Αυτοκρατορία: η επιστροφή των "μεγάλων αφηγήσεων" Εκτύπωση
Τεύχος 79, περίοδος: Απρίλιος - Ιούνιος 2002


ΑΥΤΟΚΡΑΤΟΡΙΑ: Η ΕΠΙΣΤΡΟΦΗ ΤΩΝ "ΜΕΓΑΛΩΝ ΑΦΗΓΗΣΕΩΝ"
του Άκη Γαβριηλίδη

Η Aυτοκρατορία είναι ένα βιβλίο για το οποίο έχει γίνει ήδη αρκετός λόγος στο λίγο διάστημα που μεσολάβησε από την κυκλοφορία του. Αρκετά από τα ενθουσιώδη σχόλια που το υποδέχτηκαν φιγουράρουν ήδη στο οπισθόφυλλο του βιβλίου, με πιο εντυπωσιακή τη δήλωση του Σλαβόι Ζίζεκ ότι πρόκειται για "το Κομμουνιστικό Μανιφέστο ξαναγραμμένο για την εποχή μας".
Αρχικά, έτεινα να αποδώσω αυτό τον ενθουσιασμό σε μία θεμιτή υπερβολή εκ του γεγονότος ότι πρόκειται για την πρώτη, μετά από πολύ καιρό, απόπειρα ευρύτερης θεωρητικής σύνθεσης που να εμπνέεται ρητά από τη μαρξιστική και την κομμουνιστική οπτική. Μετά την ανάγνωση του βιβλίου, και τελώντας υπό την επήρεια της έντονης αναγνωστικής εμπειρίας που αυτή συνιστά, εκτιμώ ότι η εντύπωση που προκάλεσε είναι απολύτως δικαιολογημένη. Εγώ θα έλεγα ότι η Αυτοκρατορία φιλοδοξεί να ξαναγράψει για την εποχή μας όχι μόνο το Κομμουνιστικό Μανιφέστο, αλλά εξίσου και το Κεφάλαιο -ή τουλάχιστον το ελλείπον κεφάλαιό του για το κράτος· και, ταυτόχρονα, φιλοδοξεί να είναι το ελλείπον κεφάλαιο "Περί Δημοκρατίας" από την Πολιτική Πραγματεία του Σπινόζα, ο Ηγεμόνας, η Πολιτεία του Θεού του ιερού Αυγουστίνου -χωρίς όμως την υπερβατικότητα του πρωτοτύπου--, και να συνοψίσει ή να συνεχίσει το νήμα από το Επιτήρηση και τιμωρία του Φουκώ και το Mille Plateaux των Ντελέζ-Γκουατταρί, και από αρκετά άλλα βιβλία κατά περίπτωση.
Όπως γίνεται αντιληπτό, πρόκειται για ένα εντυπωσιακά φιλόδοξο βιβλίο. Αυτό που είναι ακόμα πιο εντυπωσιακό είναι ότι εν πολλοίς πετυχαίνει σε αυτή τη φιλοδοξία του, ή τουλάχιστον πετυχαίνει να "χωρέσει" και να ενοποιήσει κατά αρκετά πειστικό τρόπο στο σχήμα του μια σειρά από γραμμές θεωρητικής ανάλυσης, εμπειρικές διαπιστώσεις και φαινόμενα που αναπτύσσονταν ασύνδετα τις τελευταίες δύο ιδίως δεκαετίες χωρίς να μπορούν, ή να θέλουν, να συναντηθούν σε ένα ενιαίο θεωρητικό πλαίσιο.
Διότι στην Αυτοκρατορία, όπως έγινε σαφές από τα ανωτέρω, έχουμε να κάνουμε με ένα σχήμα. Πριν από οτιδήποτε άλλο, το βιβλίο αυτό αναμετράται και ξεκαθαρίζει τους λογαριασμούς του με είκοσι και πλέον χρόνια κυριαρχίας του μεταμοντερνισμού -και υπό τις διάφορες παραλλαγές του των πολιτισμικών ή "μετα-αποικιακών" σπουδών-- στο χώρο (και) της πολιτικής και κοινωνικής θεωρίας. Προς τούτο, υιοθετεί μία απολύτως ανοιχτή, επιθετική τακτική: αντί να κηρύξουν τη δυσπιστία και το κλείσιμο απέναντι στην καινούρια αυτή τάση -ή, έστω, μόδα--, οι συγγραφείς "βουτάνε" με ενθουσιασμό στην μεταμοντέρνα κριτική, τη διασχίζουν ολόκληρη και "βγαίνουν απ' την άλλη μεριά της"· εκεί, τινάζουν από πάνω τους όλη τη μεμψιμοιρία, την εχθρότητα προς τις "συνολοποιήσεις" και τη λατρεία της "θραυσματικής σκέψης" και αναδύονται έχοντας στα χέρια τους μία νέα μεγάλη αφήγηση που θέλει να εξηγήσει από πού ερχόμαστε, πού είμαστε και πού πάμε.
Το σχήμα αυτό, όπως κάθε παραδοσιακή αφήγηση, έχει αρχή, μέση και τέλος, έχει καλούς και κακούς, και παράγει μία καθηκοντολογία· θέλει να ερμηνεύσει τον κόσμο για να τον αλλάξει. Ή μάλλον, η ίδια η ερμηνεία του συνίσταται στο ότι ο κόσμος ήδη αλλάζει, αέναα, και ότι η δική μας δουλειά είναι να μετάσχουμε όσο μπορούμε πληρέστερα σε αυτή την πορεία και σε αυτό το μετασχηματισμό. Όπως κάθε συνεπής υλιστική θεωρία, η Αυτοκρατορία δεν συγκροτεί μια νέα ουτοπία, δεν δίνει στους ανθρώπους ένα αφηρημένο σχέδιο που αυτοί να πρέπει να εκτελέσουν, αλλά δείχνει στους ανθρώπους αυτό που ήδη ξέρουν χωρίς να το ξέρουν, αυτό που ήδη κάνουν χωρίς να συνειδητοποιούν ότι το κάνουν -για να το κάνουν καλύτερα.
Όταν μιλάμε για σχήμα, η ίδια η ετυμολογία μάς παραπέμπει στη σχηματικότητα. Και πράγματι, υπάρχουν σημεία όπου μερικοί ίσως θα είχαν την τάση να θεωρήσουν ότι τα γεγονότα "στριμώχνονται" κάπως για να χωρέσουν στην αφήγηση, ή ότι κάποια άλλα αφήνονται απ' έξω επειδή δεν χωράνε σε αυτή. Αυτό ωστόσο είναι αναπόφευκτο σε μια προσέγγιση που φιλοδοξεί να παράσχει την κατανόηση έξι περίπου αιώνων από την ευρωπαϊκή, και εν συνεχεία την παγκόσμια, ιστορία της πολιτικής σκέψης και πράξης. Οι κριτικές και οι επισημάνσεις τυχόν επιφανειακής ή ημιτελούς αντιμετώπισης συγκεκριμένων όψεων της πορείας αυτής είναι επιβεβλημένες και ευπρόσδεκτες. Δεν αναιρούν όμως το γεγονός ότι το σχήμα αυτό αποτελεί μια εξαιρετικά ισχυρή μηχανή νοημάτων, είναι σε θέση να παράγει νέες ιδέες, ή να φωτίσει με τελείως νέο τρόπο παλιές ιδέες και παλιές συζητήσεις που τείναμε να θεωρήσουμε ξεχασμένες, ληγμένες, κεκορεσμένες. Και, όπως ξέρουμε, δείκτης της δύναμης, δηλαδή της αλήθειας, μιας σκέψης είναι η ικανότητά της να γεννά άλλες σκέψεις.

1. Το πλήθος κατά της αυτοκρατορίας

Στην αφήγηση της Αυτοκρατορίας, τα βασικά πρόσωπα του δράματος είναι δύο. Το ένα μάς είναι σχετικά οικείο: είναι η εξουσία, και οι κατά καιρούς ενσαρκώσεις της.
Η παρούσα ενσάρκωση, όμως, είναι κάτι ποιοτικά διαφορετικό: η αυτοκρατορία. Η αυτοκρατορία είναι το στάδιο μετά τον ιμπεριαλισμό, μία καινούρια διαμόρφωση των σχέσεων εξουσίας σε πλανητικό επίπεδο.
Σε τι συνίσταται η αυτοκρατορία; Ας ξεκινήσουμε αρνητικά: η αυτοκρατορία δεν είναι η "απόλυτη κυριαρχία των ΗΠΑ". Είναι μια "νέα παγκόσμια τάξη", (ή ίσως από αρκετές απόψεις αταξία, προς το παρόν τουλάχιστον), ένα νέο σύστημα το οποίο τείνει να εγκαθιδρυθεί ακριβώς την περίοδο αυτή που ζούμε και μιλάμε, καθ' υπέρβαση του συστήματος των εθνικών κρατών και του παραδοσιακού ιμπεριαλισμού -ο οποίος είχε ως προϋπόθεση αυτά τα εθνικά κράτη και τα αυστηρώς οριοθετημένα σύνορα μεταξύ αυτών.
Τόσο ο ιμπεριαλισμός όσο και, πριν απ' αυτόν, η αποικιοκρατία, βασίζονταν στα όρια, με άλλα λόγια στη σχέση εσωτερικού/εξωτερικού. Με τον ιμπεριαλισμό, οι καπιταλιστικοί κοινωνικοί σχηματισμοί επεδίωκαν να μεταθέσουν, να εξαγάγουν την κρίση τους σε άλλους κοινωνικούς σχηματισμούς, στους οποίους ο καπιταλιστικός τρόπος παραγωγής δεν υπήρχε ή δεν κυριαρχούσε. Κατ' αυτό τον τρόπο, το κεφάλαιο κατόρθωνε να ξεπεράσει το πρόβλημα της πτωτικής τάσης του ποσοστού κέρδους και να αποκαταστήσει την κερδοφορία του.
Την ίδια στιγμή, όμως, επεκτεινόμενο προς το μη καπιταλιστικό εξωτερικό περιβάλλον του, το ενσωμάτωνε και το καθιστούσε εσωτερικό. Έτσι έχει πλέον φτάσει, ή πρόκειται σύντομα να φτάσει, η φάση κατά την οποία το κεφάλαιο δεν έχει πλέον εκτός. Αυτή η φάση είναι η φάση της αυτοκρατορίας, η φάση κατά την οποία τα σώματα, τα μυαλά, τα αισθήματα των ανθρώπων, η γνώση, η επικοινωνία, οι φυσικοί πόροι του πλανήτη, όλα έχουν περάσει υπό τον έλεγχο του κεφαλαίου.
Η εξέλιξη όμως αυτή έχει δύο όψεις: Μη έχοντας εξωτερικό, το κεφάλαιο δεν έχει και κάπου να εξαγάγει την κρίση του, δεν μπορεί να ξεφύγει και πρέπει να αναμετρηθεί με αυτήν. Την ίδια τη στιγμή της πραγματικής τους υπαγωγής στο κεφάλαιο, όλα τα ανωτέρω στοιχεία καθίστανται, στον αντίστοιχο βαθμό, και προϋποθέσεις της λειτουργίας του· για να αξιοποιηθεί και να συνεχίσει να υπάρχει, το κεφάλαιο εξαρτάται και αυτό από τα εξαρτήματά του.
Αυτό μας οδηγεί στον έτερο εκ των δύο πρωταγωνιστών του δράματος. Αυτός είναι η multitude, το πλήθος.
Το πρόσωπο αυτό δεν μας ήταν ως τώρα πολύ γνωστό, τουλάχιστο μ' αυτό το όνομα. Πρόκειται για ένα όνομα το οποίο είχε χρησιμοποιηθεί για πρώτη (και τελευταία) φορά ως κεντρικό εργαλείο πολιτικής ανάλυσης στο έργο του Σπινόζα, και το οποίο ανακαλούν στην ενεργό δράση οι δύο συγγραφείς για πολύ ειδικούς λόγους, τους οποίους εξηγούν δια μακρών.
Η multitude είναι το νέο όνομα του δυνάμει επαναστατικού υποκειμένου, το όνομα όλων όσων βρίσκονται υπό την κυριαρχία και/ή την εκμετάλλευση (αυτά τα δύο στην αυτοκρατορία τείνουν να συμπέσουν) του κεφαλαίου. Αυτοί είναι ειδικότερα όσοι παρέχουν την άυλη (και, ταυτόχρονα, πάντοτε τόσο υλική) εργασία των μετα-μοντέρνων καιρών μας, δηλαδή μια εργασία που, για να είναι παραγωγική, πρέπει να γίνεται όλο και περισσότερο μηχανογραφημένη, γλωσσική, επικοινωνιακή, ακόμη και αισθηματική (affective). Πράγμα που σημαίνει ότι το κεφάλαιο, για την αξιοποίησή του και για την πραγματική υπαγωγή του συνόλου της κοινωνίας -και, δυνάμει, όλου του πλανήτη-- στους νόμους της κίνησής του, βασίζεται στη συνεργασία των άμεσων παραγωγών σε μία κλίμακα απείρως μεγαλύτερη απ' ό,τι στις φάσεις της πρωταρχικής συσσώρευσης και του βιομηχανικού καπιταλισμού. Το γεγονός αυτό, κατά τους συγγραφείς, ξαναθέτει στην ημερήσια διάταξη το ζήτημα του κομμουνισμού, δηλαδή το ζήτημα ενός ελεύθερου συνεταιρισμού των παραγωγών αυτών, χωρίς να απαιτείται η μεσολάβηση και ο καταναγκασμός του κεφαλαίου προκειμένου να τεθούν σε κίνηση τα πολυάριθμα δίκτυα που συγκροτούν την ύπαρξη και τη δράση τής multitude και -κατ' επέκταση-- της αυτοκρατορίας.
Κατά τον ορισμό αυτό, ρητά απορρίπτεται η παραδοσιακή μαρξιστική διάκριση παραγωγικής/μη παραγωγικής (αναπαραγωγικής) εργασίας: ως μέρη του πλήθους, άρα ως άμεσοι πάροχοι εργασίας, θεωρούνται όλοι όσοι μετέχουν στην "παραγωγή της ανθρώπινης υποκειμενικότητας" την οποία απαιτεί η σύγχρονη (βιο)εξουσία, και η οποία είναι κατ' ανάγκην υβριδική και πολυσύνθετη. Στην εποχή της αυτοκρατορίας υποστηρίζεται ότι έχουν σχετικοποιηθεί οι διακρίσεις του εργοστασιακού από τον μη εργοστασιακό χώρο και χρόνο: το εργοστάσιο έχει διαχυθεί σε όλη την κοινωνία, και έτσι η υποκειμενικότητα των ανθρώπων δεν καθορίζεται από τη μονοδιάστατη ένταξή τους σε έναν μηχανισμό (την επιχείρηση, την οικογένεια, τη φυλακή, το σχολείο) αλλά σε περισσότερους ταυτόχρονα. Αξιοποιώντας στο σημείο αυτό αναλύσεις της φεμινιστικής ιδίως βιβλιογραφίας, οι συγγραφείς υποστηρίζουν ότι κατά τον ίδιο τρόπο έχουν σχετικοποιηθεί οι διακρίσεις ανάμεσα σε εργασία, οικιακή φροντίδα (=αναπαραγωγή της εργατικής δύναμης), εκπαίδευση, ελεύθερο χρόνο κ.ο.κ.· πολλές δραστηριότητες εντάσσονται ταυτόχρονα σε δύο ή περισσότερες από τις ανωτέρω κατηγορίες.
Σημειωτέον πάντως ότι όλα αυτά καθόλου δεν σημαίνουν προσχώρηση σε κάποιου είδους θεωρία περί "πολυσθενών υποκειμένων" ή περί "τέλους της εργασίας". Η διάχυση αυτή δεν συνεπάγεται ότι η εργασία (και, κατά μείζονα λόγο, η καπιταλιστική εκμετάλλευση) "δεν είναι πλέον πουθενά", αλλά ακριβώς αντίθετα, ότι είναι παντού, ότι πολλαπλασιάζεται -γι' αυτό άλλωστε και πολλαπλασιάζονται οι δυνατότητες ανατροπής της.

2. "Η αντίσταση έρχεται πρώτη"

Για την εμπειρική-κοινωνιολογική τεκμηρίωση της ανωτέρω ανάλυσης δεν είμαι σε θέση να εκφέρω γνώμη. Ίσως κάποιοι πουν ότι είναι αυθαίρετη, ότι στερείται θεωρητικής αυστηρότητας, ότι "δεν παραθέτει στοιχεία" κ.ο.κ. Ωστόσο, πρέπει να έχουμε υπόψη μας ότι η Αυτοκρατορία είναι πρωτίστως ένα βιβλίο φιλοσοφικό και όχι κοινωνιολογικό ή οικονομικό. Από φιλοσοφική λοιπόν άποψη, ισχυρίζομαι ότι το βιβλίο αυτό κομίζει κάτι εξαιρετικά σημαντικό, το οποίο μάλιστα είναι σχετικά διακριτό από την προφητεία περί επέλευσης της αυτοκρατορίας και περί μαρασμού του έθνους-κράτους, μπορεί δε να γίνει αποδεκτό και να αξιοποιηθεί ακόμη και από όσους δεν συμμερίζονται απαραίτητα αυτή την εκτίμηση.
Η συμβολή λοιπόν της προσέγγισης των Χαρτ/Νέγκρι (στο εξής: Χ/Ν) συνίσταται σε μια τρομερά ενδιαφέρουσα, όσο και απλή τελικά, ιδέα που μας ανοίγει μια γόνιμη και πρωτότυπη οπτική για το ζήτημα της εξουσίας.
Για να πάρουμε μια ιδέα αυτής της οπτικής, θα μπορούσαμε να αρχίσουμε από μια επιγραμματική διατύπωσή της στη σ. 360:
"Όταν η δράση της αυτοκρατορίας είναι αποτελεσματική, αυτό οφείλεται όχι στη δική της δύναμη, αλλά στο γεγονός ότι ωθείται από την αντίρροπη ώθηση που προκαλεί η αντίσταση του πλήθους ενάντια στην αυτοκρατορική εξουσία. Κατ' αυτή την έννοια, θα μπορούσε κανείς να πει ότι η αντίσταση στην πραγματικότητα προηγείται της εξουσίας".
Στο σημείο ακριβώς αυτό, με μια υποσημείωση, οι συγγραφείς παραπέμπουν στο έργο του Ντελέζ με τον μονολεκτικό τίτλο Foucault, και ειδικότερα σε μια φράση του που οι ίδιοι φαίνεται απλώς να επαναδιατυπώνουν: "η τελευταία λέξη σχετικά με την εξουσία είναι ότι η αντίσταση έρχεται πρώτα".
Με βάση την ανάλυση των Χαρτ/Νέγκρι, ωστόσο, εγώ θα έλεγα ότι ούτε και αυτή η διατύπωση αρκεί για να αποδώσει την πρωτοτυπία της: ορθότερο θα ήταν να λέγαμε ότι, γι' αυτούς, αντί-σταση με την κυριολεξία του όρου είναι η εξουσία -και όχι αυτό επί του οποίου ασκείται. Η συνεργασία των ανθρώπων είναι δράση, δηλαδή θετική κίνηση, δύναμη (potentia), παραγωγή· η εκμετάλλευση και η εξουσία (potestas) επί της συνεργασίας αυτής συνιστά αφαίρεση, αδυναμία, οπισθοχώρηση.
Μια δεύτερη επιγραμματική διατύπωση της θεώρησης της εξουσίας που βρίσκουμε στην Αυτοκρατορία μάς δίνεται στη σ. 344:
"Το πλήθος κυβερνάται με τα εργαλεία του μεταμοντέρνου καπιταλιστικού συστήματος και εντός των κοινωνικών σχέσεων της πραγματικής υπαγωγής [στο κεφάλαιο].. .. Στην απο-εδαφικοποιημένη αυτονομία της, ωστόσο, η βιοπολιτική ύπαρξη του πλήθους έχει τη δυνατότητα να μετασχηματιστεί σε μια αυτόνομη μάζα νοήμονος παραγωγικότητας, σε μια απόλυτη δημοκρατική εξουσία, όπως θα έλεγε ο Σπινόζα. Αν αυτό συνέβαινε, η καπιταλιστική κυριαρχία επί της παραγωγής, της ανταλλαγής και της επικοινωνίας θα ανατρεπόταν. Η πρόληψη αυτού του κινδύνου είναι το πρώτο και πρωταρχικό καθήκον της αυτοκρατορικής διακυβέρνησης. Θα πρέπει να έχουμε κατά νου, όμως, ότι η συγκρότηση της Αυτοκρατορίας εξαρτάται, για την ίδια την ύπαρξή της, από τις δυνάμεις που συνιστούν αυτή την απειλή, τις αυτόνομες δυνάμεις της παραγωγικής συνεργασίας. Οι δυνάμεις αυτές πρέπει να ελεγχθούν, αλλά όχι να καταστραφούν" (η υπογράμμιση δική μου).
Η σύλληψη αυτή εξηγεί γιατί, στην Αυτοκρατορία, μία απ' τις πιο προσφιλείς παρομοιώσεις για τη λειτουργία του κεφαλαίου είναι η εικόνα του παράσιτου ή του ζόμπι.

2.1 Περί καταγωγών

Η ιδέα αυτή βέβαια δεν προέκυψε με παρθενογένεση. Ο βασικός πυρήνας της περιεχόταν ήδη σε αναλύσεις του ιταλικού εργατισμού από τη δεκαετία του '70.
Οι αναλύσεις αυτές, με τη σειρά τους, βασίζονταν σε μια γραμμή προσέγγισης που ενυπήρχε ήδη στον Μαρξ: είναι πολύ γνωστή η διατύπωση του τελευταίου για τη διαλεκτική παραγωγικών σχέσεων/παραγωγικών δυνάμεων, κατά την οποία φτάνει μια στιγμή που οι δεύτερες δεν χωρούν πλέον στο σχήμα των πρώτων, και τότε έχουμε επανάσταση και πέρασμα από έναν τρόπο παραγωγής σε έναν άλλο.
Η γραμμή αυτή ανάλυσης, και ιδίως η κωδικοποίησή της από το σταλινισμό και η ανάδειξή της σε καθολική "φιλοσοφία της ιστορίας" και σε κοσμοαντίληψη, έχει πολύ κακή φήμη στο πλαίσιο του θεωρητικού ρεύματος στο οποίο γενικά εντάσσεται το περιοδικό που κρατάτε ανά χείρας. Και δικαίως, καθότι έχει αξιοποιηθεί αποκλειστικά από μια οικονομιστική και εξελικτιστική ανάγνωση του μαρξικού έργου. Κατά την ανάγνωση αυτή, την πρωτοκαθεδρία της ιστορικής εξέλιξης κατέχουν οι "παραγωγικές δυνάμεις" και η "οικονομική βάση", οι οποίες υποτίθενται ως "οι αντικειμενικοί όροι της κοινωνικής ύπαρξης", ενώ ταυτόχρονα οι υποστηρικτές της διακηρύσσουν ότι "δεν αρνούνται" πως, "υπό καθορισμένες συνθήκες", οι "υποκειμενικοί όροι", δηλ. οι παραγωγικές σχέσεις και το εποικοδόμημα, μπορούν να διαδραματίσουν και αυτοί κάποιο ρόλο και να επενεργήσουν "με τη σειρά τους" επί της βάσης.
Το πρόβλημα βέβαια με αυτή την ανάλυση είναι ότι, όσο και αν διαβεβαιώσουμε ότι οι δύο όροι αυτού του δίπολου τελούν σε "στενή σχέση", πρόκειται πάντα για μια σχέση εξωτερικότητας, η οποία δεν μπορεί να εξορκιστεί ούτε με πληθωρικούς όρκους πίστης στη διαλεκτική.
Αυτή η μαρξικής καταγωγής θέση, λοιπόν, εμφανίζεται στην Αυτοκρατορία κυριολεκτικά αγνώριστη, σε μια ανάγνωση που έχει ρητά ξεκόψει όχι μόνο από τον ιστορικισμό, όχι μόνο από τη διάκριση βάσης-εποικοδομήματος (η οποία δεν απαντά καν ως διατύπωση), αλλά και από την ίδια τη διαλεκτική.
Για την τολμηρή αυτή επιλογή θα πούμε μερικά πράγματα παρακάτω. Εδώ έχει σημασία να επισημάνουμε ότι η εκδοχή των Χαρτ/Νέγκρι για τον "παρασιτισμό του κεφαλαίου" είναι ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα του πώς δύο προβληματικές μπορεί να χρησιμοποιούν ακόμη και τους ίδιους όρους, αλλά στην ουσία να είναι εντελώς διαφορετικές -έως αντίθετες.
Πράγματι, κατά τη συνήθη ερμηνεία της φράσης του Μαρξ από τους επιγόνους του, η αντίθεση μεταξύ παραγωγικών δυνάμεων και παραγωγικών σχέσεων τοποθετείται λίγο-πολύ στο πεδίο της υπερβατικότητας: συνίσταται κατ' ουσίαν στο ότι οι πρώτες υπερβαίνουν το πλαίσιο που θέτουν οι δεύτερες. Αυτό, με τη σειρά του, δεν σημαίνει τίποτε άλλο παρά μια υποθετική δυνατότητα: "αν είχαν αφεθεί ελεύθερες, οι παραγωγικές δυνάμεις θα μπορούσαν να παραγάγουν πολύ περισσότερα, αλλά ο καπιταλισμός τις εμποδίζει".
Ο υλισμός των Χαρτ και Νέγκρι, όμως, είναι απολύτως, και ανυποχώρητα, ένας υλισμός της εμμένειας -δηλαδή τελικά ο μόνος δυνατός υλισμός. Γι' αυτό, αντιτίθεται σε οποιαδήποτε υπερβατικότητα με το ίδιο πείσμα -και για τους ίδιους λόγους-- που απορρίπτει και τη διαλεκτική. Αυτοί θεωρούν ότι η ικανότητα των μαζών να παράγουν (όχι μόνο, ούτε κυρίως, προϊόντα, αλλά πάνω απ' όλα συνεργασία, γνώση, επικοινωνία, τελικά τη ζωή την ίδια) ξεπερνά εδώ και τώρα, και μάλιστα έχει ήδη ξεπεράσει, βρίσκεται πάντοτε πιο μπροστά από το σημείο στο οποίο είναι αγκυροβολημένο το καθεστώς συσσώρευσης και ελέγχου στο οποίο στηρίζεται το κεφάλαιο -και όχι ότι "θα μπορούσε" να το ξεπεράσει σε κάποιο υποθετικό μέλλον.

2.2. Μια νέα τοπογραφία της εξουσίας

Για να γίνει σαφής αυτή η διάσταση και, ταυτόχρονα, να προκύψουν κάποιοι περαιτέρω συνειρμοί οι οποίοι μας βοηθούν να κατανοήσουμε καλύτερα την καταγωγή και τις εκλεκτικές συγγένειες της βασικής σύλληψης των Χ/Ν, θα παραθέσω και μία ακόμη, τρίτη διατύπωσή της στην Αυτοκρατορία:
"Η ιστορία των κεφαλαιοκρατικών μορφών είναι πάντοτε αναγκαίως μια αντιδραστική ιστορία: αν αφηνόταν στον εαυτό του, το κεφάλαιο ποτέ δεν θα εγκατέλειπε ένα καθεστώς κέρδους. Με άλλα λόγια, ο καπιταλισμός υφίσταται συστημικό μετασχηματισμό μόνο όταν εξαναγκάζεται και όταν ένα συγκεκριμένο καθεστώς δεν είναι πλέον βιώσιμο. Για να συλλάβουμε τη διαδικασία από την προοπτική του ενεργού στοιχείου της, είναι ανάγκη να υιοθετήσουμε την οπτική γωνία της άλλης πλευράς -δηλαδή την οπτική γωνία του προλεταριάτου και, ταυτόχρονα, την οπτική γωνία του εναπομένοντος μη καπιταλιστικού κόσμου που προοδευτικά σύρεται μέσα στις κεφαλαιοκρατικές σχέσεις. Η δύναμη του προλεταριάτου επιβάλλει όρια στο κεφάλαιο και όχι μόνο καθορίζει την κρίση, αλλά επιπλέον υπαγορεύει τους όρους και τη φύση του μετασχηματισμού. Το προλεταριάτο ουσιαστικά επινοεί τις κοινωνικές και παραγωγικές μορφές τις οποίες το κεφάλαιο θα αναγκαστεί να υιοθετήσει στο μέλλον" (σ. 268· η πρώτη υπογράμμιση δική μου, η δεύτερη των συγγραφέων).
Το χωρίο αυτό είναι σημαντικό και διότι μας παραπέμπει σε έναν άλλο "γενέθλιο τόπο" της προβληματικής τής Αυτοκρατορίας. Δεν ξέρω αν συνειδητά ή όχι, πάντως η φράση αυτή που έχω υπογραμμίσει ουσιαστικά παραφράζει μια άλλη περίφημη διατύπωση από ένα έργο πολιτικής ανάλυσης που γράφτηκε πριν αρκετούς αιώνες· την εξής:
"Με τον ίδιο τρόπο που, όσοι ζωγραφίζουν τοπία, τοποθετούνται χαμηλά στην πεδιάδα για να θεωρήσουν τη φύση των ορέων και των υψηλών τόπων, ενώ για να θεωρήσουν τη φύση των χαμηλών τόπων τοποθετούνται ψηλά επάνω στα όρη, ομοίως, για να γνωρίσει κανείς καλά τη φύση των λαών απαιτείται να είναι ηγεμόνας και για να γνωρίσει καλά τη φύση των ηγεμόνων απαιτείται να είναι λαϊκός".
Ακολουθώντας πιστά τη μεθοδολογική επιλογή της "χαμηλής γωνίας θέασης" που εκτίθεται στη μεταφορά τού τοπιογράφου από την εναρκτήρια αυτή αφιέρωση του Ηγεμόνα, οι Χ/Ν επιμένουν ότι, για να δούμε την αυτοκρατορία, πρέπει να στρέψουμε το βλέμμα μας στο πλήθος. Και αυτή η στροφή του βλέμματος προς το πλήθος, την multitude, παράγει μια νέα τοπιογραφία και, θα έλεγα, μία νέα τοπολογία για τις σχέσεις εξουσίας.
Πολύ συχνά, στη μαρξιστική παράδοση τείναμε να θεωρούμε την πολιτική αντιπαράθεση και την ταξική πάλη με βάση την στρατιωτικής καταγωγής εικόνα δύο αντίπαλων στρατοπέδων. Είναι γνωστή η απόρριψη της εικόνας αυτής εκ μέρους του Αλτουσέρ, ο οποίος σαρκαστικά την παρομοίωσε με την εικόνα ενός γηπέδου ράγκμπι στο οποίο κάθε ομάδα βρίσκεται ήδη συνεστημένη και έτοιμη στη δική της περιοχή και, άρα, τελεί σε σχέση εξωτερικότητας ως προς την άλλη.
Η ανάλυση της Αυτοκρατορίας παράγει εμπράκτως μία άλλη εικόνα η οποία εκτοπίζει ακόμα πιο ριζικά αυτή την παρομοίωση. Η αυτοκρατορία και το πλήθος δεν είναι δυνατό να βρίσκονται αντιμέτωποι σε δύο ξεχωριστά στρατόπεδα, διότι απλούστατα η συλλογική παραγωγή και (συν)εργασία δεν έχει μπροστά και απέναντί της την ιδιωτική ιδιοποίηση και κυριαρχία, την έχει πίσω της, στην πλάτη της. Την έχει ήδη ξεπεράσει και έχει βγει πέραν αυτής και όχι προ αυτής. Το πλήθος είναι μία συντακτική δύναμη (constituent power), μια άπειρη παραγωγικότητα και δημιουργία (κάτι σαν το θεό-φύση του Σπινόζα), ενώ η συντεταγμένη εξουσία είναι ένα μικρό μέρος, ένα υποσύνολο αυτής το οποίο απλώς σφετερίζεται, δαμάζει και διοχετεύει κατά τρόπο επικερδή για το ίδιο αυτή την αέναη ροή σωμάτων, σκέψεων και συναισθημάτων.

3. Η ηθική του κομμουνιστή

Δεν είναι όμως μόνο αυτό. Η Αυτοκρατορία υιοθετεί τη γραμμή προσέγγισης του Μακιαβέλι, αλλά υπό την ειδικότερη, "αριστερή" ανάγνωσή της που πραγματοποίησε λίγες δεκαετίες αργότερα ο Σπινόζα -και συνέχισε λίγους αιώνες αργότερα ο Αλτουσέρ. Και η υιοθέτηση της σπινοζικής "οπτικής γωνίας του πλήθους" έχει ένα εξαιρετικά απρόσμενο και πρωτότυπο αποτέλεσμα για την ανάλυση της Αυτοκρατορίας.
Η κατεύθυνση ήδη διαφαίνεται στην παράγραφο της Πολιτικής Πραγματείας που μόλις παρατέθηκε στην υποσημείωση. Σε αυτήν, αποτυπώνεται πολύ καθαρά "η διαφορά της σπινοζικής κριτικής προς τη μοναρχική εξουσία -και κατ' επέκταση, προς κάθε εξουσία-- από την αντίστοιχη φιλελεύθερη κριτική: "η σύλληψη της ουσίας του κράτους (στο Σπινόζα, imperium) με βάση τη δύναμη του πλήθους, αποκλείει τη σύλληψη κατά την οποία υφίσταται σχέση "μηδενικού αθροίσματος" μεταξύ της δύναμης του μονάρχη και των δικαιωμάτων των υπηκόων. Ο Σπινόζα συμμερίζεται την παραδοσιακή αγωνία της φιλελεύθερης θεωρίας για τον κίνδυνο μιας επιβουλής του πρώτου κατά των δεύτερων. Ωστόσο το εντυπωσιακό είναι ότι, κατ' αυτόν, ο κίνδυνος δεν προέρχεται από την παντοδυναμία του μονάρχη, αλλά από (το φόβο, δηλαδή) την αδυναμία του. Η καταπίεσή του είναι άσκηση προληπτικής βίας: είναι απόρροια όχι του γεγονότος ότι είναι ανεξέλεγκτος νομικά, αλλά ότι θέλει να προφυλαχθεί από κάτι που αισθάνεται να τον απειλεί πραγματικά".
Η προκαταβολική αυτή απόρριψη της φιλελεύθερης (ή διαλεκτικής με την κακή έννοια) αντίληψης των σχέσεων εξουσίας, ακριβέστερα των σχέσεων της εξουσίας προς αυτό επί του οποίου ασκείται, ανοίγει το δρόμο για μία κατάταξη που νομιμοποιείται και επιβάλλεται από την ίδια την ανάλυση του Σπινόζα για τα ανθρώπινα πάθη: με βάση τη σπινοζική ηθική, η εξουσίαση τοποθετείται αμετάκλητα από τη μεριά των αρνητικών ή θλιβερών παθών, εφόσον συνδέεται με το φόβο, το μίσος, τη λύπη, με άλλα λόγια με ό,τι αδυνατίζει και μειώνει τη δύναμη των σωμάτων και των ψυχών, με ό,τι παρεμποδίζει τη δράση και, άρα, τη χαρά.
Οι Χ/Ν συνειδητά προσχωρούν στη σύλληψη αυτή, την παίρνουν στα σοβαρά και βασίζουν ουσιαστικά σε αυτή το σύνολο της θεωρητικής αλλά και, κυρίως, της πρακτικής τους παρέμβασης που συντελείται με την Αυτοκρατορία -με αποκορύφωμα την εντυπωσιακή ακροτελεύτια ενότητα που φέρει τον μονολεκτικό τίτλο Militant.
"Ακόμη μια φορά στη μετα-νεωτερικότητα βρισκόμαστε στην κατάσταση του Φραγκίσκου [της Ασίζης], να θέτουμε, ενάντια στη μιζέρια της εξουσίας, τη χαρά τού Είναι. Την επανάσταση αυτή καμιά εξουσία δεν θα την ελέγξει -διότι η βιοπολιτική δύναμη και ο κομμουνισμός, η συνεργασία και η επανάσταση παραμένουν μαζί, με αγάπη, απλότητα, και επίσης με αθωότητα. Αυτή είναι η ακατανίκητη ελαφρότητα και χαρά τού να είσαι κομμουνιστής".
Αυτά τα απίστευτα λόγια, που δεν μοιάζουν με οτιδήποτε έχει γραφτεί εδώ και πολλές δεκαετίες στο πλαίσιο της ορθόδοξης -ή άλλης-- κομμουνιστικής πολιτικής φιλολογίας, που θα μας φαινόταν πιο ταιριαστό να έχουν ειπωθεί στο πλαίσιο της ελευθεριακής-αναρχικής παράδοσης ή της θεολογίας της απελευθέρωσης, δεν προκύπτουν από καμία αφέλεια και κανένα βολονταρισμό, αλλά από τη συνεπή, more geometrico εφαρμογή της προαναφερθείσας κατάταξης: η κυριαρχία και η τάξη είναι φόβος, δυσπιστία, μιζέρια· ο τόπος της επαναστατικής πρακτικής δεν μπορεί παρά να είναι η αγάπη της ζωής και όχι ο φόβος του θανάτου, δηλαδή η χαρά, αυτό που ευνοεί και συμβάλλει με τη δύναμη του σώματός μας να δρα.
Η σύλληψη αυτή εκτιμώ ότι μόνο καλό μπορεί να κάνει σε όσους (αυτοθεωρούμενους) επαναστάτες ή αγωνιστές συναντηθούν μαζί της. Πράγματι, διεθνώς η εικόνα που έδιναν οι στρατευμένοι (militants) στον αγώνα της παραδοσιακής Αριστεράς έχει συνδεθεί με την προσήλωση στα "ασκητικά ιδανικά", που θα έλεγε και ο Νίτσε· υπερβολικά συχνά παίρναμε για αγωνιστικότητα την εριστικότητα, την καχυποψία και τη διάθεση καταγγελίας. Αλλά και στην Ελλάδα ακόμη πιο έντονα ίσως, η εικόνα του κομμουνιστή και της κομμουνίστριας τα τελευταία χρόνια ως επί το πλείστον δείχνει να έχει δομηθεί πάνω στο πρότυπο του εισαγγελέα. Αντί να εκπέμπει κάποια θετική και δημιουργική ενέργεια, ο δημόσιος λόγος των κομμουνιστών/-στριών δίνει την εντύπωση βλοσυρών και αγέλαστων ανθρώπων που κυριαρχούνται από αρνητικά πάθη: μνησικακία, υπεροψία, περιχαράκωση, αίσθηση ότι ο κόσμος τους χρωστάει. .. Και η εικόνα αυτή είναι προφανές ότι δεν μπορεί να είναι ελκυστική για κανέναν.
Η εικόνα αντίθετα που προβάλλουν ως πρότυπο αγωνιστή οι Χ/Ν είναι οι Wobblies, οι αμερικανοί συνδικαλιστές των Industrial Workers of the World, οι οποίοι στο μεσοπόλεμο βάλθηκαν να οργανώσουν την υβριδική και πολυεθνική εργατική τάξη των ΗΠΑ ρίχνοντας το σύνθημα για "One Big Union" (σ. 206), χωρίς να προσπαθούν να υπερασπιστούν την "πολιτισμική τους παράδοση που απειλείται" ή το "συμφέρον του λαού και του τόπου". Αντί να υιοθετήσουν αμυντική και δύσπιστη στάση, αποδέχτηκαν απολύτως και με εμπιστοσύνη το γίγνεσθαι, εν προκειμένω την τάση υπέρβασης του έθνους (και του λαού, ως "λαού του έθνους"), και μάλιστα την αναγνώρισαν ως δική τους και προσπάθησαν να την ωθήσουν ακόμα περισσότερο, πέρα από τα όρια που άντεχε ο ίδιος ο καπιταλισμός, που εκ πρώτης όψεως την προωθούσε.
Ε, λοιπόν, ναι, με αυτή την ευκαιρία, ας πούμε καθαρά και κάτι άλλο που εν μέρει υπαινίχθηκα προηγουμένως: η Αυτοκρατορία δεν είναι καθόλου αντιαμερικανικό βιβλίο. Υποψιάζομαι μάλιστα ότι αρκετοί θα το θεωρήσουν "φιλοαμερικανικό" -ιδίως όσοι "ούτε χαίρονται ούτε λυπούνται" όταν δολοφονούνται εργαζόμενοι που τυχαίνει να είναι υπήκοοι των ΗΠΑ. Δεν πειράζει· τόσο το χειρότερο γι' αυτούς. Αυτό δεν θα δείξει τίποτε άλλο απ' το ότι, αν στην Ελλάδα αυτοί ειδικά οι άνθρωποι, of all people, θεωρούνται ως κύριοι ή και αποκλειστικοί εκπρόσωποι του είδους "κομμουνιστής", αυτό αποτελεί ένα ιστορικό ατύχημα που οφείλεται μόνο σε ιστορική αδράνεια και όχι σε κάποια ουσιαστική σχέση με την υλική τάση του κομμουνισμού, η οποία δεν μπορεί παρά να είναι μια πρακτική της χαράς.

4. Συλλογικές δημιουργίες

Ας επανέλθουμε όμως λίγο στην αντίληψη αυτή περί εξουσίας που εκτίθεται στην Αυτοκρατορία και ας επισημάνουμε μία ακόμη συνέπεια που προκύπτει απ' αυτή.
Παρέθεσα προηγουμένως μια διατύπωσή της, ότι "το προλεταριάτο ουσιαστικά επινοεί τις κοινωνικές και παραγωγικές μορφές τις οποίες το κεφάλαιο θα αναγκαστεί να υιοθετήσει στο μέλλον". Τη διατύπωση αυτή οι Χ/Ν την παίρνουν στα σοβαρά και προσπαθούν να την εφαρμόσουν σε όλη την έκταση του βιβλίου, με όσο το δυνατόν μεγαλύτερη συνέπεια. Έτσι, υπονοούν ότι μεταξύ των "κοινωνικών και παραγωγικών μορφών" τις οποίες επινόησαν οι μάζες και υιοθέτησε εκ των υστέρων το κεφάλαιο είναι η ευκαμψία και η απασχολησιμότητα.
Πράγματι, από την ανάλυσή τους προκύπτει ότι, πριν μεταμορφωθούν και γίνουν "σημαίες" του μεταμοντέρνου καπιταλισμού και της αποδιάρθρωσης των εργασιακών δικαιωμάτων, αυτές που καταγράφηκαν ως "άτυπες μορφές απασχόλησης" υπήρξαν αίτημα του εργαζόμενου πλήθους τόσο στο δυτικό όσο και στον ανατολικό κόσμο. Το αίτημα βέβαια αυτό δεν ακολούθησε τους θεσμοποιημένους δρόμους της συνδικαλιστικής διεκδίκησης, δεν εκφράστηκε δημόσια και ρητά αλλά, τις περισσότερες φορές, έμπρακτα και σιωπηρά. Ήταν αυτό που, στις χώρες της Δύσης, εμψύχωσε και κινητοποίησε την άρνηση της νεολαίας απέναντι στην εργασιακή πειθαρχία των προγραμματισμένων ωραρίων -αλλά και, ταυτόχρονα, απέναντι στην πειθαρχία της παραδοσιακής σεξουαλικής/οικογενειακής ηθικής-- από τα τέλη της δεκαετίας του '60 και μετά. Ήταν επίσης αυτό που, στις χώρες της Ανατολής, στην ίδια τη Σοβιετική Ένωση, προκάλεσε τη βουβή άρνηση, την υπονόμευση, τη "λούφα" απέναντι στη "σοσιαλιστική πειθαρχία" εκ μέρους ενός ανθρώπινου δυναμικού, του οποίου η συσσωρευμένη "βιοπολιτική δυναμική", η δυνατότητα να παράγει τη ζωή μέσα από δίκτυα επικοινωνίας και συνεργασίας, ασφυκτιούσε μέσα στον κορσέ του συγκεντρωτικού κρατικού σχεδιασμού. Με αποκορύφωμα τελικά τη μαζική έξοδο του πληθυσμού της Ανατολικής Γερμανίας που συνόδευσε την οριστική κατάρρευση του καθεστώτος.
Αυτό προφανώς δεν σημαίνει ότι αίτημα και επιδίωξη του πλήθους υπήρξε η πλήρης κατάργηση των ωραρίων και η διείσδυση της κεφαλαιακής σχέσης σε όλη την έκταση του χρόνου και του χώρου των εργαζόμενων ανδρών και γυναικών, την οποία παρατηρούμε σήμερα· αυτές προέκυψαν από την προσπάθεια του καπιταλισμού να απομιμηθεί και να "καπελώσει" το αίτημα που διατυπωνόταν έμπρακτα από την κίνηση των μαζών και, ταυτόχρονα, να το κενώσει εκ των προτέρων από το απελευθερωτικό του περιεχόμενο, να το καταστήσει ακίνδυνο και να το εντάξει στη δική του στρατηγική.
Πάνω απ' όλα, όμως, οι συγγραφείς φτάνουν στο σημείο να υπονοήσουν ότι η ίδια η λεγόμενη "παγκοσμιοποίηση" αποτελεί επίσης οικειοποίηση -και ταυτόχρονα μετασχηματισμό, φυσικά-- ενός αιτήματος που επίσης προέκυπτε από την κίνηση του πλήθους. Η υπέρβαση του εθνικού κράτους ενυπήρχε στρατηγικά στον ίδιο τον αγώνα των εργαζόμενων τάξεων, ήδη σε μια περίοδο που το έθνος-κράτος ήταν ο κατεξοχήν "τόπος του κεφαλαίου", ο πιο πρόσφορος τύπος οργάνωσης των αστικών κοινωνιών. Μπροστά στην αμφισβήτηση αυτού του τύπου οργάνωσης, το κεφάλαιο επέλεξε τη "φυγή προς τα μπρος" και επιδέξια υιοθέτησε τη μορφή της αμφισβήτησης των συνόρων. Τη μορφή αυτή άρχισε φυσικά να την προωθεί σε μια εκδοχή νεοφιλελεύθερη, δηλαδή στην κατεύθυνση της απορύθμισης και της άρσης των εμποδίων στις ροές κεφαλαίου· με τον τρόπο αυτό επιδίωκε, και επιδιώκει, να προ(κατα)λάβει την αμφισβήτηση των συνόρων σε μια κατεύθυνση ελεύθερης κυκλοφορίας τής multitudo, των σωμάτων, των ιδεών και των επιθυμιών των ανθρώπων, χωρίς τον έλεγχο του κεφαλαίου και του κράτους (του). Και σε αυτή την περίπτωση, επομένως, η εξουσία σφετερίστηκε ένα αίτημα που προέκυπτε ως τάση από την ύπαρξη της αντίστασης και, εν συνεχεία, εμφανίστηκε αυτή ως ο γνήσιος εκφραστής του και ως ο μόνος φορέας που μπορεί να θέσει και να ικανοποιήσει το αίτημα αυτό.
Αν είναι έτσι, αυτό έχει προφανείς επιπτώσεις στο ζήτημα της στρατηγικής του επαναστατικού κινήματος. Πράγματι, η υπόδειξη των Χ/Ν όσον αφορά την πολιτική της Αριστεράς, και ιδίως του λεγόμενου "κινήματος κατά της νεοφιλελεύθερης παγκοσμιοποίησης", θα μπορούσε να συνοψιστεί στη συνθηματολογική διατύπωση: "όχι φρένο, αλλά ακόμη περισσότερο γκάζι".
Αν δεχτούμε τη σύλληψη που προσπάθησα να εκθέσω προηγουμένως, τότε η πολιτική της εξουσίασης -ή μάλλον η ίδια η ύπαρξή της-- αποτελεί ήδη αντίσταση. Το να αντιστεκόμαστε σε μία αντίσταση δεν είναι δυνατό να αποτελεί μια πρακτική της χαράς· θα ήταν το αποκορύφωμα της δυστυχίας και της μιζέριας, θα ήταν αρνητισμός εις την δευτέραν. Οι επιλογές της αυτοκρατορίας είναι βέβαια αντίπαλές μας, αλλά δεν είναι "απέναντί" μας, αλλά πίσω μας· εάν αμυνθούμε σε αυτές, τότε θα πάμε ακόμα πιο πίσω από το ήδη οπισθοχωρημένο σημείο στο οποίο βρίσκονται. Η απάντηση είναι να υιοθετήσουμε ανοιχτό παιχνίδι, να μην κλειστούμε στην άμυνα αφήνοντας το γήπεδο στην αυτοκρατορία αλλά να αγωνιστούμε με πολλούς επιθετικούς. Αυτό μπορεί να έχει ένα ρίσκο, αλλά, όπως έλεγε ο Πασκάλ, δεν είναι καν στο χέρι μας να αποφύγουμε το ρίσκο: από τη στιγμή που παίζουμε, έχουμε ήδη στοιχηματίσει και δεν υπάρχει καμιά εγγύηση και καμιά βεβαιότητα για την έκβαση του στοιχήματος.

5. Κάποια πράγματα για το ζήτημα της τακτικής

Επειδή αυτό ίσως φαίνεται ακόμη αφηρημένο, ας συγκεκριμενοποιήσουμε κάπως περισσότερο τι συνεπάγεται αυτή η κριτική προς τις υπαρκτές πρακτικές αντίστασης. Μία από τις ενστάσεις προς την Αυτοκρατορία ήταν ότι δεν απολήγει σε κάποια απτή πρόταση για την πολιτική πρακτική. Όσα ακολουθούν δεν φιλοδοξούν φυσικά να διερμηνεύσουν ή να υποκαταστήσουντη "γνήσια" βούληση των συγγραφέων για το ζήτημα -αυτό ίσως το κάνουν οι ίδιοι στο νέο βιβλίο που ετοιμάζουν αυτή την περίοδο--, αλλά απλώς να δώσουν μία εκδοχή για το τι μπορεί να σημαίνει στο πεδίο της δράσης η προσέγγισή τους.
Πολύ συχνά στο πλαίσιο της Αριστεράς χρησιμοποιούμε εκφράσεις όπως "οι επιλογές των κυρίαρχων", "τα σχέδια του ιμπεριαλισμού (στην περιοχή μας)" κ.ά. παρόμοιες. Το πρόβλημα είναι ότι οι αναλύσεις αυτές, ακόμη και όταν δεν παραπέμπουν σε κάποιου είδους θεωρία συνωμοσίας, αποδίδουν στις κινήσεις του ιμπεριαλισμού -εν προκειμένω, της αυτοκρατορίας-- μία αυτονομία την οποία δεν έχουν. Αν θεωρήσουμε ότι η αυτοκρατορία είναι ένα υποκείμενο με απεριόριστη εξουσία και δύναμη πρωτοβουλίας, το οποίο σχεδιάζει, υλοποιεί κ.ο.κ., τότε φυσικώ τω τρόπω ως δικό μας καθήκον εμφανίζεται η αντίσταση σε αυτά τα "σχέδια". Ωστόσο, οι Χ/Ν επιμένουν ότι οι κινήσεις της αυτοκρατορίας δεν γίνονται εν κενώ και σε απεριόριστη ελευθερία, αλλά αντιθέτως αποτελούν ήδη απάντηση στην κίνηση του πλήθους, το οποίο προσπαθούν να τιθασεύσουν, να ρυθμίσουν και να διαμορφώσουν βιοπολιτικά κατά τρόπο πρόσφορο ώστε να λειτουργεί "παραγωγικά" και να μην απειλεί την κεφαλαιοκρατική οργάνωση των κοινωνικών σχέσεων.
Γι' αυτό η δράση (=αντίδραση) της αυτοκρατορίας έχει δύο όρια, ένα προς τα πάνω και ένα προς τα κάτω: δεν μπορεί να κατατείνει στην καταστροφή, στην εκμηδένιση της παραγωγικής δύναμης του πλήθους, διότι τότε θα καταστραφεί και η ίδια· αλλά ούτε μπορεί να αφήσει ανεμπόδιστη τη δύναμη αυτή να παραγάγει το σύνολο των αποτελεσμάτων που απορρέουν αναγκαία από αυτήν, διότι τότε και πάλι θα καταστραφεί. Το "επιθετικό παιγνίδι" της απελευθερωτικής πολιτικής του οργανωμένου πλήθους οφείλει να θέτει ως στόχο το ανώτατο και όχι το κατώτατο όριο των κινήσεων της αυτοκρατορίας, οφείλει να προσβάλλει το ισχυρό και όχι το αδύνατο σημείο του αντιπάλου.
Πώς γίνεται αυτό;
Όπως είναι γνωστό, και όπως είχα υποστηρίξει παλιότερα, "η συγκρότηση των νεότερων αστικών κρατών συνίστατο στην "εδαφικοποίηση μιας ιστορίας και στην ιστορικοποίηση ενός εδάφους και ενός πληθυσμού", αφενός, και αφετέρου στη νομική κατοχύρωση ορισμένων δικαιωμάτων σε αυτόν ειδικά τον πληθυσμό. Τόσο η μία, όσο και η άλλη διαδικασία είναι σύμφυτες με τον καπιταλισμό και δεν μπορούν να νοηθούν χωριστά η μια απ' την άλλη. Συνιστούν τη διπλή κίνηση της ειδικά καπιταλιστικής εξατομίκευσης/ομογενοποίησης, τον ειδικά καπιταλιστικό τρόπο παραγωγής της ανθρώπινης υποκειμενικότητας και, ταυτόχρονα, υπαγωγής της σε μια συλλογικότητα". Εξάλλου, σε πολλά άλλα κείμενα αυτού του περιοδικού έχει διατυπωθεί η θέση ότι τόσο ο εθνικισμός, όσο και ο νομικισμός -σήμερα δε ο ορθολογικός-διαφωτιστικός "κοσμοπολιτισμός των δικαιωμάτων"-- αποτελούν δίδυμες και αλληλοσυμπληρούμενες πτυχές της συγκρότησης της αστικής εξουσίας στις οποίες η Αριστερά οφείλει να αντιπαρατίθεται εξίσου.
To πρακτικό δίδαγμα που μπορούμε να συναγάγουμε από την ανάλυση της Αυτοκρατορίας συμπίπτει απόλυτα με την προσέγγιση του περιοδικού ως προς την αξιολόγηση των δύο αυτών τάσεων συγκρότησης της κοινωνικής ζωής και την ανάγκη αντιπαράθεσης με αυτές, χωρίς πάντως να συμπίπτει απόλυτα ως προς την πραγματική εκτίμηση της ιστορικής τους ανθεκτικότητας στην παρούσα συγκυρία.

5.1. "Στα τσακίδια το έθνος... "

Ας τα δούμε αναλυτικά. Πρώτα απ' όλα, ως προς την "ανάγκη αντιπαράθεσης στο έθνος" οι Χ/Ν είναι εξίσου -αν όχι περισσότερο-- κατηγορηματικοί με τις πλέον προωθημένες διατυπώσεις της μειοψηφικής αντιεθνικιστικής μερίδας της ελληνικής Αριστεράς.
Θα φέρω ένα παράδειγμα. Στο περιοδικό "Μανιφέστο" (αρ. 4, Ιούλιος-Αύγουστος 2001) δημοσιεύτηκε κείμενο του Γιώργου Σιούνα, το οποίο έλεγε τα εξής.
"Ας ξεκινήσουμε κάπως προκλητικά: Καλώς ήλθε η παγκοσμιοποίηση! Αν το κράτος (τους)-έθνος (τους) συρρικνώνεται και εξαφανίζεται, στα τσακίδια! Δεν πρόκειται να κλάψουμε κιόλας. Δεν θα μας λείψουν και πολύ οι πόλεμοί του, τα εκατομμύρια νεκροί του, οι παρανοϊκές μυθολογίες του ...".
Είτε συνειδητά είτε κατά σύμπτωση, το απόσπασμα αυτό εκφράζει πολύ πιστά το πνεύμα της Αυτοκρατορίας. Προς απόδειξη, αντί πολλών άλλων δυνατών παραδειγμάτων, αρκεί να παραθέσουμε το παρακάτω:
"Η νεωτερική αρνητικότητα εντοπίζεται όχι σε κάποιο υπερβατικό βασίλειο, αλλά στη σκληρή πραγματικότητα που βρίσκεται μπροστά μας: τα πεδία των πατριωτικών μαχών στον πρώτο και το δεύτερο παγκόσμιο πόλεμο, από τα φονικά πεδία στο Βερντέν στους φούρνους των Ναζί και την εν ριπή οφθαλμού εξόντωση χιλιάδων ανθρώπων στη Χιροσίμα και το Ναγκασάκι, τους ισοπεδωτικούς βομβαρδισμούς στο Βιετνάμ και την Καμπότζη, τις σφαγές από το Σετίφ και το Σοβέτο μέχρι τη Σάμπρα και τη Σατίλα, και ο κατάλογος είναι ατέλειωτος. (...). Ε, λοιπόν, αν αυτή η νεωτερικότητα έχει φτάσει στο τέρμα, και αν το νεωτερικό έθνος-κράτος που χρησίμευσε ως η αναπόδραστη προϋπόθεση για την ιμπεριαλιστική κυριαρχία και για αμέτρητους πολέμους εξαφανίζεται από την παγκόσμια σκηνή, τότε ας πάει στην ευχή!".
Οι Χ/Ν απορρίπτουν τη μορφή-έθνος τόσο ριζικά, που αρνούνται να της αναγνωρίσουν το παραμικρό ελαφρυντικό ή να την δεχτούν ως ένα "μεταβατικό στάδιο" ή έστω ως "αναγκαίο κακό". Π.χ. προσφιλές επιχείρημα του αριστερού εθνικισμού αποτέλεσε ο ισχυρισμός ότι το έθνος, τόσο στην Ευρώπη του 18ου-19ου αιώνα όσο και στον τρίτο κόσμο του 20ού, διαδραμάτισε "ιστορικά προοδευτικό ρόλο" και αποτέλεσε τη βάση για τη μετέπειτα ανάπτυξη του λαϊκού κινήματος και της Αριστεράς. Με άλλα λόγια, ο ισχυρισμός ότι η εθνική κυριαρχία υπήρξε η λογική και πραγματική προϋπόθεση της λαϊκής. Οι συγγραφείς της Αυτοκρατορίας δεν διαφωνούν με αυτή τη σύνδεση, πλην όμως δεν θεωρούν ότι αυτό αρκεί για να αντιμετωπίσουν ευνοϊκότερα την εθνική κυριαρχία· διότι απλούστατα αυτοί απορρίπτουν συνολικά την ίδια την έννοια της κυριαρχίας, είτε στην εθνική είτε στη λαϊκή εκδοχή της. Σε μια κριτική εξαιρετικής τόλμης και οξύτητας, υποστηρίζουν ότι, όπως και το έθνος, ο λαός αποτελεί μια ανθρωπομορφική έννοια η οποία "ανάγει τα πολλά στο ένα" και, κατά συνέπεια, τιθασεύει την ελεύθερη και άπειρη παραγωγικότητα της συνεργασίας των ανθρώπων και την προετοιμάζει για να υπαχθεί σε μια εξίσου ενιαία εξουσία. Όσο για τις δυνάμει επαναστατικές ιδιότητες της έννοιας του έθνους, αυτές αποπέμπονται χωρίς περιστροφές με την αφοριστική διατύπωση: "Ποτέ η έννοια του έθνους δεν ήταν τόσο αντιδραστική όσο όταν αυτοπαρουσιαζόταν ως επαναστατική".
Κατά τα ανωτέρω, η Αυτοκρατορία είναι εξίσου κριτική με τη βασική γραμμή των Θέσεων ως προς την προσέγγιση του "αριστερού πατριωτισμού", με τη διαφορά ότι δεν πρόκειται για την ίδια ακριβώς κριτική:
" Για την πατριωτική προσέγγιση, το έθνος-κράτος χάνει έδαφος μπροστά στην πρόοδο της παγκοσμιοποίησης και η αριστερά οφείλει να το υπερασπιστεί, ή έστω να υπερασπιστεί ορισμένες πτυχές του που μπορεί να είναι ευνοϊκές για τις λαϊκές τάξεις.
" Στο περιοδικό μας, αν και δεν υπάρχει απολύτως ενιαία γραμμή, συνήθως απορρίπτουμε την κινδυνολογία αυτή -και τη συνακόλουθη καθηκοντολογία-- με το επιχείρημα ότι το έθνος κράτος δεν πρόκειται να εξαφανιστεί σύντομα.
" Οι Χ/Ν επίσης απορρίπτουν τον αριστερό πατριωτισμό, αλλά αυτοί με το επιχείρημα ότι η εξαφάνιση του έθνους κράτους όντως βρίσκεται στον ορίζοντα και ότι μία τέτοια εξαφάνιση αποτελεί όχι απλώς αναπότρεπτη, αλλά θετική και ευκταία εξέλιξη.

5.2. Το δίκαιο και η αποδόμησή του

Μια άλλη πτυχή της συζήτησης στο χώρο της πολιτικής (και της) θεωρίας στην Ελλάδα -και όχι μόνο--, συνδέεται με την υπεράσπιση της νεωτερικότητας, του ορθολογισμού και του διαφωτισμού απέναντι στις προβαλλόμενες απειλές τού ανορθολογισμού και του μεταμοντερνισμού. Στο ζήτημα αυτό, οι περισσότεροι διανοούμενοι του χώρου της ανανεωτικής και/ή εκσυγχρονιστικής αριστεράς κατά βάση δείχνουν να ακολουθούν και να προεκτείνουν τη βασική αντίκρουση του μεταμοντερνισμού από τον Γύργκεν Χάμπερμας. Σύμφωνα με την επιχειρηματολογία του τελευταίου, η νεωτερικότητα είναι ένα ανολοκλήρωτο σχέδιο, τα δε προβλήματα των δυτικών κοινωνιών δεν οφείλονται στην υπερβολή του ορθού Λόγου, αλλά μάλλον στην έλλειψή του.
Οι Χ/Ν παρεμβαίνουν στη συζήτηση περί μεταμοντέρνου κατά έναν τρόπο που φαίνεται να αντιστρέφει ειρωνικά αυτή την αντίκρουση. Ακολουθούν και εδώ τη βασική τους επιλογή ότι δεν μας χρειάζεται φρένο, αλλά περισσότερο γκάζι· ακριβώς αντίθετα απ' ό,τι ο Χάμπερμας, όμως, εφαρμόζουν αυτή την ιδέα όχι στη νεωτερικότητα, αλλά στην κριτική της. Επικρίνουν λοιπόν το μεταμοντερνισμό όχι επειδή τόλμησε να αμφισβητήσει τον ορθό Λόγο και τη δικαιοκρατική οργάνωση του μοντέρνου κράτους, αλλά επειδή δεν τόλμησε αρκετά ώστε να οδηγήσει την αμφισβήτηση αυτή στις ακραίες της λογικές -και, κυρίως, πολιτικές-- συνέπειες. Αντί λοιπόν να υιοθετήσουν μία λογοκρατική -και λογοκριτική-- στάση κλεισίματος απέναντι στις θεωρίες της αποδόμησης, διαλέγονται με αυτές, εν μέρει υιοθετούν κάποια στοιχεία τους και εν τέλει προσπαθούν να τις υπερφαλαγγίσουν "από αριστερά".
Για να αντιληφθούμε βέβαια το νόημα του διαλόγου αυτού, πρέπει να έχουμε υπόψη ότι γι' αυτούς δεν υπάρχει μία, αλλά δύο νεωτερικότητες. Η μία είναι η νεωτερικότητα της αγοράς, της διαλεκτικής μεσολάβησης των κοινωνικών συγκρούσεων, της εθνικολαϊκής κυριαρχίας, του ιδεαλισμού· η άλλη είναι το παράλληλο υπόγειο ρεύμα υλιστικής κριτικής προς αυτή την κυρίαρχη νεωτερικότητα, το οποίο κορυφώνεται σε τρεις μεγάλες στιγμές: Μακιαβέλι, Σπινόζα, Μαρξ. Εάν λοιπόν η πρώτη -και κυρίαρχη-- εκδοχή της νεωτερικότητας υποβάλλεται σε κριτική, η αριστερά δεν έχει κανένα λόγο να φοβάται ότι θα χάσει το έδαφος κάτω απ' τα πόδια της και ότι θα υπονομευθεί το εγχείρημά της· αντίθετα, έχει κάθε λόγο να ενθαρρύνει μια τέτοια κριτική.

Εν κατακλείδι. ..,

μία διατύπωση που οι Χαρτ και Νέγκρι χρησιμοποιούν για να υπογραμμίσουν τη συγγένεια και, ταυτόχρονα, τη σημασία των τριών προαναφερθέντων στοχαστών νομίζω ότι είναι πολύ χαρακτηριστική για το ίδιο το δικό τους εγχείρημα:
"Η μακιαβέλεια "ελευθερία", η σπινοζική "επιθυμία" και η μαρξική "ζωντανή εργασία" είναι όλες έννοιες που περιέχουν μια πραγματική δύναμη μετασχηματισμού: τη δύναμη να αντιμετωπίσουν την πραγματικότητα και να πάνε πέρα από τις δεδομένες συνθήκες ύπαρξης. (...) Η δύναμη της μοντέρνας κριτικής του μοντερνισμού έγκειται ακριβώς στο σημείο εκείνο όπου κανείς αρνείται τον εκβιασμό του αστικού ρεαλισμού -με άλλα λόγια, όπου η ουτοπική σκέψη, πηγαίνοντας πέρα από τις πιέσεις της ομολογίας [homology] που πάντοτε την περιορίζουν μέσα στο ήδη υπάρχον, προσλαμβάνει μια νέα μορφή συγκρότησης" (σ. 185).
Η Αυτοκρατορία είναι ένα βιβλίο που ενσωματώνει πολλή ελευθερία, πολλή επιθυμία και πολλή ζωντανή εργασία (δηλαδή, πολλή επιθυμία για ελευθερία και για ζωντανή εργασία -πράγμα που είναι το ίδιο). Μπορεί να έχει ατέλειες και βιασύνες, αλλά αυτό οφείλεται στο ότι είναι το ίδιο μια "υβριδική υποκειμενικότητα", όπως αυτές που αναλύει στις σελίδες του, και προσπαθεί με μεγάλη τόλμη, ίσως με θράσος, να επιτελέσει ταυτόχρονα πολλές και δύσκολες λειτουργίες. Παρά τα συζητήσιμα σημεία του, ή ακριβώς εξαιτίας αυτών, θεωρώ πιθανό η έκδοσή του να επηρεάσει και να τροφοδοτήσει τις πολιτικές συζητήσεις για αρκετό καιρό ακόμα, τόσο στο χώρο της θεωρίας όσο και στο πλαίσιο των κινημάτων αμφισβήτησης της νεοφιλελεύθερης παγκοσμιοποίησης. Και, αν κάτι τέτοιο συμβεί, αυτό μόνο θετικές συνέπειες μπορεί να έχει.

 
< Προηγ.   Επόμ. >
Θέσεις, τριμηνιαία επιθεώρηση, 37ο έτος (1982-2019), εκδόσεις Νήσος, (Σαρρή 14, 10553, Αθήνα, τηλ-fax: 210-3250058)
Το περιεχόμενο διατίθεται ελεύθερα για μη εμπορικούς σκοπούς, υπό τον όρο της παραπομπής στην αρχική του πηγή