Σκέψεις για την ανάγκη αντιπαράθεσης στο έθνος Εκτύπωση
Τεύχος 73, περίοδος: Οκτώβριος - Δεκέμβριος 2000


ΣΚΕΨΕΙΣ ΓΙΑ ΤΗΝ ΑΝΑΓΚΗ ΑΝΤΙΠΑΡΑΘΕΣΗΣ ΣΤΟ ΕΘΝΟΣ
του Δημήτρη Δημούλη

Το παρόν κείμενο έχει ως άμεση αφορμή τη μελέτη του Δημήτρη Μπελαντή "Επικίνδυνες σχέσεις: ιστορική Αριστερά και εθνικισμός, διανόηση και αντιιμπεριαλιστικό κίνημα" (Θέσεις, τ. 72). Ο Δ. Μ. επισημαίνει μια διαφορά απόψεων στα πλαίσια του περιοδικού αναφορικά με τις σχέσεις μεταξύ έθνους, ιμπεριαλισμού, Αριστεράς και διανοούμενων. Θεωρώντας ότι έτσι δίνεται μια ακόμη αφορμή διαλόγου για ζητήματα αριστερής στρατηγικής που συνδέονται με το δίπολο έθνος/τάξεις, θα επιχειρήσω εδώ -- με το θάρρος μιας φιλίας που πλησιάζει τις δύο δεκαετίες -- να διευκρινίσω ορισμένα ζητήματα προτείνοντας μια ασυμβίβαστα αντεθνική στάση.

Ο αναγνώστης θα διαπιστώσει την αντίθεση στα συμπεράσματα του Δ. Μ. σχετικά με την πολιτική λειτουργία του έθνους. Παρ' όλα ταύτα συμφωνώ με πλείστες από τις επισημάνσεις του Δ. Μ. -- και πολλά από τα επιχειρήματα που αναπτύσσω σε αντιεθνικιστική κατεύθυνση βρίσκονται αυτούσια στο κείμενο του Δ. Μ. Απλώς εκεί οδηγούν σε διαφορετικά συμπεράσματα και συχνά διαφαίνονται επιχειρηματολογικές αμφιταλαντεύσεις. Για παράδειγμα, ενώ μέρος της αριστερής διανόησης επικρίνεται για κοσμοπολισμό και θεωρείται ότι εκ τούτου συμμαχεί με το Συνασπισμό, σε άλλα σημεία ο Συνασπισμός αντιμετωπίζεται ως εθνικιστικό κόμμα με θέσεις φιλελεύθερου-ήπιου εθνικισμού. Αντίστοιχα ισχύουν για την περίπτωση του ΚΚΕ που εμφανίζεται ως εθνικιστικό και διεθνιστικό ταυτόχρονα. Οι επισημάνσεις περί αντιφάσεων στα κόμματα αυτά είναι ορθές, ωστόσο δεν δικαιολογούν την επίκριση της φιλοσυνασπισμικής Αριστεράς ως κοσμοπολιτικής, ούτε προσφέρονται για να δικαιολογήσουν μια πιο φιλοεθνικιστική στάση.

Με αξιοθαύμαστη ειλικρίνεια, ο Δ. Μ. δεν δομεί την επιχειρηματολογία του με σκοπό να δικαιολογήσει πλήρως τη -- με μεγάλη επιφύλαξη -- προτεινόμενη πρόταση για σχετική ευμένεια απέναντι σε εθνικιστικά κινούμενες μάζες και αριστερές κινήσεις. Χρησιμοποιώντας ορισμένα από τα επιχειρήματα του Δ. Μ. επιχειρώ να δείξω εδώ ότι η θεωρητική κατεύθυνση που ακολουθούν οι Θέσεις δεν συμβιβάζεται με την εθνικιστική σχετικοποίηση των θεωρητικών κεκτημένων, τα οποία είναι αναγκαίο να εκφρασθούν στην πολιτική πράξη, καίτοι η προβολή τους είναι πολιτκά δυσχερέστερη από τη μερική συμμαχία με τον εθνικισμό.

1. "Ένα μεγάλο λαϊκό κίνημα για την υπεράσπιση του βραζιλιανού έθνους"

Καίτοι για πολλούς τοποθετείται στο χώρο του εξωτικού φαντασιακού (καρναβάλι, ζούγκλες, τροπικές παραλίες), η Βραζιλία είναι μια χώρα με απόλυτα υπαρκτά και οξέα κοινωνικά προβλήματα, με έκταση όσο ολόκληρη η Ευρώπη και πληθυσμό 160 εκατομμυρίων. Εν έτει 2000 μπορεί να γίνουν δύο αναγνώσεις γι' αυτή τη χώρα.

Η πρώτη είναι φαινομενικά στατιστική και ουσιαστικά ταξική. Στη δεκαετία του 1990, το 10% των πιο πλούσιων ιδιοποιείται το 50% του ΑΕΠ και το 1% των "πλουσιοτάτων" το 17% του ΑΕΠ (σύμφωνα με κυβερνητικά στοιχεία αυτό το 1% ιδιοποιείται "μόνον" 13,8#% του ΑΕΠ). Αυτό δε το 1% (περίπου 1,5 εκατομμύριο ανθρώπων) έχει μέσο μηνιαίο οικογενειακό εισόδημα 38.000 δολάρια ΗΠΑ. Την ίδια στιγμή το μέσο μηνιαίο οικογενειακό εισόδημα είναι 1.300 δολάρια, δηλαδή τριάντα φορές χαμηλότερο!

Ο βασικός μισθός αυξήθηκε προσφάτως σε 85 δολάρια, δεδομένου ότι η κυβέρνηση θεώρησε ότι μια συμβολική αύξηση σε 100 δολάρια -- όπως ζητούσε η "λαϊκή" δεξιά -- θα οδηγούσε σε κρατική χρεο#κοπία! Η δε ανεργία -- επισήμως 8% το 1999 αλλά πολύ υψηλότερη στην πραγματικότητα -- βοηθά στη διατήρηση των μισθών σε εξευτελιστικά επίπεδα, πολύ συχνά κάτω από το βασικό μισθό (ένας "καλός" μισθός οικιακής βοηθού στο Βορρά κυμαίνεται μεταξύ 40 και 50 δολαρίων). 35 εκατομμύρια ανθρώπων θεωρούνται επισήμως φτωχοί και 15 εκατομμύρια στερούνται των αναγκαίων προς βιολογική επιβίωση. 12 έως 25 εκατομμύρια, ανάλογα με τη στατιστική, επιβιώνουν με οικογενειακό εισόδημα έως δύο ελάχιστους μισθούς (ήτοι 170 δολάρια μηνιαίως) και καταναλώνουν λιγότερο από 1.110 θερμίδες ημερησίως. Συνολικά δε, το 10% των πλέον φτωχών ιδιοποιείται το ίδιο εισόδημα με το 1% των πιο πλούσιων. Η δε ομοσπονδιακή κυβέρνηση διαθέτει περίπου 2% του προϋπολογισμού στην εκπαίδευση και 3% στο σύστημα υγείας [1] .

Τα στοιχεία αποτελούν ένδειξη της συγκριτικά με άλλες χώρες σκληρότατης εκμετάλλευσης και ενός ταξικού χωρισμού, ο οποίος είναι ορατός στα συμπτώματά του: αυταρχισμός, πάνοπλη στρατιωτική αστυνομία, ταξική δικαιοσύνη που εξασφαλίζει την ατιμωρησία των ισχυρών, πείνα, αναλφαβητισμός και σκοταδισμός στις φανατικά θρησκευόμενες λαϊκές τάξεις. Η αστική τάξη συμμαχεί με τους ισχυρούς τσιφλικάδες και έχει την πάγια πολιτική υποστήριξη της μικροαστικής τάξης ("μεσαία τάξη" και "χαμηλή μεσαία τάξη") που θεωρεί προνόμιο το ότι εξασφαλίζει αξιοπρεπή επιβίωση, φοβούμενη ότι η μικρότερη αναταραχή θα της το στερήσει.

Και είναι πράγματι προνόμιο το να έχει κανείς σπίτι, αυτοκίνητο και πρόσβαση στην εκπαίδευση σε μια χώρα, όπου η τεράστια λαϊκή μάζα εκτελεί τις πιο σκληρές (και συχνά ταπεινωτικές) εργασίες με εξευτελιστικό μισθό ή επιχειρεί να επιβιώσει με το συνδυασμό μικροεγκληματικότητας, πρόσκαιρης εργασίας και φιλανθρωπικής στήριξης. Αυτή δε η μεγάλη μάζα ζει είτε στην ενδοχώρα, σε προκαπιταλιστικές συνθήκες και αντιμετωπίζοντας καθημερινά το φάσμα της πείνας, είτε στις μεγάλες παράλιες πόλεις, σε παράγκες χωρίς τη στοιχειώδη υποδομή υγείας, εκπαίδευσης και μεταφοράς κ.λπ.

Η δεύτερη ανάγνωση της κοινωνικής κατάστασης της Βραζιλίας γίνεται από το σύνολο των κομμάτων της Αριστεράς. Βάση της είναι το ότι η κυβέρνηση προδίδει και πουλά τη χώρα στους ξένους, ακολουθώντας τη νεοφιλελεύθερη πολιτική τού ΔΝΤ, η οποία την οδηγεί στο να ανοίγει την αγορά στο ξένο κεφάλαιο, να συνεχίζει τη νεοαποικιακή εξάρτηση και να υπονομεύει την εθνική ανάπτυξη.

Αυτή η στρατηγική συνοψίζεται σε πρόσφατη κοινή διακήρυξη του μεγαλύτερου κόμματος της Αριστεράς (Κόμμα των Εργαζομένων - PT) με τα δύο κομμουνιστικά κόμματα και τις γνωστότερες σοσιαλιστικές οργανώσεις και κινήσεις. Η διακήρυξη που υπογράφηκε στις 18.11.99 έχει τίτλο "Για την υπεράσπιση της Βραζιλίας, της δημοκρατίας και της εργασίας" [2] και τονίζει την ανάγκη να καταγγελθούν οι συμφωνίες με το ΔΝΤ και να διαμορφωθεί ένα "εθνικό σχέδιο ανάπτυξης" με σκοπό την εξασφάλιση της εθνικής κυριαρχίας (ανεξαρτησία της εξωτερικής πολιτικής, αυτόνομη ανάπτυξη, προστασία των κοινωνικών δικαιωμάτων, αγώνας ενάντια στη διαφθορά των πολιτικών). Το κείμενο ολοκληρώνεται με το σύνθημα "Να δημιουργήσουμε ένα μεγάλο λαϊκό κίνημα για την υπεράσπιση του Έθνους της Βραζιλίας, του λαού της Βραζιλίας" (το έθνος με κεφαλαίο στο πρωτότυπο).

Πουθενά δεν συναντούμε σ' αυτό το κείμενο -- ούτε στα πολιτικά προγράμματα και δράσεις της Αριστεράς -- την αναφορά στην αστική τάξη ως πολιτικό αντίπαλο. Για όλα φταίνε οι ξένοι και οι διεφθαρμένοι κυβερνητικοί πράκτορές τους που ξεπουλάνε τον εθνικό πλούτο και θα έπρεπε να τους εκδιώξει η συμμαχία εργατών και αγροτών με την "εθνική" αστική τάξη (ορισμένοι προσθέτουν στις εθνικές δυνάμεις το στρατό και τους τσιφλικάδες που αντιτίθενται στη νεοφιλελεύθερη κυβέρνηση).

Δεν ξέρουμε αν όσοι υποστηρίζουν τα παραπάνω πιστεύουν σοβαρά ότι έτσι θα λυθούν τα προβλήματα της χώρας. Η χώρα υπήρξε άλλωστε επί δεκαετίες απόλυτα κλειστή στο ξένο κεφάλαιο με σχεδόν μηδενικές εισαγωγές και το ταξικό χάσμα δεν ήταν μικρότερο. Η μόνη πειστική απάντηση είναι ότι τα κόμματα της Αριστεράς δεν επιθυμούν (και πάντως δεν δύνανται) να αμφι#σβητήσουν την αστική κυριαρχία και επιχειρούν να εμφανίσουν ως εχθρό αόρατες δυνάμεις του διεθνούς κεφαλαίου που -- άγνωστο γιατί -- πείθουν την κυβέρνηση να ξεπουλήσει τη χώρα. Η Αριστερά επιδιώκει με το σχήμα αυτό να κινητοποιήσει τις μάζες στο παραδοσιακό μοτίβο του εθνικισμού, χωρίς να έρθει σε ρήξη με την αστική κυριαρχία. Και σ' αυτή την προσπάθεια χρησιμοποιεί ως πολιτικό πρόγραμμα φράσεις που δεν διαφέρουν από τον εθνικό ύμνο της χώρας.

Αν μη τι άλλο, οι αριστεροί εθνικιστές της Βραζιλίας έχουν ένα ελαφρυντικό. Αναμασώντας τις θεωρίες περί εξάρτησης (που διδάσκονται στα Πανεπιστήμια της χώρας ως κυρίαρχη κοινωνιολογική και οικονομική θεωρία, με υμνητικές αναφορές στον πρωτεργάτη τους και σημερινό Πρόεδρο της Δημοκρατίας Fernando Henrique Cardoso) και συνδέοντας αυθαίρετα τα συμφέροντα "ξένων δυνάμεων" με την ταξικότητα της χώρας, δεν δημιουργούν εθνικιστικό μίσος και κινδύνους πολέμου. Η Βραζιλία δεν διεξήγαγε πόλεμο εναντίον γειτόνων στον 20ο αιώνα και οι εθνικολογίες δεν προβάλλονται ενάντια σε συγκεκριμένους εξωτερικούς εχθρούς. Αποβλέπουν μόνον στο να αντικαταστήσουν πολιτικά την εσωτερική ταξική αντιπαράθεση από τον αγώνα του έθνους ενάντια σε ένα απειλητικό φάντασμα ("Έξω ο Fernando Henrique και το ΔΝΤ").

Τίθεται εδώ το πολιτικό ερώτημα: ποιους πρέπει να υποστηρίξει ένας αριστερός; Το αστικό-κυβερνητικό στρατόπεδο με τον "κοσμοπολιτισμό" του ή την εθνικιστική Αριστερά που αγωνίζεται για την διανομή των τσιφλικιών στους ακτήμονες και για κοινωνική πολιτική υπέρ των εργαζομένων;

Ουδείς εκ των δύο θέτει σε αμφισβήτηση την ταξική κυριαρχία στη χώρα -- καίτοι αμφότεροι βλέπουν τις συνέπειές της στην κραυγαλέα ταξική ανισότητα. Οι πρώτοι επιχειρούν να τη δικαιολογήσουν με φτηνές ιδεολογίες (οι φτωχοί είναι οκνηροί, η διεθνής κατάσταση δεν επιτρέπει κοινωνική πολιτική) και -- όταν τα πράγματα δυσκολεύουν -- καταστέλλουν την αμφισβήτηση με ωμή βία, δείχνοντας ποιος είναι ο κυρίαρχος.

Οι δεύτεροι επιχειρούν απλά να μειώσουν τις ταξικές ανισότητες με πολιτικές αναδιανομής, επιχειρηματολογώντας με βάση το "κοινό εθνικό συμφέρον" σε δύο κατευθύνσεις: προσπαθώντας αφενός να πείσουν τους μικροαστούς ότι η μείωση των ανισοτήτων θα αμβλύνει τον κίνδυνο κοινωνικών εκρήξεων και το κλίμα εμφυλίου πολέμου στην καθημερινή ζωή και, αφετέρου, να πειθαναγκάσουν τους εξαθλιωμένους ότι η λύση βρίσκεται σε μια πολιτική που θα ικανοποιεί εξίσου όλες τις εθνικές συνιστώσες, ήτοι όλες τις κοινωνικές τά ξεις.

Με αυτό τον τρόπο αμφότεροι αποφεύγουν να διαγνώσουν και να καταπολεμήσουν την αληθινή αιτία της κοινωνικής κατάστασης. Ο ορίζοντας της "αλλαγής" εξαντλείται σε πολιτικές αναδιανομής. Στο δε ερώτημα με ποιους πρέπει να είμαστε, πρέπει να απαντήσουμε ότι επιβάλλεται να επεξεργαστούμε μια "τρίτη" λύση και να αγωνιστούμε για την υιοθέτησή της από τους λαϊκούς εθνικιστές.

2. Ο ελληνικός εθνικισμός

Τα παραπάνω λειτουργούν ως πολιτική παραβολή που επιχειρεί να δείξει ότι ο ελληνικός εθνικισμός είναι εξίσου αδιέξοδος με τον βραζιλιανό. Με ένα επιβαρυντικό στοιχείο. Ο ελληνικός εθνικισμός έχει εχθρούς με σάρκα και οστά: έναν υπερσυγκυριακό, την Τουρκία, και διάφορους συγκυριακούς, τους λοιπούς γείτονες σε ποικίλους συνδυασμούς (π.χ. οι Σέρβοι άλλοτε είναι φυλετικοί εχθροί, άλλοτε επικίνδυνοι κομμουνιστές, άλλοτε αδελφοί ομόθρησκοι). Αν λοιπόν ο βραζιλιανός εθνικισμός απλά συγκαλύπτει την ταξική αντιπαράθεση, ο ελληνικός οδηγεί επιπλέον (όπως οδήγησε στο παρελθόν, με φρικαλεότερο παράδειγμα την ιμπεριαλιστική εισβολή στην Τουρκία το 1920/22) στο ρατσισμό, στον πόλεμο, στο θάνατο, στις κάθε είδους καταστροφές. Ένας λόγος παραπάνω για να απορρίψουμε το λαϊκό εθνικισμό, που προτείνει ως λύση όχι μόνον μια αδιέξοδη στρατηγική συμμαχιών, αλλά και τη διαιώνιση των πολεμικών συγκρούσεων.

Εδώ τίθεται το ερώτημα: γιατί η Αριστερά είναι εθνικιστική; Η απάντηση είναι κοινότυπη: η Αριστερά δεν θέλει να θίξει την ταξική κυριαρχία του κεφαλαίου και ως εκ τούτου συμβιβάζεται με την αστική ιδεολογία που -- ακόμη και όταν παραδέχεται την ύπαρξη τάξεων -- ισχυρίζεται ότι υπάρχει μεταξύ τους ένας ισχυρότατος συνδετικός κρίκος, το εθνικό συμφέρον, που τις ενοποιεί απέναντι στον κοινό εχθρό, τα άλλα έθνη. Αν οι διάφορες τάξεις του έθνους δεν #λογικευτούν και δεν συνεργασθούν -- "ιδίως στις παρούσες κρίσιμες εθνικές στιγμές" -- θα επέλθει η καταστροφή της κοινότητας, ήτοι η υποδούλωση, η υπερεκμετάλλευση και η εξόντωση. Μεταξύ δύο κακών, ισχυρίζεται η εθνική Αριστερά, το μη χείρον είναι η διατήρηση του -- έστω και ταξικού -- έθνους.

3. Τι είναι το έθνος;

Τα τελευταία χρόνια πραγματοποιήθηκαν στην Ελλάδα πάμπολλες διαδηλώσεις με επιθετικό χαρακτήρα και "εθνικό" περιεχόμενο. Βασικές αφορμές τους ήταν η ανεξαρτησία της Δημοκρατίας της Μακεδονίας (κατά), ο Οτσαλάν (υπέρ), οι ΗΠΑ και η πολιτική τους (κατά), οι νέες ταυτότητες (κατά).

Όσο και αν οι διαδηλώσεις και εκδηλώσεις για τον Οτσαλάν και κατά της επίσκεψης Κλίντον εξέφρασαν και αριστερές θέσεις και συνθήματα (υπέρ ενόπλων κινημάτων και κατά της εσωτερικής και διεθνούς πολιτικής των καπιταλιστικών δυνάμεων της Δύσης), εντούτοις και αυτές υπήχθησαν, μέσω της καταλυτικής παρέμβασης των ΜΜΕ, στις κινητοποιήσεις υπέρ των "εθνικών δικαίων", δευτερευόντως του Κουρδιστάν και πρωτευόντως της Ελλάδος.

Αν ρωτούσαμε έναν από τους διαδηλωτές γιατί είναι Έλληνας θα μας απαντούσε με τα εξής αντικειμενικά στοιχεία: ομιλεί ελληνικά, γεννήθηκε και ζει στην Ελλάδα, όπου #ζουν επίσης οι γονείς, συγγενείς και φίλοι του, μορφώθηκε και εργάζεται στην Ελλάδα, όπου και απέκτησε την όποια περιουσία του.

Πιθανότατα -- δεδομένου ότι εκτός από Έλληνας είναι και εθνικιστής --, ο διαδηλωτής θα προσέθετε αερολογίες περί ελληνικού πολιτισμού, ιστορικής συνέχειας τριών χιλιάδων χρόνων, υπερηφάνειας για το ελληνικό αίμα που κυκλοφορεί στις φλέβες και αρτηρίες του κ.λπ. Ωστόσο αυτά απλά διακοσμούν μια αλήθεια που πρέπει να ληφθεί σοβαρά υπόψη. Ο διαδηλωτής αισθάνεται Έλληνας διότι όλοι σχεδόν οι δεσμοί του με τον κόσμο αφορούν στο ελληνικό έδαφος και σε Έλληνες υπηκόους. Μόνο η ελληνική επικράτεια του αναγνωρίζει πλήρη δικαιώματα και του επιτρέπει να κινείται με άνεση και ασφάλεια. Αυτό δε το γεγονός οδηγεί στη μικρή διεθνή κινητικότητα και στην "εθνική" ενδογαμία, η οποία αναπαράγει και επιτείνει το κλείσιμο σε ορισμένο εθνικό χώρο.

Οι εξαιρέσεις απλώς επιβεβαιώνουν τον κανόνα. Ο εθνικός δεσμός είναι ως σήμερα ο σημαντικότερος λόγω της ενοποίησης ορισμένου εδάφους που εξασφαλίζει την εσωτερική κοινωνικοποίηση και αναπαραγωγή του πληθυσμού, με βάση ένα εθνικό πλαίσιο, παραγόμενο από μια κρατική οντότητα. Οι διακριτές ταυτότητες που δημιουργούνται σε κλίμακα μικρότερη ή μεγαλύτερη της εθνικής (Βορειοελλαδίτης, Ευρωπαίος) είναι δευτερεύουσες, ήτοι πολιτικά αδύναμες. Το ίδιο συμβαίνει με τις ταξικές ταυτότητες που -- συνεπεία πολιτικών διεργασιών των τελευταίων δεκαετιών -- έχουν χάσει τη δυναμική τους. Η δε κοσμοπολιτική ταυτότητα αποτελεί είτε πολιτική ουτοπία, είτε ιδεολογική επιλογή λίγων ατόμων που απαρνούνται την εθνική σύνδεση επιχειρώντας να την εξουδετερώσουν με διεθνείς εμπειρίες.

Το έθνος αποτελεί συνεπώς μια πραγματικότητα διαρκώς αναδημιουργούμενη από την κίνηση εσωτερικής αναπαραγωγής ταυτοτήτων, εμπειριών και συμφερόντων. Αυτό είναι το υλικό στήριγμα του "εθνικού συμφέροντος" και το στοιχείο που --ακόμη και όταν δεν οδηγεί στη βία των ανοιχτών συγκρούσεων με τους άλλους -- λειτουργεί ομογενοποιητικά, ευρισκόμενο σε αντιπαράθεση με κάτι "Άλλο". Είμαστε Έλληνες επειδή δεν είμαστε Τούρκοι, Αλβανοί ή Γερμανοί, ακριβώς όπως είμαστε οπαδοί του Ολυμπιακού, όχι διότι μπορούμε να αποδείξουμε ότι αυτή η ομάδα είναι η καλύτερη, ηθικότερη και αθλητικότερη του κόσμου, αλλά διότι δεν θέλουμε να είμαστε Παναθηναϊκοί ή οπαδοί της Γαλατά Σεράι (και αντιστρόφως).

Ο εθνικισμός έχει ποικίλες λειτουργίες. Η βασικότερη από πολιτική άποψη είναι η εθνοποιητική, δηλαδή η ομογενοποίηση πληθυσμών και χώρων κυριαρχίας μέσω της ιδεολογίας περί κοινότητας συμφερόντων και του προαναφερθέντος υλικού στηρίγματός της (κρατική εθνοποίηση). Το ερώτημα τι σημαίνει να είναι κανείς Έλληνας, Βραζιλιάνος ή Καναδός απαντάται λοιπόν με το ότι ορισμένο άτομο αισθάνεται πρωταρχικά μέλος μιας εδαφικά εδρασμένης κρατικής κοινότητας, το κοινό συμφέρον της οποίας είναι ισχυρότερο από κάθε χωρισμό στο εσωτερικό της (ταξικό, τοπικό, φυλετικό), αλλά και από κάθε κοινό στοιχείο με λαούς άλλων κρατών-εθνών (γλώσσα, οικονομικά και στρατιωτικά συμφέροντα, κοινή κουλτούρα).

Ως ιδεολογία, η εθνική ένταξη προκύπτει από υλικές πρακτικές και οδηγεί σε υλικά αποτελέσματα [3] . Η μη γενεαλογική (υλιστική) προσέγγιση της διαδικασίας εθνικής διαμόρφωσης δείχνει ότι το έθνος δεν αποτελεί ένα εύκολα διαλυόμενο ψέμα, αλλά μια πολύμορφη πραγματικότητα. Παρέχει στο άτομο πάγια ταυτότητα και "λόγους δράσης", προκύπτει από καθημερινές εμπειρίες και συνδέεται με καθημερινά συμφέροντα. Αυτή δε η ιδεολογική πραγματικότητα δεν αποτελεί εύπλαστο όργανο στα χέρια του κρατικού μηχανισμού και των εκάστοτε ηγεμονικών συμφερόντων. Αυτό δείχνουν οι πολεμογενείς αναντιστοιχίες εθνών και κρατών στο σύγχρονο κόσμο, αλλά και οι ποικίλες "εθνικές" στρατηγικές που επικαλούνται εξίσου την εθνική ταυτότητα και την πολιτική πρωταρχία της, καίτοι ο ένας προτείνει πόλεμο, ο δεύτερος εξοπλισμό, ο τρίτος ειρήνη δια του εμπορίου και ο τέταρτος συνομοσπονδία.

Κανείς αριστερός δεν μπορεί ωστόσο να ξεχνά την αδιάκοπα επαναλαμβανόμενη στο μαρξιστικό κίνημα διατύπωση ότι το έθνος και η αστική τάξη βλαστάνουν στο ίδιο πολιτικό έδαφος και ότι στο "εθνικό έδαφος" ηγεμονεύει πάντα η αστική τάξη.

4. Λαϊκός εθνικισμός;

Υπάρχουν δύο τρόποι να δείξουμε ότι ο εθνικισμός είναι αστικός. Ο πρώτος με αναφορά στην ιστορία που δείχνει ότι η εθνική "ιδέα", δόμηση και ιδεολογία αποτελούν φαινόμενα σύμφυτα με την επικράτηση του καπιταλιστικού τρόπου παραγωγής, ο οποίος οργανώθηκε ως κοινωνική εξουσία επί πολιτικά-πολιτιστικά ομογενοποιούμενων εδαφών, δημιουργώντας, δια κρατικών μηχανισμών, την εθνική παράδοση και γλώσσα [4] . Το έθνος εμφανίσθηκε ως ιστορικά προκύψασα ανάγκη λειτουργίας του καπιταλισμού, η οποία εξακολουθεί να διαμορφώνει ως σήμερα τον κόσμο. Πριν από τον καπιταλισμό δεν υπήρχαν έθνη με τη σημερινή έννοια του όρου και κανένα πολιτικό-ιδεολογικό σημάδι δεν μας δείχνει ότι θα συνεχίσουν να υπάρχουν μετά από αυτόν.

Ο δεύτερος τρόπος είναι "συγχρονικός". Συνδέεται με τη λειτουργία πολιτικής σταθεροποίησης ενός κοινωνικού σχηματισμού χάρη στα εθνικά σχήματα του κοινού συμφέροντος: το έθνος απαλύνει και συγκαλύπτει τις ταξικές αντιπαραθέσεις και συμβάλλει στην αναπαραγωγή της καπιταλιστικής κυριαρχίας [5] .

Το "εθνικό συμφέρον" είναι μια κενή έννοια, η οποία επιδέχεται περιεχομενικούς προσδιορισμούς κατά πολιτική αρέσκεια, δηλαδή ανάλογα με το πολιτικό υποκείμενο που την επικαλείται [6] . Ωστόσο το εθνικό συμφέρον έχει μια σαφή και πάγια λειτουργία ως πολιτική δομή επιχειρηματολογίας, δηλαδή δεν στερείται συνεπειών για όποιον επιδιώκει να το χρησιμοποιήσει ως "συναινετικό" τέχνασμα. Πρόκειται για τη λειτουργία διατήρησης των δομών εξουσίας σε μια ταξικά δομημένη κοινότητα. Το εθνικό συμφέρον προβάλλει (και υποβάλλει) έναν κανόνα πολιτικής δράσης: παρά την εξουσίαση και εκμετάλλευση υπάρχει κοινό συμφέρον των ομοεθνών, και αυτό είναι ισχυρότερο από το διεθνές και το ταξικό λόγω της αναπόδραστης πολιτιστικής και βιολογικής ενότητας των ομοεθνών.

Μια φαινομενική εξαίρεση έχουμε στην περίπτωση αντιαποικιακών αγώνων που προέβαλαν το εθνικό συμφέρον ανεξαρτησίας απέναντι στην "ξένη δύναμη" που διατηρούσε υπό τον έλεγχό της ορισμένο έδαφος [7] . Οι αντιαποικιακές δυνάμεις αντιμετωπίζουν ένα δίλημμα. Είτε θα εμφανισθούν ως καθαρά εθνικές είτε ως προεχόντως αντικαπιταλιστικές και τακτικά εθνικές. Στην πρώτη περίπτωση διαμορφώνεται μια αστικολαϊκή συμμαχία που αποβλέπει στην εκδίωξη των "ξένων" για την εγκαθίδρυση ενός εγχώριου συστήματος καπιταλιστικής κυριαρχίας που νομιμοποιείται ως εθνικό, άρα ως πιο ήπιο και πατριωτικό. Αυτό σημαίνει απλά ότι στην ενδοϊμπεριαλιστική αντιπαράθεση χρησιμοποιείται η εθνική νότα για να στερεώσει τη νέα ηγεμονία, όπως συνέβη στις περισσότερες χώρες της Αφρικής και συμβαίνει τώρα στην Παλαιστίνη. Στη δεύτερη περίπτωση -- όπως συνέβη στην Κίνα και στην Κούβα -- έχουμε την εκδήλωση μιας αντικαπιταλιστικής συμμαχίας, η οποία αντιτίθεται εξίσου σε εγχώριους και αλλοδαπούς καπιταλιστές, αποβλέποντας στην απαλλοτρίωσή τους. Εδώ το εθνικόν λειτουργεί ως ιδεολογία συσπείρωσης που υπερκαλύπτεται στην πολιτική πράξη από την ταξική αναφορά. Οι ηττημένοι καπιταλιστές ίδρυσαν και στις δύο περιπτώσεις το αντίστοιχο "αστικό έθνος" στην Ταϊβάν και στο Μαϊάμι, αναμένοντας την τελική νίκη με την υποστήριξη του καπιταλιστικού κόσμου.

Συμπέρασμα: ο λαϊκός εθνικισμός ως απελευθερωτική κίνηση είτε συνδέεται με ένα σχέδιο αστικής ηγεμονίας, είτε αποβλέπει σε μια κοινωνική επανάσταση, στα πλαίσια της οποίας η διαχωριστική γραμμή δεν είναι εθνική, αλλά ταξική (χωρίς φυσικά να αποκλείονται οι οπισθοχωρήσεις στο εθνικό-αστικό σχήμα ή και ο σοσιαλιστικός ιμπεριαλισμός τύπου ΕΣΣΔ).

Ο Δ. Μ. ισχυρίζεται κάτι διαφορετικό. Θεωρεί -- και υπογραμμίζει στο πρωτότυπο -- ότι "ιστορικά υπήρξε και μια ποιοτικά άλλη 'ταξική' χρήση του 'έθνους' από τις λαϊκές τάξεις". Αν αυτό όντως συνέβαινε, τότε θα μπορούσαν να γίνουν δύο τινά. Πρώτον, να εξετάσουμε αν το ΚΚΕ και η λοιπή "εθνική" Αριστερά προβαίνει σήμερα στην ορθώς ταξική χρήση του έθνους. Δεύτερον, να υποστηρίξουμε το "ταξικό" έθνος ή πάντως να προσπαθήσουμε να μεταστρέψουμε τον αστικό εθνικισμό σε ταξική κατεύθυνση.

Αυτό ωστόσο δεν συμβαίνει. Ο εθνικισμός είναι πάντα ταξικός με την έννοια της αστικής προέλευσης, χρήσης και λειτουργίας. Δεν είναι ωστόσο ποτέ ταξικός με την έννοια της λειτουργίας του προς όφελος των λαϊκών τάξεων. Ο Δ. Μ. διαγιγνώσκει την "ταξική" χρήση του έθνους στο παράδειγμα των αντιαποικιακών κινημάτων και του αγώνα "εθνικής απελευθέρωσης" στην Ελλάδα και Γιουγκοσλαβία στη διάρκεια της γερμανικής κατοχής. Όταν η χώρα βρίσκεται υπό ξένη κατοχή, είναι προφανές ότι οι επαναστατικές δυνάμεις θα χρησιμοποιήσουν το επιχείρημα της εθνικής απελευθέρωσης. Η σχέση του Βελουχιώτη με τους "αρματολούς" είναι υπαρκτή τη στιγμή της εξεγερτικής προπαγάνδας. Για να κερδίσει τις αγροτικές μάζες στην επανάσταση, ο Άρης έπραττε σοφά εμφανιζόμενος ως ταγματάρχης του πυροβολικού και όχι ως μέλος κομμουνιστικού κόμματος και χρησιμοποιούσε την οικεία στο ακροατήριο εθνικοθρησκευτική ρητορική για να επιτύχει στρατολόγηση μελών. Παρομοίως ο πρώτος στόχος του αγώνα ήταν η εκδίωξη του "ξένου κατακτητή" και η απόκτηση του ελέγχου στο εθνικό έδαφος από τους εντόπιους (οι οποίοι ωστόσο δεν είχαν κανένα εθνικό ενδοιασμό απέναντι στη δράση "ξένων" συμμαχικών στρατών στο ελληνικό έδαφος).

Αν ξεφύγουμε ωστόσο από τον εύλογο στρατιωτικό σκοπό (απελευθέρωση του κρατικού εδάφους, δεδομένου ότι κάθε κίνηση πέραν των συνόρων εμπλέκει σε επιθετικό πόλεμο) και από το επίσης εύλογο μέσο της αρχικής "εθνικής" προπαγάνδας, είναι αδύνατο να εντοπίσουμε μια προοδευτική-λαϊκή χρήση του εθνικού επιχειρήματος [8] . Εθνική αναφορά σημαίνει δύο πράγματα: επιδίωξη συμμαχίας με αστικά στρώματα, ήτοι συμβιβασμό με έναν πιο φιλολαϊκό καπιταλισμό και επιθετικότητα προς τους "άλλους". Αμφότερα συνέβησαν στα εθνικοαπελευθερωτικά κινήματα με τις γνωστές συνέπειες. Πρέπει να τα επικαλούμαστε ως παράδειγμα για το μέλλον; Πρέπει π.χ. να εκτιμούμε ως έκφραση μιας ποιοτικά διαφορετικής-ταξικής χρήσης του εθνικισμού την πολιτικοιδεολογική στοχοθεσία του ΕΑΜ που επιδίωξε τη συνέχεια με την αστική επανάσταση του 1821 και υιοθέτησε σταθερές της αστικής ιδεολογίας ("λέφτερη πατρίδα" ως κοινός σκοπός της "Αλαμάνας" και του "Γοργοπόταμου"); [9] Στο βαθμό που οι αγωνιστές του ΕΑΜ αισθάνονταν και δρούσαν ως συνεχιστές του 1821, συνιστά αυτό χρήση του εθνικισμού διαφορετική από την αστική; Κατά τη γνώμη μου όχι. Και στο κείμενο του Δ. Μ. δεν βρίσκω στοιχεία περί του αντιθέτου.

5. Περί στρατηγικής: οι αριστεροί απέναντι στο ΚΚΕ και το 666

Η διαφωνία του Δ. Μ. με αυτό που αποκαλεί "'ηγεμονική' άποψη των editorials" των Θέσεων στρέφεται γύρω από τις πολιτικές εκτιμήσεις περί του ΚΚΕ. Πρόκειται άραγε για ένα αντιδραστικό κόμμα, που συμμαχεί με τον εσμό των τουρκοφάγων, νοσταλγών του εθνικού μεγαλείου και ορθοδόξων φονταμενταλιστών, όπως υποστηρίζει μεγάλο μέρος της αρθρογραφίας των Θέσεων ; Ή πρόκειται για κόμμα που "είναι σήμερα ο κύριος φορέας του 'αγωνιστικού ρεφορμισμού'#" και "μετέχει με πρωταγωνιστικό ρόλο στην αντιιμπεριαλιστική σύγκρουση", όπως θεωρεί ο Δ. Μ.;

Ο Δ. Μ. δέχεται -- και αυτό μειώνει σημαντικά το εύρος της διαφωνίας -- ότι το ΚΚΕ εκκινεί "αποκλειστικά από το σχήμα της 'εξάρτησης' και του 'υποτελούς έθνους'#", γεγονός που περιορίζει "τη δυνατότητα διεθνούς δράσης" και την ικανότητα ρήξης με τα ελληνικά αστικά και μικροαστικά στρώματα. Δέχεται δηλαδή ότι ο #καταλληλότερος χαρακτηρισμός για το ΚΚΕ είναι "εθνοκεντρικός αγωνιστικός ρεφορμισμός".

Ελπίζω ότι δεν παραμορφώνω το επιχείρημα του Δ. Μ. αν το διατυπώσω με τρεις φράσεις: Πρώτον, το KKE δεν είναι (τουλάχιστον πρωταρχικά) διεθνιστικό κόμμα, ήτοι αντιμετωπίζει με καχυποψία ή/και εχθρότητα γειτονικούς λαούς. Δεύτερον, το ΚΚΕ, επιμένοντας στην εθνική πρωταρχία, διστάζει να έρθει σε ρήξη με την αστική τάξη, με την οποία το συνδέουν εθνικά συμφέροντα και "φυσική" αλληλεγγύη. Τρίτον, το ΚΚΕ αγωνίζεται εναντίον του ξένου ιμπεριαλισμού (πράγμα απολύτως συνεπές αφού είναι εθνικό και άρα αντιπαθεί τις ΗΠΑ όσο και ο Σεβασμιότατος Αθηνών και πάσης Ελλάδος) και πρωτοστατεί σε λαϊκές κινητοποιήσεις ενάντια στην αστική στρατηγική για επίταση της ταξικής εκμετάλλευσης, η οποία "υπονομεύει την εθνική συνοχή και αλληλεγγύη".

Ένα κόμμα που υιοθετεί τα παραπάνω προτείνει μήπως μια σοσιαλδημοκρατική πολιτική με ισχυρή εθνικιστική βάση (που αποβλέπει στο να αποκρύψει την ταξική αναφορά και άρα να αποφύγει την ταξική ρήξη), όπως έκανε το ΠΑΣΟΚ στη δεκαετία του '70, ή είναι πρόπλασμα ενός φασιστικού κινήματος; Ο Δ. Μ. φαίνεται να ισχυρίζεται το πρώτο, ενώ στο editorial του τ. 71 των Θέσεων υπάρχει ένας υπαινιγμός για το δεύτερο. Αδυνατώ να απαντήσω στο ερώτημα, διότι δεν είμαι προφήτης και το ΚΚΕ δεν βρίσκεται αυτή τη στιγμή στην κυβέρνηση για να μπορεί να κριθεί ποια από τις ποικίλες τάσεις του υπερισχύει πρακτικά.

Σίγουρο είναι ότι στην περί φασισμού συζήτηση πρέπει να διακρίνουμε μεταξύ της χρήσης του όρου ως πολιτικής καταδίκης ("είσαι φασίστας") και της συγκεκριμένης δράσης των εν λόγω κομμάτων εκτός και εντός κυβέρνησης. Πρέπει επίσης να διακρίνουμε ανάμεσα στον ανοιχτά εγκληματικό ρατσισμό, που εξέφρασε ο ναζισμός ως ακραία μορφή εθνικισμού, και στις πρακτικές αυταρχισμού και εθνικισμού που εκφράζονται στα λατινοαμερικανικά καθεστώτα από την εποχή του μεσοπολέμου ως σήμερα (π.χ. στην ημιδικτατορία του συνταγματάρχη Chaves στη Βενεζουέλα).

Κοινό ιδεολογικό σημείο όλων αυτών των καθεστώτων είναι η υπόθεση περί ύπαρξης μιας εθνικής κοινότητας που πρέπει να προστατευθεί από τέσσερις εχθρούς: από τις ξένες δυνάμεις που αποβλέπουν στην υποδούλωσή της, από το ντόπιο και ξένο μεγάλο κεφάλαιο που ρουφά το αίμα του λαού, από τους διεφθαρμένους πολιτικού ς που βρίσκονται στην υπηρεσία των κεφαλαιοκρατών και από την απειλή του κομμουνισμού.

Το κοινό πολιτικό αποτέλεσμα είναι η στήριξη του καπιταλισμού ως της μόνης δυνατής μορφής έκφρασης των εθνικών συμφερόντων, αν συνδυασθεί με κρατική παρέμβαση που παρέχει προστασία στις λαϊκές τάξεις, επιτρέποντας την ουσιαστική ένταξή τους στην εθνική κοινότητα. Υπ' αυτή την έννοια, τα φασιστικά και αυταρχικά καθεστώτα συνιστούν μορφές αστικής κυριαρχίας που περιορίζουν ισχυρά την πολιτική ελευθερία ("αντιπροσωπευτική δημοκρατία") και πολύ ηπιότερα την οικονομική ελευθερία ("ελεύθερη αγορά"), αλλά σε καμιά περίπτωση δεν θέτουν σε αμφισβήτηση τον καπιταλισμό.

Το ΚΚΕ επέδειξε θαυμαστή ευελιξία συμμετέχοντας σε μια καθαρόαιμα αστική-δημοκρατική κυβέρνηση που δεν διαφοροποιούνταν ως προς την οικονομική πολιτική από την προκάτοχο (ΠΑΣΟΚ) και τη διάδοχο (ΝΔ). Κανείς δεν μπορεί να αποκλείσει το ενδεχόμενο να συμμετάσχει στο μέλλον σε ένα εθνικιστικό-αυταρχικό κυβερνητικό σχήμα, καίτοι αυτό το σενάριο φαίνεται πολιτικά απίθανο για λόγους γενικής εξέλιξης της "πολιτικής ζωής", δηλαδή ανεξάρτητα από τις προθέσεις του ΚΚΕ.

Η προαναφερθείσα ευελιξία του ΚΚΕ δείχνει ότι εξίσου ενδεχόμενο -- και πολιτικά πιθανότερο -- είναι να εγκαταλείψει μελλοντικά τις εθνικιστικές ρητορείες και να στηρίξει μια σοσιαλδημοκρατική ή και νεοφιλελεύθερη κυβέρνηση, δεδομένου του ότι όποιος συμμαχεί με τον Μητσοτάκη για να επιτύχει την κάθαρσιν του αστικού πολιτικού κόσμου και την άψογη λειτουργία των θεσμών και μετά από λίγες περιπλανήσεις συγκινείται από τη διαφύλαξη των ελληνοχριστιανικών πατρίων, εύκολα μπορεί να γοητευθεί και από μια σοσιαλδημοκρατική ρητορεία που θα του παρέχει και υπουργεία, όπως συμβαίνει με το γαλλικό ΚΚ.

Ο Δ. Μ. επισημαίνει ορθά ότι στην ελληνική και διεθνή κομμουνιστική Αριστερά επικράτησε από το μεσοπόλεμο "ο 'εθνοκεντρικός' προσανατολισμός" που είχε ως πολιτική συνέπεια την επιδίωξη πλατειών συμμαχιών απέναντι στις 200 οικογένειες και στον διεθνή ιμπεριαλισμό, με αποδοχή των αστικών ιδεολογημάτων, της ανάγκης αυτόνομης κρατικής οργάνωσης κάθε έθνους και, τελικά, του ίδιου του καπιταλισμού. Αυτό συνιστά φυσικά εγκατάλειψη του πυρήνα των μαρξιστικών πολιτικών επιδιώξεων και στρατηγικών, με αποτέλεσμα ο κομμουνισμός να ανάγεται το πολύ-πολύ σε μακρινό ιδανικό, στην κατεύθυνση πραγμάτωσης του οποίου δεν γίνεται καμιά πρακτική κίνηση. Εξίσου ορθά επισημαίνει ο Δ. Μ. ότι ο εθνικομετωπισμός οδήγησε πάντα στην ανάσχεση της επαναστατικής διαδικασίας.

Εδώ τίθενται δύο ερωτήματα. Πρώτον, γιατί το ΚΚΕ προβαίνει σήμερα σε μετεξέλιξη της εθνικομετωπικής γραμμής, συμμαχώντας με φανατικούς εθνικιστές, δηλαδή ανατρέποντας την όποια ισορροπία μεταξύ εθνικής και ταξικής αναφοράς στην πολιτική παρέμβασή του; Η πιο εύλογη απάντηση είναι πως εκτιμά ότι, στην εποχή πλήρους πολιτικής αδυναμίας των κομμουνιστικών ιδανικών, η μόνη δυνατότητα ενεργοποίησης αντιιμπεριαλιστικών τάσεων και έκφρασης της λαϊκής δυσαρέσκειας απέναντι στην καπιταλιστική εκμετάλλευση είναι η καταφυγή στο ευρέως αποδεκτό ιδανικό του έθνους (υπερηφάνεια, ανεξαρτησία, πλήρης απασχόληση των "εθνικών", κοινωνική αλληλεγγύη). Έτσι η ταξική εκμετάλλευση γίνεται εθνική υποδούλωση και ο ταξικός αγώνας εθνική άμυνα.

Αυτή η επιλογή δεν είναι ένα τέχνασμα, ανάλογο με εκείνο που χρησιμοποιούν οι γονείς λέγοντας στο παιδάκι "φάγε μια κουταλιά για τη νονά", θεωρώντας ότι το επιχείρημα είναι λυσιτελέστερο από το "φάγε γιατί έχεις βιολογική ανάγκη από τις περιεχόμενες στην κουταλιά θρεπτικές ουσίες". Πρόκειται, ας το επαναλάβουμε, για πολιτικό συμβιβασμό με τον αντίπαλο, εναντίον του οποίου υποτίθεται ότι στρεφόμαστε. Ουσιαστικά η εθνικιστική Αριστερά λέει "αντισταθείτε στον ιμπεριαλισμό για να σώσετε τον εθνικό καπιταλισμό". Αυτό κάνει το KKE και η προαναφερθείσα Αριστερά της Βραζιλίας, η οποία έχει τουλάχιστον την πολυτέλεια να συμμαχεί με την ανθρωπιστική-διεθνιστική πτέρυγα της καθολικής Εκκλησίας και όχι με φασίζοντες νεορθόδοξους.

Δεύτερο ερώτημα: μπορεί να συμμαχήσουμε με ένα τέτοιο κόμμα, όπως εμφανώς προτείνει ο Δ. Μ., θεωρώντας το ως αποτελεσματική εστία αντίστασης στη νεοφιλελεύθερη πολιτική, με τη λογική ότι βέλτιστον είναι το μη χείρον; Αυτό σημαίνει ότι προτείνεται μια στρατηγική ακολουθητισμού των εθνικιστικών τάσεων της λαϊκής κίνησης με την ελπίδα ότι -- χάρη στον εισοδισμό από δυνάμεις με ταξικές αναφορές -- θα περιορισθεί η εθνική αναφορά. Πιστεύω ότι τέτοιες ελπίδες δεν έχουν ρεαλιστική βάση και η εν λόγω συμμαχία θα οδηγήσει είτε στην απογοήτευση όσων εξακολουθούν να επιμένουν στην ταξική αναφορά της πολιτικής είτε στην αφομοίωση από το εθνικιστικό σχήμα.

Τι σημαίνει ωστόσο πρακτικά "συμμαχία με αντιιμπεριαλιστές εθνικιστές " Σημαίνει να συμμετάσχουμε στις διαδηλώσεις υπέρ Οτσαλάν διότι χτυπούν τον τουρκο-αμερικάνικο ιμπεριαλισμό που αντιδρά σε ένα κίνημα εθνικής ανεξαρτησίας. Σημαίνει ίσως να πάμε στις λαοσυνάξεις εναντίον των νέων ταυτοτήτων και του 666, θεωρώντας τη θρησκόληπτη αντίδραση και τις επιδιώξεις ιερού πολέμου ως έκφραση των φόβων του λαού απέναντι στην καπιταλιστική Ευρώπη που επιδιώκει το φακέλωμα των πολιτών και τον αστικό εκσυγχρονισμό.

Σημαίνει ίσως και να πάμε σε διαδηλώσεις κατά της αναγνώρισης της Δημοκρατίας της Μακεδονίας και υπέρ της Σερβίας, διότι έτσι χτυπάμε τον ιμπεριαλισμό στη βαλκανική πολιτική των ΗΠΑ και της Γερμανίας.

Σημαίνει πιθανώς να χειροκροτήσουμε τον αντιιμπεριαλιστή Χριστόδουλο όταν καταγγέλλει τον αιματοβαμμένο Κλίντον και να διαβάζουμε με ικανοποίηση τα άρθρα του Ζουράρι που επιτίθενται στον ορθολογισμό, ο οποίος, όπως έδειξε ο Max Weber, είναι η βάση του καπιταλισμού.

Όποιος κάνει τα παραπάνω επιδεικνύει ρεαλισμό ("μόνον αυτοί εκφράζουν μαζικά τον αντιιμπεριαλισμό"). Και αυτό σημαίνει, σύμφωνα με τον Δ. Μ., να συνταχθούμε με το ΚΚΕ, το ΔΗΚΚΙ και το τμήμα του ΣΥΝ που με αφορμή την υπόθεση Οτσαλάν, την επίσκεψη Κλίντον και τις γιουγκοσλαβικές συγκρούσεις "συνάντησαν τον υπαρκτό αντιιμπεριαλισμό των μαζών".

Τι λογής είναι όμως αυτός ο αντιιμπεριαλισμός; Ουδείς εκ των οπαδών του σκέφτηκε να διαδηλώσει για κάποιον από τους εκατοντάδες αγωνιστές (εθνικιστές και μη) που "προδίνονται" από τον διεθνή ιμπεριαλισμό, να καταγγείλει σε μεγα-διαδήλωση τη Σλοβενία επειδή, ως ανεξάρτητο κράτος, συνιστά απειλή για το βορειοανατολικό τμήμα της Ιταλίας, να ανησυχήσει για την προέλαση του 666 όταν η κυβέρνηση της Ισλανδίας παρέδωσε το γενετικό χάρτη των κατοίκων της σε ιδιωτικές επιχειρήσεις για να εξετάσουν τις πιθανές κληρονομικές ασθένειες των κατοίκων της, οδηγώντας το φακέλωμα στα βιολογικά όριά του, ή να διαμαρτυρηθεί στο κέντρο της Αθήνας για την οργανωμένη από τις ΗΠΑ γενοκτονία των ινδιάνων της Γουατεμάλας.

Τα αντιιμπεριαλιστικά ανακλαστικά ξυπνούν κάθε φορά που σχηματίζονται δύο μέτωπα, το ένα από τα οποία εμπλέκει την Ελλάδα. Οι δε διαδηλωτές εκφράζουν ό,τι θεωρούν εθνικό συμφέρον, άλλοτε ως εθνικά ιμπεριαλιστικό ("να μπούμε στα Σκόπια") άλλοτε ως εθνικά αντιιμπεριαλιστικό ("έξω ο Κλίντον") ενάντια σε χώρες που κρίνουν ως εχθρικές. Οι αριστεροί εθνικιστές θέλουν να ισχυροποιήσουν τη φωνή της λαϊκής μάζας ασκώντας κυριολεκτικά εθνική πολιτική, ακόμη και αν συχνά διαφοροποιούνται απ' ό,τι κρίνει ως καλύτερη εθνική πολιτική η κυβέρνηση.

Βασική κινητήρια δύναμη του "υπαρκτού αντιιμπεριαλισμού των μαζών" είναι λοιπόν ο εθνικισμός -- και δεν βλέπω πώς, με την τακτική στήριξή του, θα πετύχουμε κάποια στιγμή να μετατραπεί το εθνικό σε αντικαπιταλιστικό αν δεν πολεμήσουμε το "εθνικό", αν δεν έρθουμε δηλαδή σε πολιτική ρήξη με τους προαναφερθέντες διαδηλωτές και τις οργανώσεις που τους υποστηρίζουν, αμφισβητώντας το θεμελιώδες κίνητρο του "αντιιμπεριαλισμού" τους.

Μεγάλο μέρος της εθνικιστικής Αριστεράς καταδικάζει βέβαια τα περί 666 ντελίρια και τα εθνικώς ενδεδυμένα οράματα του ελληνικού ιμπεριαλισμού. Δεν διακρίνει ωστόσο το ιδεολογικό συνεχές ανάμεσα στις αντινατοϊκές διαδηλώσεις και στις πλέον ξενόφοβες μορφές λαϊκής διαμαρτυρίας απέναντι σε "ξένους", "άπιστους" και εν γένει "κακούς". Όσοι επιμένουν στο "έξω οι ιμπεριαλιστές από τα Βαλκάνια" δεν είναι προφανώς έτοιμοι να φωνάξουν "έξω οι Έλληνες και Αμερικάνοι από τα Βαλκάνια". Και αυτό διότι θεωρούν πως τα Βαλκάνια είναι, κατά κάποιο τρόπο, "δικά μας" και ενοχλούνται από την παρουσία άλλων σε αυτά...

Να συναντήσουμε τον "υπαρκτό αντιιμπεριαλισμό των μαζών" σημαίνει συνεπώς να έρθουμε σε ρήξη με την πολιτική των κομμάτων της "υπαρκτής Αριστεράς" που αναζητούν το εθνικώς συμφέρον και ενθαρρύνουν τις ήδη εθνικώς εκπαιδευμένες μάζες στο να ριχτούν στην εθνική αγκαλιά από διαφορετικά μονοπάτια και με σαφώς φιλολαϊκή ευαισθησία.

Ο Δ. Μ. επισημαίνει ορθά ότι η σύγκρουση με τον εθνικισμό των μαζών "δεν επιλύεται με 'αντιεθνικιστικά' ευχολόγια, αλλά με αριστερή προγραμματική παρέμβαση". Οι πράξεις είναι όντως αποτελεσματικότερες από τα λόγια και πρέπει να προβληματίσουν αυτοκριτικά οι παρατηρήσεις για την τάση ελιτισμού στην Αριστερά. Η συχνά ασκούμενη κριτική στον ελιτισμό (και στο μαξιμαλισμό) αριστερών διανοούμενων είναι εύλογη και συνιστά σήμερα κριτική μιας τάσης που προέκυψε από την "πολιτική κρίση του μαρξισμού". Πολιτική κρίση του μαρξισμού σημαίνει ότι οι κομμουνιστικές ιδέες και πρακτικές δεν έχουν σε ορισμένη συγκυρία απήχηση στις μάζες. Αυτή η έλλειψη αποτελεσματικότητας (που προκαλεί ποικίλες κρίσεις ταυτότητας στους εναπομένοντες υποστηρικτές του μαρξισμού) θέτει το δίλημμα του ακολουθητισμού (προσαρμογή των ιδεών και της πράξης μας σε εκείνες των μαζών) ή του απομονωτισμού (εμμονή στις μαρξιστικές θέσεις παρά την έλλειψη απήχησης).

Αναγκαία είναι προφανώς η αναζήτηση μεθόδων παρέμβασης που θα μας βγάλουν από την απομόνωση χωρίς εγκατάλειψη των θέσεων που σε δεδομένη στιγμή έχασαν την ελκτική τους δύναμη. Η προσπάθεια να αρθεί η απόσταση των διανοούμενων από τις μάζες δεν πρέπει ωστόσο να οδηγήσει σε εθνικιστικό συμβιβασμό, με τη δικαιολογία ότι οι ιδεολογικοί μηχανισμοί του αστικού κράτους κατόρθωσαν να εμφυσήσουν στις μάζες την εθνική ιδεολογία και άρα πρέπει να την αποδεχθούμε. Η πολιτική σύγκρουση με τους φορείς του εθνικισμού δεν συνιστά ελιτισμό, διότι δεν εκφράζει αποστροφή απέναντι στις μάζες, όπως υποθέτει ο Δ. Μ. χρησιμοποιώντας ψυχολογιστικά κριτήρια. Το μόνο αντικείμενο "αποστροφής" προς τις λαϊκές εκφράσεις εθνικισμού στην Ελλάδα των τελευταίων χρόνων είναι οι πολιτικοί λόγοι αυτών των κινητοποιήσεων, δηλαδή η καταδίκη της δράσης που υιοθετεί τον αστικό ιδεολογικό Λόγο.

Ο Δ. Μ. υπενθυμίζει ότι το ΚΚΕ δεν συνιστά συμπαγές εθνικιστικό μπλοκ και επικαλείται διεθνιστικές πρωτοβουλίες του. Αυτές είναι ενδείξεις αντιφάσεων -- και αντίστοιχες θα βρούμε σε όλα τα κόμματα, συμπεριλαμβανομένης και της ΝΔ. Υπάρχει ελπίδα ότι συμμαχώντας με αυτά τα κόμματα θα επιτύχουμε την αντιστροφή της τάσης; Η πρόσφατη εξέλιξη του ΚΚΕ δείχνει ότι η εθνικιστική τάση έχει επιβληθεί στο εσωτερικό του· όποιος εκτιμά ότι είναι δυνατή μια αντιστροφή, ας επιχειρήσει να την επιτύχει. Θα πρέπει ωστόσο στην παρέμβασή του αυτή να αποσαφηνίζει την επιδίωξή του, δηλώνοντας π.χ. ότι κατέρχεται ως υποψήφιος του ΚΚΕ με ασυμβίβαστα "αντεθνική" γραμμή. Και βέβαια θα διαπιστώσει τις αντιστάσεις της πραγματικότητας, όταν επιχειρεί να συναντήσει τον υπαρκτό αντιιμπεριαλισμό των μαζών με αντιεθνικιστικές επιδιώξεις.

6. Περί διεθνισμού

Ο Δ. Μ. επικρίνει αναλύσεις των Θέσεων διότι ακολουθούν τον "αφηρημένο διεθνισμό" ή "αφηρημένο ντεφαιτισμό". Αυτή η στάση αδυνατεί, κατά την άποψή του, να θέσει το ζήτημα της επιρροής που ασκεί η εθνική ιδεολογία στις λαϊκές μάζες και να απαντήσει στα προβλήματα της εθνικής ιδιαιτερότητας. Η εθνική ιδιαιτερότητα συνδέεται, κατά τον Δ. Μ., πρώτον, με τις ιδιομορφίες της επανάστασης σε κάθε χώρα, δεύτερον, με τη στάση του λαϊκού κινήματος στην περίπτωση κατακτητικού πολέμου (η τροποποίηση των εδαφικών συνόρων "είναι απολύτως αδιάφορη για τους επαναστάτες; Και η πολιτική του διεθνισμού και της φιλίας των λαών μπορεί να παρακάμπτει τέτοια ενδεχόμενα όταν τίθενται;") και, τρίτον, με το ότι (ενδεχομένως) "οι μάζες επιθυμούν να ζουν κάτω από ορισμένους 'εδαφικούς', πολιτιστικούς και πολιτικούς όρους".

Βάση αυτών των διαπιστώσεων και ερωτημάτων του Δ. Μ. είναι μια ουσιοκρατική θεωρία για το έθνος, η οποία αγνοεί τις ιστορικές διαδικασίες και σκοπιμότητες δημιουργίας του [10] . Φαίνεται σαν να υπήρχαν πάντοτε (από πότε;) Έλληνες που αισθάνονται και επιθυμούν κάτι κοινό και διαφορετικό π.χ. από τους Τούρκους. Είναι ωστόσο ηλίου φαεινότερο ότι εάν το έτος 1750 ρωτούσαμε τους κατοίκους της Κομοτηνής, της Θεσσαλονίκης, της Έδεσσας, του Ηρακλείου, της Κέρκυρας και των Αθηνών (χρησιμοποιώντας τις γλώσσες που οι αντίστοιχοι πληθυσμοί κατανοούσαν) αν επιθυμούν να ζήσουν μαζί στο σημερινό ελληνικό έδαφος ως ενότητα διακριτή από τις άλλες σημερινές χώρες των Βαλκανίων και υπό ειδικούς πολιτιστικούς και πολιτικούς όρους, επειδή όλοι είναι Έλληνες, θα μας θεωρούσαν μάλλον ως τρελούς.

Αν θέσουμε σήμερα την ίδια ερώτηση, μετά από δύο αιώνες πολέμων, εθνικών εκκαθαρίσεων και ακούραστης γλωσσικής και πολιτισμικής ενοποίησης εκ μέρους των κρατικών μηχανισμών ένθεν και εκείθεν των συνόρων της ελληνικής επικρατείας, η συντριπτική πλειοψηφία των κατοίκων αυτών των πόλεων θα μας απαντήσει (στα ελληνικά) "ναι". Κανείς δεν ξέρει τι επιφυλάσσουν οι επόμενοι δύο αιώνες. Μπορούμε ωστόσο να προβλέψουμε ότι, είτε υπό καπιταλισμό είτε μετά την ανατροπή του, το έτος 2250 οι εν λόγω πληθυσμοί θα είναι ιδεολογικοπολιτικά πολύ αλλαγμένοι και τα σημερινά σύνορα της Βαλκανικής πιθανώς θα έχουν μεταβληθεί, με αποτέλεσμα οι απαντήσεις να είναι τελείως διαφορετικές και το ερώτημα μάλλον να έχει χάσει το νόημά του.

Μια από τις βάσεις της επαναστατικής πολιτικής δράσης στο ζήτημα του έθνους, όπως και σε όλα τα άλλα, είναι η συνείδηση της ιστορικής σχετικότητας. Το ότι σήμερα οι υφιστάμενοι την εκμετάλλευση δεν αυτοαναγνωρίζονται, στην πλειοψηφία τους, ως τέτοιοι και ψηφίζουν, στη συντριπτική πλειοψηφία τους, υπέρ των κομμάτων της αστικής τάξης, δεν αποτελεί λόγο να σεβασθεί η Αριστερά τη γνώμη τους, δηλαδή να μην επιχειρήσει να την αλλάξει με πρακτική δράση. Αυτό συμβαίνει και στο ζήτημα της εθνικής ένταξης, η οποία είναι προϊόν της κυρίαρχης πολιτικής στο περιεχόμενο και στα εδαφικά της όρια.

Ας έρθουμε τώρα στο ζήτημα της στάσης της Αριστεράς απέναντι σε έναν ιμπεριαλιστικό πόλεμο. Ανεξάρτητα από τις προθέσεις του Δ. Μ., αυτό το ερώτημα παραπέμπει τον αναγνώστη στο ρητορικόν "τι θα κάνεις, ως αντιεθνικιστής, αν η Τουρκία επιτεθεί στην Ελλάδα. Θα πεις σφάξε με αγά μου ν' αγιάσω;". Μπορούμε δε να προσθέσουμε ένα -- λιγότερο δημοφιλές στην εθνικιστική Αριστερά -- ερώτημα: "τι θα κάνεις, ως εθνικιστής ή αντιεθνικιστής, αν η Ελλάδα επιτεθεί στην Τουρκία;"

Τα ερωτήματα αυτά δεν έχουν πολιτικό νόημα ως προσωπική έγκληση (καίτοι συνήθως τίθενται ως τέτοια). Σε τέτοιες περιπτώσεις θα οφείλω νομικώς, ως έλληνας υπήκοος, να συμμετάσχω #στον πολεμικό αγώνα ως στρατιώτης ή με όποιον άλλο τρόπο ορίσουν οι ελληνικές αρχές ως πρόσφορο, υπό το καθεστώς κατάστασης πολιορκίας και με την απειλή δρακοντείων ποινών, συμπεριλαμβανομένης και της θανατικής, για όποιον προβαίνει σε "αντεθνικές" κινήσεις. Το τι θα πράξει ο καθένας είναι ένα ποινικό πρόβλημα και ένας υπολογισμός πιθανοτήτων, όπου είναι άδηλο ποια επιλογή φέρνει πιο κοντά στο θάνατο ή σε άλλες προσωπικές καταστροφές. Ακόμη και όποιος, π.χ. λόγω προχωρημένης ηλικίας, δεν κάνει τίποτε ούτε του ζητείται κάτι, δεν είναι απαλλαγμένος από πολλαπλούς κινδύνους, αφού θύματα βομβαρδισμών, βιαιοπραγιών και ποικίλων υλικών και συναισθηματικών κακουχιών είναι κυρίως οι άμαχοι. Σε ακραίες συνθήκες καταναγκασμού δεν έχει πολιτική σημασία το τι θα κάνει ο κάτοικος της Αλεξανδρούπολης αν δει μπροστά στην πόρτα του δύο Τούρκους στρατιώτες ή δύο Έλληνες στρατονόμους με εντολή να τον συλλάβουν ως ανυπότακτο.

Τα ερωτήματα αυτά έχουν νόημα μόνον ως προβλήματα πολιτικής στρατηγικής που προτείνει μια αριστερή κίνηση. Και μπορεί να μεταφρασθούν στο εξής: ποια είναι η επαναστατική στάση σε μια ενδοκαπιταλιστική στρατιωτική διαμάχη; Δεν νομίζω ότι επ' αυτού μπορεί να προταθεί μια θέση αρχής. Και είναι προφανώς αντιφατικό να ισχυρισθούμε ότι είμαστε μεν αντίπαλοι του καπιταλισμού, αλλά θα πολεμήσουμε όποιον θίξει την εδαφική (πολιτική; οικονoμική;) κυριαρχία της χώρας, της οποίας είμαστε υπήκοοι. Το μόνο εκ των προτέρων κριτήριο που μπορεί να διατυπωθεί είναι ότι μια πολιτική εκφράζει την αντικαπιταλιστική, και δι' αυτής την αντιεθνικιστική, τάση αν μπορεί εξίσου να προταθεί από αριστερές κινήσεις όλων των εμπόλεμων χωρών. Αν δηλαδή ξεφεύγει από την εθνική οπτική.

Σ' αυτό το πλαίσιο μπορεί να δεχθούμε ότι πρέπει να εναντιωνόμαστε σε κάθε σύγκρουση που αποβλέπει στην αλλαγή εδαφικών συνόρων, διότι τα εκάστοτε σύνορα εγγυώνται μια σχετική ασφάλεια και το κύριο βάρος μιας πολεμικής αντιπαράθεσης πέφτει στις λαϊκές μάζες, ανεξαρτήτως του εάν αυτές ανήκουν στο επιτιθέμενο ή αμυνόμενο στρατόπεδο (όροι εξάλλου απόλυτα ρευστοί).

Επαναστατική-αριστερή στάση είναι εκείνη που λέει όχι στον ιμπεριαλιστικό πόλεμο και επιδιώκει να τον αποτρέψει με κάθε πρόσφορο μέσο. Επ' αυτού δε συγκρούεται με την εθνικιστική Αριστερά που διακρίνει ανάμεσα σε καλούς και κακούς ιμπεριαλιστικούς πολέμους.

Η εθνικιστική Αριστερά μπορεί να δικαιολογήσει τη στάση της μόνον με έναν παραλογισμό: αν υποθέσει ότι υπάρχει ένας ιστορικός νόμος, σύμφωνα με τον οποίο αν συρρικνωθεί εδαφικά ορισμένη χώρα ενισχύεται η αστική κυριαρχία, αυξάνεται η εκμετάλλευση και δυσχεραίνεται η επανάσταση, ενώ το αντίθετο συμβαίνει αν η χώρα επεκταθεί εδαφικά (αφού προηγουμένως προβεί σε σχετικές πολεμικές προετοιμασίες, προπαγάνδες και εξοπλισμούς). Αν κάτι τέτοιο ισχύει, αν π.χ. το ΚΚΕ μας αποδείξει ότι η επέκταση των ελληνικών χωρικών υδάτων στα δώδεκα μίλια θα αδυνατίσει τον ελληνικό καπιταλισμό, θα μειώσει την ανεργία, θα αυξήσει τους μισθούς, θα βελτιώσει τις κρατικές υπηρεσίες υγείας και εκπαίδευσης και θα επαναστατικοποιήσει τις μάζες, τότε ίσως θα πρέπει τα μελλοντικά editorials των Θέσεων να προτείνουν την εθελοντική κατάταξη της ριζοσπαστικής Αριστεράς στο στρατό. Σε διαφορετική περίπτωση μπορούμε να συνεχίσουμε να σκεφτόμαστε τον αντιιμπεριαλιστικό αγώνα χωρίς εθνικούς περιορισμούς.

Ο τουρκικός επεκτατισμός είναι εξίσου υπαρκτός με τον ελληνικό (και με οποιονδήποτε άλλο) και εκφράζεται, κατά περίπτωση, με διαφορετικούς τρόπους και εμβέλεια. Οι εθνικά διαπαιδαγωγούμενες μάζες κάθε χώρας έχουν μια εξόχως επιλεκτική μνήμη: διατηρούν μόνον τις εικόνες του αντιπάλου ως αδίκως επιτιθέμενου σφαγέα και άρπαγα και αυτό εκφράζουν στην αυθόρμητη "πατριωτική" πράξη τους. Οι αριστεροί εθνικιστές της Ελλάδας αποφεύγουν να αναρωτηθούν τι έπραξε o ελληνικός στρατός στη Μικρά Ασία ή στην Αλβανία (το εμπόλεμο με την οποία διατηρήθηκε μέχρι πρόσφατα), προτιμώντας τις αντιιμπεριαλιστικές διαδηλώσεις υπέρ της "ελληνικής ανεξαρτησίας". Αν όμως ξεπεράσουμε αυτή τη μονομέρεια -- που βρίσκεται αποκλειστικά και μόνο στην υπηρεσία του ελληνικού ιμπεριαλισμού -- θα μπορέσουμε να κατανοήσουμε π.χ. γιατί ένας Τούρκος πολιτικός ή ψηφοφόρος αντιλαμβάνεται ως άμυνα απέναντι στην ελληνική επιθετικότητα τις διπλωματικές και στρατιωτικές κινήσεις που τα ελληνικά μήντια και κόμματα καυτηριάζουν ως τουρκική επιθετικότητα.

Με άλλα λόγια, επιδίωξη της Αριστεράς δεν είναι να υπερασπισθεί την αδίκως πάσχουσα πατρίδα, αλλά να καταδείξει τις ταξικές διαστάσεις κάθε ιμπεριαλιστικού ανταγωνισμού, εγκαταλείποντας το σχολικό και νομικό σχήμα της πάλης του Καλού με το Κακό [11] .

Απόλυτα ορθή είναι αντιθέτως η επισήμανση του Δ. Μ. για την εθνική ιδιαιτερότητα των αντικαπιταλιστικών επαναστάσεων. Οι ως τώρα διεξαχθείσες επαναστάσεις ήταν εθνικές με την έννοια της οργάνωσης και διεξαγωγής τους στα πλαίσιο ενός κρατικού μορφώματος και εδάφους. Δεν μπορεί να γίνει διαφορετικά από τη στιγμή που οι δομές εξουσίας είναι κρατικές ("εθνικές"). Το προδεδομένο κρατικό πλαίσιο παρέχει το έδαφος για την οργάνωση αντιεξουσίας με τη μετεξέλιξη συνδικαλιστικών, πολιτικών, επικοινωνιακών κ.λπ. δομών που δρουν σ' αυτό το πλαίσιο -- και φυσικά ουδείς επαναστάτης θεωρεί πολιτικά και στρατιωτικά σκόπιμο να επιτεθεί σε γειτονική χώρα για να την απελευθερώσει από τον καπιταλισμό, εισάγοντας το "διαφωτισμό" της επανάστασης. Ακόμη και εκεί όπου αυτό επιχειρήθηκε -- με γεωπολιτικά σημαντικότερο παράδειγμα τη δημιουργία του ανατολικού μπλοκ -- υπήρχαν συνθήκες γενικευμένου πολέμου, ήταν σαφής η ιμπεριαλιστική τάση εγχωρίων δυνάμεων και πάντως διατηρήθηκαν οι "εθνικές" δομές εξουσίας.

Το ζήτημα είναι άκρως ενδιαφέρον (και περίπλοκο) και δεν μπορεί να εξετασθεί σε λίγες γραμμές. Επισημαίνουμε απλώς ότι η επαναστατική τάση επιδίωκε τη διεθνή εξάπλωση της αντικαπιταλιστικής εξέγερσης και η εθνική αναφορά οφείλεται στις υπαρκτές δομές πολιτικής οργάνωσης (και στις εκάστοτε αντιστάσεις και ανασχέσεις της επαναστατικής πορείας) και όχι σε μια εθνική ιδιαιτερότητα ως κρυμμένη ουσία του "εθνικού είναι" που επιβάλλει π.χ. στην Ουρουγουάη ένα διαφορετικό σοσιαλισμό απ' ό,τι στην Παραγουάη, διότι ο ουρουγουανός τράχηλος δεν υπομένει ό,τι ο παραγουανός και αντιστρόφως.

Το συμπέρασμα είναι ότι ο αντιιμπεριαλισμός ως αντικαπιταλισμός δεν συνδέεται με τον "αφηρημένο διεθνισμό-ντεφαιτισμό", αλλά με τη συγκεκριμένη ανάλυση ταξικών στρατηγικών που αποκτούν ηγεμονική εθνική έκφραση. Δεν επιθυμεί την ήττα της χώρας "του", αλλά επιδιώκει την ήττα του καπιταλισμού σε αυτή και στις άλλες, δρώντας σε πολιτικό πλαίσιο ριζικά διαφορετικό από το εθνικοσυμφεροντικό. Αυτή η αφετηρία ανάλυσης [12] επιτρέπει να απαντηθεί το ερώτημα γιατί οι μάζες δρουν και σκέπτονται εθνικά και ποια πρέπει να είναι η στρατηγική της Αριστεράς απέναντι στον εθνικισμό, με τρόπο πολύ σαφέστερο από την αποδοχή του εθνικισμού ως όρου δράσης για την υπαρκτή Αριστερά.

7. Η πατρίδα του κεφαλαίου

Ο Δ. Μ. φαίνεται να συνάγει ένα επιχείρημα υπέρ του εθνικισμού από τη γνωστή ρήση ότι το κεφάλαιο δεν έχει πατρίδα. Φαίνεται να θεωρεί την προβολή του εθνικισμού ως ένα είδος αντίστασης στις διεθνοποιητικές τάσεις που εκδηλώνονται με τη λεγόμενη παγκοσμιοποίηση, με τη διαδικασία ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης και με τις πολιτικοστρατιωτικές κινήσεις των μεγάλων ιμπεριαλιστικών δυνάμεων που αποβλέπουν στην "απόλυτη και ολοκληρωτική 'κοινή' κυριαρχία" στις ζώνες πολιτικοοικονομικής αστάθειας, ενώ την ίδια στιγμή οι οργανικοί διανοούμενοι της Δύσης εμφανίζουν τη διεξαγωγή ιμπεριαλιστικών επεμβάσεων ως ανθρωπιστική πράξη που αποβλέπει στην παγκόσμια επιβολή των ανθρώπινων δικαιωμάτων, του φιλελευθερισμού και της κοσμοπολιτικής δημοκρατίας. Έτσι ο Δ. Μ. θεωρεί ότι το κεφάλαιο αποβλέπει στην "οικουμενικότητα": η πλειοψηφία των αστών πολιτικών εγκαταλείπει τον παραδοσιακό εθνικισμό και επιδιώκει την περιορισμένη κυριαρχία και τις εδαφικές ανακατατάξεις στις ζώνες αστάθειας. Θα συνιστούσε παραγνώριση αυτής της τάσης να επικρίνεται μόνον ο εθνικισμός των μικρότερων χωρών, διότι αυτό μας εντάσσει στους απολογητές του ιμπεριαλισμού. Έτσι ο Δ. Μ. επικρίνει τις Θέσεις διότι η επίμονη και μονομερής κριτική στον εθνικισμό τείνει σε μια "αριστερή παραλλαγή του οικουμενικού φιλελευθερισμού" [13] .

Αδυνατώ να κατανοήσω γιατί οι μεγάλες ιμπεριαλιστικές δυνάμεις έπαψαν να είναι εθνικιστικές επειδή επιδιώκουν να ενισχύσουν την πολιτική επιρροή και στρατιωτική παρουσία τους σε περιοχές του πλανήτη. Όπως ο ίδιος ο Δ. Μ. σημειώνει, ουδεμία ηγεμονική χώρα αποδέχεται αμφισβητήσεις του δικού της εδαφικού status quo ή παρεμβάσεις προς αποκατάσταση "δικαιωμάτων" στην ίδια και στους εκάστοτε συμμάχους της. Άρα αυτές οι χώρες εξακολουθούν να είναι εθνικιστικές και εκδηλώνουν το "εθνικό συμφέρον" με προσπάθειες επέκτασης της επιρροής τους. Αν η δημιουργία προτεκτοράτων στη Γιουγκοσλαβία είναι κοσμοπολιτική και αντιεθνικιστική, θα έπρεπε να ισχυρισθούμε το ίδιο και για την πολιτική του Χίτλερ να εντάξει στην Τρίτη Γερμανική Αυτοκρατορία το μεγαλύτερο μέρος της Κεντρικής Ευρώπης. Και βέβαια η απόπειρα επέκτασης της επιρροής των μεγάλων ιμπεριαλιστικών χωρών δεν αποτελεί ιδιαιτερότητα της υποτιθέμενης παγκοσμιοποίησης, αλλά εκφράζεται από την αρχή της κίνησης αποικιοποίησης που ήδη γιόρτασε πέντε αιώνες "ανακαλύψεων".

Γιατί να επικρίνουμε το διεθνισμό των ΗΠΑ, τη στιγμή που διατάσσουν τον εθνικό στρατό τους να επεκτείνει την επιρροή του μεγαλύτερου δυτικού έθνους; Γιατί να θεωρήσουμε την ευρισκόμενη σε εθνικιστικό ντελίριο Γερμανία ως υποστηρίκτρια της κοσμοπολιτικής δημοκρατίας, τη στιγμή που ενεργοποιεί τη στρατιωτική της δύναμη για να αποκτήσει μεγαλύτερη επιρροή στα Βαλκάνια και στην Ανατολική Ευρώπη, συνδυάζοντας την εθνική νίκη μετά από πέντε δεκαετίες "εθνικής ντροπής" με την όξυνση των ρατσιστικών εγκλημάτων στο εσωτερικό της χώρας και με τη μεταστροφή του αριστερού πολιτικού προσωπικού προς τις πιο αντιδραστικές θέσεις εθνικής υπερηφάνειας [14] ;

Αν δε η κυβέρνηση Σημίτη είναι κοσμοπολιτική και "συμβιβαστική" με την Τουρκία, αυτό συνιστά προφανώς πολιτική έκφρασης των όσων η κυρίαρχη αστική τάση αντιλαμβάνεται ως εθνικό συμφέρον για επέκταση της επιρροής του ελληνικού κεφαλαίου. Δεν πρέπει να ακολουθήσουμε το ΚΚΕ και την ακροδεξιά που θεωρούν την πολιτική Σημίτη αντεθνική, ενώ αυτή στην πραγματικότητα εμφορείται από "εθνικές" επιδιώξεις, όπως οι πρωτεργάτες της αδιάκοπα τονίζουν. Η εθνική στρατηγική είναι πάγια αστική, διότι δεν επιδιώκει να σφάξει τους γείτονές της ανά πάσα στιγμή και άνευ λόγου, όπως οι απροκάλυπτοι ρατσιστές και φασίστες. Δεν παύει ωστόσο να επιδιώκει τα αστικά συμφέροντα στην εθνική μορφή τους. Το να ισχυρισθούμε λοιπόν ότι στη σημερινή συγκυρία οι μεγάλες και μεσαίες ιμπεριαλιστικές δυνάμεις είναι κοσμοπολιτικές, σημαίνει ότι αγνοούμε τον τρόπο πολιτικής λειτουργίας του εθνικού σχήματος [15] .

Όποιος επιχειρεί να μετακινήσει τα σύνορα των χωραφιών δεν είναι ένας εμφορούμενος από κομμουνιστικές ιδέες αντίπαλος της ατομικής ιδιοκτησίας. Είναι φανατικός υπέρμαχος της δικής του ιδιοκτησίας, την οποία επιχειρεί να διευρύνει εις βάρος εκείνης του γείτονά του. Το ίδιο έπρατταν και εξακολουθούν να πράττουν οι "19 δημοκρατίες" χωρίς να έχουν γίνει αντιεθνικιστικές επειδή οι διανοούμενοί τους προβάλλουν απέναντι στον εθνικισμό των μικρών χωρών το ιδανικό του κοσμοπολιτισμού.

Είναι γνωστό ότι οι πόλεμοι πάντα δικαιολογούνται με βάση το δίκαιο, την ηθική ή θρησκευτική αναγκαιότητα και εμφανίζονται ως μέσα επίτευξης μιας μελλοντικής παγκόσμιας ειρήνης. Αυτό αποβλέπει στο να αποκρύψει τον επιθετικό και ταξικό χαρακτήρα τους. Εάν σήμερα ο Habermas και οι φίλοι του θεωρούν ως προπαγανδιστικά αποτελεσματικότερο τον κοσμοπολιτισμό και την οικουμενικότητα των δικαιωμάτων, είναι αναγκαίο να επικρίνουμε αυτή την άποψη αποκαλύπτοντας τις πραγματικές επιδιώξεις των εν λόγω επιθέσεων. Όποιος επικρίνει τον εθνικισμό δεν αποδέχεται τον αστικό φιλελευθερισμό των καθολικών δικαιωμάτων, αλλά αναδεικνύει την ταξική βάση του αστικού εθνικισμού, ο οποίος δίνει στην εξωτερική του πολιτική την ιδεολογική χροιά του μονομερούς κοσμοπολιτισμού.

Ο Δ. Μ. μέμφεται τους αριστερούς διανοούμενους που "προνομοποιούν και διευρύνουν σε εξαιρετικά μεγάλη κλίμακα" το φαινόμενο του εθνικισμού και, επικρίνοντάς το, συμπίπτουν στο συμπέρασμα με τον αστικό κοσμοπολιτισμό. Κατά τη γνώμη μου, όσο διευρύνεται η κριτική κατά του εθνικισμού, με σκοπό να περιλάβει και τους φαινομενικά-συγκυριακά διεθνιστές, τόσο πιο αποτελεσματική είναι, διότι καταδεικνύει τις βίαιες-ταξικές διαστάσεις του "διαφωτισμού" και του δημοκρατικού οικουμενισμού. Έτσι επικρίνεται η παγκόσμια διάσταση του εθνικισμού και όχι μόνον ο εξόφθαλμος εθνικισμός στις γεωπολιτικά ασταθείς ζώνες.

Σχηματικά, οι μεν εθνικιστές καταγγέλλουν την καπιταλιστική εκμετάλλευση στο βαθμό που θίγει το εθνικό συμφέρον, δηλαδή απειλεί να καταστρέψει την εθνική συνοχή, οι δε αστοί "κοσμοπολίτες" αποδέχονται την εκμετάλλευση, επιστρατεύοντας τα περί αξιοκρατίας, επιχειρηματικότητας και ανάπτυξης.

Απέναντι σε αυτή την κατάσταση, καθήκον των αριστερών είναι να προσπαθήσουν να μετατρέψουν τους πρώτους σε αντιεθνικιστές και τους δεύτερους σε αντικαπιταλιστές. Αν δεν το κατορθώνουν, όπως συμβαίνει σήμερα, τότε "χάνουν". Αλλά αυτό δεν πρέπει να τους ωθήσει στο να εγκαταλείψουν τη θεμελιώδη πολιτική-θεωρητική προϋπόθεση της παρέμβασής τους, δηλαδή τον αντικαπιταλιστικό αγώνα ως αντίθεση σε όλες τις μορφές εθνικισμού. Το "κοινωνικό πρόβλημα" της Ελλάδας δεν μπορεί να τεθεί αποτελεσματικά αν δεν αντιτεθούμε πολιτικά στα "εθνικά δίκαια", δηλαδή στα επιθετικά γεωπολιτικά αιτήματα του ελληνικού ιμπεριαλισμού που ηγεμονεύει στις λαϊκές τάξεις, ακόμη και αν ορισμένοι αρθρογράφοι του # Βήματος εμφανίζουν την ιμπεριαλιστική επιθετικότητα της ελληνικής πολιτικής ως κοσμοπολιτισμό.

Το ατομικό κεφάλαιο δεν έχει προφανώς πατρίδα. Το συλλογικό κεφάλαιο, δημιουργώντας δομές πολιτικής εξουσίας κατάλληλες για την αναπαραγωγή της εξουσίασης και εκμετάλλευσης, έχει πάντοτε πατρίδα, δηλαδή διαμορφώνει δευτερογενώς μια πατρίδα. Σ' αυτή οφείλουν να αντιπαρατεθούν όσοι επιθυμούν να διαλύσουν μια μήτρα εδαφικής κυριαρχίας και όχι απλά να την επιδιορθώσουν επί το φιλολαϊκότερον [16] .


[1] Τα στοιχεία από www.pt.org.br/assessor/pobres.htm, από το περιοδικό Veja (4.8.1999, σ. 47) και από την εφημερίδα Folha de Sao Paulo (29.4.2000, σ. 1).

[2] www.mst.org.br/bibliotec/textos/realbrasil/manifesto.htm. και από την εφημερίδα

[3] Για μια ανάλυση των κατασκευαστικών θεωριών περί έθνους, βλ. Δ. Δημούλη/Χ. Γιαννούλη, Έθνη-τάξεις-πολιτική . Η διαλεκτική του πολέμου , Αθήνα 1995, σσ. 107 επ.

[4] Δημούλης/Γιαννούλη, ό.π., σσ. 114 επ.

[5] Γ. Μηλιός, Ο ελληνικός κοινωνικός σχηματισμός. Από τον επεκτατισμό στην καπιταλιστικλη ανάπτυξη , β' αναθεωρημένη έκδοση, Κριτική, Αθήνα 2000.

[6] Βλ. Α. Γαβριηλίδη, Θέσεις , τ. 71, ιδίως σσ. 41 επ.

[7] Βλ. αναλυτικά Δημούλη/Γιαννούλη, ό.π., σσ. 169-182.

[8] Δεν θα εξετάσουμε εδώ την ιστορική πλευρά του ζητήματος. Οι αρματολοί άλλοτε πολεμούσαν με τους Οθωμανούς και άλλοτε με τους επαναστατημένους Έλληνες, ενώ σχετικά με τη γλώσσα και την εθνική τους συνείδηση υπάρχουν ποικίλες εκδοχές. Σε κάθε περίπτωση η κατασκευή των αρματολών ως γνήσιων αγωνιστών της τρισχιλιετούς ελληνικότητας είναι προϊόν της σχολικής ιστορίας. Αυτό της δίνει ιδεολογική δύναμη, αλλά απαγορεύει κάθε ιστορική σύγκριση ως προς την ταυτότητα και τους πολιτικούς σκοπούς δράσης των αρματολών και του Άρη. Η σύγκριση ισχύει μόνον με την έννοια που μπορεί να πούμε ότι ο Ροβεσπιέρρος είναι συνεχιστής των Ρωμαίων κηνσόρων ή ότι ένας αυστραλός μαραθωνοδρόμος συνεχίζει την παράδοση του Φειδιππίδη.

[9] Βλ. αναλυτικά Χ. Τυροβούζη, Θέσεις , τ. 23-24.

[10] Η -- όπως προαναφέραμε θεωρητικά αμφιταλαντευόμενη -- θέση του Δ. Μ. βρίσκεται εγγύτερα στην πολιτιστική-φιλοεθνικιστική προσέγγιση του αυστριακού μαρξιστή Otto Bauer, η οποία επηρεάζει ως σήμερα την Αριστερά και αντιδιαστέλλει τον λαϊκό από τον αστικό εθνικισμό, θεωρώντας το έθνος ως ορίζοντα ολοκλήρωσης με κοινωνική δικαιοσύνη. Βλ. σχετικά Δημούλη/Γιαννούλη, ό.π., σσ. 110 επ.

[11] Ως προς την πολιτική ανάλυση της ελληνοτουρκικής σύγκρουσης εκ μέρους των "Θέσεων", θα παραπέμψω σε άρθρο των Αντωνίου/Κυπριανίδη/Μηλιού/Τσεκούρα στο τ. 20 του περιοδικού. Δεκατρία χρόνια μετά δεν νομίζω ότι άλλαξε κάτι στις αντικειμενικές διαστάσεις του προβλήματος ή ότι η Αριστερά οφείλει να αναθεωρήσει τη στάση της.

[12] Βλ. την ανάπτυξη σε Α. Γαβριηλίδη, ό.π.

[13] Ας μου επιτραπεί να επισημάνω ότι άρθρο του γράφοντος στο τ. 68 των # Θέσεων και μακρά σειρά αναλύσεων του περιοδικού επικρίνουν την ουδετερότητα του λόγου περί δικαιωμάτων και του νεοκαντιανού ηθικού οικουμενισμού μέσα από οξεία πολεμική στη "φιλοδικαιωματική" Αριστερά.

[14] Θεωρώ ανεπιτυχή την ανάλυση της γιουγκοσλαβικής σύγκρουσης με κριτήριο ιμπεριαλιστικά σχέδια των "μεγάλων". Όσοι ισχυρίζονται ότι η Γερμανία είναι η ουσιαστική αιτία της διάλυσης της Γιουγκοσλαβίας, δεν απαντούν στο ερώτημα γιατί η Γερμανία δεν επένδυσε τις ίδιες δυνάμεις στη διάλυση της επίσης ομοσπονδιακής και πολυεθνικής Ελβετίας (στην οποία υπάρχει και ισχυρότατη γερμανόφωνη πληθυσμιακή ομάδα), αφού ο έλεγχος της Ελβετίας θα απέφερε γεωπολιτικά οφέλη ασύγκριτα μεγαλύτερα από εκείνα του ελέγχου άγονων λόφων του Κοσσυφοπεδίου. Το ζήτημα είναι καίριο για την ανάλυση της αριστερής στρατηγικής απέναντι στη γιουγκοσλαβική σύγκρουση, που θέτει για άλλη μια φορά το πρόβλημα της σχέσης των μαρξιστών με το αίτημα της εθνικής ανεξαρτησίας. Ωστόσο εδώ ενδιαφέρει μόνον το αν η δράση των μεγάλων ιμπεριαλιστικών χωρών είναι εθνική ή "κοσμοπολιτική", ανεξάρτητα από το βαθμό επιρροής τους στις γιουγκοσλαβικές εξελίξεις.

[15] Ισοδυναμεί π.χ. με τον ισχυρισμό ότι ένας στρατός που δεν διεξάγει πόλεμο μετατρέπεται σε κρατική υπηρεσία σίτισης, στέγασης, ένδυσης, άθλησης και ψυχαγωγίας στρατεύσιμων, καθαριότητας-συντήρησης κρατικών κτιρίων και οργάνωσης λαϊκών θεαμάτων (έπαρση και υποστολή σημαίας, παρελάσεις).

[16] "Αν η επαναστατική διαδικασία προβάλλει εθνικά αιτήματα και διεξάγεται σε εθνικό πλαίσιο, αυτό δεν σημαίνει ότι οφείλουμε να αποδεχόμαστε το διάχυτο λαϊκό εθνικισμό ως 'καλό' (...). Εκείνο που απαιτείται είναι η κριτική του εθνικισμού από ριζοσπαστικές θέσεις που δεν αρκείται να καταγγέλλει -- όπως το φιλελεύθερο τμήμα του αστικού στρατοπέδου -- τις ακραίες ή αντίθετες στα συμφέροντα συσσώρευσης μορφές εθνικισμού, αλλά αμφισβητεί το φαινόμενο στο σύνολό του, δείχνοντας ότι δεν υπάρχει 'καλός' εθνικισμός" (Δημούλης/Γιαννούλη, ό.π., σ. 181, με εκτενή αναφορά στις προϋποθέσεις του μαρξιστικού διεθνισμού, σσ. 205 επ.).

 
< Προηγ.   Επόμ. >
Θέσεις, τριμηνιαία επιθεώρηση, 37ο έτος (1982-2019), εκδόσεις Νήσος, (Σαρρή 14, 10553, Αθήνα, τηλ-fax: 210-3250058)
Το περιεχόμενο διατίθεται ελεύθερα για μη εμπορικούς σκοπούς, υπό τον όρο της παραπομπής στην αρχική του πηγή