Ο ελληνικός καπιταλισμός, η Ευρωπαϊκή Ένωση και η Αριστερά Εκτύπωση
Τεύχος 79, περίοδος: Απρίλιος - Ιούνιος 2002


Ο ΕΛΛΗΝΙΚΟΣ ΚΑΠΙΤΑΛΙΣΜΟΣ, Η ΕΥΡΩΠΑΪΚΗ ΈΝΩΣΗ ΚΑΙ Η ΑΡΙΣΤΕΡΑ
του Γιάννη Μηλιού

1. Η χρεοκοπία της καθεστωτικής αριστερής στρατηγικής

Η εξουσία του κεφαλαίου πάνω στην εργασία δεν περιορίζεται μόνο στην οικονομική εκμετάλλευση. Είναι ταυτόχρονα εξουσία πολιτική (το καπιταλιστικό κράτος και η λειτουργία των μηχανισμών του) και εξουσία ιδεολογική. Αυτή η τελευταία εκφράζεται με την εγχάραξη στην εργατική τάξη (και τις άλλες κοινωνικές τάξεις και ομάδες που υπόκεινται στην καπιταλιστική εκμετάλλευση) απόψεων και πρακτικών που πηγάζουν και σταθεροποιούν την καπιταλιστική τάξη πραγμάτων σε όλα τα κοινωνικά επίπεδα.
Όψη της καπιταλιστικής ιδεολογικής εξουσίας αποτελεί και η κυριαρχία της αστικής ιδεολογίας μέσα στην Αριστερά, την πολιτική παράταξη που (υποτίθεται ότι) επιδιώκει να εκφράσει τα αυτόνομα συμφέροντα της εργατικής τάξης και των άλλων εκμεταλλευόμενων στην προοπτική ανατροπής του καπιταλισμού. Με το ζήτημα αυτό θα ασχοληθούμε στο παρόν κείμενο, επικεντρώνοντας σε ένα ζήτημα που έφερε στην πρώτη γραμμή της επικαιρότητας η κυκλοφορία του ευρώ: την ευρωπαϊκή στρατηγική του ελληνικού αστισμού και την ευρωπαϊκή πορεία του ελληνικού κοινωνικού σχηματισμού.
Στην Ελλάδα, η κυριαρχία της αστικής ιδεολογίας μέσα στην Αριστερά παγιώθηκε ιστορικά (από την επικράτηση του σταλινισμού στο Μεσοπόλεμο, και με καθαρή μορφή μετά τον εμφύλιο) κυρίως με την κυριαρχία των δοξασιών περί "καθυστέρησης" και "εξάρτησης" της "ελληνικής οικονομίας και κοινωνίας", μέσα από τις οποίες η Αριστερά εμφανιζόταν ως ο αυτόκλητος υπερασπιστής των "πραγματικών" συμφερόντων της διευρυμένης αναπαραγωγής του ελληνικού καπιταλισμού ("ανάπτυξης" της "ελληνικής οικονομίας", στη γλώσσα της κυρίαρχης ιδεολογίας):
Καθώς οι διεθνείς οικονομικές σχέσεις του ελληνικού καπιταλισμού και η ευρωπαϊκή στρατηγική του ελληνικού κεφαλαίου ερμηνεύονταν ως "εξάρτηση" και αναγορεύονταν στο κομβικό στοιχείο που επικαθορίζει τα πάντα, δηλαδή τόσο τις σχέσεις εξουσίας όσο και τις τάσεις εξέλιξης του ελληνικού καπιταλισμού, καθώς συνακόλουθα η κοινωνική αλλαγή γινόταν αντιληπτή ως η συνέχεια ενός αγώνα για την "εθνική ανεξαρτησία", η πάλη των τάξεων ετίθετο στο περιθώριο και οι καπιταλιστικές σχέσεις εξουσίας προσλαμβάνονταν στρεβλά ως σχέσεις της "ελληνικής κοινωνίας" ή της "ελληνικής οικονομίας" με τους "ξένους" και τα "ξένα συμφέροντα".
Ως αποτέλεσμα αυτής της θεωρητικής αντιστροφής, υποκλίνεται και τελικά υιοθετεί η Αριστερά τα αστικά ιδεολογήματα της "ολόπλευρης ανάπτυξης του τόπου", της "ορθολογικής οργάνωσης της παραγωγής" κλπ.· τα ιδεολογήματα δηλαδή που εξυμνούν τις διαδικασίες της καπιταλιστικής συσσώρευσης και ολοκλήρωσης, καθώς αποκρύβουν την ουσία τους, το κοινωνικό τους περιεχόμενο: το βάθεμα της καπιταλιστικής εκμετάλλευσης.
Η Αριστερά μετατρέπεται έτσι σε καθεστωτική δύναμη: Ενσωματώνεται στην καπιταλιστική στρατηγική και επιχειρεί αρχικά να διαφοροποιηθεί από τις άλλες πολιτικές δυνάμεις μέσα από δύο ανεδαφικούς ισχυρισμούς: α) Ότι μόνο η Αριστερά έχει τις λύσεις για την "πραγματική ανάπτυξη", β) ότι η "υπαρκτή στρατηγική" του ελληνικού αστισμού και ειδικότερα η ευρωπαϊκή του πορεία οδηγεί αναγκαστικά σε "υποβάθμιση" και ίσως ακόμα και "καταστροφή" την "ελληνική οικονομία". Είναι χαρακτηριστική η ακόλουθη ανακοίνωση της Διοικούσας Επιτροπής της ΕΔΑ, όταν έγινε δεκτή η αίτηση της Ελλάδας για Σύνδεση με την ΕΟΚ: "Επιθυμία και επιδίωξη των συνεταίρων μας στην Αγορά είναι να παραμείνει η Ελλάδα χώρα καθυστερημένη αγροτική, πηγή πρώτων υλών και αγορά για τα βιομηχανικά τους προϊόντα (...) Για την καθυστερημένη και δασμοβίωτη βιομηχανία μας (...) σημαίνει αδυναμία επιβίωσης κατά 75% περίπου" (Η Αυγή 1.8.1959). Τρεις μέρες νωρίτερα (29.7.1959), η σύνταξη της Αυγής είχε προδιαγράψει ένα ακόμα πιο δυσοίωνο μέλλον: "Από τον ανηλεή ανταγωνισμό δεν πρόκειται να επιζήσει καμιά επιχείρηση. Όσες δεν απορροφηθούν από τα τραστ θα μετατραπούν σε εξαρτήματά των, θα εξοντωθούν".
Την πρώτη περίοδο μετά τη μεταπολίτευση, η πολιτική λογική του "αγώνα για την εθνική ανεξαρτησία" οδήγησε σε θεωρητικό και πολιτικό αδιέξοδο τη συζήτηση σχετικά με το χαρακτήρα της καπιταλιστικής εξουσίας στην Ελλάδα, την ένταξη στην ΕΟΚ και τη στρατηγική του εργατικού και λαϊκού κινήματος, επιβάλλοντας μια προβληματική που ουσιαστικά έκλεινε κάθε δυνατότητα για γνώση της πραγματικότητας: Από την ιδεολογία της "εξάρτησης" προέκυψε ένα τραγελαφικό σχήμα, σύμφωνα με το οποίο οι εξελίξεις εξαρτώνταν από τη σύγκρουση ανάμεσα στην "αμερικανόδουλη" και την "ευρωπαιόφιλη" μερίδα της αστικής τάξης. Το κεφάλαιο από κοινωνική σχέση εκμετάλλευσης και εξουσίας, από ταξική κυριαρχία με στρατηγικά συμφέροντα και διεθνείς συμμαχίες, μετατρέπεται σε απλό διαμετακομιστή κάποιων συγκεχυμένων διεθνών ανταγωνισμών. Οι ενδοαστικές αντιθέσεις αποσυνδέονται από την πάλη των τάξεων και παρουσιάζονται να μεταφέρουν απλά στο εσωτερικό της χώρας τους (διακρατικούς) ανταγωνισμούς των "ξένων". Φυσικά, ολόκληρη αυτή η φιλολογία εξατμίστηκε εν μια νυκτί, όταν κρίθηκε το ζήτημα της ένταξης της χώρας στην ΕΟΚ.
Το σχήμα τελικά μορφοποιήθηκε στις δοξασίες περί κοινών "αμερικανο-Εοκικών" συμφερόντων και περί του "διευθυντηρίου των Βρυξελλών", που εκφράζοντας τα συμφέροντα "των πολυεθνικών", ποδηγετεί και δυναστεύει τη χώρα και το λαό "μας".
Τόσο η επί μισόν αιώνα διάψευση της "καταστροφολογικής προφητείας", όσο και η εμμονή στο να τίθεται το ελληνικό κεφάλαιο και οι σχέσεις εκμετάλλευσης στο απυρόβλητο (να θεωρείται η "χώρα" ως ένα λίγο-πολύ αδιαφοροποίητο εθνικό-λαϊκό σύνολο που το "λυμαίνονται" "ξένα διευθυντήρια" και "ξένες πολυεθνικές") κατέστησε όμως την καθεστωτική Αριστερά αφερέγγυα και γραφική στα μάτια της πλειοψηφίας του κόσμου της εργασίας κι έτσι έδρασε σταθεροποιητικά για την αστική πολιτική και ιδεολογική ηγεμονία: Όπως κάθε κεφάλαιο, έτσι και το ελληνικό, ως η κυρίαρχη τάξη της κοινωνίας, δεν επιλέγει στρατηγικές αυτοχειρίας, αλλά εμπεδώνει την κυριαρχία του μέσα από διαδικασίες αύξησης της εκμετάλλευσης και των ρυθμών συσσώρευσης της παραγόμενης υπεραξίας.
Σε αυτή ακριβώς τη στρατηγική της κεφαλαιοκρατικής σταθεροποίησης και ανάπτυξης εντάχθηκε από την αρχή η "ευρωπαϊκή επιλογή" του ελληνικού αστισμού. Η αστική στρατηγική υπήρξε επιτυχής, τόσο διότι στηρίχθηκε στον ιστορικά διαμορφωμένο δυναμισμό του ελληνικού καπιταλισμού (τον οποίο η καθεστωτική Αριστερά ουδέποτε αντιλήφθηκε), όσο και, κυρίως, διότι δεν έγινε δυνατό να διαμορφωθεί το αντίπαλο δέος της, η αντικαπιταλιστική στρατηγική των εργαζόμενων τάξεων της ελληνικής κοινωνίας. Είναι χαρακτηριστικό ότι οι δυνάμεις της επίσημης Αριστεράς που από τα μέσα της δεκαετίας του '80 αποστασιοποιούνταν από τη "ανεξαρτησιακή ρητορεία" και την καταστροφολογία της καθεστωτικής αριστερής παράδοσης, δεν προσανατολίζονταν προς μια ριζοσπαστική-αντικαπιταλιστική ή κινηματική στρατηγική, αλλά φλέρταραν όλο και περισσότερο με την παραδοσιακή πολιτική των κυβερνητικών κομμάτων, προετοιμάζοντας το δρόμο για το "βρόμικο '89". Η μετέπειτα επιστροφή του αποψιλωμένου ΚΚΕ στον ριζοσπαστικό "εθνικο-πατριωτισμό" δεν είναι παρά η επανάληψη της Ιστορίας ως φάρσας.

2. Η ιστορική εξέλιξη του ελληνικού καπιταλισμού
και η ευρωπαϊκή στρατηγική

Η υιοθέτηση του ευρώ αποτελεί μια μεγάλη στρατηγική επιτυχία των καπιταλιστικών εξουσιών στις χώρες της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Μέσα από περιοριστικές νομισματικές και δημοσιονομικές πολιτικές, οι ευρωπαϊκές χώρες κατάφεραν να πετύχουν τη συρρίκνωση των δημοσίων ελλειμμάτων τους και τη σύγκλιση των ρυθμών πληθωρισμού σε χαμηλά επίπεδα, ώστε να καταστεί δυνατός ο στόχος του ενιαίου νομίσματος, που μια δεκαετία πριν φαινόταν απραγματοποίητος.
Η ευρωπαϊκή ολοκλήρωση δεν αποτελεί ένα "υπερεθνικό" όργανο του "διεθνούς κεφαλαίου", αλλά ένα (ιμπεριαλιστικό) συνασπισμό αναπτυγμένων καπιταλιστικών κοινωνικών σχηματισμών, μια στρατηγική επιλογή των κυρίαρχων τάξεων των δυτικοευρωπαϊκών χωρών, για την ενίσχυση και επέκταση της εξουσίας τους. Αρκεί να παρακολουθήσει κανείς το δημοσιογραφικό ρεπορτάζ από οποιαδήποτε Σύνοδο Κορυφής της ΕΕ για να αντιληφθεί τον ανταγωνισμός ανάμεσα στις ξεχωριστές πολιτικές-κρατικές εξουσίες και στις αντίστοιχες, ιδιαίτερες, οικονομικές και στρατηγικές επιδιώξεις τους.
Με την υιοθέτηση του ευρώ, που κατέστη δυνατή στο έδαφος της ήττας των εργατικών αγώνων και διεκδικήσεων της προηγούμενης περιόδου, οι καπιταλισμοί της Δυτικής Ευρώπης δημιούργησαν ένα ενιαίο οικονομικό χώρο ο οποίος ελπίζουν ότι θα τους επιτρέψει τη γρήγορη συσσώρευση και τη διατήρηση και ενίσχυση των κεκτημένων απέναντι στην εργασία, ενώ παράλληλα απέκτησαν για πρώτη φορά στη μεταπολεμική περίοδο ένα δυνάμει νόμισμα διεθνών συναλλαγών, που θα μπορούσε να ανταγωνιστεί το δολάριο.
Στην πορεία αυτή οικονομικής ολοκλήρωσης εντάσσεται και ο ελληνικός καπιταλισμός, όχι κατ' επιταγή κάποιων "διεθνών κέντρων", ούτε ως αποτέλεσμα της οικονομικής κυβερνητικής πολιτικής της τελευταίας περιόδου, αλλά αξιοποιώντας τα "επιτεύγματα" της ιστορικής του πορείας, και τα δομικά χαρακτηριστικά του, όπως αυτά σχηματίστηκαν από τη διαμόρφωση του νεοελληνικού κράτους μέχρι σήμερα. Ας συνοψίσουμε εδώ τα συμπεράσματα από προηγούμενες μελέτες μας (βλ. κυρίως Γιάννης Μηλιός, Ο ελληνικός κοινωνικός σχηματισμός. Από τον επεκτατισμό στην καπιταλιστική ανάπτυξη, εκδ. Κριτική, Αθήνα 2000):
Από την ίδρυση του ανεξάρτητου κράτους, η Ελλάδα δεν μπορεί να θεωρηθεί ως ένας υπανάπτυκτος κοινωνικός σχηματισμός, δηλαδή ως ένας κοινωνικός σχηματισμός στο εσωτερικό του οποίου κυριαρχούν προκαπιταλιστικοί τρόποι παραγωγής. Αντίθετα, η Ελλάδα αποτελεί από την πρώτη στιγμή έναν καπιταλιστικό κοινωνικό σχηματισμό. Οι καπιταλιστικές σχέσεις εξουσίας κυριαρχούν σε όλα τα κοινωνικά επίπεδα, οι προκαπιταλιστικές σχέσεις εκμετάλλευσης ουσιαστικά απουσιάζουν μέχρι την προσάρτηση των Ιονίων Νήσων (1864) και της Θεσσαλίας (1881). Το οικονομικό επίπεδο της χώρας ήταν εξ αρχής συγκρίσιμο με τα αντίστοιχα μέσα ευρωπαϊκά επίπεδα..
Παρ' όλα αυτά διατηρείται για μια συγκριτικά μεγάλη ιστορική περίοδο η κυριαρχία των ιστορικά πρώιμων μορφών κεφαλαίου, δηλαδή του εμπορικού και του εφοπλιστικού κεφαλαίου, και αντίστοιχα καθυστερεί η ανάπτυξη του βιομηχανικού καπιταλισμού. Παρά τη γρήγορη ανάπτυξη του βιομηχανικού καπιταλισμού από τη δεκαετία του 1870 και μετά, διευρύνεται μάλλον παρά μειώνεται η απόσταση που χωρίζει την Ελλάδα από τις ηγετικές βιομηχανικές καπιταλιστικές χώρες της Ευρώπης. Μέχρι το τέλος των πολεμικών περιπετειών 1912-22 δεν έχει φτάσει ακόμα για τον ελληνικό καπιταλισμό η εποχή της "εκ των υστέρων κάλυψης του αναπτυξιακού χάσματος" ως προς τις χώρες αυτές.
Συνοπτικά μπορούμε νομίζω να εντοπίσουμε 4 παράγοντες που καθόρισαν αυτή τη σχετικά καθυστερημένη εμπέδωση του βιομηχανικού καπιταλισμού στη χώρα:
α) Η αντίσταση που πρόβαλλαν κατά την πρώτη περίοδο μετά την Ανεξαρτησία οι απομονωμένοι από την αγορά καλλιεργητές και οι αντίστοιχες (ορεινές) αγροτικές περιοχές, που αποτελούσαν και τον τόπο αναπαραγωγής της ληστείας. Μέχρι τα τέλη του 19ου αιώνα η επίδραση του παράγοντα αυτού είχε, όμως, ουσιαστικά εκμηδενιστεί.
β) Η εμφάνιση και το σχετικά σημαντικό κοινωνικό και οικονομικό βάρος που απέκτησαν από το 1881 και μετά (προσάρτηση Ηπειροθεσσαλίας) οι ανταγωνιστικές προς τον καπιταλισμό προκαπιταλιστικές παραγωγικές σχέσεις στην ύπαιθρο.
γ) Η εθνική ετερογένεια του πληθυσμού των εδαφών που προσαρτήθηκαν στην Ελλάδα με τους Βαλκανικούς Πολέμους και τη συνθήκη των Σεβρών, και το ανοικτό επομένως εθνικό ζήτημα στις περιοχές αυτές.
δ) Η διασπορά, ήδη πριν την ίδρυση του ελληνικού κράτους, του ελληνικού πληθυσμού και του ελληνικού κεφαλαίου στην περιοχή των Βαλκανίων και της Ανατ. Μεσογείου. Παρ' ότι η διασπορά αυτή λειτούργησε ως η βασική προϋπόθεση του επεκτατισμού του ελληνικού κράτους, εντούτοις αποστερούσε από τη χώρα ένα μεγάλο μέρος από το υλικό και ανθρώπινο δυναμικό που απαιτείται για την καπιταλιστική ανάπτυξη.
Από όλους τους παραπάνω παράγοντες ο καθοριστικότερος, σε ό,τι αφορά τη σχετική καθυστέρηση της ανάπτυξης του βιομηχανικού καπιταλισμού στην Ελλάδα, ήταν φυσικά ο τελευταίος, η διασπορά, η ύπαρξη της Μεγάλης Ελλάδας έξω και πέρα από τα πραγματικά σύνορα της Ελλάδας, και η κυριαρχία εκεί (σε εδάφη δηλαδή που στην πλειοψηφία τους ανήκαν στην Οθωμανική Αυτοκρατορία) του κεφαλαίου που βρισκόταν σε ελληνικά χέρια. Η Μεγάλη Ιδέα του ελληνικού ιμπεριαλισμού απέκλειε έτσι για 100 περίπου χρόνια κάθε προοπτική εθνικής ενοποίησης και ομογενοποίησης στα πλαίσια του ελληνικού καπιταλιστικού κοινωνικού σχηματισμού και υπονόμευε ως ένα βαθμό τις προϋποθέσεις της ταχύρυθμης καπιταλιστικής ανάπτυξης στα πλαίσια της "μικρής", ή όπως συνήθως αποκαλείται της "παλιάς" Ελλάδας.
Το 1922, με τη Μικρασιατική Καταστροφή εκμηδενίζονται όλοι οι παράγοντες που μέχρι τότε λειτουργούσαν ανασχετικά για την καπιταλιστική ανάπτυξη. Οι πρόσφυγες της Μικρασιατικής Καταστροφής, που ξεπερνούν τα 1,2 εκατομμύρια άτομα, βάζουν ουσιαστικά τέλος με την επιστροφή τους στην Ελλάδα, στην ιστορική περίοδο της διασποράς του ελληνισμού (και του ελληνικού κεφαλαίου). Οι Έλληνες των Βαλκανίων είχαν ήδη επαναπατριστεί με τη λήξη των βαλκανικών πολέμων.
Η αποκατάσταση των προσφύγων σήμαινε παράλληλα την τελική λύση τόσο του εθνικού ζητήματος (με την ανταλλαγή των πληθυσμών και την εγκατάσταση 500.000 προσφύγων στη Μακεδονία και τη Θράκη εξασφαλίζεται για πρώτη φορά η ελληνικότητα όλων των νεοπροσαρτηθέντων εδαφών), όσο και του αγροτικού ζητήματος, μια και η αγροτική μεταρρύθμιση που είχε νομοθετηθεί ήδη από το 1917 μπήκε τώρα, μετά τη Μικρασιατική Καταστροφή, σε εφαρμογή.
Το 1922 δεν αποτελεί λοιπόν μόνο το τέλος της Μεγάλης Ιδέας. Αποτελεί την αφετηρία για μια ριζική αναδιάρθρωση του ελληνικού κοινωνικού σχηματισμού και των παραδοσιακών διεθνών του αρθρώσεων, ανοίγει μια νέα εποχή στην ελληνική ιστορία. Είναι η εποχή της εθνικής ομογενοποίησης και ενοποίησης, εποχή ακόμα που ξεκινάει η ταχύρυθμη βιομηχανική ανάπτυξη και η "εκ των υστέρων κάλυψη του αναπτυξιακού χάσματος" με τη βιομηχανική Δύση. Ποτέ στο παρελθόν ο ελληνικός καπιταλισμός δεν είχε γνωρίσει μια τόσο γρήγορη ανάπτυξη και μια αντίστοιχη κοινωνική αναδιάρθρωση, όπως αυτή που συντελέστηκε κατά την περίοδο που ακολούθησε τη Μικρασιατική Καταστροφή:
Ο αριθμός των βιομηχανικών επιχειρήσεων στην Ελλάδα αυξάνει στο διάστημα 1920-29 κατά 82% και στο διάστημα 1930-40 κατά 40%. Πάνω από τις μισές επιχειρήσεις που λειτουργούσαν το 1940 είχαν ιδρυθεί μετά το 1920. Η βιομηχανική απασχόληση αυξάνεται από 154 χιλιάδες εργαζομένους το 1920, σε 280 χιλιάδες το 1930 και 350 χιλιάδες εργαζομένους το 1938. Η εγκατεστημένη βιομηχανική ισχύς αυξάνει από 110 χιλιάδες ΗΡ το 1920 σε 230 χιλιάδες ΗΡ το 1930 και 277 χιλιάδες ΗΡ το 1938. Σύμφωνα με στοιχεία της Κοινωνίας των Εθνών, η ελληνική βιομηχανική παραγωγή αυξάνεται στο διάστημα 1928-1938 κατά 68%, επιτυγχάνοντας έτσι τους ψηλότερους ρυθμούς ανάπτυξης στον κόσμο, μετά τη βιομηχανία της Σοβιετικής Ένωσης (αύξηση κατά 87%) και της Ιαπωνίας (73%).
Μετά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, η "πραγματική σύγκλιση" του ελληνικού καπιταλισμού προς τους περισσότερο αναπτυγμένους καπιταλισμούς της δυτικής Ευρώπης συνεχίζεται: Συγκεκριμένα, είναι ιδιαίτερα έντονη κατά την περίοδο 1960-75 (όταν το κατά κεφαλήν ΑΕΠ της Ελλάδας αυξάνεται με μέσο ρυθμό 8,5% ετησίως και η βιομηχανική παραγωγή με 9,4% ετησίως, έναντι αντίστοιχων ρυθμών μεγέθυνσης για τις χώρες της ΕΟΚ-9, 3,8% και 3,7%), διατηρείται αλλά εξασθενίζει την επόμενη δεκαετία, αναστέλλεται ουσιαστικά κατά την περίοδο 1985-94 (λόγω της εντονότερης κρίσης υπερσυσσώρευσης κεφαλαίου στην Ελλάδα) και γίνεται και πάλι εμφανής από το 1995 και μετά. Παράλληλα, καθ' όλη τη μεταπολεμική περίοδο λαμβάνει χώρα σε μόνιμη βάση το άνοιγμα της ελληνικής οικονομίας στη διεθνή αγορά και ο προσανατολισμός της προς τις διαδικασίες ευρωπαϊκής ενοποίησης. (Σύνδεση με την ΕΟΚ το 1961, ένταξη της Ελλάδας ως 10ο μέλος το 1981).
Η διεθνοποίηση του ελληνικού καπιταλισμού και ο προσανατολισμός του στις διαδικασίες ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης δεν αποτελεί διαδικασία υποβάθμισης ή "αποβιομηχάνισης" της "ελληνικής οικονομίας". Αποτελεί στρατηγική επιλογή των κυρίαρχων δυνάμεων του ελληνικού κεφαλαίου για την αναβάθμιση και ενίσχυση της θέσης τους τόσο στο εσωτερικό της χώρας (απέναντι στις δυνάμεις της εργασίας), όσο και στο πλαίσιο του διεθνούς καταμερισμού εργασίας: Αναβάθμιση και ενίσχυση της θέσης τους μέσα από την εκμετάλλευση των "ευκαιριών" και "προκλήσεων" του διεθνούς κεφαλαιακού ανταγωνισμού, μέσα από την πρόσδεση στη διαδικασία αναβάθμισης των καπιταλισμών της δυτικής Ευρώπης στη διεθνή οικονομία, μέσα από την καπιταλιστική αναδιάρθρωση, δηλαδή την επιτάχυνση των εκκαθαριστικών διαδικασιών της καπιταλιστικής κρίσης υπερσυσσώρευσης.
Η ένταξη της Ελλάδας στην ΟΝΕ και η υιοθέτηση του ευρώ προέκυψε λοιπόν ως αποτέλεσμα μιας μακράς διαδικασίας στρατηγικής σύγκλισης του ελληνικού καπιταλισμού με τη διαδικασία καπιταλιστικής ανάπτυξης και ολοκλήρωσης των δυτικο-ευρωπαϊκών καπιταλισμών. Επιπλέον, η διαδικασία αυτή εξασφάλισε στην Ελλάδα τη συναίνεση των κυριαρχούμενων τάξεων σε βαθμό ψηλότερο από ό,τι στις περισσότερες ευρωπαϊκές χώρες. Όσο περισσότερο οι κυρίαρχες κεφαλαιοκρατικές δυνάμεις καταφέρνουν να αποσυνδέουν στα μάτια των εργαζομένων το στόχο της ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης και αναβάθμισης των ευρωπαϊκών καπιταλισμών στην παγκόσμια αγορά από το κοινωνικό πρόβλημα και τις κοινωνικές αντιπαραθέσεις στο εσωτερικό της χώρας, τόσο περισσότερο εμπεδώνουν την ιδεολογική και πολιτική τους ηγεμονία:
Καθώς η καθεστωτική Αριστερά δεν μιλά για την ασυμφιλίωτη αντίθεση κεφαλαίου-εργασίας, αλλά είτε υιοθετεί τα "εκσυγχρονιστικά οράματα" του κεφαλαίου είτε "προειδοπιεί" για τις (ελάχιστα πλέον πειστικές) "καταστροφές" που θα προκαλέσει στην "οικονομία μας" η ευρωπαϊκή ολοκλήρωση και η νομισματική ενοποίηση, τα συμφέροντα του κεφαλαίου καταφέρνουν να εμφανίζονται ως συμφέροντα ολόκληρης της κοινωνίας. Η αναδιανομή του εισοδήματος και της εξουσίας υπέρ των κυρίαρχων κεφαλαιοκρατικών τάξεων βιώνεται από τους κυριαρχούμενους ως η "αναγκαία θυσία" για τον "εθνικό στόχο" της ένταξης στην ευρωπαϊκή ολοκλήρωση και για τον "ευρωπαϊκό στόχο" της ανάδυσης της ΕΕ σε νέα οικονομική υπερδύναμη.

3. Ενιαίο νόμισμα και "οικονομική κατάρρευση"

Η ηττημένη παράδοση της αριστερής "καταστροφολογίας" φαίνεται να αναβιώνει τελευταία μέσα από τη διατύπωση "φόβων" ότι η υιοθέτηση του ευρώ θα μπορούσε να οδηγήσει στην εκδήλωση μιας νομισματικής κρίσης που με τη σειρά της θα πυροδοτούσε μια οικονομική και κοινωνική αποσταθεροποίηση, του τύπου εκείνων που έλαβαν χώρα στη Ν.Α. Ασία και πρόσφατα στην Αργεντινή.
Μιλώντας γενικά, τίποτα δεν είναι αιώνιο, επομένως ούτε και ο καπιταλισμός και πολύ περισσότερο το ευρώ. Μιλώντας όμως συγκεκριμένα, στο πλαίσιο της ανάλυσης της συγκεκριμένης κατάστασης, θα πρέπει να αναρωτηθούμε από ποιες δυναμικές θα μπορούσε να υπάρξει, στη δεδομένη ιστορική φάση, μια ασύμμετρη οικονομική διαταραχή στην ευρωζώνη, η οποία, ελλείψει του εργαλείου της συναλλαγματικής αναπροσαρμογής, θα οδηγούσε ραγδαία επιδείνωση την οικονομία μια χώρας.
Οι ισοτιμίες που επηρεάζουν το διεθνές εμπόριο και την κίνηση κεφαλαίων είναι ως γνωστόν οι πραγματικές ισοτιμίες, δηλαδή (θεωρώντας αμελητέες τις διαφορές στους ρυθμούς ανάπτυξης μεταξύ των ανταγωνιστριών χωρών) οι τρέχουσες ισοτιμίες μείον τη διαφορά πληθωρισμού ανάμεσα στις ανταγωνίστριες χώρες (διαφορικός πληθωρισμός). Κι αυτό γιατί αν δυο χώρες που ανταγωνίζονται στη διεθνή αγορά δεν έχουν ίσους ρυθμούς πληθωρισμού, τότε (με σταθερή ονομαστική ισοτιμία) επιδεινώνεται συστηματικά η θέση της χώρας με το σχετικά ψηλότερο πληθωρισμό: Τα προϊόντα της γίνονται χρόνο με το χρόνο ακριβότερα, κατά ένα ποσοστό ίσο με τη διαφορά πληθωρισμού μεταξύ των δύο χωρών. Αυτό ισοδυναμεί με πραγματική ανατίμηση του νομίσματος της χώρας με τον ψηλότερο πληθωρισμό (γιατί αποτελεί ακριβώς ανατίμηση της διεθνούς τιμής των προϊόντων της). Έτσι, η ονομαστική διολίσθηση του νομίσματος μιας χώρας δεν αποκλείεται να σημαίνει πραγματική ανατίμηση του νομίσματος αυτού, αν συστηματικά ο ρυθμός διολίσθησης είναι μικρότερος από τον διαφορικό πληθωρισμό της εν λόγω χώρας συγκριτικά με τους ανταγωνιστές της.
Μια χώρα παύει να είναι σε θέση να στηρίξει την ονομαστική ισοτιμία του νομίσματός της με ένα άλλο νόμισμα (κι έτσι προκύπτει η νομισματική κρίση), όταν αυτή η ονομαστική συναλλαγματική σταθερότητα συνεπάγεται μια τόσο σημαντική πραγματική ανατίμηση του νομίσματός της, που να δημιουργεί μεγάλα ελλείμματα στο ισοζύγιο τρεχουσών συναλλαγών της, τα οποία να μη μπορούν να καλυφθούν από το ισοζύγιο αυτόνομων κεφαλαιακών κινήσεων ή τον εύλογο διεθνή δανεισμό.
Όπως είναι γνωστό, ο πληθωρισμός στην Ελλάδα υπήρξε σημαντικά υψηλότερος του αντίστοιχου δείκτη της ΕΕ καθ' όλο το διάστημα 1979-99. Στο πλαίσιο αυτό, από το 1986 και μετά (με εξαίρεση το 1998) η δραχμή μπήκε σε μια φάση συνεχούς ανατίμησης, σε πραγματικούς όρους, έναντι των ευρωπαϊκών νομισμάτων, λόγω ακριβώς της ονομαστικής διολίσθησης του ελληνικού νομίσματος με ρυθμούς που ήταν χαμηλότεροι από το σχετικό (διαφορικό) πληθωρισμό Ελλάδας-ΕΕ. Στο διάστημα 1990-2000 η δραχμή ανατιμήθηκε σωρευτικά σε πραγματικούς όρους κατά τουλάχιστον 15% έναντι του ECU/ευρώ, γεγονός που συνέβαλλε σημαντικά στην επιδείνωση του ελληνικού εμπορικού ισοζυγίου.
Η "πολιτική σκληρής δραχμής" καθιστούσε συνεχώς ακριβότερα σε διεθνές νόμισμα τα ελληνικά προϊόντα και έτσι ευνοούσε τις εισαγωγές έναντι των εξαγωγών: Ο βαθμός κάλυψης των εισαγωγών υλικών αγαθών από τις αντίστοιχες εξαγωγές μειώθηκε από 41,5% το 1990 σε 37,5% το 2000. Εντούτοις, το διευρυνόμενο εμπορικό έλλειμμα (υπερ)καλυπτόταν, εν μέρει από το θετικό ισοζύγιο υπηρεσιών (τουρισμός, ναυτιλία), εν μέρει από τις μεταβιβαστικές πληρωμές (μεταναστευτικό συνάλλαγμα, πόροι ΕΕ) και εν μέρει από το ισοζύγιο αυτόνομων κεφαλαιακών κινήσεων. Έτσι η πολιτική της σκληρής δραχμής μπορούσε να συνεχίζεται, με στόχο όχι μόνο την ένταξη του ελληνικού νομίσματος στο ευρώ, αλλά και τη στήριξη των συμφερόντων του κεφαλαίου απέναντι στην εργασία: Άφηνε στις επιχειρήσεις μία μόνο "έξοδο διαφυγής" για να διατηρήσουν τα κέρδη τους, που συμπιέζονταν από την πραγματική ανατίμηση του νομίσματος: τη συμπίεση των μισθών.
Από το 2001, όταν η δραχμή μετετράπη σε υποδιαίρεση του ευρώ, τα πράγματα εμφανίζονται ακόμα πιο ευσταθή για τις διεθνείς οικονομικές διαπλοκές της ελληνικής οικονομίας: Με όλους τους άλλους παράγοντες σχεδόν αμετάβλητους, ο ελληνικός πληθωρισμός (2,6%) είχε πλέον συγκλίνει σημαντικά προς τον μέσο ευρωπαϊκό (1,9%), θέτοντας ουσιαστικά τέρμα στη μακρά περίοδο πραγματικής ανατίμησης της δραχμής.
Ανάλογα συμπεράσματα προκύπτουν και για τις άλλες χώρες της ευρωζώνης: Η γενική δυνατότητα της κρίσης δεν θα πρέπει να παρουσιάζεται ως η πραγματικότητα μιας κυοφορούμενης κρίσης.

4. Επίλογος

Η Αριστερά θα μπορέσει να συγκροτηθεί σε στρατηγική αμφισβήτησης και ανατροπής της καπιταλιστικής εξουσίας και εκμετάλλευσης όταν καταφέρει να συνδεθεί με το αίσθημα και τους καθημερινούς αγώνες των εκμεταλλευόμενων τάξεων και να τους ριζοσπαστικοποιήσει σε αντικαπιταλιστική κατεύθυνση. Ο λιγότερο πιθανός τρόπος για να πετύχει κάτι τέτοιο είναι να συνεχίσει να "προφητεύει" την επικείμενη κατάρρευση του καπιταλισμού "από τις ίδιες του τις οικονομικές αντιφάσεις".

 
< Προηγ.   Επόμ. >
Θέσεις, τριμηνιαία επιθεώρηση, 37ο έτος (1982-2019), εκδόσεις Νήσος, (Σαρρή 14, 10553, Αθήνα, τηλ-fax: 210-3250058)
Το περιεχόμενο διατίθεται ελεύθερα για μη εμπορικούς σκοπούς, υπό τον όρο της παραπομπής στην αρχική του πηγή