Υπεραξία και υπερεργασία Εκτύπωση
Τεύχος 80, περίοδος: Ιούλιος - Σεπτέμβριος 2002


ΥΠΕΡΑΞΙΑ ΚΑΙ ΥΠΕΡΕΡΓΑΣΙΑ
(Η χρηματική θεωρία της αξίας του Μαρξ απέναντι στην Κλασική έννοια της αξίας ως "δαπανώμενης εργασίας")
του Γιάννη Μηλιού

1. Σύνοψη του άρθρου

Η βασική θέση που θα υποστηρίξω στο παρόν κείμενο είναι ότι η οικονομική θεωρία του Μαρξ δεν εδράζεται στην Κλασική έννοια της αξίας ως ποσότητας δαπανώμενης εργασίας. Δεν αποτελεί δηλαδή "διόρθωση" ή εξέλιξη της Ρικαρδιανής θεωρίας της αξίας. Εγκαινιάζει μια νέα "θεωρητική επικράτεια", ένα νέο θεωρητικό "παράδειγμα" (νοούμενο ως σύστημα εννοιών και αιτιακών καθορισμών), αντικείμενο του οποίου είναι ο καπιταλιστικός τρόπος παραγωγής (και η ειδοποιός διαφορά του από οποιονδήποτε άλλο τρόπο παραγωγής) και η συνυφασμένη μαζί του διαδικασία καπιταλιστικής εκμετάλλευσης, ως παραγωγή και ιδιοποίηση υπεραξίας.
Η οικονομική θεωρία του Μαρξ, ως η θεωρία της καπιταλιστικής οικονομίας, είναι μια εγγενώς χρηματική θεωρία, σε ρήξη με κάθε θεωρία "υλικών ροών" (συμπεριλαμβανομένης και της Ρικαρδιανής θεωρίας της αξίας ως "ποσότητας δαπανώμενης εργασίας", αλλά και της Νεοκλασικής και Νεορικαρδιανής θεωρίας).
Η Μαρξική έννοια της αξίας αποτελεί μια νέα σύνθετη θεωρητική κατασκευή η οποία εκτοπίζει την Κλασική (Ρικαρδιανή) ημι-εμπειρική κατηγορία της "ποσότητας δαπανώμενης εργασίας" και εισάγει μια θεωρία της κοινωνικής ομογενοποίησης της εργασίας στον καπιταλιστικό τρόπο παραγωγής (εκδήλωση της οποίας αποτελεί η γενική ανταλλαξιμότητα, μέσω του χρήματος, των εμπορευμάτων).
Η αξία ενός εμπορεύματος δεν μπορεί να εκφραστεί αφ' εαυτής, αλλά μόνο δια μέσου της μορφής εμφάνισής της. Δεν μπορεί να προσδιοριστεί μεμονωμένα, αλλά μόνο σε σχέση με όλα τα άλλα εμπορεύματα κατά τη διαδικασία της ανταλλαγής. Αυτή η ανταλλακτική αξιακή σχέση υλοποιείται από το χρήμα. Στο Μαρξικό σύστημα δεν μπορεί να υπάρξει καμία άλλη "υλική συμπύκνωση" της (αφηρημένης) εργασίας, κανένα άλλο μέτρο (ή μορφή εμφάνισης) της αξίας
Καθώς το χρήμα (η χρηματική τιμή) αποτελεί την αποκλειστική μορφή εμφάνισης της αξίας, τα δύο μεγέθη δεν ανήκουν στο ίδιο επίπεδο θεωρητικής αφαίρεσης. Είναι ασύμμετρα, και συνεπώς δεν μπορούν να "συνδεθούν" μέσω μαθηματικών σχέσεων και "μετασχηματισμών". Στο σύστημα του Μαρξ η αξία δεν ανήκει στον κόσμο των εμπειρικώς απτών (και μετρήσιμων) μεγεθών. Στον κόσμο της εμπειρίας ανήκει μόνο η χρηματική τιμή.
Η Μαρξική προσέγγιση μπορεί να ερμηνεύσει γιατί δεν είναι μόνο τα προϊόντα της εργασίας αλλά και όλες οι απαιτήσεις στην (μελλοντική) παραγωγή, που αποκτούν τιμή. Ερμηνεύει επίσης τη μη-ουδετερότητα του χρήματος.
Εντούτοις, προκύπτει ένα πρόβλημα όταν ο Μαρξ εξετάζει την ποσοτική διάσταση της καπιταλιστικής εκμετάλλευσης (τις τάσεις αύξησής της) και για το σκοπό αυτό κάνει χρήση ενός απλού σχήματος ιδιοποίησης υπερεργασίας, που μοιάζει με την Κλασική κατηγορία της αξίας, ως ποσότητα "δαπανώμενης εργασίας". Το σχήμα αυτό έδωσε την ευκαιρία στους επικριτές του Μαρξ να τον εντάξουν στην Κλασική οικονομική σκέψη.
Ακόμα σημαντικότερο είναι όμως το γεγονός ότι στα χειρόγραφά του της περιόδου 1861-65 (και ιδίως στα προσχέδια του 3ου τόμου του Κεφαλαίου που επιμελήθηκε ο Ένγκελς) ο Μαρξ ορισμένες φορές υπαναχωρεί προς την Κλασική θεωρία της αξίας: Όταν πραγματεύεται τον "μετασχηματισμό των αξιών των εμπορευμάτων σε τιμές παραγωγής", αλλά και σε άλλα σημεία του έργου του, εγκαταλείπει το θεωρητικό του σύστημα της Κριτικής της Πολιτικής Οικονομίας προς όφελος του Κλασικού θεωρητικού συστήματος.
Συμπερασματικά, στα οικονομικά έργα του Μαρξ συνυπάρχουν αντιφατικά δύο θεωρητικοί λόγοι:
α) Η Μαρξική οικονομική θεωρία, η οποία αποτελεί την κύρια όψη των αναλύσεων του Μαρξ,
β) μια εκλεπτυσμένη εκδοχή της Κλασικής Πολιτικής Οικονομίας, η οποία καίτοι καταλαμβάνει μικρό μέρος του έργου του Μαρξ έχει σε δυσανάλογα μεγάλο βαθμό επηρεάσει τη σύγχρονη μαρξιστική οικονομική σκέψη.

2. Η ρήξη του Μαρξ με την Κλασική έννοια της αξίας

2.1 Η μορφολογία της ανάλυσης του Μαρξ

Στο μεγάλο έργο που εξέδωσε ο ίδιος, τον 1ο τόμο του Κεφαλαίου, ο Μαρξ αφιερώνει στην ανάλυση της έννοιας της αξίας το Πρώτο Μέρος, το οποίο έχει έκταση (στην ελληνική μετάφραση) 110 σελίδες. Σύμφωνα με την πασίγνωστη μέθοδο ανάλυσης που ακολουθεί, ο Μαρξ εκκινεί από έναν απλό και κοινά αποδεκτό ορισμό της αξίας, ως σημείο αφετηρίας για τη θεωρητική του μελέτη, από την οποία τελικά θα προκύψει μια διαφορετική (Μαρξική) έννοια της αξίας. Γράφει:
"Η αξία του εμπορεύματος είναι το κοινό που εκφράζεται στην ανταλλακτική σχέση ή στην ανταλλακτική αξία του εμπορεύματος (...) Πώς μπορούμε να μετρήσουμε το μέγεθος της αξίας του [εμπορεύματος]; Με το ποσό της εργασίας που περιέχεται σ' αυτό, της "ουσίας που δημιουργεί αξία"" (52-3).
Αν ακολουθήσουμε το κείμενο του Μαρξ θα δούμε ότι, από ολόκληρο το Τμήμα του 1ου τόμου του Κεφαλαίου που αναφέρεται στην αξία, μόνο οι 6,5 πρώτες (49-55) σελίδες αφιερώνονται στη διατύπωση και αποσαφήνιση του απλού ορισμού της αξίας που προαναφέραμε (η αξία του εμπορεύματος προκύπτει από την εργασία και είναι ανάλογη του χρόνου εργασίας που δαπανήθηκε για την παραγωγή του). Οι επόμενες 5,5 σελίδες (55-60) αφιερώνονται στη διατύπωση της έννοιας αφηρημένη εργασία ως της ιστορικά ιδιαίτερης μορφής εργασίας που παράγει αξία. Η εκμετάλλευση της παραγωγικής εργασίας δεν αναλύεται στο τμήμα αυτό του Κεφαλαίου, αλλά εισάγεται, στο πλαίσιο των όσων έχουν ήδη αναλυθεί, στο Δεύτερο Μέρος του έργου (159-189). Οι 98 σελίδες που ακολουθούν την ανάλυση για την αφηρημένη εργασία (61-158) αφορούν την ανταλλακτική αξία, δηλαδή την αξία ως σχέση ανταλλαγής, και στο πλαίσιο αυτό συνάγουν το χρήμα.
Αν θέλουμε να πάρουμε τον Μαρξ στα σοβαρά πρέπει, λοιπόν, να δούμε τι περιέχουν αυτές οι 5,5 + 98 σελίδες πέραν των εισαγωγικών 6,5 πρώτων σελίδων, που ανοίγουν τη συζήτηση εκκινώντας από έναν προκαταρκτικό ορισμό της αξίας ανάλογο με εκείνον της Κλασικής σχολής.

2.2 Η αφηρημένη εργασία

Το ότι ο "πλούτος", δηλαδή κάθε τι χρήσιμο, είναι προϊόν εργασίας δεν αποτελεί ίδιον μόνο του καπιταλιστικού, αλλά κάθε τρόπου παραγωγής. Κάθε τρόπος παραγωγής προϋποθέτει τον εργαζόμενο-παραγωγό και την ιδιαίτερη σχέση του με τα μέσα παραγωγής, από την οποία μπορούν να αποκρυπτογραφηθούν τα ιδιαίτερα δομικά χαρακτηριστικά της κοινωνίας στην οποία ο τρόπος αυτός παραγωγής είναι κυρίαρχος. Όμως, όπως τονίζει ο Μαρξ στην πρώτη κιόλας σελίδα του Κεφαλαίου, μόνο στον καπιταλιστικό τρόπο παραγωγής "ο πλούτος των κοινωνιών (...) εμφανίζεται σαν ένας "τεράστιος σωρός από εμπορεύματα", και το ξεχωριστό εμπόρευμα σαν η στοιχειώδης μορφή του" (49). Συμπεραίνουμε επομένως ότι ο πλούτος δεν αποτελεί εμπόρευμα επειδή είναι προϊόν εργασίας, αλλά επειδή η εργασία αυτή είναι εργασία στο πλαίσιο του καπιταλιστικού τρόπου παραγωγής, και υπόκειται επομένως σε μια προσίδια στον τρόπο αυτό παραγωγής κανονοκοποίηση-ομογενοποίηση. Με άλλη διατύπωση η αξία αποτελεί εκδήλωση των δομικών χαρακτηριστικών του καπιταλιστικού τρόπου παραγωγής και όχι εκδήλωση της εργασίας γενικά.
Γίνεται προφανές, επομένως, ότι ο Μαρξ συνέλαβε την αξία ως μία ιστορικά ιδιαίτερη κοινωνική σχέση: Αξία είναι η "ιδιότητα" που αποκτούν τα προϊόντα της εργασίας στον καπιταλισμό, μια "ιδιότητα" η οποία αποκτά υλική υπόσταση, πραγματοποιείται, στην αγορά, μέσω της ανταλλαξιμότητας του οποιουδήποτε προϊόντος εργασίας με κάθε άλλο προϊόν εργασίας, δηλαδή μέσω του χαρακτήρα τους ως εμπορευμάτων τα οποία φέρουν μια συγκεκριμένη (χρηματική) τιμή στην αγορά. Από το πρώτο κείμενο της περιόδου που εξετάζουμε, τα Grundrisse (1857), μέχρι το Κεφάλαιο (1867), ο Μαρξ επέμεινε ότι η αξία αποτελεί έκφραση των σχέσεων που χαρακτηρίζουν αποκλειστικά τον καπιταλιστικό τρόπο παραγωγής. Έτσι, όπου στο έργο του εισάγει την έννοια της γενικευμένης εμπορευματικής παραγωγής (όπως π.χ. στο 1ο τμήμα του 1ου τόμου του Κεφαλαίου) για να περιγράψει με βάση αυτήν την αξία, στην πραγματικότητα διαμορφώνει μια προκαταρκτική νοητική κατασκευή (η οποία ως ένα βαθμό αντιστοιχεί στην επιφανειακή "ορατή πραγματικότητα" της καπιταλιστικής οικονομίας) , που θα τον βοηθήσει να προσεγγίσει και να οικοδομήσει κατόπιν την έννοια της καπιταλιστικής παραγωγής: "Αν ερευνήσουμε παραπέρα για να βρούμε: κάτω από ποιες συνθήκες όλα τα προϊόντα ή έστω μόνο η πλειονότητά τους παίρνουν τη μορφή του εμπορεύματος, θα βρίσκαμε ότι αυτό γίνεται μόνο πάνω στη βάση ενός ολότελα ειδικού τρόπου παραγωγής, του κεφαλαιοκρατικού" (179-180).
Ο Μαρξ προσεγγίζει το ζήτημα αυτό μέσα από το ερώτημα περί της συμμετρίας. Αν στους μη καπιταλιστικούς τρόπους παραγωγής απουσιάζει η "οικονομία της αγοράς" και τα προϊόντα της εργασίας δεν τίθενται σε σχέσεις ισοδυναμίας-για-την-ανταλλαγή, τότε δεν έχει νόημα να ισχυριζόμαστε ότι στον καπιταλισμό αυτά γίνονται οικονομικώς σύμμετρα επειδή είναι προϊόντα εργασίας. Με άλλη διατύπωση, εκεί που η Κλασική Πολιτική Οικονομία πίστεψε ότι έδωσε μια τελειωτική απάντηση (ποιοτικώς διαφορετικά αντικείμενα --αξίες χρήσης-- καθίστανται οικονομικώς σύμμετρα --ανταλλάξιμα-- διότι είναι όλα προϊόντα εργασίας), ο Μαρξ βλέπει απλώς ένα ερώτημα που πρέπει να απαντηθεί: Πώς και γιατί τα ποιοτικώς διαφορετικά είδη εργασίας καθίστανται ισοδύναμα;
"Ας υποθέσουμε ότι μία ουγκιά χρυσού, ένας τόνος σιδήρου, 25 λίβρες σιταριού και είκοσι γιάρδες μεταξιού είναι ανταλλακτικές αξίες ίσου μεγέθους (...) Αλλά η εύρεση χρυσού, η εξόρυξη σιδήρου, η καλλιέργεια σιταριού και η ύφανση μεταξιού είναι ποιοτικά διαφορετικά είδη εργασίας. Αυτό που αντικειμενικά εμφανίζεται ως διαφορετικότητα των αξιών χρήσης, εμφανίζεται, κατ' επέκταση, ως διαφορετικότητα των δραστηριοτήτων οι οποίες παράγουν αυτές τις αξίες χρήσης" (Κριτική της Πολιτικής Οικονομίας, MEGA 1980, 109).
Για να απαντηθεί το αίνιγμα της ισοδυναμίας των διαφορετικών ειδών εργασίας, πρέπει να γίνει κατανοητός ο κοινωνικός χαρακτήρας της εργασίας στον καπιταλισμό: Η καπιταλιστική οργάνωση της παραγωγής και ο κοινωνικός καταμερισμός εργασίας που προκύπτει από αυτήν στηρίζεται στη άμεση (θεσμική) ανεξαρτησία κάθε ιδιαίτερου παραγωγού (καπιταλιστή) από όλους τους άλλους. Ωστόσο, όλες αυτές οι ατομικές διαδικασίες παραγωγής συσχετίζονται έμμεσα μεταξύ τους μέσω του μηχανισμού της αγοράς, καθώς ο καθένας παράγει όχι για τον εαυτό του ούτε για την "κοινότητα" αλλά για την ανταλλαγή στην αγορά, για την υπόλοιπη κοινωνία που, όμως, "συναντιέται οικονομικά" μαζί του μόνο στην αγορά. Η διαδικασία αυτή επιβάλλει την κοινωνική (καπιταλιστική) ομογενοποίηση κάθε ατομικής παραγωγικής διαδικασίας, μέσω ακριβώς της γενικευμένης εμπορευματικής ανταλλαγής και του ανταγωνισμού μεταξύ των ατομικών εμπορευματοπαραγωγών (καπιταλιστών).
Ο Μαρξ ορίζει αυτή τη διαδικασία κοινωνικής ομογενοποίησης των ατομικών εργασιακών και παραγωγικών διαδικασιών με την εισαγωγή της έννοιας αφηρημένη εργασία: Η εργασία στον καπιταλιστικό τρόπο παραγωγής είναι διφυής: από τη μια μεριά είναι συγκεκριμένη εργασία (εργασία που παράγει μια συγκεκριμένη αξία χρήσης, όπως και σε κάθε άλλο τρόπο παραγωγής) και από την άλλη είναι ταυτόχρονα αφηρημένη εργασία (ή εργασία εν γένει), εργασία όμοια από κοινωνική άποψη. Από εδώ πηγάζει η γενική ισοδυναμία και ανταλλαξιμότητα των προϊόντων της εργασίας, δηλαδή το ότι αυτά καθίστανται (παράγονται ως) εμπορεύματα: "H εργασία που εμπεριέχεται στην ανταλλακτική αξία είναι η αφηρημένα γενική κοινωνική εργασία, η οποία προκύπτει από την ολόπλευρη απαλλοτρίωση των ατομικών εργασιών" (MEGA 1980, 134). Αυτό σημαίνει ότι "κάθε εμπόρευμα είναι το εμπόρευμα, το οποίο εμφανίζεται έτσι αναγκαστικά ως άμεση υλική συμπύκνωση του εν γένει χρόνου εργασίας, μέσω της απαλλοτρίωσης της ιδιαίτερης αξίας χρήσης του" (MEGA 1980, 122). Η δαπάνη αφηρημένης εργασίας (εν γένει εργασίας), ή ο εν γένει χρόνος εργασίας, ρυθμίζει επομένως και το μέγεθος της αξίας των εμπορευμάτων.
Στο Κεφάλαιο (1867) η ανάλυση για την αφηρημένη εργασία καταλαμβάνει μόλις 5,5 σελίδες (55-60), εν μέρει διότι ο Μαρξ είχε δώσει έμφαση στο ζήτημα αυτό στην Κριτική της Πολιτικής Οικονομίας (1859).
Η αφηρημένη εργασία δεν "προκύπτει" από τη συγκεκριμένη: Δεν είναι η εκμηχάνιση της παραγωγής και η απο-ειδίκευση του εργαζομένου που μετατρέπουν τη χρήσιμη εργασία σε αφηρημένη, όπως ισχυρίζονται ορισμένοι μαρξιστές. Ο ισχυρισμός αυτός προκύπτει από μια σύγχυση κατηγοριών (από την ανεπίτρεπτη γεφύρωση του εννοιολογικού χάσματος μεταξύ συγκεκριμένης και αφηρημένης εργασίας), διότι η συγκεκριμένη-φυσική εργασία ως διακριτή έννοια, σε καμιά περίπτωση δεν μπορεί να αναχθεί στην αφηρημένη εργασία ή να αποτελέσει το περιεχόμενο της ανταλλακτικής αξίας: Η αφηρημένη εργασία αποτελεί ίδιον της κάθε (συγκεκριμένης) εργασίας στον καπιταλιστικό τρόπο παραγωγής, δηλαδή έκφραση της ιδιαίτερης κοινωνικότητας που χαρακτηρίζει μόνο τον συγκεκριμένο τρόπο παραγωγής, ανεξάρτητα από το αν πρόκειται για μια απλή ή μια σύνθετη και με υψηλή εξειδίκευση (συγκεκριμένη) εργασία.
Συμπερασματικά: Τα προϊόντα της εργασίας είναι εμπορεύματα, άρα αξίες και ανταλλακτικές αξίες, όχι απλώς διότι είναι προϊόντα εργασίας, αλλά διότι είναι προϊόντα αφηρημένης εργασίας, δηλαδή "καπιταλιστικής εργασίας" (εργασίας που εκτελείται υπό καπιταλιστικές συνθήκες, εργασίας στο πλαίσιο του καπιταλιστικού τρόπου παραγωγής). Η αφηρημένη εργασία παράγει την αξία κάθε εμπορεύματος, η οποία αποτελεί το κοινό μέτρο (εξασφαλίζει τη σχέση συμμετρίας) τους, εφόσον ως αξία στερείται οποιουδήποτε άλλου κατηγορήματος, πέραν του μεγέθους: "Όλες οι εργασίες εκφράζονται σαν ίδια ανθρώπινη εργασία και επομένως σαν ισάξιες" (74).
Στο σημείο αυτό χρειάζεται όμως να επισημάνουμε δύο ζητήματα:
α) Η αφηρημένη εργασία (και συνεπώς ο εν γένει χρόνος εργασίας) δεν αποτελεί μια άμεση (εμπειρικώς διαπιστώσιμη) ιδιότητα της εργασίας, αλλά μια "αφαίρεση", δηλαδή μία έννοια που επιτρέπει την κατανόηση της διαδικασίας κοινωνικής ομογενοποίησης της εργασίας στον καπιταλιστικό τρόπο παραγωγής: "Ο εν γένει χρόνος εργασίας είναι καθ' αυτόν μια αφαίρεση, που σαν τέτοια δεν υφίσταται για τα εμπορεύματα" (MEGA 1980, 122-23). Αυτό που εμπειρικά υφίσταται είναι μόνο τα συγκεκριμένα εμπορεύματα που πωλούνται και αγοράζονται (και συνεπώς ανταλλάσσονται μεταξύ τους με τη διαμεσολάβηση του χρήματος) στην αγορά.
β) Η αφηρημένη εργασία, ως η έννοια που αποδίδει τον ειδικά κοινωνικό (καπιταλιστικό) χαρακτήρα της εργασιακής διαδικασίας, δεν αφορά τη μεμονωμένη διαδικασία παραγωγής, αλλά την κοινωνική αλληλοσυσχέτιση όλων των, θεσμικά ανεξάρτητων μεταξύ τους, επιμέρους καπιταλιστικών διαδικασιών παραγωγής, η οποία εκδηλώνεται στην αγορά: "Ο κοινωνικός χρόνος εργασίας υπάρχει, ούτως ειπείν, μόνο σε λανθάνουσα κατάσταση σε αυτά τα εμπορεύματα και εκδηλώνεται κατά πρώτον στη διαδικασία ανταλλαγής τους (...) Η εν γένει κοινωνική εργασία δεν είναι επομένως έτοιμη προϋπόθεση, αλλά δημιουργούμενο αποτέλεσμα" (MEGA 1980, 123).
Τα δύο αυτά ζητήματα ερμηνεύουν γιατί όλο το βάρος της ανάλυσης πρέπει να δοθεί στην ανταλλακτική αξία, δηλαδή στην εκδήλωση της αξίας ως ανταλλακτικής σχέσης (στη "μορφή εμφάνισης" της αξίας), και αυτό κάνει ο Μαρξ: Δεν κλείνει την ανάλυσή του για την αξία με την έννοια της αφηρημένης εργασίας, αλλά αντίθετα αφιερώνει το συντριπτικά μεγαλύτερο τμήμα της ανάλυσης αυτής (98 από τις 110 σελίδες, ήτοι σσ. 61-158) στην ανταλλακτική αξία, ή την αξία ως ανταλλακτική σχέση μεταξύ εμπορευμάτων.
Η σχέση ανταλλαγής αποτελεί τη μοναδική εμπειρικώς απτή ύπαρξη (μορφή εμφάνισης) της αξίας. Στο Κεφάλαιο ο Μαρξ εισάγει τους αναγνώστες στα ζητήματα αυτά με την ακόλουθη διατύπωση:
"Η αξιακή αντικειμενικότητα [Wertgegenstandlichkeit] των εμπορευμάτων διαφέρει κατά τούτο από τη χήρα Κουίκλυ ότι δεν ξέρεις από πού να την πιάσεις. Το αντίθετο ακριβώς απ' ό,τι γίνεται με τη χονδροειδή αισθητή αντικειμενικότητα [Gegenstandlichkeit] των σωμάτων των εμπορευμάτων, δεν μπαίνει ούτε ένα άτομο φυσική ύλη στην αξιακή αντικειμενικότητά τους. Γι' αυτό όσο κι αν πιάσεις, όσο κι αν στριφογυρίσεις ένα ξεχωριστό εμπόρευμα, μένει άπιαστο σαν πράγμα αξίας [Wertding] (...) Η αξιακή αντικειμενικότητά τους είναι καθαρά κοινωνική (...) μπορεί να εκδηλώνεται μονάχα στην κοινωνική σχέση του ενός εμπορεύματος με ένα άλλο εμπόρευμα. Και πραγματικά, ξεκινήσαμε από την ανταλλακτική αξία ή από την ανταλλακτική σχέση των εμπορευμάτων για να βρούμε τα ίχνη της αξίας που κρύβεται μέσα τους. Τώρα πρέπει να ξαναγυρίσουμε στη μορφή αυτή εμφάνισης της αξίας" (61-2, οι υπογρ. δικές μου).

2.3 Το χρήμα ως η μοναδική αντικειμενική "υλοποίηση" (μορφή εμφάνισης) της αξίας

Το συμπέρασμα που συνάγεται από τις παραπάνω θέσεις είναι ότι η αξία των εμπορευμάτων δεν εμφανίζεται ποτέ καθαυτή, ως μία άμεσα αντιληπτή (εμπειρικώς παρατηρήσιμη) και συνεπώς μετρήσιμη οντότητα. Εκφράζεται μόνο μέσω των (στρεβλών) μορφών εμφάνισής της, δηλαδή των τιμών των εμπορευμάτων. Αυτές οι μορφές εμφάνισης της αξίας δεν αναφέρονται, όπως είπαμε, σε κάθε εμπόρευμα ξεχωριστά, δηλαδή δεν πρόκειται για μεμονωμένες, για αρχικά ανεξάρτητες μεταξύ τους εκφράσεις της αξίας κάθε εμπορεύματος, αλλά αποτυπώνουν τη σχέση ανταλλαγής του εμπορεύματος με όλα τα άλλα εμπορεύματα. Αποτελούν υλική έκφραση της κοινωνικής ομογενοποίησης της εργασίας στον καπιταλιστικό τρόπο παραγωγής (όπως αυτή περιγράφεται με την έννοια αφηρημένη εργασία).
Για να μπορέσει να αποκρυπτογραφήσει τη μορφή εμφάνισης της αξίας ως χρήμα, ο Μαρξ ξεκινάει από το σχήμα της απλής σχέσης αντιπραγματισμού, στην οποία μια ποσότητα εμπορεύματος ανταλλάσσεται με μια διαφορετική ποσότητα ενός άλλου εμπορεύματος. Οι Κλασικοί οικονομολόγοι θεωρούσαν ότι όλες οι συναλλακτικές πράξεις στην αγορά μπορούν να αναχθούν σε απλές σχέσεις αντιπραγματισμού, τις οποίες απλώς διευκολύνει το χρήμα. Ο Μαρξ ονομάζει την απλή περίπτωση του αντιπραγματισμού ως την "απλή, μεμονωμένη ή τυχαία μορφή της αξίας".
Η μορφή αυτή αντιστοιχεί στην ακόλουθη συσχέτιση:

χ Εμπόρευμα Α = ψ Εμπόρευμα Β ή 20 πήχες πανί (λινό ύφασμα) = 1 σακάκι,

για την οποία ο Μαρξ μας λέει ότι "σ' αυτήν κρύβεται το μυστικό κάθε μορφής αξίας, γι' αυτό η ανάλυσή της παρουσιάζει την κύρια δυσκολία" (64). Είναι δυσνόητη επειδή είναι απλή, όμως αν αποκρυπτογραφηθεί θα αποκαλυφθεί το μυστικό ακόμα και της πιο αναπτυγμένης, της χρηματικής μορφής.
Η σχέση αυτή δεν αποτελεί μια ισότητα με τη μαθηματική έννοια ή μια συνήθη ισοδυναμία, αλλά χαρακτηρίζεται από μια "πολικότητα", από το γεγονός δηλαδή ότι κάθε "πόλος" της ισότητας (το πανί ή αντίστοιχα το σακάκι) κατέχει μια ποιοτικά διαφορετική θέση και λειτουργία από τον άλλο, έτσι ώστε, από μαθηματική άποψη, να μην ισχύει η αντιμεταθετική ιδιότητα (αν α=β => β=α). Το πανί κατέχει τη σχετική αξιακή μορφή, το σακάκι τη μορφή του ισοδυνάμου, που σημαίνει ότι "παίζουν δύο διαφορετικούς ρόλους", δηλαδή ενώ "ανήκουν το ένα στο άλλο και καθορίζουν το ένα το άλλο, ταυτόχρονα είναι δύο αλληλοαποκλειόμενα ή αντίθετα άκρα" (62-3).
Η "πόλωση" αυτή και η "διαφορά" είναι απόρροια του ότι η αξία του εμπορεύματος (ως περιεχόμενο ή ουσία απορρέουσα από την καπιταλιστικώς δαπανηθείσα εργασία) εκδηλώνεται (υπάρχει εμπειρικά) μόνο στην ανταλλακτική σχέση των εμπορευμάτων, στην ανταλλακτική αξία. Στην απλή μορφή της ανταλλακτικής σχέσης, το "ισοδύναμο" (σακάκι) αποτελεί τον "μετρητή αξίας" του "σχετικού" (του υφάσματος). Δηλαδή η απλή μορφή της αξίας μας λέει ότι 20 πήχες πανί είναι αξίας ενός σακακιού. "Η αξία του εμπορεύματος πανί εκφράζεται με το σώμα του εμπορεύματος σακάκι" (66). Αυτό συμβαίνει διότι "η αξία του λινού υφάσματος δύναται να εκφραστεί μόνο σε άλλο εμπόρευμα, δηλαδή μόνο σχετικά" (Μαρξ 1991, 177). "Το ίδιο εμπόρευμα δεν μπορεί λοιπόν να εμφανιστεί στην ίδια αξιακή έκφραση στις δύο μορφές ταυτοχρόνως. Αυτές οι μορφές αποκλείουν μάλιστα η μία την άλλη πολικά" (Μαρξ 1991, 177).
Έτσι το εμπόρευμα Α (σχετική μορφή) "μετατρέπει την αξία χρήσης Β σε υλικό που εκφράζει τη δική του αξία" (67). Γίνεται δηλαδή το Β, ή το σακάκι (ισοδύναμη μορφή) το μέσο μέτρησης της αξίας (το "χρήμα") του Α, του υφάσματος. Το ισοδύναμο (εμπόρευμα Β ή σακάκι), καίτοι επίσης χρήσιμο πράγμα, κατά την ανταλλαγή λειτουργεί ως "μορφή εμφάνισης της αξίας" (Μαρξ 1991, 56), που σημαίνει ότι η περιεχόμενη σε αυτό συγκεκριμένη εργασία (ραπτική σακακιών) λειτουργεί (προς το παρόν μόνο για το ύφασμα) ως εκδήλωση της εργασίας εν γένει, της αφηρημένης εργασίας. Η αξία εκδηλώνεται μόνο μέσω των μορφών αυτών εμφάνισής της: "Εντός της αξιακής σχέσης και της σ' αυτήν ενεχόμενης αξιακής έκφρασης δεν ισχύει το αφηρημένα γενικόν (η αξία, Γ.Μ.) ως ιδιότητα του συγκεκριμένου, αισθητηριακά πραγματικού, (της ανταλλακτικής αξίας, Γ.Μ.), αλλά, αντιστρόφως, το αισθητηριακά πραγματικό ως απλή μορφή εμφάνισης ή ορισμένη μορφή πραγμάτωσης του αφηρημένα γενικού (...) Μόνο το αισθητηριακά συγκεκριμένο ισχύει ως μορφή εμφάνισης του αφηρημένα γενικού" (Μαρξ 1991, 185).
Η μορφή του ισοδυνάμου, ως αισθητηριακά απτή εκδήλωση της αξίας χαρακτηρίζεται από τα ακόλουθα στοιχεία: α) Η αξία χρήσης της αποτελεί τη μορφή εμφάνισης της αξίας, β) η συγκεκριμένη εργασία (ραπτική) καθίσταται μορφή εμφάνισης της αφηρημένης εργασίας, γ) η ατομική εργασία εκδηλώνεται ως άμεσα κοινωνική εργασία
Ένα επιπλέον σημαντικό ζήτημα αφορά την αξία του σακακιού ή του εμπορεύματος Β (μορφή ισοδυνάμου). Στο βαθμό που το σακάκι διατηρεί αυτή τη θέση του ισοδυνάμου, η αξία του δεν εκδηλώνεται δηλαδή "δεν υπάρχει" στο κόσμο της απτής πραγματικότητας, των μορφών εμφάνισης: "Μόλις όμως το εμπόρευμα σακάκι πάρει τη θέση του ισοδυνάμου στην έκφραση της αξίας, το μέγεθος της αξίας του δεν παίρνει κανενός είδους έκφραση σαν μέγεθος αξίας. Πιο σωστά φιγουράρει στην εξίσωση της αξίας μόνο σαν ορισμένη ποσότητα ενός πράγματος" (70). Όπως η αξία του εμπορεύματος Α, δηλαδή του υφάσματος (σχετική μορφή) "δεν αντανακλάται στο δικό του σώμα (...) αποκαλύπτεται, λαμβάνει αισθητηριακά απτή έκφραση μέσω της αξιακής σχέσης του προς το σακάκι" (Μαρξ 1991, 55), κατ' αναλογία και το σακάκι δεν μπορεί να λάβει κανενός είδους αισθητηριακά απτή έκφραση "δεν μπορεί να εκφράσει την αξία του στο δικό του σώμα ή στην δική του αξία χρήσης (...) Δεν μπορεί να αναφερθεί στην σ' αυτό το ίδιο (...) εμπεριεχόμενη συγκεκριμένη εργασία ως απλή μορφή πραγμάτωσης αφηρημένης ανθρώπινης εργασίας" (Μαρξ 1991, 58).
Αν αυτό μπορούσε να συμβεί για το σακάκι, τότε το ίδιο θα συνέβαινε για το ύφασμα ή για οποιοδήποτε άλλο εμπόρευμα και η αξία θα αποτελούσε αυθύπαρκτη εκδήλωση (μορφή εμφάνισης) της εργασίας (το περιεχόμενο και η μορφή της αξίας θα ταυτίζονταν), συνεπώς το Μαρξικό θα μπορούσε να θεωρηθεί ταυτόσημο με το Ρικαρδιανό σύστημα ανάλυσης. Κάτι τέτοιο όμως δεν συμβαίνει.
Συμπερασματικά: Η απλή αξιακή μορφή (χ Εμπόρευμα Α = ψ Εμπόρευμα Β) ανάγεται στη σχέση:
Μία μονάδα εμπορεύματος Α είναι αξίας ψ/χ μονάδων του Β. (Εκφράζεται μόνο η αξία του Α σε μονάδες του Β. Το Β στη σχέση αυτή είναι ο "μετρητής αξίας" ["το χρήμα"] του Α).
Από την ανάλυση της απλής αξιακής μορφής, ο Μαρξ μπορεί πλέον πολύ εύκολα να αποκρυπτογραφήσει τη χρηματική μορφή. Για το σκοπό αυτό χρησιμοποιεί δύο ενδιάμεσα νοητικά σχήματα, την ολική ή ανεπτυγμένη και τη γενική μορφή της αξιακής έκφρασης.
Η πρώτη (ολική ή ανεπτυγμένη μορφή) αναφέρεται σε μια ατέρμονη σειρά πράξεων αντιπραγματισμού του είδους:

ω Εμπόρευμα Α = υ Εμπόρευμα Β = χ Εμπόρευμα Γ = ψ Εμπόρευμα Δ = κ.λπ.

Η μορφή αυτή χαρακτηρίζεται από δύο "ελλείψεις", α) ότι ως σύνολο είναι ατέρμων και συνεπώς απροσδιόριστη, καθώς αποδίδει μια αυθαίρετη επιλογή της σειράς των εμπορευμάτων, όπου ένα εμπόρευμα μπορεί να ιδωθεί είτε ως μια σχετική αξιακή μορφή με πλήθος ισοδυνάμων, είτε ως ένα εκ του πλήθους των ισοδυνάμων ενός άλλου εμπορεύματος που κατέχει τη σχετική θέση στην αξιακή έκφραση και β) ότι μπορεί να ιδωθεί ως σύμφυρμα μιας ατέρμονης αλληλουχίας απλών αξιακών μορφών.
Η δεύτερη μορφή στη σειρά αυτή ανάπτυξης είναι η γενική μορφή της αξίας, η οποία χαρακτηρίζεται από την ύπαρξη ενός και μόνο ισοδυνάμου (π.χ. του λινού υφάσματος) στο οποίο εκφράζουν την αξία τους όλα τα άλλα εμπορεύματα, τα οποία έτσι βρίσκονται πάντα στη σχετική αξιακή θέση. Το ύφασμα αποτελεί πλέον την γενική σχετική αξιακή μορφή (Μαρξ 1991, 64). Κάθε άλλο εμπόρευμα αποκλείεται τώρα από τη θέση του ισοδυνάμου, την οποία κατέχει μόνο το γενικό ισοδύναμο, το ύφασμα. Εφόσον τώρα για όλα τα εμπορεύματα πλην του υφάσματος εκδηλώνεται μία "κοινή μορφή εμφάνισης της αξίας, (...) η σ' αυτό [το ύφασμα] υλοποιηθείσα ιδιαίτερη εργασία ισχύει τώρα (...) ως γενική μορφή πραγμάτωσης της ανθρώπινης εργασίας, ως γενική εργασία" (Μαρξ 1991, 65), άρα ως μορφή εμφάνισης της αφηρημένης εργασίας. Μέσω της έκφρασης της αξίας κάθε εμπορεύματος σε ποσότητες υφάσματος, "διαφέρουν λοιπόν όλα τα εμπορεύματα ως ανταλλακτικές αξίες από τις ίδιες τις αξίες χρήσης των και ταυτοχρόνως αναφέρονται το ένα στο άλλο ως αξιακά μεγέθη, θέτουν εαυτόν ποιοτικώς ομοειδή και συγκρίνονται μεταξύ των ποσοτικώς" (Μαρξ 1991, 64).
Τα εμπορεύματα δεν είναι τώρα άμεσα ανταλλάξιμα μεταξύ τους, αλλά μόνο μέσω του γενικού ισοδυνάμου (του υφάσματος). Η κοινωνική τους "ουσία" (ότι όλα αποτελούν προϊόν καπιταλιστικώς δαπανηθείσας εργασίας) δεν εκφράζεται άμεσα, αλλά διαμεσολαβείται από το γενικό ισοδύναμο:
"Δεν κατέχουν λοιπόν τα εμπορεύματα τη μορφή άμεσης αμοιβαίας ανταλλαξιμότητας, ή η κοινωνικά έγκυρη μορφή τους είναι μια [μορφή] διαμεσολαβημένη. Αντιστρόφως: Δια της αναφοράς όλων των άλλων εμπορευμάτων στο λινό ύφασμα ως τη μορφή εμφάνισης της αξίας, η φυσική μορφή του λινού υφάσματος γίνεται η μορφή άμεσης ανταλλαξιμότητας αυτών των εμπορευμάτων με όλα τα εμπορεύματα, ως εκ τούτου άμεσα η γενική κοινωνική μορφή τους" (Μαρξ 1991, 68). "Όλα τα είδη ιδιωτικών εργασιών λαμβάνουν τον κοινωνικό χαρακτήρα τους μόνον αντιθετικά, εξομοιούμενα όλα με ένα αποκλειστικό είδος ιδιωτικής εργασίας, εδώ: της λινοφαντικής. Δι' αυτού η τελευταία γίνεται άμεση και γενική μορφή αφηρημένης ανθρώπινης εργασίας" (Μαρξ 1991, 71).
Η μορφή του γενικού ισοδυνάμου οδηγεί άμεσα στη χρηματική μορφή, όταν ένα "εμπόρευμα" αποκτήσει τελεσίδικα στην αγορά το ρόλο του γενικού ισοδυνάμου. Τότε το "εμπόρευμα" αυτό (π.χ. ο χρυσός) γίνεται χρήμα, και η μορφή του γενικού ισοδυνάμου αποτελεί χρηματική μορφή. Εντούτοις δεν είναι τυχαίο που ο Μαρξ διακρίνει τη μορφή του γενικού ισοδυνάμου από τη χρηματική μορφή. Με άλλα λόγια, σκόπιμα επέλεξε ως αρχικό παράδειγμα ένα τυχαίο εμπόρευμα (το λινό ύφασμα) και όχι τον χρυσό (που αποτελεί το ιστορικό "σώμα" του χρήματος) όταν εισήγαγε την έννοια του γενικού ισοδυνάμου, διότι η Μαρξική θεωρία, αντίθετα από την Κλασική, αντιλαμβάνεται ότι το χρήμα στον καπιταλισμό δεν περιορίζεται στις ιδιότητες ενός παραγόμενου εμπορεύματος.
Η σχέση λοιπόν της γενικής ανταλλαξιμότητας των εμπορευμάτων εκφράζεται (πραγματοποιείται) μόνο διαμεσολαβημένα, δηλαδή μέσω του χρήματος, που λειτουργεί ως το γενικό ισοδύναμο στη διαδικασία ανταλλαγής, και στο οποίο όλα τα εμπορεύματα εκφράζουν την αξία τους. Η Μαρξική θεώρηση δεν αναπαράγει λοιπόν το μοντέλο του αντιπραγματισμού (της ανταλλαγής εμπορεύματος με εμπόρευμα), καθότι θεωρεί ότι η ανταλλαγή αναγκαστικά διαμεσολαβείται από το χρήμα. Πρόκειται για μια χρηματική θεωρία της καπιταλιστικής οικονομίας (μια χρηματική θεωρία της αξίας), καθώς το χρήμα ερμηνεύεται ως αναγκαίο-ενδογενές στοιχείο των οικονομικών σχέσεων.
Έχοντας αποκτήσει την αποκλειστική λειτουργία της έκφρασης και μέτρησης των τιμών (των στρεβλών μορφών εμφάνισης των αξιών), το χρήμα δεν έχει το ίδιο τιμή (ακόμα και αν πρόκειται για ένα εμπόρευμα, που έχει αποσυρθεί από την κυκλοφορία για να παίξει το ρόλο του χρήματος: χρυσός). Με τα λόγια του Μαρξ: "Το χρήμα αντιθέτως δεν έχει τιμή. Το χρήμα για να συμμετείχε σ' αυτήν την ενιαία σχετική αξιακή μορφή των άλλων εμπορευμάτων, θα έπρεπε να τεθεί σε αναφορά προς τον ίδιο τον εαυτό του ως το ίδιο το δικό του ισοδύναμο" (Μαρξ 1991, 97). Αποτελεί την "μορφή εμφάνισης [της] αξίας ή υλικότητα αφηρημένης και ως εκ τούτου όμοιας ανθρώπινης εργασίας" (Μαρξ 1991, 91).
Συμπερασματικά: Στο Μαρξικό σύστημα, η αξία ενός εμπορεύματος δεν εκφράζεται αφ' εαυτής, αλλά μέσω των στρεβλών μορφών εμφάνισής της (των τιμών). Επιπλέον, δεν μπορεί να προσδιοριστεί μεμονωμένα, αλλά αποκλειστικά σε σχέση με όλα τα άλλα εμπορεύματα, στη διαδικασία ανταλλαγής. Αυτή η ανταλλακτική αξιακή σχέση υλοποιείται από το χρήμα. Στο Μαρξικό σύστημα δεν μπορεί να υπάρξει καμία άλλη "υλική συμπύκνωση" της (αφηρημένης) εργασίας, κανένα άλλο μέτρο (ή μορφή εμφάνισης) της αξίας: "Η αξία, που εμφανίζεται σαν αφαίρεση, είναι δυνατή σαν τέτοια αφαίρεση μόνο από τη στιγμή που έχει τοποθετηθεί το χρήμα" (Μαρξ 1990, 596).
Το ουσιώδες χαρακτηριστικό της "οικονομίας της αγοράς (του καπιταλισμού) δεν είναι επομένως μόνον η εμπορευματική ανταλλαγή (όπως υποστηρίζουν τα επίσημα Οικονομικά) αλλά η χρηματική κυκλοφορία και το χρήμα. Η Μαρξική θεωρία της αξίας αναφέρεται ταυτόχρονα στην έννοια της αφηρημένης εργασίας (ως του αιτιακού προσδιορισμού ή της "ουσίας" της αξίας) και του χρήματος (ως της αναγκαίας μορφής εμφάνισής της).
Η αξία περιγράφεται από τον Μαρξ ως ουσία, μέγεθος και μορφή: είναι έκφραση μιας ιστορικά ιδιαίτερης κοινωνικής-οικονομικής σχέσης και συμπυκνώνει την ειδική κοινωνική ομογενοποίηση της εργασίας στον καπιταλισμό, η οποία φανερώνεται στη γενική, διαμεσολαβούμενη δια του χρήματος, ανταλλαξιμότητα των εμπορευμάτων στην αγορά: "Το αποφασιστικά σημαντικό ήταν να αποκαλυφθεί η εσωτερική αναγκαία συνάρτηση μεταξύ μορφής της αξίας, ουσίας της αξίας και μεγέθους της αξίας, δηλαδή, ιδεατά εκφρασμένο, να αποδειχθεί, ότι η μορφή της αξίας εκπηγάζει από την έννοια της αξίας" (Μαρξ 1991, 73. Βλ. και Rubin 1972, ιδίως 107-23 και Rubin 1991, ιδίως 485-532).
Από ποσοτική σκοπιά, η αξία ενός εμπορεύματος θα ήταν η ποσότητα της κοινωνικά αναγκαίας αφηρημένης εργασίας (δηλαδή της αφηρημένης εργασίας με τα κοινωνικώς μέσα χαρακτηριστικά παραγωγικότητας και έντασης), η οποία δαπανάται για την παραγωγή του. Εντούτοις, η δαπάνη κοινωνικά αναγκαίας αφηρημένης εργασίας δεν μπορεί να προσδιοριστεί ποσοτικά (να μετρηθεί), και η αξία μετράται μόνο στο επίπεδο των στρεβλών μορφών εμφάνισης, ως χρηματική τιμή (μετράται δηλαδή σε χρηματικές μονάδες). Ο Μαρξ υπέθεσε εντούτοις, απλουστευτικά, σε διάφορα σημεία της ανάλυσής του στον πρώτο τόμο του Κεφαλαίου, ότι τα εμπορεύματα ανταλλάσσονται σύμφωνα με τις αξίες τους, δηλαδή ότι μπορεί να προσδιοριστεί ο χρόνος (αφηρημένης) εργασίας που δαπανήθηκε για την παραγωγή καθενός εμπορεύματος ξεχωριστά. Στο τμήμα αυτό της ανάλυσής του τον απασχολούσε, μεταξύ άλλων, η μελέτη των ποσοτικών πλευρών της καπιταλιστικής εκμετάλλευσης και η μεταβολή τους (αύξηση της εκμετάλλευσης ως κινητήριας δύναμης της καπιταλιστικής παραγωγής και της οικονομικής ανάπτυξης). Ειδικότερα, ο Μαρξ ήθελε να καταστήσει σαφή στον αναγνώστη τα αποτελέσματα που έχει η αύξηση της παραγωγικότητας της εργασίας (που "στον καπιταλιστικό τρόπο παραγωγής γίνεται νόμος ανεξάρτητα από τη θέληση του κάθε καπιταλιστή", Μαρξ 1983, 126) στην παραγωγή και τη διανομή του προϊόντος. Στον τρίτο τόμο του Κεφαλαίου εγκατέλειψε αυτή την υπόθεση, καθώς εστίασε την ανάλυσή του στις μορφές εμφάνισης των καπιταλιστικών σχέσεων παραγωγής. Εδώ εισήγαγε την έννοια των τιμών παραγωγής, ως των μορφών εμφάνισης της αξίας που εξασφαλίζουν την εξίσωση του ποσοστού κέρδους όλων των ατομικών κεφαλαίων, τα οποία διαπλέκονται μεταξύ τους, μέσω του ανταγωνισμού, στο πλαίσιο μιας καπιταλιστικής οικονομίας. Σύμφωνα με τον Μαρξ η τιμή παραγωγής αποτελεί αυτό που θα μπορούσε να αποκληθεί "κέντρο βάρους" (ή σε κλασικό λεξιλόγιο "φυσική τιμή") γύρω από το οποίο ταλαντεύονται οι αγοραίες τιμές. Αντίθετα οι Κλασικοί οικονομολόγοι ταύτιζαν τις "φυσικές τιμές" με τις αξίες των εμπορευμάτων, δηλαδή θεωρούσαν ότι τιμές και αξίες αποτελούν σύμμετρα μεγέθη (Βλ. Smith 2000, I.vi.15, Ι.vii.15).
Στο επόμενο τμήμα αυτού του άρθρου θα ασχοληθούμε με τις παρανοήσεις που προκύπτουν από τον τρόπο που ο Μαρξ επέλεξε να παρουσιάζει το ζήτημα της καπιταλιστικής εκμετάλλευσης. Προηγουμένως χρειάζεται να τονίσουμε ότι σύμφωνα με τη χρηματική θεωρία της αξίας του Μαρξ, η εμπορευματική ανταλλαγή προϋποθέτει τις (θετικές) τιμές των εμπορευμάτων που συμμετέχουν σ' αυτήν. Με άλλα λόγια, οι τιμές δεν προσδιορίζονται μετά την κατάστρωση ενός μη-χρηματικού συστήματος ισορροπίας αντιπραγματισμού μεταξύ "τομέων παραγωγής", όπως συμβαίνει π.χ. με τα Σραφφαϊανά "γραμμικά συστήματα παραγωγής". Για τον Μαρξ οι σχέσεις αντιπραγματισμού αποκλείονται, καθώς οι ανταλλαγές προϋποθέτουν πάντα τη διαμεσολάβηση του χρήματος, δηλαδή προκύπτουν από διαδοχικές επιμέρους εγχρήματες συναλλαγές (ανταλλαγή κάθε εμπορεύματος με χρήμα), το οποίο σημαίνει ότι τα εμπορεύματα είναι εξ ορισμού προϊόντα που φέρουν μία συγκεκριμένη τιμή. Οι τιμές προσδιορίζονται κατά τη διαδικασία εμπορευματικής παραγωγής, δηλαδή στο πλαίσιο μιας ιστορικά ιδιαίτερης διαδικασίας (καπιταλιστικής) παραγωγής-για-την-ανταλλαγή, μια διαδικασία που ενοποιεί την άμεση παραγωγή (με τη στενή έννοια) με την κυκλοφορία. Με την έννοια αυτή, όπως σημειώνει ο Rubin (1978, 123), "η ανταλλαγή είναι η μορφή της συνολικής διαδικασίας παραγωγής, ή η μορφή της κοινωνικής εργασίας".

3. Η παρουσίαση των τάσεων αύξησης της καπιταλιστικής εκμετάλλευσης
από τον Μαρξ: Η υπεραξία ως υπερεργασία

3.1 "Αυτή η χρηματική κυκλοφορία οδηγεί στο κεφάλαιο"

Από τα παραπάνω έγινε φανερό ότι για τον Μαρξ η αξία δεν μπορεί να εκφραστεί (να εκδηλωθεί) παρά μόνο δια του χρήματος, ως μια "χρηματικώς διαμεσολαβημένη" μορφή εμφάνισης που αποτυπώνει τη γενική ανταλλαξιμότητα των εμπορευμάτων. Αντίθετα από την Κλασική και τη Νεοκλασική Σχολή, σύμφωνα με τη Μαρξική προσέγγιση ακόμα και η απλούστερη πράξη, αυτή της ανταλλαγής δύο εμπορευμάτων, πρέπει να γίνει κατανοητή ως μια διαδικασία αποτελούμενη από δύο διαδοχικές πράξεις εγχρήματης συναλλαγής, μιας πώλησης που ακολουθείται από μία αγορά, σύμφωνα με τον τύπο Ε-Χ-Ε (όπου το Ε συμβολίζει το εμπόρευμα και το Χ το χρήμα).
Ο Μαρξ επέλεξε να παρουσιάσει τι είναι αξία και συνακόλουθα τι είναι χρήμα στα τρία πρώτα κεφάλαια του 1ου τόμου του Κεφαλαίου πριν να διατυπώσει την έννοια του κεφαλαίου και του καπιταλιστικού τρόπου παραγωγής (ΚΤΠ). Έτσι, το σημαντικότερο ίσως τμήμα της θεωρίας του χρήματος στον ΚΤΠ (το χρήμα ως κεφάλαιο) περιέχεται στο Κεφ. 4 ("Μετατροπή του χρήματος σε κεφάλαιο"), όπου "αποκρυπτογραφείται" η προηγούμενη ανάλυσή του (στα Κεφ. 1-3) σχετικά με το χρήμα ως "μέσο πληρωμής". Εκεί διαβάζουμε:
"Το κεφάλαιο είναι χρήμα, το κεφάλαιο είναι εμπόρευμα. Στην πραγματικότητα όμως η αξία γίνεται εδώ το υποκείμενο ενός προτσές, μέσα στο οποίο αλλάζοντας διαρκώς μορφή, παίρνοντας πότε τη μορφή του χρήματος και πότε του εμπορεύματος, αλλάζει διαρκώς το ίδιο το μέγεθός της και αξιοποιείται (...). Απόχτησε την απόκρυφη ιδιότητα να γεννάει αξία επειδή η ίδια είναι αξία (...). Η αξία γίνεται επομένως αυξανόμενη αξία, αυξανόμενο χρήμα και σαν τέτοιο γίνεται κεφάλαιο (...) Η κυκλοφορία του χρήματος σαν κεφάλαιο αποτελεί αυτοσκοπό (...) Γι' αυτό η κίνηση του κεφαλαίου είναι απεριόριστη. Σαν συνειδητός φορέας αυτής της κίνησης, ο κάτοχος του χρήματος γίνεται κεφαλαιοκράτης" (167, 164-5, οι υπογρ. δικές μου).
Ο Μαρξ διατύπωσε και ανέπτυξε τη θεωρία του κεφαλαίου με βάση την έννοια της αξίας. Το κεφάλαιο είναι αξία την οποία, αν και δημιούργησε η εργατική τάξη, έχουν οικειοποιηθεί οι καπιταλιστές. Επειδή ακριβώς αποτελεί αξία, το κεφάλαιο εμφανίζεται ως χρήμα και εμπορεύματα. Είναι, ωστόσο, συγκεκριμένα εμπορεύματα, εκείνα τα οποία λειτουργούν ως κεφάλαιο: τα μέσα παραγωγής (σταθερό κεφάλαιο) απ' τη μια πλευρά, και η εργασιακή δύναμη (μεταβλητό κεφάλαιο) απ' την άλλη.
Για να αποτελέσει η εργασιακή δύναμη εμπόρευμα, πρέπει να έχει συντελεστεί μια μακρά ιστορική διαδικασία κοινωνικού μετασχηματισμού και επαναστάσεων, απ' την οποία αναδύεται ο ελεύθερος εργάτης. Ελεύθερος "με διπλή έννοια, από τη μια με την έννοια ότι σαν ελεύθερο πρόσωπο διαθέτει την εργασιακή του δύναμη σαν εμπόρευμά του, και από την άλλη με την έννοια ότι δεν έχει άλλα εμπορεύματα να πουλήσει, ότι σαν το ελεύθερο πουλί είναι ελεύθερος από όλα τα πράγματα που χρειάζονται για να πραγματοποιήσει την εργασιακή του δύναμη" (181-2). Η διαμόρφωση της σχέσης κεφάλαιο - μισθωτή εργασία είναι έτσι μια ιστορικά ειδική μορφή ταξικής εξουσίας η οποία είναι αναπόσπαστη από το θεσμικό, νομικό και ιδεολογικό οικοδόμημα του "ελεύθερου ατόμου" και της ισότητας. Ο Μαρξ περιγράφει τις εσωτερικές αλληλεξαρτήσεις που διέπουν αυτήν την ιστορική κοινωνική τάξη πραγμάτων ως καπιταλιστικό τρόπο παραγωγής (ΚΤΠ). Ο καπιταλιστικός τρόπος παραγωγής (κι όχι η "οικονομία" γενικά) συγκροτείται έτσι ως το κατ' εξοχήν αντικείμενο μελέτης της Μαρξικής θεωρίας.
Προκύπτει έτσι η ριζικά τροποποιημένη, Μαρξική εκδοχή της θέσης ότι το κέρδος συνιστά απόσπαση πλεονάσματος από το προϊόν της εργασίας, το οποίο (πλεόνασμα) ιδιοποιείται το κεφάλαιο, (θέση η οποία σε πρωτόλεια μορφή διατυπώθηκε από την Κλασική Πολιτική Οικονομία, βλ. την υποσημείωση 3 του παρόντος κειμένου). Η υπεραξία δεν νοείται ως μια απλή "αφαίρεση", ή "παρακράτηση" από το προϊόν του εργάτη, αλλά ως μια κοινωνική σχέση, ως αποτέλεσμα και προϋπόθεση της καπιταλιστικής εκμετάλλευσης, η οποία εμφανίζεται αναγκαστικά ως (περισσότερο) χρήμα, ως η μέσω της ενότητας της διαδικασίας παραγωγής και της διαδικασίας κυκλοφορίας προσαύξηση της αξίας του προκαταβαλλόμενου (χρηματικού) κεφαλαίου. Η έννοια της υπεραξίας είναι αδιαχώριστη από την έννοια της αξίας, καθώς στον ΚΤΠ η κίνηση της αξίας γίνεται για την υπεραξία (το χρήμα λειτουργεί ως αυτοσκοπός) και καθίσταται δυνατή δια της υπεραξίας. Το κεφάλαιο είναι "αυτοαξιοποιούμενη αξία", "γεννάει αξία επειδή είναι αξία" (167).
"Σαν το αναπτυσσόμενο υποκείμενο ενός τέτοιου προτσές (...) η αξία χρειάζεται πριν απ' όλα μιαν αυτοτελή μορφή, με την οποία να διαπιστώνεται η ταυτότητα με τον ίδιο τον εαυτό της. Και τη μορφή αυτή την έχει μόνο στο χρήμα. Γι' αυτό το λόγο το χρήμα αποτελεί την αφετηρία και το τέρμα κάθε προτσές αξιοποίησης" (167).
Το χρήμα, λειτουργώντας ως κεφάλαιο, ενοποιεί την καπιταλιστική διαδικασία παραγωγής και τη διαδικασία κυκλοφορίας, σε αντιστοιχία με το σχήμα Χ-Ε-Χ΄ [ή Χ-Ε-(Χ+ΔΧ)]. Στον ΚΤΠ το σχήμα αυτό δεν αποτελεί παρά το "εξωτερικό περίβλημα" της συνολικής διαδικασίας καπιταλιστικής παραγωγής, δηλαδή του κυκλώματος του κοινωνικού κεφαλαίου (O'Hara 1999):

Χ--Ε (= Mπ+Εδ) [ Π Ε΄]--Χ΄

Ο καπιταλιστής εμφανίζεται στην αγορά ως ιδιοκτήτης του χρήματος (Χ) αγοράζοντας εμπορεύματα (Ε), τα οποία αποτελούνται από μέσα παραγωγής (Μπ) και εργασιακή δύναμη (Εδ). Στη διαδικασία παραγωγής (Π) καταναλώνει παραγωγικά τα Ε, για να δημιουργήσει μια εκροή εμπορευμάτων, ένα προϊόν, (Ε΄), της οποίας η αξία ξεπερνάει αυτή του Ε. Τελικά πουλά αυτήν την εκροή για να εισπράξει ένα ποσό χρήματος (Χ΄) υψηλότερο σε σχέση με το (Χ). Έτσι "η χρηματική κυκλοφορία οδηγεί (...) στο κεφάλαιο" (Μαρξ 1990, 596). Το χρήμα εμφανίζεται να κατέχει "την απόκρυφη ιδιότητα να γεννάει αξία" (167).
Το κέρδος, ως μορφή εμφάνισης της υπεραξίας (Χ΄-Χ) που αποκτάται από τους καπιταλιστές, και, σύμφωνα με τα παραπάνω, συνιστά το προϊόν της εκμετάλλευσης της εργατικής τάξης από το κεφάλαιο (την τάξη των καπιταλιστών), μετασχηματίζεται μερικώς σε μέσα ιδιωτικής κατανάλωσης για τους ίδιους του καπιταλιστές και μερικώς σε επιπρόσθετο σταθερό και μεταβλητό κεφάλαιο (δηλαδή επιπρόσθετα μέσα παραγωγής και εργασιακή δύναμη) για την επέκταση της παραγωγής. Η τελευταία διαδικασία (δηλαδή ο μετασχηματισμός της υπεραξίας σε κεφάλαιο) ορίζεται ως συσσώρευση. Μέσω της συσσώρευσης, η καπιταλιστική οικονομία αναπαράγεται σε διευρυμένη κλίμακα.
Καθώς στην παραγωγική διαδικασία αναλώνεται (φθείρεται) ένα τμήμα του προϋπάρχοντος υλικού κεφαλαίου, το οποίο όμως όχι μόνο αντικαθίσταται από το (ακαθάριστο) προϊόν της παραγωγής, αλλά και προσαυξάνεται από την επενδυόμενη (κεφαλαιοποιούμενη) υπεραξία, από ένα σημείο και μετά ολόκληρο το υλικό κεφάλαιο αποτελεί προϊόν της (κεφαλαιοποιούμενης) υπεραξίας. Η υπεραξία (ως η διαδικασία καπιταλιστικής εκμετάλλευσης της εργασίας) παράγεται από αλλά και παράγει το κεφάλαιο.
Από τα παραπάνω προκύπτει ότι το χρήμα αποτελεί, για να παραφράσουμε ένα απόσπασμα του Μαρξ, την πλέον γενική μορφή εμφάνισης του κεφαλαίου. Αποτελεί την πλέον γενική "υλικότητα" της αφηρημένης και ως εκ τούτου όμοιας ανθρώπινης εργασίας, την οποία ο κεφαλαιοκράτης έχει ιδιοποιηθεί, και η οποία στο πλαίσιο της κεφαλαιακής εκμεταλλευτικής σχέσης συσσωρεύεται και λειτουργεί ως "αυτοαξιοποιούμενη αξία". "Το κεφάλαιο παράγει στην ουσία κεφάλαιο" (Μαρξ 1978-β, 1081). Το κεφάλαιο δεν είναι επομένως γενικά "τα μέσα παραγωγής", όπως πιστεύει η Κλασική και η Νεοκλασική Σχολή. Είναι η "αυτοαξιοποιούμενη αξία" ως κοινωνική σχέση καπιταλιστικής οικονομικής εκμετάλλευσης και εξουσίας, η οποία παίρνει αναγκαστικά τη μορφή του χρήματος. Το χρήμα δεν είναι το "μέσο" που διευκολύνει τις συναλλαγές. Είναι η αναγκαία μορφή εμφάνισης της "αυτοαξιοποιούμενης αξίας", του κεφαλαίου. Ιδιαίτερο ρόλο στην κίνηση του χρήματος ως κεφαλαίου παίζει το τοκοφόρο κεφάλαιο, τις λειτουργίες του οποίου προσεγγίζει ο Μαρξ κυρίως στο Πέμπτο Τμήμα του 3ου τόμου του Κεφαλαίου, και ιδίως στα κεφάλαια 21-24.
Στο Μαρξικό σύστημα, τόσο η αξία όσο και το χρήμα αποτελούν έννοιες οι οποίες είναι αδύνατον να οριστούν ανεξάρτητα από την έννοια του κεφαλαίου. Περιέχουν την (αλλά και περιέχονται στην) έννοια του κεφαλαίου.
"Η αξία, που εμφανίζεται σαν αφαίρεση, είναι δυνατή σαν τέτοια αφαίρεση μόνο από τη στιγμή που έχει τοποθετηθεί το χρήμα. Αυτή η χρηματική κυκλοφορία οδηγεί από την άλλη μεριά στο κεφάλαιο, ώστε μπορεί να αναπτυχθεί ολοκληρωτικά μόνο στη βάση του κεφαλαίου. Όπως και γενικά, μόνο πάνω στη δική του βάση μπορεί η κυκλοφορία να καταλάβει όλα τα συνθετικά στοιχεία της παραγωγής" (Μαρξ 1990, 596).

3.2 "Την υπερεργασία δεν την εφεύρε το κεφάλαιο"

Στα τμήματα 3 - 5 του 1ου τόμου του Κεφαλαίου, ο Μαρξ παρουσιάζει τους παράγοντες που επηρεάζουν (αυξάνουν ή μειώνουν) την εκμετάλλευση της εργασιακής δύναμης από το κεφάλαιο. (Η παραγωγή της απόλυτης και η παραγωγή της σχετικής υπεραξίας). Στο πλαίσιο αυτό δείχνει όχι απλώς ότι το κέρδος ΔΧ που ιδιοποιείται το κεφάλαιο είναι η αναγκαία μορφή εμφάνισης της υπεραξίας, και ότι αυτή η υπεραξία προκύπτει από την ιδιοποίηση υπερεργασίας εκ μέρους των καπιταλιστών, δηλαδή επιπλέον εργασίας πέραν της αναγκαίας εργασίας για την παραγωγή της αξίας των μέσων συντήρησης του εργαζομένου. Τέλος, ότι τόσο το απόλυτο όσο και το σχετικό μέγεθος της υπερεργασίας αποτελεί εγγενές επίδικο αντικείμενο της κοινωνικής διαδικασίας παραγωγής, με βάση το οποίο διαμορφώνεται η σχέση κεφαλαίου-εργασίας ως σχέση ασυμφιλίωτου ταξικού ανταγωνισμού. Εγγενής τάση της λειτουργίας (και εξουσίας) του κεφαλαίου είναι η αύξηση τόσο του απόλυτου όσο και του σχετικού μεγέθους της υπερεργασίας.
Εντούτοις, η έννοια της υπερεργασίας δεν αναφέρεται αποκλειστικά στον καπιταλιστικό τρόπο παραγωγής, αλλά στην ταξική εκμετάλλευση γενικά, δηλαδή σε κάθε τρόπο παραγωγής: "Οι οικονομικοί κοινωνικοί σχηματισμοί, λ.χ. η δουλοκτητική κοινωνία και η κοινωνία της μισθωτής εργασίας, διαφέρουν μεταξύ τους μόνο στη μορφή με την οποία αποσπάται από τον άμεσο παραγωγό, από τον εργάτη, αυτή η υπερεργασία" (229).
Αυτό σημαίνει ότι ενώ η έννοια αυτή μάς επιτρέπει να αποκτήσουμε μια παραστατική εικόνα της εκμετάλλευσης (εργασία προς όφελος κάποιου τρίτου), δεν αποκαλύπτει τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά τής καπιταλιστικής εκμετάλλευσης, δηλαδή την ιδιαίτερη μορφή της υπερεργασίας που παράγει η υποκείμενη στο κεφάλαιο εργασία (εργασία παράγουσα εμπορεύματα: προϊόντα-για-ανταλλαγή που φέρουν χρηματική τιμή). Επομένως, για την κατανόηση της υπεραξίας δεν αρκεί μόνο η έννοια της υπερεργασίας, αλλά και άλλοι προσδιορισμοί (αυτοί που αναπτύξαμε στα προηγούμενα τμήματα αυτού του άρθρου), που προσιδιάζουν στην ιστορικά συγκεκριμένη μορφή υπερεργασίας.
Αυτό το οποίο δυσχεραίνει κάπως την κατανόηση της ανάλυσης του Μαρξ για την υπερεργασία, και οδηγεί ορισμένες φορές στο να ταυτίζεται η υπερεργασία γενικά (μη αμειβόμενη εργασία) με την υπεραξία, δηλαδή να ξεχνιέται ότι η εργασία (και η υπερεργασία) είναι η "ουσία" κάθε τρόπου παραγωγής (κάθε ιστορικού τρόπου εκμετάλλευσης) και όχι μόνο του καπιταλισμού (και επομένως υπερεργασία είναι, π.χ., και η φεουδαρχική πρόσοδος), είναι ότι ο ίδιος ο Μαρξ χρησιμοποιεί στα τμήματα αυτά του έργου του μια απλουστευτική (αλά Ρικάρντο) έννοια της αξίας, η οποία απλώς παραπέμπει στην υπερεργασία γενικά: Για να αναπαραστήσει την υπερεργασία ως ένα τμήμα της συνολικά δαπανώμενης εργασίας αναφέρεται στην "αξία" του εμπορεύματος σαν να επρόκειτο για μια αφ' εαυτής μετρήσιμη ποσότητα (π.χ. αξία που δημιουργήθηκε από ν ώρες μισθωτής εργασίας μέσης έντασης), "ξεχνώντας" ότι η αξιοποιός εργασία είναι η αφηρημένη εργασία (μια μη εμπειρικώς απτή έννοια, που αναφέρεται σε μια κοινωνική σχέση, της οποίας μετρήσιμα είναι μόνο τα αποτελέσματα: οι τιμές). Η αξία μπορεί να μετρηθεί μόνο μέσω ενός τρίτου "πράγματος", καθώς μπορεί να εκδηλωθεί μόνο δια της μορφής εμφάνισής της, του γενικού ισοδυνάμου - μ' άλλα λόγια δια του χρήματος, και να μετρηθεί όχι σε ώρες εργασίας αλλά σε μονάδες του γενικού ισοδυνάμου -ακριβέστερα σε χρηματικές μονάδες.
Αυτή η απλουστευτική αναπαράσταση της υπεραξίας ως εμπειρικώς απτής ποσότητας υπερεργασίας δεν σημαίνει εντούτοις ότι θα πρέπει να διαγράψουμε τη χρηματική θεωρία της αξίας που θεμελιώνει ο Μαρξ (π.χ. στα Τμήματα 1, 2 & 3 του τ. 1 του Κεφαλαίου) και να θεωρήσουμε ότι η Μαρξική έννοια της αξίας ταυτίζεται με την Ρικαρδιανή έννοια (ως "δαπανώμενης εργασίας").
Άλλωστε, ο Μαρξ είχε προειδοποιήσει τους αναγνώστες του για τις απλουστευτικές υποθέσεις εκείνου του τμήματος της ανάλυσής του που σκιαγραφούν την εκμετάλλευση, δηλαδή για το ότι όταν αναφερόμαστε στην απόσπαση υπερεργασίας δεν εξετάζουμε την ιδιαίτερη δομή του καπιταλιστικού τρόπου παραγωγής, αλλά την εκμετάλλευση γενικά, ως κοινό χαρακτηριστικό κάθε τρόπου παραγωγής:
"Την υπερεργασία δεν την εφεύρε το κεφάλαιο. Παντού όπου ένα μέρος της κοινωνίας κατέχει το μονοπώλιο των μέσων παραγωγής, ο εργάτης, ελεύθερος είτε ανελεύθερος, είναι υποχρεωμένος στο χρόνο εργασίας που είναι αφιερωμένος για τη συντήρηση του εαυτού του να προσθέτει παραπανήσιο χρόνο εργασίας, για να παράγει τα μέσα συντήρησης για τον ιδιοκτήτη των μέσων παραγωγής, αδιάφορο αν ο ιδιοκτήτης αυτός είναι αθηναίος καλός κ'αγαθός, ετρούσκος θεοκράτης, civis romanus, νορμανδός βαρόνος, αμερικανός δουλοκτήτης, μπογιάρος της Βλαχίας, σύγχρονος γαιοκτήμονας, ή κεφαλαιοκράτης" (Μαρξ 1978-α, 246).
Ο λόγος για τον οποίο ο Μαρξ προσεγγίζει την καπιταλιστική εκμετάλλευση μέσω της έννοιας της υπερεργασίας, (μιας έννοιας η οποία δεν αποδίδει την ειδοποιό διαφορά του καπιταλιστικού τρόπου παραγωγής ως προς τα άλλα ιστορικά συστήματα κοινωνικής εξουσίας και εκμετάλλευσης), και όχι σε σχέση με τις ιδιαίτερες μορφές υπό τις οποίες εμφανίζεται η υπερεργασία στον καπιταλισμό (κέρδος και χρηματικές σχέσεις), δεν είναι η υποτιθέμενη "μετρησιμότητα" της "δαπανώμενης εργασίας" στον καπιταλιστικό τρόπο παραγωγής, αλλά οι ενδοφυείς σ' αυτόν τον τρόπο παραγωγής διαδικασίες απόκρυψης των ταξικών σχέσεων:
Η υπαγωγή της εργασίας στο κεφάλαιο επιβάλλει τον καπιταλιστή ως τον παραγωγό των εμπορευμάτων και ρυθμίζει τις σχέσεις ανταλλαγής μεταξύ των διαφορετικών εμπορευμάτων σε αντιστοιχία με τα κόστη παραγωγής. Το κέρδος εμφανίζεται έτσι ως ένα ποσοστό του προκαταβαλλόμενου κεφαλαίου, έτσι ώστε "η ίδια η υπεραξία εμφανίζεται ότι ξεπήδησε από το συνολικό κεφάλαιο, και μάλιστα εξίσου από όλα του τα μέρη" (Μαρξ 1978-β: 211). Αυτό "κρύβει τώρα πέρα για πέρα την πραγματική φύση και την προέλευση του κέρδους, όχι μόνο για τον καπιταλιστή, που έχει εδώ ειδικό συμφέρον να αυταπατάται, αλλά επίσης και για τον εργάτη. Με τη μετατροπή των αξιών σε τιμές παραγωγής κρύβεται από τα μάτια η ίδια η βάση του καθορισμού της αξίας" (Μαρξ 1978-β, σ. 212).
Αξίζει εδώ να σημειώσουμε ότι τέτοιες ενδοφυείς διαδικασίες απόκρυψης των ταξικών σχέσεων υφίστανται σε κάθε τρόπο παραγωγής, αλλά οι τάσεις εκδήλωσής τους μπορεί να έχουν αντίθετη φορά, όπως παρατήρησε ο Μαρξ αναφορικά με τον καπιταλισμό και το δουλοκτητικό σύστημα:
"Στην εργασία του δούλου ακόμα και το μέρος εκείνο της εργάσιμης ημέρας, που ο δούλος αναπληρώνει απλώς την αξία των δικών του μέσων συντήρησης, παρουσιάζεται σαν εργασία για τον αφέντη του (...). Αντίθετα στη μισθωτή εργασία ακόμα και η υπερεργασία, δηλαδή η απλήρωτη εργασία, παρουσιάζεται σαν πληρωμένη εργασία. Εκεί η σχέση ιδιοκτησίας κρύβει την εργασία που κάνει ο δούλος για τον εαυτό του, εδώ η χρηματική σχέση κρύβει την απλήρωτη εργασία του μισθωτού εργάτη (...). Όλες οι νομικές αντιλήψεις του εργάτη και του κεφαλαιοκράτη, όλες οι απάτες του κεφαλαιοκρατικού τρόπου παραγωγής, όλες οι αυταπάτες για ελευθερία που γεννάει ο τρόπος αυτός (...) στηρίζονται πάνω σ' αυτή τη μορφή εμφάνισης (...)" (557).
Ο Μαρξ χρησιμοποίησε την έννοια της υπερεργασίας για να παρακάμψει αυτά τα αποτελέσματα απόκρυψης των σχέσεων εκμετάλλευσης στον καπιταλισμό, τα οποία απορρέουν από τη χρηματική σχέση. Δεν επανέφερε στην ανάλυσή του την Κλασική έννοια της αξίας ως "δαπανώμενης εργασίας", τουλάχιστον δεν έκανε κάτι τέτοιο στο μεγάλο έργο που εξέδωσε ο ίδιος, τον 1ο τόμο του Κεφαλαίου.
Η κατανόηση της αξιακής θεωρίας του Μαρξ απαιτεί, λοιπόν, να εστιάσουμε την προσοχή μας στην ανάλυση της αξιακής και χρηματικής μορφής, και όχι στα χωρία εκείνα του Μαρξικού έργου στα οποία, για λόγους ευκολίας, ο ίδιος ο Μαρξ υιοθετεί μια ανάλογη της Ρικαρδιανής, απλουστευτική προσέγγιση της αξίας (που καθιστά εύληπτη την ποσοτική διάσταση των αναπτύξεών του).

4. Ο "μετασχηματισμός" των αξιών σε τιμές παραγωγής: Η "επιστροφή" της Ρικαρδιανής "δαπανώμενης εργασίας" στα γραπτά του Μαρξ

4.1 Η προσέγγιση του Μαρξ και η "ορθή λύση" του von Bortkiewicz

Η παρουσίαση της Μαρξικής θεωρίας της αξίας έδειξε ότι οι αξίες και οι τιμές δεν ανήκουν στο ίδιο επίπεδο ανάλυσης, δεν αποτελούν σύμμετρα, δηλαδή ποιοτικώς όμοια (και ως εκ τούτου ποσοτικώς συγκρίσιμα) μεγέθη. Το χρήμα αποτελεί την αναγκαία μορφή εμφάνισης της αξίας (και του κεφαλαίου), με την έννοια ότι οι τιμές συνιστούν την αναγκαστικά "στρεβλή" μορφή εμφάνισης των αξιών των εμπορευμάτων. Η διαφορά μεταξύ αξιών και τιμών παραγωγής δεν είναι επομένως ποσοτική, λόγω του σχηματισμού των τελευταίων σε αναφορά με το γενικό ποσοστό κέρδους και τη συνακόλουθη "αναδιανομή της υπεραξίας μεταξύ των καπιταλιστών". Είναι η διαφορά δύο ασύμμετρων, και συνεπώς μη συγκρίσιμων από ποσοτική άποψη μεγεθών.
Εντούτοις, από το πόρισμα αυτό της θεωρίας του αποστασιοποιείται ο Μαρξ όταν στον 3ο τόμο του Κεφαλαίου συγκρίνει ποσοτικά αξίες και τιμές παραγωγής και "μετασχηματίζει" με μαθηματικούς υπολογισμούς τις πρώτες στις δεύτερες. Με τον τρόπο αυτό, καίτοι άρρητα, υιοθετεί την Κλασική άποψη ότι οι αξίες αποτελούν σύμμετρα μεγέθη των τιμών.
Με δεδομένο το μέσο ποσοστό κέρδους, η μάζα του κέρδους μεταβάλλεται με το μέγεθος του προκαταβαλλόμενου συνολικού κεφαλαίου, χωρίς να είναι ανάλογη της ποσότητας της δαπανώμενης εργασίας. Όπως επισημαίνει ο Μαρξ, "ο κάθε ξεχωριστός κεφαλαιοκράτης (ή ακόμα όλοι οι κεφαλαιοκράτες σε κάθε ξεχωριστή σφαίρα παραγωγής) (...) με το δίκιο του νομίζει ότι το κέρδος του δεν προέρχεται μόνο από την εργασία που απασχολείται απ' αυτόν ή στον κλάδο του". Αντί όμως να συνδέσει την παρατήρησή του αυτή με την προηγούμενή του θεωρητική ανάλυση για τη σχέση ανάμεσα στην αξία (και υπεραξία) από τη μια μεριά και στην τιμή (και το κέρδος) από την άλλη, σύμφωνα με την οποία η αξία συνδέεται εννοιακά (και όχι ποσοτικά) με την τιμή καθώς εξηγεί πώς "ο κοινωνικός χαρακτήρας της εργασίας εμφανίζεται ως η χρηματική ύπαρξη του εμπορεύματος" (Μαρξ 1978-β: 650), ο Μαρξ υπαναχωρεί προς τον εμπειρισμό της Ρικαρδιανής προσέγγισης:
Αποδέχεται την προβληματική σύμφωνα με την οποία δύο ατομικά κεφάλαια που θέτουν σε κίνηση ίσες ποσότητες ζωντανής εργασίας αλλά άνισες ποσότητες σταθερού κεφαλαίου παράγουν μία εκροή ίσης αξίας αλλά (με δεδομένο το γενικό ποσοστό κέρδους) άνισων τιμών παραγωγής. Ισχυρίζεται κατόπιν ότι για να αποδειχθεί η ορθότητα της θεωρίας της αξίας αρκεί να δειχθεί ότι, παρά αυτές τις αποκλίσεις σε επίπεδο ατομικών κεφαλαίων, στο επίπεδο της συνολικής οικονομίας το άθροισμα των αξιών ισούται με το άθροισμα των τιμών παραγωγής, ενώ ταυτόχρονα η συνολική υπεραξία ισούται με το συνολικό κέρδος. Η επίλυση του "προβλήματος του μετασχηματισμού των αξιών σε τιμές παραγωγής" καλείτο να παράσχει αυτήν ακριβώς την απόδειξη.
Για κάθε ατομικό κεφάλαιο, η τιμή κόστους σε όρους αξίας (k) είναι η δαπάνη σε σταθερό (σ) και μεταβλητό (μ) κεφάλαιο, ήτοι η ποσότητα k=σ+μ. Υποθέτοντας ένα σταθερό ποσοστό εκμετάλλευσης υ/μ, το μέγεθος της αξίας ενός εμπορεύματος θα είναι:

w = σ+μ(1+υ/μ) (1)

και για μια δεδομένη τιμή κόστους (σ+μ=σταθερό) θα αυξάνεται με το μ (άρα με μειούμενο λόγο σ/μ).
Αντιστρόφως, για ένα δεδομένο ποσοστό κέρδους, r, και υποθέτοντας, για μαθηματική απλότητα, ότι όλο το σταθερό κεφάλαιο φθείρεται στη διάρκεια κάθε περιόδου παραγωγής (δηλαδή C΄=σ΄), η τιμή παραγωγής του εμπορεύματος είναι:

P = (σ΄+μ΄)(1+r) = k΄(1+r) (2)

όπου σ΄+μ΄ είναι η τιμή κόστους (k΄) σε όρους τιμής. Είναι φανερό ότι το Ρ παραμένει αμετάβλητο για μια δεδομένη τιμή κόστους (σ΄+μ΄=σταθερό), ανεξάρτητα των αλλαγών στο λόγο σ΄/μ΄.
Στο δεύτερο τμήμα του 3ου τόμου του Κεφαλαίου, ο Μαρξ υπολόγισε τις τιμές παραγωγής ξεκινώντας από τις αξίες, και λανθασμένα χρησιμοποίησε τις τιμές κόστους σε όρους αξίας (k αντί k΄) και την υπεραξία (υ) για να υπολογίσει αρχικά το ποσοστό κέρδους (r) [θέτοντας r = υi/ (σi+μi)]. Κατόπιν χρησιμοποίησε αυτή την έκφραση του ποσοστού κέρδους και την τιμή κόστους πάλι σε όρους αξίας (και όχι τιμής παραγωγής, k αντί για k΄) για να φθάσει στις τιμές παραγωγής (Ρ).
Σύμφωνα, δηλαδή, με την ανάλυση του Μαρξ στον 3ο τόμο του Κεφαλαίου:

Ρi = [σi+μi][1 + υi/ (σi+μi)] (3)

Πέρα από τα μαθηματικά λάθη στα οποία υπέπεσε ο Μαρξ (καθώς χρησιμοποιεί το αξιακό κόστος αντί για το αντίστοιχο μέγεθος σε τιμές παραγωγής), η όλη του θεωρητική προσέγγιση στο τμήμα αυτό του έργου του, σύμφωνα με την οποία θα μπορούσε κανείς να ξεκινήσει από την αξία κάθε εμπορεύματος και με μαθηματικούς υπολογισμούς να φθάσει στην τιμή παραγωγής του, διολισθαίνει από το δικό του θεωρητικό σύστημα προς την Κλασική Πολιτική Οικονομία. Δηλαδή, υιοθετεί την άποψη περί "δαπανώμενης εργασίας" της Κλασικής Σχολής, σύμφωνα με την οποία η αξία κάθε εμπορεύματος υπολογίζεται από μόνη της, και δεν διαφέρει ποιοτικώς από τη "φυσική τιμή" (δηλαδή ανήκει στην κατηγορία των εμπειρικώς υπολογίσιμων μεγεθών). Επομένως η αξία μπορεί να αναχθεί στην τιμή παραγωγής μέσω του μαθηματικού λογισμού.
Σε αυτό το θεωρητικό πλαίσιο, μια μαθηματικώς ορθή λύση του προβλήματος του μετασχηματισμού των αξιών σε τιμές παραγωγής δόθηκε από τον Ladislaus von Bortkiewicz (1907). Ο συγγραφέας ξεκίνησε από το μοντέλο μιας πλήρως καπιταλιστικοποιημένης οικονομίας με τρεις τομείς, εκ των οποίων ο Τομέας Ι παράγει τα μέσα παραγωγής που καταναλώνει (παραγωγικά) η οικονομία στο σύνολό της, ο Τομέας ΙΙ παράγει τα καταναλωτικά αγαθά που καταναλώνουν οι μισθωτοί και των τριών τομέων (τα μισθιακά εμπορεύματα της οικονομίας) και ο Τομέας ΙΙΙ παράγει τα καταναλωτικά αγαθά που καταναλώνουν οι καπιταλιστές και των τριών τομέων (τα πολυτελή εμπορεύματα της οικονομίας). Για απλούστευση, θεώρησε ότι C=σ (απουσία παγίου κεφαλαίου) και ότι δεν υπάρχει συσσώρευση (δηλαδή το σύστημα αναπαράγεται σε απλή και όχι διευρυνόμενη κλίμακα). Σε όρους αξιών, το (ακαθάριστο) προϊόν του Τομέα Ι είναι σ1+μ1+υ1, του Τομέα ΙΙ σ2+μ2+υ2, και του Τομέα ΙΙΙ σ3+μ3+υ3. Οι συνθήκες για την απρόσκοπτη αναπαραγωγή του συστήματος θα είναι:

Τομέας Ι: σ1+μ1+υ1 = σ1+σ2+σ3 (4α)
Τομέας ΙΙ: σ2+μ2+υ2 = μ1+μ2+μ3 (4β)
Τομέας ΙΙΙ: σ3+μ3+υ3 = υ1+υ2+υ3 (4γ)

Για να "μετασχηματίσει" τις αξίες του συστήματος σε τιμές παραγωγής ο von Bortkiewicz εισήγαγε τρεις άγνωστους συντελεστές μετατροπής (x, y, z), οι οποίοι μετατρέπουν την αξία των μέσων παραγωγής (ο συντελεστής x), των μισθιακών εμπορευμάτων (ο συντελεστής y) και των πολυτελών εμπορευμάτων (o συντελεστής z) στις αντίστοιχες τιμές παραγωγής. Το μελετώμενο σύστημα μετασχηματίζεται τώρα στο ακόλουθο:

Τομέας Ι: (σ1 x +μ1 y)(1 + r) = (σ1+σ2+σ3) x (5α)
Τομέας ΙΙ: (σ2 x +μ2 y)(1 + r) = (μ1+μ2+μ3) y (5β)
Τομέας ΙΙΙ: (σ3 x +μ3 y)(1 + r) = (υ1+υ2+υ3) z (5γ)

Προκύπτει έτσι ένα σύστημα τριών εξισώσεων με 4 αγνώστους (τους συντελεστές μετασχηματισμού x, y, z και το ποσοστό κέρδους r). Ως τέταρτη εξίσωση μπορεί να επιλεγεί μία εκ των δύο υποθέσεων του Μαρξ, δηλαδή, α) ότι σε συνολικό επίπεδο το άθροισμα των τιμών παραγωγής ισούται με το άθροισμα των αξιών ή β) ότι η συνολική υπεραξία ισούται με το συνολικό κέρδος.
Με βάση το σύστημα των εξισώσεων (5α-γ) του von Bortkiewicz μπορεί να δειχθεί όμως ότι, εκτός οριακών περιπτώσεων, είναι αδύνατον να ικανοποιηθούν αμφότερες οι συνθήκες (α) και (β), δηλαδή, αν π.χ. υποτεθεί ότι οι συνολικές τιμές παραγωγής ισούνται με τις συνολικές αξίες, τότε η συνολική υπεραξία δεν ισούται με το συνολικό κέρδος και συνεπώς το ποσοστό κέρδους σε όρους αξιών δεν ισούται με το ποσοστό κέρδους σε όρους τιμών παραγωγής, όπως είχε υποθέσει ο Μαρξ.
Το υπόδειγμα του von Bortkiewicz μοιάζει να διορθώνει τα μαθηματικά λάθη του Μαρξ κατά το "μετασχηματισμό" των αξιών σε τιμές παραγωγής αλλά να διαψεύδει τον ισχυρισμό του Μαρξ ότι οι αξίες είναι (ίσες με τις) τιμές παραγωγής και ταυτόχρονα οι υπεραξίες είναι (ίσες με τα) κέρδη.
Εντούτοις, το ουσιαστικό πρόβλημα με την ανάλυση του Μαρξ για τον "μετασχηματισμό των αξιών σε τιμές παραγωγής" δεν έγκειται ούτε στα μαθηματικά λάθη του κατά τον υπολογισμό των τιμών παραγωγής (από τις ρικαρδιανές αξίες -ως ποσότητες δαπανώμενης εργασίας), ούτε στο γεγονός ότι η "μαθηματικώς ορθή" λύση δεν αποδεικνύει την υποτεθείσα ποσοτική ισότητα αξιών και τιμών παραγωγής από τη μια, και ταυτόχρονα υπεραξιών και κερδών από την άλλη. Το ουσιαστικό θεωρητικό πρόβλημα έγκειται, όπως είπαμε, στον ισχυρισμό ότι οι αξίες ισούνται με τις τιμές (και οι υπεραξίες με τα κέρδη), δηλαδή τη ρητή θέση που περιέχεται στο τμήμα αυτό του έργου του, ότι οι αξίες και οι τιμές παραγωγής μπορούν να θεωρηθούν ως σύμμετρα (και ως εκ τούτου ποσοτικώς συγκρίσιμα) μεγέθη, σε αντιστοιχία με τη Ρικαρδιανή έννοια της αξίας.
Η όλη επιχειρηματολογία του Μαρξ για το "μετασχηματισμό" των αξιών σε τιμές παραγωγής αποτελεί επομένως μια εμπειριστική υποχώρηση από το δικό του θεωρητικό σύστημα της Κριτικής της Πολιτικής Οικονομίας προς την Κλασική Πολιτική Οικονομία. Η συγκεκριμένη ανάλυση του Μαρξ "μετασχηματίζει" τις τιμές παραγωγής από μια αναγκαστικά στρεβλή μορφή εμφάνισης της αξίας σε μια κατηγορία ή συνιστώσα της αξίας, δηλαδή σε μια "μορφή" αξίας, η οποία είναι από ποιοτική άποψη πλήρως συμβατή με την αξία --και ως εκ τούτου μπορεί να προστεθεί ή να πολλαπλασιαστεί με αυτήν, επειδή εκλαμβάνεται ως ποιοτικώς όμοια με αυτήν.
Με άλλα λόγια, ο Μαρξ υποθέτει α) ότι υφίσταται μια μονάδα μέτρησης των αξιών (π.χ. μια ώρα εργασίας) η οποία, β) είναι σύμμετρη με τη μονάδα μέτρησης των τιμών (δραχμές ή οτιδήποτε άλλο). Το (α) σημαίνει ότι μπορούμε να υπολογίζουμε στην πράξη τις αξίες ανεξάρτητα (κάνοντας αφαίρεση) από το χρήμα, το (β) --που αποτελεί απλώς την άλλη όψη του ίδιου ζητήματος-- σημαίνει ότι η "αφηρημένη-κοινωνική (ή εν γένει) εργασία" ανήκει στον κόσμο των εμπειρικά παρατηρήσιμων και μετρήσιμων αντικειμένων, ακριβώς όπως το χρήμα.
Όπως σωστά παρατηρεί ο Michael Heinrich (1999: 278 επ.): "Η απόπειρα ενός ποσοτικού μετασχηματισμού των αξιών σε τιμές παραγωγής συνιστά το πιθανώς σημαντικότερο παράδειγμα, όπου το θεωρητικό πεδίο της Πολιτικής Οικονομίας επιδρά πάνω στην επιστημονική περιοχή που πρόσφατα είχε διανοίξει ο Μαρξ (...) Η ποσοτική ανάλυση του Μαρξ για το μετασχηματισμό των αξιών στον τρίτο τόμο του Κεφαλαίου αποτελεί μια προσπάθεια για να δοθεί μεγαλύτερη ακρίβεια στο αναλυτικό σχήμα του Ricardo στο εσωτερικό του πεδίου της Κλασικής Πολιτικής Οικονομίας. Σε αυτό το πεδίο [της κλασικής Πολιτικής Οικονομίας] επιχείρησε ο Μαρξ να συναγάγει αξίες και τιμές παραγωγής: επιχείρησε να βρει μια απλή μέθοδο μετατροπής από το ένα ποσοτικό σύστημα στο άλλο, και με τον τρόπο αυτό άφησε εντελώς απ' έξω το χρήμα. (...) Στο πλαίσιο της χρηματικής θεωρίας της αξίας του Μαρξ δεν υφίσταται επομένως κατά κανένα τρόπο το ζήτημα της ποσοτικής μετατροπής των αξιών σε τιμές παραγωγής".

4.2 Η Νεορικαρδιανή κριτική προς τη μαρξιστική θεωρία

Ο "μαθηματικώς ορθός" μετασχηματισμός των αξιών σε τιμές παραγωγής τραυματίζει, όπως είπαμε, τη βασική θεωρητική υπόθεση στη βάση της οποίας επιχειρήθηκε αυτός ο μετασχηματισμός (οι αξίες είναι ίσες με τις τιμές παραγωγής και ταυτόχρονα οι υπεραξίες είναι ίσες με τα κέρδη). Επιπλέον, με τη δημοσίευση το 1960 του βιβλίου του Piero Sraffa Παραγωγή Εμπορευμάτων μέσω Εμπορευμάτων (Sraffa 1985), έγινε σαφές ότι οι (Ρικαρδιανές) αξίες (ως ποσότητες δαπανώμενης εργασίας) δεν είναι αναγκαίες για τον υπολογισμό των τιμών παραγωγής. Σε αντίθεση με πολλούς Μαρξιστές και πρώτον απ' όλους τον Ένγκελς, που από την ανάλυση του Μαρξ σχετικά με τον "μετασχηματισμό" των αξιών σε τιμές παραγωγής συνήγαγαν το συμπέρασμα ότι για τον υπολογισμό των τιμών παραγωγής οι αξίες είναι το αναγκαίο σημείο αφετηρίας (βλ. τον Πρόλογο του Ένγκελς στον 3ο τόμο του Κεφαλαίου), ο Samuelson (1971) επισήμανε ότι το Σραφαϊανό σύστημα αποδεικνύει ακριβώς το αντίθετο: Οι τιμές παραγωγής προσδιορίζονται χωρίς να είναι απαραίτητη η οποιαδήποτε αναφορά στις αξίες.
Στη βάση αυτή ο Steedman (1975, 1977) και άλλοι διατύπωσαν την άποψη ότι η Μαρξική θεωρία της αξίας είναι περιττή για την ανάλυση της καπιταλιστικής οικονομίας. Μάλιστα ο Steedman (1977, 207) ισχυρίστηκε ότι η Μαρξική θεωρία της αξίας αποτελεί "βασικό εμπόδιο για την ανάπτυξη (...) της υλιστικής ανάλυσης των καπιταλιστικών οικονομιών", διότι σε συγκεκριμένες περιπτώσεις παραγωγής σύνθετων εμπορευμάτων (όταν από μία παραγωγική διαδικασία παράγονται δύο προϊόντα) προκύπτουν (για θετικές τιμές) αρνητικές "εργασιακές αξίες".
Από το επιχείρημα ότι η εργασιακή θεωρία της αξίας είναι περιττή, προέκυψε η προσέγγιση περί πλεονάσματος (surplus approach, Steedman 1981), σύμφωνα με την οποία το σύστημα παραγωγής από το οποίο προκύπτουν κατόπιν οι τιμές παραγωγής, σε συσχέτιση με τις σχέσεις διανομής, είναι εκείνο που αποδίδεται με υλικούς όρους (φυσικές ποσότητες μέσων παραγωγής και χρόνου εργασίας), και συνεπώς το καθοριστικό προς μελέτη μέγεθος είναι το υλικό πλεόνασμα (υπερπροϊόν) που προκύπτει σε μια παραγωγική περίοδο. Οι απόψεις αυτές έδωσαν σε όλους τους αντιπάλους της Μαρξιστικής θεωρίας, σε όποια Σχολή της Οικονομικής σκέψης κι αν εντάσσονταν, τα επιχειρήματα που τους χρειάζονταν, για να υποστηρίξουν ότι πρόκειται για μια άνευ σημασίας θεωρία.
Πάρα πολλοί Μαρξιστές οικονομολόγοι (βλ. αναλυτικά Heinrich 1999, 276 επ.), στην προσπάθειά τους να απαντήσουν στα επιχειρήματα της Νεορικαρδιανής κριτικής προς τη Μαρξική θεωρία της αξίας, ενεπλάκησαν στον Σραφαϊανό μαθηματικό τεχνικισμό, αναζήτησαν νέες λύσεις αναφορικά με τους "συντελεστές μετασχηματισμού" των αξιών σε τιμές, πρότειναν μια διαφορετική "τυποποίηση των τιμών" στο Νεορικαρδιανό σύστημα παραγωγής, και, έτσι, άρρητα θεώρησαν τις αξίες ως σύμμετρα μεγέθη με τις τιμές παραγωγής, διαγράφοντας στην ουσία από την προβληματική τους τη Μαρξική θεωρία της αξίας και του χρήματος. Έτσι, ακόμα και αν διατύπωσαν μια σημαντική κριτική προς επιμέρους αναπτύξεις της Νεορικαρδιανής θεωρίας, άφησαν στο απυρόβλητο τη θεωρία αυτή ως σύνολο, καθώς δεν επεσήμαναν:
α) Ότι πρόκειται για μια μαθηματική αναδιατύπωση της "κοινής" (επιστημονικά χυδαίας) θεωρίας των κοστών παραγωγής, η οποία δεν αντιλαμβάνεται ούτε τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά της καπιταλιστικής οικονομίας (δεν διερωτάται γιατί τα προϊόντα και η εργασιακή δύναμη είναι εμπορεύματα), αλλά ούτε και της οικονομίας γενικά (δεν είναι σε θέση να αναρωτηθεί σχετικά με το ζήτημα της συμμετρίας των "οικονομικών αγαθών", την οποία απλώς θεωρεί δεδομένη). Η Σραφαϊανή προσέγγιση ορίζει τις τιμές (των εκροών) μέσω των τιμών (των εισροών), με τον τρόπο της κυκλικής ταυτολογίας που χαρακτηρίζει όλα τα μη-επιστημονικά συστήματα σκέψης. Ο μαθηματικός φορμαλισμός τον οποίο χρησιμοποιεί δύσκολα μπορεί να συγκαλύψει αυτή την έλλειψη θεωρητικής θεμελίωσης.
β) Ότι, επομένως, όπως η Νεοκλασική θεωρία, έτσι και η Νεορικαρδιανή εντάσσεται στη χορεία των προχρηματικών προσεγγίσεων, καθώς εκκινεί από ένα σύστημα ισορροπίας μεταξύ υλικών μεγεθών (αξιών χρήσης) και στη συνέχεια εισάγει "τιμές". Αντίθετα, η Μαρξική θεωρία αντιλαμβάνεται ότι οι συνθήκες αναπαραγωγής μιας καπιταλιστικής οικονομίας ικανοποιούνται, (όποτε ικανοποιούνται, μέσα από τους οικονομικούς κύκλους και τις κρίσεις), με προ-δεδομένη τη (θετική) χρηματική τιμή κάθε εμπορεύματος, καθώς η ανταλλακτική αξία των εμπορευμάτων δεν μπορεί να εκφραστεί παρά διαμεσολαβημένα, δια του χρήματος.
Το γεγονός ότι πολλοί Μαρξιστές οικονομολόγοι ενσωμάτωσαν τις αναλύσεις τους στην Νεορικαρδιανή προβληματική σχετίζεται αναμφίβολα με τις θεωρητικές αντιφάσεις της ίδιας της ανάλυσης του Μαρξ και τη διολίσθησή του στο πεδίο της Κλασικής Πολιτικής Οικονομίας, αναφορικά με το "μετασχηματισμό των αξιών σε τιμές παραγωγής". Όπως και ο Μαρξ, έτσι και αυτοί προσπάθησαν να κατασκευάσουν μαθηματικά σχήματα μέσα από τα οποία να προκύπτει μια αναδιανομή της αξίας και της υπεραξίας μεταξύ των καπιταλιστών, η οποία να οδηγεί σε ένα ενιαίο ποσοστό κέρδους και στις αντίστοιχες τιμές παραγωγής. Είναι χαρακτηριστικό ότι ο Μαρξ, όταν περιγράφει το μηχανισμό εξίσωσης του ποσοστού κέρδους των διαφορετικών τομέων της καπιταλιστικής οικονομίας μέσα από τον ανταγωνισμό, μιλάει συχνά, ακολουθώντας το Κλασικό σύστημα εννοιών, για τις αξίες που αρχικά αποκλίνουν και στη συνέχεια μετατρέπονται με τον ανταγωνισμό σε τιμές παραγωγής, αντί για τις τιμές που αποκλίνουν από τις τιμές παραγωγής (και συνεπώς συνεπάγονται διαφορετικά ποσοστά κέρδους), οι οποίες τελικώς μετατρέπονται σε τιμές παραγωγής (πράγμα που ισοδυναμεί με την εξίσωση των ποσοστών κέρδους): "Με αυτή την ακατάπαυστη μετανάστευσή του, με δυο λόγια, με την κατανομή του ανάμεσα στις διάφορες σφαίρες παραγωγής, ανάλογα με την άνοδο εδώ ή την πτώση εκεί του ποσοστού κέρδους, το κεφάλαιο επιφέρει μια τέτοια σχέση της προσφοράς προς τη ζήτηση, που στις διαφορετικές σφαίρες παραγωγής το μέσο κέρδος γίνεται το ίδιο κι έτσι οι αξίες μετατρέπονται σε τιμές παραγωγής" (Μαρξ 1978-β, 248, οι υπογρ. δικές μου, Γ.Μ.).
Από τις αρχές της δεκαετίας του 1980 κυκλοφόρησε ένας αριθμός προσεγγίσεων στο "πρόβλημα του μετασχηματισμού" που αποστασιοποιείται από τον Νεορικαρδιανό μαθηματικό φορμαλισμό και την ισορροπία φυσικών ποσοτήτων, στην οποία αυτός στηρίζεται (π.χ. Dumenil 1980, Foley 1982 και 2000, Wolff, Callari and Roberts 1984, Moseley 1993 και 2000, Ramos-Martinez and Rodriguez-Herrera 1996, Freeman 1999). Παρά τις διαφορές μεταξύ τους, όλες αυτές οι προσεγγίσεις έθεταν στο επίκεντρο της ανάλυσής τους, σε μεγαλύτερο ή μικρότερο βαθμό, τη Μαρξική προβληματική του κυκλώματος του κοινωνικού κεφαλαίου, το οποίο δεν εκφράζεται σε φυσικές ποσότητες αγαθών αλλά σε χρηματικούς όρους (Χ-Ε-Χ΄). Εντούτοις, όλες καταλήγουν τελικώς σε ένα "μετασχηματισμό" (ποσοτική αντιστοίχιση) ανάμεσα στο χρήμα (στη νομισματική μονάδα) και στη δαπανώμενη αφηρημένη εργασία, δηλαδή υπέθεσαν ότι μπορεί να υπολογιστεί η "αξία του χρήματος" ή το αντίστροφό της, η "χρηματική έκφραση του [δαπανώμενου] χρόνου εργασίας", το οποίο εκφράζει την ποσοτική "σχέση ανάμεσα στην αξία και την τιμή, για όλα τα εμπορεύματα παρμένα ως σύνολο" (Freeman 1999). Για μια ακόμα φορά, η αξία και η τιμή αντιμετωπίζονται ως σύμμετρες ποσότητες, και επομένως υποτίθεται ότι αρκεί ένας μαθηματικός "μετασχηματισμός" για να "εξισώσει" την έννοια της αξίας με εκείνη της τιμής. Μέσω της "αξίας του χρήματος", η εργασιακή αξία του κοινωνικού προϊόντος μετατρέπεται σε μία εμπειρικώς απτή και μετρήσιμη ποσότητα.
Όμως ούτε οι αξίες εκδηλώνονται ως εμπειρικώς απτά μεγέθη για να μετατραπούν με τον ανταγωνισμό σε τιμές, ούτε η αναδιανομή των αξιών και της υπεραξίας μεταξύ των καπιταλιστών οδηγεί στις τιμές, διότι αξία και τιμή αποτελούν μη σύμμετρα μεγέθη, έννοιες σε διαφορετικό επίπεδο ανάλυσης, κατηγορίες ανάμεσα στις οποίες υφίσταται αγεφύρωτο εννοιολογικό χάσμα, με συνέπεια η μία να μην μπορεί να "αναχθεί" στην άλλη κατά κανένα τρόπο. Οι τιμές αποτελούν τις αποκλειστικές μορφές εμφάνισης των αξιών, και οι τιμές παραγωγής αποτελούν εκείνο το "μέσο" μέγεθος των τιμών που εξασφαλίζει το μέσο κέρδος για όλες τις επιχειρήσεις και τους τομείς της οικονομίας. Μέσω του ανταγωνισμού των ατομικών κεφαλαίων, οι τιμές τείνουν προς τις τιμές παραγωγής, ή οι τιμές παραγωγής αποτελούν το "βαρυτικό κέντρο" των τιμών.
Οι αξίες μάς δείχνουν τι είναι οι τιμές, χωρίς να αποτελούν τον παράγοντα προσδιορισμού του μεγέθους τους. Οι αξίες δεν μπορούν να προσδιοριστούν καθαυτές ποσοτικά, πολύ περισσότερο είναι αδύνατη η οποιαδήποτε αναφορά στο μέγεθος της οποιασδήποτε μεμονωμένης αξίας καθαυτής. Οι αξίες εκφράζονται δια των μορφών εμφάνισής τους, των τιμών, δηλαδή εκφράζονται διαμεσολαβημένα, δια του χρήματος.
Τα παραπάνω σημαίνουν ότι το επιχείρημα περί του περιττού της Μαρξικής θεωρίας της αξίας είναι λανθασμένο: Είναι η μόνη θεωρία που απαντάει στο ερώτημα "τι είναι οι τιμές", δηλαδή είναι η μόνη χρηματική θεωρία της αξίας. Η έννοια της αξίας και της υπεραξίας είναι προϋπόθεση για τη θεωρητική κατανόηση του "τι είναι οι τιμές παραγωγής". Η μετάβαση από τις αξίες στις τιμές παραγωγής είναι εννοιολογική και όχι ποσοτική. Περιττή είναι, επομένως, η εννοιολογική ταύτιση αξιών και τιμών παραγωγής ως σύμμετρων μεγεθών, προς την οποία διολισθαίνει ο Μαρξ όταν διατυπώνει το πρόβλημα του "μετασχηματισμού" των αξιών σε τιμές παραγωγής. Περιττή είναι και η Νεορικαρδιανή επαναδιατύπωση της επιστημονικά "χυδαίας" θεωρίας των κοστών παραγωγής.
Όπως επισημαίνει ο Michael Heinrich (1999, 280), "η πραγματική συνεισφορά της Νεορικαρδιανής κριτικής στη θεωρία της αξίας συνίσταται στο ότι κατάφερε να δείξει ότι μια προ-χρηματική θεωρία της αξίας είναι περιττή για τον προσδιορισμό μη-χρηματικών τιμών παραγωγής".

Επίλογος

Ο Μαρξ διολισθαίνει επίσης προς το θεωρητικό πλαίσιο της Κλασικής Πολιτικής Οικονομίας όταν πραγματεύεται το ζήτημα της απόλυτης γαιοπροσόδου. Και στην περίπτωση αυτή, αναπτύσσει μια προβληματική, βάση της οποίας είναι η ποσοτική σύγκριση (των μεγεθών) της αξίας και της τιμής ενός εμπορεύματος, ρητά υιοθετώντας την Κλασική εκδοχή της αξίας ως εμπειρικώς απτής ποσότητας "δαπανώμενης εργασίας".
Οι υπαναχωρήσεις του Μαρξ προς το θεωρητικό έδαφος της Κλασικής Πολιτικής Οικονομίας δεν θα πρέπει να μας εκπλήσσουν. Χρησιμοποιώντας το σχήμα που πρότεινε ο Αλτουσέρ (1983: 18), η γέννηση μιας νέας "επιστημονικής Ηπείρου" (της μαρξιστικής θεωρίας), είναι αναπόφευκτο να συνοδεύεται από αντιφάσεις, αλλά και υπαναχωρήσεις προς το θεωρητικό πεδίο από το οποίο ξεκίνησε η θεωρητική τομή. Στο ζήτημα αυτό δεν θα επεκταθώ. Επισημαίνω απλώς ότι όλες οι υπαναχωρήσεις του Μαρξ προς την Κλασική θεωρία της αξίας εντοπίζονται σε χειρόγραφα που δεν είχαν εκδοθεί στη διάρκεια της ζωής του, δηλαδή σε ημιτελή κείμενα (όπως το Χειρόγραφο 1863-67, από το οποίο, με την επιμέλεια του Ένγκελς, προέκυψε ο 3ος τόμος του Κεφαλαίου), και όχι στα κείμενα που ο ίδιος ο Μαρξ διαμόρφωσε στην τελική τους μορφή (Κριτική της Πολιτικής Οικονομίας, 1ος τόμος του Κεφαλαίου).
Ανεξάρτητα όμως από το ζήτημα της ερμηνείας των υπαναχωρήσεων του Μαρξ, το πλέον σημαντικό θέμα είναι να κατανοήσουμε ότι η μαρξιστική θεωρία εξασθενεί όταν οι υποστηρικτές της δεν αντιλαμβάνονται τις θεωρητικές αντιφάσεις και υπαναχωρήσεις (προς τη μη-Μαρξική Κλασική Πολιτική Οικονομία) που υπάρχουν στα γραπτά του Μαρξ. Κάθε "αγιοποιητική" προσέγγιση προς τον Μαρξ, που επιχειρεί να τον παρουσιάσει ως τον "αλάθητο προφήτη" που ποτέ δεν έκανε ούτε ένα λάθος, (και γι' αυτό αρκεί η σταχυολόγηση αποσπασμάτων για να αποδειχθεί το οτιδήποτε), ουσιαστικά συσκοτίζει το επιστημονικό και ευριστικό περιεχόμενο της μαρξιστικής θεωρίας, εφόσον το ταυτίζει με τα ρικαρδιανά στοιχεία που παρεισδύουν σε ορισμένα από τα γραπτά του Μαρξ. Βεβαίως, αυτή η "αγιογραφική" προσέγγιση είναι τόσο παλιά όσο και ο Μαρξισμός: Ξεκινάει με τον στενότερο συνεργάτη του Μαρξ και συγγραφέα μαζί με αυτόν τόσων έργων, τον Φ. Ένγκελς, ο οποίος ήδη στον Πρόλογο (1885) του 2ου τόμου του Κεφαλαίου είχε αναγγείλει την "δια παντός" λύση του "προβλήματος του μετασχηματισμού των αξιών σε τιμές παραγωγής", με την επικείμενη έκδοση του 3ου τόμου.
Η εξομοίωση της Μαρξικής Κριτικής της Πολιτικής Οικονομίας με τα στοιχεία της Κλασικής Πολιτικής Οικονομίας που παρεισδύουν στα γραπτά του Μαρξ, ως αποτέλεσμα από τη μια της "αγιογραφικής" αντιμετώπισης του Μαρξ και από την άλλη της κυριαρχίας του εμπειρισμού μεταξύ των (μαρξιστών) οικονομολόγων, οδηγεί στη διαμόρφωση ενός ιδιότυπου "ρικαρδιανο-μαρξισμού", δηλαδή ενός θεωρητικού υποσυνόλου στο οποίο η μαρξιστική θεωρία εκτοπίζεται ή υπάγεται σε μορφές της αστικής οικονομικής ιδεολογίας. Έτσι δεν πλήττεται μόνο ο Μαρξισμός ως θεωρητικό σύστημα στην αντιπαράθεσή του με τη Νεοκλασική και την Κεϊνσιανή θεωρία, αλλά ακόμα και ο Μαρξισμός ως ιδεολογία μαζών (βλ. Μηλιός 1996), καθώς δεν μπορεί πειστικά να αντιπαρατίθεται σε όσους αμφισβητούν την εσωτερική του συνοχή και την ικανότητά του να ερμηνεύει την οικονομική και κοινωνική πραγματικότητα.


ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

1. Έργα του Μαρξ

1.1 Στα ελληνικά

Μαρξ, Κ. (1978-α), Το Κεφάλαιο, τόμος πρώτος, Σύγχρονη Εποχή, Αθήνα.
Μαρξ, Κ. (1978-β), Το Κεφάλαιο, τόμος τρίτος, Σύγχρονη Εποχή, Αθήνα.
Μαρξ, Κ. (1979), Το Κεφάλαιο, όμος δεύτερος., Σύγχρονη Εποχή, Αθήνα.
Μαρξ, Κ. (1981), Θεωρίες για την υπεραξία. Μέρος πρώτο, Σύγχρονη Εποχή, Αθήνα.
Μαρξ, Κ. (1982), Θεωρίες για την υπεραξία. Μέρος δεύτερο, Σύγχρονη Εποχή, Αθήνα.
Μαρξ, Κ. (1983), Αποτελέσματα της άμεσης διαδικασίας παραγωγής. [VI ανέκδοτο
κεφάλαιο], Α/συνέχεια, Αθήνα.
Μαρξ, Κ. (1985), Θεωρίες για την υπεραξία. Μέρος τρίτο, Σύγχρονη Εποχή, Αθήνα.
Μαρξ, Κ. (1989), Grundrisse. Βασικές γραμμές της Κριτικής της Πολιτικής Οικονομίας. Τόμος Α΄,
Στοχαστής, Αθήνα.
Μαρξ, Κ. (1990), Grundrisse. Βασικές γραμμές της Κριτικής της Πολιτικής Οικονομίας, Στοχαστής,
Αθήνα.
Μαρξ, Κ. (1991), Εμπόρευμα και χρήμα. Το πρώτο βιβλίο από την πρώτη έκδοση του "Το Κεφάλαιο,
Κριτική της Πολιτικής Οικονομίας" με το παράρτημα Ι.1: Η αξιακή μορφή, Κριτική, Αθήνα.
Μαρξ, Κ. (1992), Grundrisse. Βασικές γραμμές της Κριτικής της Πολιτικής Οικονομίας. Τόμος Γ΄,
Στοχαστής, Αθήνα.

1.2 Στα γερμανικά

Marx, K. (1974), Grundrisse der Kritik der Politischen Okonomie, Dietz Verlag, Berlin.
Marx/Engels Gesamtausgabe (MEGA) (1980), II, 2, "Das Kapital" und Vorarbeiten, Manuskripte und Schriften 1858/1861. Dietz Verlag, Berlin.
Marx/Engels Gesamtausgabe (MEGA) (1983), II, 5, "Das Kapital" und Vorarbeiten, Marx, Das Kapital, Erster Band, Hamburg 1867, Dietz Verlag, Berlin.
Marx/Engels Gesamtausgabe (MEGA) (1988), II, 4.1, "Das Kapital" und Vorarbeiten, Manuskripte 1863-1867. Teil 1, Dietz Verlag, Berlin.
Marx/Engels Gesamtausgabe (MEGA) (1992), II, 4.2, "Das Kapital" und Vorarbeiten, Manuskripte 1863-1867. Teil 2, Dietz Verlag, Berlin.

2. Έργα άλλων συγγραφέων

Αλτουσέρ, Λ. (1983), Στοιχεία αυτοκριτικής, εκδ. Πολύτυπο, Αθήνα.
Althusser, L. (1990), Philosophy and the Spontaneous Philosophy of the Scientists and other Essays, Verso, London/New York.
Altvater, E., R. Hecker, M. Heinrich, P. Schaper-Rinkel (1999), Kapital.doc, Westfalisches Damfboot, Munster.
von Bortkiewicz, L. (1984), ‚On the Correction of Marx's Fundamental Theoretical Construction in the Third Volume of Capital" in Bohm-Bawerk, E., Karl Marx and the Close of his System, edited by P. Sweezy, New York: Orion Editions.
Cole, G. D. H. (1930), 'Introduction', in: K. Marx, Capital, Everyman edition, London, pp. i-xxix.
Dumenil, G. (1980), De la valeur aux prix de production. Une reinterpretation de la transformation, Economica, Paris.
Foley, D. (1982), 'The Value of Money, the Value of Labour Power and the Marxian Transformation Problem', Review of Radical Political Economics, 14 (2), pp. 37-47.
Foley, D. K. (2000), 'Recent Developments in the Labour Theory of Value', Review of Radical Political Economics, 32 (1), pp. 1-39.
Freeman, A. (1999), The Limits of Ricardian Value: Law, Contingency And Motion In Economics, paper to 1999 IWGVT mini-conference, http://www.greenwich.ac.uk/~fa03/iwgvt/1999/ sessions.html.
Heinrich, M. (1999), Die Wissenschaft vom Wert, Uberarbeitete und erweiterte Neuauflage, Westfalisches Dampfboot, Munster.
Kliman, A. (1999), 'Physical quantities, value, and dynamics', in: 1999 Value Theory Mini-
Conference: Deepening the Dialogues, http://www.greenwich.ac.uk/~fa03/iwgvt/1999/sessions. html
Meikle, S. (1995), Aristotle's Economic Thought, Clarendon Press, Oxford.
Meikle, S. (2000), Η οικονομική σκέψη του Αριστοτέλη, Ελληνικά Γράμματα, Αθήνα.
Μηλιός, Γ. (1996), Ο μαρξισμός ως σύγκρουση τάσεων, Εναλλακτικές εκδόσεις, Αθήνα.
Milios, J., Dimoulis D. and Economakis, G. (2002) Karl Marx and the Classics. An Essay on Value, Crises and the Capitalist Mode of Production, Ashgate: Aldershot - Burlington USA - Singapore - Sydney.
Moseley, F. (1993), 'Marx's Logical Method and the "Transformation Problem"', in F. Moseley (ed.), Marx's Method in Capital: A Reexamination, Humanities Press, New Jersey, pp. 157-183.
Moseley, F. (2000), 'The "New Solution" to the Transformation Problem: A Sympathetic Critique', Review of Radical Political Economics, Vol. 32, No. 2, pp. 282-316.
O'Hara, Ph. A. (1999), 'Circuit of social capital', in Ph. A. O'Hara (ed.) Encyclopedia of Political Economy, Routledge, London, pp. 84-87.
Οικονομάκης, Γ. (2000), "Καπιταλιστικός τρόπος παραγωγής και πρόσοδος της γης: όψεις της μαρξικής θεωρίας στο έδαφος της ανάλυσης των Σμιθ και Ρικάρντο", Θέσεις τ. 72, σσ. 113-133, & τ. 73, σσ. 109-136.
Ramos-Martinez, A. and A. Rodriguez-Herrera (1996), 'The transformation of values into prices of production: a different reading of Marx's text', in A. Freeman and M. Carchedi (eds.), Marx and Non-equilibrium Economics, Edward Elgar, Cheltenham, pp. 49-76.
Rubin I. I. (1972), Essays on Marx's Theory of Value, Black and Red, Detroit.
Rubin I. I. (1991), Ιστορία των οικονομικών θεωριών, Κριτική, Αθήνα.
Smith, A. (2000), Έρευνα για τη φύση και τις αιτίες του πλούτου των εθνών, Ελληνικά Γράμματα, Αθήνα.
Sraffa, P. (1985), Παραγωγή Εμπορευμάτων μέσω Εμπορευμάτων, Σύγχρονα Θέματα, Θεσσσαλονίκη.
Steedman, Ι. (1975), 'Positive profits with negative surplus value', The Economic Journal, Vol. 85, pp. 114-123.
Steedman, Ι. (1977), Marx after Sraffa, New Left Books and Verso, London.
Steedman, Ι. (1981), The Value Controversy, New Left Books and Verso, London.
Wolff, R., A. Callari and B. Roberts (1984), 'A Marxian Alternative to the "Transformation Problem"', Review of Radical Political Economics, 16 (2-3), pp. 115-135.

 
< Προηγ.   Επόμ. >
Θέσεις, τριμηνιαία επιθεώρηση, 37ο έτος (1982-2019), εκδόσεις Νήσος, (Σαρρή 14, 10553, Αθήνα, τηλ-fax: 210-3250058)
Το περιεχόμενο διατίθεται ελεύθερα για μη εμπορικούς σκοπούς, υπό τον όρο της παραπομπής στην αρχική του πηγή