Καπιταλιστική αναδιάρθρωση και Ευρωπαϊκή Ένωση Εκτύπωση
Τεύχος 82, περίοδος: Ιανουάριος - Μάρτιος 2003


ΚΑΠΙΤΑΛΙΣΤΙΚΗ ΑΝΑΔΙΑΡΘΡΩΣΗ ΚΑΙ ΕΥΡΩΠΑΪΚΗ ΕΝΩΣΗ*
του Luciano Vasapollo
μετάφραση Μάρθα Αντωνίου

1. Εισαγωγή

Για ποικίλους κοινωνικο-πολιτικούς και πολιτιστικούς λόγους, αλλά κυρίως για λόγους οικονομικούς, οι πολιτικές που συνδέονται με την καπιταλιστική αναδιάρθρωση, δηλαδή ο ιστορικός κύκλος του τεϊλορισμού-φορντισμού-κεϋνσιασμού, έχει φτάσει στο τέλος του. Στη διάρκεια αυτού του κύκλου, η παραγωγή καθόριζε την αγορά, δημιουργούσε δυνατότητες πρόβλεψης και σχεδιασμού της οικονομίας και κατηύθυνε την μαζική παραγωγή στη μαζική κατανάλωση. [1] Ενώ είναι αλήθεια ότι αυτές οι συνθήκες στόχευαν στη μεγαλύτερη εκμετάλλευση της εργασίας, εντούτοις ένας «ενάρετος» κύκλος είχε μπει σε τροχιά, όπου οι επενδύσεις, η ανάπτυξη, η απασχόληση και η αυξανόμενη ζήτηση συντηρούσαν η μία την άλλη. Σ' αυτή τη συγκυρία, η δυναμική του εργατικού κινήματος που αναδύθηκε, οδήγησε τελικά στην ενδυνάμωση της θέσης της εργατικής τάξης σε μία περίοδο οικονομικής ανάπτυξης (μέχρι τα μέσα της δεκαετίας του 1970). Η αύξηση της τιμής της εργασιακής δύναμης και η αναδιανομή του εισοδήματος, που εγγράφηκαν στους μισθούς και τα επιδόματα, ισχυροποίησαν το κοινωνικό κράτος. Στη συνέχεια, η αναταραχή, η αστάθεια και η πετρελαϊκή κρίση (με τις εσωτερικές διαμάχες μεταξύ των διαφόρων καπιταλιστικών μερίδων και εθνικών οικονομιών) οδήγησαν σε αύξηση του πληθωρισμού. Το δημόσιο χρέος έφτασε σε παθολογικά ύψη, ενώ οι κυμαινόμενες συναλλαγματικές ισοτιμίες χειροτέρευσαν την κατάσταση.

Σήμερα, φαίνεται να είναι μόνο η αγορά που υπαγορεύει τους όρους του παιχνιδιού. Η ελαστικότητα και η ποικιλομορφία της απαιτούν δραστικές αλλαγές στο χώρο της οργάνωσης της παραγωγής. Επιπλέον, όλα αυτά έρχονται στην επιφάνεια σε μια εποχή, πρώτον, οικονομικής ύφεσης και στασιμότητας και δεύτερον, μείωσης των ρυθμών ανάπτυξης. Η αναδιάρθρωση του κεφαλαίου ρίχνει το βάρος της στο κόστος εργασίας και σε κάθε μορφή μισθού, άμεσου ή έμμεσου. Το κοινωνικό κράτος χάνει έδαφος και η αυξανόμενη εκμετάλλευση προβάλλει δυναμικά στο προσκήνιο. Για τη νέα παγκόσμια επιχειρηματική αστική τάξη, αυτές οι εξελίξεις σηματοδοτούν μια καινούρια μορφή καπιταλιστικής ανάπτυξης, εισάγοντάς την στην ονομαζόμενη μετα-φορντική εποχή της ελαστικής συσσώρευσης, ή στην εποχή της «παγκοσμιοποίησης», που καλύτερα ορίζεται ως η εποχή της «παγκόσμιας σύγκρουσης».

Η παρούσα οικονομική κρίση έχει τις ρίζες της στα τέλη της δεκαετίας του 1960, πριν την πετρελαϊκή κρίση, με μία μεταβολή της στάσης των δυτικών κρατών απέναντι στο κοινωνικό κράτος και κατόπιν με την κατάργηση της μετατρεψιμότητας του δολαρίου σε χρυσό. Αυτό είχε ως συνέπεια όχι μόνο η ηγεμονία των ΗΠΑ να κλονιστεί, αλλά και το κεφάλαιο γενικότερα να υποστεί κραδασμούς. Ήδη από τις αρχές της δεκαετίας του 1970, η αντίστροφη μέτρηση είχε αρχίσει για την οικονομική ανάπτυξη και την εξάπλωση της αγοράς. Στη διάρκεια της δεκαετίας του 1970, το εργατικό κίνημα πέτυχε σχεδόν πλήρη απασχόληση με αυξήσεις στους ονομαστικούς μισθούς, τις οποίες ακολούθησαν αργότερα αυξήσεις και στις τιμές. Ο τομέας των υπηρεσιών εξαπλώθηκε χωρίς όμως να εκσυγχρονιστεί. Η παραγωγή της μεταποίησης δεν κατάφερε να αυξηθεί λόγω έλλειψης επενδύσεων και τελικά οι δύο πετρελαϊκές κρίσεις το 1973 και το 1979-80, οδήγησαν στην αύξηση του πληθωρισμού και κυρίως σε μία αρνητική επίδραση στην εργασία. Από το 1975, μία νέα παγκόσμια οικονομική κρίση υπερχρεώσης του Νότου μπήκε σε κίνηση, με πρώτο θύμα το Μεξικό το 1982.

Στη δεκαετία του 1980, τα ισοζύγια πληρωμών των περισσότερων χωρών γνώρισαν έντονη αστάθεια κυρίως λόγω της ρευστότητας της αμερικάνικης οικονομίας, της ανατίμησης του δολαρίου και του σοβαρού ελλείμματος στον ομοσπονδιακό προϋπολογισμό. Στα τέλη του 1987, ο φόβος μίας ενδεχόμενης ύφεσης, την οποία προοιώνιζε το χρηματηστηριακό κραχ της περιόδου, διευκόλυνε στο να υιοθετηθεί μία παγκόσμια επεκτατική νομισματική πολιτική, και το 1988 οι ρυθμοί ανάπτυξης στον ευρωπαϊκό χώρο εκτοξεύθηκαν στα ύψη (4,1%). Η τελική φάση της κρίσης στην ιστορία του διπολισμού γράφτηκε με την κατάρρευση του σοβιετικού συστήματος. Αυτή η ήττα της Ανατολής ήταν αναμενόμενη μετά την περεστρόικα του Γκορμπατσόφ και κατέληξε στο θρυμμάτισμα της Ανατολικής Ευρώπης μεταξύ 1989 και 1991 και στην πτώση της Σοβιετικής Ένωσης. Η αποσύνθεση της Σοβιετικής Ένωσης και το τέλος του διπολικού συστήματος άφησαν μία μόνο υπερδύναμη στο διεθνές σκηνικό, τις Ηνωμένες Πολιτείες.

Εντούτοις, από το 1991, ο ρυθμός μεταβολής του ΑΕΠ στη Δύση μειώθηκε, ώσπου έγινε αρνητικός το 1993 (για παράδειγμα, το 1993 το ΑΕΠ της Ιταλίας έπεσε κατά 1,2%). Το 1992-1993 η ύφεση επανήλθε λοιπόν, λόγω της ανάγκης να τηρηθούν οι υποχρεώσεις που απέρρεαν από την εξέλιξη της διαδικασίας ευρωπαϊκής ενοποίησης και οι οποίες περιλάμβαναν δημοσιονομικές παραμέτρους στερούμενες από κάθε περιεχόμενο κοινωνικής πολιτικής και πρόνοιας. Αυτή η αρνητική στροφή ενδυναμώθηκε από μία σειρά περιοριστικών οικονομικών πολιτικών καθώς και από τις συνέπειες της επανένωσης της Γερμανίας. Εντούτοις, το δεύτερο μισό του 1995 και τους πρώτους μήνες του 1996 η οικονομική δραστηριότητα ανέκαμψε χάρη σε μία καινούρια ισορροπία μακροοικονομικών πολιτικών και την πρόοδο σε επίπεδο τόσο δημοσιονομικής σταθερότητας όσο και χρηματοοικονομικής προσαρμογής. Επιπλέον, ο χαμηλός πληθωρισμός και οι προσδοκίες για αύξηση των μισθών επέτρεψαν στις οικονομικές πολιτικές να κάνουν πιο αποφασιστικά βήματα στην κατεύθυνση της ανάπτυξης της παραγωγής και των επενδύσεων, με την απασχόληση να ελαστικοποιείται, να γίνεται δηλαδή σε μεγαλύτερο βαθμό πρόσκαιρη και άτυπη. Το καλοκαίρι του 1997 ξέσπασε η αποκαλούμενη «ασιατική κρίση»: η υποτίμηση του νομίσματος της Ταϊλάνδης οδήγησε στην αναταραχή των χρηματιστηρίων στην Ινδονησία, τη Μαλαισία και στο σύνολο των νοτιοανατολικών ασιατικών χωρών. Οι αιτίες αυτής της κρίσης μπορούν να εντοπιστούν στην ανισορροπία που χαρακτήριζε αυτές τις χώρες: διαθεσιμότητα κεφαλαίου και εργασίας, μεγάλα εξωτερικά ελλείμματα, αδυναμία στον χρηματοοικονομικό και τραπεζικό τομέα και τοποθέτηση κεφαλαίου στους κερδοσκοπικούς τομείς, κυρίως στα ακίνητα. Το 1998 η κρίση έπληξε μέχρι και την Ιαπωνία, με συνακόλουθη υποτίμηση του γεν και απότομη πτώση των τιμών των μετοχών (μεταξύ Ιανουαρίου και Αυγούστου 1998 το γιαπωνέζικο νόμισμα υποτιμήθηκε κατά 11,9% έναντι του δολαρίου). Αυτό οδήγησε σε διόγκωση τον τραπεζικό τομέα: στην Ιαπωνία, για παράδειγμα, τα συνολικά τραπεζικά αποθέματα αντιπροσώπευαν το 157% του ΑΕΠ, ενώ στις ΗΠΑ μόλις το 75%. Και στην Ευρώπη σημειώθηκε η ίδια τάση, δηλαδή μία μεγαλύτερη συγκέντρωση κεφαλαίου στον τραπεζικό τομέα μέσω εξαγορών και συγχωνεύσεων. Μέχρι το τέλος του 1998 το ενεργητικό του τομέα αντιπροσώπευε το 234% του ΑΕΠ. Στις αρχές του 1999, η ζώνη του ευρώ μετρούσε 8.249 πιστωτικά ιδρύματα. Στις Ηνωμένες Πολιτείες, παρατηρήθηκε επίσης μεγάλη μείωση στον αριθμό των τραπεζών (στο τέλος του 1997 υπήρχαν 8.855 τράπεζες), και το 2000 οι 5 μεγαλύτερες τράπεζες στην εσωτερική αγορά είχαν συγκεντρώσει το 22% του συνολικού ενεργητικού, απ' το 12% πριν μια δεκαετία. Ταυτόχρονα, η ένταση αυξανόταν και στο χώρο της αγοράς εργασίας, και στην Ευρώπη η αύξηση της ανεργίας συνοδεύτηκε από μία οξεία κρίση της κοινωνικής ασφάλισης.

Η δεκαετία του 1990 συνεπώς, χαρακτηρίστηκε από μία βαθιά οικονομική κρίση, η οποία ακόμα δεν φαίνεται να έχει ξεπεραστεί. Μία σειρά μέτρων υιοθετήθηκε, προκειμένου να αποφευχθεί η απαξίωση του κεφαλαίου: Από τις εύκαμπτες συναλλαγματικές ισοτιμίες ως την ιδιωτικοποίηση, από την άρση των ελέγχων ως την ευελιξία της εργασίας και τη δομική ανεργία της νέας αγοράς εργασίας. Αυτά έχουν πλήξει τις αμοιβές των εργαζομένων και το κράτος κοινωνικής πρόνοιας, με συρρίκνωση στις πολιτικές κοινωνικής ασφάλισης, με την απασχόληση όλο και λιγότερο ασφαλή, με αυξανόμενες εισοδηματικές ανισότητες και τον εθνικό πλούτο να αναδιανέμεται από την εργασία (υπό μορφή άμεσων και έμμεσων αμοιβών) στο κεφάλαιο (υπό τη μορφή του κέρδους, που αποτελεί και την κυρίαρχη μορφή πλεονάσματος). Στο διεθνές επίπεδο αυτές οι πολιτικές έχουν προκαλέσει μια εμβάθυνση του χάσματος μεταξύ της Δύσης και της Ανατολής και μεταξύ του Βορρά και του Νότου. Όπως ήταν αναμενόμενο, σοβαρές αμφιβολίες δημιουργούνται σχετικά με τη βιωσιμότητα αυτών των πολιτικο-οικονομικών στρατηγικών που ακολουθούνται στις προηγμένες κεφαλαιοκρατικές χώρες και που επιβάλλονται στον υπόλοιπο κόσμο.

Αυτό που τώρα μορφοποιείται είναι όχι μόνο ένα νέο σύστημα παραγωγής αλλά και ένα νέο χρηματοπιστωτικό σύστημα και ένας νέος τύπος κεφαλαιακής συσσώρευσης, η «εύκαμπτη συσσώρευση». Αυτή στηρίζεται στην ευελιξία της εργασίας, στην αυξανόμενη χρήση άυλου κεφαλαίου και πόρων (όπως η τεχνογνωσία, η ενημέρωση και η επικοινωνία) και στην «χρηματιστικοποίηση» της οικονομίας. Όσον αφορά την τελευταία πτυχή, αυτό που ξεχωρίζει στη νέα φάση είναι η κεντρικότητα των τραπεζικών εργασιών και των χρηματοπιστωτικών συστημάτων, που βρίσκονται τώρα σε μια φάση σύνθετης αναδιοργάνωσης και επιφορτίζονται με το στόχο να στηρίξουν τις νέες διαδικασίες της διεθνούς ανάπτυξης και τις νέες στρατηγικές του παγκόσμιου ανταγωνισμού. Η κεντρικότητα του διεθνούς τραπεζικού και χρηματοπιστωτικού συστήματος είναι το αληθινά καινοτόμο χαρακτηριστικό γνώρισμα της παγκόσμιας οικονομίας σήμερα.

Μέσα σε αυτό το ευρύ διεθνές πλαίσιο εντάσσεται η ολοκλήρωση της οικονομικής και νομισματικής ένωσης (ΟΝΕ) στην Ευρωπαϊκή Ένωση. Όσον αφορά την εργασία, οι συνθήκες του Μάαστριχτ και του ¶μστερνταμ υιοθετήθηκαν (τουλάχιστον, έτσι ειπώθηκε) ως εναλλακτική λύση απέναντι στην άγρια παγκοσμιοποίηση που εφαρμόστηκε από τις ΗΠΑ. Ο ευρωπαϊκός γεωοικονομικός πόλος, υποστηρίχτηκε, θα παρείχε ένα μετριότερο, ηπιότερο κεφαλαιοκρατικό κοινωνικοοικονομικό πλαίσιο. Ο στόχος αυτού του άρθρου είναι να δειχτεί ότι οι εξελίξεις αποδεικνύουν μια εντυπωσιακή απόκλιση από τις επίσημες διακηρύξεις.


2. Οι αγορές εργασίας στη φάση της εύκαμπτης συσσώρευσης


Τα ανωτέρω παρέχουν ένα πλαίσιο το οποίο μας επιτρέπει να εστιάσουμε σε μια συγκεκριμένη πτυχή της ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης: την αγορά εργασίας. Αρχίζουμε με τις αλλαγές που έχουν επιπτώσεις στην παραγωγή και την εργασία. Στην Ιταλία, μια νέα φιγούρα, ο αυτόνομος εργαζόμενος, προέκυψε στις αρχές της δεκαετίας του '80. Λόγω της ευελιξίας της εργασίας, οι εργαζόμενοι με μόνιμες συμβάσεις απασχόλησης έχασαν τον κεντρικό ρόλο τους. Στη νέα οργάνωση της επιχείρησης υπάρχει ένας σταθερός πυρήνας εργαζομένων με έναν αριθμό από «εξωτερικούς συνεργάτες» να κινούνται γύρω τους. Αυτοί εργάζονται με δελτία παροχής υπηρεσιών και εμφανίζονται ως (ψευδο)-επιχειρηματίες, καίτοι προσφέρουν εξαρτημένη εργασία στην εταιρία, διαμορφώνοντας κατά συνέπεια έναν τύπο κατώτερης εργασίας: μια νέα μορφή ημερομισθίου.

Οι λανθασμένες ερμηνείες αυτών των εξελίξεων φθάνουν μέχρι και του να υποστηρίξουν ότι επίκειται το τέλος της εξαρτημένης και μισθωτής εργασίας. Βεβαίως έχουν συντελεστεί ριζικές αλλαγές στην οργάνωση της εργασίας, βρισκόμαστε σε ένα νέο και περιπλοκότερο πρότυπο παραγωγής, αλλά ισχύουν πάντα οι ίδιοι κανόνες που είναι προσίδιοι στον καπιταλιστικό τρόπο παραγωγής, οι οποίοι αναλύθηκαν σε βάθος από τον Κ. Μαρξ.

Κατά συνέπεια μπορούμε να ισχυριστούμε ότι το μετα-φορντικό πρότυπο παραγωγής, και ειδικότερα ο ρόλος των νέων μορφών απασχόλησης, αποτελούν τους απαραίτητους λειτουργικούς μετασχηματισμούς που ανταποκρίνονται στις νέες κοινωνικοοικονομικές ισορροπίες, όπως αυτές αποκρυσταλλώθηκαν στις καπιταλιστικά αναπτυγμένες γεωοικονομικές περιοχές. Πρέπει επομένως να εξετάσουμε αυτές τις νέες φιγούρες εργαζομένων και τις νέες συνθήκες στην αγορά εργασία, που έχουν φέρει την Ιταλία και την Ευρώπη στην παρούσα φάση δομικής ανεργίας [2]:

1) οριακοί επιχειρηματίες (συχνά δεύτερης γενεάς ελεύθεροι επαγγελματίες), διαμορφώνουν τους δεσμούς μεταξύ της αγοράς και των εσωτερικών κυκλωμάτων του «τοπικού κόσμου»,

2) απασχόληση τρίτων από μισθωτούς, μαύρη εργασία, επισφαλείς θέσεις εργασίας, υποαπασχολούμενοι, εργαζόμενοι με δελτίο παροχής υπηρεσιών, όλοι εξειδικευμένοι κυρίως σε απλές διαδικασίες,

3) σταθερά απασχολούμενοι εργαζόμενοι, σχεδόν πάντα ιδιαίτερα ειδικευμένοι, που αναλαμβάνουν όλο και περισσότερο ένα ρόλο «συνυπευθυνότητας» στην επιχείρηση, νέοι σωματειακοί ημερομίσθιοι με ριζωμένη την ηθική εργασίας και τη γενική ροπή προς τη συσσώρευση ειδικεύσεων, που ελπίζουν να εκμεταλλευτούν τις όποιες δυνατότητες ανοδικής κινητικότητας, ή να «κάνουν δική τους δουλειά»,

4) εργαζόμενοι στο σπίτι, που πληρώνονται ανεπαρκώς, χωρίς εγγυήσεις, εργαζόμενοι με το κομμάτι, που εντάσσονται σε μια περιοχή πολυδιάστατης ολοκλήρωσης μεταξύ των οικονομικών δραστηριοτήτων της ζωής των εταιριών και των νοικοκυριών, αναπαράγοντας τις μορφές κοινωνικού εκβιασμού προς τον κόσμο των εργαζομένων, και επιβεβαιώνοντας την κοινωνική ταυτότητα της «ψευδο-επιχειρηματικότητας»,

5) ιδρύματα που έχουν συμβάλει στην εναρμόνιση των κοινωνικοοικονομικών διαδικασιών μέσω της παροχής υπηρεσιών και της πολιτικής μεσολάβησης, εξυπηρετώντας με τον τρόπο αυτό τους νόμους της αγοράς.

Σε αυτήν την κατάσταση δεν υπάρχει κανένας εκσυγχρονισμός του κεφαλαιοκρατικού προτύπου παραγωγής, αλλά ένα νέο διεθνές σενάριο για τη διευρυμένη αναπαραγωγή του υπάρχοντος τρόπου κεφαλαιοκρατικής παραγωγής --μια φάση εύκαμπτης συσσώρευσης μέσα στο πλαίσιο ενός φονικού ανταγωνισμού, με στόχο το να κατακτηθούν περιοχές αγοράς που δεν χαρακτηρίζονται πλέον από τη συνεχή αύξηση της παραγωγής και της κατανάλωσης όπως στη φάση του φορντισμού. Η ανεργία δεν προέρχεται από την καθυστέρηση ή από ένα σκάλωμα στην ανάπτυξη, αλλά μάλλον από τη νέα διαδικασία του παγκόσμιου ανταγωνισμού σε ένα νέο πρότυπο ανάπτυξης, το αποκαλούμενο μεταφορντικό, που κεντροθετείται στις μορφές, τους τρόπους και τα χαρακτηριστικά γνωρίσματα της εύκαμπτης συσσώρευσης, όπως αναλύονται από τον Harvey (1997).

Το πρόβλημα με την ανεργία είναι διπλό. Σε ένα προσωπικό επίπεδο, οι άνεργοι χάνουν τα μέσα διαβίωσής τους. Αλλά αυτό είναι επίσης μια απώλεια αγοραστικής δύναμης για την οικονομία συνολικά. Η ανεργία φέρνει έτσι την ανισορροπία στον κύκλο παραγωγή-κατανάλωση. Σύμφωνα με μια μελέτη του ILO, τον Ιανουαρίου του 2001, ο αριθμός των ανέργων σε ολόκληρο τον κόσμο ξεπερνάει το ένα δισεκατομμύριο, το ένα τρίτο της συνολικής εργασιακής δύναμης, ενώ περίπου μισό δισεκατομμύριο άνθρωποι ζουν με εισόδημα ενός δολαρίου ημερησίως.

Όπως αναφέρθηκε ανωτέρω, η ανεργία στην Ευρώπη έχει γίνει τώρα δομική: ο παγκόσμιος και βίαιος ανταγωνισμός μαζί με τα υψηλά επίπεδα εκμετάλλευσης που στοχεύουν στην αύξηση της παραγωγικότητας, οδήγησαν σε μειώσεις αμοιβών, σε χαμηλότερες εισφορές κοινωνικής ασφάλισης και, εν ολίγοις, στη συρρίκνωση του κράτους κοινωνικής πρόνοιας. Η πολιτική φιλοσοφία πίσω από τη συνθήκη του Μάαστριχτ είναι ο απόλυτος φιλελευθερισμός, η «καθαρή αγορά», με στόχο ψηλότερα κέρδη για τις επιχειρήσεις και μετασχηματισμό του κράτους κοινωνικής πρόνοιας σε κράτος-κέρδους: ένα κράτος που στηρίζει και προωθεί με άμεσο τρόπο τα επιχειρηματικά συμφέροντα. [3] Εν ολίγοις, η τεράστια αύξηση στην παραγωγικότητα της εργασίας διατίθεται όλο και περισσότερο στο κεφάλαιο παρά στην εργασία.

Οι διαδικασίες της άρσης των ελέγχων, της γενικευμένης ιδιωτικοποίησης (συμπεριλαμβανομένης αυτής της δημόσιας απασχόλησης, της εκπαίδευσης και των υγειονομικών υπηρεσιών) και της φιλελευθεροποίησης υπονομεύουν περαιτέρω την κοινωνική ασφάλιση. Τα προβλήματα των πιο αδύνατων κοινωνικών στρωμάτων επιδεινώνονται, το κοινωνικό και οικονομικό χάσμα διευρύνεται, και το κέρδος δεν επανεπενδύεται παραγωγικά. [4]

Από τη συνθήκη του Μάαστριχτ και μετά δεν έχουμε δει καμία βελτίωση: η ανεργία έχει αυξηθεί, η οικονομική ανάπτυξη έχει επιβραδυνθεί, και το κράτος κοινωνικής πρόνοιας μετατρέπεται σε κράτος κέρδους. [5] Ο παγκόσμιος ανταγωνισμός όχι μόνο επιδεινώνει τις συνθήκες διαβίωσης γενικά, αλλά επίσης δεν έχει οδηγήσει ακόμη στην ανάκαμψη των βασικών μακροοικονομικών δεικτών. Όλα τα φαινόμενα που συνδέονται με την οικονομική παγκοσμιοποίηση αποτελούν τροχοπέδη στο πρόγραμμα της Ευρωπαϊκής Ένωσης όπως αυτό διαμορφώνεται σήμερα, ενώ παράλληλα οδηγούν σε περαιτέρω όξυνση των διεθνών ανταγωνισμών.


3. Οι ιδιαιτερότητες των ευρωπαϊκών μοντέλων ανάπτυξης και οι αγορές εργασίας


Τα ανωτέρω δίνουν μερικές γενικές γραμμές ερμηνείας σε παγκόσμια και ευρωπαϊκή κλίμακα. Είναι τώρα χρόνος να διακριθούν οι πιο συγκεκριμένες τάσεις που χαρακτηρίζουν τις διαφορετικές χώρες της ΕΕ [6].

Είναι συνήθης η διάκριση μεταξύ δύο τύπων καπιταλισμού. Ο πρώτος είναι το «ρηνανικό-ιαπωνικό» μοντέλο, που είναι βασισμένο σε ένα πολύ ισχυρό, σταθερό νόμισμα και ισχυρές βιομηχανικές δομές. Οι εταιρίες στηρίζονται από έναν «σκληρό πυρήνα» μετόχων που είναι προσανατολισμένοι προς τις μακροπρόθεσμες προσδοκίες, με αποτέλεσμα να παραμένει πολύ μικρός ο κίνδυνος επιθετικής εξαγοράς τους στη χρηματιστηριακή αγορά. Το βασικό χαρακτηριστικό αυτού του προτύπου είναι ότι η εργασιακή δύναμη δεν συλλαμβάνεται απλώς ως παραγωγικός συντελεστής, αλλά ως «κοινωνικός εταίρος» για τη διαχείριση της εταιρίας. Το αποτέλεσμα είναι μια κάποια συν-διαχείριση μεταξύ των ιδιοκτητών και του σωματείου των εργαζομένων. Κατά συνέπεια, η εργασία απολαμβάνει σχετικά ασφαλείς συνθήκες εργασίας. Επιπλέον, σε αυτό το μοντέλο επικρατούν οι μακροπρόθεσμοι σχεδιασμοί έναντι της αναζήτησης του κέρδους στη μικρή χρονική περίοδο, που είναι το χαρακτηριστικό του δυτικού μοντέλου. Στην Ιαπωνία, επιπλέον, οι σχέσεις συμβατικής φύσης αντικαθίστανται ή συμπληρώνονται οπωσδήποτε με τις σχέσεις ουσιαστικής εμπιστοσύνης.

Στο αγγλοσαξωνικό μοντέλο, που αναπτύχθηκε στις Ηνωμένες Πολιτείες, τη Μεγάλη Βρετανία, την Αυστραλία και τον Καναδά, ο κύριος στόχος είναι η αναζήτηση του μέγιστου κέρδους στη βραχυπρόθεσμη περίοδο και της προσωπικής επιτυχίας όσων κατέχουν την επιχείρηση. Η εταιρία περισσότερο θεωρείται ενεργητικό των μετόχων παρά κοινωνικός θεσμός, και όταν προκύπτει μια δυσμενής συγκυρία δεν υπάρχει κανένα δίχτυ προστασίας για τους εργαζομένους (όπως η πρόωρη συνταξιοδότηση, η ανακατανομή των πόστων, κ.λπ.). Αυτό το μοντέλο αντιμετωπίζει το κράτος από την άποψη των υπηρεσιών που αυτό παρέχει στις επιχειρήσεις και των υποδομών που κατασκευάζει. Στο πλαίσιο αυτού του μοντέλου διαμορφώθηκαν οι αποκαλούμενες επιχειρήσεις «δημόσιας συμμετοχής», δηλαδή επιχειρήσεις με πολύ μεγάλη διασπορά των τίτλων ιδιοκτησίας τους.

Τα παραπάνω δείχνουν ότι το ευρωπαϊκό μοντέλο ανάπτυξης προσαρμόζεται όλο και περισσότερο προς αυτό που περιγράφεται ως αγγλοσαξονικό πρότυπο, καίτοι βέβαια αυτό συντελείται με διαφορετικούς ρυθμούς ανά περίπτωση, για να αντιμετωπιστεί η πολλαπλότητα των τοπικών καταστάσεων, σε μία προσπάθεια να καμφθεί η «αντίσταση» των εργαζομένων και άλλων κοινωνικών ομάδων. Σε χώρες όπως η Ολλανδία, η Σουηδία και η Μεγάλη Βρετανία, η τάση είναι να ελαχιστοποιηθεί η επέμβαση στην αγορά εργασίας. Ενώ τυπικά δίνεται μεγάλη οργανωτική αυτονομία σε όλα τα ενδιαφερόμενα μέρη, ανοίγεται ο δρόμος για τις επιλογές που επιβάλλονται από τις ενώσεις των βιομηχάνων, που εστιάζουν στην ιδιωτικοποίηση, την ευελιξία και τον περιορισμό στις εγγυήσεις υπέρ των εργαζομένων. Παραδείγματος χάριν, σε πολλές χώρες (προ πάντων στην Ολλανδία) έχει υπάρξει ευρείας κλίμακας φιλελευθεροποίηση της αγοράς εργασίας, με την εμφάνιση όλο και μεγαλύτερων τομέων άτυπης απασχόλησης. Σε άλλες χώρες (π.χ. Γαλλία, Γερμανία, Ισπανία και Ιταλία) εξακολουθούν να εφαρμόζονται έλεγχοι στα μέτρα που προωθούν οι επιχειρήσεις, αφήνοντας «να εγχυθούν δόσεις ευελιξίας σε αυτόν ή εκείνον τον τομέα της αγοράς εργασίας, αλλά πάντοτε ως επιμέρους μέτρο ή εξαίρεση, ποτέ ως γενικευμένη επέκταση. . Σε τέτοιες περιπτώσεις οι επεμβάσεις ισχύουν για τις συγκεκριμένες κοινωνικές ομάδες, όπως τους νέους, ή τις συγκεκριμένες γεωγραφικές περιοχές, π.χ. τις λιγότερο αναπτυγμένες (όπως με το "territoriali patti") και έχουν συνήθως έναν περιορισμένο χρονικό ορίζοντα, μετά τον οποίο το πείραμα της απορύθμισης μπορεί να ανακληθεί». [7]

Παρά αυτές τις διαφορές, ο μόνος τρόπος με τον οποίο οι αγορές εργασίας προσαρμόζονται στις μακροχρόνιες διαφορές οικονομικών επιδόσεων και ευκαιριών απασχόλησης είναι μέσω της κινητικότητας και της ευελιξίας του εργατικού δυναμικού. Παραδείγματος χάριν, περίπου 5% των κατοίκων της Ευρωπαϊκής Ένωσης στις οικονομικά ενεργές ομάδες ηλικίας δεν είναι πολίτες της χώρας-μέλους όπου ζουν, και το ένα τρίτο από αυτούς προέρχεται από χώρες εκτός της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Σε αντίθεση με τις επίσημες δηλώσεις, τα εμπόδια στη μετανάστευση προς και μεταξύ των ευρωπαϊκών χωρών έχουν πραγματικά αυξηθεί, γεγονός που οφείλεται εν μέρει στη γλώσσα και τις πολιτιστικές διαφορές, και εν μέρει στην ακαμψία της εργασίας, ή με άλλα λόγια στην προσφορά εργασίας με χαμηλές αμοιβές, υπό εξαιρετικά κοπιώδεις συνθήκες, και των περιορισμών που τίθενται στους μετανάστες από τις εκτός της Ευρωπαϊκής Ένωσης χώρες. Επιπλέον, η μετανάστευση εξετάζεται μόνο από την άποψη του νόμου και της τάξης (ναρκωτικά, τρομοκρατία, έγκλημα). Καμία προσπάθεια δεν γίνεται να ελεγχθούν η υπερεκμετάλλευση των εργαζομένων από τρίτες χώρες ή ο ρατσισμός, και επαφίεται στις προσπάθειες που καταβάλλονται από προοδευτικούς ανθρώπους για να αποκτήσουν οι μετανάστες πρόσβαση στις υγειονομικές υπηρεσίες και τη δικαστική αρωγή. Αυτό που επιδιώκεται για την ανάπτυξη του ευρωπαϊκού πόλου είναι η μέγιστη εκμετάλλευση της εργασίας των μεταναστών, η οποία λειτουργεί ως εφεδρικός στρατός που μπορεί να χρησιμοποιηθεί και για να κάνει την κατάσταση του συνολικού εργατικού δυναμικού ακόμα πιο ανασφαλή.

Πάντως, ενώ οι μετανάστες από τρίτες χώρες καταλαμβάνουν συνήθως τις κατώτερες και λιγότερο ειδικευμένες θέσεις εργασίας, ένα χαρακτηριστικό των σύγχρονων τάσεων απασχόλησης στην Ευρωπαϊκή Ένωση είναι η αυξανόμενη συγκέντρωση της απασχόλησης και των νέων θέσεων στα ανώτερα κλιμάκια, εις βάρος των εργασιών που απαιτούν μέσα επίπεδα επαγγελματικής ειδίκευσης. Στην πραγματικότητα, τα στοιχεία σαφώς δείχνουν ότι η συνολική καθαρή αύξηση στην απασχόληση κατά τη διετία 1994-96 οφειλόταν σε μια άνοδο στον αριθμό των θέσεων εργασίας υψηλής τεχνογνωσίας. Πράγματι, ενώ ο αριθμός των ανώτερων υπαλλήλων, των ειδικών και των τεχνικών έχει αυξηθεί αισθητά, τα χαμηλότερα επίπεδα έχουν δει μια αισθητή πτώση του αριθμού των απασχολουμένων, που έγινε ακόμα πιο εντυπωσιακή προς το τέλος της δεκαετίας του '90. Η εξέλιξη αυτή έχει ως άλλη όψη της τη ραγδαία αύξηση της ανεργίας κατηγοριών εργαζομένων χαμηλής ή/και μεσαίας ειδίκευσης, ιδίως εκείνων των «προχωρημένης ηλικίας» ατόμων (σαραντάρηδες και πενηντάρηδες), για τους οποίους οι επιχειρήσεις θεωρούν ότι οι τυχόν «δαπάνες επανειδίκευσης» δεν θα «αποδώσουν» στον ίδιο βαθμό με τους νεότερους εργαζομένους.

Τα αρνητικά αποτελέσματα αυτών των πολιτικών έχουν γίνει εξόφθαλμα σε συγκεκριμένους τομείς της ευρωπαϊκής εργασίας. Ας αναφερθούμε, παραδείγματος χάριν, στην Ιταλία. Ενώ η ανεργία έχει επιπτώσεις ακόμα σε πάνω από 10% του οικονομικά ενεργού πληθυσμού (παρά την τεχνητή μείωση του ποσοστού ανεργίας με το συνυπολογισμό στους απασχολούμενους όσων εργάζονται στις άτυπες, αβέβαιες και εύκαμπτες μορφές απασχόλησης), στη νότια Ιταλία το ποσοστό ανεργίας είναι τρεις φορές μεγαλύτερο, περιλαμβάνοντας το 1/3 του νέου – και ιδιαίτερα γυναικείου – πληθυσμού. Στις περιοχές που πλήττονται από την παρακμή συγκεκριμένων κλάδων της μεγάλης βιομηχανίας, οι εργάτες, συνήθως μέσης ηλικίας, συνωστίζονται στις τάξεις των μακροπρόθεσμα ανέργων.

Η τάση είναι παρόμοια στο υπόλοιπο της δυτικής Ευρώπης. Όσον αφορά τους νέους κάτω από 25 χρονών και των δύο φύλων, η συμμετοχή στην αγορά εργασίας έχει πέσει, λόγω της μακροπρόθεσμης τάσης για μια μεγαλύτερη περίοδο εκπαίδευσης και κατάρτισης, σύμφωνα με τις ανάγκες των εταιριών, αλλά και ως αποτέλεσμα μιας πολιτικής «παρκαρίσματος» των νέων εκτός της αγοράς εργασίας, ώστε να συγκρατηθούν τα ποσοστά ανεργίας. Επιπλέον, οι νέοι ευκολότερα προσανατολίζονται προς θέσεις εργασίας προσωρινού χαρακτήρα, που επιπλέον χαρακτηρίζονται από τη μεγάλη ευκαμψία των αμοιβών και το χαμηλό περιεχόμενο από την άποψη των δικαιωμάτων και των εγγυήσεων. Η ανεργία της νεολαίας έχει έτσι μειωθεί κατά τη διάρκεια των προηγούμενων 15 ετών, αλλά έχει παραμείνει στο διπλάσιο συγκρινόμενη με εκείνη των ενηλίκων (περίπου 20% σε σύγκριση με 10%). Εν ολίγοις, τα τελευταία έτη ο αριθμός των νέων ανέργων έχει πέσει, κάτι που οφείλεται τόσο στους δημογραφικούς παράγοντες όσο και στη μειωμένη συμμετοχή στην αγορά εργασίας χάρη στις πολιτικές κατάρτισης, ενώ έχει υπάρξει μια έντονη άνοδος στο ποσοστό ανεργίας των ενηλίκων, ιδίως εκείνων που παραμένουν άνεργοι για μεγάλο χρονικό διάστημα.

Στην περίπτωση των γυναικών, αφ' ετέρου, κατά τη διετία 1994-96 τα δύο τρίτα των νέων θέσεων που δημιουργήθηκαν σε όλη την Ευρωπαϊκή Ένωση καταλήφθηκαν από γυναίκες. Αλλά αυτό δεν είναι ένα τόσο θετικό αποτέλεσμα όσο φαίνεται, δεδομένου ότι αυτές οι εργασίες ήταν κυρίως μερικής απασχόλησης και ανασφαλείς.

Γυρίζοντας στη μακροπρόθεσμη ανεργία, το πρώτο πράγμα που παρατηρεί κανείς είναι ότι κατά τη διάρκεια των τελευταίων 15 ετών αυτή συγκλίνει με τη γενική τάση, με το επιπλέον όμως επιβαρυντικό χαρακτηριστικό ότι σε φάσεις μείωσης του συνολικού ποσοστού ανέργων η μακροχρόνια ανεργία ακολουθεί την καθοδική τάση με χαμηλότερους ρυθμούς. Στην Ευρωπαϊκή Ένωση λιγότερο από ένα τρίτο των ανδρών που ήταν άνεργοι το 1995 βρήκε απασχόληση το 1996: οι μισοί παρέμειναν άνεργοι ενώ οι υπόλοιποι αποσύρθηκαν από το εργατικό δυναμικό. Όσον αφορά τις γυναίκες, το ποσοστό των ανέργων του 1995 που βρήκαν απασχόληση το 1996 ήταν ακόμα χαμηλότερο. Τα στοιχεία για τις επιμέρους χώρες-μέλη είναι παρόμοια με εκείνα της Ένωσης συνολικά, γεγονός που καταδεικνύει τα αποθαρρυντικά προβλήματα που αντιμετωπίζουν οι άνεργοι κατά την αναζήτηση μιας σταθερής απασχόλησης.

Αυτό επιβεβαιώνει σαφώς το γεγονός ότι για να αντιμετωπιστεί η μακροχρόνια ανεργία, ακόμα περισσότερο απ' ό,τι η ανεργία γενικά, απαιτείται μια σταθερή, δυναμική πολιτική ανάπτυξης, με έμφαση στην επένδυση, συμπεριλαμβανομένης της δημόσιας επένδυσης. Ο μόνος δρόμος για να επανισορροπήσει η κατάσταση και να μπει η Ευρώπη σε ένα κύκλο γρήγορης ανάπτυξης και αύξησης της παραγωγικότητας είναι να λάβει χώρα μια ριζική αναδιανομή του εισοδήματος υπέρ της εργασίας. Αυτό από τη μια θα λειτουργήσει ως κίνητρο αύξησης της παραγωγικότητας για τις επιχειρήσεις (ώστε να αντισταθμίσουν τη μείωση των κερδών τους), ενώ από την άλλη θα αποκαταστήσει και πάλι την κλονιζόμενη σήμερα κοινωνική συνοχή. Λύση στην κατεύθυνση αυτή θα μπορούσε να είναι το να μειωθεί ο χρόνος απασχόλησης χωρίς μείωση των αμοιβών, και παράλληλα να υιοθετηθεί μια «αμοιβή κοινωνικής προστασίας» για τους άνεργους και υποαπασχολούμενους, να ενισχυθεί το κράτος κοινωνικής πρόνοιας, και να αυξηθούν οι παραγωγικές επενδύσεις στους τομείς ιδιαίτερης κοινωνικής και περιβαλλοντικής σπουδαιότητας. Ο επιπλέον ελεύθερος χρόνος που θα προκύψει κατ' αυτόν τον τρόπο για τους εργαζόμενους θα συμβάλλει στη βελτίωση της ποιότητας ζωής της πλειοψηφίας του πληθυσμού, η ισορροπία στον κύκλο παραγωγής-κατανάλωσης θα συντηρηθεί, και προ πάντων ο πλούτος που θα δημιουργείται μέσω της αυξανόμενης παραγωγικότητας θα κατανέμεται με τρόπο που να βελτιώνει το επίπεδο διαβίωσης των εργαζομένων.


4. Ευρωπαϊκή ολοκλήρωση και παγκόσμιος ανταγωνισμός


Όπως υποστηρίξαμε σε παλαιότερες μελέτες, [8] η μεταπολεμική περίοδος μπορεί να περιοδολογηθεί σε δύο βασικές φάσεις. Η πρώτη διάρκεσε μέχρι τις αρχές της δεκαετίες του 1970 και χαρακτηρίστηκε από αρκετά ψηλά και σταθερά ποσοστά απασχόλησης, παραγωγής και οικονομικής μεγέθυνσης. Η δεύτερη χαρακτηρίζεται από πολύ χαμηλότερους ρυθμούς μεγέθυνσης της παραγωγής και από μια μείωση στην απασχόληση. Η ανεργία έχει χάσει τα κυκλικά χαρακτηριστικά της και έχει γίνει δομική.

Η κατάρρευση και ο τεμαχισμός της Σοβιετικής Ένωσης, η διάλυση του Συμφώνου της Βαρσοβίας και των καθεστώτων της Ανατολικής Ευρώπης ανέτρεψε το διπολικό σύστημα και, κατά συνέπεια, ενίσχυσε αφ' ενός τη θέση των Ηνωμένων Πολιτειών, όχι μόνο πολιτικοστρατιωτικά αλλά και από την άποψη του εμπορίου και της διεθνοποίησης του κεφαλαίου. Από την άλλη όμως οι εξελίξεις αυτές ενίσχυσαν επίσης την ανταγωνιστική δύναμη της Ευρώπης στο πλαίσιο του παγκόσμιου οικονομικού ανταγωνισμού. Η ενωμένη Ευρώπη αναδύεται ως γεωοικονομικός πόλος ικανός να αντιπαρατεθεί στην τεράστια ισχύ των Ηνωμένων Πολιτειών και της Ιαπωνίας, ή, μάλλον, του υπό διαμόρφωση νέου ασιατικού πόλου.

Μια σημαντική ανάπτυξη κατά τις τελευταίες δεκαετίες είναι η μετατόπιση του οικονομικού κέντρου βάρους στην Ασία από την Ιαπωνία στην Κίνα. Στα προηγούμενα 15 έτη η Κίνα έχει παρουσιάσει εξαιρετικούς ρυθμούς αύξησης του ΑΕΠ, κατά μέσο όρο 9,7% ετησίως. Η οικονομική ανάπτυξη της Κίνας στηρίζεται όχι μόνο στις εξαγωγές, αλλά και στο χαμηλό εξωτερικό χρέος και τον ελεγχόμενο πληθωρισμό. Η ανάπτυξη της Κίνας μπορεί να αποδοθεί σε διάφορους παράγοντες: αρχικά, ενώ το σύστημα τιμών είναι αρκετά σύνθετο δεν έχει λάβει χώρα η απελευθέρωση της αγοράς, αφετέρου, δεν έχει υπάρξει ευρείας κλίμακας ιδιωτικοποίηση, ή με άλλα λόγια, αν και έχει προωθηθεί ένας νέος ιδιωτικός τομέας, δεν έχει περάσει στον ιδιωτικό τομέα ό,τι ήταν ήδη σε κρατικά χέρια. Σε αυτό πρέπει να προσθέσουμε μια αποτελεσματική πολιτική διοικητικής αποκέντρωσης ανά περιοχές: στην πραγματικότητα, από την άποψη του ΑΕΠ, η κρατική ιδιοκτησία έχει μικρύνει από 85% σε 54%, ενώ η συλλογική-περιφερειακή ιδιοκτησία έχει αυξηθεί από 13% σε 35% χάρη στη διοικητική αποκέντρωση, και ο ιδιωτικός τομέας έχει αυξηθεί από 2% σε 11%. Κατά συνέπεια η πρωτοφανής ανάπτυξη της Κίνας μπορεί να εξηγηθεί σχετικά εύκολα: ενώ η χώρα έχει τον μεγαλύτερο πληθυσμό σε ολόκληρο τον κόσμο και αναπαράγονται ανισότητες σε πολλούς τομείς, εντούτοις λαμβάνει χώρα μια σημαντική ανακατανομή του εισοδήματος και των αποτελεσμάτων της ανάπτυξης σε όλες τις περιοχές. Σαφώς, εάν η Κίνα διατηρήσει αυτό το επίπεδο οικονομικής μεγέθυνσης και συνεχίσει να ενισχύει τις στρατιωτικές δυνάμεις της, θα αναλάβει σύντομα το ρόλο της Ιαπωνίας και θα είναι σε θέση να δημιουργήσει ένα νέο ισχυρό πόλο δίπλα στις οικονομικές υπερδυνάμεις που εξουσιάζουν σήμερα την παγκόσμια οικονομία.

Λαμβάνοντας υπόψη αυτό το σενάριο, η δόμηση της ενωμένης Ευρώπης έχει θεωρηθεί από τις ηπειρωτικές κυβερνήσεις ως ευκαιρία για να δημιουργηθεί ένας ισχυρός γεωπολιτικός, γεωοικονομικός πόλος που να μπορεί να ανταγωνιστεί τόσο τις ΗΠΑ όσο και την Ασία. Το ευρώ αντιπροσωπεύει μια επιλογή που ακολουθεί μια ιμπεριαλιστική λογική καθώς είναι το μόνο νόμισμα που μπορεί να αμφισβητήσει τη θέση του δολαρίου ως παγκόσμιου αποθεματικού νομίσματος. Για τους Αμερικανούς, αντίθετα, η καλύτερη δυνατή Ευρώπη είναι εκείνη που παραμένει πάντα κάτω από κυριαρχία των Ηνωμένων Πολιτειών. Επιδιώκουν έτσι να την κρατήσουν διαιρεμένη για να αποτρέψουν την ανάδυσή της ως ανταγωνιστικής υπερδύναμης. [9]

Αλλά οι αυτοκρατορικές επιδιώξεις της ΕΕ δεν είναι κάτι για το οποίο οι ευρωπαίοι πολιτικοί μιλούν εύκολα. Προτιμούν να τονίζουν τον άλλο στόχο της ΟΝΕ, τη νομισματική σταθερότητα. Αυτό έχει παράσχει την ευκαιρία να ακολουθηθεί ένας μονεταριστικός προσανατολισμένος στην οικονομική πολιτική, με στόχο να κρατηθεί χαμηλό το ποσοστό πληθωρισμού και να μειωθεί το δημόσιο έλλειμμα των χωρών της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Όπως έχει δειχθεί σε προηγούμενες μελέτες, [10] και όπως ήδη υποστηρίξαμε στο παρόν κείμενο, αυτό έχει οδηγήσει στην αποσάρθρωση του κράτους κοινωνικής πρόνοιας και σε μια άνοδο της ανεργίας (που αιωρείται μεταξύ 10% και 15%). Οι τύχες του ευρώ εξαρτώνται έντονα από το εξωτερικό (διεθνές) πλαίσιο, δηλαδή κατά κύριο λόγο από τις παγκόσμιες χρηματιστικές αγορές και την αμερικανική νομισματική πολιτική. Αλλά εξαρτώνται επίσης από τη δυνατότητα του κεφαλαίου να επιβάλλει την κυριαρχία του στην εργασία.

Οι νεοφιλελεύθερες πολιτικές, και η μέχρι σήμερα αδυναμία όσων τις αντιστρατεύονται να επιβάλουν μια διαφορετική κατεύθυνση οικονομικής και κοινωνικής πολιτικής, μπορούν να έχουν ολέθριες πολιτικές συνέπειες. Υπάρχει ένας πραγματικός κίνδυνος να αποσαρθρωθούν οι δυτικές δημοκρατίες λόγω της χαλάρωσης της κοινωνικής συνοχής, του πολιτικού εκφυλισμού και της διάδοσης ενός «επιχειρηματικού πολιτισμού» στον οποίο το κέρδος και ο εγωιστικός ατομισμός που συνδέεται μαζί του αναδεικνύονται σε κυρίαρχες αξίες [11]. Σε πολλές λιγότερο αναπτυγμένες χώρες του Τρίτου Κόσμου, τέτοιες διαδικασίες πολιτικής-κοινωνικής-οικονομικής αστάθειας έχουν ήδη ξεπεράσει το σημείο μη επιστροφής και ολόκληρες οι περιοχές έχουν αποσταθεροποιηθεί. Ο θρησκευτικός φονταμενταλισμός, η ανάδυση των νέων μορφών εγκληματικότητας και ο τεμαχισμός τόσων κρατών, που χαρακτηρίζουν την ονομαζόμενη «νέα παγκόσμια τάξη», είναι αποτελέσματα αυτών των διαδικασιών αποσάρθρωσης που πλήττουν και τις δυτικές χώρες.

Βεβαίως στις χώρες της Λατινικής Αμερικής και γενικότερα στις αναπτυσσόμενες χώρες σημαντικό ρόλο παίζουν και άλλοι παράγοντες, που προκύπτουν από το χαμηλότερο επίπεδο καπιταλιστικής ανάπτυξης των περιοχών αυτών, όπως το δυσβάσταχτο εξωτερικό χρέος και η πίεση εκ μέρους των διεθνών οικονομικών οργανισμών (όπως η Παγκόσμια Τράπεζα, η παναμερικανική τράπεζα και το ΔΝΤ), οι οποίοι προσπαθούν να εκμεταλλευτούν τις δυσκολίες των χωρών αυτών για να τους επιβάλλουν ρυθμίσεις που θυμίζουν ένα «νεο-αποικιακό ζυγό». Πέρα από το ζήτημα της ρύθμισης του χρέους, είναι επίσης αναπόφευκτο για τις χώρες αυτές να διαπραγματευτούν συμφωνίες για τη διεθνή μετανάστευση εργασίας, για να αποτρέψουν την παραβίαση των ανθρώπινων, κοινωνικών και οικονομικών δικαιωμάτων των πολιτών τους που μεταναστεύουν για οικονομικούς λόγους στις αναπτυγμένες χώρες, και υποβάλλονται εκεί συστηματικά σε όλο και πιο σκληρές και άδικες μορφές εκμετάλλευσης [12].

Όσον αφορά την ευρωπαϊκή Αριστερά, η έκταση των μετασχηματισμών που σήμερα συντελούνται την υποχρεώνουν, αν θέλει να γίνει πολιτικά αποτελεσματική, να αναθεωρήσει τις κοινωνικοοικονομικές κατηγορίες ανάλυσης της πραγματικότητας που μέχρι σήμερα χρησιμοποιούσε, ώστε να μπορέσει να επαναξιολογήσει τις οικονομικές πολιτικές και τα μοντέλα της πολιτικής και οικονομικής δημοκρατίας που προτείνει. Μέσα στο παρόν πλαίσιο της γεωοικονομικής πόλωσης, είναι επιτακτικό να ερευνηθούν οι τοπικοί όροι και προϋποθέσεις, συμπεριλαμβανομένων των τοπικών σχεδίων της ανάπτυξης. Σήμερα, αυτοί είναι θεμελιώδεις άξονες ταξικής δράσης. Αποτελούν θεμελιώδεις άξονες για τη διαμόρφωση μιας αποτελεσματικής στρατηγικής, στόχος της οποίας θα είναι να αποκατασταθεί η πολιτική ενότητα της εργατικής τάξης, στην πάλη κατά της εξουσίας του κεφαλαίου.


Βιβλιογραφία


AA.VV., (1995), Il giusto lavoro per un mondo giusto; dalle 35 ore alla qualita del tempo di vita, Ed.

Punto Ross.

AA.VV. (1996), United States patterns of ownership and control: the emergence of fiduciary

capitalism.

AA.VV. (1997), Introduzione alla conferenza dell' European Corporate Governance Network.

Bruxelles.

Boyer R. (1998), La flessibilita del lavoro in Europa, Milano.

Braverman H. (1978), Lavoro e capitale monopolistico. La degradazione del lavoro nel XX secolo,

Torino.

Carchedi G. (1977), On the Economic Identification Of Social Classes, Routledge and Kegan Paul,

London.

Carchedi G. (1983), Problems In Class Analysis. Production, Knowledge And The Function Of capital,

Routledge and Kegan Paul, London.

http:// www.carilucca.it/euro/storiaeuro/.html.

Gordon D. (1988), «The Global Economy», New Left Review, No 168.

Guarini R.&e Tassinari F. (1996), Statistica economica, Il Mulino.

Harwey D. (1989), The Urban Experience, Oxford.

Harvey D. (1997), La crisi della modernita, EST

Harvey D. (1985), «The Geopolitics Of Capitalism», in D. Gregory, J Urry (eds.), Social Relations and Spatial

Structures, London.

Jameson F. (1984), «Postmodernism, or the Cultural Logic of Late Capitalism», New Left Review, No 146.

Jessop B. (1982), The Capitalist State, Oxford.

Jessop B. (1983), «Accumulation Strategies, State Form, and Hegemonic Projects», Kapitalistate, 10/11.

Martufi R. & Vasapollo L. (1999), «Profit State, redistribuzione dell'accumulazione e Reddito Sociale Minimo», La

Citta del Sole, Napoli.

Martufi R. & Vasapollo L. (2000), EuroBang. La sfida del polo europeo nella competizione globale:

inchiesta su lavoro e capitale, Media Print, Roma.

Murray R. (1988), «Flexible Specialization In The "Third Italy"», Capital and Class, No 34.

OECD Policy Brief N° 3 (1998), Les nouvelles orientations de la politique industrielle.

Prospectives de la science, de la tecnologie et de l'industrie: principales conclusions, Paris (OCDE).

Rannie A. (1998), «Workers, Globalization and Tradisation: The case of European Union», International

Semina,r Florianopolis, Brasil.

Rapporto ICE (1998-99), L'Italia nell'economia internazionale.

Regini M. (2000), Modelli di capitalismo. Le risposte europee alla sfida della globalizzazione,

ed. Laterza, Roma.

Sayer A. (1989), «Post-Fordism in Question», International Journal οf Urban And Regional Research.

Tiberi M. (1998), «Caratteristiche vecchie e nuove dei processi di internazionalizzazione. Il caso dell'UE»,

International Seminar, Florianopolis, Brasil.


* Ό,τι ακολουθεί αποτελεί τμήμα μιας ευρύτερης έρευνας, την οποία ο συγγραφέας ευχαρίστως θα κοινοποιήσει σε όποιον/α ενδιαφερόμενο/η: Luciano Vasapollo, Professor of Company Statistics, Faculty of Statistical Sciences, Univ. "La Sapienza", Roma. Το παρόν κείμενο παραχωρήθηκε από τον συγγραφέα στις Θέσεις και αποτελεί πρώτη δημοσίευση.

[1] Βλ. AA.VV. (1995). F. Jameson (1984). B.Jessop (1983). A. Sayer (1989).


[2] Βλ: Carchedi (1977), Gordon (1988), Harwey (1989).

[3] Βλ.: Martufi & Vasapollo (1999), Jessop (1982).

[4] Στην παγκόσμια κλίμακα, περίπου 85% του παγκόσμιου εισοδήματος πηγαίνει στο 23% του παγκόσμιου πληθυσμού, πάνω από το ένα δισεκατομμύριο τριακόσια εκατομμύρια άνθρωποι είναι σε κατάσταση απόλυτης ανέχειας, 200 εκατομμύρια παιδιά ζουν στο δρόμο, διαθέσιμα ως περιστασιακή εργασία σε διάφορες εγκληματικές δραστηριότητες, πάνω από ένα δισεκατομμύριο ενηλίκων δεν μπορεί ούτε να διαβάσει ούτε να γράψει, το εισόδημα του 20% του παγκόσμιου πληθυσμού έχει ελαττωθεί από το 2,5% στο 1% του παγκόσμιου εισοδήματος, ενώ η μέση εισοδηματική αναλογία μεταξύ πλουσιότερων και φτωχότερων έχει πετάξει στα ύψη: από 30 προς 1 το 1960 σε 65 προς 1 σήμερα. Εάν προσθέσουμε σε αυτά την περιβαλλοντική υποβάθμιση που προέρχεται από το γεγονός ότι οι διαδικασίες παραγωγής αδιαφορούν για κάθε σοβαρό, ρεαλιστικό μέτρο κοινωνικο-περιβαλλοντικής συμβατότητας, αναδύεται μπροστά μας η συνολική εικόνα του βίαιου παγκόσμιου ανταγωνισμού αναζήτησης και αύξησης του κέρδους.

[5] Βλ.: Tiberi (1998), Martufi & Vasapollo (1999).

[6] Βλ.: Rannie (1998), Carchedi (1983), Braverman (1978), Boyer (1998), Martufi & Vasapollo (1999).

[7] Regini (2000), σ. 19.

[8] Βλ.: Martufi & Vasapollo (2000).

[9] Η υπαγωγή της ΕΕ στις ΗΠΑ ήταν σαφής κατά τη διάρκεια του πολέμου του ΝΑΤΟ στη Γιουγκοσλαβία. Αυτό άσκησε αρνητική επίδραση στο ευρώ, το οποίο υποτιμήθηκε ως προς το δολάριο, σε εκείνη την περίοδο, κατά περίπου 12%.

[10] Βλ: Martufi & Vasapollo (2000).

[11] Βλ.: Murray (1988).

[12] Βλ: Martufi & Vasapollo (2000), Harvey σε Gregory & Urry (1985).
 
< Προηγ.
Θέσεις, τριμηνιαία επιθεώρηση, 37ο έτος (1982-2019), εκδόσεις Νήσος, (Σαρρή 14, 10553, Αθήνα, τηλ-fax: 210-3250058)
Το περιεχόμενο διατίθεται ελεύθερα για μη εμπορικούς σκοπούς, υπό τον όρο της παραπομπής στην αρχική του πηγή