«Κρίση του Μαρξισμού», επικαιρότητα του μαρξισμού Εκτύπωση
Τεύχος 6, περίοδος: Ιανουάριος - Μάρτιος 1984


«Κρίση του Μαρξισμού», Επικαιρότητα του μαρξισμού

του Έτιέν Μπαλιμπάρ

μετάφραση Χρήστος Θεοχαρας


Όταν, το 1960, ο Σάρτρ δημοσίευε την Κριτική του διαλεκτικού Λόγου (που έμελλε να παραμείνει ημιτελής) μπόρεσε να ισχυριστεί σαν κάτι το προφανές ότι: «ο μαρξισμός αποτελεί την αξεπέραστη φιλοσοφία της εποχής μας». Τουλάχιστον στην Γαλλία, όσοι αμφισβητούσαν την άποψη αυτή, φαίνονταν τότε σαν να αντενεργών, σαν «αντιδραστικοί» στην κυριολεξία. Τα επιχειρήματα τους φαίνονταν καθαρά αμυντικά. Το σημαντικό πρόβλημα για μια ολόκληρη γενιά που είχε γνωρίσει ταυτόχρονα την πολιτική και τη φιλοσοφία βρισκόταν μόνο στο πως να νοείται ο μαρξισμός. Για την ακρίβεια το πρόβλημα ήταν αυτό της επιλογής ενός μαρξισμού ανάμεσα στις διαφορετικές παραδόσεις που επικαλούνταν το συγγραφέα του Κεφαλαίου.

Μερικά χρόνια αργότερα, το έργο του Αλτουσέρ πρότεινε την «επιστροφή» στον Μαρξ (δηλαδή στην αυθεντικότητα των επιστημονικών και φιλοσοφικών εννοιών που επικάλυψαν οι διαδοχικές ακαδημαϊκές ερμηνείες) και ταυτόχρονα υπογράμμιζε την ανάγκη παραγωγής νέων μαρξιστικών εννοιών, σύγχρονων με τις πολιτικές, κοινωνικές και επιστημονικές επαναστάσεις του δεύτερου μισού του εικοστού αιώνα: Φαινόταν έτσι ότι δημιουργούνταν οι προϋποθέσεις γι' αυτό που ένας κριτικός, παλιός μαθητής του Σάρτρ ονόμαζε τότε «νέο ξεκίνημα του διαλεκτικού υλισμού».1

Φαινομενικά η κατάσταση έχει σήμερα αντιστραφεί τουλάχιστον σε μια χώρα σαν την Γαλλία. Αυτό που φαίνεται να επιβάλλεται σαν προφανές είναι μάλλον η «κρίση του μαρξισμού». Ο ίδιος ο Αλτουσέρ σ' ένα από τα τελευταία κείμενα του2 οικειοποιείται τη διαπίστωση αυτή. Είναι βέβαια αλήθεια ότι ο Αλτουσέρ βεβαίωνε από τη μια μεριά ότι η κρίση αυτή δεν είναι καινούρια (αλλά ήταν ανοικτή με λανθάνοντα τρόπο εδώ και περισσότερα από 50 χρόνια). Από την άλλη μεριά θεωρούσε ότι αποτελεί, πραγματικά, την ιστορική ευκαιρία που παρουσιάζεται στο μαρξισμό, να ξεφύγει από εσωτερικά και εξωτερικά εμπόδια που αντιτίθενται στην ανάπτυξη του, με δυο λόγια να ζήσει σήμερα σαν επαναστατιακή θεωρία. Το πιο πιθανό όμως είναι πως για τους περισσότερους νέους που ασχολούνται στην εποχή μας με τη φιλοσοφία και για τους περισσότερους νέους αγωνιστές που αναζητούν νέους δρόμους για «να αλλάξουμε τη ζωή» η για να «μεταβάλουμε τον κόσμο», οι διαβεβαιώσεις αυτές ηχούν σαν εύθραυστα παραδοξολογήματα. "Ολα φαίνονται να δείχνουν πως το βάρος της «απόδειξης» μετατοπίστηκε ξαφνικά από το υπέρ στο κατά: Αυτός που βρίσκεται σε αμυντική θέση είναι πλέον ο μαρξισμός.

Αναμφίβολα πρέπει να σταθούμε ψύχραιμοι και να μάθουμε να αναγνωρίζουμε το, από διάφορες απόψεις, σχετικό περιεχόμενο που περιέχουν τέτοιες «προφανείς» λογικές διαπιστώσεις. Όπως, ακριβώς η θριαμβολογία του Σάρτρ απέκρυπτε, ενδεχόμενα, τη δύναμη μιας «αστικής» ιδεολογίας, ευρύτατα μέχρι τότε ηγεμονικής, έτσι και η διακήρυξη του προφανούς της «κρίσης του μαρξισμού» δεν πρέπει να γίνει αποδεκτή χωρίς έλεγχο. Η διακήρυξη αυτή αντανακλά πιθανότατα, τουλάχιστον στην πιο τρέχουσα διατύπωση της, μια πραγματικότητα συγκυριακού χαρακτήρα, κάποτε πνευματικού «συρμού», συχνά μια απογοήτευση η ανυπομονησία μπροστά στις δυσκολίες και τις απρόβλεπτες αντιφάσεις που αναδεικνύει ο μετασχηματισμός του καπιταλισμού - παρουσιάζει μάλιστα ένα χαρακτήρα προπαγάνδας και αμηχανίας. Εξ άλλου, είναι εύκολο να δειχθεί το υλικό συμφέρον των ανθρώπων εκείνων τους οποίους πρώτιστα άφορα και το χώρο από όπου προέρχεται η «προφανής» αυτή διαπίστωση. Πραγματικά το συμφέρον τους είναι τέτοιο που η «προφανής» τους διαπίστωση δεν μπορεί να θεωρηθεί αθώα. Για να μιλήσουμε κάπως σκληρά, ο χώρος αυτός είναι ακριβώς το πεδίο επιρροής των ιδεολογικών μηχανισμών μιας «αστικής» και «ανεπτυγμένης» (δηλαδή ιμπεριαλιστικής) κοινωνίας, στην οποία το εργατικό κίνημα διέρχεται μια φάση αναδίπλωσης.

Τέλος, αν πράγματι οι θεμελιώδεις έννοιες του μαρξισμού έχασαν τόσο το καλύτερο γι' αυτές! την όψη της αδιαμφισβήτητης επιστημονικότητας και ακόμα περισσότερο την αξία (με την Οποία ήταν για πολλούς προικισμένες), του «εγγυητή» η της «προεξόφλησης» της ιστορικής προόδου, απομένει να δειχθεί ότι η ανασκευή την Οποία αντιτείνονταν περιέχει στην πραγματικότητα κάτι διαφορετικό από μια επανάληψη, μια επανεργοποίηση η μια παραλλαγή προηγούμενων ιδεολογιών. Μιλώντας για προηγούμενες ιδεολογίες έχω εδώ ιδιαίτερα υπ' όψη μου τα θέματα του οικονομικού φιλελευθερισμού και της φιλελεύθερης πολιτικής φιλοσοφίας.

Η «προφανής» διαπίστωση της κρίσης του μαρξισμού απέχει σημαντικά από το πραγματικό του ξεπέρασμα. Ακριβώς γι' αυτό το λόγο η διαπίστωση αυτή παρουσιάζεται τόσο εύκολα με τα εξωτερικά χαρακτηριστικά ενός καθαρού και απλού μηδενισμού τον Οποίο, από τη μεριά μου θα διακρίνω σαφώς από την αρνητικότητα, που αποτελεί ουσιαστικό στοιχείο κάθε πραγματικά κριτικής και απομυθοποιητικής σκέψης.

Η επίκληση της συνάντησης των διαγνώσεων που διατύπωσαν δυο «μαρξιστές» φιλόσοφοι τόσο διαφορετικοί και μάλιστα αντιμέτωποι ο ένας του άλλου, όπως ο Σάρτρ και ο Αλτουσέρ, δεν έγινε από μέρους μου χωρίς λόγο. Στη συνάντηση αυτή, αν την εξετάσουμε προσεκτικά, αποκρυσταλλωνόταν ένα κοινό ιστορικό αξίωμα: αυτό του καθοριστικού «αξεπέραστου» χαρακτήρα της προλεταριακής ταξικής πάλης. Άλλα και ένα αξίωμα φιλοσοφικό (η επιστημολογικό) που σήμερα αποδεικνύεται ιδιαίτερα αβέβαιο: αυτό μιας μαρξιστικής θεωρίας με τη μορφή που την είχε αποδώσει ο Μαρξ, επαρκούς ως προς τα βασικά σημεία για την εν λόγω ταξική πάλη.

Απ' αυτή την άποψη είναι σκόπιμο, να υπενθυμίσουμε τις εξηγήσεις με τις όποιες ο Σάρτρ συνόδευε τον ισχυρισμό του: 1) την ιδέα πως ο μαρξισμός αποτελεί σύμφωνα με το παράδειγμα των άλλων μεγάλων «φιλοσοφικών δημιουργιών» (όπως ο καρτεσιανισμός, η ο γερμανικός ιδεαλισμός του Κάντ και του Χέγκελ) και εξ ίσου μ' αυτές μια «κοσμοθεωρία» που εκφράζει μια ιστορική στιγμή με μικρότερη η μεγαλύτερη διάρκεια του κοινωνικού γίγνεσθαι· 2) την ιδέα πως η στιγμή αυτή δεν θα ξεπεραστεί έφ'οσον η πάλη μεταξύ προλεταριάτου και αστικής τάξης (το θεμέλιο της οποίας ο Σάρτ εντόπιζε σαν βασίλειο της υλικής ανεπάρκειας) δεν θα δώσει τη θέση της δια μέσου της κομμουνιστικής επανάστασης στο «βασίλειο της ελευθερίας»· 3) την ιδέα πως ο μαρξισμός κάτω από τη θεσμοποιημένη («πρακτικά αδρανή» σύμφωνα με την ορολογία του Σάρτρ) μορφή που του επέβαλαν τα κομμουνιστικά κόμματα «έχει σταματήσει»3 · τέλος, 4) την ιδέα πως άλλες φιλοσοφίες (η φιλοσοφικές μέθοδοι όπως ο υπαρξισμός) που σε σχέση με τον μαρξισμό είναι μόνο ιδεολογίες χωρίς καθολική αξία,4 μπορούν να χρησιμεύσουν σαν διανοητικά εργαλεία για να επαναφέρουν στο μαρξισμό την κινητικότητα του και την ικανότητα προεξόφλησης της επαναστατικής πρακτικής.

Θα μπορούσαμε σχηματικά να πούμε πως στις πρώτες του εργασίες, ο Αλτουσέρ αν και δεν το δήλωνε κατηγορηματικά είχε αποδεχτεί ένα μέρος των θέσεων αυτών, φροντίζοντας ωστόσο να οριοθετηθεί από τον ορισμό της ταξικής πάλης διαμέσου της ανεπάρκειας των υλικών αγαθών, αντικαθιστώντας τον μ' ένα ορισμό της ταξικής πάλης μέσω της σύνθετης ιστορικής μορφής των σχέσεων παραγωγής και πολιτικής κυριαρχίας της αστικής τάξης, μ' ένα ορισμό δηλαδή περισσότερο πιστό στο γράμμα του Κεφαλαίου. Ταυτόχρονα όμως είχε με δυο λόγια αντιτάξει στον Σάρτρ 1) την ιδέα πως ο μαρξισμός αποτελεί μια επαναστατική φιλοσοφία από τη θέση του μέσα στην ιδεολογική πάλη (και όχι μια «κοσμοθεωρία»): άρα ο μαρξισμός δεν «ξεπερνά» τις προηγούμενες φιλοσοφίες, αλλά αντιτίθεται σ' αυτές (ή σε ορισμένες απ' αυτές) παραμένονας σύγχρονος μ' αυτές. (Αργότερα ο Αλτουσέρ θα πει ότι ο μαρξισμός δεν είναι μια «νέα φιλοσοφία», αλλά μια «νέα πρακτική της φιλοσοφίας»: κάτι που φαίνεται να αποτελεί ένα περιορισμό, αλλά που στην πραγματικότητα είναι πολύ πιο φιλόδοξο!).

Και 2) την ιδέα πως ο μαρξισμός και η ιδεολογία δεν είναι συμπληρωματικά αλλά αμοιβαία ασυμβίβασμα όπως ακριβώς η επιστημονική γνώση με την ιδεολογία υπό τον ορό ότι γίνεται αντιληπτό υπό ποία έννοια υπάρχει μια «επιστήμη της ιστορίας»: Μια επιστήμη με την αυστηρή σημασία του όρου, που σημαίνει πλήρως αντικειμενική σαν γνώση της πραγματικότητας, αλλά μη αναγώγιμη στο μοντέλο των φυσικών η μαθηματικών επιστημών, επειδή ακριβώς περιέχει σαν εσωτερική συνθήκη μια καθορισμένη ταξική «οπτική γωνία» και που επομένως δεν μπορεί ποτέ να αποκτήσει τα απατηλά εξωτερικά χαρακτηριστικά της καθολικότητας (παρά μόνο κατά τρόπο πλασματικό η μυθοποιητικό, κάτι που αποτελεί ακριβώς ένα από τα χαρακτηριστικά σημεία του δογματισμού της μαρξιστικής «ορθοδοξίας»).

Μεταγενέστερα, ο Αλτουσέρ προσανατολίστηκε όλο και περισσότερο προς την ιδέα πως η «ιδεολογική πάλη» η μάλλον η «ταξική πάλη στη θεωρία», διατρέχει τον ίδιο τον μαρξισμό από τη γέννεσή του και έξης χωρίς σ' αυτή τη διαδρομή να προβλέπεται κάποιο τέλος, θα πρέπει όμως να σημειωθεί ότι αντίθετα, η ιδέα αυτή (στηριγμένη στη μελέτη της ιστορίας του μαρξισμού και στη διαπίστωση ότι οι σημερινές χρήσεις και τα αποτελέσματα του είναι ταυτόχρονα επαναστατικά και αντεπαναστατικά) δεν τον οδήγησε ποτέ στο να εγκαταλείψει την ιδέα μιας επιστημονικής γνώσης της Ιστορίας της πάλης των τάξεων. Πολύ περισσότερο, τον οδήγησε από τη μια μεριά στο να μετασχηματίσει όλο και περισσότερο την έννοια του της «επιστήμης» (η την επιστημολογία της) εγκαταλείποντας κάθε θετικιστική αντίληψη ενός διαχωρισμού αρμοδιοτήτων μεταξύ επιστήμης και ιδεολογίας, σύμφωνα με το μανιχαϊστικό μοντέλο της Αλήθειας και του Λάθους η του Καλού και του Κακού,5 και από την άλλη μεριά να υποδείξει (συμφωνώντας σ' αυτό το σημείο με άλλους μαρξιστές θεωρητικούς) ένα θεμελιώδες κενό της μαρξιστικής θεωρίας: τη θεωρία του πολιτικού (δρα του κράτους, του κόμματος, των ιδεολογικών μηχανισμών του κράτους εν γένει).

"Ας επανέλθουμε τώρα στην κρίση του μαρξισμού. Για να μην μακρυγορώ θα προτείνω από τη μεριά μου μερικές προσωρινές θέσεις.

Θα πω κατ' αρχήν ότι ο μαρξισμός, σ' όλο το μήκος της Ιστορίας του, είναι ταυτόχρονα μια επιστημονική θεωρία και μια ιδεολογία. Αυτές οι δύο πλευρές μπορούν να ξεχωριστούν μόνο σε μια διαδικασία αφαίρεσης. "Όχι μόνο εξελίσσονται μαζί, αλλά η κάθε μια αποτελεί με ένα αντιφατικό τρόπο συνθήκη της άλλης. Αυτό ισχύει ήδη για τον μαρξισμό του Μαρξ, που αποτελεί απλά την «απαρχή» του μαρξισμού. Η απαρχή αυτή συνδυάζει ορισμένες ριζικά νέες έννοιες (πριν απ' όλα το κεντρικό ζευγάρι υπεραξία υπερεργασία) με ιδεολογικές παραστάσεις που κατάγονται είτε από τη φιλελεύθερη πολιτική οικονομία (όπως π.χ. η αντίθεση μεταξύ σχεδίου και αγοράς, ο ορισμός της «παραγωγικής εργασίας», κλπ.), είτε από τη φιλοσοφία της ιστορίας (η ιδέα του κομμουνισμού σαν περάσματος «από την προϊστορία στην ιστορία της ανθρωπότητας», από το «βασίλειο της αναγκαιότητας στο βασίλειο της ελευθερίας»), είτε τέλος από τον ουτοπικό σοσιαλισμό (η ιδέα της αντικατάστασης της «διακυβέρνησης των ανθρώπων» από τη «διαχείριση των πραγμάτων»). Και συνεχίζει φυσικά να ισχύει για τον μαρξισμό μετά τον Μαρξ όχι μόνο για τους απλούς εκλαϊκευτές του Μαρξ όσο και για τους ανανεωτές του μαρξισμού. Πρέπει λοιπόν να αντιληφθούμε την αντίφαση αυτή με την αυστηρή διαλεκτική έννοια του όρου.

Είναι αντίφαση εσωτερική, αντιτάσσει πλευρές ασυμβίβαστες μεταξύ τους και παρ' όλ' αυτά αξεχώριστες εφ' όσον καθεμιά υπάρχει μόνο σε μια διαρκή σχέση μετασχηματισμού με την αντίθετη της.

Αυτό όμως ισοδυναμεί με το να αναγνωρίσουμε πως ο ίδιος ο μαρξισμός υπάρχει μόνο σαν μια πολύπλοκη ιστορία που δεν έχει τίποτα το κοινό ούτε με τη μονιμότητα ενός «συστήματος», ούτε ακόμα με την απλή «ανάπτυξη» των ανακαλύψεων του η των αρχικών του θέσεων, θα πω μάλιστα πως αυτή η ιστορία αρχίζει νωρίτερα από τα «ιδρυτικά» κείμενα του μαρξισμού, εφ' όσον τα συστατικά στοιχεία της σκέψης του Μαρξ δεν παράχθηκαν όλα απ' αυτόν ούτε είναι όλα σύγχρονα τα μεν των δε!

Στην ιστορία αυτή αλληλεπιδρούν άμεσα η θεωρία και η πρακτική, με αποτέλεσμα μια συνεχή μετατόπιση της χρήσης και του ίδιου του περιεχομένου των θεωρητικών εννοιών. Νέες δυνατότητες γνώσης αναδύονται αλλά και νέες αιτίες παραγνώρισης και τύφλωσης. Όταν η αντίφαση παίρνει τη μορφή της κρίσης διακυβεύεται η ίδια η συνέχεια του μαρξισμού. Κανένα πεπρωμένο δεν υπόσχεται στον μαρξισμό την αιωνιότητα και αντίστροφα κανένα πεπρωμένο δεν τον καταδικάζει σε εξαφανισμό. Κατά ένα μεγάλο μέρος η διέξοδος εξαρτάται από μια ανάλυση των αίτιων και των μορφών της ίδιας του της τύφλωσης, και βέβαια, από μια πολιτική πρακτική που αναγνωρίζει σ' όλη της την έκταση την ανάγκη μιας τέτοιας ανάλυσης.

Σαν επιστημονική θεωρία, ο μαρξισμός είναι εξ ορισμού μια γνώση ανολοκλήρωτη. Αυτό δεν σημαίνει μόνο ότι (η γνώση αυτή) πρέπει να συμπληρωθεί η να διορθωθεί, αλλά κυρίως ότι πρέπει περιοδικά να διαμορφώνεται ολοκληρωτικά σε νέες βάσεις. Μας είναι ήδη γνωστό το παράδειγμα μιας τέτοιας αναμόρφωσης από τους ίδιους του «κλασικούς» με τη λενινιστική ανάλυση του ιμπεριαλισμού, που πραγματικά ανατρέπει τη μαρξιστική αντίληψη της πολιτικής και της Ιστορίας και που βρίσκεται σε άμεση αντίθεση με ορισμένες υποθέσεις του Μαρξ σχετικά με την εξέλιξη του καπιταλισμού.

Σε μια εποχή που, παρά την άνιση ανάπτυξη του, η ύπαρξη του οργανωμένου εργατικού κινήματος γίνεται πλέον μια συστατική όψη των καπιταλιστικών σχέσεων παραγωγής και του κρατικού μηχανισμού, η επικαιρότητα της ταξικής πάλης και η ανάδυση στο φως της ημέρας κοινωνικών αντιθέσεων μη άμεσα αναγώγιμων στην εκμετάλλευση της εργασίας, παρ' όλον ότι συνδέονται στην πρακτική με αυτήν όπως για παράδειγμα οι αντιθέσεις της σχέσης μεταξύ φύλων και του οικογενειακού θεσμού αναδεικνύουν νέα «σύνορα» για τον μαρξισμό, ταυτόχρονα εσωτερικά και εξωτερικά. Οι έννοιες χάρη στις οποίες θα πραγματοποιηθούν οι νέες αναμορφώσεις του μαρξισμού μπορούν να ξεπροβάλλουν ακριβώς μέσα από μια θεωρητική εργασία πάνω σ' αυτά τα σύνορα.

Σε μια ακραία εκδοχή, ο μαρξισμός η μάλλον ο ιστορικός υλισμός θα καταστεί μη αναγνωρίσιμος σε σχέση με τη θεωρητική οργάνωση που μας κληροδότησαν οι ιδρυτές του. Άλλα η μοίρα αυτή, κατά βάθος είναι η μοίρα κάθε επιστημονικής γνώσης. Μόνο η επιστημολογία εκείνη που τη χαρακτηρίζει ο εμπειρισμός και ο ιδεαλισμός, που πριμοδοτεί τις «θεωρίες» σε βάρος των «εννοιών», δηλαδή το πάγιο στοιχείο της γνώσης σε βάρος του ενεργού της στοιχείου, μπορεί να αντιληφθεί τη διαλεκτική αυτή σαν Ένα παράδοξο η μια απόδειξη αδυναμίας.

Σαν ιδεολογία, ο μαρξισμός βρίσκεται στο κέντρο ενός πλέγματος από συσχετισμούς δυνάμεων και ενός συσχετισμού από ιστορικές σημασίες: θεωρητική ιδεολογία και ταυτόχρονα ιδεολογία μαζών (άρα σημείο όπου συναντιώνται και συγκρούονται «χειρώνακτες» και «διανοούμενοι»). Επαναστατική ιδεολογία και ταυτόχρονα κρατική ιδεολογία. Η ευχή που βρέθηκε συνδεδεμένη εδώ και ένα αιώνα με την ανάπτυξη της μορφής κόμμα στο εργατικό κίνημα. Άλλα ενώ η μορφή αυτή απέχει πολύ από το να εμφανίζεται σαν οριστική (όπως το ‘χαν πιστέψει οι κλασικοί θεωρητικοί της «δικτατορίας» η της «ηγεμονίας» του προλεταριάτου) πήρε μια μορφή όλο και περισσότερο αντιφατική. Μπορούμε λοιπόν να πούμε πως η σημερινή τύχη του μαρξισμού, παίζεται πριν απ' όλα, στην ικανότητα του να αναλύσει το ιδιαίτερο του καθεστώς ιδεολογικής παρουσίας στην ιστορία: Ανάλυση που θα ξεπερνάει τις ιδεαλιστικές (η ακόμα και θρησκευτικές) παραδοχές της συγκρότησης του εργατικού κινήματος, γύρω από την ιδέα του «επαναστατικού προλεταριάτου» σαν «καθολικής τάξης» και θα φθάνει μέχρι τα αμφιλεγόμενα αποτελέσματα της μορφής κόμμα και της εγκαθίδρυσης των σοσιαλιστικών κρατών. Προφανώς, ο χαρακτήρας των τελευταίων αυτών δεν μπορεί να προκύψει από την ύπαρξη του μαρξισμού, αλλά εξ ίσου προφανώς καθορίζεται εσωτερικά από τη μαρξιστική ιδεολογία.

Σε μια τέτοια προοπτική, το αποφασιστικό σημείο βρίσκεται στην ικανότητα του μαρξισμού να παραγάγει μια συνολική κριτική ανάλυση της μορφής των ταξικών αγώνων στις σοσιαλιστικές κοινωνίες (είτε αυτοί είναι λανθάνοντες όπως στην ΕΣΣΔ, είτε είναι ανοικτοί και επαναστατικοί όπως στην Κίνα η την Πολωνία) και να μετασχηματισθεί έτσι ο βίος σαν ιδεολογία μαζών. Είναι ελάχιστα πιθανό να πραγματοποιηθεί ο μετασχηματισμός αυτός από το εσωτερικό τικ μορφής κόμμα, δεδομένου ότι ακριβώς η ίδια αυτή μορφή έχει τεθεί σι. αμφισβήτηση.6 Είναι όμως εξ ίσου απίθανο το να προέλθει αποκλειστικά απ' έξω, δεδομένου ότι η μορφή κόμμα έχει ιστορικά αναδειχθεί σαν η κύρια μορφή οργάνωσης του εργατικού κινήματος. Στην ιστορία υπάρχουν επαναστάσεις, αλλά ποτέ άγραφες σελίδες. Στην πραγματικότητα ο μετασχηματισμός αυτός αποτελεί το τίμημα του αγώνα μιας μακροχρόνιας ιστορικής περιόδου που έχει ήδη ξεκινήσει.

Θα υποστηρίξω ταυτόχρονα πως ο ορισμός της εννοίας της (ταξικής) ιδεολογίας είναι εκείνος που επέτρεψε στην αρχή τη συγκρότηση του ιστορικού υλισμού (από τον Μαρξ) και όλος ο ορισμός αυτός παραμένει μέχρι τις μέρες μας το «τυφλό σημείο» του μαρξισμού - ο τόπος των μεγαλύτερων του αυταπατών (σχετικά με την «ταξική συνείδηση», το κόμμα, τη σχέση των διανοουμένων με την εργατική τάξη, την ιδιαίτερη «θέση» του μέσα στην ιστορία). Εξ ου και η σημασία και το παράδοξο του εγχειρήματος του Αλτουσέρ που με δυο λόγια απέβλεπε στο να ανακαλύψει στον Μαρξ (ή να αποδόσει στον Μαρξ) μια θεωρία της ιδεολογίας που αντικρουόταν από τα πλέον ρητά κείμενα του Μαρξ (όταν εκφράζεται η «καθευατή» θεωρητική του συνείδηση), αλλά που ήταν η μόνη συμβιβάσιμη με την υλικότητα του μαρξισμού, στο βαθμό που δεν τον ανάγουμε, ούτε σε μια «οικονομία» αλλά ούτε και σε μια «πολιτική».

Από τα προηγούμενα, εφ' όσον εξεταστούν προσεκτικά, απορρέει μια συμπληρωματική υπόθεση: Η σημερινή κρίση του μαρξισμού είναι ριζική, Είναι όχι μόνο πολύ πιο ριζική από τις προηγούμενες, αλλά και πολύ πιο ριζική απ' ό,τι ισχυρίζονται η φαντάζονται οι περισσότεροι από τους αντιπάλους του. Αυτό που τίθεται πλέον υπό αίρεση είναι η ίδια η ιδέα μιας «προλεταριακής πολιτικής». Είναι δηλαδή η κύρια μορφή με την οποία καλύπτεται στη σύγχρονη εποχή η επαναστατική πολιτική των μαζών.

Στην πραγματικότητα όμως έχουμε να κάνουμε εδώ με το πλέον δύσκολο και το πλέον επίκαιρο πρόβλημα, της πολιτικής εν γένει. Η επιστροφή ορισμένων σύγχρονων διανοουμένων σε μια ατομικιστική και φιλελεύθερη πολιτική ιδεολογία (βασισμένη είτε στην ηθική και νομική αντίληψη των «δικαιωμάτων του ανθρώπου», είτε σε μια θεωρία της αποφασιστικότητας η σε ένα καθαρό και απλό πραγματισμό) προσφέρει την απόδειξη εκ του αντιθέτου: Είτε η επιστροφή αυτή παριστά μια «αντεπίθεση» της ιδεολογίας των κυρίαρχων τάξεων, είτε κυρίως εκφράζει μια «αναδίπλωση» των αγωνιστών που πλήττονται από την έκταση των άντεπαναστατικών αποτελεσμάτων του θεσμοποιημένου μαρξισμού, (η απόδειξη εκ του αντιθέτου παραμένει).

Η εξέλιξη των σύγχρονων κρατών είτε αυτά είναι «καπιταλιστικά» είτε «σοσιαλιστικά», φανερώνει ολοένα και περισσότερο, παρά τη διαφορά των κοινωνικών τους δομών, μια ηγεμονία της οικονομικής ιδεολογίας και της «οικονομικής πολιτικής» την οποία προτείνω να αποκαλέσουμε κυρίαρχη ιδεολογία του κράτους η κυρίαρχη μορφή της κυρίαρχης Ιδεολογίας των καπιταλιστικών και «μετακαπιταλιστικών» κρατών, περισσότερο αποφασιστική καθ' ότι περισσότερο άμεσα «συγκεκριμένη» από τη νομική ιδεολογία.7 Ακριβώς γι' αυτό το λόγο, λαμβάνοντας σοβαρά υπ' όψη τα προηγούμενα, δεν θα συγκρατήσω στην ολότητα της την ιδέα πως αυτό που «λείπει» στον μαρξισμό είναι μια θεωρία του πολιτικού η, πολύ περισσότερο, της «αυτονομίας του πολιτικού», θα έλεγα μάλλον πως συγκροτούμενος πριν απ' όλα σαν μια κριτική της (κλασικής) πολιτικής οικονομίας, ο μαρξισμός διάνοιξε μια αποφασιστική ρωγμή στην κυρίαρχη ιδεολογία που συνεχίζει να αποτελεί την εν δυνάμει ισχύ του. Άλλα καθιστάμενος με τη σειρά του μια κρατική ιδεολογία τείνει όλο και περισσότερο να μετασχηματίσει εκ νέου την κριτική της πολιτικής οικονομίας, κριτική που θα έπρεπε να υποβάλει σε διορθώσεις και να καθιστά επίκαιρη, σε ένα «οικονομίστικο» λόγο ομοειδή προς την κυρίαρχη ιδεολογία, ένα λόγο που παράγει τα ίδια αποτελέσματα με αυτήν. Όσο η αντίφαση αυτή μένει ωστόσο ανοικτή στους κόλπους του μαρξισμού, ο μαρξισμός θα παραμένει ο αποφασιστικός παράγων (η ένας από τους αποφασιστικούς παράγοντες) κρίσης και επαναστατικής κριτικής στο εσωτερικό της κυρίαρχης ιδεολογίας.

Ας προχωρήσουμε λίγο παρακάτω. Κατά τα φαινόμενα, τα δυο ερωτήματα που συνεχίζουν να απασχολούν την εποχή μας είναι κατ' αρχήν το ζήτημα της «επιλογής» μεταξύ της συντήρησης η προσαρμογής των υπαρκτών κοινωνικών δομών και του επαναστατικού τους μετασχηματισμού· υπάρχουν άλλα μέσα ιστορικής κατάργησης των παλαιών και σύγχρονων μορφών εκμετάλλευσης και καταπίεσης ανθρώπων από ανθρώπους από τον επαναστατικό μετασχηματισμό (κάτι που βέβαια δεν σημαίνει οξύ, «καταστροφικό») των κοινωνικών σχέσεων που καθορίζουν την κοινωνική, ύπαρξη; Και ποιο είναι το ζήτημα του ρόλου των μαζών στην ιστορία και στην πολιτική, δεδομένου ότι το παρελθόν αλλά και η άμεση επικαιρότητα καταδείχνουν την εκπληκτική αμφισημία αυτού του ρόλου; Υπάρχει άλλη επαναστατική πρακτική από μια οργανωμένη συλλογική πρακτική στην οποία «οι μάζες κάνουν την ιστορία» με τον μόνιμο κίνδυνο που εμπεριέχει, μιας διπλής διεξόδου, πραγματικής - απελευθέρωσης, παραγωγής μιας νέας ζωής (αν όχι ενός «νέου ανθρώπου») και αναπαραγωγής μιας «αγριότητας» της οποίας ο βαθμός της τεχνολογικής επιτήδευσης μετά βίας αποκρύπτει τον επίμονο αρχαϊσμό;

Φυσικά, μπροστά στους κινδύνους της μαζικής πολιτικής μπορούμε να υποχωρήσουμε πολιτικά και διανοητικά με την ελπίδα της αποτροπής των ενδεχομένων δραματικών της συνεπειών. Μπορούμε να φανταστούμε μια ιστορία λυτρωμένη από τέτοια προβλήματα, με άλλα λόγια, εξασφαλισμένη με κάποιο θαύμα απέναντι στις ακρότητες της πάλης των τάξεων και γενικότερα από τους κοινωνικούς ανταγωνισμούς. "Αν όμως αρνηθούμε, λογικά, αυτή την καταπραϋντική αυταπάτη, ερχόμαστε να σκεφτούμε σοβαρά ότι η επικαιρότητα του μαρξισμού απορρέει ακριβώς από τη ριζικότητα της κρίσης του. Γιατί η κρίση αυτή αντανακλά όχι μια απομόνωση, μια περιθωριοποίηση των προβλημάτων που θέτει ο μαρξισμός, αλλά ακριβώς το αντίθετο: την κεντρική θέση που καταλαμβάνουν στην κίνηση της σύγχρονης κοινωνίας.

Ο μαρξισμός βρίσκεται σε ριζική κρίση γιατί η εσωτερική πολιτική του αντίφαση της οποίας οι καταβολές ανάγονται στη συγκρότηση του, αλλά η οποία είναι κυρίως το αποτέλεσμα της χρήσης του και της ιστορίας του, εγγίζει το σημείο της ρήξης. Η αντίφαση όμως αυτή είναι επίσης η πιο οξεία, η νευραλγική μορφή των διλημμάτων που μας επιβάλλει ο σύγχρονος κόσμος. Η κρίση του μαρξισμού είναι λοιπόν η ίδια η κρίση της σύγχρονης πολιτικής. Το να προβλέψουμε η να προδιαγράψουμε την έξοδο από αυτή την κρίση θα ήταν παράλογο και γελοίο. Κριτικός υλισμός και προφητεία δεν είναι συμφιλιώσιμα. Το να εργαστούμε όμως μέσα στο στοιχείο αυτής της κρίσης, στον άμεσο «περίγυρο» όλων των προβλημάτων που βαραίνουν συνολικά σήμερα πάνω της, είναι ο μόνος τρόπος να σκεφτούμε πολιτικά και επομένως φιλοσοφικά μ' ένα θετικό τρόπο.


1. βλ. Alain Badiou, «Le (Re)commencement du materialisme dialectique», in Critique, Paris Novembre 1965.

2. L. Althusser, «Enfin la crise du marxisme!», in II Manifesto, Pouvoir et opposition dans les societes postrevolution noires, Paris 1978.

3. Jean Paul Sartre, Critique de la raison dialectique (precede de Question de methode), Paris 1960, p. 29.

4. J.P. Sartre, ouvr. cit., p. 17: «Ces hommes relatifs, je propose de les nommer des ideologues».

5. L. Althusser, Essays in Selfcriticism, translated by Grahame Lock, New Left Books, London 1976.

6. βλ. Ε. Balibar el al., Marx et sa critique de la politique, Paris 1979: E. Balibar, «Etat, parti. transition»,in Dialectiques, no 27, Paris 1979; «Apres Γ autre mai», in La Gauche, le Pouvoir, le Sosialisme, Hommage a Nicos Poulantzas, Paris 1983.

7. βλ. Ε. Balibar, «Marx le joker», in Rejouer le politique, Paris 1981.

 
< Προηγ.   Επόμ. >
Θέσεις, τριμηνιαία επιθεώρηση, 38ο έτος (1982-2020), εκδόσεις Νήσος, (Σαρρή 14, 10553, Αθήνα, τηλ-fax: 210-3250058)
Το περιεχόμενο διατίθεται ελεύθερα για μη εμπορικούς σκοπούς, υπό τον όρο της παραπομπής στην αρχική του πηγή