Editorial Εκτύπωση
Τεύχος 73, περίοδος: Οκτώβριος - Δεκέμβριος 2000


ΕΘΝΙΚΙΣΜΟΣ ΜΕ ΔΙΚΑΙΩΜΑΤΑ. ΔΙΚΑΙΩΜΑ ΣΤΟΝ ΕΘΝΙΚΙΣΜΟ;

Αριστεροί αναχρονισμοί

Είναι κοινά αποδεκτή θέση ότι η αδράνεια και ο ταξικός παροπλισμός έχουν αντικαταστήσει για μεγάλο αριθμό παλιών αγωνιστών της Αριστεράς την ενεργό πολιτική δράση και τη στράτευση στους ταξικούς αγώνες. Ταυτόχρονα, με ένταση και συχνότητα που είναι ευθέως ανάλογη του βαθμού αποστράτευσης των αγωνιστών, αναδύεται στο κέντρο του ενδιαφέροντος της Αριστεράς η αναζήτηση του «σύγχρονου» στην αριστερή θεωρία, του καινοτόμου στις σημερινές αριστερές πολιτικές πρακτικές. Με αυτό τον τρόπο δηλώνεται και υπογραμμίζεται με τον πλέον εμφατικό τρόπο ότι βασικό αίτιο και «πρώτο κινούν» στην έκλειψη της Αριστεράς είναι η αδυναμία εκσυγχρονισμού του λόγου, των μεθόδων και των πρακτικών, άρα και της πολιτικής αποτελεσματικότητάς της.

Μια πρώτη ανάγνωση της συγκυρίας δεν φαίνεται να αδικεί αυτή την άποψη. Τα τελευταία χρόνια έχουν σημειωθεί ανακατατάξεις και έχουν αναδυθεί όψεις της κοινωνικής πραγματικότητας που δεν έχουν προηγούμενό τους στην πρόσφατη μεταπολεμική ιστορική περίοδο, ούτε και εύκολα αντιστοιχούνται με εικόνες και εμπειρίες άλλων εποχών. Μια δεύτερη προσεκτικότερη ματιά αποκαλύπτει όμως ότι η Αριστερά κατεξοχήν υιοθέτησε ένα λόγο απέναντι στις εξελίξεις που ελάχιστη σχέση είχε με οποιοδήποτε στοιχείο μαρξιστικής ανάλυσης της κρίσης και (αυτο)κριτικής. Ενδεικτικά αναφέρουμε:

· Σε επίπεδο εντυπώσεων την πρωτοκαθεδρία κατέχει η «κατάρρευση του κομμουνισμού» που συμπαρέσυρε μαζί της βεβαιότητες και δόγματα, κυρίαρχες ιδεολογίες και έμμονες ιδέες μεγάλων τμημάτων της επίσημης --τριτοδιεθνιστικής στις βασικές συντεταγμένες της-- Αριστεράς. Το συμβάν αυτό εξηγείται με σωρεία υπεκφυγών στις επίσημες αναλύσεις: εσωτερικές αντιφάσεις, αναμέτρηση των δυο συστημάτων, υπονόμευση εκ των έσω, εκδίκηση της αγοράς, όλα μαζί και χώρια. Και άλλοτε πάλι τίποτε απολύτως από όλα αυτά, καμιά εξήγηση σε μια σιβυλλική υπεροψία του «αδούλωτου κομμουνιστικού πνεύματος» που δεν επηρεάζεται από «ιστορικά ατυχήματα»

· Οι ανακατατάξεις που ακολούθησαν την «κατάρρευση του κομμουνισμού» έδειξαν ότι στη νέα περίοδο κυριαρχίας του δυτικού καπιταλισμού δεν υπήρχε σαφώς ορισμένο και κοινά αποδεκτό πλαίσιο μαζικής απαξίωσης παραγωγικών δυνάμεων και νέας συσσώρευσης του κεφαλαίου. Τις εξελίξεις σηματοδότησαν οι πάσης φύσεως χωριστικές κινήσεις, η ανάδυση και εγκαθίδρυση εθνών-κρατών με την καταστροφική βία των «εμφυλίων» πολέμων διαποτισμένων από τους πλέον ακραίους εθνικισμούς και ζηλωτικούς θρησκευτικούς φανατισμούς, που όμοιούς του είχε να μας επιδείξει μόνο ο 19ος και οι αρχές του 20ου αιώνα. Οι εθνικισμοί των Βαλκανίων και της πρώην «σοσιαλιστικής» Ανατολικής Ευρώπης, οι θρησκευτικές ομο- και ετεροδοξίες μεταξύ βαλκανικών λαών, οι πόλεμοι που αυτοαναφλέγονται και κατασιγάζουν αλλά πάντως διαρκούν πάνω από δέκα χρόνια, η άνοδος του ρατσισμού, που αποτελεί την πλέον πρωτόγονη αντίδραση των συντηρητικών λαϊκών στρωμάτων απέναντι στους οικονομικούς μετανάστες, οι τελευταίοι που προτιμούν να αναζητήσουν την τύχη τους στα ξένα αντί να πεθάνουν με κάποιο σύμβολο στο χέρι στη μάχη εναντίον κάποιου εχθρού που έως πριν από λίγο μοιράζονταν την καθημερινότητα μαζί του, όλα αυτά αποτελούν μια συντριπτική επιστροφή σε ένα παρελθόν που η «κομμουνιστική» καθαρότητα είχε θεωρήσει «νομοτελειακά» αδύνατο. Αλλά και η «σύγχρονη» αριστερή απορία ερμηνεύει τα γεγονότα με δάνεια από τη χυδαιότερη ιστοριογραφία του καιρού μας, όπως η προεξάρχουσα θέση των θρησκευτικών πεποιθήσεων στη διαμόρφωση διεθνοπολιτικών συμμαχιών, η «υποκίνηση» των συγκρούσεων από «ξένα κέντρα», η «μάχη των λαών» ενάντια στον «ιμπεριαλισμό», κ.λπ.

· Σε ίση μοίρα με τα παραπάνω, που χαρακτηρίζουν περισσότερο την εσωτερική διαμόρφωση των καταβολών και της πραγματικότητας της Αριστεράς, προβάλλει η άλλη όψη του νομίσματος, η κυριαρχία του νεοφιλελευθερισμού στο στρατόπεδο του αστισμού. Η απομάκρυνση από τα μεταπολεμικά πρότυπα του κράτους πρόνοιας και του οικονομικού παρεμβατισμού, έκλεισε τα συγκοινωνούντα δοχεία μεταξύ της Αριστεράς και της «ειρηνικής, δημοκρατικής, προοδευτικής μετάβασης» (προς το πουθενά), και αποκάλυψε την πραγματική εικόνα της Αριστεράς: χωρίς υπαρκτούς συμμάχους, αλλά μόνο με κατά φαντασίαν «συνοδοιπόρους», που ενώ πάντοτε πίστευε ότι τους είχε «του χεριού της» ουδέποτε κατόρθωσε να αποκαταστήσει επαφή μαζί τους, πολύ δεν περισσότερο να ηγεμονεύσει. Η κυριαρχία του νεοφιλελευθερισμού μάλλον αποκάλυψε αυτό που από καιρό ήταν γεγονός: την πλήρη απομόνωση των κακέκτυπων αριστερής θεωρίας και πολιτικής, που ακκίζονταν για την ηγεμονία τους «στο λαϊκό κίνημα», ενώ είχε ήδη καταστεί εμφανές από καιρό ότι είχαν πέσει στα αζήτητα της πολιτικής και της ιστορίας.

· Και πέρα από τη γενικευμένη ηγεμονία του φιλελευθερισμού, ή μάλλον σε συνέχεια αυτής, εμπεδώθηκε τις τελευταίες δεκαετίες η ευρωπαϊκή ενοποίηση, αρχικά με την πλήρη απελευθέρωση των κοινοτικών αγορών, στη συνέχεια δε με την εκχώρηση των όπλων νομισματικής πολιτικής σε κεντρικά ευρωπαϊκά όργανα με την υιοθέτηση της ΟΝΕ και του κοινού νομίσματος. Παρά το εύθραυστο της νέας ισορροπίας, η ενοποίηση των νομισματικών και δημοσιονομικών πολιτικών των ευρωπαϊκών κρατών σύμφωνα με τις επιταγές του νεοφιλελεύθερου δόγματος έχει επηρεάσει ως άλλη φυσική νομοτέλεια την αριστερή ιδεολογία και πολιτική: στην «απορριπτική» εκδοχή, ο καπιταλισμός ταυτίζεται με την ΟΝΕ και η ΟΝΕ με τα «μονοπώλια» για να κλείσει ο αναγκαίος φαύλος κύκλος όπου κάθε τι νέο εξορκίζεται, συνδεόμενο με τον ανέκαθεν υπάρχοντα εχθρό, στην «ενδοτική» εκδοχή της Αριστεράς αποτελεί άλλη μια αφορμή για «μελέτη», έκφραση συνδυασμένης και ογκούμενης απορίας απέναντι στο νέο, εφαλτήριο για ακόμη μεγαλύτερη προσαρμογή στον κοινωνικό ρεαλισμό, το ρεαλισμό των υπαρχόντων κοινωνικών συσχετισμών και σχέσεων εξουσίας.

Οι σοβαρές ανακατατάξεις και ανατροπές που συνοπτικά παραθέσαμε, αλλά κυρίως η στάση που υιοθετεί απέναντί τους η σημερινή κρατούσα αντίληψη της αριστερής θεωρίας και πρακτικής, μετατρέπουν την Αριστερά σε συνώνυμο του αναχρονισμού, στο πλαίσιο ενός κοινωνικού ρεαλισμού που θέλει να παρουσιάζει συγκυριακές εκφάνσεις των ταξικών ανταγωνισμών ως πάγιες κοινωνικές νομοτέλειες που αναπόδραστα διαμορφώνουν τη ροή της ιστορίας. Και περισσότερο ακόμη, η ανακατασκευή της ιστορίας με τα υλικά των νέων κοινωνικών ισορροπιών οδηγεί τον αριστερό πολιτικό λόγο στην άκριτη αποδοχή όλων των ετερόκλητων ιδεολογημάτων της συγκυρίας.

Η αναζήτηση του «σύγχρονου»Αν πάρει κανείς στα σοβαρά τους θιασώτες της «σύγχρονης» Αριστεράς, το φάσμα της νέας αριστερής πραγματικότητας είναι τόσο καθαρό όσο τα λογικά σχήματα που κατά καιρούς πρότειναν οι οπαδοί του ιδεατού καθαρού λόγου. Αρκεί να υιοθετήσει η Αριστερά μια «ορθολογική» προσέγγιση στη συγκυρία, που να αναγνωρίζει με συνέπεια την πρωταρχικότητα των αξιών του διαφωτισμού, το αδιαπραγμάτευτο του ανθρωπισμού και τις «αιώνιες αξίες» των νεοφιλελεύθερων οικονομικών δογμάτων, και ανοίγει ο δρόμος για την αποκατάσταση του ιστορικού ρόλου της, που δεν είναι άλλος από την «επιδίωξη» της «κοινωνικής ευαισθησίας» του σύγχρονου καπιταλισμού. Η «στρατηγική» αυτή, εκτός από την αποκατάσταση των «ιστορικών ατυχημάτων», υπόσχεται και την απαλλαγή του αριστερού λόγου από όποιες ανορθόδοξες πολιτικές προσμίξεις έχουν παρεισφρήσει και νοθεύσει την ορθολογική καθαρότητά του. Υπόσχεται δηλαδή:

· Την «οικονομική ορθολογικότητα» μέσα από την υιοθέτηση των νεοφιλελεύθερων οικονομικών ιδεολογιών, που θα απομακρύνουν το αναποτελεσματικό κράτος από την οικονομική σφαίρα και θα επαναφέρουν σε πλήρη ισχύ τους νόμους του καπιταλιστικού ανταγωνισμού, ενώ το κράτος θα μεριμνά εκ των υστέρων, όχι βέβαια για την αδύνατη αναδιανομή του εισοδήματος, αλλά για την κοινωνική ευαισθησία των πολιτικών, που δεν είναι άλλη από τη διασφάλιση των ίσων ευκαιριών, το «αμερικάνικο όνειρο» του καπιταλισμού.

· Την «πολιτική ορθολογικότητα» που θα αποκαταστήσει την τραυματισμένη από τα «γκουλάγκ» (είτε τα πραγματικά του «υπαρκτού σοσιαλισμού», είτε τα εικονικά του πάλαι ποτέ σοσιαλδημοκρατικού «ισοπεδωτισμού») ατομικότητα, αποκαθιστώντας τα «ατομικά δικαιώματα του πολίτη» και τις αιώνιες αξίες του ανθρωπισμού, δημιουργώντας κατ' αυτό τον τρόπο ένα αποτελεσματικό ανάχωμα στον εθνικισμό και το ρατσισμό.

· Την «ιδεολογική ορθολογικότητα» η οποία θα επαναφέρει στις αντικειμενικές διαστάσεις τη συζήτηση για τα «μεγάλα ζητήματα» του καιρού μας, όπως είναι ο ρόλος και ο χαρακτήρας της παγκοσμιοποίησης, η ιστορική διάσταση του έθνους, ο ρόλος της θρησκείας και του πνευματικού στη σύγχρονη κοινωνική ζωή των εθνών, κ.λπ.

Με αυτή την πυξίδα και γραμμή πλεύσης, η «σύγχρονη» Αριστερά ισχυρίζεται ότι θα μπορέσει να απαγκιστρωθεί από όλες εκείνες τις στρεβλώσεις που ταλανίζουν την αριστερή –σοσιαλιστική και κομμουνιστική- παράδοση της Ελλάδας, και εγγράφονται στην πρόσφατη πολιτική ιστορία της χώρας.

Ποιο είναι το βασικό δόγμα γύρω από το οποίο υφαίνει τον ιδεολογικό και πολιτικό ιστό της η «σύγχρονη» Αριστερά; Είναι η προβολή της εικόνας μιας «σύγχρονης, προοδευτικής, δημοκρατικής και ευημερούσας Ελλάδας», που σέβεται τα ατομικά δικαιώματα των πολιτών και αποτελεί πόλο έλξης και υπόδειγμα προς μίμηση για όλους τους λαούς της περιοχής, που αναζητούν μια «νέα πορεία» στον 21ο αιώνα. Η εικόνα αυτή, που προφανώς εμπεριέχει το στοιχείο της «κοινωνικής δικαιοσύνης» ως βασικό στοιχείο της ευημερίας και ασπίδα κατά των κοινωνικών ανορθολογισμών, είναι, σύμφωνα με την κρατούσα άποψη, το καλύτερο αντίδοτο για την άνοδο του εθνικισμού και του ρατσισμού διότι αναγνωρίζει και ενσωματώνει στο λόγο της όλα τα ιδεολογήματα του «σύγχρονου», που εξ ορισμού αποτελούν το καλύτερο ανάχωμα στον ανορθολογισμό. Είναι όμως έτσι η πραγματικότητα;

Εθνικισμός με δημοκρατικό πρόσωποΜολονότι η απάντηση στο παραπάνω ερώτημα απαιτεί μια διεισδυτική ανάλυση που να υπερβαίνει τη φαινομενολογία του προφανούς, ακόμη και η απλή ανάγνωση της συγκυρίας και των ιδεολογημάτων που την συνέχουν δείχνει τις ρωγμές που διατρέχουν το όλο ιδεολογικό οικοδόμημα. Στον δεσπόζοντα πολιτικό λόγο της «κυβερνητικής Αριστεράς» του ΠΑΣΟΚ, αλλά και των πολιτικών συνοδοιπόρων της του χώρου του ΣΥΝ, υπάρχουν ήδη σπέρματα ενός λόγου που εγκαθιδρύει και διαρκώς διευρύνει ένα ποικίλων διαστάσεων «χάσμα» μεταξύ του «ελληνικού» και του «άλλου». Αυτό που συχνά διακωμωδείται ως ελληνική κοινωνική ψυχοπαθολογία του «ανάδελφου έθνους» έχει βρει τρόπους να θριαμβεύει στις πιο «ορθολογικές» εκφάνσεις του κυρίαρχου πολιτικού λόγου. Η Ελλάδα είναι λοιπόν:

· η μόνη δημοκρατική ευημερούσα χώρα στην ευρύτερη περιοχή της Ν.Α. Ευρώπης, · η μόνη χώρα μέλος της ΕΕ και του ΝΑΤΟ στη Βαλκανική, · η μόνη χώρα που αντιμετωπίζει απειλές κατά της εδαφικής ακεραιότητάς της, · η μόνη ορθόδοξη χώρα στην Ευρωπαϊκή Ένωση, · η μόνη χώρα που έχει ιστορικά υποστεί το μουσουλμανικό στοιχείο.

Και ο κατάλογος μπορεί να συνεχίζεται επ' άπειρον αρκεί να διαθέτει κανείς χρόνο αρκετό και ανάλογη διάθεση να εντρυφήσει στις αβύσσους της σκέψης της «σύγχρονης» Αριστεράς. Πλην όμως, θα παρατηρήσει κανείς αυθόρμητα, τα παραπάνω είναι πταίσματα και ακίνδυνες παραχωρήσεις απέναντι σε μια λαίλαπα εθνικισμού, ρατσισμού και ξενοφοβίας που έχει κατακλύσει άλλους πολιτικούς χώρους. Και σε κάθε περίπτωση η κύρια όψη της αντίφασης του «σύγχρονου» αριστερού λόγου είναι η ορθολογική προσήλωση στα ανθρώπινα δικαιώματα και τις συνταγματικές διακηρύξεις περί ισότητας και ισοπολιτείας. Εδώ είναι όμως το σημείο που η ανάλυση οφείλει να εγκαταλείψει τη λεωφόρο του προφανούς και να δοκιμάσει τις δυνάμεις της στο πεδίο των κοινωνικών αντιφάσεων και των ταξικών ανταγωνισμών.

Η «σύγχρονη» Αριστερά είναι η Αριστερά της κρατικής διαχείρισης και της καπιταλιστικής αναδιάρθρωσης. Με την ιδιότητα αυτή οργανώνει τη συναίνεση των κυριαρχούμενων κοινωνικών στρωμάτων στις κεντρικές επιλογές του αστισμού, ηγεμονευόμενη και η ίδια από τις κυρίαρχες αστικές ιδεολογίες στη συγκυρία. Από εδώ εκπορεύεται η προσήλωση στη διαρκή εισοδηματική λιτότητα, τη νεοφιλελεύθερη συνταγή των ιδιωτικοποιήσεων και τη διαχείριση υπέρ του κεφαλαίου όλων των συστατικών στοιχείων του μικρο-συσχετισμού δύναμης με την εργασία, από το ωράριο και τη μερική απασχόληση έως την κατάργηση των συλλογικών συμβάσεων, του κατώτατου μισθού, την άρση των περιορισμών στις απολύσεις και την «ευελιξία» ως φάρμακο για την ανεργία. Αυτός ο χαρακτήρας της είναι που δεσπόζει στην υιοθέτηση των φιλελεύθερων επιλογών στη νομισματική πολιτική και τα δημοσιονομικά, που στερούν την κρατική διαχείριση και από τα τελευταία όπλα που διέθετε για την άσκηση οικονομικής πολιτικής. Έτσι, η «σύγχρονη» Αριστερά είναι τα τελευταία χρόνια ο βασικός μηχανισμός που κατόρθωσε να υλοποιήσει σε μια σειρά ευρωπαϊκών χωρών την πολιτική ενός «κράτους-στρατηγείου», που κατά κύριο λόγο μεριμνά για τη μείωση του κόστους και των αντιστάσεων των «συντελεστών παραγωγής», προκειμένου να επιτρέψει στα μεμονωμένα κεφάλαια να υπεραξιωθούν με τη μέγιστη δυνατή απόδοση. Και όλα αυτά μέσα από την «καταγγελία» του «κράτους-επιχειρηματία» που έως σήμερα είχε στρεβλώσει με την κοινωνική πολιτική του τον ελεύθερο ανταγωνισμό.

Από όλα τα παραπάνω μπορούμε εύκολα να αποτιμήσουμε τη γενικότερη συνεισφορά της «σύγχρονης» Αριστεράς στη διευρυμένη αναπαραγωγή της αστικής ηγεμονίας: πρόκειται για την άνευ όρων υιοθέτηση από τους βασικούς εκθέτες της των δυο πυλώνων της αστικής ηγεμονίας, που είναι το «έθνος» και η εκ των δικαιωμάτων απορρέουσα «δημοκρατία». Και οι δυο βασικές ιδεολογικές κατηγορίες αποτελούν συμπληρωματικές όψεις της κρατικής οντότητας, όπως αυτή αναδύθηκε μέσα στην ιστορική πορεία των σύγχρονων κρατών: το έθνος αποτελεί βασικό ιδεολογικό συνεκτικό ιστό της κρατικής υπόστασης, έννοια και ιστορικό «υποκείμενο» που αποτελεί καταστατικό ιδεολόγημα για τη δημιουργία και συνέχεια ενός συγκεκριμένου καπιταλιστικού κοινωνικού σχηματισμού, ενώ η δημοκρατία είναι το πεδίο στο οποίο εξατομικεύονται και διυλίζονται για την αφαίρεση της όποιας ταξικής διάστασης οι κοινωνικοί ανταγωνισμοί, που σε τελική ανάλυση ανάγονται στη βασική κοινωνική αντίφαση. Το έθνος και τα δικαιώματα είναι καταστατικός χώρος στον οποίο ορίζεται το «εντός» και διακρίνεται από το «εκτός», διακρίνεται το «εμείς» από το «άλλο», το διαφορετικό. Και δεν είναι μια εξωτερική συμπτωματικότητα αυτή η λειτουργία, αλλά αποτελεί βασική-θεμελιακή κατάσταση του σύγχρονου κράτους: το έθνος παράγει τον εθνικισμό ως ευθεία προέκταση και όχι ως παραφθορά, ενώ δικαιώματα έχουν μόνον οι «πολίτες της χώρας», δηλαδή οι ανήκοντες στο έθνος (πλην των ελάχιστων αντεθνικών στοιχείων, που στην πλουραλιστική κοινωνία της ανοχής έχουν δικαιώματα καίτοι αρνούνται το μεγαλείον της πατρίδος).

Η αστική ηγεμονία πάνω στη «σύγχρονη» Αριστερά δεν αποδεικνύεται μόνο από την υιοθέτηση και διαχείριση των παραπάνω ιδεολογημάτων, αλλά κυρίως από το γεγονός ότι ανασκευάζει επιθετικά την ηγεμόνευσή της, εμφανίζοντας την υπαγωγή της στα ιδεολογήματα του κυρίαρχου αστικού λόγου ως «κατάκτηση του λαού και των αγώνων του», με την προβολή των υποτιθέμενων αριστερών ανατροπών των ιδεολογιών αυτών: η «εθνική ανεξαρτησία» αντιβαίνει –υποτίθεται- στον εθνικισμό, και τα «δημοκρατικά δικαιώματα» προσπαθούν να ολοκληρώσουν την –υποτίθεται- πάντα κουτσουρεμένη αστική δημοκρατία. Μάλιστα η έκταση της αριστερής αυταπάτης είναι απόλυτη: είναι η αστική τάξη αυτή που είναι πρόθυμη να ξεπουλήσει το έθνος ή να καταστείλει τα δημοκρατικά δικαιώματα, ενώ οι αριστεροί, που γίνονται τοποτηρητές των θεσμών, δεν πρόκειται να το επιτρέψουν.

Το δικαίωμα στη διαφορά;

Η «ισχυρή Ελλάδα» της κυβερνητικής Αριστεράς προβάλλει τη διττή στρατηγική της κρατικής διαχείρισης, που είναι το ισχυρό «έθνος» - προστάτης των ατομικών δικαιωμάτων. Η αντιπολιτευόμενη Δεξιά έχει στερηθεί ζωτικού χώρου στο χειρισμό αυτού του διπόλου (έθνος-δικαιώματα) και οχυρώνεται πίσω από παραδοσιακές συνταγές εθνικοφροσύνης, που τείνουν ή επιδιώκουν να καλύψουν τις ανασφάλειες του συντηρητικού ακροατηρίου των νοικοκυραίων, των ορθόδοξων ζηλωτών και όλων όσοι δικαιώθηκαν από την «κατάρρευση του κομμουνισμού» στην επιλογή τους υπέρ των «ταγμάτων ασφαλείας».

Στο σκηνικό αυτό, μια «αγωνιστική» πτέρυγα της Αριστεράς βρήκε ήδη σαφή προσανατολισμό: Είναι «μαζί με το λαό» και ενάντια σε όσους τον παραπλανούν με ανύπαρκτα προβλήματα, διότι έχει εντοπίσει πού βρίσκεται η κυρίαρχη αντίφαση: είναι ο αγώνας ενάντια στην «εξάρτηση και τους ξένους», ενάντια στα «μονοπώλια» και τους υπηρέτες τους μαζί με όλο το λαό που καταδυναστεύεται από μια εκατοντάδα οικογένειες ξενόδουλων πλουτοκρατών και τους ψευτοσοσιαλιστές υποχείριούς τους. Οι συμμαχίες είναι προφανείς και περιλαμβάνουν οτιδήποτε μπορεί να προξενήσει ζημιά στο όχημα του εκσυγχρονισμού: από την εκκλησία και τον Χριστόδουλο, μέχρι το εθνικό μέτωπο του Δίκτυου 21 και άλλους εθναμύντορες ή γραφικούς πατριώτες. Η ηγεσία του ΚΚΕ έχει κάνει τις επιλογές της. Το ζητούμενο είναι αν ολόκληρος ο χώρος τής μέχρι σήμερα επιρροής της θα εξακολουθήσει να συντάσσεται με τις επιλογές αυτές.

Το ίδιο σκηνικό δημιουργεί στην Αριστερά που «απορρίπτει τον εθνικισμό» και στηρίζει την πολιτική της στην υπεράσπιση των ατομικών δικαιωμάτων ένα διασπαστικό δίλημμα: Να ενσωματωθεί πλήρως στη διαχειριστική λογική του ΠΑΣΟΚ, μια που στην κυρίαρχη αντίληψη βρέθηκε πλέον η μέθοδος και η πρακτική μέσω της οποίας εμπεδώνονται οι «δημοκρατικές κατακτήσεις του ελληνικού λαού» και δικαιώνονται οι αγώνες του, ή να διαφοροποιηθεί από αυτήν, υιοθετώντας μια ταυτότητα που θα επανατοποθετεί τα ζητήματα με τρόπο που να αμφισβητεί την αστική ηγεμονία; Αν και η έκβαση αυτού του διλήμματος έχει πάντα μέχρι σήμερα κριθεί με τρόπο που ουδέποτε αμφισβήτησε την αστική ηγεμονία, εντούτοις στη σημερινή συγκυρία τα πράγματα είναι λιγότερο μονοσήμαντα, καθώς έχουν οξυνθεί και αναδειχθεί αντιφάσεις που στο παρελθόν αμβλύνονταν μέσα στα κομματικά στεγανά. Το ζητούμενο είναι η ριζική διαφοροποίηση από το δίπολο έθνος-δικαιώματα, που θα επιτρέψει στην Αριστερά να «επανιδρυθεί», ως η πολιτική δύναμη της αντικαπιταλιστικής στρατηγικής.

ΕπίλογοςΣε όσα αναπτύχθηκαν παραπάνω επιχειρήθηκε να (ξανα)δοθεί μια απάντηση σε ερωτήματα όπως: Ποια συνάρθρωση εμφανίζουν τα ιδεολογήματα του έθνους και της εθνικής υπόστασης, ανεξαρτησίας και αντιπαλότητας προς τις «έξωθεν απειλές» με τον αγώνα της «σύγχρονης» Αριστεράς για τα ατομικά και πολιτικά δικαιώματα; Ποια είναι η πολιτική λειτουργία των εθνικιστικών ιδεολογικών σχημάτων που κυριαρχούν από τις φασιστικές ομάδες και τη ΝΔ μέχρι το ΚΚΕ; Αποτελούν τα σχήματα αυτά αντίπαλο δέος στον εκσυγχρονιστικό λόγο περί δικαιωμάτων;

Θέση μας είναι πως η μάχη κατά του εθνικισμού είναι αναγκαία αλλά όχι ικανή συνθήκη για τη συγκρότηση ενός αντικαπιταλιστικού λόγου, ιδίως αν μοναδικό στήριγμά της είναι η επιδίωξη για την κατοχύρωση των ατομικών δικαιωμάτων, στην αφηρημένη σφαίρα των θεωρητικών ιδεολογιών. Η μόνη διέξοδος για την συνεπή και ολοκληρωτική αντιπαράθεση με τον εθνικισμό είναι η ανάλυση και κριτική με άξονα την οπτική της πάλης των τάξεων, δηλαδή η προσήλωση στην αναζήτηση και διαμόρφωση της μαρξιστικής οπτικής, η ευθεία αντιπαράθεση με τα εκάστοτε υιοθετούμενα φληναφήματα των πρωθιερέων της ηγεμονεύουσας αστικής ιδεολογίας.

Οι Θέσεις παραμένουν προκλητικές και αμετανόητες στη μαρξιστική οπτική, κάτι που φαίνεται να εκνευρίζει όσους βρέθηκαν στο παρελθόν κοντά στη γραμμή του περιοδικού και σήμερα δεν θέλουν να το θυμούνται καθώς προσδέθηκαν στα άρματα του εκσυγχρονισμού ή/και του εθνικισμού. Με άλλη διατύπωση, οι Θέσεις δεν έχουν υποκύψει στον πειρασμό της εύκολης λύσης, που θέλει τη «σύγχρονη Αριστερά» να μάχεται για την υπεράσπιση των δημοκρατικών θεσμών (του αστικού κράτους), και την «αγωνιστική» Αριστερά να εγκαλεί το λαό σε εθνική εγρήγορση για την απόκρουση ξενόδουλων επιλογών και μηχανορραφιών. Σε αυτό το πλαίσιο οι Θέσεις παραμένουν βαθιά αναχρονιστικές και αντεθνικές...

 
< Προηγ.   Επόμ. >
Θέσεις, τριμηνιαία επιθεώρηση, 37ο έτος (1982-2019), εκδόσεις Νήσος, (Σαρρή 14, 10553, Αθήνα, τηλ-fax: 210-3250058)
Το περιεχόμενο διατίθεται ελεύθερα για μη εμπορικούς σκοπούς, υπό τον όρο της παραπομπής στην αρχική του πηγή