Ο στρατός στην Ελλάδα: Ζητήματα θεωρίας και όψεις κοινωνικής εμπειρίας Εκτύπωση
Τεύχος 75, περίοδος: Απρίλιος - Ιούνιος 2001


Ο ΣΤΡΑΤΟΣ ΣΤΗΝ ΕΛΛΑΔΑ: ΖΗΤΗΜΑΤΑ ΘΕΩΡΙΑΣ ΚΑΙ ΟΨΕΙΣ ΚΟΙΝΩΝΙΚΗΣ ΕΜΠΕΙΡΙΑΣ
του Χρήστου Τυροβούζη

Α'. Πρόλογος

Πάντοτε επίκαιρο είναι το θέμα «στρατός» στην Ελλάδα. Προέχουν όμως κατά την στοχοθεσία της υποτιθέμενης κυβερνητικής εξουσίας και κατά τις φαντασιώσεις της υποτιθέμενης Αντιπολίτευσης και κατά τις ονειρώξεις της (κοινοβουλευτικής ή μη) Αριστεράς άλλα μέτωπα, όπως οι ταυτότητες - ου μην αλλά και οι εργασιακές σχέσεις, αλλά επ' αυτού... προϋποτίθεται η αφύπνιση του Τσιτουρίδη, της Κουτσίκου και άλλων τινών, προκειμένου να φαντασιωθούν αποκλίσεις από την τρέχουσα διαχείριση...

Εμείς θα «πρωτοτυπήσουμε» ή θα επανασυνδεθούμε με τη ζώσα πραγματικότητα, θα μιλήσουμε κριτικά καταγγελτικά για τον στρατό στην Ελλάδα. Έχει σιγήσει, εδώ και χρόνια, ο σχετικός διάλογος - τουλάχιστον στα τηλεοπτικά μπαλκόνια και παράθυρα. Αντιθέτως, τρισεκατομμύρια εξαγγέλλεται ότι θα ξοδευτούν εν ονόματι του εξ' ανατολών κινδύνου, ο «ωραίος» Άκης είναι πάντοτε στο απυρόβλητο, πιλότοι και άλλοι μάχιμοι πεθαίνουν «στο καθήκον» (τα MME επικεντρώνουν στα πιθανά ή απίθανα «καρφιά» του Άκη και του Πάγκαλου εναντίον του Σημίτη) και όλα αυτά μας δίνουν το δικαίωμα να αποστασιοποιηθούμε, φρεσκάροντας ένα κείμενο του 1991, το οποίο, δυστυχώς και περιέργως, παραμένει επίκαιρο...

Β'. Προδιάθεση Γίνεται δεκτό1 ότι στη μεταπολιτευτική Ελλάδα ο δείκτης κυριαρχίας έχει μετακινηθεί από τον στρατό στα κορυφαία κέντρα της εκτελεστικής εξουσίας. Ωστόσο, η εύλογη αυτή διαπίστωση έχει δύο βασικές αδυναμίες: α) είναι πολιτικιστική, στον βαθμό που δεν εκφράζει και συσχετισμούς στη σφαίρα της κοινωνικό οικονομικής εξουσίας, και β) δεν οριοθετεί, έστω και σχηματικά, τη συμμετοχή του στρατού στο συσχετισμό δυνάμεων, ούτε στη θέση και επιρροή του γενικά στον ελληνικό ιστορικό κοινωνικό σχηματισμό, κατά το τελευταίο τέταρτο του 20ού αιώνα.

.0 γράφων, συνδυάζοντας ιστορικές πληροφορίες, θεωρητικά δεδομένα και προσωπικές εμπειρίες, θα καταθέσει ορισμένες εισαγωγικές σκέψεις γύρω από την οργάνωση, τη λειτουργία και τα κοινωνικά αποτελέσματα της ύπαρξης του στρατεύματος στην Ελλάδα των ημερών μας. θεωρεί μάλιστα αναγκαίο να προαναγγείλει τις κυριότερες διαπιστώσεις του και στην συνέχεια, έστω και ελλειπτικά, να προσπαθήσει να τις τεκμηριώσει. Συγκεκριμένα, δεχόμαστε ότι σήμερα ο στρατός:

α) δεν επιβεβαιώνει, με τρόπο δυναμικό και εμφανή, το ρόλο του ως σκληρού πυρήνα του αστικού καθεστώτος και του εγγυητή της αναπαραγωγής του. είναι όμως η πιο ανελαστική, αυτονομημένη, ανεξέλεγκτη και μη νομιμοποιημένη (ιδεολογικοπολιτικά και ηθικά) βαθμίδα της ελληνικής δημόσιας διοίκησης αν εξαιρέσουμε την Εκκλησία, β) αξιοποιεί και επικαλείται, αλλά δεν μπορεί να αποδείξει, το τεκμήριο κοινωνικής λειτουργικότητας που φαίνεται να νομιμοποιεί την ύπαρξη του. γ) ενσωματώνει και αναπαράγει (λειτουργικά και ιδεολογικά) στοιχεία που, κατά βάση, αντιστοιχούν στη θέση την οποία κατείχε στο συσχετισμό δυνάμεων παλαιοτέρων ιστορικών φάσεων, ιδίως γιατί αυτά συντελούν στη διατήρηση της συνοχής του και στην ανάπτυξη του ως (κατασταλτικού και ιδεολογικού) μηχανισμού του κράτους, δ) επιτελεί και κοινωνικές λειτουργίες που δύσκολα θα δικαίωναν τον αυτοπροσδιορισμό του ως πολεμικής αμυντικής μηχανής (αδρανοποίηση δυνάμει εργατικής δύναμης, αναπαραγωγή ενός καθαρά γραφειοκρατικού δημοσιοϋπαλληλικού δικτύου κ.ά.), ε) σε γενικές γραμμές, κατορθώνει να παραμένει στο κοινωνικό και ιδίως πολιτικό απυρόβλητο, αποδεικνύοντας και την ανεπάρκεια (αν όχι υποκρισία ή συνενοχή) των πολιτικών φορέων που αυτοπροσδιορίζονται ως «προοδευτικοί», «σοσιαλιστικοί», «ανανεωτικοί» κ.λπ.

Γ'. Ένοχες σιωπές και (ακαταλόγιστες;) ενοχές Ας ξεκινήσουμε από αυτό το τελευταίο: η ελληνική Αριστερά - όχι μόνο γιατί κουβαλά εμφυλιακά τραύματα, όχι μόνο γιατί αισθάνεται υποχρεωμένη να επιδεικνύει εθνικοφροσύνη2 αλλά ιδίως γιατί δεν το επιτρέπουν οι ιεραρχήσεις της και ο μονομερής πολιτικισμός της - αγνοεί κυριολεκτικά, ιδιαίτερα κατά τα τελευταία χρόνια, το πρόβλημα «στρατός». Ποιος θυμάται, αλήθεια, τις παραγράφους των προγραμματικών κειμένων των «προοδευτικών» κομμάτων που αφορούν το στρατό; Ποιος θυμάται συζητήσεις, διαμάχες ή εντάσεις που να προκάλεσαν οι θέσεις της Αριστεράς, γύρω από τακτικές ή στρατηγικές επιλογές και δραστηριότητες στον τομέα αυτόν; Σε ποιες αμφισβητησιακές πρακτικές ή κινήσεις δήλωσε (ή ήταν) παρούσα, εδώ και λίγα χρόνια, η (συνασπισμένη, κομμουνιστική και λοιπή) Αριστερά; Ή, τέλος, ποια στήριξη (ιδεολογική, πολιτική, οργανωτική ή επικοινωνιακή) παρείχε - ή. κυρίως, παρέχει - αυτή στους στρατευμένους οι οποίοι, σε ατομική ή ομαδική βάση, καταθέτουν εμπειρίες και προβληματισμούς;

Οι ερωτήσεις είναι ρητορικές και απαντώνται μόνο αρνητικά. Ο γράφων δεν χαίρεται γι' αυτό. Μακάρι να ήταν τα πράγματα διαφορετικά. Μακάρι ο πολιτικαντισμός πραγματισμός των κομματικών επιτελείων (και ιερατείων) να άφηνε περιθώρια για ανάπτυξη προβληματισμού και πρωτοβουλιών στη σφαίρα του Στρατού. Άραγε, όμως, αναφερόμαστε σε μιαν απουσία, σε ένα κενό; Απλώς απουσιάζει η Αριστερά, απλώς αγνοεί το στρατό ως θεωρητικό πολιτικό αντικείμενο, ως πεδίο κοινωνικών αντιθέσεων και ως πλέγμα κοινωνικών βιωμάτων; Κενό πολιτικής και ιδεολογίας. και εδώ, ούτε νοείται ούτε υπάρχει. Η Αριστερά - και η «προοδευτική» διανόηση - αρθρώνουν λόγο αναφορικά με το στρατό. Ο λόγος όμως αυτός διαπλέκεται, και συνεκφέρεται με τον «εθνικό» και «υπεύθυνο» λόγο με τον οποίο τα «εν τη Βουλή» (ή εκτός αυτής) αριστερά σχήματα επιχειρούν να αναγνωριστούν ως συνομιλητές των κομμάτων εξουσίας ή και ως συναρμόδια στη διαχείριση της εξωτερικής πολιτικής.

Αν και δεν αφορά άμεσα τη θεματική μας, θα κατατεθεί, σχετικά με αυτό το τελευταίο, μια γενική παρατήρηση.

Η Αριστερά εμφανίζει, βαθμιαία αλλά σταθερά, μια χαρακτηριστική ιδεολογική μετατόπιση: για ορισμένους, αντιιμπεριαλιστικά εθνικοανεξαρτησιακά ιδεολογήματα (λαός εναντίον αμερικάνων και αμερικανόδουλης ολιγαρχίας ή ηγεσίας) οδηγούν στην «υπεύθυνη», φαινομενικά αποϊδεολογικοποιημένη και λειτουργιστική σύλληψη μιας κοινωνικοοικονομικά ομογενοποιημένης Ελλάδας, η οποία καλείται να ανταποκριθεί στις απαιτήσεις μιας ενιαίας Ευρώπης και στις προκλήσεις μιας υφηλίου που δεν διαιρείται πλέον σε Δύση και Ανατολή, τη στιγμή που θέματα όπως η πολιτικό στρατιωτική πρωτοκαθεδρία των ΗΠΑ πρέπει να μπουν σε παρένθεση. και βασικό ζητούμενο για την Ελλάδα (κρίνεται ότι) πρέπει να είναι η απόκρουση προκλήσεων όπως ο παντουρκισμός και η συγκρότηση του κράτους των Σκοπίων3 . Βέβαια - μητσοτακικό τω τρόπω - στην πορεία τέτοιες «γραμμές αμύνης» εγκαταλείπονται ή λησμονούνται...

Ήδη υπαινιχθήκαμε ότι η Αριστερά, σταδιακά έστω, έχει ενταχθεί, συνυπάρχοντας με πολιτικούς φορείς που και η ίδια χρεώνει στον αστισμό και στη «συντήρηση», στο κυρίαρχο σύστημα ιδεολογικό πολιτικών αναφορών περί τα εξωτερικά και στρατιωτικά ζητήματα, βασικές συνιστώσες του οποίου είναι οι ακόλουθες: α) η πεποίθηση ότι διαρκείς και σοβαροί εθνικοί κίνδυνοι (εξ ανατολών, από βορράν και αλλαχού) επιβάλλουν επαγρύπνηση, σύμπνοια, υπέρογκες δαπάνες για το πολεμικό και γραφειοκρατικό δίκτυο του στρατού και, επιπλέον, μια μυστικοπάθεια και ανοχή για όσα συμβαίνουν στο εσωτερικό του, β) ο αποκλεισμός του πλέγματος κοινωνικών σχέσεων και αντιθέσεων που αναπτύσσονται στο στρατό από το φάσμα κοινωνικών αναφορών των γνωστότερων κομματικών φορέων, γ) η σύμπλευση με βασικά δόγματα του νομικού θετικισμού και ιδίως με την άποψη πως είτε οι συνταγματικές και νομικές εγγυήσεις ισχύουν, αξιωματικώς, και στον χώρο του στρατεύματος - οπότε περιττεύει κάθε διερεύνηση ή ένσταση - είτε υπάρχουν «παρεκκλίσεις» και καταστρατηγήσεις επιβαλλόμενες από τη «φύση των πραγμάτων». Ειδικότερα για την Αριστερά - και σε συνάρτηση με τα προηγούμενα - θα παρατηρούσαμε ότι οι θολές αναφορές της στον κοινωνικό και πολιτικό μετασχηματισμό δεν προβλέπουν, για την δομή που μας απασχολεί, τίποτε ριζοσπαστικότερο από «δημοκρατικά δικαιώματα» και μέριμνα για τις επαγγελματικές έγνοιες των κατώτερων αξιωματικών... (παλαιότερο πάρεργο του ΚΚΕ).

Δ'. Η κοινωνική λειτουργικότητα του στρατού. Μερικές δυσεπίλυτες απορίες Άλλο ένα ζήτημα που τέθηκε εισαγωγικά είναι η εκπλήρωση, εκ μέρους του στρατού, μιας σειράς λειτουργιών, οι οποίες μόνον έμμεση σχέση έχουν με τη δεδηλωμένη καταστατική στοχοθεσία του (πολεμική αμυντική μηχανή). Κάνοντας ενδεχωμένως ένα σοβαρό μεθοδολογικό σφάλμα έλεγχο αντίθετων θέσεων ως προς την εσωτερική συνοχή ή συνέπεια τους και όχι υπό το πρίσμα μιας διαφορετικής θεωρητικής και ιδεολογικοπολιτικής τοποθέτησης - θα λέγαμε ότι ο στρατός, πέρα από το να «θωρακίζει τη χώρα» αναπτύσσει και δραστηριότητες που Δεν φαίνεται να συνδέονται αιτιωδώς με αυτόν τον ρόλο:

α) υποστασιώνεται ως (πολυεπίπεδο, ιεραρχημένο, ανελαστικό, κανονικοποιημένο και κοινωνικό πολιτικά ανεξέλεγκτο) γραφειοκρατικό δίκτυο, το οποίο ακολουθεί - με σοβαρές ιδιαιτερότητες - τη δομή και λειτουργία κάθε τυπικού δημοσιοϋπαλληλικού μηχανισμού: στελεχώνεται από εξελισσόμενους υπαλλήλους, βαθμολογικά και μισθολογικά ιεραρχημένους, οι οποίοι μεταξύ των άλλων - αναπτύσσουν την επαγγελματική τους (υπωκουλτούρα, δένονται με σύμβολα κοινού πεπρωμένου και διαμορφώνουν - όχι βέβαια συστηματικά ή χωρίς αντιφάσεις - μια επιχειρηματολογία γύρω από την κοινωνική λειτουργικότητα και χρησιμότητα του στρατοκρατικού μηχανισμού·

β) αποσπά, ως σώμα δημοσίων υπαλλήλων και ιδιαίτερα ως πολεμική μηχανή, το (συγκριτικά) μεγαλύτερο ποσοστό του κρατικού προϋπολογισμού, απολαμβάνοντας και. μια ιδιότυπη (ιδίως πολιτική κομματική) ασυλία ως προς τη σκοπιμότητα (και τη διαχείριση) αυτής της υπερχρηματοδότησης...

γ) κατακτά μια ιδιάζουσα κοινωνική ισχύ, τόσο θεσμοθετημένη (στρατιωτική ποινική νομοθεσία, ειδική μεταχείριση στη μισθοδοσία, τη στέγαση, τις δανειοδοτήσεις κ.λπ.), όσο και άτυπη (προσωπική αυθαίρετη «ερμηνεία» των νομικών και ιδεολογικοπολιτικών ευχερειών για άσκηση εξουσίας επί των «κατωτέρων» και των στρατευμένων, ειδικό κοινωνικό status βασισμένο σε ιστορικά «κεκτημένα» και στοιχεία της μικροαστικής κλίμακας αξιών κ.ά.)'

δ) διαπλέκεται με μια σειρά οικονομικών δραστηριοτήτων, άμεσα παραγωγικών ή κυκλοφοριακού χαρακτήρα (προμήθειες και εξοπλισμός ενόπλων δυνάμεων, μεσάζοντες, τροφοδοσία στρατοπέδων κ.λπ.).

Πρόκειται, γενικά, για όψεις και λειτουργίες του στρατού, οι οποίες φαίνεται να απορρέουν, «κατά λογική αναγκαιότητα», από τον καταστατικό σκοπό του, σχετικοποιούν, ωστόσο, την παραδοσιακή ιακωβινική (ή προσκοπική) αντίληψη που εμφανίζει τη στρατιωτική μηχανή αποστασιοποιημένη από λειτουργίες και ενδιαφέροντα που δεν αφορούν αυστηρά και μόνο την «αμυντική επαγρύπνηση».

Ε'. Η κοινωνική λειτουργικότητα του στρατού.

Μερικές ανεπίλυτες απορίες Αν όσα εκτέθηκαν προηγουμένως εκφράζουν τον «κοινό νου» (εφ' όσον ο στρατός είναι αναγκαίος, θα υπάρχουν και αξιωματικοί, λειτουργικές ανάγκες, μισθοδοσία και όλα τα παρεπόμενα), όσοι δεν έχουν λόγο να οχυρωθούν πίσω από τον διαδεδομένο κρατικό λόγο περί στρατού, εύλογα θα παρατηρούσαν ότι, στον χώρο που μας απασχολεί, ασκούνται και λειτουργίες ή πρακτικές που δεν συνδέονται λογικά με την κατ' όνομα αποστολή του, ούτε και με τα «διοικητικά» παρακολουθήματά της. Εδώ θα κατατεθούν ορισμένες σχετικές παρατηρήσεις, όχι κατ' ανάγκην πρωτότυπες, αλλά πιθανότατα λησμονημένες:

α) ο στρατιωτικός μηχανισμός, τουλάχιστον «αντικειμενικά», αποσπά μια μερίδα του ελληνικού πληθυσμού (κατά κανόνα ηλικίας 1920 ετών, ενίοτε όμως και πτυχιούχους ή φορείς επαγγελματικής τεχνικής ειδίκευσης) τόσο από διαδικασίες μαθησιακές, όσο και από την «αγορά εργασίας», αποφορτίζοντας, σε κάποιο βαθμό, τη σχετική πίεση4 ·

β) υπάγει τους ανθρώπους αυτούς σε ένα ιδιαίτερο σύστημα κανόνων, βασισμένο στον καταναγκασμό, την πειθαρχία και την υποταγή, το οποίο ιδεολογικοποιείται ως αναγκαίο υπόβαθρο της «μαχητικής ικανότητας», στην ουσία όμως λειτουργεί σε πολύ ευρύτερη κλίμακα, αποκόπτοντας τους στρατευμένους νέους από κάθε άλλο υποσύστημα κοινωνικών σχέσεων και λειτουργώντας ως ιδιότυπος και αποτελεσματικός μηχανισμός (πολιτικής και ιδεολογικής) κοινωνικοποίησης, με αποτελέσματα που θα άξιζε να αναλυθούν αυτοτελώς'

γ) εξωτερικεύει πανηγυρικά την αυτονόμηση του από τις άλλες κοινωνικές δομές, μέσα από μια σειρά τύπων και συμβόλων χωρίς προφανή αξία χρήσης λειτουργικότητα, η οποία καθόλου δεν υπηρετεί την θρυλούμενη - και φετιχοποιημένη - σχέση αναγκαίων μέσων και προδιαγεγραμμένων στόχων, η οποία φέρεται να εννοηματώνει τη δομή «στρατός»: στολή, χαιρετισμός, κούρεμα, κωδικοποιημένοι τρόποι έκφρασης αιτημάτων προς τους «ανωτέρους», αποχή από πολιτικές ή συνδικαλιστικές δραστηριότητες, υποχρεωτικός εκκλησιασμός, εξωδικαστική, άτυπη, αυτοσχέδια και αυθαίρετη τιμωρία παραπτωμάτων που αφορούν τις παραπάνω επιταγές, οι οποίες μάλιστα ποινικοποιούν συμπεριφορές με τρόπο αδιανόητο για την κοινή γνώμη (λ.χ. στέρηση εξόδου από το στρατόπεδο, επί πέντε ή δέκα ημέρες, επειδή τα μαλλιά κάποιου είναι «αντικανονικούς » κουρεμένα ή επειδή δεν απένειμε «τον δέοντα χαιρετισμόν»)·

δ) διαμορφώνει περιθώρια για εξαντλητική εκμετάλλευση μιας άμισθης, απεριόριστα διαθέσιμης και ανοργάνωτης υποταγμένης εργασιακής δύναμης, χωρίς περιορισμούς άλλους από ένα minimum ηθικής ή μια πιθανή ευθυνοφοβία και υπολογισμό ενδεχομένων συνεπειών (αναφερόμαστε στο ανεξάντλητο εύρος υποχρεώσεων του φαντάρου, όχι μόνο στα πλαίσια της «υπηρεσίας», αλλά και σε σχέση με εξωυπηρεσιακές προσωπικές εξυπηρετήσεις, που παρέχονται χωρίς αντάλλαγμα ή με αντιστάθμισμα κάποια άδεια)·

ε) εκθέτει τους στρατευμένους - που αδυνατούν να αποκρούσουν ή να κρίνουν τα τεκταινόμενα - σε μια διαδικασία ηθικοϊδεολογικής διάβρωσης: σωβινιστικά κηρύγματα, φαλλοκρατικές αντιλήψεις, εξώθηση στην υποταγή και τη δουλοφροσύνη κ.ά.'

στ) εξωθεί σε πρακτικές πελατειακού ρουσφετολογικού χαρακτήρα (το περίφημο «βίσμα», που αναπληρώνει τη δυναμική μιας συλλογικής πολιτικής αντιμετώπισης της στρατοκρατικής εξουσίας, εν ονόματι της προσωπικής διαφυγής...).

Στις εξωστρατιωτικές λειτουργίες του στρατού, αποφεύγουμε (συνειδητά) να συναριθμήσουμε την - ιστορικά «αυτονόητη» ανάδειξη του, κατά καιρούς, σε αυτόκλητο φορέα κυβερνητικής εξουσίας. Το πρόβλημα αυτό είναι κομβικό και θίγεται, παρενθετικά, στη συνέχεια. Προκαταβολικά πάντως θα άξιζε να επισημανθεί ότι (πολιτική) εξουσία ασκείται από τον στρατό αδιάλειπτα: πρόκειται για ειδική βαθμίδα του αστικού - και κάθε άλλου - κράτους, όπου ασκούνται εξουσιαστικές σχέσεις διαρκώς και όχι μόνον όταν ανατρέπονται «πραξικοπηματικά» κάποιες κοινοβουλευτικές κυβερνήσεις.

ΣΤ. Η (άφευκτη) αναγκαιότητα της «πειθαρχίας». Μια αναγκαία παρέκβαση Μια παρέκβαση όμως είναι αναγκαία προκειμένου να σκιαγραφηθούν οι κραυγαλέες αντιφάσεις και ασυνέπειες της άποψης που θεωρεί τον καταναγκασμό (πειθαρχία) αναγκαίο σύνδρομο της διαδικασίας που οργανώνει την στρατιωτικό πολεμική κατάρτιση. Αφήνουμε βέβαια κατά μέρος τον έλεγχο του αξιώματος ότι «υπάρχει διαρκώς εξωτερική απειλή, άρα πρέπει να γίνουμε ετοιμοπόλεμοι», δεχόμαστε, κατά παραχώρηση, την ισχύ του και παρατηρούμε παρενθετικά τα ακόλουθα:

Κάποτε κάποιοι λαοί εκχριστιανίζονταν με αυτοκρατορική εντολή ή με τη βία. Πέρα από τις ηθικοϊδεολογικές ενστάσεις που είναι εύλογο να εγείρουν σήμερα ακόμη και χριστιανοί καλής θέλησης, είναι προφανές ότι αυτές οι πρακτικές δεν διαμόρφωναν γνήσιους και συνεπείς χριστιανούς. Κάτι ανάλογο ισχύει και για τον ελληνικό στρατό: ενδιαφέρεται για «πατριώτες» και για «υπερασπιστές των συνόρων μας» οι οποίοι, εσωτερικεύοντας την καταπίεση και τη δυσαρέσκεια τους, προσαρμόζονται μηχανικά ή φαινομενικά στις επιταγές της ιεραρχίας, ξεγελώντας εαυτούς και αλλήλους. Και μπορεί, άραγε, να προβλέψει κανείς ποια θα είναι η μαχιμότητα και αυτοθυσία των αγανακτισμένων φαντάρων σε συνθήκες θερμού πολέμου, όταν ένα απόθεμα εσωτερικής ενδοκοινωνικής καταπίεσης θα συνδιαμορφώνει στάσεις και διαθέσεις έναντι του «εξωτερικού εχθρού»;

Βέβαια ο στρατός, συνεπικουρούμενος και από άλλους κοινωνικούς μηχανισμούς - οικογένεια, εκπαίδευση, εκκλησία και MME - ενεργεί και ως ιδεολογικός μηχανισμός του κράτους, διακινώντας και ενσταλάσσοντας τον κυρίαρχο εθνικοενωτικό εθνικιστικό μιλιταριστικό λόγο. Η διαδικασία διαμόρφωσης «εθνικής συνείδησης», η οποία αρχίζει με τα τραγουδάκια του νηπιαγωγείου, συνεχίζεται με την Πατριδογνωσία του Δημοτικού και διανύει διάφορα άλλα στάδια, κορυφώνεται (και «πρακτικοποιείται») στα πλαίσια του στρατού. Η διαφορά ωστόσο του φορέα αυτού (εθνικής) κοινωνικοποίησης από τους υπόλοιπους είναι ουσιώδης: η στεγανοποίηση αυτονόμηση αποκλείει σχεδόν την πρόσληψη άλλων, αντίθετων, μηνυμάτων, την ώρα που, με την απειλή και τη βία, εξασφαλίζεται η «εξωτερική» τουλάχιστον προσαρμογή των στρατευμένων στα κελεύσματα της στρατοκρατικής πατριωτικής ιδεολογίας5 .

Αυτό όμως που είναι το «δυνατό σημείο» του στρατού, ενδέχεται να λειτουργήσει, σε πολλές περιπτώσεις, προς την αντίθετη κατεύθυνση: ο καταπιεσμένος, κουρασμένος, κοινωνικά αποκομμένος νέος, πιθανότατα, απορρίπτει όχι μόνον τις χονδροειδείς υπέρπατριωτικές φαντασιώσεις (λ.χ. για τη Βόρειο Ήπειρο ή για το μεγαλείο της φυλής), αλλά και πιο λογικοφανή λήμματα της κυρίαρχης ιδεολογίας, όπως το αναγκαίο και τιμητικό της στρατιωτικής θητείας. Πάμπολα αντικίνητρα, σε καθημερινή βάση, αντιστρατεύονται τον πιθανό αρχικό προσανατολισμό του στρατευμένου προς την ενσωμάτωση στον στρατοκρατικό μηχανισμό και προς προσυπογραφή του εθνικοαμυντικού λόγου.

Ούτως ή άλλως, δύσκολα θα βρισκόταν ψυχολόγος - εκτός αν είναι επαγγελματίας στρατιωτικός - που θα αναλάμβανε την ευθύνη να υποστηρίξει ότι ένας εξαρτημένος, ταπεινωμένος, ασυλοποιημένος νέος, ο οποίος διαρκώς βιώνει το διχασμό ανάμεσα σε όσα είναι ή επιθυμεί και σε όσα πειθαναγκάζεται να κάνει, μπορεί ταυτόχρονα να είναι «υψηλόφρων», «υπερήφανος», μαχητικός κ.λπ...

Όλα αυτά βέβαια προέκυψαν δια της εις άτοπον απαγωγής: θεωρήθηκε έγκυρη η θέση ότι ο στρατός είναι κοινωνικά αναγκαίος και επισημάνθηκαν ορισμένες από τις εσωτερικές αντιφάσεις της. Παραμένοντας, κατά βάση. στα πλαίσια της ίδιας λογικής, θα παρατηρούσαμε ότι, επί δεκαετίες ολόκληρες, δεν χρειάστηκε να αποδειχθεί η υποτιθεμένη λειτουργικότητα στοχοθεσία του στρατεύματος. Υπήρχε διαρκώς, απορροφούσε τεράστια κονδύλια, καταπίεζε χιλιάδες νέους, διέδιδε την (αντιδραστική) ιδεολογία του, έκανε και πραξικοπήματα, εν ονόματι της πιθανότητας μιας εξωτερικής επιβουλής. Ποτέ δεν ενεργοποιήθηκε σε μια τέτοια κατεύθυνση και ποτέ δεν απέδειξε την ικανότητα του να ανταποκριθεί αποτελεσματικά σε μια τέτοια αποστολή. Βέβαια η σχετική επιχειρηματολογία των ιδεολογικών συνηγόρων του στρατού και συμβιβάζεται με τους νόμους της τυπικής λογικής και φαίνεται να αποσπά ευρεία κοινωνική συναίνεση. Στηρίζεται πάντως μόνιμα - ίσως και καταχρηστικά - σε μια πιθανότητα, σε ένα ενδεχόμενο και όχι σε δεδομένα θετικών κοινωνικών εμπειριών. Τέλος, λόγοι επιστημονικής αντικειμενικότητας αποστασιοποίησης επιβάλλουν να σημειωθεί ότι αντίστοιχα επιχειρήματα εννοηματώνουν και την ύπαρξη των δυνάμει αντιπάλων στρατών, όπως ο τουρκικός.

Βέβαια, το διάστημα «αναμονής» (μεταξύ ειρηνικής και ενδεχόμενης πολεμικής περιόδου) δεν ήταν - και δεν είναι - νεκρός χρόνος, κενή παρένθεση: ο στρατός πάντα υπάρχει, πάντα χρηματοδοτείται, πάντα «εκπαιδεύει», πάντα «διαπαιδαγωγεί», πάντα θέτει σε κίνδυνο ανθρώπινες ζωές0, παράγει μάλιστα χαρακτηριστικά κοινωνικά και ιδεολογικά αποτελέσματα, τα οποία θα έπρεπε ίσως να προβληματίσουν και τους πολλούς που δέχονται την (προληπτική) χρησιμότητα της πολεμικής μηχανής. Ούτως ή άλλως, είμαστε μάρτυρες μιας χαρακτηριστικής ηθικό ιδεολογικής μετάθεσης: όπως το εμπόρευμα εμφανίζεται ως αξία χρήσης η οποία καλύπτει ανάγκες, αποσυνδεόμενο ιδεολογικά από τη διαδικασία πραγματοποίησης της υπεραξίας κερδοφορίας του κεφαλαίου, όπως τα Φροντιστήρια της Μέσης Εκπαίδευσης παρουσιάζονται ως διορθωτικοί μορφωτικοί οργανισμοί και όχι ως αποδοτικές επιχειρηματικές απόπειρες, έτσι και ο στρατός αυτοπροσδιορίζεται με τρόπο που συσκοτίζει τις μη έκδηλες λειτουργίες του και μυθοποιεί εκείνες που - κατά τεκμήριο - αντανακλούν ιστορικές αναγκαιότητες και αφομοιώνονται από τη μέση κοινωνική συνείδηση.

Ζ'. Στρατός και νομικός θετικισμός: η αβάστακτη ελαφρότητα του «δέον είναι»

Ο νομικός θετικισμός, όχι βέβαια σε όλες τις εκδοχές του", τείνει, σε ορισμένες περιπτώσεις, προς τον παννομικισμό. Κλίνει δηλαδή προς την άποψη ότι το σύνολο των κοινωνικό οικονομικών, πολιτικών και πολιτισμικών σχέσεων είναι, κατά βάση, και ρυθμίσιμες και ρυθμιστέες νομοθετικά8 . Κατά συνέπεια, αναγνωρίζει και υπερασπίζεται το δίκαιο ως αποτελεσματικό μέσο κανονικοποίησης του κοινωνικού, αποκλείοντας τα ήθη, τις συνήθειες, τις θρησκείες, τις ιδεολογίες και, γενικότερα, κάθε κανόνα που Δεν τυποποιείται νομικά από την κρατική εξουσία. Ειδικότερα, εξάλλου, ο θετικισμός των νομομαθών καλλιεργεί και το θεωρητικό υπόβαθρο του «κράτους δικαίου»: ο νόμος μπορεί και πρέπει να αντικειμενικοποιεί δικαιώματα και υποχρεώσεις, να οριοθετεί αποτελεσματικά την κρατική εξουσία και να προσδιορίζει σαφώς τους κανόνες του πολιτικού, αλλά και του κοινωνικοοικονομικού παιχνιδιού.

Η εμπειρική κοινωνιολογική προσέγγιση της δραστικότητας των νόμων, συνήθως, μένει στη διαπίστωση ότι υπάρχει διάσταση μεταξύ νομοθετικού δέοντος και ζεουσας κοινωνικής πραγματικότητας ή πρακτικής Λ.χ., ο μελετητής της ασυμφωνίας κοινοβουλευτικών θεσμώ νπολιτικών (ιδίως πελατειακών) συμπεριφορών στη νεότερη Ελλάδα9 προτιμά να ανιχνεύσει τους ειδικούς όρους που καθόρισαν αυτή τη «βαλκανική» απόκλιση από το δυτικοευρωπαϊκό μοντέλο της υποτιθέμενης συνταύτισης δικαιικών προδιαγραφών και δημοσίου βίου, παρά να θεωρήσει το δημόσιο δίκαιο και τις θεμελιώδεις αρχές του πολιτεύματος ως μια (ρευστή) παράμετρο της ιστορικό κοινωνικής ανάπτυξης, της οποίας η σημασία, αντοχή και «καταλληλότητα» αναπροσδιορίζεται διαρκώς, με βάση την ιστορική συγκυρία και τον εκάστοτε συσχετισμό δυνάμεων, τον οποίο αντανακλά και στον οποίο επενεργεί, σε ορισμένες περιπτώσεις, αναδραστικά. Επίσης οι θετικιστές νομικοί και πολιτικοί επιστήμονες δεν φαίνεται να διακρίνουν μεταξύ «εφαρμογής»10 και ιδεολογικής επίκλησης του δικαίου και των θεσμών.

Δεν αποτελεί θεωρητικό αντικείμενο αυτού του κειμένου η σχετικότητα του δικαίου ως ρυθμιστικού εξουσιαστικού οργάνου. Μας ενδιαφέρει κυρίως να καταδειχθεί ότι η οργάνωση και λειτουργία του ελληνικού στρατού, έστω και ως επιμέρους - αλλά σημαντική - περίπτωση, μπορεί να θεμελιώσει τη θέση ότι το δίκαιο δεν επεκτείνεται ή δεν «επαρκεί» ως ρυθμιστικό πλαίσιο σε ορισμένες σφαίρες του κοινωνικού «όλου», οι οποίες διατηρούν ιστορικά μια δική τους χρονικότητα, μια αυξημένη αυτονομία και ένα ανελαστικό συνεκτικό οργανωτικό ιστό.

Η ανάλυση μας, της οποίας ο προσανατολισμός είναι κυρίως οντολογικός εμπειρικός και όχι αυστηρά νομικός ερμηνευτικός, θα περιοριστεί σε τρία χαρακτηριστικά παραδείγματα: α) στο νομικό status του στρατευμένου και την (σιωπηρή) αποσυσχέτισή του από το πλέγμα των συνταγματικών ελευθεριών που ισχύουν, γενικά και ανεξαίρετα, για τους Έλληνες πολίτες, β) στα όρια - ή το απεριόριστο - της ευχέρειας των κορυφών της στρατιωτικής ιεραρχίας να προχωρούν στην «επιλογή» των στρατευσίμων για κάποιο Όπλο ή Σώμα, να τους απονέμουν «ειδικότητες» και βαθμούς, να τους αναθέτουν «υπηρεσίες» και να αποφασίζουν για τις μεταθέσεις ή αποσπάσεις τους, αλλά και στα όρια - ή την αδυναμία - των τελευταίων να αμυνθούν, με διοικητικά ή δικαστικά μέσα, έναντι παράτυπων ή ζημιογόνων αποφάσεων, και γ) στο πρόβλημα της οριοθέτησης των εννοιών (στρατιωτική) «υπηρεσία» και «εντολή» ή «διαταγή», οι οποίες θεμελιώνουν και «δικαιολογούν» το καθεστώς ειδικής εξουσίασης στο οποίο υπόκεινται όσοι υπηρετούν στις ένοπλες δυνάμεις.

Τα προβλήματα Συνταγματικού Δικαίου που θέτει η πραγματικότητα του στρατού στην Ελλάδα είναι βέβαια και πολλά και κρίσιμα. Κατά κανόνα όμως οι συνταγματολόγοι αποφεύγουν να τα θίξουν, για λόγους που δεν είναι του παρόντος να προσδιορισθούν11 . Και όμως: κοινωνία, πολιτικό προσωπικό του κράτους και «επιστημονική κοινότητα» φαίνεται να συναινούν - όχι πάντοτε ρητά, ούτε ευθέως - στη διάχυτη αντίληψη ότι οι στρατευμένοι εξαιρούνται από την απόλαυση καίριων ατομικών και πολιτικών δικαιωμάτων. Οι δε επαΐοντες φαίνεται να δέχονται ότι αυτό συμβαίνει όχι γιατί το επιτρέπει ή ανέχεται το Σύνταγμα, αλλά γιατί καθίσταται αναγκαίο από τη «φύση των πραγμάτων»: η μαχητική ικανότητα εδράζεται στην πειθαρχία κ.λπ., οπότε κάποιος λοχίας αναλαμβάνει να διερμηνεύσει αυθεντικά αυτή τη «φύση»... Πράγματι, το ελληνικό Σύνταγμα του 1975 8612, παρά την προσφυγή στην «επιφύλαξη του νόμου», ο οποίος όμως Δεν μπορεί να θίγει τον πυρήνα του ενός ή του άλλου συνταγματικού δικαιώματος, δεν φαίνεται να επιτρέπει ή ανέχεται καταστρατηγήσεις σε βάρος του δικαιώματος έκφρασης και πληροφόρησης του στρατευμένου (ανάγνωση του Τύπου, δημοσίευση επιστολών ή πολιτικών και επιστημονικών κειμένων κ.λπ.). Επίσης δεν φαίνεται να συγχωρεί υπέρμετρες οριοθετήσεις και αλλοιώσεις του ενεργητικού εκλογικού δικαιώματος του (ψήφος στον «τόπο φρουράς» και με βάση ειδικούς εκλογικούς καταλόγους), δεν απαγορεύει την άσκηση του δικαιώματος του εκλέγεσθαι ή δεν φαίνεται να ανέχεται ανοίκειους περιορισμούς στην ελεύθερη ανάπτυξη της προσωπικότητας των ενόπλων πολιτών, όπως οι δεσμεύσεις και οι τύποι στην κυκλοφορία και την αμφίεση (λ.χ., παραπομπή σε Στρατοδικείο, τιμωρία και δυσμενής μετάθεση σε όσους κυκλοφορούν «ασκεπείς» εκτός στρατοπέδου), η στέρηση της πολιτικής ταυτότητας και του εκλογικού βιβλιαρίου (που, εκτός από τα πρακτικά λειτουργικά προβλήματα που δημιουργεί, επιτελεί και συμβολική ιδεολογική λειτουργία), η ρευστότητα και ο καταθλιπτικός ετεροκαθορισμός των ορίων μεταξύ ελεύθερου χρόνου και ωρών υπηρεσίας, η αδυναμία επαγγελματικής και επιστημονικής ενασχόλησης, οι περιορισμοί στην τηλεφωνική επικοινωνία, τον διάλογο κ.ά.13 .

Επίσης το Σύνταγμα, αν και αναγνωρίζει τα Στρατοδικεία, δεν φαίνεται να στερεί από τον στρατευμένο τον «φυσικό του δικαστή», ούτε να τον αποκλείει από το πλέγμα εγγυήσεων και μέσων έννομης προστασίας το οποίο ισχύει ανεξαίρετα για τους Έλληνες πολίτες, ούτε και να περιορίζει το δικαίωμα του να προσβάλλει διοικητικές πράξεις (των στρατιωτικών αρχών) τις οποίες κρίνει ζημιογόνες για να έννομα συμφέροντα του14 . Και για μεν το θέμα της διοικητικής ή δικαστικής προστασίας έναντι, λ.χ., άνισης ή δυσμενούς μεταχείρισης σε θέματα μετάθεσης ή απόσπασης, είναι γνωστό ότι δεν ισχύει καμία εγγύηση ή δυνατότητα, σε ό,τι αφορά δε τη στρατιωτική Δικαιοσύνη γενικότερα, περιττεύει οποιαδήποτε υπενθύμιση των παραστάσεων και παραδηλώσεων που πλαισιώνουν, σε επίπεδο κοινωνικής εμπειρίας και κοινής γνώμης, τον όρο «στρατοδικείο». Εξάλλου, αν στη σφαίρα της στρατιωτικής ποινικής δικαιοδοσίας είναι πασίδηλο ότι δεν ευδοκιμούν οι εγγυήσεις οργανικής και λειτουργικής ανεξαρτησίας που αξιώνει το Σύνταγμα, τα πράγματα δεν είναι καθόλου καλύτερα στο επίπεδο του τρέχοντος πειθαρχικού διοικητικού ελέγχου: όταν, λ.χ., ο διοικητής υπομονάδας, μονάδας ή μεγαλύτερου σχηματισμού επιβάλλει στερητικές της ελευθερίας ποινές, λειτουργεί ως sui generis μονοπρόσωπο δικαστήριο, εφαρμόζει αυτοσχέδια άγραφη δικονομία και αποδεσμεύεται από κάθε νομική προδιαγραφή.

Ωστόσο, οι εξωθεσμικές (ή αθεσμικές) πρακτικές θριαμβεύουν, ιδίως στις διαδικασίες «επιλογής», απονομής ειδικοτήτων ή βαθμών (σε εφέδρους) και μετάθεσης απόσπασης. Όλη η σχετική δραστηριότητα χαρακτηρίζεται από άκρατο συγκεντρωτισμό - όλα αποφασίζονται από μία υπηρεσία του ΓΕΣ - κενό δικαίου και θεσμικών εγγυήσεων (ανυπαρξία κανόνων εγγυήσεων και ενδίκων μέσων) και, βέβαια, μυστικότητα απροσδιοριστία, στοιχείο απαραίτητο εκεί που οργιάζει η ευνοιοκρατία., Το Όπλο ή το Σώμα στο οποίο θα καταταχθεί κανείς αποφασίζεται εφάπαξ και ερήμην του, με κριτήρια τουλάχιστον απροσδιόριστα και ανεξάρτητα από τα προσωπικά χαρακτηριστικά του.

Κρισιμότερο όμως είναι το ζήτημα της απονομής των «ειδικοτήτων»: έναν δύο μήνες μετά την παρουσίαση κάποιου στα Κέντρα εκπαίδευσης, η αρμόδια κεντρική υπηρεσία τον χρήζει υποψήφιο δόκιμο ή έφεδρο υπαξιωματικό, γραφέα, τυφεκιοφόρο, πυροβολητή, τραυματιοφορέα κ.ο.κ., γνωρίζοντας τις γραμματικές του γνώσεις, την κατάσταση της υγείας του, την ηλικία, την οικογενειακή του κατάσταση και, ενδεχομένως, την επίδοση του σε κάποια βολή. Με ποια κριτήρια γίνονται οι επιλογές; Λογικά με βάση τα «βιογραφικά» δεδομένα που προαναφέρθηκαν και την (αδιακρίβωτη ακόμη) ικανότητα του πρωτόπειρου περί τα στρατιωτικά. Μακάρι να συνέβαινε αυτό. Τουλάχιστον δεν θα είχαμε μηχανικούς στη Στρατονομία και νομικούς στο Μηχανικό, ούτε δεκαεννιάχρονους αποφοίτους Λυκείου να διοικούν, ως δόκιμοι, εικοσιπεντάχρονους πτυχιούχους ή και τριαντάχρονους διδάκτορες. Ούτε θα αναλάμβαναν πυροβολητές άνθρωποι που πάσχουν από μυωπία και φοράνε γυαλιά... Ότι κατά την απονομή των «ειδικοτήτων» μοναδικό κριτήριο αποτελεί η ύπαρξη «βίσματος» (όπως λέγεται, στην αργκό του Στρατού, η «γνωριμία» ή «μέσον») αποτελεί εδραιωμένη πεποίθηση, καθοριστική συμπεριφορών και πρακτικών15 . Και στον τομέα αυτόν, κανένας θεσμός δεν ορίζει διαδικασίες, κριτήρια, προσόντα κ.λπ. Υποτίθεται ότι τον ορθολογισμό του μέσου ανθρώπου - λ.χ. οι ειδικές γνώσεις να επηρεάζουν την επιλογή - υποκαθιστά ο τεχνοκρατικός ορθολογισμός των ηλεκτρονικών υπολογιστών. Όμως ποιος υπολογιστής είναι τόσο κουτός, ώστε να κάνει λάθη σαν αυτά που προαναφέρθηκαν; Και ποιος θεσμός θα προστατεύσει όσους υφίστανται δυσμενή μεταχείριση;

Επίσης, νομικοί κανόνες δεν υπάρχουν (ή δεν λειτουργούν) και σε σχέση με τις μεταθέσεις ή αποσπάσεις. Καμία εγγύηση, ενδεικτικά, δεν παρέχεται σε εκείνους που μένουν αμετάθετοι στα σύνορα, την ώρα που αιφνιδίως ανακαλύπτεται, λ.χ., η ανάγκη απόσπασης κάποιου πυροβολητή, ως σερβιτόρου, από μια αποδεκατισμένη Μονάδα των τεθωρακισμένων σε κάποια λέσχη αξιωματικών ή αλλού. Πράγματι, το αν θα μετακινηθεί κανείς πρόωρα κοντά στον τόπο συμφερόντων του, αν θα μετατεθεί «φυσιολογικά», γύρω στον δέκατο μήνα της θητείας του, ή θα πάρει απολυτήριο από Μονάδα των συνόρων είναι ζήτημα απροσδιόριστο, αρρύθμιστο, άνομο και με την νομική και με την κοινωνιολογική σημασία του όρου. Όλα κρίνονται, σε πλήρη μυστικότητα και ανέλεγκτα, στα ανώτερα κλιμάκια της στρατιωτικής ιεραρχίας. Ουδείς επικαλείται - ή δικαιούται να απαιτήσει κανόνες, τύπους, αιτιολογία, ισονομία, μέσα έννομης προστασίας. Και είναι κοινός τόπος ότι, και στον τομέα αυτόν, το «βίσμα» αποτελεί αναγκαία και αρκετή προϋπόθεση «επιτυχίας». Ιδίως στην περίπτωση της «απόσπασης», δηλαδή της κατ' εξοχήν εξατομικευμένης, πρόωρης, αναίτιας, αρρύθμιστης, δικαστικά απρόσβλητης και εν τέλει σκανδαλώδους μετάθεσης.*

Ακόμη - για να περιοριστούμε στις τρεις θεματικές που εξαγγέλθηκαν απροσδιόριστο, και τελικά απεριόριστο, είναι το εύρος των εννοιών «υπηρεσία» και «εντολή διαταγή», οι οποίες (υποτίθεται ότι) οριοθετούν την εξουσία ευχέρεια του «ανωτέρου» να επεμβαίνει στη βούληση του «κατωτέρου», προσδιορίζοντας τις πράξεις ή παραλείψεις του. Είναι στρατιωτική υπηρεσία, για παράδειγμα, ο εκκλησιασμός και η συμμετοχή σε αυτοσχέδια χορωδία που πρόκειται να ψάλει τα κάλαντα στον Μητροπολίτη της περιοχής; Είναι στρατιωτική υπηρεσία, π.χ., το σερβίρισμα για τους αξιωματικούς σε μία Λέσχη αξιωματικών ή σε κάποιο «κέντρο θερινής εκπαιδεύσεως»; Υπηρετεί την πατρίδα ο στρατιώτης που ετοιμάζει καφέ για τον «ανώτερο» του ή του αγοράζει τσιγάρα ή πηγαίνει να του πληρώσει κάποιο γραμμάτιο; Και, αντιστρόφως, γίνεται λιγότερο μάχιμος εκείνος που διεκδικεί χρόνο για ανάγνωση βιβλίων ή εφημερίδων; Τελικά, ποιες δικλείδες ασφαλείας και ποια «ένδικα βοηθήματα» μπορούν να προφυλάξουν τους στρατευμένους απέναντι στις ερμηνείες που δίνουν στις αρμοδιότητες τους οι απόφοιτοι της Σχολής Μονίμων Υπαξιωματικών ή της Σχολής Ευελπίδων; Τα ερωτήματα ισχύουν διαρκώς. Κάποιες υλικές χειροπιαστές απαντήσεις βιώνουν, ανά πάσα στιγμή, οι στρατευμένοι, ενώ οι νομικοί και οι πολιτικοί, συνήθως, τα αντιμετωπίζουν με μεθόδους γνησίως στρατιωτικές: με απόκρυψη, λούφα, παραλλαγή ή οπισθοχώρηση...

Βέβαια γνωστοί και έγκυροι θεωρητικοί του δικαίου επικαλούνται - ή θα μπορούσαν να επικαλεσθούν - την άποψη ότι η τυποποίηση θετικοποίηση των επιλογών της πολιτικής εξουσίας και η κωδικοποίηση ατομικών και πολιτικών δικαιωμάτων παρέχει κάποιες εγγυήσεις ή επιχειρήματα στους στρατευμένους ή ότι πάντοτε υπάρχει η δυνατότητα νομοθετικών εξειδικεύσεων ή βελτιώσεων και άσκησης νομικοπολιτικής κριτικής. Το πρόβλημα είναι ότι, ειδικά στον χώρο του στρατού, η ρέουσα πραγματικότητα ακυρώνει εν πολλοίς την οποιαδήποτε θετικιστική πρόνοια ή προσδοκία. Αποδεικνύεται δηλαδή στην πράξη ότι οι συνταγματικές διατάξεις ούτε καλύπτουν επαρκώς - ήδη σε κανονιστικό επίπεδο - τη σφαίρα του στρατού, ούτε κυρίως δίνουν πρακτικές διεξόδους στους στρατευμένους που υφίστανται διαρκώς τις συνέπειες αυθαίρετων και ανέλεγκτων εξουσιαστικών επιλογών. Επομένως, η νομική θεωρία, κυρίως στην εκδοχή του παννομικισμού, αλλά και ως μετριοπαθής και κοινωνιολογικά ενήμερος θετικισμός, καλείται να επανεξετάσει ορισμένες «βεβαιότητες» και ιδιαίτερα εκείνες που αφορούν την «πανεποπτική» βούληση και ικανότητα του νομοθέτη και το «ακαταγώνιστο» του δικαίου ως ρυθμιστικού οργάνου16 . Οι αναπροσδιορισμοί αυτοί καθίστανται αναγκαίοι και για έναν πρόσθετο λόγο: ήδη ο νομικός νεοφιλελευθερισμός αξιοποιεί και τις αντιφάσεις της θεωρίας και την ολόπλευρη κρίση, όχι βέβαια σε όφελος των κυριαρχούμενων, αλλά υπέρ της «αυθόρμητης τάξης» της αγοράς και της (πολύ ευσυνείδητης και εμπρόθετης) κερδοφορίας του κεφαλαίου και διάλυσης του (όποιου) κοινωνικού κράτους17 .

Η'. Ο στρατός ως αντικείμενο θεωρητικής προσέγγισης. Μερικές υποθέσεις εργασίας Η θεωρητική συνθετική προσέγγιση του αντικειμένου μας θα επικεντρωθεί σε ένα σημείο: στη θεμελίωση της θέσης ότι οι - όποιες - μέχρι στιγμής ερμηνευτικές θεωρήσεις (ιδίως όσες αναφέρονται στη συγκρότηση του μετεμφυλιακού κράτους, στη δικτατορία της περιόδου 19671974 και στην αναδιάταξη των κέντρων εξουσίας, την οποία σηματοδοτεί η μεταπολίτευση) και δεν απαντούν ικανοποιητικά στα ερωτήματα που οι ίδιες θέτουν και, τελικά, αδυνατούν να διαμορφώσουν μια ενήμερη, διεξοδική, εσωτερικά συνεπή και πραγματολογικά ελέγξιμη θεωρητική πρόταση. Βέβαια, το εγχείρημα που εξαγγέλθηκε είναι ιδιαίτερα φιλόδοξο και απαιτεί ειδικήαυτοτελή ενασχόληση. Επομένως, όσα ακολουθούν είναι ουσιαστικά ένα γενικό διάγραμμα, που περιέχει κάποιες υποθέσεις εργασίας.

Στις αδυναμίες των σύγχρονων προσεγγίσεων του στρατού προσθέτουμε και μία ακόμη, την οποία θεωρούμε καθοριστική, ιδίως επειδή συμφύρεται με ιδεολογικοπολιτικές ανεπάρκειες και «αποστρατεύσεις». Αναφερόμαστε στο κενό θεωρητικού αναλυτικού κριτικού λόγου σε σχέση με τη σημερινή δομή και λειτουργία του στρατού, δηλαδή στην αδυναμία προσέγγισης της θέσης του στρατεύματος στο σύγχρονο μας συσχετισμό δυνάμεων, των «καταστατικών» και, κυρίως, των αφανών λειτουργιών του (ορισμένες από τις οποίες παρουσιάστηκαν σχηματικά προηγουμένως), των κοινωνικών σχέσεων και αντιθέσεων που αναπτύσσονται στο εσωτερικό του και, ακόμη, της πολιτικής δυναμικής που προδιαγράφουν ή τροφοδοτούν αυτές οι σχέσεις.

Κάποιες προσεγγίσεις του νεοελληνικού κράτους18 αποφεύγουν - ή δεν είναι σε θέση - να εξειδικεύσουν τη σημασία της βαθμίδας «στρατός», τόσο στα πλαίσια των εξουσιαστικών πολιτικών σχέσεων, όσο και σε συνάρτηση με τους ταξικούς κοινωνικοοικονομικούς συσχετισμούς. Μια μερική παρεμπίπτουσα αναφορά στις επαγγελματικές και ιδεολογικές ιδιαιτερότητες των αξιωματικών ή στη συγκυριακή ανάμειξη τους σε πραξικοπήματα (προφανώς) δεν καλύπτει τις προδιαγραφές μιας συνθετικής και, ταυτόχρονα, ευρείας χρονικά και εμπειρικά παρακολούθησης και ανάλυσης της λειτουργίας, των πρακτικών και των ιδεολογικοπολιτικών αποτελεσμάτων της εξέλιξης του στρατού στην Ελλάδα19 .

Βέβαια πολλοί θα συμφωνούσαν ότι ο στρατός, γενικά, αποτελεί τον κεντρικό βραχίονα των κατασταλτικών μηχανισμών του αστικού - και κάθε άλλου - κράτους, ότι ιστορικά μορφοποιείται ως δημόσια, σχετικά αυτόνομη εξουσία ταυτόχρονα με την ανάδυση του έθνους κράτους, του οποίου την κυριαρχική παρουσία εγγυάται, όπως, ταυτόχρονα και τις εσωτερικές σχέσεις (ταξικής) κυριαρχίας, κορυφώνοντας, μάλιστα, αυτή την «εγγυητική» λειτουργία του στην περίπτωση της στρατιωτικής δικτατορίας20 . Στη νεοελληνική ιστοριογραφία δεν απουσιάζουν σχετικές (διεξοδικές ή παρεμπίπτουσες) αναφορές. Καλύπτονται θεματικές όπως η στρατιωτική οργάνωση της Επανάστασης του 1821, το ζήτημα της αποκατάστασης των αγωνιστών, τα κόμματα με ξενική ονομασία σε συνάρτηση με το ρόλο ορισμένων οπλαρχηγών, οι βαυαρικές μπαγιονέτες, ο ρόλος του στρατού στο κίνημα της 3ης Σεπτεμβρίου ή σε άλλα κινήματα, η συμμετοχή της στρατιωτικής ηγεσίας στις διαδικασίες «αστικής ανάκαμψης» (κίνημα στο Γουδί και συνταγματική αναθεώρηση του 1911), τα κινήματα και πραξικοπήματα του Μεσοπολέμου, η «στρατιωτικοποίηση» του μεταξικού καθεστώτος, το στράτευμα και τα κινήματα στη Μέση Ανατολή κατά τα χρόνια της Αντίστασης, η λειτουργία του ελληνικού (και αγγλοσαξονικού) στρατεύματος κατά τον Εμφύλιο κ.λπ. Στην ενότητα αυτή θα προσπαθήσουμε να επισημάνουμε ορισμένες από τις αδυναμίες των θεωρήσεων που αφορούν αποκλειστικά τον μετεμφυλιακό και ιδίως τον μεταπολιτευτικό ρόλο του στρατού.

Η πολιτική ουσία του Εμφυλίου (συγκρότηση και διασφάλιση, δια της στρατιωτικής βίας, του αστικού καθεστώτος) δεν σηματοδοτεί «έκτακτη» απόκλιση από κάποια αέναη «συνταγματική νομιμότητα» ή συναινετική συμβολική εξισορρόπηση των κοινωνικών αντιθέσεων21 . Λίγο κατηγορηματικά, θα λέγαμε ότι η Συμφωνία της Βάρκιζας ήταν πολιτική συμφωνία, συμπύκνωση του ταξικού πολιτικού συσχετισμού δυνάμεων και όχι «προσύνταγμα»22 . Το ίδιο και οι (προγενέστερες) προγραμματικές θέσεις της κυβέρνησης «εθνικής ενότητας» του Γ. Παπανδρέου. Το δε Σύνταγμα του 1911, που αναβίωσε περιέργως μετά το «διάλειμμα» της Β' Ελληνικής Δημοκρατίας, είχε κουρελιαστεί πολύ πριν από την 4η Αυγούστου, πολύ πριν από την εθελούσια μετάταξη του Γεωργίου Β' από το μεταξικό καθεστώς στις «κυβερνήσεις εξωτερικού». Γενικότερα, το λιγότερο που απασχόλησε την αστική πολιτική (και κοινωνικοοικονομική) εξουσία, ιδιαίτερα κατά τις δεκαετίες του '30 και του '40, ήταν η διακήρυξη και τήρηση νομικών ρυθμίσεων. Και αυτό δεν αφορά μόνο κάποια «κανονιστική» δεσμευτικότητα και ισχύ (ο παντεπόπτης νομοθέτης, που ρυθμίζει περιπτωσιολογικά και αποτελεσματικά την κοινωνική του ύλη κ.λπ.), αλλά και την ιδεολογική, έστω, επίκληση του νόμου ως συμβολαίου, εγγυητικού παράγοντα ή λειτουργικού πλαισίου της κοινωνικοπολιτικής ζωής23 .

Βέβαια, συνήθως επισημαίνεται η διογκωμένη παρουσία των κατασταλτικών μηχανισμών του κράτους, προεξάρχοντος του στρατού. Το πρόβλημα όμως βρίσκεται στα ευρύτερα εξηγητικά σχήματα στα οποία εντάσσονται αυτές οι διαπιστώσεις, οι οποίες προσδιορίζουν και τους τρόπους ερμηνείας αυτού του «κρατισμού»: διαδικασία επίλυσης ενδοαστικών αντιφάσεων, απόπειρα κατασκευής ενός τεχνητού «αντίπαλου δέους» (αντικομμουνισμός) και αναπλήρωσης του ιδεολογικού δυναμικού της Μεγάλης Ιδέας24 ή - κλασικά - βαλκανική παρέκκλιση από το αρχέτυπο «κοινοβουλευτισμός συνταγματική νομιμότητα».

Σε αυτό το τελευταίο σημείο θα άξιζε να σταθούμε λίγο περισσότερο: θεωρούμε ότι προσφέρουν πολύ κακές υπηρεσίες στην απόπειρα γνώσης κριτικής της πορείας του νεοελληνικού ιστορικού κοινωνικού σχηματισμού όσοι, διαποτισμένοι από την αστική νομική ιδεολογία, προβάλλουν μονίμως τις στερεοτυπικές παραδοχές τους στο πραγματολογικό υπόβαθρο της περιόδου που μελετούν. Αναφερόμαστε στους θιασώτες αντιλήψεων που αναφέρονται στην πρώιμη εισαγωγή των κοινοβουλευτικών θεσμών στη μετεπαναστατική Ελλάδα (καθολική ψηφοφορία) την οποία όμως βρίσκουν αναντίστοιχη προς τη στάθμη ανάπτυξης των παραγωγικών δυνάμεων και σχέσεων και σε όσους διαπιστώνουν αντίφαση μορφής περιεχομένου (τυπική ισχύς των θεσμών εξωθεσμικές και πελατειακές πρακτικές) ή, τέλος, σε όσους προσλαμβάνουν το ιδιώνυμο, τα πραξικοπήματα, το εμφυλιακό κράτος, την μετεμφυλιακή καταστολή κ.λπ. ως αδόκητες και εξαιρετικές παρεκκλίσεις από την τροχιά ενός (νομοτελειακού;) κοινοβουλευτισμού25 .

Ειδικότερα για την περίοδο του Εμφυλίου, πρέπει να σταθούμε λίγο στην - καθόλου μειοψηφική - άποψη ότι «η πολιτική στρατηγική διατήρησης του κοινοβουλευτικού συστήματος αποτέλεσε κύριο ιδεολογικό όπλο στην εμφύλια αντιπαράθεση»26 . Αρχικά, η θέση αυτή τεκμηριώνεται ανεπιτυχώς: παρά το αλήστου μνήμης δημοψήφισμα (και παρά το γνωστό νομικό οπλοστάσιο, τις χιλιάδες διώξεις κ.λπ.), ο αστισμός εκδιπλώνει μια στρατηγική «διατήρησης του κοινοβουλευτισμού», καθ' όσον οι κυβερνήσεις της περιόδου ως το 1952 είναι «κεντροδεξιές» ή «κεντρώες» και στελεχώνονται από πρόσωπα που «δεν μπορούσαν να ταυτιστούν ούτε με τη δικτατορία Μεταξά Γεωργίου Β', ούτε με τη συνεργασία με το γερμανικό στρατό κατοχής».

Νομίζουμε ότι η (αντιπροσωπευτική) αυτή θέση είναι πολλαπλά ελέγξιμη, ιδίως ως προς τη δυνατότητα της να ανιχνεύσει τη θέση του στρατού στο εμφυλιακό και μετεμφυλιακό μπλοκ εξουσίας. Συγκεκριμένα: α) αδυνατεί να διακρίνει, σε θεωρητικό αλλά και «εφαρμοσμένο» επίπεδο, τις μορφές κράτους και καθεστώτος, εξαρτώντας τη μορφή και το χαρακτήρα των σχέσεων εξουσίας από την κομματική προέλευση και τον πρότερο βίο μιας μερίδας του πολιτικού προσωπικού του κράτους· β) παραγνωρίζει μια σειρά άλλων δεδομένων, όπως η καταθλιπτική παρουσία του στρατού (και) στην πολιτική σκηνή και οι - θεσμοποιημένες και μη - κατασταλτικές πρακτικές, ο χαρακτήρας των οποίων παραπέμπει στο «κράτος ανάγκης» και τη στρατιωτική δικτατορία· γ) αγνοεί ότι η κοινοβουλευτική δημοκρατία - ποδοπατημένη ή αμφισβητούμενη ήδη από την δεκαετία του '30 - δεν αποτελούσε, κατά τον Εμφύλιο, ζητούμενο πρόταγμα για καμία από τις πλευρές του, και δ) δεν εξηγεί γιατί, παρά τη μακρά παράδοση εξωθεσμικής παραγωγής της συναίνεσης κ.λπ. (και παρά την καταλυτική μεσολάβηση της κατοχής Αντίστασης), η «διατήρηση του κοινοβουλευτισμού», (διατήρηση, άραγε, ή συγκρότηση ανασύσταση;) ήταν ιδεολογικοπολιτικά ελκυστική, ώστε να επιλεγεί ως «η» στρατηγική των κρατούντων.

Και μια πρόσθετη παρατήρηση σχετικά με αυτό το τελευταίο, που μας συνδέει και με τον πυρήνα της μονιμότερης κριτικής μας στη θετικιστική θεσμολαγνεία και την ιδεολογικοπολιτική εξιδανίκευση της κοινοβουλευτικής δημοκρατίας: για ορισμένους, ο κοινοβουλευτισμός φαντάζει εφτάψυχος, μοιάζει να έχει μυθικές διαστάσεις και υπερφυσικές δυνατότητες. Την ίδια ώρα που μας τον εμφανίζουν έκπτωτο και μονίμως ζητούμενο ή ανεύρετο, τον διακρίνουν στο βάθος του αστικού ασυνειδήτου και στους μύχιους πόθους των λαϊκών μαζών και του προσδίδουν υπερπροσδιοριστικές δυνατότητες που δεν έχει...

Σε σχέση με το ρόλο του στρατού στη μεταπολεμική Ελλάδα, όσοι δέχονται τις συγκριτικές προσεγγίσεις (αναφορικά με τη δυτικοευρωπαϊκή εμπειρία ή την ιδεολογική μήτρα του κοινοβουλευτισμού) θα όφειλαν να αναρωτηθούν γιατί, εφόσον η δημοκρατία κάπως κάπου διατηρήθηκε, ο ελληνικός στρατός απέκτησε τις γνωστές υπερπροσδιοριστικές δυνατότητες - και την ιδιοτυπία που ακόμη διατηρεί - και γιατί δεν είχε - ή έχει αντίστοιχη θέση και ισχύ λ.χ. ο στρατός του Βελγίου...

Επομένως μια πειστικότερη απάντηση θα μπορούσε να εκκινεί από τη σύλληψη του εμφυλιακού κράτους ως κράτους έκτακτης ανάγκης, που ενώ δεν παρουσιάζει χαρακτηριστικά «βοναπαρτικού» κράτους ή (ανοικτής) στρατιωτικής δικτατορίας, σε ό,τι αφορά την ουσία των σχέσεων εξουσίας τις οποίες εκφράζει, συμπυκνώνει και μορφοποιεί, λειτουργεί ως - κατ' αποτέλεσμα - δικτατορία και, ειδικότερα: α) ενεργεί ως προνομιακό κόμμα ολόκληρης της αστικής τάξης, ενοποιώντας βίαια τις επιμέρους στρατηγικές και στοχοθεσίες των διαφόρων μερίδων της27, β) με τη στρατιωτική και πολιτική βοήθεια των Η.Π.Α., επιχειρεί να ανατρέψει την επαναστατική κατάσταση της περιόδου 1946194928 , στηριζόμενο κατά απόλυτη προτεραιότητα στους κατασταλτικούς μηχανισμούς του και, στη συνέχεια, επιχειρεί να διατηρήσει το νέο συσχετισμό δυνάμεων, ο οποίος - στο πεδίο της μάχης - έχει γείρει αποφασιστικά υπέρ του αστισμού, προσδιορίζεται όμως πάντοτε και από το κοινωνικό δυναμικό της (ηττημένης) Αριστεράς29, γ) αναιρεί, όχι μόνον στην πράξη, αλλά ακόμη και τυπικά νομικά, τις βασικές συντεταγμένες της αστικής δημοκρατίας30 και δ) σε ό,τι αφορά την εσωτερική σχέση, διάρθρωση και ιεράρχηση των βαθμίδων του, κυριαρχείται από το στρατό, μηχανισμό ο οποίος διέσωσε κυριολεκτικά την αστική κυριαρχία κατά τον Εμφύλιο και έγινε - εν τοις πράγμασι - επιτελείο και ομάδα κρούσης του κράτους κόμματος της άρχουσας τάξης.

Μία τέτοια ερμηνευτική πρόταση - που χρειάζεται βέβαια εξειδίκευση και θεμελίωση - ενώ διαφοροποιείται από ορισμένες συμβολαιακές και θεσμοκεντρικές διδαχές, δυσπιστώντας ταυτόχρονα απέναντι σε απόλυτες διατυπώσεις της άποψης ότι το κράτος αντανακλά πάντοτε και θέσεις των κυριαρχούμενων κ.λπ., βρίσκει μια λογικότερη εξήγηση για τα αξιοσημείωτα «επιβιώματα» δεσποτισμού και αυτονομίας που χαρακτηρίζουν (και) τον ελληνικό στρατό των ημερών μας.

Βέβαια, από το τέλος του Εμφυλίου και εφεξής, στην πολιτική λειτουργία του στρατεύματος συνέβησαν βαθμιαίοι αναπροσδιορισμοί. Η ταχύρρυθμη καπιταλιστική ανάπτυξη31 - παρά τα στερεότυπα περί καθυστέρησης, ασφυκτικής εξάρτησης κ.λπ., τα οποία επηρεάζουν και τις διαδεδομένες ερμηνείες των φαινομένων του εποικοδομήματος - και η προϊούσα διεθνοποίηση (ιδίως στην εκδοχή της ευρωπαϊκής ενοποίησης) καθιστούσαν αναγκαίες ορισμένες μεταθέσεις στο εσωτερικό του συστήματος κυριαρχίας. Αυτή η αναγκαιότητα πάντως δεν προσδιοριζόταν απλώς από κάποιες αντικειμενικές «νομοτέλειες» της σφαίρας των παραγωγικών δυνάμεων (ούτε πήγαζε, προφανώς, από προσωπικές στρατηγικές μελών του ανώτερου πολιτικού προσωπικού), αλλά προέκυπτε από την κοινωνική δυναμική και τον κοινωνικοπολιτικό συσχετισμό δυνάμεων: παρά την στρατιωτικοπολιτική ήττα, το «εαμικό» κοινωνικό μπλοκ παραμένει ενεργό, ενώ νέες αντιφάσεις προστίθενται στις παλιές (διεύρυνση των μισθωτών στρωμάτων, εσωτερική και εξωτερική μετανάστευση, άμυνα στην πολιτική καταπίεση, ανασυγκρότηση της Αριστεράς κ.ά.). Πολιτικές εξελίξεις όπως η συγκρότηση και άνοδος του Κέντρου ή, δευτερευόντως, οι καραμανλικές προτάσεις «βαθείας τομής» αντανακλούν αυτές τις ανακατατάξεις και σωστά αντιμετωπίζονται σε συνάρτηση με αυτές32 .

Από τη στιγμή, βέβαια, που αποδεχόμαστε αφενός την πρωταρχικότητα των κοινωνικών αγώνων ή τάσεων και αφ' ετέρου την δευτερεύουσα και υποτελή παρουσία και λειτουργία των δημοκρατικών θεσμών (και) στην μεταπολεμική Ελλάδα, αναλαμβάνουμε το βάρος της αποδείξεως σε ένα κρίσιμο πρόβλημα ερώτημα: γιατί η κοινωνική δυναμική, ιδιαίτερα κατά την περίοδο 19631965, εκφράστηκε όχι μόνο - ή όχι τόσο - μέσα από την ΕΔΑ, τον συνδικαλισμό και τις κινητοποιήσεις της νεολαίας, αλλά (τουλάχιστον στην πολιτική σκηνή) μέσα από το Κέντρο και τον «συνταγματισμό»; Το ερώτημα μένει εκκρεμές εν γνώσει του συντάκτη αυτών των γραμμών και απαιτεί μια ιδιαίτερη και ευρεία προσέγγιση, βασισμένη πρωτίστως σε μια θεωρία των σχέσεων εκπροσώπησης, σε μια βαθιά γνώση της ταξικής διαστρωμάτωσης της νεοελληνικής κοινωνίας και των σύστοιχων ιδεολογικών μορφωμάτων, αλλά και στον γεγονοτογραφικό πλούτο που (παρέχεται και) αφορά την δεκαετία του '60. Βέβαια, εκ προοιμίου θα αποκλείαμε βολονταριστικές κατασκευές του τύπου: η αστική τάξη επινόησε το Κέντρο, ώστε να διοχετευθεί στρεβλά σε αυτό το ισχυρό ρεύμα των κοινωνικών αγώνων...

Τέλος, θέμα που θα άξιζε αυτοτελή ανάπτυξη είναι τα αίτια και ο χαρακτήρας της απριλιανής δικτατορίας33 σε συνάρτηση με τον ρόλο του στρατού στον ελληνικό κοινωνικό ιστορικό σχηματισμό. Και εδώ, οι διαθέσιμες απαντήσεις (θεωρία της συνωμοσίας μιας «χούφτας αξιωματικών», θεωρία της υποχθόνιας δράσης των ιμπεριαλιστικών κύκλων, θεωρία της ανεπάρκειας και ανελαστικότητας της Αριστεράς κ.λπ.) κρίνονται αναθεωρήσιμες, με την επιφύλαξη όμως και τη μετριοπάθεια που επιβάλλει η αδυναμία συγκρότησης μιας διάδοχης ερμηνείας και παρουσίασης της στη θέση αυτή. Απλώς, επισημαίνουμε «προγραμματικά» ότι η λύση της στρατιωτικής δικτατορίας, κατά το 1967, σηματοδοτούσε ταυτόχρονα τον (χρόνια και πρωταρχικά) πολιτικό ρόλο του ελληνικού στρατού, την συνεχιζόμενη ατροφία του κοινοβουλευτισμού, την αποτυχία των (όποιων) αστικών «στρατηγικών» αναπροσαρμογής του πολιτικού συστήματος και, ταυτόχρονα, την «ανησυχητική» παρουσία των μαζών στο προσκήνιο, κατά τη φάση της εντατικής εκβιομηχάνισης και του επαναπροσδιορισμού της θέσης της χώρας στον διεθνή (καπιταλιστικό) καταμερισμό εργασίας. Και μια τελευταία γενική παρατήρηση: είναι βέβαιο ότι το ευρύ «εαμικό»ΕΔΑίτικο κοινωνικό δυναμικό ούτε εκφράστηκε μόνιμα και αποτελεσματικά μέσα από το αστικοδημοκρατικό πρόταγμα, ούτε όμως πρόβαλε πειστικά κάποια εναλλακτική πολιτική στοχοθεσία (λ.χ., εμπνευσμένη από την παράδοση του 1941 1949 ή και από τα δεδομένα του λεγόμενου «υπαρκτού σοσιαλισμού»).

Τέλος, η βαθμιαία - και υπό όρους - απομάκρυνση του στρατού από την κυβερνητική εξουσία (πράγμα που δεν ταυτίζεται με τον εν γένει πολιτικό εξουσιαστικό ρόλο του) πρέπει να θεωρηθεί η μεγαλύτερη επιτυχία της Μεταπολίτευσης, ιδίως γιατί προωθήθηκε παράλληλα με την οικοδόμηση ενός κοινοβουλευτικά «υγιούς» πολιτικού και κομματικού συστήματος. Βέβαια, η θεσμική «αποπολιτικοποίηση» του στρατεύματος και το γεγονός ότι, από το 1975 και ως τις μέρες μας, δεν υπήρξαν κινήσεις ή ενδείξεις «νοσταλγών» ή ρεβανσιστών, δεν ισοδυναμεί με κατάργηση του εγγυητικού για το καθεστώς ρόλου του, ούτε ακυρώνει τις εν ευρεία έννοια πολιτικές λειτουργίες του: ο ελληνικός στρατός εξακολουθεί να απολαμβάνει μια ιδιότυπη αυτονομία και ασυλία, να υπερχρηματοδοτείται, να επηρεάζει έμμεσα τις πολιτικές εξελίξεις, να κοινωνικοποιεί μεγάλη μερίδα της νεολαίας κ.λπ., για να μην αναφερθούμε και σε πιο ορατά (δημοσιογραφικώς) στοιχεία «πολιτικοποίησης», όπως η στελέχωση των κομμάτων και της Βουλής και από πρώην στρατιωτικούς, οι «κλαδικές αποστράτων» κ.λπ.

Συνοψίζοντας, ο στρατός, ως αντικείμενο επιστημονικής προσέγγισης, παρουσιάζει ιδιαίτερο ενδιαφέρον, διαρκή επικαιρότητα και δυσχέρειες που οφείλονται εν μέρει στη «φετιχοποίησή» του, αλλά και στην απουσία σοβαρής ερευνητικής υποδομής και προϊστορίας. Απουσιάζει δηλαδή και το αναγκαίο εννοιολογικό corpus, και ένα σύνολο συνθετικών έργων Πολιτικής Ιστορίας που να συνυπολογίζουν (σοβαρά και με συνέπεια) τις ιδιαίτερες πολιτικές διαστάσεις και λειτουργίες του ελληνικού στρατού, ή έστω μια σειρά μονογραφιών που να φωτίζουν επιμέρους κρίσιμα θέματα (λ.χ. εσωτερικές σχέσεις στο στρατόπεδο, σε ορισμένη περιοχή και φάση). Φαίνεται όμως ότι η Μεταπολίτευση δεν στάθηκε (ακόμη) ικανή να ανατρέψει ορισμένα ιστορικά κληροδοτήματα, αναστολές και σκοπιμότητες...

Η'. Αντί επιλόγου: η συγκυρία Όταν χαράσσονταν αυτές οι γραμμές (Φεβρουάριος του 2001) ο σχετικός με τον στρατό πολιτικός και δημοσιογραφικός προβληματισμός αφορούσε κυρίως δύο πτυχές: το ενδεχόμεο μείωσης του χρόνου της θητείας και το ύψος των στρατιωτικών δαπανών. Ακόμη και «μη ανατρεπτικές» πέννες34, έκαναν λόγο για το «χοντρό παιχνίδι» που παιζόταν και παίζεται γύρω από τις προμήθειες, για τις υπέρογκες δαπάνες (που τείνουν ν' αγγίξουν το 6% του Α.Ε.Π. και τις αντίστοιχες των Η.Π.Α.), για το «ξήλωμα» στρατηγών που εμπλέκονται στις σχετικές διαδικασίες, αλλά και για τις αντιρρήσεις μιας μείωσης της θητείας κατά ένα δίμηνο, με το σκεπτικό ότι αυτή θα επιβάρυνε τον σχετικό με την ανεργία οικονομικό δείκτη. Ανακυκλώσεων το ανάγνωσμα...

Ήδη σημειώθηκε ότι η παρουσία και σημασία του στρατού στη χώρα μας παραμένει κομβική, παρά την απομάκρυνση του από την ορατή περιοχή της πολιτικής σκηνής. Η διεθνής συγκυρία συντείνει στο να διεκδικήσει (και) ο ελληνικός στρατός λόγο και ενεργό ρόλο στα γεγονότα και τις διαφαινόμενες προεκτάσεις τους. Στο βαθμό κατά τον οποίο ο άξονας της πολιτικής λειτουργίας και αντιπαράθεσης (και με τη βοήθεια των μέσων ενημέρωσης) θα μετατίθεται από τα δρώμενα στο κεντρικό πολιτικό στερέωμα και τα (άχαρα) παρεπόμενα της οικονομικής πολιτικής στα «εθνικά» και αμυντικά θέματα, η (δεδομένη) απροθυμία των πολιτικών φορέων, των επιστημόνων, των MME και της «κοινής γνώμης» να αντιμετωπίσουν κριτικά (και μεταρρυθμιστικά) τη δομή και λειτουργία του ελληνικού στρατού, θα βρίσκει - ή θα εφευρίσκει - ευλογοφανείς δικαιολογίες. Και αυτό, τηρουμένων των αναλογιών, αποτελεί τελικά «εθνικό κίνδυνο».

1. Πρόκειται για γενική τοποθέτηση πολλών θεωρητικών.Βλ. ενδεικτικά Δημήτρη Χαραλάμπη. Πελατειακές σχέσεις και λαϊκισμός. Η εξωθεσμική συναίνεση στο ελληνικό πολιτικό σύστημα, Αθήνα 1989. σς. 21920 και 26364. Ορισμένες διαστάσεις αυτής της μετάθεσης παρουσιάζουν οι Χριστ. Βερναρδάκης και Γ. Μαύρης. «Οι ταξικοί αγώνες στη μεταπολίτευση. Μέρος πρώτο. Η μεταπολιτευτική τομή ως διαδικασία ταξικής πάλης...», θέσεις, τ. 14, ιδίως σς. 5859.

2. Πρβλ. Ακη Γαβριηλίδη, «Η συνέχιση του Εμφυλίου με άλλα μέσα», θέσεις, τ. 7071. ιδίως τ. 70, σ. 13 επόμ.

3. Σήμερα ξεμείναμε από τέτοια «εγερτήρια». Όμως - αναδρομικά έστω - για τις τάσεις διαμόρφωσης μιας κοινής γραμμής του «ελληνισμού» έναντι της Ευρώπης και του κόσμου και για την ομογενοποίηση των στάσεων έναντι της κινητικότητας στα Βαλκάνια (με επίκεντρο το «μακεδόνικο») πρβλ. κριτική του Δαμ. Παπαδημητρόπουλου. στον Πολίτη του Οκτωβρίου 1991, σς. 915 και Χρ. Τυροβούζη «Για την ιστορική διάσταση του Μακεδόνικου», στις θέσεις, τ. 27, σς. 87 επομ.

4. Αυτό δεν είναι, πάντως, αποτέλεσμα συγκροτημένων στρατηγικών ή κάποιας βολονταριστικής - συνειδητής παρέμβασης μιας αστικής τάξηςσυλλογικού υποκειμένου. Ούτε αποτελεί, εξάλλου, «ερμηνεία» γύρω από τη δομή και λειτουργία του στρατού στην Ελλάδα.

5. Πολλοί, βέβαια, αποδέχονται ιδεολογικά τον στρατό επειδή έχουν κιόλας διαμορφώσει θετική προδιάθεση ή στάση κάτω από την επενέργεια των άλλων φορέων κοινωνικοποίησης ή λόγω της κοινωνικής τους προέλευσης, της αποδοχής «επαγγελματικών» στερεοτύπων κ.λπ. Επίσης, συναίνεση, στα πλαίσια του στρατού, παράγουν και άλλοι μηχανισμοί: η τοποθέτηση σε «καλό» Όπλο ή Σώμα (λ.χ. Αεροπορία ή Διαβιβάσεις, έναντι των Τεθωρακισμένων), η διαφοροποίηση εφέδρων υπαξιωματικών στρατιωτών, η διάκριση «παλιών» και «νέων» στρατιωτών, η αντιδιαστολή «κακών» οπλιτών - που τιμωρούνται - και «καλών» ή «έμπιστων» (που αμείβονται ηθιχά). οι διακρίσεις ως προς τα καθήκοντα ή τη χορήγηση αδειών, η έντεχνη αξιοποίηση ηθικοϊδεολογικών ροπών προς την συνοχή πειθαρχία υποταγή κ.λπ. Η προσέγγιση αυτών των διαδικασιών απάδει ίσως προς την δομοκρατική παράδοση του μαρξισμού, είναι όμως αναγκαία και αποκαλυπτική.

6. Εκτός των άλλων, και τα θύματα των συχνών ατυχημάτων στην Πολεμική Αεροπορία συμπληρώνουν μια αιμάτινη αλυσίδα που προβλέπεται ατέλειωτη. Το αίτημα για συγκρότηση επιτροπής που θα ερευνήσει τα αίτια του ενός ή tod άλλου ατυχήματος (προδιαγεγραμμένο και φαρισαϊκό στα πλαίσια της στρατιωτικής ιεραρχίας, ανεκπλήρωτο σε επίπεδο πολιτειακών οργάνων), στην ουσία αποτελεί εκδήλωση ασέβειας προς τη μνήμη - και τις οικογένειες - των θυμάτων.

7. Μεταξύ των εκδοχών του νομικού θετικισμού στη χώρα μας, σημειώνουμε τη νεότερη, θεωρητικά μαρξιστικά ενήμερη και ιδεολογικοπολιτικά προωθημένη, τάση που εκφράζει, μεταπολιτευτικά, ο Αριστόβουλος Μάνεσης. Σχετικά με την προβληματική που μας απασχολεί εδώ, βλ. κυρίως Αρ. Ι. Μάνεση Συνταγματικό Δίκαιο, Ι, Θεσσαλονίκη 1980. σς. 27 επομ., 5055. 6774 και 101107. Επίσης, του ίδιου Αι εγγυήσεις τηρήσεως του Συντάγματος. Ι, θες νίκη 1956, σς. 217234.

8. Πρβλ. συνοπτική παρουσίαση της παννομικίστικης προβληματικής (Laband, Jellinek κ.ά.) στη μελέτη του Ανδρέα Τάκη, «Απονομή δικαίου και νομικός φιλελευθερισμός», που περιέχεται στο συλλογικό έργο Νεοφιλελευθερισμός, και Δίκαιο - Μια κριτική προσέγγιση (επιμ. θ. Κ. Παπαχρήστου). ΑθήναKo μοτινή 1991, σ. 132.

9. Βλ. Χρ. Τυροβούζη, Βιβλιοκριτική στο έργο του Δημ. Χαραλάμπη Πελατειακές σχέσεις και λαϊκισμός..,ο.π., στο περιοδικό θέσεις, τ. 34, σς. 99105.

10. Η προβληματική μας έχει ως βασική υπόθεση εργασίας τη θέση ότι η σύλληψη των οικονομικών, πολιτικών και ιδεολογικών σχέσεων ή αντιφάσεων ως αυστηρά νομικών (και ειδικότερα ποινικών), φανερώνει βαθύτερους υπερπροσδιορισμούς από την κυρίαρχη (αστική) ιδεολογία. Πρβλ. κριτική του Γιάννη Μηλιού και της Αντιγόνης Μαυρομάτη. «Πολιτική εξουσία, δίκαιο και κρατική καταστολή», στις θέσεις,τ. 18, ιδίως σς. 69 και 1113.

11. Από τους γνωστούς συνταγματολόγους, μόνον ο Νίκος Αλιβιζάτος ασχολείται συστηματικά με την συνταγματική νομική θέση των στρατευμένων, στο βιβλίο του Η συνταγματική θέση των ενόπλων δυνάμεων. Π. Δικαιώματα και υποχρεώσεις των στρατιωτικών.

12. Άρθρο 4§6 (υποχρέωση όλων των Ελλήνων, που είναι σε θέση να φέρουν όπλα, να συντελούν στην άμυνα, σύμφωνα με τους σχετικούς νόμους), άρθρο 8 (νόμιμος δικαστής για όλους - απαγόρευση της σύστασης δικαστικών επιτροπών και εκτάκτων δικαστηρίων), άρθρο 87 §1 και 2 (απονομή της δικαιοσύνης από δικαστήρια συγκροτούμενα από τακτικούς, οργανικά και λειτουργικά ανεξάρτητους δικαστές, οι οποίοι εφαρμόζουν το Σύνταγμα και τους κοινούς νόμους που συνάδουν προς αυτό) και άρθρο 93 (δημοσιότητα των συνεδριάσεων, αιτιολόγηση των δικαστικών αποφάσεων και μη εφαρμογή των αντισυνταγματικών διατάξεων). Βέβαια, το άρθρο 96 §4 ορίζει ότι «ειδικοί νόμοι ρυθμίζουν την οργάνωση και. λειτουργία των στρατοδικείων, ναυτοδικείων και αεροδικείων», στη συνέχεια όμως η διάταξη του 96 §5 επιβάλλει λειτουργική και προσωπική ανεξαρτησία, δημοσιότητα κ.λπ. Επομένως το αυταρχικόσυνοπτικό πρότυπο το οποίο ενσαρκώνουν τα ελληνικά στρατοδικεία δεν βρίσκει έρεισμα στο Σύνταγμα.

13. Η φύση του παρόντος κειμένου δεν επιτρέπει εκτενή παράθεση σχετικών εμπειριών μαρτυριών. Τέτοιες εκτίθενται βέβαια σποραδικά στον Τύπο, έχουν όμως μικρή εμβέλεια (ως προς τη δυνατότητα διαμόρφωσης κοινωνικής συνείδησης και άρθρωσης κριτικού πολιτικού λόγου) κυρίως γιατί έχουν αυτολογοκριθεί ή διαμεσολαβηθεί από τον αρμόδιο συντάκτη και αφορούν ελάχιστες Μονάδες και ειδικές εμπειρίες, οπότε, παρουσιαζόμενες σε επιστολές διαμαρτυρίας, υπάρχει διαρκώς ο κίνδυνος να προσληφθούν ως εκφράσεις «εξαιρέσεων του κανόνα» (που θα είναι, προφανώς, η ομαλή και ειρηνική ροή της καθημερινότητας στα στρατόπεδα).

14. Πρβλ. προηγούμενη σημείωση 11. Επίσης. Αδάμ Παπαδάκη «Πόσο αναγκαία είναι η μεταρρύθμιση του στρατιωτικού ποινικού δικαίου», εφημ. Απόπειρα, φύλλο 4 91.

15. Βέβαια, είναι σχεδόν αδύνατο να τεκμηριωθεί αυτή η θέση με έγγραφα κ.λπ. Εμπειρίες και πληροφορίες είναι δυνατόν να κατατεθούν εν αφθονία. Εξάλλου - για να θυμηθούμε και τη γλώσσα των οικονομολόγων - τα διδάγματα κοινής πείρας δεν χρήζουν αποδείξεως...

* Αυτά, με την επιφύλαξη ότι. κατά τα τελευταία δύο χρόνια, ορισμένες μεταρρυθμίσεις ενδέχεται να λειτούργησαν σε θετική κατεύθυνση. Πληροφορίες, ωστόσο, που θέλουν βουλευτές του κυβερνώντος κόμματος να διαμαρτύρονται για την... ανελαστικότητα (ήδη αποπεμφθεντος) Αρχηγού σε θέματα μεταθέσεων κ.λπ. ελέγχονται ως ανακριβείς...

16. Πρβλ. σχετικά Αρ. Μάνεση, ο.π. και Συνταγματικό Δίκαιο.., ο.π., σς. 15, 69 επ., 75 επ., 91επ., 16βεπ. Βέβαια η επιχειρηματολογία (και) του Μάνεση αφορά κυρίως την αντιδιαστολή θετικού δικαίου και συστημάτων κανόνων συμπεριφοράς, ενώ η προβληματική αυτού του κειμένου είναι αρκετά διαφορετική. Δεν αμφισβητεί δηλαδή ότι η αρχή της νομιμότητας ή του κράτους δικαίου αποτελεί προοδευτική κατάκτηση (αντιπαραβαλλόμενη φυσικά προς τα δεδομένα του τέλους της φεουδαρχίας και όχι προς κάποια ανεύρετα - σοσιαλιστικά ή άλλως πως οριζόμενα προτάγματα) ούτε και την εμπειρική κοινωνιολογική διαπίστωση ότι το δίκαιο - δια των κατασταλτικών μηχανισμών του κράτους - συνήθως εφαρμόζεται. Οι επιφυλάξεις (και προτάσεις) του γράφοντος συνοψίζονται στα ακόλουθα: α) οι νομικοί κανόνες, ιδίως σε υποσυστήματα κοινωνικών σχέσεων όπως ο στρατός, συνυπάρχουν και διαπλέκονται με μια σειρά από καθιερωμένες πρακτικές, ανελαστικά ιδεολογήματα, προσωπικές τακτικές, ad hoc επιλογές κ.λπ.. πράγμα που σχετικοποιεί όχι μόνον την πρωτοκαθεδρία του δικαίου ως κανονιστικού οργάνου, αλλά και την ιεραρχική διάρθρωση των πηγών του δικαίου (επ' αυτού, θα ήταν χρήσιμο να προσεγγίσει κανείς την περί Συντάγματος αντίληψη πολλών στρατιωτικών...)· β) ιδίως στον στρατό, το νομικό πλαίσιο έχει, κατά βάση, αντανακλαστικό και παρακολουθηματικό χαρακτήρα (λ.χ., οι διατάξεις των Στρατιωτικών Κανονισμών που αφορούν την πειθαρχία, τις ιεραρχικές σχέσεις ή την διαδικασία «αναφοράς παραπόνου», απλώς «νομικοποιούν» πρακτικές και νοοτροπίες δεκαετιών) και. επιπλέον, αδυνατεί να λειτουργήσει εγγυητικά για τους «διοικούμενους» (αντισυνταγματικές διατάξεις της κοινής στρατιωτικής νομοθεσίας και αναιρέσεις θεμελιωδών δικαιωμάτων στην πράξη, κενά δικαίου, πελατειακού τύπου πρακτικές κ.λπ.), και γ) η χωρίς επιφυλάξεις και αποχρώσεις προβολή των στερεοτύπων του νομικού θετικισμού (ακαταγώνιστο της νομικής ρύθμισης, υπεροχή του συνταγματικού κανόνα, φυσιολογική υπαγωγή του στρατού στην έννομη τάξη κ.λπ.), ιδίως όταν αποδεσμεύεται από τα δεδομένα της κοινωνικής εμπειρίας, έχει μια κρίσιμη πολιτικοιδεολογική συνέπεια: τείνει στη συγκάλυψη των σχέσεων κυριαρχίας και εκμετάλλευσης.

17.. Βλ. τις ενδιαφέρουσες σχετικές αναλύσεις που περιέχονται στο συλλογικό Νεοφιλελευθερισμός και Δίκαιο..., όπ. π.

18.. Αντιπροσωπευτικά τα έργα του Δημ. Χαραλάμπη (ο.π. και Στρατός και πολιτική εξουσία. Η δομή της εξουσίας στη μετεμφυλιακή Ελλάδα, Αθήνα 1985) και - μόνο για τον μεσοπόλεμο - του Αλκή Ρήγου, Η Β' Ελληνική Δημοκρατία. Κοινωνικές διαστάσεις της πολιτικής σκηνής, Αθήνα 1988 (ιδίως σς. 271 επόμ.Χ

19.. Τέτοιες αναφορές επιχειρεί ο Ρήγος, ο.π. σς. 17172. 277 και ο Νίκος Ψυρούκης, Ιστορία της σύγχρονης Ελλάδας, 19401967, Β', Ε' έκδοση, Αθήνα 1983. σς. 9192 και 117.

20.. Η περίπτωση της Γιουγκοσλαβίας, όπου ο στρατός που υπακούει στην κεντρική ομοσπονδιακή κυβέρνηση (και ελέχγεται από το σερβικό στοιχείο) επιχειρεί - από τα τέλη του 1991 - να διατηρήσει δια της βίας μια εκδοχή «πολυεθνικής» ομοσπονδίας, εμπλουτίζει την τυπολογία ή περιπτωσιολογία των λειτουργιών του στρατού.

21.. Η τελευταία έκφραση αποτελεί κεντρικό μοτίβο στο έργο του Δημ. Χαραλάμπη, Πελατειακές σχέσεις ο. π.

22.. Τον όρο χρησιμοποιεί ο Νίκος Αλιβιζάτος, Οι πολιτικοί θεσμοί σε κρίση, I9221974. Όψεις της ελληνικής εμπειρίας, Αθήνα 1983, σ. 156.

23.. Για τους σαφείς προσανατολισμούς (και) του βενιζελικού χώρου προς αντιλήψεις και θεσμικές προτάσεις αναιρετικές του κοινοβουλευτισμού, ιδίως κατά τις αρχές της δεκαετίας του '30, βλ., αντί πολλών, Α. Ρήγου, ο.π., σς. 309 επομ. και σημείωση 26. Για ορισμένες ιδεολογικοποιήσεις αυτής της αντικειμενικής πολιτικής τάσης προς τον εθνικιστικό αντικοινοβουλευτικό κρατισμό πρβλ. Κώστα Βεργόπουλου, Εθνισμός και οικονομική ανάπτυξη, Αθήνα 1978. σς. 13754 και σημειώσεις. Για τις αντίστοιχες τάσεις μετά τον Β' Παγκόσμιο πόλεμο βλ, ενδεικτικά, Ν. Ψυρούκη, ο.π., σς. 88 επομ. και για την έμπρακτη θεσμοθετημένη αμφισβήτηση της συνταγματικής δημοκρατικής ιδεολογίας. Ν. Αλιβιζάτου, ο.π.. σς 139 επομ. και 451 επομ. Πρβλ. και Δ. Χαραλάμπη. Πελατειακές σχέσεις..., ο.π.. σς. 201 επομ.. ο οποίος, σχολιάζοντας τις καραμανλικές «προτάσεις της βαθείας τομής εις το Σύνταγμα» και τις σύστοιχες εξελίξεις, δέχεται - επιτέλους - ότι «θέμα περιορισμού των ελευθεριών δεν τίθεται σε σύγκριση με τις υπάρχουσες συνθήκες, εφόσον η παρασυνταγματική ρύθμιση της καταστρατήγησης των ελευθεριών τις καταργούσε ως τέτοιες. Το θέμα τίθεται μόνο σε σύγκριση με θεωρητικές - ιδεατές συνθήκες κοινοβουλευτικού συστήματος και θεσμικών εγγυήσεων των ελευθεριών, ή τουλάχιστον σε σχέση προς δυνάμει ρυθμιστικές δυνατότητες, οι οποίες όμως δεν αναφέρονται στη συγκεκριμένη συγκυρία ισορροπίας δυνάμεων που ίσχυε εκείνη την περίοδο...», (σς. 20910). Επομένως: α) υπάρχει διαρκώς θέμα συσχετισμού δυνάμεων, που προηγείται σε σχέση με τις κινήσεις στο πεδίο των «ελευθεριών», β) γιατί πρέπει να αντιπαραβάλουμε την ιστορική πολιτική συγκυρία προς «θεωρητικές ιδεατές συνθήκες»; γ) μήπως αυτό που προσδιορίζει τις «ελευθερίες» (ή, καλύτερα, τη ροή των πολιτικώνεξουσιαστικών σχέσεων) δεν είναι, πρωτίστως, η «παρασυνταγματική» (ή και «συνταγματική») ρύθμιση τους;

24.. Άποψη του Ρήγου, ο.π., σς. 27879. ο οποίος ερμηνεύει με αυτόν τον τρόπο τις κρατικιστικές συγκεντρωτικές τάσεις, φρονώντας ότι, γύρω στα 1929 που ψηφίστηκε το «ιδιώνυμο», δεν υπήρχε όξυνση της ταξικής πάλης...

25.. Αναφερόμαστε κυρίως στον προβληματισμό του Δημ. Χαραλάμπη. Πρβλ. όμως προκαταρκτικές παρατηρήσεις του Αρ. Μάνεση, στο κείμενο του «Το πολιτικό "είναι" και το θεσμικό "δέον"», εφημ. Το Βήμα, 10.11.1991 (Πρόλογος στο βιβλίο του Γ. Σωτηρέλη Σύνταγμα και εκλογές στην Ελλάδα, 18641909. Αθήνα 1991). οι οποίες - αν και αφορούν παλιότερη ιστορική περίοδο - πρέπει να προσεχθούν, στο βαθμό που θέτουν σε αμφισβήτηση τα στερεότυπα περί «επείσακτων» θεσμών, ειδικής ελληνικής παθογένειας ως προς την εμπέδωση του κοινοβουλευτισμού, αναντιστοιχίας μεταξύ νομικοπολιτικού εποικοδομήματος και κοινωνικοοικονομικής στάθμης ή ανάπτυξης κ.λπ.

26.. Δημ. Χαραλάμπη, ο.π., σ. 151.

27.. Στο θέμα αυτό, ωστόσο, χωρεί κάποια επιφύλαξη: η σύλληψη της αστικής τάξης ως συνόλου μερίδων υποκειμένων. τα οποία βούλονται και βουλεύονται, χαράζουν ή συγκεράζουν στρατηγικές, συνδέονται προνομιακά με κάποιο από τα κέντρα του κράτους, συμμαχούν μεταξύ τους ή διαφοροποιούνται κ.λπ.. στο βαθμό που δεν είναι ελέγξιμη εμπειρικά, εμφανίζεται ως μία (ενδιαφέρουσα μεν. αλλά σχηματική) λογική κατασκευή. Υπονοείται το βασικό ερμηνευτικό σχήμα του Νίκου Πουλαντζά (εθνική και μεταπρατική αστική τάξη στην Ελλάδα της δεκαετίας του '60) στην Κρίση των δικτατοριών. Ισπανία. Ελλάδα, Πορτογαλία. Αθήνα 1975.

28.. Η έννοια «επαναστατική κατάσταση» δεν έχει εδώ οποιαδήποτε αξιολογική ιδεολογική χροιά, αλλά σημαίνει αδυναμία ή διακινδύνευση της κυριαρχίας και ύπαρξη όρων ικανών να προωθήσουν την κυριαρχία ηγεμονία ενός αντιπάλου κοινωνικοπολιτικού συνασπισμού εξουσίας.

29.. Τους κοινωνικούς αγώνες της μετεμφυλιακής περιόδου και την αντανάκλαση τους στο πεδίο των πολιτικών σχέσεων και θεσμών παρουσιάζουν πειστικά οι Χριστ. Βερναδάκης και Γ. Μαύρης στο βιβλίο τους Κόμματα και κοινωνικές συμμαχίες στην προδικτατορική Ελλάδα. Οι προϋποθέσεις της μεταπολίτευσης, Αθήνα 1991. Το λιγότερο που επιτυγχάνουν οι δύο αυτοί συγγραφείς είναι η αποφυγή της ταύτισης πολιτικού οργανωτικού και κοινωνικού, σε αντίθεση με τον Δημ. Χαραλαμπάκη. ο οποίος θεωρεί την αδύναμη «μαχητική» παρουσία του ΚΚΕ στην Αθήνα, μετά τον Αύγουστο του 1949, (οι περίφημοι ασύρματοι, πυροδοτικοί μηχανισμοί κ.λπ.) ισοδύναμη με κάποια κοινωνική περιθωριοποίηση του «εαμικού» χώρου (ο.π., σ. 153).

30.. Αναφερόμαστε στο συνταγματικό «κενό» της περιόδου ως το 1952, στη διαρκή προσφυγή σε Αναγκαστικούς Νόμους κ.λπ., στη διαρκή καταστρατήγηση των ατομικών και πολιτικών ελευθεριών (εκτοπίσεις, βασανιστήρια, «πιστοποιητικό κοινωνικών φρονημάτων») και. γενικότερα, στις πολλαπλές αναιρέσεις του φιλελευθερισμού, του κράτους δικαίου και του κοινοβουλευτισμού, τις οποίες αναπτύσσει διεξοδικά ο Ν. Αλιβιζάτος, ο.π., σ. 157 επ. και 451523.

31.. Σχετικά στοιχεία και αναπτύξεις δίνει ο Γιάννης Μηλιός. Ο ελληνικός κοινωνικός σχηματισμός. Από τον επεκτατισμό στην καπιταλιστική ανάπτυξη, Αθήνα 1988, ιδίως σς. 315 επομ.

32.. Βερναρδάκη Μαυρή. ο.π.. ιδίως σ. 165. Επίσης. Δημ. Χαραλάμπη, ο.π.. σ. 20 επόμ.

33.. Βλ., μεταξύ πολλών. Νίκου Ψυρουκη, Ιστορία της σύγχρονης Ελλάδας. 19401974, Αθήνα 1983 (ολόκληρο τον τέταρτο τόμο) και Ν. Αλιβιζάτου, ο.π., σς. 273338 και 60172.

34.. Βλ. Εντελώς ενδεικτικά, κεντρικό σχόλιο και ρεπορτάζ της Ελευθεροτυπίας (522001 και 2022001) και εφημ. Το Ποντίκι, 15201 και 22201.

 
< Προηγ.   Επόμ. >
Θέσεις, τριμηνιαία επιθεώρηση, 37ο έτος (1982-2019), εκδόσεις Νήσος, (Σαρρή 14, 10553, Αθήνα, τηλ-fax: 210-3250058)
Το περιεχόμενο διατίθεται ελεύθερα για μη εμπορικούς σκοπούς, υπό τον όρο της παραπομπής στην αρχική του πηγή