Παγκοσμιοποίηση των ροών εργασίας; Εκτύπωση
Τεύχος 77, περίοδος: Οκτώβριος - Δεκέμβριος 2001


ΠΑΓΚΟΣΜΙΟΠΟΙΗΣΗ ΤΩΝ ΡΟΩΝ ΕΡΓΑΣΙΑΣ;
του Θοδωρή Πελαγίδη

Εισαγωγή

Ο συντελεστής παραγωγής «εργασία» είναι, ασφαλώς, κόντρα στο συρμό της εποχής, από τη φύση του, ο λιγότερος ευέλικτος --όσον αφορά την κινητικότητα-- παραγωγικός συντελεστής. Είναι γεγονός ότι τα κεφάλαια μπορούν πολύ ευκολότερα είτε να επενδυθούν παραγωγικά είτε να τοποθετηθούν σε «επενδύσεις» χαρτοφυλακίου διεθνώς. Η μετακίνηση του εργατικού δυναμικού είναι, όμως, περισσότερο δύσκολη και περίπλοκη υπόθεση. Και αυτό όχι μόνο γιατί στο σημερινό κόσμο, τα νομικά ή θεσμικά εμπόδια και οι πολιτισμικές διαφορές εξακολουθούν να είναι εξαιρετικά σημαντικοί παράγοντες που ουδόλως διευκολύνουν τη μετεγκατάσταση και την απαιτούμενη ουσιαστική προσαρμογή των εργαζομένων σε νέο περιβάλλον. Αν και η εργασία συνιστά προϊόν «αναλώσιμο» είναι πρακτικώς αδύνατο ο εργαζόμενος να μετακινείται τακτικά, αυτός και η οικογένειά του, εκεί που του «υπαγορεύουν» οι οικονομικές συνθήκες και, ειδικότερα, η άριστη κατανομή των πόρων.

Παρά τις περιοριστικές αυτές συνθήκες, εφόσον αληθεύει η θεωρία της παγκοσμιοποίησης, δηλαδή εφόσον η διεθνής οικονομία είναι σε σημαντικό βαθμό ολοκληρωμένη (integrated), θα πρέπει να διαπιστώνονται τα εξής:

α) το οριακό προϊόν της εργασίας, και ο πραγματικός μισθός, τόσο στην ημεδαπή όσο και στην αλλοδαπή να είναι ίσο, β) ο αριθμός των μετακινούμενων εργαζόμενων να είναι ιδιαίτερα υψηλός ώστε να εκπληρούται η παραπάνω συνθήκη. Τόσο υψηλός, όσο τουλάχιστον στο παρελθόν, στην προηγούμενη περίοδο της παγκοσμιοποίησης, στα τέλη του 19ου – αρχές του 20ου αιώνα, όπου η μετακίνηση τεραστίου αριθμού μεταναστών προς το λεγόμενο «νέο κόσμο» επέδρασε, όπως θα διαπιστωθεί παρακάτω, καταλυτικά στη σύγκλιση των πραγματικών μισθών.

Ξεκινώντας από την πρώτη διαπίστωση, υποθέτουμε ότι η διακίνηση των εργαζομένων είναι ελεύθερη μεταξύ δύο χωρών, της ημεδαπής και της αλλοδαπής. Στην τελευταία, υποθέτουμε ότι η εργασία είναι ο παραγωγικός συντελεστής σε σπανιότητα, ενώ στην ημεδαπή συμβαίνει το αντίθετο με την εργασία να είναι ο παραγωγικός συντελεστής σε αφθονία και γι' αυτό το οριακό προϊόν της εργασίας και ο πραγματικός μισθός είναι χαμηλότερα από ό,τι στην αλλοδαπή. Εφόσον η κινητικότητα των εργαζομένων είναι πλήρως ανεμπόδιστη και ελεύθερη, η μετακίνηση εργαζομένων προς την αλλοδαπή θα λάβει μέρος έως ότου οι πραγματικοί μισθοί εξισωθούν και το οριακό προϊόν της εργασίας εξισωθεί και στις δύο χώρες. [2] Βέβαια, στην πραγματικότητα οι προϋποθέσεις που τίθενται για να συμβεί κάτι τέτοιο δεν πληρούνται, καθώς η τεχνολογία --μπορεί να-- είναι διαφορετική σε κάθε χώρα (συνέπεια της ατελούς κινητικότητας των κεφαλαιακών ροών), η εμπορική ολοκλήρωση ανεπαρκής οπότε και το διεθνές εμπόριο να μη λειτουργεί συμπληρωματικά ως υποκατάστατο της κινητικότητας [3] των συντελεστών παραγωγής, ή στο διεθνή καταμερισμό της εργασίας να μη «λειτουργεί» το «σχετικό συγκριτικό πλεονέκτημα» αν οι λόγοι ανειδίκευτης/ειδικευμένης ή/και κεφαλαίου/εργασίας είναι ριζικά διαφορετικοί.

Όμως, παρά τους περιορισμούς που θέτει η οικονομική πραγματικότητα θα πρέπει, τουλάχιστον, να παρατηρείται ισχυρή τάση σύγκλισης των τιμών των παραγωγικών συντελεστών διεθνώς, εφόσον η διεθνής οικονομία βαίνει προς υψηλότερους βαθμούς ολοκλήρωσης. Ακόμη κι αν υπάρχουν προβλήματα και εμπόδια στην εμπορική ή στην κεφαλαιακή ολοκλήρωση, μια ενδεχόμενη αυξημένη κινητικότητα του παραγωγικού συντελεστή εργασία θα πρέπει λογικά να συντελεί στη σύγκλιση των πραγματικών μισθών διεθνώς. Άλλωστε, κάτι τέτοιο είχε συμβεί στη λεγόμενη πρώτη περίοδο της παγκοσμιοποίησης στα τέλη του 19ου αιώνα. Συνάγεται, λοιπόν, ότι το οριακό προϊόν της εργασίας πρέπει να είναι ίσο ή να τείνει να είναι ίσο εφόσον η κινητικότητα της εργασίας διεθνώς είναι υψηλή, δηλαδή, μ' άλλα λόγια, εφόσον η μετανάστευση εργατικού δυναμικού είναι και συνεχής και, ιδιαίτερα, ποσοτικώς σημαντική.

Μια ενδεχόμενη, λοιπόν, αυξημένη μεταναστευτική ροή θα πρέπει να έχει συγκεκριμένες επιπτώσεις στη σύγκλιση των μισθών διεθνώς [4] , αλλά και αντίστροφα, ενδείξεις μιας τέτοιας σύγκλισης θα πρέπει να «επιβεβαιώνονται» από ισχυρές μεταναστευτικές ροές. Το παράδειγμα της διεθνούς οικονομίας στα τέλη του 19ου αιώνα επιβεβαιώνει και καταδεικνύει με τον καλύτερο τρόπο την παραπάνω συσχέτιση.

1. Παγκοσμιοποίηση και σύγκλιση μισθών

Οι περίοδοι 1850-1914 και 1914-1950 συγκεντρώνουν τα βασικά χαρακτηριστικά δύο εξαιρετικά διαφορετικών τρόπων οργάνωσης του διεθνούς οικονομικού συστήματος. Η μεν πρώτη περίοδος χαρακτηρίζεται από ισχυρές εμπορικές, κεφαλαιακές και εργασιακές ροές ανάμεσα στον «παλιό κόσμο», δηλαδή την Ευρώπη, και τον «νέο κόσμο», αποτελούμενο από τις ΗΠΑ, την Ωκεανία και κομμάτι της Λατινικής Αμερικής. Η δε δεύτερη περίοδος χαρακτηρίζεται, αντιθέτως, από την επιστροφή στις εγχώριες οικονομικές προτεραιότητες, η οποία επιστροφή συνοδεύεται από εντυπωσιακή οπισθοχώρηση των διεθνών ροών. Βέβαια, υπάρχουν συγγραφείς που υποστηρίζουν ότι η διαδικασία αυτή της παγκοσμιοποίησης έχει ξεκινήσει πολύ πριν το 1850-60. Ο Neal (1985, 1987) αναφέρει ότι οι επιμέρους ανεπτυγμένες αγορές εκείνης της «εποχής», όπως του Λονδίνου και του Άμστερνταμ ιδιαίτερα, αλλά και γενικότερα οι περισσότερες ευρωπαϊκές αγορές, ήταν ήδη ολοκληρωμένες από τα μέσα του 18ου αιώνα. Διαπιστώνει ότι οι μέσες διαφορές των επιπέδων τιμών ανάμεσα σε παρόμοια ή υποκατάστατα αγαθά ή χρηματοοικονομικά προϊόντα (securities) βρίσκονταν στα ίδια –χαμηλά-- επίπεδα μέχρι τις αρχές του 20ου αιώνα (1907). Ο Bodenhorn (1992), μάλιστα, υποστηρίζει ότι οι αμερικάνικες κεφαλαιαγορές κατά την προ-εμφυλιακή περίοδο (antebellum) 1831-1860, ήταν περισσότερο ολοκληρωμένες από ότι ήταν στα τέλη του 19ου - αρχές 20ου (postbellum era) [5] .

Ας δούμε, όμως, ποια ήταν η κατάσταση στα τέλη του 19ου αιώνα και, κυρίως, τι ρόλο διαδραμάτισαν στις εξελίξεις οι διευρυμένες μεταναστευτικές ροές, ιδίως στις τιμές των παραγωγικών συντελεστών, στη σύγκλιση των μισθών και επομένως στην οικονομική ολοκλήρωση. Σύμφωνα, λοιπόν, με τον Williamson (1998), 60% περίπου της σύγκλισης των πραγματικών μισθών στον «παλιό» και στο «νέο» κόσμο κατά την περίοδο 1870-1900, εξηγείται από την «κατάρρευση» των μισθιακών διαφορών μεταξύ των δύο «κόσμων». Σύγκλιση, επίσης, επήλθε, αν και σε μικρότερο βαθμό, και στα μεγέθη «ΑΕΠ κατά κεφαλήν» και «ΑΕΠ ανά εργαζόμενο». Οι εξελίξεις αυτές σχετικά εύκολα θα μπορούσαν να εξηγηθούν από τις μεταναστευτικές κινήσεις της εποχής, αν αυτές αποδεικνύονταν ότι είναι ισχυρές. Πράγματι, σύμφωνα με το θεώρημα των Heckscher-Ohlin (H-O), η ολοκλήρωση των αγορών θα πρέπει να οδηγεί στη σύγκλιση των τιμών των συντελεστών παραγωγής, καθώς οι χώρες εξειδικεύονται και εξάγουν αγαθά χρησιμοποιώντας εντατικά τον παραγωγικό συντελεστή σε αφθονία (in abundance). Με παρόμοιο τρόπο δρουν και οι μεταναστευτικές ροές. Κι αυτό διότι, μεταφερόμενος ο παραγωγικός συντελεστής εργασία με άμεσο τρόπο από τη χώρα όπου βρίσκεται σε αφθονία στη χώρα όπου βρίσκεται, αντιθέτως, σε σπανιότητα, το γεγονός αυτό έχει ως αποτέλεσμα την αύξηση της προσφοράς εργασίας στη χώρα που σπανίζει οδηγώντας στην πτώση του μέσου μισθού στη χώρα αυτή, ενώ αντιθέτως, οδηγεί στην αύξηση του μισθού στη χώρα «προέλευσης» αφού η προσφορά εργατικού δυναμικού μειώνεται. Η τάση αυτή σημειώθηκε πράγματι, σύμφωνα με όλα τα στοιχεία και τις διαθέσιμες έρευνες, ανάμεσα στον «νέο» και στον «παλιό» κόσμο στην εποχή τέλη 19ου - αρχές 20ου αιώνα, ενισχυμένη βεβαίως και από την κατακόρυφη αύξηση του διεθνούς εμπορίου την εποχή εκείνη --όπως πράγματι διδάσκει το θεώρημα H-O, αλλά και από τις ιδιαίτερα αυξημένες κινήσεις κεφαλαίων (Collins and Williamson, 1999). Έτσι, οι φτωχότερες ευρωπαϊκές χώρες της εποχής, δηλαδή ο Σκανδιναβικός βορράς κυρίως, είχαν τις υψηλότερες μεταναστευτικές ροές προς τις πλουσιότερες χώρες του «νέου κόσμου» [6], αλλά και αντιστρόφως, οι πλουσιότερες χώρες του «νέου κόσμου» (ΗΠΑ) δέχθηκαν τους περισσότερους μετανάστες, παρά οι λιγότερο ανεπτυγμένες της Λατινικής Αμερικής. Έτσι, σύμφωνα με όλη τη διαθέσιμη βιβλιογραφία (Taylor and Williamson, 1994b. Williamson, 1996a. 1996b. O'Rourke, Taylor and Williamson, 1996. Williamson, 1998. O'Rourke and Williamson, 1999), και όσον αφορά την ιδιαίτερη συμβολή της μετανάστευσης, η τελευταία, πρέπει να τονιστεί ότι ήταν παράγοντας εξαιρετικά καθοριστικός. Ο πληθυσμός των τεσσάρων χωρών που μνημονεύονται στον πίνακα 1 παρακάτω, αυξήθηκε κατά 49% (Williamson, 1998), μειώνοντας κατά 22% τον πληθυσμό στις χώρες προέλευσης στην Ευρώπη (8 χώρες στον πίνακα 1).

Πίνακας 1

Σχετικές οικονομικές επιδόσεις της ευρωπαϊκής περιφέρειας στα τέλη του 19ου αιώνα: Αύξηση ανά έτος (%)

Χώρες Πραγμ. μισθός ανά εργαζόμενο 1870-13

Wage/rental ratio 1870-1910

Πραγμ. ΑΕΠ κατά κεφαλή 1870-13

Πραγμ. ΑΕΠ ανά ώρα εργα-σίας1870-13

Επίπτωση* μετ/σης 1870-13 στο εργ.δυν.(%)

Ευρωπαϊκή περιφέρεια

Δανία 2,63

2,85

1,57

1,90

-14

Φινλανδία -

-

1,44

1,80

-

Νορβηγία 2,43

-

1,31

1,65

-24

Σουηδία 2,73

2,45

1,46

1,74

-20

Σκανδιναβία

2,60

2,65

1,45

1,77

-19

Ιταλία 1,74

-

1,28

1,33

-39

Πορτογαλία 0,37

-

0,69

1,10

-5

Ισπανία 0,44

-0,43

1,11

1,52

-6

Αυστρία -

-

1,46

1,76

-

Ιρλανδία 1,79

4,39

-

-

-45

Περιφέρεια

1,73

2,32

1,29

1,60

-22

Ευρωπαϊκός βιομ/κός πυρήνας

Βέλγιο 0,92

-

1,05

1,24

-9

Γαλλία 0,91

1,80

1,30

1,58

-1

Γερμανία 1,02

0,87

1,63

1,88

-4

Η.Β.

1,03

2,54

1,01

1,23

-11

Ολλανδία 0,64

-

1,01

1,34

-3

Ελβετία -

-

1,20

1,46

-

Βιομ/κός πυρήνας

0,09

1,74

1,20

1,46

-2

Ευρώπη

1,39

2,10

1,25

1,54

-13

Ο Νέος Κόσμος

Αργεντινή 1,74

-4,06

-

-

86

Αυστραλία 0,14

-3,30

0,87

1,08

42

Καναδάς 1,65

-

2,29

2,31

44

ΗΠα 1,04

-1,72

1,81

1,93

24

Νέος Κόσμος

1,14

-3,03

1,66

1,77

49

Πηγή: Williamson (1998, 57, πίνακας 1).

*Για το έτος 1990.

Η τελικά εκτίμηση που γίνεται από τη συντριπτική πλειοψηφία των συγγραφέων [7] είναι ότι 70% περίπου της σύγκλισης των πραγματικών μισθών που έγινε διεθνώς την περίοδο εκείνη οφείλεται στις υψηλές μεταναστευτικές ροές, καθώς το εργατικό δυναμικό του «νέου κόσμου» αυξήθηκε κατά 36,7% -- ποσοστό που δε μπορεί να συγκριθεί με τη σημερινή, σαφώς μικρότερη, πληθυσμιακή μετανάστευση προς τις ΗΠΑ, ενώ μείωσε κατά –18% το εργατικό δυναμικό του «παλαιού κόσμου» (Williamson, 1996a). Εάν απουσίαζε η μετανάστευση, ο Williamson (1996b) υπολογίζει ότι ο μισθός στις ΗΠΑ το 1910 θα ήταν κατά 34% υψηλότερος. Άρα, εάν πράγματι η ολοκλήρωση των αγορών εργασίας σήμερα είναι ανάλογα υψηλή, θα πρέπει επιπροσθέτως να παρατηρούνται σχετικές εξελίξεις που η θεωρία καταδεικνύει και η ιστορία επιβεβαιώνει. Προτού, όμως διερευνήσουμε εκτεταμένα το μέγεθος των μεταναστευτικών ροών τότε και σήμερα, αλλά και τον αντίστοιχο βαθμό σύγκλισης (convergence) --σε διεθνές επίπεδο-- των μισθών, θα αναφερθούμε κατ' αρχάς στην ποιοτική διάσταση των μεταναστευτικών ροών την περίοδο εκείνη.

Σύμφωνα με όλα τα διαθέσιμα στοιχεία και τις σχετικές έρευνες, οι μετανάστες από την Ευρώπη, στη συντριπτική τους πλειοψηφία, ήτανε ανειδίκευτοι (unskilled) με αποτέλεσμα, ερχόμενοι στο «νέο κόσμο», να αυξήσουν την προσφορά της ανειδίκευτης εργασίας, ώστε ο μισθός του ιθαγενούς ανειδίκευτου εργάτη να συμπιεστεί προς τα κάτω, σε σχέση με εκείνον του ειδικευμένου, αλλά και σε σχέση με τις αμοιβές των άλλων συντελεστών παραγωγής. Αντιθέτως, αναμενόταν, όπως κι έγινε, μείωση της προσφοράς ανειδίκευτης εργασίας στη χώρα καταγωγής, με αποτέλεσμα την άνοδο των μισθών των ανειδίκευτων εργαζομένων εκεί [8], αλλά και την πτώση του εισοδήματος άλλων παραγωγικών συντελεστών, όπως των κατόχων γης. Ο Williamson (1998) υποστηρίζει ότι κάτι παρόμοιο συμβαίνει σήμερα, καθώς η πλειονότητα των μεταναστών στις ΗΠΑ τα τελευταία χρόνια διαθέτει τα ίδια χαρακτηριστικά, γεγονός που τους κατατάσσει στην κατηγορία των ανειδίκευτων. Στην άποψη αυτή θα επανέλθουμε παρακάτω, αφού εξετάσουμε το μέγεθος και τα χαρακτηριστικά της μετανάστευσης σήμερα.

Πάντως, τα κοινωνικά προβλήματα που δημιουργήθηκαν από την όξυνση των –μισθιακών-- ανισοτήτων είναι, σύμφωνα με τους περισσότερους προαναφερθέντες συγγραφείς, εκείνα που οδήγησαν στην από-ολοκλήρωση της επομένης περιόδου, της περιόδου του Μεσοπολέμου, όπου η διεθνής νομισματική τάξη κατέρρευσε και οι χώρες προσέφυγαν σε προστατευτικές πολιτικές που περιελάμβαναν την προστασία αγροτικών και βιομηχανικών προϊόντων (κυρίως στις ευρωπαϊκές χώρες), αλλά και φραγμούς στη μετανάστευση. Οι περισσότεροι συγγραφείς αναγνωρίζουν ότι η σημερινή εποχή διαθέτει αξιοσημείωτες ομοιότητες με την εποχή του τέλους του 19ου αιώνα - αρχές 20ου, και γι' αυτό προειδοποιούν για τον κίνδυνο επιστροφής στον προστατευτισμό, όπως ακριβώς είχε συμβεί στην περίοδο του Μεσοπολέμου.

Βέβαια, οι ομοιότητες της εποχής εκείνης με τη σημερινή σταματούν στο σημείο αυτό. Αν στην πρώτη μεταπολεμική περίοδο η σύγκλιση των μισθών ανάμεσα στις χώρες διαφορετικής παραγωγικής εξειδίκευσης και επιπέδου ανάπτυξης ήταν γεγονός και, σε κάποιο βαθμό, οι μεταναστευτικές ροές υψηλές, στη σημερινή εποχή, κατά τις δύο τελευταίες δεκαετίες η κατάσταση έχει αλλάξει.

Κατ' αρχάς, όσον αφορά το ζήτημα της σύγκλισης, από τη δεκαετία του '80 ακόμη, το εισοδηματικό χάσμα ανάμεσα στις πλούσιες και στις φτωχές χώρες έχει διευρυνθεί. Οι μετρήσεις των Ηνωμένων Εθνών, καταδεικνύουν ότι το εισοδηματικό χάσμα μεταξύ του πλουσιότερου και φτωχότερου πέμπτου του παγκοσμίου πληθυσμού, υπολογιζόμενο με βάση το μέσο εθνικό κατά κεφαλή εισόδημα, ήταν 74 προς 1 το 1997 σε σύγκριση με το 1960 όπου ήταν 30 προς 1 (UNDP, 1999). Αν και ο Williamson (1998) προτιμά την απευθείας σύγκριση των μέσων πραγματικών μισθών ανάμεσα στις χώρες, κι όχι το κατά κεφαλήν ΑΕΠ [9], η ταχύτητα του ανοίγματος --αλλά και το επίπεδο πλέον του μεγέθους--, του εισοδηματικού χάσματος ανάμεσα σε φτωχές και πλούσιες χώρες δεν μπορεί να αμφισβητηθεί, όπως μπορεί άλλωστε να διαπιστωθεί και στα δύο παρακάτω σχεδιαγράμματα, με την εξαίρεση μερικών χωρών όπως η Ιαπωνία και οι χώρες της νοτίου Ευρώπης.

Εάν, όμως, οι εργασιακές ροές σε διεθνές επίπεδο ήταν ισχυρές, δεν θα έπρεπε, με τη «βοήθεια» και της –υποτιθέμενης-- παγκοσμιοποίησης του εμπορίου, να παρατηρείται, αντιθέτως, εισοδηματική σύγκλιση κι όχι απόκλιση;

Βέβαια, πολλοί συγγραφείς δικαιολογούν τις αυξημένες ανισότητες εντός των χωρών του ΟΟΣΑ ως αποτέλεσμα της παγκοσμιοποίησης των εμπορικών –αλλά και των εργασιακών-- ροών αφού είτε η ανειδίκευτη μετανάστευση είτε η εξαγωγή αγαθών έντασης ανειδίκευτης εργασίας αυξάνει την προσφορά ανειδίκευτης εργασίας (ή αγαθών που την εμπεριέχουν), επομένως ρίχνουν τη σχετική τιμή της στη χώρα υποδοχής, γεγονός που εκτιμάται πως έχει συμβεί κατά τις τελευταίες δύο δεκαετίες στις ΗΠΑ.

Σε προηγούμενο άρθρο μας στις Θέσεις καταδείξαμε ότι, παρά την άνοδο των εμπορικών ροών, και παρά τις απόψεις συγγραφέων όπως ο Wood (1994, 1995), οι εσωτερικές εξελίξεις ήταν εκείνες που οδήγησαν την οικονομία των ΗΠΑ σε αυξημένη εισοδηματική ανισότητα, αφού το εξωτερικό εμπόριο των ΗΠΑ παραμένει περιορισμένο σημαντικά για να επηρεάζει, σε τέτοιο, μάλιστα, βαθμό, την εσωτερική εισοδηματική ανισότητα [10] . Όμως, τα πράγματα θα ήταν διαφορετικά αν διαπιστώνονταν υψηλές διεθνείς μεταναστευτικές ροές, αφού αυτές θα συνέβαλαν λογικά στην αύξηση της εισοδηματικής ανισότητας στη χώρα προορισμού (ΗΠΑ), καθώς η προσφορά της ανειδίκευτης εργασίας θα αυξανόταν ενώ το οριακό της προϊόν θα έπεφτε. Από την άλλη, εάν οι μεταναστευτικές ροές αποδεικνύονταν ότι δεν είναι σημαντικές, τότε, με δεδομένο την περιορισμένη «εμπορική παγκοσμιοποίηση» [11] , η αυξημένη «εσωτερική» ανισότητα –στις ΗΠΑ-- θα πρέπει να αποδοθεί, όπως και ο Krugman πιστεύει, σε εσωτερικούς παράγοντες.

Για το σύνολο των χωρών του ΟΟΣΑ, η Έκθεση για την Ανθρώπινη Ανάπτυξηδιαπιστώνει, με εξαίρεση την Ιταλία, τη χειροτέρευση της εισοδηματικής ανισότητας από τα τέλη της δεκαετίας το '70 μέχρι τις αρχές του '90 [12] . Ας εξετάσουμε λοιπόν τον όγκο των διεθνών μεταναστευτικών ροών τα τελευταία χρόνια, συγκρίνοντάς τον με εκείνον των αρχών του 20ου αιώνα, ο οποίος, όπως ορθά υποστηρίζεται στη βιβλιογραφία, είχε τότε οδηγήσει σε μια ισχυρή τάση σύγκλισης των πραγματικών εισοδημάτων διεθνώς. Εάν οι μετακινήσεις του εργατικού δυναμικού είναι πράγματι υψηλές, τότε θα πρέπει να υποθέσει κανείς ότι, όπως και στην περίπτωση του παρελθόντος, η εξέλιξη αυτή θα πρέπει να ευθύνεται για την επιβεβαιωμένη αύξηση των εισοδηματικών ανισοτήτων στις χώρες του ΟΟΣΑ. Σε μια τέτοια, πάντως, περίπτωση, θα ανέμενε κανείς μισθιακή σύγκλιση σε διεθνές επίπεδο, κάτι που όπως έχουμε δει δεν επιβεβαιώνουν τα στοιχεία.

2. Ο όγκος της μετανάστευσης τότε και τώρα

Ξεκινώντας από τις ΗΠΑ, και κάνοντας σύγκριση με το παρελθόν, από τον παρακάτω πίνακα 2,

Πίνακας 2

Μετανάστευση στις ΗΠΑ ανά δεκαετία (Ανά 1000 κατοίκους ΗΠΑ)

Περίοδος

Ανά 1000 κατοίκους ΗΠα 1901-10

10,4

1911-20

5,7

1921-30

3,5

1931-40

0,4

1941-50

0,7

1951-60

1,5

1961-70

1,7

1971-80

2,1

1981-90

3,1

1991-6

4,0

Πηγή: US Census Bureau (1998, 10), από Temin (1999, 82).

διαπιστώνεται ο μεταναστευτικός όγκος στις αρχές και τα τέλη του 20ου αιώνα. Όπως, άλλωστε, υποστηρίζει και το σύνολο σχεδόν των συγγραφέων, η περίοδος του Μεσοπολέμου χαρακτηρίστηκε από τη δραστική συρρίκνωση των μεταναστευτικών ροών προς το «νέο κόσμο», αλλά και γενικότερα μεταξύ των ανεπτυγμένων χωρών. Αντιθέτως, ισχυρές ήταν οι ροές στις αρχές του αιώνα, ενώ η «μεταπολεμική ανάκαμψη», ακόμη και στη δεκαετία του '90, ποτέ δεν έφτασε τα επίπεδα των αρχών του αιώνα. Η συρρίκνωση στο Μεσοπόλεμο ερμηνεύεται ως αντίδραση των επιμέρους χωρών υποδοχής εργατικού δυναμικού, αφού η υψηλή μετανάστευση είχε προηγουμένως εντείνει τις εσωτερικές μισθολογικές ανισότητες και, ως αποτέλεσμα, είχε οξύνει τις κοινωνικές αντιδράσεις (Temin, 1999).

Ο παρακάτω πίνακας 3, περισσότερο αναλυτικός, επιβεβαιώνει τις παραπάνω διαπιστώσεις. Στη δεύτερη στήλη διαπιστώνεται ότι το ποσοστό των μεταναστευτικών ροών ξεπερνούσε στις αρχές του αιώνα το 50%, έναντι 33.1% στις αρχές του '90. Επίσης, το ποσοστό του πληθυσμού στις ΗΠΑ που είναι σήμερα γεννημένο στην αλλοδαπή βρίσκεται μόλις στο μισό αυτού που ήταν στις αρχές του αιώνα.

Πίνακας 3

Νόμιμες μεταναστευτικές ροές στις ΗΠΑ 1881-1990

Δεκαετία Μετ/κές ροές σε 1000ς

Μετ/κές ροές ως % στη πληθ/κή αλλαγή % πληθ. γεννημένο στην αλλοδαπή 1881-1890

5.246,6

41,0

14,7*

1891-1900

3.687,6

28,3

13,6*

1901-1910

8.795,4

53,9

14,8*

1911-1920

5.735,8

40,8

13,2*

1921-1930

4.107,2

24,6

11,6*

1931-1940

528,4

5,9

8,8*

1941-1950

1.35,0

5,3

6,9*

1951-1960

2.515,5

8,7

5,4*

1961-1970

3.321,7

13,7

4,7*

1971-1980

4.493,3

20,7

6,2*

1981-1990

7.338,1

33,1

7,9*

Πηγή: Borjas (1994, 1668, πίνακας 1).

*Τέλη της δεκαετίας

Συνολικά, γύρω στα 25,8 εκατομμύρια αλλοδαποί εισήλθαν στις ΗΠΑ κατά την περίοδο 1881-1924, σε αντίθεση με τη δεκαετία του '30, όπου μόλις 0,5 εκατομμύρια είχαν μεταναστεύσει [13] στις ΗΠΑ (Borjas, 1994). Στον αιώνα πριν το 1913, υπολογίζεται πως 50 εκατομμύρια περίπου Ευρωπαίοι είχαν μεταναστεύσει, εκ των οποίων τα 46 εκατομμύρια στο λεγόμενο «νέο κόσμο» (Taylor and Williamson, 1994b). Μεταπολεμικά, και ιδίως στη δεκαετία του '80, ο αριθμός των μεταναστών έχει πράγματι αυξηθεί, αλλά το ποσοστό των αλλοδαπών στο γηγενή πληθυσμό βρίσκεται μόλις στο ½ του αντίστοιχου ποσοστού στα τέλη του 19ου αιώνα. Άλλοι υπολογισμοί των Friedberg and Hunt (1995), εξαιρώντας τους μετανάστες που νομιμοποιήθηκαν με τη λεγόμενη Immigration Reform and Control Act of 1986 στις ΗΠΑ [14] , τοποθετεί το ποσοστό του 1990 κάτω του 4%, ενώ το 1910 ήταν περίπου 10-11% (βλέπε σχεδιάγραμμα).

Όσον αφορά τώρα τις υπόλοιπες χώρες, ο παρακάτω πίνακας 4 είναι ιδιαίτερα διαφωτιστικός. Το ποσοστό του αλλοδαπού πληθυσμού στην ΕΕ τόσο στο σύνολο του ημεδαπού πληθυσμού, όσο και στο εργατικό δυναμικό, αν και έχει αυξηθεί στη δεκαετία του ‘90 σε σχέση με αυτή του '80, βρίσκεται γύρω στο 4% (μέσος όρος 14 χωρών). Στην Ιαπωνία τα αντίστοιχα ποσοστά είναι ελάχιστα, ενώ στις «κλασικές μεταναστευτικές» χώρες, Καναδά και Αυστραλία, τα ποσοστά παρέμειναν στάσιμα στη δεκαετία του '90.

Πίνακας 4

Αλλοδαπός πληθυσμός Αλλοδ.. Εργατικό δυναμικό Χώρες % στον συνολικό πληθυσμό 1986 1996

% στο συν. εργατ. δυναμικό 1986 1996

Εε 3,3 4,6

3,3 4,3

Ιαπωνία 0,7 1,1

- 0,9

Αυστραλία 20,8 21,1

25,4 24,6

Καναδάς 15,4 17,4

18,5 18,5

ΗΠα 6,2 9,3

6,7 10.8

Πηγή: OECD SOPEMI, Trends in International Migration (1998, 3), επεξεργασία του συγγραφέα.

Στα παραπάνω στοιχεία προστίθενται και οι εισροές αλλοδαπών ως ποσοστού του γηγενούς πληθυσμού, ποσοστό που για το έτος 1995 και για τις χώρες Γερμανία, Καναδάς, Βέλγιο, Αυστραλία, Σουηδία, ΗΠΑ, Ιαπωνία, Γαλλία και ΗΒ, βρίσκεται μεταξύ 0,1-0,9% (Economist, 1998). Τέλος, όσον αφορά τη μετανάστευση ανά 1000 κατοίκους μεταξύ (από και προς) των ευρωπαϊκών χωρών ήταν το 1986, 28 ανά 1000 γηγενείς και το 1997, 34 (μέσος όρος), ενώ η μετανάστευση από τρίτες χώρες στην Ευρώπη ήταν αντίστοιχα για τα έτη 1988 και 1997, κατά μέσο όρο, 37 και 39 άτομα ανά 1000 γηγενείς (Eurostat, 2000) [15] . Τόσο η αύξηση, όσο και το επίπεδο του αποθέματος μεταναστών, λοιπόν, είναι μάλλον –και σχετικώς-- περιορισμένα.

Όμως, ενδιαφέρον παρουσιάζει και η ποιοτική διάσταση των μεταναστευτικών ροών, παρά το γεγονός ότι, όπως φαίνεται και από τα παραπάνω στοιχεία, οι ροές αυτές όχι μόνο υστερούν σε όγκο σε σχέση με εκείνες έναν αιώνα πριν, αλλά και είναι περιορισμένες αυτές καθ' εαυτές. [16] Την άποψη αυτή αποδέχεται, επίσης, και o Williamson (1998), ίσως ο πιο ειδικός στα ζητήματα αυτά οικονομολόγος που υπάρχει σήμερα. [17] Όμως, ενώ ο ίδιος υποστηρίζει ότι, όπως τότε έτσι και σήμερα υπάρχει σύγκλιση των εισοδημάτων μεταξύ των χωρών στη διεθνή οικονομία, η πραγματικότητα, όπως έχουμε αποδείξει με στοιχεία των διεθνών οργανισμών παραπάνω, είναι διαφορετική. Εισοδηματική απόκλιση κι όχι σύγκλιση χαρακτηρίζει τη διεθνή οικονομία σήμερα, γεγονός που συνάδει με τις σχετικά περιορισμένες μεταναστευτικές ροές σήμερα. Άλλωστε, παρά την περί του αντιθέτου φιλολογία, οι επιμέρους ανεπτυγμένες χώρες σήμερα, αλλά και τα λεγόμενα «εμπορικά μπλοκ», εφαρμόζουν δραστικές μεταναστευτικές πολιτικές περιορισμού των ροών κι όχι, αντιθέτως, απελευθέρωσης της διεθνούς αγοράς εργασίας. Εάν ο στόχος και οι πολιτικές ήταν παγκοσμιοποιητικές δε θα έπρεπε να απουσιάζουν παντελώς τέτοιες μεταναστευτικές πολιτικές, ιδίως στην ΕΕ, δραστικού περιορισμού των μεταναστευτικών ροών, οι οποίες, έστω θεωρητικά, επιχειρούν να προστατεύσουν τα εγχώρια εισοδήματα;

Επιπροσθέτως, σήμερα παρατηρούμε και ποιοτικές διαφοροποιήσεις σε σχέση με το παρελθόν, οι οποίες έχουν τη σημασία τους. Ενώ όλες οι πηγές διαβεβαιώνουν ότι η μετανάστευση των τελών του 19ου αιώνα αφορούσε ανειδίκευτους εργαζόμενους που κατευθύνονταν από τον «παλιό» στον «νέο κόσμο», σήμερα, εκεί που παρατηρούνται οι όποιες αυξημένες μεταναστευτικές ροές αφορούν σε σημαντικό βαθμό και ειδικευμένους εργαζόμενους. Όλα τα στοιχεία των διεθνών οργανισμών (Eurostat, 2000. UNDP, 1999. OECD SOPEMI, 1998. 1999), επιβεβαιώνουν ότι η αγορά ειδικευμένων εργαζόμενων είναι πιο ολοκληρωμένη (UNDP, 1999), ιδίως, μάλιστα, όσον αφορά τους προσωρινούς μετανάστες όπου στον Καναδά και στη Μ. Βρετανία αποτελούν το 40% (των συνολικών προσωρινών), ενώ στην Ολλανδία, στην Αυστραλία και στην Γαλλία 15-30% (OECD SOPEMI, 1998, 188), παρά την επιφύλαξη Williamson (1998), για την εξέλιξη αυτή. Παρότι δεν είναι διαθέσιμα έγκυρα στοιχεία για τις εισοδηματικές απολαβές των ειδικευμένων αυτών μεταναστών και τη σχέση τους με τις αντίστοιχες αμοιβές, οι εκτιμήσεις, όπως αναφέρθηκε και παραπάνω, από τους διεθνείς οργανισμούς είναι ότι η αγορά αυτή ειδικευμένων εργαζόμενων είναι σημαντικά ή πολύ περισσότερο, ολοκληρωμένη, που σημαίνει ότι είναι γεγονός η σύγκλιση –-ή έστω η τάση για σύγκλιση-- των εισοδημάτων της ειδικής αυτής κατηγορίας εργαζομένων διεθνώς.

Εάν τα παραπάνω αληθεύουν, ανάλογη θα έπρεπε να ήταν η εξέλιξη των μισθών των ανειδίκευτων εργαζομένων διεθνώς, εάν οι μεταναστευτικές ροές ήταν υψηλές. Όμως, όπως απεδείχθη, η ανισότητα διεθνώς διευρύνθηκε τα τελευταία 20-25 χρόνια και, με δεδομένο τις περιορισμένες μεταναστευτικές ροές, το γεγονός αυτό πρέπει να αποδοθεί, αντιθέτως, στη μη παγκοσμιοποίηση των αγορών εργασίας, δηλαδή στην ανεπάρκεια του ύψους των μεταναστευτικών ροών. Η πεποίθηση αυτή επιβεβαιώνεται και από τις πολιτικές των επιμέρους ανεπτυγμένων χωρών, οι οποίες, όπως τονίστηκε, έχουν τα τελευταία χρόνια υιοθετήσειεξαιρετικά περιοριστικές μεταναστευτικές πολιτικές.

Βέβαια, ορισμένοι ίσως υποστηρίξουν ότι η αποδεδειγμένη εντεινόμενη ανισότητα στο εσωτερικό των ανεπτυγμένων χωρών είτε προϋποθέτει είτε αποδεικνύει τον καθοριστικό ρόλο της –ανειδίκευτης-- μετανάστευσης στο ζήτημα αυτό. Όμως, τα στοιχεία δείχνουν ότι ο όγκος της ανειδίκευτης μετανάστευσης είναι σχετικά περιορισμένος, κι έτσι, η άποψη Krugman ότι, δηλαδή, οι νέες τεχνολογίες αντικαθιστούν ανειδίκευτη εργασία αυξάνοντας την προσφορά της κι έτσι μειώνοντας την αμοιβή της, ενισχύεται και από το γεγονός αυτό. Άλλωστε, η αυξημένη ζήτηση στο εσωτερικό των ανεπτυγμένων χωρών για ειδικευμένη εργασία συνάδει και με την ποιοτική διάσταση των υπαρχουσών μεταναστευτικών ροών, οι οποίες αφορούν ακριβώς υψηλού επιπέδου ειδικότητες που οι νέες τεχνολογίες –φαίνεται να-- «αναζητούν». Έτσι, θα συμφωνήσουμε με το συμπέρασμα της έκθεσης για το Εμπόριο και την Ανάπτυξητων Ηνωμένων Εθνών (UNCTAD, 1997) ότι η εισοδηματική σύγκλιση διεθνώς είναι περιορισμένη και αφορά μόνο τις ανεπτυγμένες οικονομίες. Και στην περίπτωση των μεταναστευτικών ροών, λοιπόν, φαίνεται ότι η όποια άνοδος περιορίζεται στα ανεπτυγμένα «κομμάτια» της διεθνούς οικονομίας. Αντιθέτως, μεταξύ των ανεπτυγμένων και αναπτυσσομένων ή, πολύ περισσότερο των υπανάπτυκτων χωρών, σύμφωνα με την προαναφερθείσα έκθεση, το εισοδηματικό (μισθιακό) χάσμα έχει διευρυνθεί, για όλα μάλιστα τα επίπεδα ειδίκευσης των εργαζομένων. Το χάσμα αυτό είναι ιδιαίτερα υψηλό ανάμεσα στις ΗΠΑ και στις αναπτυσσόμενες χώρες.

Τίθεται, λοιπόν, και πάλι το βασανιστικό ερώτημα: αν η διεθνής οικονομία παγκοσμιοποιείται, γιατί οι αμοιβές των παραγωγικών δεν τείνουν –έστω-- προς εξίσωση, αλλά, αντίθετα, αποκλίνουν, ιδιαιτέρως δε τις τελευταίες δύο δεκαετίες που οι επιμέρους οικονομίες έχουν «απελευθερώσει» τις αγορές τους; Εάν οι εθνικές ρυθμίσεις υποχωρούν, όπως υποστηρίζεται, πώς εξηγείται η απόκλιση στις αμοιβές των παραγωγικών συντελεστών; Κι αν, όσον αφορά τις μεταναστευτικές ροές, υπάρχουν φανερά εθνικές πολιτικές που περιορίζουν την κινητικότητά τους, δεν θα έπρεπε η εμπορική παγκοσμιοποίηση «να κάνει τη δουλειά» ως υποκατάστατο, σύμφωνα με το υπόδειγμα H-O-S, αφού το εμπόριο προϊόντων και υπηρεσιών εμπεριέχει τους συντελεστές παραγωγής και, σε τελευταία ανάλυση, διεξάγεται πλέον ελεύθερα με βάση τον ακλόνητο νόμο του σχετικού συγκριτικού πλεονεκτήματος που διαμορφώνει το διεθνή χάρτη του εμπορίου και καθορίζει τις αμοιβές των παραγωγικών συντελεστών;

Στα ρητορικά αυτά ερωτήματα η απάντηση που έχει δοθεί είναι σαφής, για όλες τις διαστάσεις της επονομαζόμενης «παγκοσμιοποίησης» (εμπόριο, κεφαλαιακές ροές, μετανάστευση): Ο βαθμός ολοκλήρωσης της διεθνούς οικονομίας έχει ανέλθει, αλλά σε καμία περίπτωση δε μπορεί να θεωρηθεί ότι η διεθνής οικονομία είναι, επί του παρόντος ολοκληρωμένη. Ίσως, συμβατικά κανείς θα μπορούσε να αποκαλέσει τη σημερινή εποχή ως περίοδο της «μερικής» ή της «περιορισμένης» παγκοσμιοποίησης. Στο βαθμό δε που ισχύει η άποψη Taylor and Williamson (1994a), ότι δηλαδή οι παραγωγικοί συντελεστές, όπως έχει συμβεί έναν αιώνα πριν, «κυνηγούν» ο ένας τον άλλον, ήτοι η υψηλή μετακίνηση του εργατικού δυναμικού ωθεί και το κεφάλαιο να την ακολουθήσει, η σημερινή μάλλον περιορισμένη κινητικότητα τόσο των κεφαλαιακών όσο και των εργασιακών ροών, οπωσδήποτε συνδέεται. Η μετανάστευση αυξάνει στην «πλούσια» χώρα υποδοχής το εργατικό δυναμικό και, επομένως, μειώνει το ποσοστό κεφάλαιο/εργασία στην «πλούσια» χώρα σε σχέση με τη «φτωχή», ενθαρρύνοντας έτσι τη φυγή των κεφαλαίων από τη «φτωχή» προς την «πλούσια» (Williamson, 1996b). Επισημαίνεται ότι κατά το διάστημα 1907-13, η Μ. Βρετανία είχε τοποθετήσει 1.127 εκατομμύρια λίρες στο εξωτερικό, εκ των οποίων το 61% (689 εκατομμύρια λίρες), στο «νέο κόσμο» --και συμπεριλαμβανομένης και της Λατ. Αμερικής 76% (Taylor and Williamson 1994a, 349). Καθοριστικό δε ρόλο εκείνη την εποχή είχε διαδραματίσει η αφθονία των ανεκμετάλλευτων φυσικών πόρων, οι οποίοι «επιζητούσαν» εργασία και κεφάλαιο, συντελεστές που σπάνιζαν στο «νέο κόσμο» την εποχή εκείνη. Η μετακίνηση εκατομμυρίων ευρωπαίων εργαζομένων στον «νέο κόσμο» επιτάχυνε ακόμη περισσότερο την ανάγκη για νέα κεφάλαια, προκαλώντας την εξαγωγή κεφαλαίων από την Ευρώπη –κυρίως-- προς τις ΗΠΑ, με σκοπό την «απασχόληση» των νέων μεταναστών και, φυσικά, την πρόσκτηση υψηλότερων κερδών. Το δε εμπόριο συμπλήρωσε και ενδυνάμωσε την κινητικότητα των συντελεστών παραγωγής και ενέτεινε τη σύγκλιση των τιμών των συντελεστών παραγωγής (convergence). Αντίστοιχα, εφαρμόζοντας τα ευρήματα αυτά των Taylor and Williamson (1994a) στη σημερινή εποχή, θα μπορούσαμε να υποστηρίξουμε ότι, αφού οι παραγωγικοί συντελεστές είναι εξ ορισμού συμπληρωματικοί, η μη κινητικότητα του ενός επηρεάζει αναλόγως (δηλαδή ανασχετικά) και την κινητικότητα του άλλου. Όλα αυτά, βέβαια, στο βαθμό που η περιοχή ή η ήπειρος προορισμού των ροών παρουσιάζει ανάλογη έλλειψη και για τους δύο παραγωγικούς συντελεστές. Στο σημείο αυτό τίθεται πάντως και ένα άλλο ερώτημα. Εάν ο προορισμός διαθέτει σε πλήρη επάρκεια και τους δύο παραγωγικούς συντελεστές, τότε γιατί οι τελευταίοι να μεταναστεύσουν; Εάν, για παράδειγμα οι ΗΠΑ σήμερα διαθέτουν και τα κεφάλαια και –ιδιαίτερα-- το εργατικό δυναμικό σε αφθονία, γιατί τα διεθνή κεφάλαια ή η εργασία να μετακινηθεί προς τις χώρες αυτές; Πολλώ δε μάλλον όταν, επιπροσθέτως, υφίστανται σαφείς αυστηροί μεταναστευτικοί περιορισμοί σε όλες σχεδόν τις ανεπτυγμένες χώρες;

Η ιστορική αυτή αναδρομή είναι καθοριστικής σημασίας, όχι μόνο γιατί αποκτά κανείς ένα σαφές μέτρο σύγκρισης για τη σημερινή εποχή. Η αναδρομή επέτρεψε τη σύγκριση, όσο αυτή είναι εφικτή, καθώς το διάστημα που πέρασε από τότε είναι ένας αιώνας, ανάμεσα στις εμπορικές, κεφαλαιακές και εργασιακές ροές τότε και τώρα. Ιδιαίτερα, όμως, όσον αφορά τη μετανάστευση, καταδείχθηκε ότι η παγκοσμιοποίηση και η σύγκλιση μισθών και βιοτικών επιπέδων ανεπτυγμένων και υπανάπτυκτων χωρών είναι διαδικασίες δίδυμες, στενά αλληλεξαρτώμενες και συνδεδεμένες. Το γεγονός αυτό μας παρέχει, πέρα από την άμεση διαχρονική σύγκριση, εξέταση και ανάλυση των διεθνών ροών, έναν ακόμη έμμεσο τρόπο διερεύνησης του βαθμού της διεθνούς οικονομικής ολοκλήρωσης, αυτόν της «σύγκλισης». Άλλωστε, δεν θα μπορούσε να ήταν διαφορετικά. Η καλύτερη κατανομή των πόρων διεθνώς αυξάνει την ευημερία και το συνολικό προϊόν της διεθνούς οικονομίας, μολονότι τα «κέρδη» της ευημερίας μπορεί να κατανέμονται άνισα, ιδίως στο εσωτερικό των χωρών. Πάντως, η «παγκοσμιοποίηση» --των συντελεστών παραγωγής-- λογικά θα πρέπει, μέσω της καλύτερης κατανομής των πόρων διεθνώς, να βελτιώνει συνολικά το βιοτικό επίπεδο, μέσα φυσικά από την ισχυρή οικονομική μεγέθυνση. Επομένως, ολοκλήρωση, σύγκλιση, ανάπτυξη είναι τρεις, τελικά, διαδικασίες στενά συνδεδεμένες και αλληλεξαρτώμενες, οι οποίες, πάντως, επί τους παρόντος παραμένουν ζητούμενο.

Βιβλιογραφικές Αναφορές

Ashworth, W. (1999), A Short History of the International Economy Since 1850, 4th

Edition, London: Longman.

Bodenhorn, H. (1992), «Capital Mobility and Financial Fragility in Antebellum

America», The Journal of Εconomic History, Vol. 52, No 3, 585-610.

Borjas, G. (1994), «The Economics of Immigration», Journal of Economic Literature, Vol. XXXII, December, 1667-1717.

Borjas, G. (1995), «The Economic Benefits from Immigration», Journal of Economic

Perspectives, Vol.9, No 2, 3-22.

Collins, W. and Williamson, J. (1999), «Capital Goods Prices, Global Capital Markets», NBER Working Paper 7145, May.

Economist (1998), «Thinking About Globalization», www.Economist.com.

Eurostat (2000), Eurostat Yearbook 2000, Brussels, Eurostat.

Friedberg, R.M. and Hunt, J. (1995), «The Impact of Immigrants on Host Country

Wages, Employment and Growth», Journal of Economic Perspectives, Vol. 9, No 2, 23-44.

Irwin, D. (1996), «The United States in a New Global Economy? A Century's

Perspective», American Economic Review, AEA Papers and Proceedings, Vol. 86, No 2, 41-46.

Krugman, P. and Obstfeld, M. (1994), International Economics, New York: Harper

Collins.

Lutz, M., (2000), «Globalization and Convergence», CSGR, University of Warwick.

Mimeo.

Neal, L. (1985), «Integration of International Capital Markets: Quantitative Evidence from the Eighteenth to Twentieth Centuries», The Journal of Economic History,

Vol. XLV, No 2, 219-226.

Neal, L. (1987), «The Integration and Efficiency of the London and Amsterdam Stock Markets in the Eighteenth Century», The Journal of Economic History,

Vol. XLVII, No1, 97-115.

OECD SOPEMI (1998), Trends In International Migration, Annual Report, Paris: OECD.

OECD SOPEMI (1999), Trends In International Migration, Annual Report, Paris: OECD.

O'Rourke, K., Taylor, A. and Williamson, J. (1996), «Factor Price Convergence in the Late Nineteenth Century», International Economic Review, Vol. 37, No 3, 499-529.

O'Rourke, K., and Williamson, J. (1999), Globalization and History, Boston: MIT Press.

Taylor, A. and Williamson, J. (1994a), «Capital Flows to the New World As An Intergenerational Transfer», Journal of Political Economy, Vol. 102, No 21, 348-371.

Taylor, A. and Williamson, J. (1994b), «Convergence in the Age of Mass Migration», NBER Working Paper 4711, April.

Temin, P. (1999), «Globalization», Oxford Review of Economic Policy, Vol. 15, No 4, 76-89.

UNCTAD (1997), Trade and Development Report 1997, Geneva: UN.

UNDP (1999), Human Development Report 1999, Geneva: UN.

Williamson, J. (1996a), «Globalization and Inequality Then and Now: The Late 19th and Late 20th Centuries Compared», NBER Working Paper 5491, March.

Williamson, J. (1996b), «Globalization, Convergence, and History», The Journal of

Economic History, Vol. 56, No 2, 277-303.

Williamson, J. (1998), «Globalization, Labor Markets and Policy Backlash in the Past»,

Journal of Economic Perspectives, Vol. 12, No 4, 51-72.

Wood, A. (1994), North-South Trade, Employment and Inequality: Changing Fortunes

ina Skill-Driven World, London: Clarendon Press.

Wood, A. (1995), «How Trade Hurt Unskilled Workers», Journal of Economic

Perspectives, Vol. 9, No 3.


[1] Το κείμενο αυτό αποτελεί τροποποιημένη εκδοχή σχετικού κεφαλαίου του υπό έκδοση βιβλίου του συγγραφέα με τίτλο: Πόσο έχει προχωρήσει η παγκοσμιοποίηση; , Αθήνα: Παπαζήσης, 2001.

[2] Πρέπει στο σημείο αυτό να επισημανθεί ότι και οι δύο χώρες έχουν κέρδος, καθώς το όφελος σε προϊόν της αλλοδαπής είναι υψηλότερο από την απώλεια σε προϊόν της ημεδαπής (βλέπε Krugman and Obstfeld 1994).

[3] Παράδειγμα, μια τεχνολογικά ανεπτυγμένη οικονομία (ΗΠΑ) και μια ιδιαίτερα υπανάπτυκτη (Σιέρα Λεόνε).

[4] Αντιθέτως, μια ξαφνική τεχνολογική αλλαγή σε μια τεχνολογικά καθυστερημένη χώρα, θα αύξανε το ίδιο τις αμοιβές όλων των συντελεστών παραγωγής.

[5] Εξετάζοντας για παράδειγμα τη διαφορά επιτοκίων και το κόστος του arbitrage ανάμεσα στη Νέα Υόρκη και στο Τσάρλεστον την περίοδο 1841-1859, βρίσκει ένα μέσο «άνοιγμα» (spread) γύρω στο +/- 2.5%.

[6] Βέβαια, υπήρχαν και οι ακόμη φτωχότερες χώρες των Βαλκανίων και της Νοτίου Ευρώπης οι οποίες σημείωσαν αισθητά χαμηλότερους μεταναστευτικούς ρυθμούς λόγου υψηλού σχετικού κόστους μετακίνησης και, γι αυτό, παρουσίασαν και χαμηλότερη μισθιακή σύγκλιση.

[7] Βλέπε Taylor and Williamson, 1994. Williamson, 1996a. 1996b. O'Rourke, Taylor and Williamson, 1996. Williamson, 1998. O'Rourke and Williamson, 1999. Χαρακτηριστικά είναι τα στοιχεία για το ζήτημα αυτό που παραθέτει ο Williamson (1998, βλέπε σχεδιάγραμμα 1 και 2, σσ. 54-55).

[8] Για τη Σουηδία, ο Williamson (1996b) υπολογίζει ότι ο εγχώριος μισθός θα ήταν κατά 12% χαμηλότερος (1870-1910) εάν δεν είχε λάβει χώρα η μαζική μετανάστευση προς τον «νέο κόσμο», για την Ιρλανδία κατά 36%, για την Ιταλία κατά 33%. Αντίστροφα, στις χώρες υποδοχής όπως στην Αργεντινή, οι μισθοί θα ήταν υψηλότεροι κατά 46%, στην Αυστραλία κατά 28% και στον Καναδά κατά 31% (Williamson, 1996b).

[9] Οι Taylor and Williamson (1994) επισημαίνουν ότι η διασπορά (dispersion) μισθών διεθνώς την περίοδο 1870-1910 μειώθηκε κατά 28%, αυτή του κατά κεφαλήν ΑΕΠ κατά 13% και του ΑΕΠ ανά εργαζόμενο κατά 24%. Οι ίδιοι συγγραφείς αναφέρουν στοιχεία και για τις επιμέρους χώρες. Απαντούν, επίσης, στο ερώτημα ποια θα ήταν η εξέλιξη των μισθών στην περίπτωση απουσίας μεταναστευτικών ροών, καταδεικνύοντας ότι θα ήταν σημαντικά υψηλότεροι στις ΗΠΑ κατά 11-12%, και σημαντικά χαμηλότεροι στην Ευρώπη. Υπολογίζουν δε ότι το μισθιακό κενό ανάμεσα στον «παλιό» και στον «νέο κόσμο», από το 97% το 1870, έπεσε στο 79% το 1910 (ό.π., 17) από τις αυτόνομες μεταναστευτικές ροές. Οι εξελίξεις αυτές επισημαίνεται ότι έλαβαν μέρος σε μια εποχή υψηλής κινητικότητας κεφαλαίων, τα οποία έδρασαν προς την αντίθετη κατεύθυνση της μισθιακής απόκλισης αφού αύξησαν τους μισθούς και την παραγωγικότητα της εργασίας στον «νέο κόσμο», ενώ έδρασαν αντιστρόφως στον «παλιό». Τέλος, ο A. Taylor (1999) εξετάζει, για την περίοδο 1870-1910, τον συντελεστή β convergence για 7 χώρες, δηλαδή την τάση των φτωχότερων χωρών να συγκλίνουν εισοδηματικά με τις εισοδηματικά ανώτερες, αναπτυσσόμενες γρηγορότερα, και βρίσκει την ταχύτητα της σύγκλισης να είναι γύρω στο 1% κάθε έτος για την ανωτέρω περίοδο. Αποδίδει δε την κατάσταση αυτή στην κινητικότητα των παραγωγικών συντελεστών εργασία και κεφάλαιο.

[10] Βλέπε Θ. Πελαγίδη, «Παγκοσμιοποίηση των Εμπορικών Ροών;», Θέσεις 67, Απρίλιος-Ιούνιος 1999.

[11] Αφού το διεθνές εμπόριο ενσωματώνει παραγωγικούς συντελεστές και υποκαθιστά την ελεύθερη μετακίνηση από χώρα σε χώρα των παραγωγικών συντελεστών, τότε οι τιμές των τελευταίων πρέπει να τείνουν προς εξίσωση.

[12] Αποδίδει δε την εξέλιξη αυτή στην αυξημένη ζήτηση για ειδικευμένη εργασία –κι όχι στον παράγοντα της εξίσωσης των τιμών των παραγωγικών συντελεστών.

[13] Ο Irwin (1996), αναφέρει σχετικά ότι κατά την περίοδο 1881-1890, το μέσο ετήσιο ποσοστό μετανάστευσης στις ΗΠΑ ήταν 9,2 ανά 1.000 κατοίκους ΗΠΑ, ποσοστό το οποίο ξεπέρασε το 10% την πρώτη δεκαετία του 20ου αιώνα. Έως το 1890, 14,5% του πληθυσμού ήταν γεννημένοι στο εξωτερικό, ενώ έναν αιώνα αργότερα, στη δεκαετία του ΄80, το μέσο ετήσιο ποσοστό μετανάστευσης ήταν 3,1 ανά 1.000 κατοίκους ΗΠΑ, με 7,9% του πληθυσμού γεννημένο στην αλλοδαπή (1990), (ο.π., 45).

[14] Κατά την περίοδο 1820-1930, οι διεθνείς μεταναστευτικές ροές προς τις ΗΠΑ, αντιπροσώπευσαν το 61,4% του συνόλου. Εξαιτίας του γεγονότος αυτού δίδεται και ιδιαίτερη σημασία στο κεφάλαιο αυτό στις ΗΠΑ. Άλλες χώρες υποδοχής ήταν ο Καναδάς (11,5), η Αργεντινή (10,1), η Βραζιλία (7,3%) και η Αυστραλία (4,5%) (Ashworth, 1999, 197).

[15] Οι αλλοδαποί στην ΕΕ φτάνουν την 1/1/97 τα 19 εκατομμύρια, 5% δηλαδή του ευρωπαϊκού πληθυσμού, 70% των οποίων δεν είναι ευρωπαίοι πολίτες (Eurostat, 2000).

[16] Για τον όγκο των μεταναστευτικών ροών στα τέλη του 19ου -αρχές του 20ου, βλέπε επίσης: Taylor and Williamson (1994, σ. 26, καθώς και O'Rourke and Williamson (1999, σ. 122).

[17] Σημαντική, στο σημείο αυτό, είναι η άποψη του Williamson (1998), ότι ο πλούτος και η απασχόληση σήμερα συγκεντρώνονται σε μη-εμπορεύσιμες δραστηριότητες, γεγονός που «απομονώνει» έως ένα βαθμό τις δυνητικές επιδράσεις εισροής μεταναστών στην εσωτερική εισοδηματική ανισότητα, κάτι που απομακρύνει, κατά τη γνώμη του μια, --παρόμοια με εκείνη του Μεσοπολέμου-- επιστροφή στον προστατευτισμό σήμερα.

 
< Προηγ.   Επόμ. >
Θέσεις, τριμηνιαία επιθεώρηση, 38ο έτος (1982-2020), εκδόσεις Νήσος, (Σαρρή 14, 10553, Αθήνα, τηλ-fax: 210-3250058)
Το περιεχόμενο διατίθεται ελεύθερα για μη εμπορικούς σκοπούς, υπό τον όρο της παραπομπής στην αρχική του πηγή