Editorial Εκτύπωση
Τεύχος 81, περίοδος: Οκτώβριος - Δεκέμβριος 2002


Ένα κεφάλαιο φαίνεται να κλείνει στη μεταπολιτευτική ιστορία της σύγχρονης ελληνικής πραγματικότητας: η ιστορία, η πολιτική και η ιδεολογία, συνοπτικά η ιδιόμορφη πραγματικότητα που βίωνε αυτός ο χώρος που αυτοπροσδιορίστηκε ως «αντάρτικο πόλης», και δεν ήταν άλλο από ατομική τρομοκρατία με τα δικά της ιδιαίτερα χαρακτηριστικά. Και παρά το γεγονός ότι το κεφάλαιο αυτό κλείνει, εντούτοις θα συνεχίσει να πλανάται για καιρό ένα ερωτηματικό, για το κόκκινο νήμα που διαπερνά τα υλικά ίχνη της τρομοκρατίας στην πολιτική και ιδεολογική συγκυρία.

Μαζί με το «τέλος» της μεταπολιτευτικής ιστορίας της τρομοκρατίας, φαίνεται όμως να αναδύονται στην επιφάνεια, μέσα στη συνολική απαξία, οι μύθοι και οι μισές αλήθειες που τροφοδότησαν την καθημερινή ιδεολογική παραγωγή των πάσης φύσεως φορέων της καθεστωτικής και μη Αριστεράς. Η κατάρρευση της «17 Νοέμβρη», έφερε στην επιφάνεια την απορία με την οποία η Αριστερά αντιμετώπισε σε όλη την ιστορική πορεία του το φαινόμενο αυτό. Πάντοτε με απόσταση, αλλά ενίοτε με αμηχανία όταν οι τρομοκρατικές πράξεις εφάπτονταν με το λούμπεν «λαϊκό αίσθημα», σε αντίθετη περίπτωση με εχθρότητα που στιγμάτιζε τους δράστες ως εκφράσεις των κρατικών μηχανισμών, πάντα όμως με το φόβο ότι η έστω και μακρινή «κοινή καταγωγή» ιδεολογικών ή πολιτικών πηγών θα μπορούσε να σκιάσει τις θεμελιακές επιλογές της, τη «μακρά πορεία μέσα από τους θεσμούς».

Σήμερα, στο σκηνικό της κατάρρευσης της τρομοκρατίας, η Αριστερά διακατέχεται ακριβώς από τα ίδια ανακλαστικά: απόσταση, εχθρότητα και φόβος για κάτι που θεωρητικά έδειχνε να μην την αφορά. Και παράλληλα, το ίδιο αμήχανα θέτει με απολογητικό τρόπο ζητήματα, που δεν είναι παρά τετριμμένες και από καιρού ξεχασμένες υποσημειώσεις της ιστορίας: την απόστασή της από κάτι που ουδείς της προσάπτει, τη συνεπή αποκήρυξη της «βίας», την αποδοχή των κανόνων του παιχνιδιού. Και όλα αυτά σε ένα κλίμα γενικευμένης αδιαφορίας που απλώς σηματοδοτεί τη συνεπή, συνεχή και αταλάντευτη πορεία της Αριστεράς ως πολιτικής στρατηγικής στο πλήρες και ολοκληρωτικό αδιέξοδο.

Έχει συμβάλει λοιπόν η θέση της Αριστεράς απέναντι στην τρομοκρατία στη σημερινή αποκαθήλωσή της; Είναι αυτό το ζήτημα οργανικά δεμένο με την ιστορική πορεία της; Ερωτήματα που επιχειρούμε να αντιμετωπίσουμε στη συνέχεια.

Η πολιτική της τρομοκρατίας


Ευρύτατο είναι το φάσμα των απόψεων που αποτιμούν post mortem την πολιτική διάσταση της τρομοκρατίας. Κοινός παρονομαστής τους είναι η άποψη ότι η τρομοκρατία δεν συνιστά πολιτική παρέμβαση, είναι περίπου μια εταιρία δολοφόνων. 'Αποψη που εκτείνεται από τις παρυφές της αντιτρομοκρατικής υπηρεσίας έως τον πυρήνα των οργανώσεων της εκτός των τειχών Αριστεράς. Κοινός τόπος θα πει κανείς, άρα και μη αμφισβητήσιμος.

Και όμως, υπάρχουν αναπάντητα ερωτήματα:

Ποιο είναι το κίνητρο για την υιοθέτηση ακραίων απόψεων και πρακτικών που εκτός από το θεαματικό έχουν και συγκεκριμένες υλικές συνέπειες: το μη αντιστρεπτό των πράξεων, το τελεσίδικο της δράσης, το ανεξίτηλο της υπογραφής;

Γιατί καταβάλλεται τόση προσπάθεια να επενδυθεί η εγκληματική πράξη με το περίβλημα του πολιτικού, και μάλιστα με όλα τα τελετουργικά των κομματικών κειμένων;

Γιατί όλοι οι συμπαρασυρόμενοι από την κατάρρευση της «17 Νοέμβρη» σπεύδουν να ομολογήσουν τα εγκλήματά τους χωρίς να αναφερθούν σε αυτό το εξορκιζόμενο πολιτικό, αλλά ομολογούν την απόλυτη ταύτισή τους με τη μαγεία του «επιχειρησιακού»;

Κάτι που άμεσα προκύπτει από τα παραπάνω είναι πως το πολιτικό της τρομοκρατίας ταυτίζεται σε μεγάλο βαθμό με το ίδιο το «επιχειρησιακό», δηλαδή το αποτέλεσμα, την πράξη, το στόχο που επιτυγχάνεται. Σε αντίστιξη με το «επιχειρησιακό» της Αριστεράς, την επαγγελία της αδύνατης «αλλαγής», η οποία ουδέποτε πραγματοποιεί αυτό που υπόσχεται. Η πολιτική της τρομοκρατίας είναι η «Αριστερά των έργων και όχι των λόγων», του αριστερού εφικτού: της απόδοσης «δικαιοσύνης» εδώ και τώρα, της «βίας του λαού» απέναντι στη «βία των αρχόντων». Η τρομοκρατία είναι το αντεστραμμένο (αποτελεσματικό) είδωλο της (ατελέσφορης) Αριστεράς: γι' αυτό και χρησιμοποιεί όλο το τελετουργικό στις προκηρύξεις της που λίγο διαφέρουν από ανακοινώσεις της ΚΕ οποιουδήποτε παραδοσιακού αριστερού κόμματος.

Η τρομοκρατία είναι η Αριστερά του «αποτελέσματος». Που ορίζεται πάντα στο πλαίσιο του εφικτού, άρα με την πρωταρχικότητα του «επιχειρησιακού» πάνω στο «πολιτικό».

Η ιδεολογία της τρομοκρατίας


Πώς ορίζονται όμως οι στόχοι που εγγράφονται στον κοινό παρονομαστή του εφικτού; Η ιδεολογία της τρομοκρατίας εγγράφεται στην αντίφαση που διέπει τη συγκρότησή της. Ορίζει τη βία απέναντι στην ταξική εξουσία ως καταστατική σχέση της λειτουργίας της, ενώ ταυτόχρονα υιοθετεί όλο εκείνο το σκεπτικό ανάλυσης που έχει διαποτίσει τη «συμβιβαστική», «άσφαιρη» και «ενσωματωμένη» Αριστερά: ιδεολογίες της «εξάρτησης», «μεταπρατική αστική τάξη», «διαπλοκή» κράτους και μονοπωλίων, αλλά και επισημάνσεις στα όρια του εκσυγχρονιστικού μανιφέστου με στιγματισμό της διαφθοράς, της αδιαφορίας του κράτους για τον πολίτη, της δήθεν ισότητας των άνισων ευκαιριών, της αδυναμίας του «λαού» απέναντι στους «δυνάστες».

Η ιδεολογία της τρομοκρατίας είναι απόλυτα εναρμονισμένη με τις τριτοδιεθνιστικές κρατούσες ιδεολογίες της Αριστεράς. Μάλιστα κομβική προϋπόθεση για τη συγκρότησή τους είναι μια έννοια που από τη δεκαετία του '30 έχει φωλιάσει σε όλες τις παραλλαγές των αριστερών ιδεολογιών και δε λέει να ξορκιστεί από κάθε νέο ή αναπαλαιωμένο εγχείρημα που αναλαμβάνεται στο όνομά της. Πρόκειται για την έννοια του «λαού», που έχει υποκαταστήσει εκείνη της πάλης των τάξεων (της εργατικής τάξης, της αστικής τάξης, των μικροαστικών τάξεων). Μόνο που η χρηστικότητα αυτής της έννοιας του «λαού» είναι τελείως διαφορετική στις δυο αποκλίνουσες τάσεις:

Η καθεστωτική Αριστερά τη χρησιμοποιεί για να αιτιολογήσει τη στρατηγική των ρεφορμιστικών δρόμων προς το πουθενά, μιας και οι «πολλοί» (ο λαός) μπορούν με δημοκρατικές ειρηνικές διαδικασίες να βραχυκυκλώσουν του «ολίγους» (την άρχουσα τάξη, τις 30 --ή έστω 200—οικογένειες που συνιστούν την «ολιγαρχία», τα μονοπώλια, κ.λπ.) και να φέρουν την πολυπόθητη αλλαγή.

Η τρομοκρατία την υιοθετεί κατά λέξη και σε όλο της το εύρος με τον απλό καρτεσιανό συλλογισμό: αφού είναι τόσο «ολίγοι» γιατί να μην εξοντωθούν ώστε να αποκτήσει ο «λαός» και πάλι την ελευθερία του;

Μόνο που αυτή η κοινή εννοιολογική βάση τρομοκρατίας και Αριστεράς, έχει στην κατά «17 Νοέμβρη» εκδοχή του ορισμένα συνεπακόλουθα που καλό είναι να ρητοποιηθούν άμεσα:

Ο ισοπεδωτικός «λαός» και των δυο προσεγγίσεων, όποτε πραγματικά βγαίνει στο προσκήνιο είναι δέσμιος των αυθόρμητων μικροαστικών ιδεολογιών. Το «ριζοσπαστικό» του τμήμα είναι μάλλον ο κατά Παζολίνι «λαός» των παραγκουπόλεων της Ρώμης του νεορεαλισμού, δηλαδή όπως ρητά έλεγε: το υποπρολεταριάτο. Και αυτά τα λούμπεν στρώματα είναι που αναγνωρίζονται («εκπροσωπούνται») στις ιδεολογικές επιλογές της τρομοκρατίας: ένας (οποιοσδήποτε) μεγαλογιατρός ως εκθέτης της περί την υγεία εκμετάλλευσης, ένας (οποιοσδήποτε) βιομήχανος για το δεσποτισμό της παραγωγής, ένας (οποιοσδήποτε) εκδότης για τη χειραγώγηση του τύπου, ένας διπλωματικός ή στρατιωτικός για τις διεθνοπολιτικές αθλιότητες των ισχυρών κ.ο.κ.

Και είναι βέβαιο πως όσο η πολιτική συγκυρία θα περιθωριοποιεί ευρύτερα στρώματα και θα εμπεδώνει ιδεολογίες κοινωνικού δαρβινισμού ως κυρίαρχο συστατικό της συγκυρίας, τόσο και θα διευρύνεται η βάση των λούμπεν ιδεολογιών που εγκαλούν την τρομοκρατική δράση ως αναγκαία απάντηση στις προκλήσεις της συγκυρίας. Ενώ θα συρρικνώνεται η βάση και απήχηση των ιδεολογιών στις οποίες αντιδρούν οι «λαοί» των συνιστωσών της εκσυγχρονιστικής Αριστεράς, δηλαδή οι ανερχόμενες μικροαστικές μερίδες ή οι μέτοχοι της «επιτυχίας».

Και το κυριότερο για τις ανάγκες της δικής μας ανάλυσης: θα διευρύνεται το χάσμα ανάμεσά τους.

Η «κριτική» της τρομοκρατίας


Η αμηχανία της Αριστεράς είναι λοιπόν απόλυτα αιτιολογημένη, γιατί βλέπει ότι το πολιτικό και το ιδεολογικό πλαίσιο της τρομοκρατίας είναι ταυτόχρονα συγγενικό με τις κοσμοαντιλήψεις της και απόλυτα ασύμβατο με τις πρακτικές της. Η Αριστερά που εγκαλείται να «μιλήσει» για την τρομοκρατία θα πρέπει να λύσει έναν γρίφο: πώς είναι δυνατό η ίδια μήτρα να παράγει τα δυο άκρα, τον απόλυτο κομφορμισμό και την ενσωμάτωση ακόμη και στις δευτερεύουσες εκφάνσεις της συγκυρίας από τη μια, ενώ συγχρόνως από την άλλη εκτρέφει και τον απόλυτο βουλησιαρχισμό ενός υπερσυγκυριακού «αντάρτικου πόλης» με κυλιόμενους στόχους που υπακούουν σε παρορμήσεις του «επιχειρησιακού»;

Η Αριστερά δεν μπορεί να μιλήσει για την τρομοκρατία γιατί τότε θα αναγκαστεί, μέσα από αυτή τη συζήτηση, να μιλήσει για τη δική της ατελέσφορη ιδεολογία, πολιτική αφλογιστία και πρακτική ανυπαρξία.

Αλλά πιθανώς αυτό να μην αποτελεί το κυριότερο ζήτημα. Η δυσκολία αυτού του εγχειρήματος συνίσταται αφενός στην αποκάλυψη της ταυτότητας των κοινών καταστατικών στοιχείων Αριστεράς και τρομοκρατίας, και ιδιαίτερα της τριτοδιεθνιστικής αποθέωσης του «λαού» και στις δυο εκδοχές του, αφετέρου στον άνισο απολογισμό αναφορικά με το παραγόμενο «αποτέλεσμα», έστω και αν το τελευταίο για την τρομοκρατία περιορίζεται στο επίπεδο του συμβολικού.

Και στα δυο ζητήματα, της θεωρίας και της πράξης, η Αριστερά βρίσκεται σε μειονεκτική θέση γιατί θα πρέπει να αιτιολογήσει πώς ο «αντίποδάς» της μιλάει την ίδια γλώσσα με αυτήν, καταλήγει σε διαμετρικά αντίθετα συμπεράσματα και έχει σημαντική απήχηση στις ιδεολογίες και τα κοινωνικά στρώματα στα οποία και η ίδια απευθύνεται.

Αντί γι' αυτό η Αριστερά υιοθετεί την ψυχαναλυτική μετατόπιση: μιλάει για άλλα, διαφορετικά και ασύμβατα.

Μια τάση, η εκτός «συνταγματικού τόξου» Αριστερά, εμφανίζει συμπτώματα καταδίωξης, μιας και ισχυρίζεται ότι η πρόσφατη εξέλιξη της κατάρρευσης της «17 Νοέμβρη» και οι σχετικές με αυτήν μεθοδεύσεις των κρατικών μηχανισμών, αποσκοπούν στην κατευθυνόμενη διάλυσή της. Και τίθεται το ερώτημα: είναι λογικό να καταβάλλεται τόση υπέρμετρη προσπάθεια επί τριάντα περίπου χρόνια προκειμένου στη σημερινή συγκυρία να διαλυθεί ένας πολιτικός χώρος που αφενός δεν έχει την παραμικρή επιρροή, αφετέρου λόγω της αριθμητικής του δύναμης, και της σχετικής απήχησης, θα ήταν απείρως ευκολότερη η ευθεία και κατά μέτωπο διάλυσή του;

'Αλλες πάλι αριστερές δυνάμεις ηδονίζονται να ερμηνεύουν την ιστορία ως αποτέλεσμα της διαπάλης μυστικών υπηρεσιών, που προφανώς έχουν στο στόχαστρο το λαϊκό κίνημα και τις εκάστοτε πρωτοπορίες του. Τα μέλη της «17 Νοέμβρη» που παίζουν το διπλό παιχνίδι της αριστερής πρόσοψης με αντιδραστικό περιεχόμενο, είναι εκεί για να αποπροσανατολίζουν το «λαό» (πάλι), όποτε η δράση της πρωτοπορίας κατορθώνει να τον αφυπνίσει και να τον ενεργοποιήσει. Προφανώς ο Ιούνιος του 2002 ήταν ο νέος Μάης του '68 που έφερε την αστική τάξη σε απόγνωση και κατέστησε τη «διάλυση» της «17 Νοέμβρη» αναγκαία κίνηση στη σκακιέρα του αποπροσανατολισμού...

Οι αριστεροί «δημοκράτες» τέλος ρίχνουν το φταίξιμο για την κακοδαιμονία της Αριστεράς στην αδυναμία της να αποχωριστεί τον «πραξικοπηματικό» εαυτό της, την «επαναστατική πρωτοπορία», το «βίαιο αντιδημοκρατικό παρελθόν της» και να αντιπαρατεθεί στον κίβδηλο λόγο της τρομοκρατίας. Μόνο που ξεχνούν ότι η αντιπαράθεση αυτή θα γίνει ακριβώς με τα ίδια επιχειρήματα, μιας και ο δημοκρατισμός της ρεφορμιστικής Αριστεράς πηγάζει από την ίδια ακριβώς μήτρα με την τρομοκρατία, την «αυτονόητη» επικράτηση των πολλών και αδυνάτων επί των ολίγων και ισχυρών. Διαφοροποιούμενη στα μέσα.

Και όλοι βέβαια τεχνηέντως «ξεχνούν» μια πολύ βασική διαπίστωση: ότι η Αριστερά ουδέποτε εμποδίστηκε στην ανάπτυξή της από την τρομοκρατική δράση. Καμία οργανική συσχέτιση δεν υπήρξε ανάμεσα σε υφέσεις ή εξάρσεις της τρομοκρατικής βίας και αντίστοιχες περιόδους αυξομείωσης της επιρροής της Αριστεράς στην Ελλάδα.

Ούτε πάλι χρησιμοποιήθηκε το «στίγμα» της τρομοκρατίας για να κατηγορηθεί η Αριστερά ως προθάλαμός της. Η τρομοκρατία εγγράφηκε στην πολιτική αντιπαράθεση, αποκλειστικά και μόνο στο πλαίσιο της αντιπαράθεσης των προτάσεων κρατικής διαχείρισης, και μάλιστα με δυο διακριτούς τρόπους:

Είτε συνολικά, ως μέσο απαξίωσης της πολιτικής υπόστασης του ΠΑΣΟΚ, με την προβολή υποτιθέμενων οργανικών δεσμών ΠΑΣΟΚ και τρομοκρατίας,

Είτε ειδικά, ως μέρος του ιδεολογικού καταιγισμού για την «ασφάλεια», την καθημερινή ή την «εθνική» του 2004.

Μόνο που η τρομοκρατία πολύ λίγο προσφέρεται ως μέσο προπαγάνδας για την καθημερινή «ανασφάλεια του πολίτη», γεγονός που εύστοχα σημειώνεται και στις προκηρύξεις των τρομοκρατών. Εδώ κάνουν εξαιρετική δουλειά οι τρέχουσες ρατσιστικές και ξενοφοβικές ιδεολογίες και δεν απαιτείται να σκαρφαλώσει κανείς στις υψηλές σφαίρες της τρομοκρατίας...

Η υπεράσπιση των δικαιωμάτων


Η Αριστερά βρίσκεται λοιπόν σήμερα, μετά την κατάρρευση της τρομοκρατίας μπροστά σε ένα πολλαπλό αδιέξοδο. Διαπιστώνει την ουσιαστική αδυναμία της να αντιπαρατεθεί στα ζητήματα που θέτει η συγκεκριμένη μορφή της τρομοκρατίας στην Ελλάδα. Δεν είναι σε θέση πλέον να επικοινωνήσει με μια σειρά κοινωνικά στρώματα που φαίνεται να περιθωριοποιούνται με τη δυναμική που αναπτύσσει η σύγχρονη καπιταλιστική Ελλάδα. Σε σημείο που κάποιες συνιστώσες της επιχειρούν να το πετύχουν πληρώνοντας βαρύτατο τίμημα, φλερτάροντας δηλαδή με τον εθνικισμό και άλλες αντιδραστικές ξενοφοβικές ιδεολογίες. Τέλος, αναζητεί απεγνωσμένα σωσίβια σε παραδοξολογικές ιδεολογίες περί μυστικών υπηρεσιών, πρακτόρων και σκοτεινών δυνάμεων στην ιστορία, οι οποίες με τη σειρά τους τροφοδοτούν αυτή την αλλοπρόσαλλη αμυντική της αυτάρκεια.

Μπροστά σε αυτούς τους επάλληλους φαύλους κύκλους προβάλλει από πολλούς στο «δημοκρατικό» ή «ριζοσπαστικό» ρεύμα της Αριστεράς, η μόνη λύση που προτείνεται ως διέξοδος και σωτηρία: η μάχη κατά της καταστολής και η υπεράσπιση των δικαιωμάτων των κατηγορουμένων.

Είναι προφανές ότι η καταπάτηση δικαιωμάτων αφορά (πάντοτε) την Αριστερά και θα πρέπει να αποτελέσει ζήτημα παρέμβασης. Πόσο μάλιστα που τίποτα δεν εγγυάται ότι οι διωκτικές αρχές δεν θα καταφύγουν για μια ακόμα φορά στην παλιά τους τακτική της ενοχοποίησης συγκεκριμένων «συνήθων υπόπτων» και της δαιμονοποίησης «των αναρχικών» ή οποιονδήποτε άλλων πολιτικών χώρων. Όμως ταυτόχρονα οφείλει να αναρωτηθεί κανείς έστω απλοϊκά: είναι ποτέ δυνατό να επιτύχει κάποιος τη συνολική πολιτική ανάκαμψη στηριζόμενος αποκλειστικά σε νομικές ιδεολογίες του δικαίου και αποστασιοποιημένος από τη συγκυρία, την πολιτική και ιδεολογική συγκυρία που δεν προσδιορίζεται ούτε καν επηρεάζεται σημαντικά από το θεσμικό και δικαιοπολιτικό σκέλος των εξελίξεων;

Η γενικευμένη καταστολή, που ανέκαθεν προβαλλόταν από την Αριστερά σε όλες της τις αποχρώσεις, ως ευθεία προέκταση των θεσμικών και δικαστικών αντιτρομοκρατικών πρακτικών, ουδέποτε εγκαθιδρύθηκε στην αποκαλυπτική μορφή που είχε κατά καιρούς προβληθεί. Ακόμη και στις περιπτώσεις που ψηφίστηκε τρομο-νόμος, όπως προ δεκαετίας αλλά και πρόσφατα, η πολιτική και κοινωνική νομιμοποίησή του ήταν περιορισμένη, ενώ η εφαρμογή του συνοδεύεται πάντα από επιλογές επιλεκτικής και κατά περίπτωση χρήσης του. Σήμερα, για παράδειγμα, οι κρατούντες δεν σταματούν να επαναλαμβάνουν ότι τηρούνται (έστω και με χαλαρή ερμηνεία) οι κανόνες του δικαίου, τονίζουν ότι «οι δίκες θα είναι δίκαιες» και συνδέουν τις όποιες αποκλίσεις από τις συνήθεις πρακτικές με τον εξαιρετικό χαρακτήρα της υπόθεσης.

Αλλά και πέρα από αυτές τις διαβεβαιώσεις, γεγονός αδιαμφισβήτητο είναι πως αν υπάρχει κάτι στο οποίο η καταστολή είναι καθημερινή, απροκάλυπτη και κατευθυνόμενη από θεσμικές και δικαστικές πρακτικές, αυτό εντοπίζεται μάλλον στις εργασιακές σχέσεις παρά στα ατομικά δικαιώματα. Η εργασία αντιμετωπίζει στην Ελλάδα καθημερινά την καταστολή με τον μανδύα ενός θεσμικού πλαισίου που ελάχιστα έχει επηρεασθεί από τη νομοθεσία «κατά του οργανωμένου εγκλήματος». Οι απεργίες κηρύσσονται όλες --χωρίς εξαίρεση-- «παράνομες και καταχρηστικές», πριν και μετά την 29η Ιουνίου, χωρίς να έχει παρεμβληθεί η περί την τρομοκρατία φιλολογία για να χειροτερέψει την κατάσταση.

Αναρωτιέται λοιπόν κανείς μήπως η εύκολη λύση να αποδίδει κανείς ιδιότητες φιλοσοφικής λίθου σε όψεις της συγκυρίας που διαθέτουν την ευκολία του καθημερινού και προφανούς, σχετίζεται περισσότερο με την αναζήτηση του εύκολου και γρήγορου «πολιτικού κέρδους», του άμεσου «αποτελέσματος», παρά με αντικειμενικά χαρακτηριστικά των εξελίξεων που είναι μονιμότερα και εναρμονίζονται με τη γενικότερη εξέλιξη των αντιφάσεων. Μήπως αυτή η ευκολία με την οποία ανακαλύψαμε το απόλυτο και προνομιακό του αγώνα υπέρ των ατομικών δικαιωμάτων και την κομβική διάσταση της μάχης κατά της καταστολής, είναι η τηρουμένων των αναλογιών κατίσχυση του «επιχειρησιακού» επί του πολιτικού, η επιδίωξη του «αποτελέσματος» ανεξαρτήτως των πραγματικών επιπτώσεων; Μια στάση που, μιας και αδυνατεί να αντιμετωπίσει το θεμελιακό, δηλαδή τη μετατόπιση και τελικά την ανατροπή των συσχετισμών δύναμης στη σχέση του κεφαλαίου με την εργασία, εντοπίζεται στο εφικτό, δηλαδή στη μάχη υπέρ των «δικαιωμάτων» και κατά της καταστολής.

Ανατροπές


Είδαμε λοιπόν στα προηγούμενα ότι η Αριστερά έχει περισσότερους από έναν λόγους να στέκεται αμήχανα και εχθρικά απέναντι στις περί την τρομοκρατία εξελίξεις. Επισημάναμε ακόμη ότι η στάση αυτή έχει τις ρίζες της όχι μόνο στις κοινές ιστορικές καταβολές των ιδεολογιών, αλλά και στην κοινή βάση που έχουν σε τελική ανάλυση οι αποκλίνουσες πολιτικές πρακτικές τους. Πράγμα που αιτιολογεί γιατί η Αριστερά, ακόμη και όταν μιλάει φωναχτά για το ζήτημα αυτό, ουσιαστικά αποφεύγει να μιλήσει για όσα ζητήματα η σημερινή πολιτική και ιδεολογική συγκυρία θέτει πιεστικά στην ημερήσια διάταξη:

Την αναγνώριση των παραμέτρων που συνθέτουν την εξαιρετικά δυσμενή για τις δυνάμεις της εργασίας κοινωνική πραγματικότητα.

Τη χάραξη στρατηγικής για τη μεταβολή των συσχετισμών.

Την επίκληση έστω και οραματικά της επανάστασης και της προοπτικής του σοσιαλισμού.

Ζητήματα που σχετίζονται άμεσα με την ανατροπή των σχέσεων εξουσίας, που καμιά πρακτική της τρομοκρατίας δεν αγγίζει. Πραγματικά και συμβολικά...

 
< Προηγ.   Επόμ. >
Θέσεις, τριμηνιαία επιθεώρηση, 36ο έτος (1982-2018), εκδόσεις Νήσος, (Σαρρή 14, 10553, Αθήνα, τηλ-fax: 210-3250058)
Το περιεχόμενο διατίθεται ελεύθερα για μη εμπορικούς σκοπούς, υπό τον όρο της παραπομπής στην αρχική του πηγή