Παγκοσμιοποίηση και αναγκαιότητα του οικονομικού ελέγχου Εκτύπωση
Τεύχος 79, περίοδος: Απρίλιος - Ιούνιος 2002


ΠΑΓΚΟΣΜΙΟΠΟΙΗΣΗ ΚΑΙ ΑΝΑΓΚΑΙΟΤΗΤΑ ΤΟΥ ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΟΥ ΕΛΕΓΧΟΥ.
ΥΠΑΡΧΟΥΝ ΡΥΘΜΙΣΕΙΣ ΜΕ ΣΟΣΙΑΛΙΣΤΙΚΟ ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΟ;
του Κώστα Λαπαβίτσα

Η προσφορά της πολιτικής οικονομίας στην ανάλυση της παγκοσμιοποίησης

Είναι δύσκολο να πει κανείς τι ακριβώς είναι η παγκοσμιοποίηση. Παρά την άκρατη χρήση του όρου, το νόημα του είναι κάθε άλλο παρά ξεκάθαρο. Δεν θα επιχειρήσω να δώσω ορισμό εδώ. Δεν χρειάζεται άλλωστε. Είναι καλύτερα να διαφανεί το περιεχόμενο της παγκοσμιοποίησης δια μέσου της αναλυτικής παρουσίασης των κύριων τάσεων της παγκόσμιας οικονομίας τις τελευταίες τρεις δεκαετίες.
Επιβάλλεται όμως να σχολιαστεί ένα άκρως ενδεικτικό χαρακτηριστικό της φιλολογίας για την παγκοσμιοποίηση. Η επίσημη οικονομική θεωρία δεν χρησιμοποιεί τον όρο, ούτε και έχει συμβάλει στη γενίκευση της χρήσης του. Το γεγονός είναι παράδοξο διότι, όπως όλοι αναγνωρίζουν, η παγκοσμιοποίηση έχει έντονα οικονομικό χαρακτήρα, οποίες άλλες πλευρές και αν διαθέτει. Είναι επίσης παράδοξο διότι ο όρος έχει χρησιμοποιηθεί κατά κόρον για να προσφέρει ιδεολογική κάλυψη στα οικονομικά μέτρα που επιβάλλουν οι παγκόσμιοι οργανισμοί σε πλήθος χωρών. Γιατί, λοιπόν, δεν έχουν αναλύσει ευθέως οι οικονομολόγοι την παγκοσμιοποίηση; Ο κύριος λόγος είναι ότι πρόκειται για φαινόμενο συστήματος, δηλαδή για τάση που χαρακτηρίζει την παγκόσμια οικονομία ως σύνολο αλληλένδετων μηχανισμών που έχουν κοινό χαρακτήρα. Η επίσημη νεοκλασική οικονομική θεωρία, ως γνωστόν, δεν έχει καλές σχέσεις με την ανάλυση συστημάτων. Επικεντρώνει την προσοχή της στην επίλυση συγκεκριμένων οικονομικών προβλημάτων, μέσω των θεωρητικών αρχών που προκύπτουν από την ανάλυση της αγοράς. Έχει έτσι ανακύψει το παράδοξο να κυριαρχεί ο όρος παγκοσμιοποίηση, επιχειρώντας να αποδώσει ένα σύνολο φαινομένων οικονομικού χαρακτήρα, και να μην υπάρχει οικονομική θεωρία περί αυτού. Όσοι διατείνονται ότι η "οικονομική πραγματικότητα" επιβάλλει την παγκοσμιοποίηση, καλό είναι να λαμβάνουν υπόψη τους την παντελή απουσία οικονομικής θεωρίας περί αυτής.
Δεν είναι μόνο η απουσία επίσημης οικονομικής ανάλυσης της παγκοσμιοποίησης, αλλά και η κατεύθυνση που έχει πάρει τα τελευταία χρόνια η οικονομική θεωρία, η οποία κάνει διπλά σημαντική την συμβολή της πολιτικής οικονομίας. Η βαθμιαία μαθηματική αποστέωση των Οικονομικών, η δογματική προσήλωσή τους στις υποτιθέμενες άριστες ιδιότητες των αγορών και η αδυναμία συνολικής ανάλυσης κοινωνικών συστημάτων, δημιουργούν πεδίο για την Πολιτική Οικονομία. Πιο συγκεκριμένα, η ανάλυση της παγκοσμιοποίησης απαιτεί άμεση αναγνώριση των κοινωνικών αντιθέσεων και τριβών που προκαλεί, χωρίς να τις θεωρεί απόρροια αγνοίας και κακής πληροφόρησης, αλλά συνδέοντάς τες με την κοινωνική διαστρωμάτωση, τον ταξικό χαρακτήρα των σύγχρονων καπιταλιστικών κοινωνιών. Απαιτεί ακόμη πλήρη εκτίμηση της σύνθετης και αντιφατικής σχέσης κράτους και οικονομίας, χωρίς να την αναγάγει σε ανούσιες απλοποιήσεις του τύπου "αγορά εναντίον κράτους". Με δυο λόγια, η ανάλυση της παγκοσμιοποίησης έχει πολύ μεγαλύτερη βαθύτητα όταν στηρίζεται στην κλασική Πολιτική Οικονομία και τον μαρξισμό.
Η προσέγγιση της Πολιτικής Οικονομίας επιτρέπει ακόμη να συναχθούν συμπεράσματα όσον αφορά τη διαμόρφωση οικονομικής πολιτικής. Στο θέμα αυτό υπάρχουν δυο κυρίαρχες θεωρήσεις. Από τη μια, υπάρχουν αυτοί που ισχυρίζονται ότι η παγκοσμιοποίηση είναι αδήριτο φαινόμενο του σύγχρονου κόσμου, προϊόν των νέων τεχνολογιών και της θεσμικής εξέλιξης της κοινωνίας. Αυτό παρά την έλλειψη σχετικής οικονομικής θεωρίας, όπως ήδη σημειώθηκε. Αν όμως υποτεθεί ότι έτσι έχουν τα πράγματα, τα επακόλουθα στον τομέα της οικονομικής πολιτικής, όπως τα έχουμε γνωρίσει τα τελευταία χρόνια, είναι αναπόφευκτα. Ο κόσμος σήμερα - "το σύγχρονο" -- απαιτεί απελευθερωμένες αγορές, ελεύθερη κίνηση κεφαλαίου, ιδιωτικοποιήσεις, ελαστικοποιηση της αγοράς εργασίας και τα παρόμοια. Το να τα αντιμάχεσαι είναι περίπου σαν να είσαι εναντίον της βροχής ή του σεισμού. Όχι μόνο αυτό, αλλά αν τα αναπόφευκτα βήματα οικονομικής πολιτικής γίνουν με τρόπο οργανωμένο και ηθελημένο, τελικά όλοι θα βγουν κερδισμένοι. Η εμπειρία της τελευταίας εικοσαετίας όμως, δείχνει ότι μάλλον δεν έχουν έτσι τα πράγματα, όπως καταδεικνύεται στα όσα έπονται.
Από την άλλη βρίσκεται το πολύχρωμο στρατόπεδο των πολέμιων της παγκοσμιοποίησης. Είναι δύσκολο να πει κανείς σε τι αποδίδει η πλευρά αυτή την εμφάνιση της παγκοσμιοποίησης. Οι υποψήφιοι είναι πολλοί και κάθε ρεύμα έχει τις δικές του προτιμήσεις - τις δραστηριότητες των μεγάλων πολυεθνικών εταιρειών, τη νεοφιλελεύθερη ιδεολογία των κυβερνήσεων των μεγάλων χωρών, την κυριαρχία των ΗΠΑ παγκοσμίως, τα βαθύτερα συμφέροντα του κεφαλαίου. Υπάρχει όμως γενική συμφωνία ότι τα αποτελέσματα της παγκοσμιοποίησης είναι πολλαπλώς αρνητικά. Οι φτωχοί έχουν γίνει φτωχότεροι, οι πλούσιοι πλουσιότεροι, η ανασφάλεια έχει μεγαλώσει, οι ρυθμοί ανάπτυξης είναι χαμηλοί, το περιβάλλον έχει πληγεί. Είναι δύσκολο να διαφωνήσει κανείς με αυτήν την διάγνωση συμπτωμάτων. Η πραγματική δυσκολία έγκειται στην ανάλυση των αιτιών του φαινομένου και στη διαμόρφωση εναλλακτικών προτάσεων οικονομικής πολιτικής. Εδώ το στρατόπεδο των πολέμιων δεν έχει σημειώσει μεγάλη επιτυχία, με την εξαίρεση του πασίγνωστου πλέον φόρου Τομπιν, δηλαδή την επιβολή χαρτοσήμου σε όλες τις πράξεις στην αγορά συναλλάγματος. Δεν αρκεί όμως ο φόρος Τομπιν, ακόμη κι αν μπορούσε να εφαρμοστεί. Η Πολιτική Οικονομία μπορεί και εδώ να δώσει χρήσιμες κατευθυντήριες γραμμές.

Περίοδοι του καπιταλισμού και παγκοσμιοποίηση

Η πρόσφατη παγκόσμια εξάπλωση του εμπορίου, των χρηματοπιστωτικών ροών και του παραγωγικού δυναμικού δεν είναι ούτε τόσο γιγαντιαία, ούτε τόσο πρωτοφανής εξέλιξη στην ιστορία του καπιταλισμού. Η Πολιτική Οικονομία τονίζει ότι ο καπιταλισμός έχει διεθνή προσανατολισμό από τις πρώτες του ιστορικές στιγμές. Η παγκόσμια αγορά δεν είναι καθόλου κάτι καινούργιο. Ακόμη και αν αγνοήσουμε το εκτεταμένο παγκόσμιο εμπόριο του ευρωπαϊκού μερκαντιλισμού του 17ου και 18ου αιώνα, δεν υπάρχει αμφιβολία ότι ο φιλελεύθερος καπιταλισμός του 19ου αιώνα, με επίκεντρο την Βρετανία, είχε ήδη δημιουργήσει μια πραγματική παγκόσμια αγορά εμπορευμάτων. Ούτε ήταν "καθυστερημένος" ο καπιταλισμός του 19ου αιώνα στο θέμα της εξαγωγής κεφαλαίου και εξάπλωσης των χρηματοπιστωτικών δραστηριοτήτων. Απεναντίας, η εποχή μας μόλις πρόσφατα πλησίασε τις επιδόσεις αυτές, όπως τεκμηριώνεται κυρίως για την Βρετανία μέχρι τον Πρώτο Παγκόσμιο Πόλεμο. Όσο για την παγκόσμια εξάπλωση του παραγωγικού δυναμικού, δηλαδή την ανάληψη παραγωγικών δραστηριοτήτων από πολυεθνικές επιχειρήσεις σε πλειάδα χωρών, χρονολογείται ήδη από την δεκαετία του 1960, πολύ πριν την εμφάνιση της παγκοσμιοποίησης.
Η πραγματική χρονολογία ορόσημο είναι η πρώτη πετρελαϊκή κρίση του 1973-4, η οποία όμως δεν σηματοδοτεί την έναρξη της παγκοσμιοποίησης. Αντιθέτως, συμβολίζει το τέλος της περιόδου ευημερίας μετά τον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο, που αποτελεί εξαίρεση στην ιστορία του καπιταλισμού. Με οποίους δείκτες και να το δει κανείς, όπως ρυθμό μεγέθυνσης του Ακαθάριστου Εθνικού Προϊόντος, ρυθμό αύξησης του διεθνούς εμπορίου, επίπεδο ανεργίας και άνοδο των πραγματικών μισθών, η μεταπολεμική περίοδος είναι παρασάγγες καλύτερη οποιασδήποτε άλλης στην ιστορία του καπιταλισμού. Το διάστημα περίπου από το 1950 μέχρι το 1973 δεν παρουσιάζει ουσιαστικές οικονομικές κρίσεις, ενώ το εισόδημα και η κατανάλωση των εργαζόμενων στις αναπτυγμένες χώρες έκαναν τεραστία άλματα. Δεν χωρεί καν σύγκριση με τις φτωχές επιδόσεις των πρόσφατων χρόνων, όταν πλέον έγιναν καθεστώς οι ιδέες και πρακτικές της παγκοσμιοποίησης. Ούτε είναι τυχαίο ότι κατά την περίοδο αυτή κυριάρχησε η πολιτική έλεγχου επί της αγοράς, η διεύρυνση της κρατικής ιδιοκτησίας και του έλεγχου επί των μέσων παραγωγής, η διαχείριση της συνολικής ζήτησης από το κράτος με σκοπό την πλήρη απασχόληση, ο αυστηρός έλεγχος επί των επιτοκίων και του δανεισμού, και η δημιουργία κράτους πρόνοιας που συμπλήρωνε το κοινωνικό εισόδημα των εργαζομένων. Βέβαια, οι οικονομικές αυτές ρυθμίσεις, που αποκαλούνται συνήθως "κεϊνσιανισμός", δεν γέννησαν οι ίδιες την μεταπολεμική οικονομική άνθιση. Οι συνθήκες ευημερίας οφείλονται μάλλον στον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο, που έλυσε τα προβλήματα της τεραστίας κρίσης του Μεσοπόλεμου και επέτρεψε την εμφάνιση απρόσκοπτης καπιταλιστικής συσσώρευσης. Αναμφίβολα όμως ο κεϊνσιανισμός συνέβαλε στη διατήρηση της οικονομικής ευεξίας και στη βελτίωση του βιοτικού επιπέδου των πολλών.
Η χρυσή εποχή τελείωσε με βαθύτατη και συγχρονισμένη ύφεση το 1973-4, που έφερε πτώση της κερδοφορίας σε ολόκληρο τον αναπτυγμένο κόσμο, ταχεία άνοδο της ανεργίας, ραγδαίο πληθωρισμό και εργατική αναταραχή. Το δεύτερο μισό της δεκαετίας του 1970 γνώρισε στην ουσία συνεχή ύφεση, η οποία κορυφώθηκε με τη δεύτερη πετρελαϊκή κρίση του 1978-9. Το πιο εντυπωσιακό χαρακτηριστικό των χρόνων αυτών ήταν η πλήρης αναποτελεσματικότητα του κεϊνσιανισμού ως μέσου αντιμετώπισης των κρίσεων. Οι κρατικές δαπάνες διευρυνόταν, αλλά δεν προέκυπτε ανάκαμψη. Αντιθέτως ανέβαινε ο πληθωρισμός. Το φαινόμενο που σήμερα ονομάζουμε παγκοσμιοποίηση εμφανίστηκε στο πλαίσιο αυτό. Όπως συμβαίνει σε όλες τις βαθιές καπιταλιστικές κρίσεις, προτεραιότητα δόθηκε στην ανάκαμψη της κερδοφορίας. από πλευράς εταιρειών, επήλθε ραγδαία εισαγωγή νέων τεχνολογιών και περικοπή του κόστους μισθών, είτε με απολύσεις, είτε με χαμηλότερους μισθούς. Η ανάκαμψη της κερδοφορίας επέφερε επίσης την ένταση του ανταγωνισμού παγκοσμίως, καθώς το ζητούμενο ήταν η ίδια η επιβίωση των μεγάλων εταιρειών.
Από πλευράς κράτους, η αντιμετώπιση των καινοφανών οικονομικών προβλημάτων σήμανε εγκατάλειψη του κεϊνσιανισμού. Η εκλογή της Θάτσερ στη Βρετανία και του Ρέιγκαν στις ΗΠΑ το 1979-80, σηματοδότησε τη μεταστροφή. Η εγκατάλειψη του κεϊνσιανισμού περιελάμβανε και εγκατάλειψη των ελέγχων επί της αγοράς, άρα περαιτέρω επίταση του ανταγωνισμού ανάμεσα στις μεγάλες εταιρείες. Σήμανε ακόμη εγκατάλειψη της διαχείρισης της συνολικής ζήτησης για την επίτευξη πλήρους απασχόλησης, καθώς και βαθμιαία απάλειψη της κρατικής ιδιοκτησίας στα μέσα παραγωγής. Έφερε, τέλος, αλλαγή νοοτροπίας και περικοπές στο κράτος πρόνοιας. Κυριάρχησε ο νεοφιλελευθερισμός, δηλαδή η αντίληψη ότι η ανταγωνιστική αγορά προσφέρει το κατάλληλο πεδίο για άριστα οικονομικά αποτελέσματα. Σύμφωνα με τη νέα νοοτροπία, το κράτος πρέπει να περιορίσει την παρέμβασή του στην οικονομία, και να περικόψει τη φορολογία, ιδίως των πλέον ευκατάστατων στρωμάτων. Πρέπει ακόμη να προβεί σε δομική αναδιάρθρωση της αγοράς εργασίας ούτως ώστε να εκλείψουν οι υποτιθέμενες παραμορφώσεις που είχε επιβάλει η παλιά κακή εποχή του κεϊνσιανισμού. Η "ελαστικοποίηση" της αγοράς εργασίας πέρασε στο προσκήνιο, με άρση των θεσμικών περιορισμών επί των απολύσεων και του ωραρίου, καθώς και με συστηματική προσπάθεια υπονόμευσης των οργανώσεων της εργασίας. Σκληρή αντεργατική πολιτική χαρακτήρισε τις κυβερνήσεις και της Θάτσερ και του Ρέιγκαν, με έντονες αναμετρήσεις, όπως αυτές με τους ανθρακωρύχους στην Βρετανία και με τους ελεγκτές εναέριας κυκλοφορίας στις ΗΠΑ. Καθώς υποχώρησαν οι αντιστάσεις των εργαζόμενων και μειώθηκε η ισχύς των συνδικάτων, απελευθερώθηκε όντως η αγορά εργασίας, με ελαστικά ωράρια, απλήρωτες υπερωρίες και μείωση των δικαιωμάτων στους χώρους δουλείας.
Η εμφάνιση της νεοφιλελεύθερης οικονομικής πολιτικής, που προανήγγειλε την παγκοσμιοποίηση, δεν ήταν κάτι που προέκυψε αυτόματα στη φυσική πορεία της διεθνούς οικονομίας. Στην αρχική του μορφή, ο νεοφιλελευθερισμός ήταν ένα σύνολο μέτρων για την αντιμετώπιση της βαθιάς κρίσης του δεύτερου μισού της δεκαετίας του 1970. Τα μέτρα αυτά απέβλεπαν στην επίταση του ανταγωνισμού στην παγκόσμια αγορά, κάτι που συμβάδιζε με τα μέτρα που λάμβαναν οι ίδιες οι μεγάλες εταιρείες. Απέβλεπαν επίσης στην αλλαγή στην ισορροπία οικονομικής και κοινωνικής ισχύος ανάμεσα στην καπιταλιστική και την εργατική τάξη, προς όφελος της πρώτης. Σταδιακά, τα μέτρα έγιναν καθεστώς και οδήγησαν σε εγκαθίδρυση νέων οικονομικών συνθηκών, τις οποίες συνήθως αποδίδουμε με τον όρο παγκοσμιοποίηση. Το γιατί συνέβη αυτό χρειάζεται περαιτέρω ανάλυση.

Δομικές οικονομικές αλλαγές της παγκόσμιας οικονομίας και παγκοσμιοποίηση

Η μαζική εισαγωγή νέων τεχνολογιών μικροηλεκτρονικής, κυρίως στον τομέα της πληροφορικής, χαρακτηρίζει την εποχή της παγκοσμιοποίησης. Η έντονη πτώση της κερδοφορίας κατά την δεκαετία του 1970 προκάλεσε όξυνση του παγκόσμιου ανταγωνισμού. Για να αντεπεξέλθουν στις νέες συνθήκες, μεγάλες και μεσαίες καπιταλιστικές εταιρείες επιτάχυναν την εισαγωγή των νέων αυτών τεχνολογιών. Με τη σειρά της, η μαζική εισαγωγή της μικροηλεκτρονικής οδήγησε σε ακόμη μεγαλύτερη όξυνση του ανταγωνισμού σε παγκόσμιο επίπεδο. Οι δυο παρακάτω λόγοι είναι άκρως σημαντικοί για την επίταση του παγκόσμιου ανταγωνισμού που προκάλεσαν οι νέες τεχνολογίες.
Ο πρώτος λόγος είναι ότι η επίδραση των νέων τεχνολογιών στην παραγωγικότητα της εργασίας, παρόλα τα μεγαλόηχα που κατά καιρούς λέγονται και γράφονται, δεν συγκρίνεται καθόλου με αυτή προηγούμενων κυμάτων τεχνολογικών καινοτομιών. Η νέες τεχνικές παραγωγής χάλυβα και χημικών, και η επέκταση των σιδηρόδρομων στο γύρισμα του 19ου αιώνα, για παράδειγμα, ανύψωσαν την παραγωγικότητα της εργασίας και δημιούργησαν ευρύτατα πεδία κερδοφορίας. Οι τεχνικές μαζικής παραγωγής αυτοκίνητων και οικιακών αγαθών μετά τον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο, είχαν παρόμοια αποτελέσματα. Η πληροφορική και ο αυτοματισμός που στηρίζεται στη μικροηλεκτρονική, ούτε την παραγωγικότητα έχουν ανεβάσει με συγκρίσιμο τρόπο, ούτε και έχουν δημιουργήσει νέα βιώσιμα πεδία κερδοφορίας. Η κερδοσκοπική έκρηξη της "νέας οικονομίας" στο δεύτερο μισό της δεκαετίας του 1990 είναι άκρως διδακτική στο θέμα αυτό. Νομίστηκε τότε ότι, επιτέλους, άρχισαν να φαίνονται τα θετικά αποτελέσματα των νέων τεχνολογιών στην παραγωγικότητα, καθώς επίσης και ότι δημιουργήθηκαν νέοι τομείς δραστηριότητας με εξαιρετικές προοπτικές κερδοφορίας, απαλλαγμένοι από τον κίνδυνο κρίσεων. Η εσφαλμένη αυτή εντύπωση, που έντεχνα καλλιεργήθηκε από τον Άλαν Γκρίνσπαν, πανίσχυρο πρόεδρο της Κεντρικής Τράπεζας των ΗΠΑ, έχει πλέον καταρρακωθεί. Η άνοδος της παραγωγικότητας της περιόδου εκείνης έχει ήδη εξανεμιστεί. Οι δε τομείς της "νέας οικονομίας" όχι μόνο δεν έχουν ανοίξει νέα ευνοϊκά πεδία κερδοφορίας, αλλά είναι εξαιρετικά ζημιογόνοι οι ίδιοι. Όταν όμως η εισαγωγή τεχνολογίας αδυνατεί να ανοίξει νέους ορίζοντες για κερδοφόρα καπιταλιστική δραστηριότητα, το ανταγωνιστικό κλίμα στην παγκόσμια αγορά φτάνει σε συνθήκες παροξυσμού.
Ο δεύτερος λόγος είναι ότι η εισαγωγή των νέων τεχνολογιών είχε όντως δραματικές επιπτώσεις στον χρηματοπιστωτικό κλάδο της οικονομίας. Οι νέες τεχνολογίες τηλεπικοινωνιών, πληροφορικής και ηλεκτρονικού αυτοματισμού μείωσαν σημαντικά το κόστος και αύξησαν την ταχύτητα των χρηματοπιστωτικών συναλλαγών. Δημιουργήθηκαν συνθήκες για την εμφάνιση τεράστιων παγκόσμιων χρηματοπιστωτικών αγορών, στενά συνδεδεμένων η μια με την άλλη. Ένα απλό παράδειγμα αρκεί για να καταδείξει τη σπουδαιότητα των νέων τεχνολογιών για τις αγορές αυτές. Κατά τη δεκαετία του 1990 γιγαντώθηκαν οι αγορές παραγώγων, με επίκεντρο τις ΗΠΑ, αλλά παγκόσμια ακτίνα επιρροής. Στις αγορές αυτές γίνεται στην ουσία εμπορία του δικαιώματος αγοράς ή πώλησης κάποιου περιουσιακού στοιχείου (όχι εμπορία του ίδιου του στοιχείου), ή του δικαιώματος είσπραξης μιας ροής τόκων, ή άλλων παρομοίων δικαιωμάτων. Για να λειτουργήσουν οι αγορές παραγώγων απαιτείται αποτελεσματική διατίμηση των δικαιωμάτων αυτών, κάτι που σήμερα γίνεται μέσω του περίφημου θεωρητικού υποδείγματος Μπλοκ και Σκόουλς, για το οποίο δόθηκε πριν μερικά χρόνια και το βραβείο Νόμπελ. Το υπόδειγμα όμως απαιτεί τη φθηνή και γρήγορη εκτέλεση χιλιάδων υπολογισμών. Συνεπώς, χωρίς την εξάπλωση της πληροφορικής και την πρόσβαση σε ισχυρούς και φθηνούς υπολογιστές, θα ήταν παντελώς αδύνατο για τις αγορές παραγώγων να αποκτήσουν το γιγαντιαίο μέγεθος που τώρα έχουν. Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι οι νέες τεχνολογίες έπαιξαν κεντρικό ρόλο στην ανάπτυξη και παγκόσμια εξάπλωση του χρηματοπιστωτικού τομέα. Η πρόσβαση στις χρηματοπιστωτικές ροές, όμως, είναι από τα σημαντικότερα μέσα επιτυχίας των εταιρειών στον καπιταλιστικό ανταγωνισμό. Έτσι, η γιγάντωση του χρηματοπιστωτικού συστήματος επέτεινε ακόμη περισσότερο τον παγκόσμιο ανταγωνισμό.
Η νεοφιλελεύθερη οικονομική πολιτική, που σταδιακά υιοθέτησαν οι κυβερνήσεις των μεγάλων καπιταλιστικών χωρών, δημιούργησε κατάλληλες συνθήκες για περαιτέρω επίταση του ανταγωνισμού στην παγκόσμια αγορά. Επέβαλλε την ελαστικοποιηση της αγοράς εργασίας, τον περιορισμό της επιρροής των εργατικών οργανώσεων, τις ιδιωτικοποιήσεις, τη μείωση της φορολογίας εισοδήματος, την άρση των περιορισμών επί του επιτοκίου, την απελευθέρωση της κίνησης κεφαλαίου, τη μείωση των περιορισμών στις ροές του διεθνούς εμπορίου, και τα αλλά μέτρα που σταδιακά αποτέλεσαν την λεγόμενη οικονομική "ορθοδοξία" της εποχής μας. Το γεγονός ότι συμβαδίζουν και παράλληλα εντείνουν τις ανταγωνιστικές τάσεις της παγκόσμιας αγοράς, κάνει τα μέτρα αυτά να φαίνονται αναπόδραστα και φυσικά. Η απελευθέρωση των ανταγωνιστικών δυνάμεων της αγοράς φαίνεται να είναι αυτό που απαιτεί η εποχή. Η πραγματικότητα είναι όμως πολύ περισσότερο πολύπλοκη. Τα οικονομικά μέτρα που πηγάζουν από την ιδεολογία του νεοφιλελευθερισμού είναι μεν συμβατά με την όξυνση του ανταγωνισμού, όχι όμως αναπόφευκτα και αδήριτα ως προς τις οικονομικές ανάγκες της κοινωνίας.

Η αποτυχία του νεοφιλελευθερισμού
και εναλλακτικές προτάσεις οικονομικής πολιτικής

Η πλήρης αποτυχία της νεοφιλελεύθερης παγκοσμιοποίησης είναι καταφανής στις λιγότερο αναπτυγμένες χώρες. Οι παγκόσμιοι διεθνείς οργανισμοί -- Διεθνές Νομισματικό Ταμείο, Παγκόσμια Τράπεζα, Παγκόσμιος Οργανισμός Εμπορίου -- βαθμιαία κυριαρχήθηκαν από την ιδεολογία του νεοφιλελευθερισμού, ιδίως από την ακράδαντη πίστη στις άριστες ιδιότητες της αγοράς. Ως εκ τούτου, τα μέτρα που προτείνουν, και εν πολλοίς επιβάλλουν, στις αναπτυσσόμενες χώρες χαρακτηρίζονται από λιτότητα για την επίτευξη σταθερότητας, και από απελευθέρωση των αγορών για την επίτευξη ανάπτυξης. Σταδιακά, η νοοτροπία και το θεωρητικό σχήμα που υιοθετούν οι παγκόσμιοι οργανισμοί έγιναν γνωστά ως "Συναίνεση της Ουάσινγκτον". Τα αποτελέσματά τους από πλευράς ανάπτυξης είναι παρά πολύ φτωχά - η απελευθέρωση και η προσπάθεια προσέλκυσης ξένου κεφαλαίου δεν έφερε καθόλου τα επιδιωκόμενα αποτελέσματα. Το βιοτικό επίπεδο των πολλών στις αναπτυσσόμενες χώρες, από την άλλη, έχει καταβαραθρωθεί. Ακόμη χειρότερα, το άνοιγμα των χρηματοπιστωτικών αγορών των αναπτυσσομένων χωρών συχνά οδηγεί σε κερδοσκοπική έκρηξη, η οποία, σε συνδυασμό με την απελευθέρωση της κίνησης κεφαλαίου, κατά κανόνα καταλήγει σε συνολική οικονομική κρίση. Στη δεκαετία του 1990 είχαμε τέτοιες κρίσεις στο Μεξικό, τη Νοτιοανατολική Ασία, την Ρωσία, την Τουρκία, και την Αργεντινή.
Είναι τόσο γενικευμένη η απογοήτευση με τα αποτελέσματα της "Συναίνεσης της Ουάσινγκτον" και τόση η ανησυχία ότι η κατάσταση στις αναπτυσσόμενες χώρες έχει φτάσει στο απροχώρητο, ώστε ήδη εμφανίστηκε η εναλλακτική "Μετασυναινεση της Ουάσινγκτον", ακόμη και στο εσωτερικό των παγκόσμιων οργανισμών. Στενά συνδεδεμένη με το όνομα του Τζοζεφ Στίγκλιτζ, που πρόσφατα πήρε το Νόμπελ Οικονομικών, η "Μετασυναινεση" προτείνει σχετικό έλεγχο των αγορών, περιορισμό του χρηματοπιστωτικού συστήματος και τόνωση της ζήτησης και του λαϊκού εισοδήματος. Η επιρροή της δεν είναι αμελητέα, είναι όμως σαφώς μικρότερη από αυτήν της "ορθοδοξίας", όπως φαίνεται και από την εκπαραθύρωση του Στίγκλιτζ από τη θέση του πρώτου οικονομικού σύμβουλου της Παγκόσμιας Τράπεζας λίγο πριν του απονεμηθεί το Νόμπελ.
Η αποτυχία του νεοφιλελευθερισμού δεν περιορίζεται όμως στις αναπτυσσόμενες χώρες. Είναι επίσης έντονη και στον αναπτυγμένο κόσμο, πάνω από όλα στην Ιαπωνία. Η χώρα με τους υψηλότερους μεταπολεμικούς ρυθμούς ανάπτυξης, η οποία μετά τον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο μεταμορφώθηκε από σωρό ερείπιων σε οικονομική υπερδύναμη, στήριξε την επιτυχία της στον έλεγχο της αγοράς, τις στενές σχέσεις τραπεζών και εταιρειών, την κρατική παρέμβαση σε όλα τα επίπεδα, τους περιορισμούς επί του χρηματοπιστωτικού συστήματος, την προστασία των εργαζόμενων από την ανεργία, και την προσεκτική διατήρηση της κοινωνικής συνοχής. Υιοθέτησε όμως τον νεοφιλελευθερισμό στις αρχές της δεκαετίας του 1980 και πήρε μέτρα αντιστροφής όλων αυτών των ρυθμίσεων. Τα αποτελέσματα της μεταστροφής είναι άκρως προβληματικά. Η τεραστία κερδοσκοπική έκρηξη του δεύτερου μισού της δεκαετίας του 1980 έχει αφήσει το χρηματοπιστωτικό σύστημα παράλυτο, η ρυθμοί ανάπτυξης είναι κοντά στο μηδέν για πάνω από δέκα χρόνια, η ανεργία έχει φτάσει σε πρωτοφανή για την Ιαπωνία επίπεδα και η κοινωνική συνοχή έχει δεχτεί έντονα πλήγματα. Το 2001 η χώρα ξαναμπήκε σε βαθιά ύφεση, η οποία θα κάνει την κατάσταση χειρότερη. Αντιμέτωπη με τα τεραστία αυτά προβλήματα, οι συμβουλές και τα μηνύματα που δέχεται η Ιαπωνική κυβέρνηση από την οικονομική "ορθοδοξία" της χώρας και διεθνώς είναι ότι, όχι μόνο πρέπει να συνεχίσει στον ίδιο δρόμο, αλλά και να προβεί σε βαθύτερες νεοφιλελεύθερες μεταρρυθμίσεις.
Φτάνουμε έτσι στο λεπτότερο και πλέον σύνθετο σημείο της κυριαρχίας της παγκοσμιοποίησης. Μήπως η μόνη χώρα που βγήκε κερδισμένη από την παγκοσμιοποίηση είναι αυτή που κυρίως την στήριξε ιδεολογικά και πολιτικά, δηλαδή οι ΗΠΑ; Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι οι ΗΠΑ έχουν αποκομίσει σημαντικά κέρδη από την πολιτική απελευθέρωσης των αγορών, ιδίως στον χρηματοπιστωτικό τομέα. Οι κυρίαρχες τράπεζες και εταιρείες χρηματιστηρίου παγκοσμίως είναι αμερικανικές. Η διακίνηση κεφαλαίου ανά την υφήλιο, η εξαιρετικά προσοδοφόρα διαχείριση των ιδιωτικοποιήσεων, οι αγορές παραγωγών και ούτω καθεξής, κυριαρχούνται από αμερικανικές χρηματοπιστωτικές εταιρείες. Η απελευθέρωση της κίνησης κεφαλαίου, συν το γεγονός ότι το δολάριο αποτελεί το παγκόσμιο χρήμα, επιτρέπει στις ΗΠΑ να δανείζονται γιγαντιαία ποσά ετησίως (πρώτες σε δανεισμό παγκοσμίως), παρά το γεγονός ότι η χώρα παρουσιάζει επίμονο και τεράστιο έλλειμμα στο εξωτερικό της εμπόριο. Ο ασφυκτικός έλεγχος που ασκεί η Ουάσινγκτον στους παγκόσμιους οικονομικούς οργανισμούς, την απαλλάσσει από τον έλεγχο και την επιβολή κυρώσεων. Καμία άλλη χώρα στον κόσμο δεν θα είχε γλιτώσει την επέμβαση του ΔΝΤ, αν οι εξωτερικοί της λογαριασμοί παρουσίαζαν την εικόνα που παρουσιάζουν αυτοί των HΠΑ. Είναι βέβαιο, τέλος, ότι η επιβολή νεοφιλελεύθερων μέτρων σε ορισμένες περιοχές του κόσμου έχει πολλά να κάνει με την σύγκρουση συμφερόντων μεταξύ ΗΠΑ και άλλων μεγάλων καπιταλιστικών χωρών. Αυτό έγινε ξεκάθαρο κατά την κρίση της Ασίας το 1997-8, όταν οι ΗΠΑ έκαναν αποφασιστικά βήματα για να περιορίσουν τον ρόλο της Ιαπωνίας στην επίλυση της κρίσης, ενώ επέβαλλαν (μέσω του ΔΝΤ) σειρά μέτρων φιλελευθεροποίησης και ανοίγματος των οικονομιών της Ασίας, προς όφελος αμερικανικών εταιρειών.
Δεν έχει όμως αποκομίσει όλη η αμερικανική οικονομία οφέλη από την φιλελευθεροποίηση. Ακόμη λιγότερο, δεν έχει βγει κερδισμένος ολόκληρος ο αμερικανικός λαός από τα όσα έχουν συμβεί την τελευταία εικοσαετία. Τα αποτελέσματα από πλευράς ανάπτυξης είναι σαφώς χειρότερα από αυτά της "χρυσής εποχής", ενώ η παραγωγικότητα της εργασίας δεν έχει σημειώσει συστηματική άνοδο. Η χρηματοπιστωτική απελευθέρωση και η επέκταση του χρηματοπιστωτικού τομέα, από την άλλη, δημιούργησαν ευνοϊκές συνθήκες για εμφάνιση γιγαντιαίων επεισοδίων κερδοσκοπίας, όπως αυτό του 1985-7 και το ακόμη μεγαλύτερο του 1996-2000. Η κατάρρευση της πρόσφατης κερδοσκοπικής έκρηξης έχει οδηγήσει σε ύφεση και άνοδο της ανεργίας με απρόβλεπτα για την ώρα αποτελέσματα. Όσο για τους αμερικανούς εργαζομένους, τα αποτελέσματα του νεοφιλελευθερισμού ήταν κάθε άλλο παρά ικανοποιητικά. Οι τελευταίες δυο δεκαετίες χαρακτηρίστηκαν από στασιμότητα και πτωτική τάση των πραγματικών μισθών, επιμήκυνση των ωραρίων, ανασφάλεια λόγω ελαστικοποιησης της αγοράς εργασίας, και εντυπωσιακή αύξηση της ανισότητας. Κερδισμένα έχουν βγει τα ανώτερα κοινωνικά στρωματά, που επωφελήθηκαν από τις μεγάλες φορολογικές ελαφρύνσεις και τη χρηματιστηριακή έκρηξη.

Η δυνατότητα εναλλακτικής πολιτικής

Υπάρχει εναλλακτική λύση για τα οικονομικά προβλήματα της παγκόσμιας καπιταλιστικής οικονομίας; Οι υπέρμαχοι της παγκοσμιοποίησης συχνά ισχυρίζονται ότι τα οικονομικά μέτρα που αυτή συνεπάγεται είναι αναπόδραστα. Τα επιβάλλει η οικονομική εξέλιξη και η επιστημονική οικονομική "ορθοδοξία". Αναπαράγουν, χωρίς πάντα να το καταλαβαίνουν, την επιχειρηματολογία των παλαιών μαρξιστών, αλλά αντεστραμμένη. Για τους επίσημους θεωρητικούς του ανυπάρκτου πλέον κομμουνιστικού κινήματος, η εξέλιξη της καπιταλιστικής οικονομίας και ο "επιστημονικός", επίσημος μαρξισμός, αποδείκνυαν ότι ο σοσιαλισμός αποτελούσε την μόνη λογική εξέλιξη για την ανθρώπινη κοινωνία. Η "νομοτέλεια" της ιστορίας καθόριζε τις επιλογές. Ιδεολογήματα άνευ περιεχομένου, βεβαίως, αλλά όχι απαραιτήτως χειρότερα από αυτά των οπαδών της παγκοσμιοποίησης, αν και τελείως αντίθετα. Η ανάλυση από τη σκοπιά της Πολιτικής Οικονομίας, όπως είδαμε παραπάνω, δείχνει ότι ούτε η εξέλιξη της παγκόσμιας οικονομίας επιτάσσει την υιοθέτηση του φιλελευθερισμού, ούτε τα αποτελέσματα του είναι θετικά για τους πολλούς. Το ζήτημα όμως είναι, τι είδος διαφορετικής πολιτικής μπορεί να υιοθετηθεί και ποια θα είναι η προοπτική της;
Πρέπει πρώτα να τονιστεί ότι η κυριαρχία της νεοφιλελεύθερης παγκοσμιοποίησης δεν έχει επ' ουδενί σημάνει την εκμηδένιση του κράτους, ούτε και κάτι τέτοιο επιδιώκεται από όσους έχουν πρόσβαση στη διαμόρφωση πολιτικής. Δεν αναφέρομαι μόνο στη συνεχιζόμενη ύπαρξη του κράτους-νυχτοφύλακα, που προσφέρει το πλαίσιο εντός του οποίου γίνεται το παιχνίδι της αγοράς. ούτε και στην εμφάνιση του κράτους-στρατηγείο, που παρέχει κατευθύνσεις, συμβουλές και προστασία στην εγχώρια καπιταλιστική τάξη, καθώς αυτή επιχειρεί να διασφαλίσει τη θέση της στην παγκόσμια αγορά. Αναφέρομαι στο κράτος-διαχειριστή της οικονομίας, το οποίο ποτέ δεν απαρνήθηκαν οι διαπρύσιοι υποστηρικτές της αγοράς. Η διαχείριση της συνολικής ζήτησης μέσω δημοσιονομικής και νομισματικής πολιτικής για την αποφυγή έντονων κρίσεων δεν εξέλειπε καθ' όλη την πορεία της παγκοσμιοποίησης. Την εφάρμοσε εκτενέστατα (και ανεπιτυχώς) η Ιαπωνία κατά την δεκαετία του 1990. Την εφαρμόζουν τώρα οι ΗΠΑ με εντυπωσιακό χαλάρωμα της νομισματικής πολιτικής κατά το 2001. Τι είδους φιλελευθερισμός είναι αυτός, ο οποίος προσπαθεί να σταματήσει την αγορά να περάσει από μια κρίση που η ίδια δημιούργησε και που (δεδομένου ότι η αγορά τα ξέρει όλα) μάλλον είναι απαραίτητη για την μελλοντική της λειτουργία; Τι είδους φιλελευθερισμός είναι ακόμη αυτός, ο οποίος κηρύττει μεν τα πλεονεκτήματα των ελεέθερων αγορών, όταν όμως πρόκειται για το χρήμα και την πίστωση γίνεται υπέρμαχος της ανεξάρτητης και παντοδύναμης Κεντρικής Τράπεζας, δηλαδή του κρατικού μονοπωλίου στο χρήμα; Το συμπέρασμα είναι απλό: ο σύγχρονος νεοφιλελευθερισμός δεν είναι εναντίον της κρατικής παρέμβασης στην οικονομία εν γενεί. Στρέφεται μάλλον εναντίον των λειτουργιών του κράτους που αντιβαίνουν στην επίταση του ανταγωνισμού στην παγκόσμια αγορά και περιορίζουν την ελαστικότητα της αγοράς εργασίας.
Η δυνατότητα παρέμβασης στην οικονομία δεν έχει καθόλου εκλείψει, ούτε και η παγκόσμια αγορά συνθλίβει το κράτος. Το υποτιθέμενο παντοδύναμο αμερικανικό χρηματοπιστωτικό σύστημα επί του παρόντος κρατάει την αναπνοή του περιμένοντας τον Άλαν Γκρίνσπαν να κάνει ξανά το θαύμα του. Το ιαπωνικό χρηματοπιστωτικό σύστημα ελπίζει στη συνέχιση της τεραστίας κρατικής αρωγής ώστε να περισώσει ό,τι μπορεί. Έπεται ότι οι δημόσιοι φορείς έχουν κάλλιστα τη δυνατότητα να επιβάλλουν περιορισμούς στις χρηματοπιστωτικές αγορές, είτε με την μορφή του φόρου Τόμπιν, είτε ριζοσπαστικότερους, με τη μορφή ποσοτικών και ποιοτικών δεσμεύσεων στην κίνηση κεφαλαίου. Γενικότερα, εφόσον είναι δυνατή η διαχείριση της συνολικής ζήτησης για την αποτροπή κρίσεων, μέσω δημοσιονομικής και νομισματικής πολιτικής, γιατί δεν είναι επίσης δυνατή η διαχείρισή της για την συστηματική μείωση της ανεργίας; Γιατί, ακόμη, δεν μπορεί να αλλάξει το φορολογικό σύστημα ώστε να βελτιωθεί η εξαιρετικά άνιση σημερινή κατανομή εισοδήματος, δεδομένου ότι έχει ήδη σκανδαλωδώς μεταρρυθμιστεί υπέρ των πλούσιων; Το αρχικό επιχείρημα των νεοφιλελεύθερων, ότι οι φορολογικές απαλλαγές των πλούσιων θα ανέβαζαν την παραγωγικότητα και θα απέβαιναν εις όφελος όλων, έχει αποδειχθεί πλήρως λανθασμένο στην πράξη. Αυτό που συνέβη ήταν η ταχύτατη αύξηση της ανισότητας, χωρίς άνοδο της παραγωγικότητας. Η ελαστικοποίηση της αγοράς εργασίας, από την άλλη, βελτιώνει μεν την παραγωγικότητα και την κερδοφορία, αλλά μέσω της ανελέητης εντατικοποίησης της εργασίας, της ανασφάλειας και των χαμηλών μισθών. Η τεραστία πλειονότητα των εργαζομένων στις αναπτυγμένες χώρες ζει σε συνεχή ανησυχία για την εξασφάλιση του προς το ζην, είναι καταχρεωμένη και έχει ελάχιστο ελεύθερο χρόνο (οι αμερικανοί δεν μπορούν καν να ονειρευτούν τις διακοπές των ευρωπαίων).
Η κυριαρχία του νεοφιλελευθερισμού και της λατρείας της αγοράς είναι αποτέλεσμα πολιτικών και κοινωνικών επιλογών στον αναπτυγμένο κόσμο. Αν φαίνεται αναπόφευκτη οφείλεται κυρίως στο ότι αποφέρει οφέλη στα κοινωνικά στρωματά που έχουν επίσης κυριαρχήσει στην πολιτική και κοινωνική ζωή τις δυο τελευταίες δεκαετίες. Αν όμως μερικές από τις μεγάλες ευρωπαϊκές χώρες, ή οι ΗΠΑ, ανέκρουαν πρύμναν και επέλεγαν να επιβάλλουν περιορισμούς και έλεγχους στην αγορά, θα φαινόταν τάχιστα ότι η νεοφιλελεύθερη παγκοσμιοποίηση δεν είναι καθόλου "αναπόδραστη", ούτε πρόκειται για "νομοτέλεια". Το ότι αυτό δεν πρόκειται να συμβεί στο άμεσο μέλλον είναι αποτέλεσμα των πολιτικών αποφάσεων που λαμβάνουν οι κυβερνήσεις των χωρών αυτών και τίποτα παραπάνω. Όσο η ισορροπία κοινωνικής και πολιτικής ισχύος παραμένει υπέρ της καπιταλιστικής τάξης, και όσο η αναδιάρθρωση της παραγωγής μέσω των νέων τεχνολογιών έχει τα μέτρια αποτελέσματα που είδαμε παραπάνω, τόσο θα διατηρείται ο νεοφιλελευθερισμός. Δεν αληθεύει, τέλος, ότι για τις μικρές χώρες δεν υπάρχει περιθώριο άλλης πολιτικής. Μπορεί να μην έχουν τις ίδιες δυνατότητες παρέμβασης με αυτές των μεγάλων χωρών, αλλά αυτές που όντως διαθέτουν δεν είναι αμελητέες, όπως απέδειξε η απόφαση της Μαλαισίας να ασκήσει εκτενείς έλεγχους στην κίνηση κεφαλαίων μετά την κρίση της Ασίας το 1997-8. Ούτε από την παγκόσμια αγορά αποκόπηκε, ούτε είχε οικονομικές επιδόσεις χειρότερες από αυτές των άλλων χωρών της περιοχής που δέχτηκαν την επιβολή "θεραπείας" του ΔΝΤ. Γλίτωσε όμως μέρος του κόστους που συνεπαγόταν η νεοφιλελεύθερη αυτή "θεραπεία".
Η ανατροπή του νεοφιλελεύθερου δόγματος της αναπόδραστης παγκοσμιοποίησης δεν σημαίνει βέβαια ότι θα προκύψουν αυτομάτως θεσμικές λύσεις για τα προβλήματα που αντιμετωπίζει η παγκόσμια καπιταλιστική οικονομία από το 1973 και μετά. Η αδυναμία των νέων τεχνολογιών να δημιουργήσουν νέα βιώσιμα πεδία κερδοφορίας δεν πρόκειται να εξαλειφθεί με πολιτικές αποφάσεις. Η χρηματοπιστωτική αναταραχή της παγκόσμιας οικονομίας είναι μεν δυνατόν να περιοριστεί, αλλά δεν πρόκειται να εκλείψει. Η ανατροπή του νεοφιλελευθερισμού μπορεί όμως να αποτελέσει ένα θετικό βήμα, το οποίο θα ανοίξει περιθώρια για ευρύτερη αναζήτηση ενός ορθολογικότερου και δικαιότερου κοινωνικού πρότυπου. Είναι άκρως αμφίβολο αν μια τέτοια εξέλιξη θα πηγάσει από την καπιταλιστική τάξη και από την επίσημη οικονομική "ορθοδοξία". Κατά τη βαθύτατη κρίση του Μεσοπόλεμου, η καπιταλιστική τάξη είχε την απαραίτητη ρώμη ώστε να γεννήσει τη θεωρία και τις εναλλακτικές προτάσεις του Κέινς. Σήμερα, αντιμέτωπη με την πανθομολογούμενη αποτυχία του νεοφιλελευθερισμού, το μήνυμα που αποστέλλει προς όλες τις κατευθύνσεις είναι ότι χρειάζεται ακόμη περισσότερος νεοφιλελευθερισμός, μέχρι τελικής πτώσεως. Τα πολυποίκιλα κινήματα και ρεύματα που αντιμάχονται την παγκοσμιοποίηση μπορεί να μην έχουν τη θεωρητική κατάρτιση και οργανωτική αρτιότητα των επίσημων μηχανισμών, έχουν όμως το ανήσυχο και κριτικό πνεύμα που χρειάζεται για να γεννηθούν νέες ιδέες για το μέλλον της κοινωνίας. Αν συνδυαστεί ο δυναμισμός τους με τις παραδόσεις και τους οργανωτικούς μηχανισμούς της εργατικής τάξης, μπορεί τότε η κοινωνία να πάει όντως μπροστά προς το συμφέρον των πολλών.

Ποιο το σοσιαλιστικό περιεχόμενο των ρυθμίσεων;

Όπως όλοι γνωρίζουμε, η Αριστερά αντιμετωπίζει σήμερα ένα τεράστιο πρόβλημα αξιοπιστίας. Η κατάρρευση του σοβιετικού μπλοκ, η υποχώρηση των εργατικών αγώνων και η γενικευμένη αντίληψη ότι ο μαρξισμός είναι παρωχημένος έχουν δημιουργήσει την εντύπωση ότι η Αριστερά δεν έχει εναλλακτική πρόταση για την κοινωνία. Προβάλλει αντιστάσεις στις χειρότερες των επιθέσεων στα λαϊκά εισοδήματα, υπεραμύνεται των δικαιωμάτων των εργαζόμενων, αλλά δεν μπορεί να ορθώσει ένα άλλο όραμα για την κοινωνία, όπως κάποτε, καλώς η κακώς, έκανε. Σε μεγάλο βαθμό, η εικόνα αυτή είναι σωστή. Όντως η Αριστερά παράγει λιγοστές ιδέες, ενώ είναι βέβαιο ότι η κοινωνία δεν τις θεωρεί πλέον ως ιδέες "σύγχρονες", ιδέες προόδου. Αυτό δεν πρόκειται να αλλάξει εύκολα. Ο μαρξισμός όμως, ο οποίος έχει ιστορικά αποτελέσει την πλέον δυναμική θεωρία στη διάθεση της Αριστεράς, δεν έχει χάσει την ικανότητά του να αναλύει την καπιταλιστική κοινωνία, να διαβλέπει το ταξικό της περιεχόμενο και να διαμορφώνει προτάσεις οι οποίες προσβλέπουν σε μια αρμονική και μη-εκμεταλλευτική σοσιαλιστική κοινωνία. Το αντικαπιταλιστικό ρεύμα δεν διαθέτει καμία άλλη θεωρία παρόμοιας εμβέλειας και δυναμικότητας. Οι αντικαπιταλιστικοί και εργατικοί αγώνες σε συνδυασμό με τη μαρξιστική θεώρηση της κοινωνίας είναι η καλύτερη ελπίδα που έχουμε για την εμφάνιση του καινούργιου οράματος.
Η αντίσταση στην παγκοσμιοποίηση συχνά παρουσιάζεται, ή γίνεται αντιληπτή από την Αριστερά ως υπεράσπιση των δικαιωμάτων των εργαζόμενων και άμυνα στην "λαίλαπα" της αγοράς. Η θέση αυτή είναι μεν ορθή, αλλά και τελείως ανεπαρκής για να της δώσει συγκροτημένη θέση για τα οικονομικά προβλήματα της κοινωνίας. Ακόμη χειρότερα, δεν μπορεί να αποτελέσει έναυσμα για τη διαμόρφωση οράματος συνολικού μετασχηματισμού της κοινωνίας, χωρίς το οποίο είναι άκρως συζητήσιμο αν η Αριστερά έχει λόγο ύπαρξης. Με αλλά λόγια, η απλή "αντίσταση στον νεοφιλελευθερισμό" λειτουργεί μεν θετικά, διότι συντάσσει τις δυνάμεις που έχουν διάθεση και θέληση να πάνε αντίθετα στο ρεύμα, λειτουργεί όμως και αρνητικά διότι δεν ξεκαθαρίζει ότι πηγή του προβλήματος είναι το κεφαλαίο, δηλαδή ένα σύνολο οικονομικών και κοινωνικών σχέσεων βαθιά εκμεταλλευτικών.
Το αποτέλεσμα είναι δίπλα αρνητικό για την Αριστερά. Από τη μια, κατατρίβεται με τα άμεσα προβλήματα που δημιουργεί η νεοφιλελεύθερη παγκοσμιοποίηση, αλλά στην ίδια ακριβώς βάση όπως και τα αλλά ρεύματα του αντικαπιταλιστικού κινήματος. Οι οικονομικές της προτάσεις για ρύθμιση της παγκόσμιας οικονομίας στηρίζονται σε απλή πρόσθεση των αρνητικών και θετικών επιπτώσεων, και δεν ξεχωρίζουν από αυτές των άλλων. Ποιο είναι ακριβώς το αριστερό περιεχόμενο του φόρου Τόμπιν; Χωρίς να απαντάει ξεκάθαρα σε τέτοια ερωτήματα, η Αριστερά δεν μπορεί να κυριαρχήσει στο τεράστιο κίνημα κατά της παγκοσμιοποίησης και απλώς ακολουθεί. Από την άλλη, η Αριστερά μετατρέπει το όραμα του "σοσιαλισμού" σε αφηρημένο θέμα που απασχολεί τους ρέκτες μελετητές του Μαρξ, του Λένιν και των άλλων γιγάντων της σοσιαλιστικής παράδοσης. Η ανατροπή της κυριαρχίας του κεφαλαίου και ο σοσιαλιστικός μετασχηματισμός της κοινωνίας εμφανίζονται ως θέματα άσχετα με τη νεοφιλελεύθερη καταιγίδα των τελευταίων χρόνων. Παραπέμπονται έτσι στις καλένδες, ή αντιμετωπίζονται ως απλά συνθήματα.
Το όραμα του σοσιαλισμού ποτέ δεν ήταν αφηρημένο σχέδιο, που συνέθεσε ο Καρλ Μαρξ στο γραφείο του. Προϋπήρξε του Μαρξ, ενώ ο χαρακτήρας του συνεχώς άλλαζε στην πορεία της καπιταλιστικής ανάπτυξης των δυο τελευταίων αιώνων. Άλλος ο σοσιαλισμός της Πρώτης Διεθνούς, άλλος αυτός της Δεύτερης, και άλλος αυτός του αποτυχημένου εγχειρήματος του "υπαρκτού σοσιαλισμού". Δεν άλλαζε όμως ο χαρακτήρας του μόνο μέσω της περαιτέρω επεξεργασίας των θεωρητικών συστατικών του, ή της απλής συσσώρευσης γνώσης. Κυρίως το όραμα του σοσιαλισμού άλλαζε καθώς μεταβάλλονταν οι αντικειμενικές συνθήκες μέσα στις οποίες ζούσαν οι εργαζόμενοι στις καπιταλιστικές χώρες. Η συνεχής εξέλιξη του καπιταλισμού, οι πιέσεις και οι ανάγκες που δημιουργεί στην κοινωνία, αναπόφευκτα μετέβαλλαν και την εικόνα του σοσιαλισμού. Δεν είναι τυχαίο, για παράδειγμα, ότι η ιδέα του σοσιαλισμού ως γιγαντιαίου πειθαρχημένου εργοστάσιου κυριάρχησε κατά τον Μεσοπόλεμο, όταν η κατάρρευση της οικονομίας της ελεύθερης αγοράς στη Δύση συνέπεσε με τη δολοφονική εκβιομηχάνιση της Σοβιετικής Ένωσης.
Συνεπώς στην εποχή μας είναι παντελώς αδύνατο να διαμορφωθεί όραμα σοσιαλισμού χωρίς πρώτα να ξεκαθαριστεί το ταξικό περιεχόμενο της παγκοσμιοποίησης. Χωρίς επαρκή ανάλυση της ταξικής διάστασης του φαινομένου, η Αριστερά δεν θα μπορέσει καν να διαμορφώσει κυρίαρχες προτάσεις για συγκεκριμένα προβλήματα. Αντιθέτως, ξεκινώντας από την ταξική και ιστορική διάσταση του σύγχρονου καπιταλισμού, η Αριστερά θα μπορέσει να συντάξει οικονομικές και κοινωνικές προτάσεις με συντεταγμένο πυρήνα και τη δυνατότητα να πείσουν τους εργαζόμενους. Τέτοιες προτάσεις πρέπει να αποβλέπουν σε περιορισμό της κυριαρχίας του κεφαλαίου και ενδυνάμωση της κοινωνικής θέσης της εργατικής τάξης. Οποία μορφή και αν πάρει ο σοσιαλισμός, η ουσία του παραμένει η απελευθέρωση της εργατικής τάξης, και κατ' επεκτασιν της κοινωνίας, με τις δικές της δυνάμεις. Οι ρυθμίσεις που προτείνει η Αριστερά θα πρέπει να συμβάλλουν στον συνολικό μετασχηματισμό της κοινωνίας, που είναι αδύνατος χωρίς την ισχυρότερη κοινωνική, οικονομική και πολιτική παρουσία της εργατικής τάξης.
Κατά συνέπεια, θα ήθελα να τονίσω τα εξής: Ο καπιταλισμός ως κοινωνικό σύστημα χαρακτηρίζεται από προϊούσα εμπορευματοποίηση των πάντων, αλλά κυρίως την εμπορευματοποίηση της εργατικής δύναμης, του χρήματος και της γης. Αφήνοντας την τελευταία κατά μέρος, είναι βέβαιο ότι δεν νοείται καπιταλισμός χωρίς εκτεταμένη αγορά εργασίας, όπως επίσης και χωρίς νομισματικό και πιστωτικό σύστημα. Δεν είναι τυχαίο ότι η παγκοσμιοποίηση έχει επικεντρώσει το ενδιαφέρον της κυρίως στους δυο αυτούς τομείς. Η επιτυχής και γενικευμένη εκμετάλλευση της εργασίας με καπιταλιστικούς όρους εδράζεται στην ύπαρξη άφθονης και πειθαρχικής μισθωτής εργασία, καθώς και στην πρόσβαση στο χρήμα και την πίστωση. Συνεπώς, οποιαδήποτε μέτρα περιορίζουν τη δυνατότητα του κεφαλαίου να εξασφαλίζει αυτές τις προϋποθέσεις, είναι και μέτρα τα οποία στρέφονται κατά της ίδιας της λογικής του καπιταλισμού και δημιουργούν πεδίο για σοσιαλιστικές αλλαγές.
Η αντίσταση στην ελαστικοποιηση της αγοράς εργασίας δεν πρέπει να είναι μόνο πράξη άμυνας, αλλά να έχει και σοσιαλιστικό περιεχόμενο. Δεν περιορίζεται δε το περιεχόμενο αυτό στους χρηματικούς μισθούς και τα ωράρια. Οτιδήποτε μειώνει την εξάρτηση των εργαζόμενων από την αγορά εργασίας, πλήττει την καπιταλιστική φύση της κοινωνίας και δημιουργεί πεδίο για σοσιαλιστικό όραμα. Η υγεία, η στέγαση, η παιδεία και οι συγκοινωνίες αποτελούν το κύριο μέρος των δαπανών των εργαζόμενων. Σοσιαλιστική προοπτική στο θέμα αυτό απαιτεί την προάσπιση και επέκταση της δημόσιας παροχής σε όλους αυτούς τους τομείς. Δεν είναι μόνο ότι η δημόσια παροχή είναι κατά κανόνα αποτελεσματικότερη και επαρκέστερη για τους πολλούς από ό,τι η ιδιωτική και μέσω της αγοράς. Είναι ακόμη ότι η πρόσβαση στα αγαθά αυτά ως κοινωνικό δικαίωμα δημόσια παρεχόμενο, επιτρέπει στους πολλούς να συμμετέχουν με μεγαλύτερη αυτοπεποίθηση και ενθουσιασμό στα κοινά. Αποτελεί, δηλαδή, απαραίτητο στοιχείο της ενδυνάμωσης της εργατικής τάξης, χωρίς την οποία είναι αδύνατος ο σοσιαλιστικός μετασχηματισμός της κοινωνίας.
Αντιστοίχως, η αντίσταση στην κυριαρχία του χρήματος και του χρηματοπιστωτικού συστήματος δεν έχει μόνο τον χαρακτήρα της άμυνας και του περιορισμού της ασυδοσίας των κερδοσκόπων. Εμπεριέχει ακόμη και την άρνηση της επίλυσης των κοινωνικών προβλημάτων μέσω καπιταλιστικών μηχανισμών, που δημιουργούν συνεχώς τεραστία κοινωνικά προβλήματα. Αυτό είναι ξεκάθαρο στο θέμα των συντάξεων και της στέγασης. Με κανένα τρόπο δεν θα πρέπει να επιλυθούν τα προβλήματα μέσω των λειτουργιών και των θεσμών του πιστωτικού συστήματος. Δεν είναι λύση η γενικευμένη παροχή στεγαστικών δανείων μέσω των τραπεζών. Απλώς επιτρέπει στις τράπεζες να βρουν ένα ακόμη πεδίο κερδοφορίας, ενώ σπέρνει μελλοντικά προβλήματα υπερχρέωσης και χρεοκοπίας για τους δανειζόμενους. Ούτε αποτελεί λύση του προβλήματος των συντάξεων η υιοθέτηση του κεφαλαιοποιητικού συστήματος, δηλαδή η συστηματική διοχέτευση μέρους του εισοδήματος των εργαζόμενων προς τις διάφορες χρηματοπιστωτικές εταιρείες και αγορές, πόσο μάλλον η παροχή ιδιωτικών συντάξεων. Η τακτική αυτή κυρίως επιτρέπει σε ορισμένα χρηματοπιστωτικά κεφαλαία να εξασφαλίσουν νέα πεδία κερδοφορίας, χωρίς να αντιμετωπίζει άμεσα το ουσιαστικό πρόβλημα της γήρανσης του πληθυσμού και της διανομής του τρέχοντος προϊόντος ανάμεσα σε εργαζόμενους και συνταξιούχους. Παράλληλα, διοχετεύει στις χρηματοπιστωτικές αγορές ένα τεράστιο σύνολο πόρων που θα μπορούσαν συστηματικά να στηρίξουν τη συνολική παραγωγική επένδυση, ενώ δημιουργεί την πιθανότητα απάτης και απώλειας συντάξεων. Είναι υποχρέωση της κοινωνίας να παρέχει συντάξεις και στέγη σε όλους, χωρίς να επαφίεται στους τυφλούς και αναποτελεσματικούς μηχανισμούς της αγοράς.
Παρόμοια πράγματα μπορούν να ειπωθούν για το θέμα της διανομής του εισοδήματος και της ανισότητας. Δεν υπάρχει τίποτα αδήριτο και αναπόφευκτο στην τεραστία αύξηση της ανισότητας, όπως ήδη ανέφερα. Είναι αποτέλεσμα πολιτικών, οικονομικών και κοινωνικών επιλογών των τελευταίων δυο δεκαετιών. Είναι επίσης απολύτως απαράδεκτη. Δεν υπάρχει λόγος να μην ζητάει έντονα και πειστικά η Αριστερά να χρησιμοποιηθούν η φορολογική και η δημοσιονομική πολιτική για να ελαφρύνει η φτώχεια. Ούτε υπάρχει λόγος να μην χρησιμοποιείται το πιστωτικό σύστημα για τον σκοπό αυτό. Τέτοια μέτρα είναι ταυτόχρονα και αντικαπιταλιστικά και σοσιαλιστικά, διότι τονίζουν το συλλογικό και κοινωνικό στοιχείο της ζωής, εν αντιθέσει προς το ιδιωτικό και ατομικό.
Τέλος, όπως ήδη αναφέρθηκε, προέχει και το τεράστιο θέμα της δημοκρατικής συμμετοχής στη λήψη και στην υλοποίηση των οικονομικών μέτρων. Το ουσιαστικότερο στοιχείο κάθε σοσιαλιστικής εναλλακτικής πρότασης είναι η συμμετοχή συλλογικών φορέων στις διαδικασίες αυτές. Χωρίς τα εργατικά συνδικάτα, τις οργανώσεις καταναλωτών, τις οργανώσεις της γειτονίας, διάφορες αντικαπιταλιστικές οργανώσεις, και ούτω καθεξής, είναι αδύνατον να στηριχθεί χωρίς να αλλάξει χαρακτήρα στην πράξη η οποιαδήποτε εναλλακτική πολιτική. Αυτό που εδώ θα ήθελα να τονίσω είναι η σπουδαιότητα του παράγοντα αυτού στον σημερινό καπιταλισμό "της πληροφορίας". Συνεχώς ακούμε πόσο σημαντικό πράγμα είναι η διαφάνεια, η συμμετρική πληροφόρηση όλων των ενδιαφερόμενων μερών, η απόδοση ευθυνών, και τα λοιπά. Έτσι ακριβώς είναι. Μόνο που στην καπιταλιστική κοινωνία, όπου η πληροφορία είναι συχνά ατομική ιδιοκτησία, ο τύπος και τα μέσα ενημέρωσης είναι τεράστιες καπιταλιστικές επιχειρήσεις, η ερευνά χρηματοδοτείται από τις γιγάντιες πολυεθνικές, και οι προσβάσεις του μεγάλου κεφαλαίου στο κράτος είναι πολλαπλές και ισχυρότατες, είναι αφελές και ανεδαφικό να πιστεύεται ότι μπορούν να υπάρξουν μηχανισμοί διαφάνειας χωρίς ανεξάρτητη συμβολή από τα κάτω. Οι δημοκρατική συμμετοχή σε συλλογική βάση αντιβαίνει στην ίδια την ουσία του καπιταλισμού, και είναι όρος απαράβατος για πληρέστερη και ευρύτερη διαφάνεια.
Βέβαια δεν πρόκειται τέτοια μέτρα και βήματα να αλλάξουν τη φύση της καπιταλιστικής κοινωνίας. Ο πλήρης μετασχηματισμός του καπιταλισμού και η πραγματική θεμελίωση της εναλλακτικής σοσιαλιστικής κοινωνίας απαιτούν πολύ βαθύτερες αλλαγές, όπως αυτές στα δικαιώματα ιδιοκτησίας επί των μέσων παραγωγής και στον έλεγχο και σχεδιασμό των επενδύσεων. Θα πρέπει η Αριστερά να απαντήσει και σε αυτά τα θέματα, όπως επίσης και στα ζητήματα της συνολικής οργάνωσης της παγκόσμιας οικονομίας, αν θέλει να παράγει ξανά όραμα που θα πείσει τους πολλούς. Θα πρέπει έτσι να ξαναμελετήσει την εμπειρία του σοβιετικού μπλοκ, απορρίπτοντας πολλά, όχι όμως και όλα. Για λόγους που αναλύθηκαν παραπάνω όμως, η αρχή πρέπει να γίνει με μικρότερα ζητήματα, όπου τα πράγματα είναι καθαρότερα. Είναι μέσα στις δυνατότητες της Αριστεράς να διαμορφώσει πρόγραμμα που να υπερασπίζεται τα συμφέροντα της εργατικής τάξης και των πολλών, να επιχειρεί να ξεπεράσει τα όρια του καπιταλισμού και ποτέ να μην αγνοεί τον σοσιαλιστικό μετασχηματισμό της κοινωνίας. Αυτό είναι και το ζητούμενο της εποχής.

 
< Προηγ.   Επόμ. >
Θέσεις, τριμηνιαία επιθεώρηση, 37ο έτος (1982-2019), εκδόσεις Νήσος, (Σαρρή 14, 10553, Αθήνα, τηλ-fax: 210-3250058)
Το περιεχόμενο διατίθεται ελεύθερα για μη εμπορικούς σκοπούς, υπό τον όρο της παραπομπής στην αρχική του πηγή