, Θέσεις, τ. 57, 1996, 139 επ.

10. Η ατομική ιδιοκτησία είχε περιθωριακή σημασία στην περίοδο ακμής της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας. Κύριο μορφή της ήταν το Mulk (γη που δώριζε ο Σουλτάνος σε αξιωματούχους του κράτους και η οποία ήταν κληρονομήσιμη). Στα εδάφη αυτά κυριαρχούσαν φεουδαλικές σχέσεις παραγωγής. Βλ. Γ. Μηλιό, Ο ελληνικός, ό.π., 168/9.

11. J. Milios, Der Marxsche Begriff, ό.π., με περαιτέρω βιβλ.

12. Για τις διαδικασίες επιλογής και την κοινωνική σημασία τους βλ. Γ.

Σωτηρέλη, Σύνταγμα και εκλογές στην Ελλάδα. 1864-1909, Αθήνα 1991, 34 επ., Ch. Argyriadis, Staatsbilder und Rechtspraktiken. Das juristisch-

politische Profil der Entstehung des neugriechischen Staates, Frankfurt/M.

19.94, 67 επ.

13. J. Petropulos, ό.π., 35 επ., Α. Μάνεσης, Η φιλελεύθερη και δημοκρατική ιδεολογία της εθνικής επανάστασης του 1821, Πανεπιστήμιο Αθηνών, Επίσημοι Λόγοι, τ. 27, Αθήνα 1987, 269 επ., 285 επ.

14. Βλ. π.χ. Α. Μάνεση, Η φιλελεύθερη, ό.π., 290, 294, G.

Daskalakis, Die Verfassungsentwicklung Griechenlands, JoR, 1937, 267.

15. Βλ. ενδεικτικά Β. Κρεμμυδά, Εισαγωγή, ό.π., 111 επ.

16. Για την κατασκευή της συνέχειας της Ελλάδας ως "τρισχιλετούς" έθνους στην ιστοριογραφία του δεύτερου μισού του 19ου αιώνα, η οποία ανασημασιοδότησε τη βυζαντινή ιστορία ως ελληνική, μεταξύ άλλων για να στηρίξει "επιστημονικά" τα επεκτατικά σχέδια της ελληνικής πολιτικής, βλ. Ε. Σκοπετέα, Το "Πρότυπο Βασίλειο" και η Μεγάλη Ιδέα, Αθήνα 1988, 175 επ., Π. Κιτρομηλίδη, Το ιστοριογραφικό εκκρεμές και ο Κωνστ. Παπαρρηγόπουλος, Νέα Εστία, 1991, 1571

επ., Δ. Ξιφαρά, Η "ακατάλυτη συνέχεια" του ελληνισμού: ορισμένες επίκαιρες σκέψεις για την "εθνική ιστορία", Θέσεις, τ. 42, 1993, 57 επ., τ.

43., 1993, 25 επ., Δ. Δημούλη/Χ. Γιαννούλη, Εθνη, τάξεις, πολιτική. η διαλεκτική του πολέμου, Αθήνα 1995, 129 επ.

17.. Βλ. π.χ. στα πλαίσια της συνταγματικής ιστορίας Α. Μάνεση, η φιλελεύθερη, ό.π., 272 επ., G. Daskalakis, ό.π., 267 επ.

18.. Βλ. π.χ. P. Sugar, ό.π., τ. Α', 100 επ.

19.. P. Kitromilides, Tradition, Enlightenment and Revolution, Cambridge

Mass. 1978, 19 επ., J. Petropulos, ό.π., 47 επ.

20.. Β. Κρεμμυδάς, Υποδοχή των ευρωπαϊκών ιδεών από τον ελληνισμό στο τέλος της τουρκοκρατίας, Θέσεις, τ. 42, 1993, 31 επ., Δ. Ξιφαράς, τ. 42, ό.π., 61 επ.

21.. P. Kitromilides, Tradition, ό.π., του ίδιου, Η Γαλλική Επανάσταση και η Νοτιοανατολική Ευρώπη, Αθήνα 1990, Κ. Δημαράς, Ελληνικός Διαφωτισμός, Αθήνα 1997, του ίδιου, Ελληνικός Ρωμαντισμός, Αθήνα 1994.

22.. Α. Μάνεσης, Η φιλελεύθερη, ό.π., 294 επ., Δ. Ξιφαράς, ό.π., τ.

42., 62 επ., J. Petropulos, ό.π., 52, Π. Κιτρομηλίδης, Η Γαλλική Επανάσταση, ό.π., 67 επ.

23.. Ανωνύμου του Ελληνος, Ελληνική Νομαρχία, ήτοι λόγος περί ελευθερίας, Αθήνα 1980.

24.. Α. Μάνεσης, Η φιλελεύθερη, ό.π., 292.

25.. Ανωνύμου του Ελληνος, ό.π., 20.

26.. Α. Μάνεσης, Η φιλελεύθερη, ό.π., 293.

27.. Με τον όρο εννοείται ολόκληρη η Βαλκανική Χερσόνησος. Βλ. A.

Manessis, L'activite et les projets politiques d'un patriote grec dans les

Balkans vers la fin du XVIIIe siecle, BS, 3, 1962, 97, σημ. 67.

28.. Οπως είναι γνωστό, το φυλλάδιο αυτό δεν είχε πολιτικά αποτελέσματα, διότι δεν έφτασε σε γνώση των δυνητικών παραληπτών του. Τα αντίτυπα κατασχέθηκαν και καταστράφηκαν ως ανατρεπτικά από την αυστριακή αστυνομία με τη συνεργασία της ορθόδοξης εκκλησίας. Το χειρόγραφο ανακαλύφθηκε μόλις το 1871. Αποτελεί δε σημαντική έκφραση των πολιτικονομικών αντιλήψεων που ήταν "διάχυτες" στους ελληνόφωνους κύκλους διανοουμένων της εποχής. Για τις συνταγματικές ιδέες του Ρήγα βλ. Α. Σβώλο, Τα πρώτα ελληνικά πολιτεύματα και η επίδρασις της γαλλικής επαναστάσεως, ΕΕΝ 1935, 737 επ., A. Manessis, L'activite, ό.π., 96 επ., P. Kitromilides, Tradition, ό.π., 272 επ. Βλ. την εξαιρετικά ενδιαφέρουσα ανάλυση της αντίφασης εθνικού/υπερεθνικού στο Ρήγα και τη σύνδεση του έργου του με ρεύματα της γαλλικής κυρίως συνταγματικής θεωρίας σε Α.

Παπατόλια, Οι συνταγματικές εγγυήσεις του δημοκρατικού πολιτεύματος του Ρήγα, ΤοΣ 1998, 459 επ. Αξιοσημείωτο στα πλαίσια πρόσληψης του συνταγματισμού είναι ότι η γαλλική Διακήρυξη των δικαιωμάτων του ανθρώπου και του πολίτη του 1789 και το γαλλικό Σ 1791 μεταφράσθηκαν σε ελληνική εφημερίδα ήδη το 1791 (Π. Κιτρομηλίδης, Η Γαλλική Επανάσταση, ό.π., 114, Ν. Αλιβιζάτος, Εισαγωγή στην ελληνική συνταγματική ιστορία, Αθήνα 1981, 24).

29.. Βλ. εντελώς ενδεικτικά D. Grimm, ό.π., 40 επ.

30.. A. Manessis, L'activite, ό.π., 106. Πρβλ. Π. Κιτρομηλίδη, η Γαλλική Επανάσταση, ό.π., 67, 124.

31.. D. Grimm, ό.π., 43 επ., 68 επ.

32.. Για την έκδοση και σχολιασμό αρχαίων Ελλήνων συγγραφέων στα πλαίσια του νεοελληνικού διαφωτισμού βλ. ενδεικτικά Α. Μάνεση, Η φιλελεύθερη, ό.π., 276 επ.

33.. Για την πολλαπλότητα των γλωσσών βλ. P. Kitromilides, "Immagined

Communities" and the Origins of the National Question in the Balkans, EHQ, 1989, 169.

34.. Αυτό δηλώνει ο ελληνικός πολιτικός λόγος της εποχής που, ακόμη και αν θεωρηθεί υπερβολικός, δεν διαψεύδεται από εμπειρικά στοιχεία. Στο βαλκανικό χώρο ηχούσε η φωνή "απάσης της Ελληνικής φυλής, σκοπόν εχούσης απάσης της Οθωμανικής αυτοκρατορίας την απελευθέρωσιν. Ο πόλεμος ούτος στοιχείον και βάσιν έχων την πίστην και την θρησκείαν (...) ήτο πόλεμος μεταξύ Χριστού και Μωάμεθ". Ετσι περιέγραψε την ελληνική επανάσταση ένα μέλος της Συντακτικής Συνέλευσης του 1844 (Πρακτικά, 165/6). Η ταύτιση των Χριστιανών με τους Έλληνες συναντάται σε πολλά κείμενα της εποχής. Βλ. π.χ. την απόφαση της συνέλευσης των Σαλώνων του 1824 καθώς και μια κοινοβουλετική αγόρευση του 1864 σε Ε. Σκοπετέα, ό.π., 50, 123.

35.. Βλ. ενδεικτικά P. Kitromilides, "Immagined Communities", ό.π., 177

επ.

36.. Αυτή η εξέλιξη είναι παράλληλη με την επέκταση των σχέσεων ατομικής ιδιοκτησίας σε βορειότερα τμήματα των Βαλκανίων, όπου το αδυνάτισμα των σχέσεων στην παραδοσιακή κοινότητα οδήγησε στο σχηματισμό φέουδων που ήλεγχαν ανώτεροι Οθωμανοί υπάλληλοι και πλούσιοι έμποροι, ενώ οι αγρότες μετατράπηκαν σε κολλήγους ή ημερομίσθιους εργάτες. Αυτή η κατάσταση θα τεθεί ως πολιτικό πρόβλημα στην Ελλάδα μετά την ενσωμάτωση της Θεσσαλίας (1881).

37.. J. Milios, Der Marxsche Begriff, ό.π., P. Sugar, ό.π., τ. Β', 189 επ.

38.. Γ. Μηλιός, Ο ελληνικός, ό.π., 189/190.

39.. "Η ώρα ήλθεν, ω άνδρες Έλληνες! (...) Το έθνος συναθροιζόμενον θέλει εκλέξει τους Δημογέροντάς του" (Κείμενα, 17 και 19).

40.. Βλ. το σχολιασμό της σε Β. Κρεμμυδά, Υποδοχή, ό.π., passim, Γ.

Μηλιό, Μια παρατήρηση για την εγγενή "τάση ολοκληρωτισμού" του (κάθε)

έθνους, Θέσεις, τ. 42, 1993, 37 επ.

41.. Τα παραθέματα από Κείμενα, 17-20.

42.. Προκήρυξη της Μεσσηνιακής Γερουσίας και του Αρχιστρατήγου των Σπαρτιατικών στρατευμάτων Πέτρου Μαυρομιχάλη, 25.3.1821, Κείμενα, 20-21. Πρβλ. τη διακήρυξη των μελών της Πελοποννησιακής Γερουσίας (Πράξη των Καλτεζών), 26.5.1821, Κείμενα, 21.

43.. Σχέδιο Συντάγματος του Δ. Υψηλάντη, Ιούλιος 1821, Κείμενα, 22 επ.

44.. Σχέδιο Συντάγματος της Γερουσίας της Πελοποννήσου, Ιούλιος 1821

( Κείμενα, 24 επ.). Σε μεταγενέστερα σχέδια χρησιμοποιούνται οι όροι "Βουλή του έθνους" (Κείμενα, 26) και "ανάκρισι(ς) και σκέψι(ς) του λαού"

(Κείμενα, 27).

45.. Τμήμα Α, Κεφ. I, in: Π. Πετρίδης, Πολιτικοί και συνταγματικοί θεσμοί στη νεότερη Ελλάδα. 1821-1843, Θεσσαλονίκη 1990, 62-64.

46.. Ωστόσο η παρ ια' (τμήμα Α, κεφ. I), διακρίνει ανάμεσα στην πολιτογράφηση ορθοδόξων που μπορεί να αποφασισθεί σε επίπεδο επαρχίας και στην πολιτογράφηση "άλλων" Χριστιανών, για την οποία πρέπει να δοθεί συγκατάθεση του ανώτατου πολιτικού οργάνου (Αρειος Πάγος) (στο ίδιο, 63).

47.. Τμήμα Α, Κεφ. Ι, β',, στο ίδιο, 62. Ο όρος "αυτόχθων" δηλώνει τους Χριστιανούς που γεννήθηκαν (πριν ή μετά την Επανάσταση) στο έδαφος του ελληνικού κράτους. Ως "ετερόχθονες" χαρακτηρίζονται συνήθως οι Χριστιανοί που εγκαθίστανται στην Ελλάδα προερχόμενοι από την Οθωμανική Αυτοκρατορία ή από ελληνικές εμπορικές κοινότητες του εξωτερικού. Οι ετερόχθονες θα αποκληθούν στη συνέχεια "ομογενείς" ( Ε. Σκοπετέα, ό.π., 77 επ.). Οι λοιποί αλλοδαποί χαρακτηρίζονται στα Συντάγματα της περιόδου ως "Ξένοι" ή "Αλλοεθνείς".

48.. Βλ. ενδεικτικά E. Hobsbawm, Εθνη και εθνικισμός από το 1780 μέχρι σήμερα, Αθήνα 1994, Δ. Δημούλη/Χ. Γιαννούλη, ό.π., 114 επ. Σχετικά με την κατασκευή του ελληνικού έθνους βλ. Ε. Σκοπετέα, ό.π., P.

Kitromilides, "Immagined Communities", ό.π., 161 επ., Γ. Δρόσο, Δοκίμιο ελληνικής συνταγματικής θεωρίας, Αθήνα 1996, 119 επ.

49.. Βλ. και Α. Ελεφάντη, ό.π., 22.

50.. Ο B. Clavero αναφέρεται στην "καθολική γεωγραφία" του ισπανικού ς 1812 καθώς και στην "επεκτατική επαγγελία του" στη βάση της καθολικής θρησκείας (Vocacion catolica y advocacion siciliana de la Constitucion

espanola de 1812, in: A. Romano (επιμ.), Alle origini del

costituzionalismo europeo, Messina 1991, 12 επ.).

51.. Οι δύο όροι σε Κείμενα, 28.

52.. Συντάγματα, 14.

53.. Κείμενα, 30.

54.. Συντάγματα, 7, 10.

55.. Κείμενα, 30/1.

56.. Στο ίδιο, 32.

57.. Στο ίδιο.

58.. Στο ίδιο 30, 31, 32.

59.. Ε' Ψήφισμα της Συνέλευσης του Αστρους, 30.3.1823, στο ίδιο, 37.

Πρβλ. ΝΗ' Ψήφισμα της Βουλής, 18.1.1828, στο ίδιο, 74.

60.. Διακήρυξη του αντιπροέδρου του Εκτελεστικού Α. Κανακάρη, 9.11.1822, Αρχεία, τ. 1, 48.

61.. Αυτή η προβολή συναντάται στον Α. Μάνεση, Η δημοκρατική αρχή εις το Σύνταγμα του 1864, in: του ίδιου, Συνταγματική Θεωρία και Πράξη, Θεσσαλονίκη 1980, 75, 77 επ., 81 επ. Μια ποσοτική ανάλυση των νομικών και πολιτικών κειμένων του 19ου αιώνα μπορεί να δείξει τα στάδια της σημασιολογικής αντιστροφής των όρων που, απ' ό,τι προκύπτει από πρόχειρη έρευνα, πραγματοποιήθηκε στο δεύτερο μισό του 19ου αιώνα.

62.. Το κείμενο φέρει τον τίτλο "οργανικός Νόμος" (παρ. 110 Σ 1822, Συντάγματα, 15), αλλά χαρακτηρίζεται επίσημα και ως "Γενικόν Προσωρινόν Πολίτευμα" και "Σύνταγμα Πολιτικόν της Ελλάδος" (Κείμενα, 32).

63.. Α. Σβώλος, Η συνταγματική ιστορία της Ελλάδος, in: Λ. Αξελός (επιμ.), Τα Ελληνικά Συντάγματα. 1822-1952, Αθήνα 1972, 23.

64.. Γ. Βλάχος, Η αντινομία ανθρώπου και πολίτη, Τιμητικός τόμος του Συμβουλίου της Επικρατείας, τ. II, Αθήναι, 1982, 33 επ. Για την έννοια του πολίτη στην πρώτη φάση της ελληνικής συνταγματικής ιστορίας και τους σχετικούς αποκλεισμούς βλ. S. Troianos, ό.π., passim.

65.. Παρ. 2, 6, 7, Συντάγματα, 7.

66.. Παρ. 4, 5, Συντάγματα, 7. Η διατύπωση "να γίνωσι Έλληνες" θα μπορούσε να προέρχεται από οποιοδήποτε σύγχρονη κατασκευαστική θεωρία του έθνους. Βλ. Δ. Δημούλη/Χ. Γιαννούλη, ό.π., 154.

67.. Παρ. 8, Συντάγματα, 8.

68.. Τα μόνα γενικώς παρεχόμενα δικαιώματα είναι οι δικονομικές εγγυήσεις σε σχέση με τη στέρηση της ελευθερίας κίνησης καθώς και η απαγόρευση των βασανιστηρίων (παρ. 99, 100, Συντάγματα, 14).

69.. Επιστολή στο Βουλευτικό, 21.11.1822, Αρχεία, τ. 1, 233.

70.. Ν. Ν. Σαρίπολος, Η πρώτη Έθνοςυνέλευσις και το πολίτευμα της Επιδαύρου του 1822, Εν Αθήναις 1907, 11 επ.

71.. Παρ. 11, 13, 14, Συντάγματα, 8.

72.. Τα επαναστατκά Συντάγματα αναφέρονται σε Χριστιανούς και όχι αποκλειστικά σε Ορθόδοξους, με συνέπεια η θρησκευτική ένταξη να μην περιορίζεται ούτε γεωγραφικά ούτε πολιτισμικά (πρβλ. Α. Ελεφάντη, ό.π., 21). Η άποψη ότι κριτήριο της ιδιότητας του Ελληνα πολίτη αποτελεί η ορθόδοξη πίστη είχε υποστηριχθεί χωρίς θεμελίωση σε νομικά κείμενα από τον Σ. Στρέιτ: "Η εις Χριστόν πίστις, η κατά το ημέτερον ορθόδοξον δόγμα ήτο το παλλάδιον, εν ονόματι του οποίου απέκτα τις την ιθαγένειαν (...) υπό της νομοθεσίας της επαναστατικής" (Συνταγματικόν δίκαιον, μέρος Α', Αθήνησι 1893, 108/9).

73.. Πρβλ. Α. Ελεφάντη, ό.π., 22.

74.. Αγόρευση αντιπροσώπου της Συνέλευσης του 1844 (Πρακτικά, 160). Εδώ τίθεται το ζήτημα του ρόλου της Ορθόδοξης Εκκλησίας στη διαμόρφωση του ελληνικού κράτους. Το κράτος επιχείρησε να αποκτήσει τον πλήρη έλεγχο επί των ορθόδοξων εκκλησιαστικών αρχών, όπως δείχνει η μονομερής κήρυξη του "αυτοκεφάλου" (διοικητική αποσύνδεση από το Πατριαρχείο της Istanbul) το 1833

με τη Διακήρυξη του Οθωνα περί ανεξαρτησίας της Ελληνικής Εκκλησίας, 4.8.1833

( Κείμενα, 165 επ. Βλ. σχετικά J. Petropulos, ό.π., 214 επ.). ο εκκλησιαστικός μηχανισμός ακολουθεί στο εξής τις επιταγές της κρατικής πολιτικής, καίτοι συναντώνται έντονες συντηρητικές-"αντιδυτικές" τάσεις ιδίως στον κατώτερο κλήρο. Κατ' αποτέλεσμα η Ορθόδοξη Εκκλησία αναλαμβάνει έναν βοηθητικό ρόλο στην ομογενοποίηση των πληθυσμών που κατοικούσαν στην Ελλάδα, ρόλος που ερμηνεύεται με βάση το θεώρημα της "κοινωνικής πειθάρχησης" (βλ. M. Stolleis, "Konfessionalisierung" oder "Sekularisierung" bei der

Entstehung des fruhmodernen Staates, IC, XX, 1993, 15 επ.). Λόγω της de facto

κυριαρχίας της Ορθόδοξης Εκκλησίας, το κράτος δεν ανέλαβε έναν διαιτητικό ρόλο ανάμεσα σε θρησκεύματα ή εκκλησιαστικές οργανώσεις και η Ορθόδοξη Εκκλησία δεν είχε λόγο να ακολουθήσει αυτόνομη πολιτική. Το ορθότερο είναι έτσι να θεωρηθούν οι εκκλησιαστικοί μηχανισμοί ως τμήμα του κρατικού μηχανισμού με καθήκοντα εθνοποίησης. Σ' αυτό οφείλεται και το ότι η προνομιακή θέση της Ορθόδοξης Εκκλησίας συνοδεύθηκε από την απαγόρευση κομματικής-πολιτικής δράσης των ιερωμένων. Κατά το Σ 1827 απαγορευόταν να αναλάβουν δημόσιες θέσεις και απλώς παραχωρούνταν στον κατώτερο κλήρο το δικαίωμα του εκλέγειν (άρθρο 24, Συντάγματα, 26/7). Ο εκλογικός νόμος του 1844 στέρησε από τους κληρικούς το δικαίωμα του εκλέγειν και εκλέγεσθαι (άρθρο 34, Κείμενα, 239), το οποίο ανέκτησαν μόλις το 1954 (βλ. Γ. Σωτηρέλη, ό.π., 195), καίτοι ποτέ δεν το άσκησαν με τρόπο πολιτικά σημαντικό ως οργανωμένη ομάδα πίεσης.

75.. Προκήρυξη της Γερουσίας της Δυτικής Χέρσου Ελλάδος, 3.3.1822, Αρχεία, τ. 1, 464.

76.. Ν. Αλιβιζάτος, ό.π., 29. Εννοείται πιθανώς κάποιος απεσταλμένος από αλβανικά εδάφη και όχι κάποιος αλβανόφωνος κάτοικος της Ελλάδας. Οι αλβανόφωνοι της Ελλάδας θεωρώνταν επισήμως πάντοτε ως Έλληνες (Ε.

Σκοπετέα, ό.π., 187 επ.) ή ως "φύλο" αφομοιωμένο από το ελληνικό (Σ.

Στρέιτ, ό.π., 84/5).

77.. Τη βασική ευθύνη σύνταξης είχαν οι V. Gallina, Θ. Νέγρης και Α.

Μαυροκορδάτος (Ν. Αλιβιζάτος, ό.π., 29).

78.. Αρθρο 7 του Κώδικος των νόμων, 11.3.1822, Αρχεία, τ. 1, 153. Πρβλ.

Ν. Ν. Σαρίπολο, Η πρώτη Έθνοςυνέλευσις, ό.π., 15, σημ. 2, Α.

Σβώλο, Τα πρώτα ελληνικά πολιτεύματα, ό.π., 740.

79.. Εξαίρεση αποτελεί η αναφορά του Κοραή στη νομική θέση "αλλοθρήσκων" στις "Παρατηρήσεις" για το Σ 1822. Βλ. S. Troianos, ό.π., 46 επ.

80.. Νόμος ΙΖ', 9.11.1822, Κείμενα, 34 επ. Βλ. σχετικά Γ. Σωτηρέλη, ό.π., 38 επ.

81.. Κατ' άλλη εκδοχή του κειμένου: "ευυπολήπτους γέροντας" (άρθρο 17 του Κώδικος των νόμων, παρ. β', Αρχεία, τ. 1, 170). Για το πρόβλημα της πολλαπλότητας των συνταγματικών πηγών βλ. προηγουμένως, σημ. 3.

82.. Κατ' άλλη εκδοχή του κειμένου: "Βουλευτήν" (άρθρο 17 του Κώδικος των νόμων, παρ. β', Αρχεία, τ. 1, 170).

83.. Κείμενα, 35. Είναι η μοναδική φορά που εισάγεται στην Ελλάδα η συνήθης σε πολλά ευρωπαϊκά κράτη πολλαπλή ψήφος. Ωστόσο εδώ λειτουργεί ως εγγύηση της αντιπροσωπευτικότητας εκλογικών περιφερειών με διαφορετικό μέγεθος πληθυσμού και δεν εκφράζει τη διαφοροποίηση των εκλεκτόρων με κριτήρια προσωπικής "αξίας", όπως συμβαίνει με την τιμηματική ψήφο. Κατ' άλλη εκδοχή του ίδιου κειμένου δεν θεσπίσθηκε πολλαπλή ψήφος, αλλά οι οικογένειες αποτελούσαν μέτρο για τον αριθμό των εκλεκτόρων, δηλ. η αναλογικότητα εξασφαλιζόταν στο επίπεδο της εκλογής αντιπροσώπων. ("ο λαός να εκλέξη ευυπολήπτους γέροντας αναλόγως με τον αριθμόν των οικογενειών (...) όλοι ομού

αυτοί οι εκλεκτοί να εκλέξωσιν ένα ενιαύσιον βουλευτήν (...) με των πλειοτέρων τας ψήφους", άρθρο 17 του Κώδικος των νόμων, παρ. β', Αρχεία, τ. 1, 170).

84.. Κατ' άλλη εκδοχή του κειμένου οι ετερόχθονες αρκούσε να έχουν "σταθεράν κατοικίαν εις τας επαρχίας, παρά των οποίων εκλέγονται" (άρθρο 17 του Κώδικος των νόμων, παρ. στ', εδ. γ', Αρχεία, τ. 1, 171).

85.. Κείμενα, 35.

86.. Πρόκειται για τυποποιημένη έκφραση: "το Βουλευτικόν Σώμα, οπού παρασταίνει όλον το Έθνος", "οι παρασταίνοντες το Έθνος", Βιβλίον των Προβουλευμάτων του Βουλευτικού, αρ. 556, 21.12.1823 και αρ. 523, 3.12.1823, Αρχεία τ. 2, 679, 662.

87.. Διακήρυξη του αντιπροέδρου του Εκτελεστικού Α. Κανακάρη, 9.11.1822, Αρχεία, τ. 1, 47, 49.

88.. Ε' Ψήφισμα, 30.3.1823, Κείμενα, 37.

89.. Βλ. ήδη την παρ. 101 Σ 1822, Συντάγματα, 14.

90.. Παρ. 2, Συντάγματα, 16.

91.. Παρ. 4, 6, Συντάγματα, 16 επ.

92.. Παρ. 12, 13, Συντάγματα, 17.

93.. G. Daskalakis, ό.π., 274, Ν. Αλιβιζάτος, ό.π., 38.

94.. Α. Σβώλος, Συνταγματική ιστορία, ό.π., 27, Α. Manessis, Deux

Etats nes en 1830. Ressemblances et dissemblances constitutionnelles entre la

Belgique et la Grece, Travaux et Conferences de la Faculte de Droit de

l'Universite de Bruxelles, τ. VII (ανάτυπο), Bruxelles 1959, 22.

95.. Αρθρο 4, Συντάγματα, 25.

96.. Αρθρο 5, Συντάγματα, 25.

97.. A. Manessis, Deux Etats, ό.π., 22 επ.

98.. Αρθρο 143, Συντάγματα, 34.

99.. Αρθρο 6, Συντάγματα, 25 επ.

100.. Αρθρο 30, Συντάγματα, 27. Ευχερέστερη ήταν η πολιτογράφηση "ξένων" που είχαν παράσχει σημαντικές υπηρεσίες στην Ελλάδα, συνέβαλαν στην οικονομική, επιστημονική κλπ. πρόοδο ή είχαν υπηρετήσει στον ελληνικό στρατό (άρθρο 31, 32, 33, Συντάγματα, 27).

101.. Αρθρο 34, 35, Συντάγματα, 27.

102.. Εδώ χρησιμοποιείται γενικά ο όρος "Αντιπρόσωποι" και όχι "Παραστάτες" και γίνεται διάκριση ανάμεσα σε "Πληρεξουσίους" (μέλη συντακτικής Συνέλευσης) και "Αντιπροσώπους" (μέλη του Κοινοβουλίου) (άρθρο 8, Συντάγματα, 26). Όπως αναφέραμε, το Σ 1822 αποκαλούσε τα μέλη του Κοινοβουλίου "πληρεξουσίους Παραστάτας", όρος που σε άλλα συνταγματικά κείμενα της εποχής δηλώνει τα μέλη μιας Συντακτικής Συνέλευσης. Ανεξάρτητα από τις ορολογικές διακυμάνσεις είναι προφανής η θέσπιση μιας αποκλειστικώς αντιπροσωπευτικής δημοκρατίας καθώς και το ότι οι εκλεγόμενοι αντιπροσωπεύουν το "Έθνος" (Β' Ψήφισμα της Δ' Εθνικής Συνελεύσεως, 22.7.1829 - Κείμενα, 95-, Προκήρυξη της Δ' κατά συνέχειαν Εθνικής Συνελεύσεως, 20.7.1832 - Κείμενα, 121).

103.. Αρθρο 45, Συντάγματα, 28.

104.. Προσωπική ελευθερία, προστασία της ζωής, της τιμής και της περιουσίας, τεκμήριο αθωότητας, δικονομικές εγγυήσεις, δικαίωμα του αναφέρεσθαι, απαγόρευση δουλείας (άρθρα 9, 11-19, 21-23, 25, Συντάγματα, 26 επ.)

105.. Αρθρο 27, Συντάγματα, 27.

106.. Οσον αφορά την υιοθέτηση της ορολογίας του συνταγματισμού στην Ελλάδα, σημειώνουμε ότι το Σ 1827 χρησιμοποιεί όρους όπως "δικαιώματα του πολίτου", "πολίτης Ελλην" (άρθρα 29, 34, Συντάγματα , 27) και "καθήκοντα του Πολίτου" (βλ. τον ενσωματωμένο στο Σ "Ορκο Ελληνικό", Συντάγματα, 35).

107.. Πρακτικά, 178. Πρβλ. την επισήμανση ενός νομικού: "η εν Επαναστάσει Ελλάς ηνέωξε τας αγκάλας της εις πάντα ομοεθνή θέλοντα να εγκατασταθή εν αυτή (...). Καθ' ην εποχήν η Ελλάς ήγειρε τα όπλα κατά της δυναστείας της Τουρκικής, το διακριτικόν σημείον απέναντι των δεσποτών ήτο το θρήσκευμα. Κατά την εποχήν αυτήν αι φυλαί αι αντίζηλοι αι κατοικούσαι την Χερσόνησον του Αίμου, αίτινες σήμερον αποτελούσιν ιδίας εθνότητας, τότε τιμήν των ενόμιζον να ανήκωσιν εις την Ελληνικήν εθνότητα (...) και την συνείδησιν ταύτην ηρύοντο εκ

της κοινής θρησκείας κατ' αντίθεσιν προς τους δυνάστας και συνεπάλαισαν μεθ'

ημών εν καθαρά συνειδήσει ότι είνε Έλληνες, διότι ήσαν Χριστιανοί ορθόδοξοι"

(Σ. Στρέιτ, ό.π., 108/9).

108.. ΚΓ' Ψήφισμα, 4.3.1829, Κείμενα, 86/7. Το Σ 1827 τέθηκε εκτός ισχύος μετά την ανάθεση της εξουσίας στον Κυβερνήτη με το ΝΗ' Ψήφισμα της Βουλής (18.1.1828, Κείμενα, 73 επ.). Βλ. σχετικά Ν. Αλιβιζάτο, ό.π., 38

επ.

109.. Οδηγία του Κυβερνήτη, 4.3.1829, Κείμενα, 87 επ.

110.. Σε άλλο Ψήφισμα του Κυβερνήτη χρησιμοποιείται ο όρος "εκλογαί των πληρεξουσίων αντιπροσώπων" (ΛΑ' Ψήφισμα, 16.5.1829, Κείμενα, 90/1).

111.. Για τις συγκρούσεις Κυβερνήτη και Γερουσίας κατά τη διαμόρφωση αυτού του Ψηφίσματος βλ. τα κείμενα που παρατίθενται σε Π. Πετρίδη, ό.π., 169 επ.

καθώς και τις αναφορές σε Γ. Σωτηρέλη, ό.π., 40.

112.. Κείμενα, 86/7.

113.. Κείμενα, 87.

114.. Π. Πετρίδης, ό.π., 132. Πρβλ. Ν. Αλιβιζάτο, ό.π., 39.

115.. Κείμενα, 86.

116.. Κείμενα, 88.

117.. Το ισπανικό Σ 1812 προέβλεπε ανάλογη θρησκευτική τελετουργία για τις εκλογές, αλλά όχι περιορισμό μέσω ορκοδοσίας (άρθρα 35 επ., γερμ. μτφ. σε:

F. W. Schubert, Die Verfassungsurkunden und Grundgesetze, τ. II, Konigsberg 1850, 47 επ.).

11.8. Κείμενα, 89.

11.9. Κείμενα, 89/90.

12.0. Κείμενα, 90.

12.1. Εκθεση του Κυβερνήτη στη Δ' Εθνική Συνέλευση, 11.7.1829, Κείμενα, 91/2.

12.2. Α' Ψήφισμα, 8.12.1831, Κείμενα, 115. Η Ε' Συνέλευση συνεκλήθη μετά τη δολοφονία του Κυβερνήτη από τους οπαδούς του. Οι πράξεις της κηρύχθηκαν άκυρες από την Δ' κατά συνέχειαν Συνέλευση (Δ' Ψήφισμα, 10.8.1832, Κείμενα, 125). Το βασικό έργο της Ε' Συνέλευσης ήταν το σχέδιο του "Ηγεμονικού" Συντάγματος της 15.3.1832. Για τον ορισμό του πολίτη και των πολιτικών δικαιωμάτων στο κείμενο αυτό, βλ. S. Troianos, ό.π., 50 επ.

12.3. Διακήρυξη της 5.5.1827, Κείμενα, 57.

12.4. Στ' Ψήφισμα, 3.4.1827, Κείμενα, 61.

12.5. Αναπαραπομπή από Κ. Δημαρά, Ελληνικός Ρωμαντισμός, ό.π., 333.

12.6. Πρωτόκολλο του Λονδίνου, 3.2.1830, Κείμενα 137.

12.7. Διάταγμα της 22.2.1833, Κείμενα, 161.

12.8. Διάγγελμα του Βασιλέως, 16.2.1833, Κείμενα, 158.

12.9. Για το συνταγματικό ζήτημα την περίοδο αυτή, βλ. αναλυτικά M.

Tsapogas, Staatsrationalisierung und Verfassungsbewegung in Griechenland.

18.32-1843, διδ. διατριβή, Munchen 1992, 97 επ.

13.0. Νόμος της 10.1.1834, Κείμενα, 182. Για την κοινοτική νομοθεσία της αντιβασιλείας βλ. αναλυτικά M. Tsapogas, ό.π., 87 επ., 110 επ., 127 επ.

13.1. Ο δήμαρχος οριζόταν από το Βασιλιά ή από το Νομάρχη από έναν κατάλογο υποψηφίων που κατάρτιζε η εκλογική συνέλευση (M. Tsapogas, ό.π., 88, 117

επ.).

13.2. Κείμενα, 182 επ., απ' όπου όλα τα παραθέματα της παραγράφου.

13.3. Η υποχρεωτικότητα της ψήφου θα εισαχθεί το 1926.

13.4. Ενα όγδοο του πληθυσμού στις μικρές κοινότητες και σημαντικά μικρότερο ποσοστό στις μεγαλύτερες. Βλ. Κείμενα, 184 επ.

13.5. Κείμενα, 185.

13.6. Κείμενα, 184. Βλ. σχετικά M. Tsapogas, ό.π., 119.

13.7. Κείμενα, 183.

13.8. Ψήφισμα της 13.1.1837, Κείμενα, 202/3.

13.9. Βιβλίον των Προβουλευμάτων του Βουλευτικού, αρ. 520, 3.12.1823, Αρχεία, τ. 2, 661.

14.0. Για τις πολιτικές εξελίξεις της περιόδου βλ. αναλυτικά J.

Petropulos, ό.π., 585 επ.

14.1. Α. Σβώλος, Συνταγματική ιστορία, ό.π., 30.

14.2. Πρακτικά, 592/3. Στις τέσσερις σχετικές παραγράφους των Πρακτικών γίνεται τέσσερις φορές λόγος για "χαρά" και δύο για "αγαλλίαση".

14.3. Διάταγμα του Βασιλέως, 18.3.1844, Κείμενα, 230.

14.4. Αρθρο 15, 20, 25, Συντάγματα, 37 επ.

14.5. Ισότητα ενώπιον του νόμου, πρόσληψη σε δημόσια υπηρεσία, δικαίωμα έκδοσης περιοδικών (άρθρα 3 και 10, Συντάγματα, 36 επ.).

14.6. Αρθρο 3, Συντάγματα, 36.

14.7. Ο όρος "Βουλευταί" αντικαθιστά τους όρους "αντιπρόσωποι/παραστάτες" των προηγούμενων συνταγματικών κειμένων.

14.8. Αρθρο 59, Συντάγματα, 41.

14.9. Για μια αναλυτική παρουσίαση της συζήτησης βλ. Ι. Δημάκη, η πολιτειακή μεταβολή του 1843 και το ζήτημα των αυτοχθόνων και ετεροχθόνων, Αθήνα 1991. Πρβλ. J. Petropulos, ό.π., 30 επ., 611 επ., Ε.

Σκοπετέα, ό.π., 50 επ., Κ. Δημαράς, Ελληνικός Ρωμαντισμός, ό.π., 579, S. Troianos, ό.π., 48 επ.

15.0. Η "Μεγάλη Ιδέα" θα διατυπωθεί για πρώτη φορά επισήμως στα πλαίσια των συζητήσεων για τους ετερόχθονες (Ι. Δημάκης, ό.π., 34, 47 επ., 77).

15.1. Διάφορες περιοχές, πόλεις και κοινωνικές ομάδες (ιδίως ο στρατός)

διεκδικούν προνομιακή μεταχείριση στην Έθνοςυνέλευση προβάλλοντας την ιδιαίτερη συμβολή τους στον "αγώνα", δηλαδή την πολιτική τους "ελληνικότητα".

Τα περισσότερα αιτήματα αυτού του είδοθς θα απορριφθούν (Πρακτικά, 108

επ., 144 επ., 163 επ., Ι. Δημάκης, ό.π., 20 επ., 31).

15.2. Επρόκειτο για ετερόχθονες που δεν κατόρθωσαν να αποδείξουν τη σύνδεσή τους με ορισμένη περιοχή σύμφωνα με τον εκλογικό νόμο του 1822 καθώς και για εκπροσώπους μεταναστών, οι οποίοι δεν κατάγονταν από την αντίστοιχη περιοχή.

Βλ. Ι. Δημάκη, ό.π., 25 επ. Επ' αυτού πρέπει να επισημανθεί ότι στη Συνέλευση εξελέγησαν και εκπρόσωποι των λεγόμενων "σωματείων", δηλ. μεταναστών από την Οθωμανική Αυτοκρατορία, οι οποίοι ψήφισαν χωριστά από τους εκλογείς του τόπου εγκατάστασής τους στην Ελλάδα. Ετσι εξελέγη στην Έθνοςυνέλευση και ένας εκπρόσωπος των Βουλγάρων της Θράκης. Βλ. Ν. Αλιβιζάτο, ό.π., 60, Ι. Δημάκη, ό.π., 49, 96.

15.3. Ψήφισμα Β' της 12.1.1844 ( Πρακτικά, 720/1). Εξαιρέσεις προβλέπονταν για το στρατό, τους διπλωματικούς υπαλλήλους στο εξωτερικό, τους δασκάλους και καθηγητές. Ισης μεταχείρισης με τους αυτόχθονες απολάμβαναν και οι ετερόχθονες που εγκαταστάθηκαν μεταξύ 1827 και 1829 και συμμετείχαν "αποδεδειγμένα" σε μάχες καθώς και όσοι εγκαταστάθηκαν με την οικογένειες και τις περιουσίες τους μέχρι το 1837 κατόπιν συνθηκών με την Οθωμανική Αυτοκρατορία. Οι αποφάσεις αυτές οδήγησαν σε περίπου 100 απολύσεις από το Δημόσιο. Βλ. Ι. Δημάκη, ό.π., 227.

15.4. Κείμενα, 233 επ.

15.5. Α. Σβώλος, Συνταγματική ιστορία, ό.π., 37.

15.6. Ν. Αλιβιζάτος, ό.π., 65. Πρβλ. G. Daskalakis, ό.π., 289, Γ. Σωτηρέλη , ό.π., 41 επ. με αναφορά στοιχείων για την εισαγωγή της καθολικής ψηφοφορίας σε ευρωπαϊκές χώρες (79 επ.).

15.7. Αρθρο 4, Κείμενα , 233. Το σχέδιο νόμου προέβλεπε τη διατήρηση της έμμεσης ψηφοφορίας ως "αντιστάθμισμα" της γενικής παροχής εκλογικού

δικαιώματος (Πρακτικά, 586 επ., 599). Η πρόταση απορρίφθηκε με ισχυρότατη πλειοψηφία (177:5) -βλ. στο ίδιο, 602.

15.8. Αρθρο 5, Κείμενα, 233/4.

15.9. "Εις τον Ελληνα τίμημα είναι αι πληγαί και τα υπέρ της ελληνικής δόξης πάθη" επισήμαινε ένας πληρεξούσιος (Πρακτικά, 600).

16.0. Σύμφωνα με απόψεις Βουλευτών, οι περιορισμοί απέβλεπαν στο να εμποδίσουν "να ίδωμεν επί των εδρών των Βουλευτών χωρικούς καθημένους" - Πρακτικά, 602- και θεωρούνταν "ως εγγύησις της καλής και ανεξαρτήτου χρήσεως του δικαιώματος του ψηφοφορείν" - στο ίδιο, 606. Την ίδια θέση υποστήριζαν οι εκπρόσωποι των Μεγάλων Δυνάμεων. Βλ. A. Manessis, Deux Etats, ό.π., 54.

16.1. Βλ. π.χ. Πρακτικά, 620 ("εννοείται προς τούτοις ότι οι εργάται έχουν ανεξάρτητον επιτήδευμα").

16.2. Ν. Ν. Σαρίπολος, Ελληνικόν συνταγματικόν δίκαιον, τ. I, Αθήναι 1915, ανατυπ. 1987, 33 επ. Παρομοίως οι G. Daskalakis, ό.π., 289, A.

Manessis, Deux Etats, ό.π., 53, Ν. Αλιβιζάτος, ό.π., 66, Γ.

Σωτηρέλης, ό.π., 42.

16.3. Στις δημοτικές εκλογές εξακολουθούσαν να ισχύουν οι περιορισμοί του οθωνικού νόμου και για την άσκηση λειτουργημάτων, όπως εκείνο του ενόρκου, απαιτούνταν έγγεια ιδιοκτησία (Ν. Ι. Σαρίπολος, Πραγματεία του συνταγματικού δικαίου, Αθήνησι 1851, ανατυπ. 1993, 317). Οι διαφοροποιήσεις των κοινωνικώς ισχυρών είναι πάντοτε πολλαπλές.

16.4. Αρθρο 27, Κείμενα, 238.

16.5. Ως όριο τέθηκε η έλευση μέχρι το 1827 ή έστω μέχρι το 1829 αν αποδεικνυόταν η συμμετοχή σε μάχες. Επίσης έπρεπε να είναι εγκαταστημένοι στην περιφέρεια της εκλογής τους εδώ και ένα χρόνο τουλάχιστον (στο ίδιο) .

16.6. Αρθρο 30, Κείμενα, 239. Το δικαίωμα παρασχέθηκε μετά από σχετική αναφορά 24 Καθηγητών Πανεπιστημίου στην Έθνοςυνέλευση και θεωρήθηκε ως αναγνώριση της εθνικής σημασίας του "Πανεπιστημίου της Ανατολής"

( Πρακτικά, 531 επ.). Βλ. σχετικά Γ. Αναστασιάδη, "Η της τρίτης Σεπτεμβρίου εν Αθήναις" Εθνική Συνέλευση (1843-1844)", Θεσσαλονίκη 1992, 122

επ.

16.7. Αρθρο 1, Κείμενα 233. Ο νόμος προέβλεπε χαμηλότερο εκλογικό μέτρο για την Υδρα, τις Σπέτσες και τα Ψαρρά λόγω της ιδιαίτερης συμβολής τους στην Επανάσταση καθώς και για όσους είχαν εγκατασταθεί στην Ελλάδα έως το 1837 σε ξεχωριστούς οικισμούς κατόπιν συμβάσεων με την Οθωμανική Αυτοκρατορία (Ι. Δημάκης , ό.π., 40 επ., 231 επ.). Οι τελευταίοι εξέλεγαν "ιδιαίτερον Βουλευτήν" ως εκπρόσωπο της περιοχής καταγωγής των μεταναστών (άρθρα 2, 3, Κείμενα, 233). Δεδομένου ότι αυτές οι περιοχές ανήκαν στην Οθωμανική Αυτοκρατορία, η διάταξη προκάλεσε εντονότατες διαμαρτυρίες της Υψηλής Πύλης.

Βλ. Ι. Δημάκη, ό.π., 184 επ.

16.8. Γ. Σωτηρέλης, ό.π., 43 επ.

16.9. Για τους περί ιθαγενείας νόμους της περιόδου (νόμος της 15.5.1835 και "Αστυκός Ελληνικός Νόμος" της 29.10.1856), βλ. Ν. Ι. Σαρίπολο, Πραγματεία, ό.π., 724 επ. και Σ. Στρέιτ, ό.π., 113 επ., Γ.

Σωτηρέλη, ό.π., 177 επ.

17.0. Γι' αυτή την τομή που αρχίζει με τη διεθνή αναγνώριση του ελληνικού

κράτους βλ. Σ. Στρέιτ, ό.π., 108 επ.

17.1. Η ονομασία δεν έγινε δεκτή από τη Συνέλευση που αποφάσισε να λάβει -για λόγους "συνέχειας"- το όνομα "Η εν Αθήναις δευτέρα των Ελλήνων Συνέλευσις"

(Απόσπασμα από τα πρακτικά, Κείμενα, 274). Οι όροι "Εθνική Συνέλευσις"

και "Εθνική των Ελλήνων Συνέλευσις" θα χρησιμοποιηθούν επίσης στα ψηφίσματά της (Κείμενα, 276/7).

17.2. "Ψήφισμα του Εθνους", 15.10.1862, Κείμενα, 259.

17.3. Στο ίδιο.

17.4. Ψήφισμα της 25.11.1862, Κείμενα, 263/4.

17.5. Αρθρα 2, 4, Κείμενα, 263. Συνέπεια ήταν η εκλογή πέραν των 20

πληρεξουσίων από ελληνικές κοινότητες στο Παρίσι, την Τεργέστη, την Ιερουσαλήμ, το Κάιρο και αλλού (βλ. τον κατάλογο των εκλεγέντων σε Γ.

Σωτηρέλη, ό.π., 446 επ.).

17.6. Για τις προϋποθέσεις εκλογιμότητας βλ. άρθρο 15, Κείμενα, 264. ο αποκλεισμός των γυναικών δεν αναφέρεται στο κείμενο, αλλά προφανώς εξακολουθεί να ισχύει ως "αυτονόητος".

17.7. Η' Ψήφισμα, 9.2.1863, Κείμενα, 277.

17.8. Την παραίτηση του Οθωνα ακολούθησε η αναγόρευση του Δανού Πρίγκηπα Γεωργίου σε "Συνταγματικόν Βασιλέα των Ελλήνων" (ΚΕ' Ψήφισμα της Έθνοςυνέλευσης, 18.3.1863, Κείμενα, 287). Το νέο Σύνταγμα διακήρυξε:

"Απασαι αι εξουσίαι πηγάζουν εκ του Εθνους" (άρθρο 21, Συντάγματα, 48)

και όρισε ότι ο βασιλιάς δρα αποκλειστικά ως κρατικό όργανο: "Ο Βασιλεύς δεν έχει άλλας εξουσίας, ειμη όσας τω απονέμουσι ρητώς το Σύνταγμα και οι συνάδοντες προς αυτό ιδιαίτεροι Νόμοι" (άρθρο 44, Συντάγματα, 50). Ετσι η μοναρχική αρχή αντικαθίσταται από την αρχή της "βασιλευομένης" δημοκρατίας.

17.9. Βλ. ενδεικτικά Γ. Μηλιό, Ο ελληνικός, ό.π., 228 επ., Ε.

Σκοπετέα ό.π., 257 επ.

18.0. Διάταγμα του Βασιλέως για τη δημοσίευση του Συντάγματος (17.11.1864), Κείμενα, 422.

18.1. Νέες είναι οι διατάξεις που θεσπίζουν την ελευθερία συνάθροισης και συνεταιρισμού για "Ελληνας" (άρθρο 10, 11, Συντάγματα, 47).

18.2. Αρθρο 3, Συντάγματα, 46.

18.3. Αρθρο 66, Συντάγματα, 52. Για την εκλογική νομοθεσία και πρακτική της περιόδου και τις σχετικές κοινοβουλευτικές συζητήσεις βλ. την άρτια πραγμάτευση σε Γ. Σωτηρέλη, ό.π., 45 επ. και passim.

18.4. Αρθρο 70, Συντάγματα, 52.

18.5. Νόμος 93 της 21.11.1864, Κείμενα, 428 επ.

18.6. Αρθρο 4, Κείμενα, 429. Για τη σχετική κοινοβουλευτική συζήτηση βλ.

Γ. Σωτηρέλη, ό.π., 169 επ.

18.7. Αρθρο 5, Κείμενα 429.

18.8. Για τις συζητήσεις και απόψεις των συνταγματολόγων, οι οποίοι συνήθως συνηγορούν στον αποκλεισμό των γυναικών με αναφορά στις αρετές της μητέρας και νοικοκυράς, βλ. Γ. Σωτηρέλη, ό.π., 213 επ.

18.9. Στην πράξη ωστόσο το Κοινοβούλιο που έκρινε τη νομιμότητα των εκλογών έτεινε να θεωρήσει ως δεδομένη την πλήρωση των προϋποθέσεων επαγγέλματος και περιουσίας (βλ. Γ. Σωτηρέλη, ό.π., 175, 202, 409 επ.). Ως φαινομενικά μόνον περιοριστικές χαρακτηρίζει αυτές τις διατάξεις ο Ν. Ν. Σαρίπολος, Ελληνικόν, τ. I, 282.

19.0. Νόμος ΧΜΗ', 17.9.1877, Κείμενα, 436.

19.1. Αυτό έγραφε το 1800 ο Α. Κοραής (αναπαραπομπή από Γ. Δασκαλάκη, ό.π., 150).

19.2. Βλ. ενδεικτικά Ν. Ν. Σαρίπολο, Η πρώτη Έθνοςυνέλευσις, ό.π., 11

επ., Α. Σβώλος, Τα πρώτα ελληνικά πολιτεύματα, ό.π., passim, A.

Manessis , Deux Etats, ό.π., passim, Π. Ζέπο, Νομική, in: Μεγάλη Ελληνική Εγκυκλοπαίδεια, τ. 10, Αθήναι 1962, 525 επ., Γ. Δασκαλάκη, Το πολιτικό σύστημα των Ηνωμένων Πολιτειών πρότυπο για το οριστικό πολίτευμα της Ελλάδος. Γνώμες και συστάσεις του Αδαμαντίου Κοραή, Νέα Εστία 1983, τ. 1355, 147 επ., Γ. Μιχαηλίδη-Νουάρο, Η επιρροή των ιδεών της Γαλλικής Επανάστασης στο ελληνικό ιδιωτικό δίκαιο, ΝοΒ 1988, 1 επ.

19.3. Βλ. σχετικά D. Grimm, ό.π., 51 επ., 57 επ., 87 επ.

19.4. όπ. π.

19.5. A. Manessis, Deux Etats, ό.π., 29.

19.6. Οι πνευματικές σχέσεις με τη Γαλλία ήταν βεβαίως ιδιαίτερα έντονες. Πολλά φιλοσοφικά και ιστορικά έργα καθώς και επαναστατικά φυλλάδια και "κατηχήσεις"

μεταφράζονται στα ελληνικά (P. Kitromilides, Tradition, ό.π., 262 επ., του ίδιου, Η Γαλλική Επανάσταση, ό.π., 54 επ., 105, 122, Κ.

Δημαράς, Ελληνικός Ρωμαντισμός, ό.π., 352 επ.), διανοούμενοι και εφημερίδες ενημερώνουν για την κατάσταση στην επαναστατική Γαλλία (Π. Κιτρομηλίδης, Η Γαλλική Επανάσταση, ό.π., 50 επ.), στην Istanbul και στα Ιόνια Νησιά ιδρύονται από το 1794 οργανώσεις "Γιακωβίνων" (στο ίδιο, 56 επ.), γαλλικά συνταγματικά κείμενα μεταφράζονται τάχιστα (βλ. προηγουμένως σημ. 28) και οι περισσότεροι νομικοί των πρώτων χρόνων μετά την ελληνική Επανάσταση σπουδάζουν στη Γαλλία (Π. Ζέπος, Νομική, ό.π., 525 επ.). Η "ελληνική" Μασσαλιώτιδα αποτελούσε τραγούδι αγώνα των Ελλήνων πατριωτών (A. Manessis, L'activite, ό.π., 85, σημ. 24). Για τη διάδοση των τελετουργικών και των συμβόλων της Γαλλικής Επανάστασης στα Βαλκάνια, βλ. γενικότερα Π. Κιτρομηλίδη, Η Γαλλική Επανάσταση, ό.π., 28 επ.

19.7. Α. Σβώλος, Τα πρώτα ελληνικά πολιτεύματα, ό.π., 742, A.

Manessis, Deux Etats, ό.π., 29.

19.8. Α. Σβώλος, Τα πρώτα ελληνικά πολιτεύματα, ό.π., 742. Πρβλ. A.

Manessis, Deux Etats, ό.π., 27 επ.

19.9. Διακήρυξη 1789, άρθρο 6. Βλ. επίσης γαλλ. Σ 1791, τίτλος III, άρθρο 2.

20.0. Βλ. και γαλλ. Σ 1791, τίτλος I, τμήμα 1.

20.1. Διακήρυξη 1789, άρθρα 13, 14. Βλ. και γαλλ. Σ 1791, τίτλος I, τμήμα 1.

20.2. Αυτό διαπιστώνει αναφερόμενος στη Γαλλία ο O. Le Cour Grandmaison, Les citoyennetes en Revolution (1789-1794), Paris 1992, 85.

20.3. Α. Σβώλος, Τα πρώτα ελληνικά πολιτεύματα, ό.π., 743.

20.4. Για την έμμεση και τιμηματική ψηφοφορία στη Γαλλία βλ. Σ 1791, τίτλος III, κεφ. I, τμήμα II, άρθρα 2, 7, Σ 1795, άρθρα 8, 16, 35, 74, 83. Πρβλ.

O. Le Cour Grandmaison, ό.π., 18 επ., 71 επ.

20.5. Αρθρα 4, 8.

20.6. Τίτλος II, άρθρο 1 και τίτλος III, άρθρο 1.

20.7. A. Manessis, Deux Etats, ό.π., 39 επ. με αναφορά και των σημαντικότερων διαφορών (49 επ., 52 επ.). Πρβλ. P. Zepos, Griechenland, in: H. Coing (εκδ.), Handbuch der Quellen und Literatur der neueren

europaischen Privatrechtsgeschichte, Bd. III/5, Munchen 1988, 485. Ας σημειωθεί τέλος ότι το βελγικό Σύνταγμα είχε μεταφρασθεί στα ελληνικά το 1843

(βλ. Γ. Σωτηρέλη, ό.π., 481).

20.8. A. Manessis, Deux Etats, ό.π., 52 επ., 65 επ.

20.9. Στο ίδιο, 46, 61.

21.0. Διακήρυξη του 1789. Γαλλ. Σ 1791, τίτλος I. Διακήρυξη του 1793.

21.1. Ας σημειωθεί παρενθετικά και μια άλλη διαφορά. Τα ελλ. Συντάγματα προβλέπουν μεν την προστασία της ατομικής ιδιοκτησίας, αλλά δεν την χαρακτηρίζουν "ιερή και απαραβίαστη" όπως η Διακήρυξη του 1789 (άρθρο 17) και πολλά μετέπειτα συνταγματικά κείμενα της Γαλλίας (πρβλ. Α. Σβώλο, Τα πρώτα ελληνικά πολιτεύματα, ό.π., 744). (Στην Ελλάδα μόνον η Δ' κατά συνέχειαν Έθνοςυνέλευση είχε "προ οφθαλμών την ιερότητα της ιδιοκτησίας" -Α' Ψήφισμα, 20.7.1832, Κείμενα, 123.) Αυτό οφείλεται πιθανώς στο ότι οι περισσότεροι Έλληνες κατείχαν γη, η οποία μετά από την "εθνικοποίηση" των γαιών της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας ανήκε νομικώς στο ελληνικό κράτος. Η ασάφεια ως προς το ιδιοκτησιακό καθεστώς δεν επέτρεπε την "αγιοποίηση" της ατομικής ιδιοκτησίας εκ μέρους του κράτους.

21.2. S. Wahnich, L'impossible citoyen. L'etranger dans le discours de la

Revolution francaise, Paris 1997, 67 επ., O. Le Cour Grandmaison, ό.π., 249 επ.

21.3. Α. Μάνεσης, Η φιλελεύθερη, ό.π., 274 επ., 280 επ., Α.

Ελεφάντης, 22. Γι' αυτό το λόγο όλα τα ελληνικά Συντάγματα (με εξαίρεση το Σ 1927) ξεκινούν με επίκληση της "Αγίας και Ομοουσίου Τριάδος" (από το Σ 1844 με προσθήκη του "Αδιαιρέτου"), καίτοι η Ορθόδοξη Εκκλησία δεν είχε κεντρικό πολιτικό ρόλο, όπως π.χ. η Καθολική Εκκλησία στην Ισπανία, όπου το Σ 1812 αρχίζει με ανάλογη επίκληση (B. Clavero, Vocacion catolica, ό.π., 41 επ.).

Η ιδεολογική παγίωση ενός κοινού "εθνικού" συμφέροντος όσων νίκησαν οριστικά τους "δεσπότες" ερμηνεύει το ότι τα ελληνικά Συντάγματα μέχρι το 1975 δεν αναφέρονταν στο δικαίωμα αντίστασης που σταθερά κατοχυρωνόταν σε χώρες με έντονες και ορατές πολιτικές συγκρούσεις συμφερόντων, όπως η Γαλλία (βλ. π.χ.

άρθρο 2 της Διακήρυξης του 1789).

21.4. Ο ανοιχτά ταξικός χαρακτήρας της πολιτικής αντιπαράθεσης στη Γαλλία οδήγησε πάντως σε ευρείς αποκλεισμούς στην άσκηση των πολιτικών δικαιωμάτων, με πλέον οξεία μορφή τη διατήρηση της δουλείας στις γαλλικές αποικίες. Για τη συζήτηση σχετικά με την πολιτική ιδιότητα στην επαναστατική Γαλλία βλ. O.

Le Cour Grandmaison, ό.π., 155 επ.

21.5. O. Le Cour Grandmaison, ό.π., 100 επ., 143 επ., 249, F.

Gauthier, Triomphe et mort du droit naturel en Revolution. 1789-1795-1802, Paris 1992, 152 επ., S. Wahnich, ό.π., 163 επ.

21.6. Το ζήτημα έχει περίπλοκες και αντιφατικές πολιτικές πλευρές, όπως δείχνουν οι περιοριστικές ρυθμίσεις της νομικής κατάστασης των αλλοδαπών μετά το 1793 (εν μέρει λόγω του πολεμικής κατάστασης) καθώς και τα κύματα καταστολής κατά των "ξένων" το 1794. Για την "επιλεκτική φιλοξενία" της περιόδου αυτής βλ. S. Wahnich, ό.π., passim.

21.7. Ε. Σκοπετέα, ό.π., 192 επ., Γ. Δρόσος, ό.π., 142 επ., 148.

21.8. Για το νομικό ιστορικισμό στην Ελλάδα βλ. τις εθνικιστικές και αξιωματικώς ιδεαλιστικές αναλύσεις σε Ν. Πανταζόπουλο, Το δια της Επαναστάσεως του 1821 θεσπισθέν δίκαιον και οι Έλληνες νομικοί, Θεσσαλονίκη 1971 καθώς και του ίδιου, Νεοελληνικό κράτος και Ευρωπαϊκή κοινότητα. ο καταλυτικός ρόλος των Βαυαρών, Αθήνα 1998, 66 επ., 168 επ., 228 επ. (κριτική του "δικαιικού ολοκληρωτισμού" του γραπτού δικαίου που αποδίδεται στον Ιουστινιανό και στη Βαυαρική Αντιβασιλεία (94) σε αντίθεση με τις καθ'

υπόθεσιν γόνιμες και φιλελεύθερες ρυθμίσεις του "δημώδους" δικαίου και του "κοινοτισμού". Αγώνας του "πατρίου ημών δικαίου" εναντίον "ξένων -231). Πρβλ.

τις βιβλιογρ. αναφορές σε M. Tsapogas, ό.π., 147 επ.

21.9. Βλ. αναλυτικά G. Varouxakis, The Idea of "Europa" in Nineteenth

Century Greek Political Thought, in: Ph. Carabott (εκδ.), Greece and Europe in

the Modern Period, London 1995, 16 επ.

22.0. Ο χαρακτηρισμός προέρχεται από κείμενο του Παπαδιαμάντη του 1892. Βλ.

σχετικά Σ. Δημούλη, Ο Αλ. Παπαδιαμάντης και η Γαλλική Επανάσταση, in:

του ίδιου, "Ως Ελαία και Κυπάρισσος". Κριτικές και Δοκίμια, Λαμία 1996, 243 επ. (244). Για αντίστοιχου πνεύματος πολεμικές βλ. τις αναφορές σε Κ.

Δημαρά, Ελληνικός Ρωμαντισμός, ό.π., 333 επ.

22.1. Η ανάγνωση των συνταγματικών μελετών του 19ου αιώνα επιβάλλει μια σχετικοποίηση της θέσης για τον μη εθνικό χαρακτήρα της Νομικής. Αυτές οι μελέτες δεν ασχολούνται μεν με την ελληνική ιστορία του δικαίου ούτε επιχειρούν κάποια "αναβίωση". Ωστόσο έχουν ως πάγιο σημείο αναφοράς αρχαίους Έλληνες φιλοσόφους, οι οποίοι χρησιμοποιούνται ως ύπατες αυθεντίες για την επίλυση ποικίλων ζητημάτων πολιτικής φιλοσοφίας και δημοσίου δικαίου (βλ.

συνθετικά Γ. Δρόσο, ό.π., 134 επ.).

22.2. Για τα συνταγματολoγικά κείμενα και τις μεταφράσεις Συνταγμάτων που δημοσίευσε ο Α. Πολυζωίδης στο Μεσολόγγι το 1824 και 1825, βλ. Ν.

Πανταζόπουλο , Το δια της Επαναστάσεως, ό.π., 20, του ίδιου, Νεοελληνικό κράτος, ό.π., 235, P. Zepos, Griechenland, ό.π., 522, Ch.

Argyriadis, 211. Για το δίτομο έργο του Ι. Κοκκώνη, Περί πολιτειών.

Περί των εις σύνταξιν και συντήρησιν αυτών και περί πολιτικής κυβερνήσεως, Παρίσι 1829, βλ. Γ. Δρόσο, ό.π., 24 επ. Τα ελληνικά επαναστατικά Συντάγματα σχολιάζονται σε άρθρα εφημερίδων και σε μελέτες πολιτικού χαρακτήρα (βλ. ενδεικτικά τις αναλύσεις και τον βιβλιογρ. κατάλογο σε Ch.

Argyriadis, 121 επ., 201/2). Ο σχολιασμός του Συντάγματος του 1822 από τον Α. Κοραή (P. Kitromilides, Tradition, ό.π., 447 επ., Γ.

Δασκαλάκης , ό.π., 136 επ., Ch. Argyriadis, 56 επ.) όχι μόνο δημοσιεύθηκε για πρώτη φορά το 1933 (και άρα δεν είχε επίδραση στην περίοδο που εξετάζουμε εδώ), αλλά και εξυπηρετούσε κυρίως πολιτικούς σκοπούς.

Εντάσσεται στην ηθικοφιλοσοφική παράδοση εύρεσης του "άριστου" πολιτεύματος χωρίς να διακρίνεται από γνώση της νομικής συζήτησης.

22.3. G. Daskalakis, ό.π., 280, 285, Ν. Πανταζόπουλος, Το δια της Επαναστάσεως, ό.π., 21, 26 επ., του ίδιου, Νεοελληνικό κράτος, 209-211

(ιδίως σημ. 555, 557, 558, 560, 561, 562 και τον βιβλιογρ. πίνακα, 235-238), Ch. Argyriadis, 52 επ., 92, Γ. Νάκος, Το πολιτειακόν καθεστώς της Ελλάδος επί Οθωνος μέχρι του Συντάγματος του 1844, διδ. διατριβή, Θεσσαλονίκη 1974, 19 επ.

22.4. Π. Ζέπος, Νομική, ό.π., 526 και Griechenland, ό.π., 520 επ.

22.5. Π. Ζέπος, Νομική, ό.π., 525.

22.6. Ν. Πανταζόπουλος, Νεοελληνικό κράτος, ό.π., 212.

22.7. Το 1836 μεταφράσθηκε από τον Α. Πολυζωίδη έργο του K. H. Gross με τον τίτλο "Αρχαί της φιλοσοφικής επιστήμης του δικαίου" (G. Daskalakis, ό.π., 285, Ν. Πανταζόπουλος, Το δια της Επαναστάσεως, ό.π., 27, του ίδιου, Νεοελληνικό κράτος, ό.π., 215.).

22.8. Π. Ζέπος, Νομική, ό.π., 526 και Griechenland, ό.π., 516.

22.9. Βλ. π.χ. Ν. Πανταζόπουλου, Νεοελληνικό κράτος, ό.π., 214 επ.

23.0. Ι. Αραβαντινός, Ελληνικόν συνταγματικόν δίκαιον, Εν Αθήναις, τ. I

18.97, τ. II 1902.

23.1. Ν. Ν. Σαρίπολος, Ελληνικόν συνταγματικόν δίκαιον, τ. I, (3η εκδ.)

19.15, τ. II (4η εκδ.) 1923, τ. III (4η εκδ.) 1923.

23.2. Ν. Ν. Σαρίπολος, Ελληνικόν, τ. I, 10.

23.3. Γ. Πάσχος, Κράτος δικαίου και πολιτική, Αθήνα 1991, 249.

23.4. Βλ. την επισκόπηση σε Γ. Δρόσο, ό.π., 21-221.

23.5. Στο ίδιο, 41.

23.6. Ν. Παππαδούκας, Ιππόδαμος. Αρχαί του συνταγματικού δικαίου ή το ελληνικόν Σύνταγμα σχολιασμένον, Εν Αθήναις 1848, ιε', κβ', όπου και τα εξής αποσπάσματα: "οι άνθρωποι δια να είναι ευδαίμονες, πρέπει να έχουν ακεραίαν την ελευθέραν ενέργειαν των ηθικών και φυσικών δυνάμεών των", "τα συμφέρονταν ταύτα [ενν. τα ιδιωτικά -Δ.Δ.] και τα δικαιώματα απέναντι του γενικού

συμφέροντος θυσιάζονται (...). Το χρέος του αγαθού πολίτου είναι να υπακούη εις τους νόμους" (στο ίδιο, 160, 174).

23.7. Ετσι π.χ. η απαγόρευση της έκδοσης αλλοδαπού που διώκεται για πολιτικά εγκλήματα θεμελιώνεται με παραπομπή σε γαλλικό νομικό εγχειρίδιο (στο ίδιο, 145).

23.8. Στο ίδιο, 291.

23.9. Ο συγγραφέας επικαλείται την τιμηματική ψήφο στη Γαλλία, το Βέλγιο "και εις όλα τα λοιπά συνταγματικά της Ευρώπης κράτη" (290).

24.0. Ο Ν. Ι. Σαρίπολος ήταν μεταξύ άλλων εισηγητής στην επιτροπή επεξεργασίας του Σ 1864. Για το έργο του βλ. πρόχειρα Κ. Γεωργόπουλο, Πρόλογος, in:

Ν. Ι. Σαρίπολος, Πραγματεία, ό.π., 7 επ.

24.1. Χρησιμοποιούμε εδώ την πρώτη έκδοση. Η δεύτερη κυκλοφόρησε το 1874/5.

24.2. Στο ίδιο, 46 επ. Η κυριαρχία θεωρείται ως "στοιχείον" του έθνους (33 επ.)

24.3. Στο ίδιο, 47 επ.

24.4. Το ίδιο εννοιολογικό περιεχόμενο έχουν οι δύο όροι σε άλλους συνταγματολόγους του 19ου αιώνα. Βλ. Α. Στούπη, Σύστημα Συνταγματικού Δικαίου, τ. Α', Εν Αθήναις 1889, 35, 37, 50 επ. με την επισήμανση ότι το ελληνικό έθνος αποτελείται από πολλούς λαούς (37). Η σημασιολογική αντιστροφή (βλ. προηγουμένως κεφ. 3.3.) είναι εμφανής στο δημοσιευθέν το 1893 "Συνταγματικόν δίκαιον" του Σ. Στρέιτ, ό.π., 65 επ.

24.5. Ν. Ι. Σαρίπολος, Πραγματεία, ό.π., 84, σημ. α.

24.6. Στο ίδιο, 312 επ. (314, 315).

24.7. Στο ίδιο, 311, 317.

24.8. Στο ίδιο, 724, 725, 730.

24.9. Στο ίδιο, 736. Σύμφωνα με το Σαρίπολο, η μεταχείριση των αλλοδαπών δηλώνει την κατάσταση "των κατωτέρων ιθαγενών ταξεων". Οταν οι αλλοδαποί στερούνται δικαιωμάτων και υφίστανται δυσμενή μεταχείριση, αυτό αποτελεί ένδειξη "της εσωτερικής της κοινωνίας ανισότητος" (736/7).

25.0. Στο ίδιο, 71 με παραπομπή σε τρία εγχειρίδια σε γαλλική γλώσσα.

25.1. Στο ίδιο, 270, 614.

25.2. Στο ίδιο, 145 επ.

25.3. Στο ίδιο, 70, 188, 658, 659, 677, 678, 692, 720, 722, 744, 789, 799, 810, 812, 818, 822, 905 (ο χαρακτηρισμός από σελ. 677).

25.4. Στο ίδιο, 764.

25.5. Βλ. επίσης την έκθεση του Ν. Ι. Σαρίπολου για το Σ 1864, Κείμενα, 313.

25.6. O Δ. Κυριακού πεθαίνει το 1869. Το εν λόγω έργο εκδόθηκε το 1904 από τον εγγονό του Α. Διομήδη (Δ. Κυριακού, Ερμηνεία του Ελληνικού Συντάγματος, 2 τόμοι, Aθήναι 1904).

25.7. Δ. Κυριακού, Ερμηνεία, ό.π., τ. I, 30.

25.8. Δ. Κυριακού, Ερμηνεία, ό.π., τ. II, 121 επ. Βλ. επίσης τις παρατηρήσεις στο Σ 1864, Κείμενα, 348 επ.

25.9. Δ. Κυριακού, Ερμηνεία, ό.π., τ. II, 123, 125, 127, 164: "Αρα γυμνός τις ανήλικος ως υιός πατρός έχοντος ιδιοκτησίαν ένα χοίρον ή μιαν αμυγδαλήν, δύναται να ψηφοφορήση ως εκλογεύς!" (129/30, σημ. 18). "Ο νέος νόμος θεωρεί ικανόν εις το ψηφοφορείν πάντα ενήλικον (...), πάντα επαίτην, αγύρτην ή ευτελές τι επάγγελμα μετερχόμενον (...). Και οι απλοί στρατιώται λόγω της καθολικής ψηφοφορίας έχουσι το δικαίωμα του ψηφοφορείν" (130 και 131, σημ.

22.).

26.0. Στο ίδιο, 123.

26.1. Στο ίδιο, 130 επ. (133).

26.2. Στο ίδιο, 163 επ.

26.3. Στο ίδιο, 133, σημ. 26.

26.4. Δ. Κυριακού, Ερμηνεία, ό.π., τ. I, 210.

26.5. Δ. Κυριακού, Παρατηρήσεις για το Σύνταγμα του 1864, Κείμενα, 347.

26.6. Δ. Κυριακού, Ερμηνεία, ό.π., τ. I, 212 επ.

26.7. Δ. Κυριακού, Ερμηνεία, ό.π., τ. II, 126 επ., 132.

26.8. Στο ίδιο, 132, σημ. 24.

26.9. Πρόκειται για τα έργα: Α. Ροντήρη, Η κατά Σύνταγμα οργάνωσις του κράτους, 2 τόμοι, Εν Αθήναις 1874-1879, Γ. Φιλαρέτου, Το Σύνταγμα της Ελλάδος Εν Αθήναις 1889, Α. Στούπη, ό.π., Θ. Φλογαϊτη, Εγχειρίδιον συνταγματικού δικαίου, 2α εκδ. Αθήναι 1895, ανατυπ. 1987. Πρέπει να επισημανθεί η ελληνική μετάφραση του έργου του Bluntschli , Lehre vom modernen Staat το 1882 με τίτλο Γενικαί αρχαί του κράτους .

27.0. Για το τελευταίο βλ. Κ. Δημαρά, Ελληνικός Ρωμαντισμός, ό.π., 571

επ.

27.1. Για τα όρια των πολιτικών κατασκευών της νεωτερικότητας βλ. A.

Baratta/Χ. Γιαννούλη, Από το δίκαιο της Ευρώπης στην Ευρώπη των δικαιωμάτων (II), Θέσεις, τ. 61, 1997, 63 επ., C. Messner, Das Subjekt als Horizont.Zur Reprasentation von "Individuum und Gesellschaft" im philosophischen Diskurs, Wurzburg 1998.

 
< Προηγ.   Επόμ. >
Θέσεις, τριμηνιαία επιθεώρηση, 38ο έτος (1982-2020), εκδόσεις Νήσος, (Σαρρή 14, 10553, Αθήνα, τηλ-fax: 210-3250058)
Το περιεχόμενο διατίθεται ελεύθερα για μη εμπορικούς σκοπούς, υπό τον όρο της παραπομπής στην αρχική του πηγή