Σημειώσεις για την ιστορική εξέλιξη της ποσοτικής θεωρίας του χρήματος Εκτύπωση
Τεύχος 82, περίοδος: Ιανουάριος - Μάρτιος 2003


ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ ΓΙΑ ΤΗΝ ΙΣΤΟΡΙΚΗ ΕΞΕΛΙΞΗ ΤΗΣ ΠΟΣΟΤΙΚΗΣ ΘΕΩΡΙΑΣ ΤΟΥ ΧΡΗΜΑΤΟΣ
του Γιώργου Ιωαννίδη
" Yes Virginia, there may be a quantity theory, but will we know it when we see it? "
J. Daniel Hammond. Wake Forest University


Εισαγωγή

Το να μιλήσει κανείς για την Ποσοτική θεωρία του χρήματος, δηλαδή για μία από τις πιο δημοφιλείς οικονομικές προσεγγίσεις στη διαμάχη αναφορικά με το τι είναι το χρήμα και ποιες οι λειτουργίες του, δεν είναι καθόλου εύκολη υπόθεση. Η συζήτηση είναι πλούσια και έχει ξεκινήσει με συντεταγμένο τρόπο εδώ και τουλάχιστον 400 χρόνια, ενώ επιχειρήματα θα μπορούσε κανείς να αναζητήσει σε ολόκληρη την οικονομική ιστορία.

Στόχος του παρόντος κειμένου είναι να παρουσιάσει με έναν κατά το δυνατόν συνοπτικό τρόπο την εξέλιξη της Ποσοτικής θεωρίας του χρήματος. Στην ανάπτυξη του θέματος δεν χρησιμοποιήθηκαν μαθηματικά υποδείγματα και καμπύλες αν και σε αρκετές περιπτώσεις θα μπορούσαν να διαφωτίσουν καλύτερα τον εξοικειωμένο με τα εργαλεία αυτά αναγνώστη, τουλάχιστον σε σχέση με τις βασικές διαφορές μεταξύ των αντιμαχόμενων στρατοπέδων.

Η εργασία εστιάζει επίσης σε μία εσωτερική κριτική πάντα στενά συνδεδεμένη με τις εκάστοτε κυρίαρχες αντιλήψεις στα κυρίαρχα οικονομικά. Έτσι η πιο «εναλλακτική» κριτική άποψη που περιγράφεται είναι αυτή των κεϋνσιανών και νεο-κεϋνσιανών οικονομολόγων. Τόσο όμως οι απόψεις των νεο-κεϋνσιανών, όσο και αυτές των μονεταριστών, που κυριαρχούν στη σημερινή αντιπαράθεση, δεν εξαντλούν σε καμία περίπτωση την κουβέντα αφού σε τελική ανάλυση περιορίζονται και οι δύο σε ζητήματα οικονομικών πολιτικών χωρίς να αμφισβητούν τις βασικές αρχές της Νεοκλασικής Οικονομικής. Υπ΄ αυτή την έννοια, από την όλη παρουσίαση λείπουν δύο βασικά κεφάλαια: Το ένα έχει να κάνει με μία λεπτομερή παρουσίαση των απόψεων του Karl Marx σε σχέση με την Ποσοτική θεωρία του χρήματος. [1] Το δεύτερο με τις απόψεις των μετα-κεϋνσιανών οικονομολόγων. [2] Τα δύο αυτά κεφάλαια που απουσιάζουν αποτελούν και την προϋπόθεση για μια σε βάθος κριτική της Ποσοτικής θεωρίας. Ελπίζουμε, λοιπόν, να επανέλθουμε στο ζήτημα σε μεταγενέστερο χρόνο.
1. Τι είναι η Ποσοτική θεωρία του χρήματος


Η Ποσοτική θεωρία του χρήματος είναι η πιο παλιά οικονομική θεωρία που επιβιώνει ακόμη. Αποτέλεσε την πρώτη θεωρία μακροοικονομικής σταθερότητας [3] και από την πρώτη στιγμή της διατύπωσής της σκοπός ήταν να κατανοηθεί και να ερμηνευτεί ο τρόπος με τον οποίο η ποσότητα του χρήματος επηρεάζει το γενικό επίπεδο των τιμών [4].

Στην σύγχρονη έκφρασή της παίρνει την μορφή MV=PY η οποία μπορεί εξίσου να γραφεί και ως M/P=Y/V, όπου M είναι η ποσότητα του χρήματος ή το χρηματικό απόθεμα, V είναι η ταχύτητα κυκλοφορίας του χρήματος, P το γενικό επίπεδο τιμών και Y είναι το σύνολο της παραγωγής σε υλικούς όρους [5]. Έτσι στο αριστερό σκέλος της εξίσωσης εκφράζεται η πραγματική προσφορά χρήματος σε μία οικονομία και στο δεξιό η πραγματική ζήτηση. Πρέπει να τονίσουμε ότι η σχέση που προαναφέραμε είναι μια ταυτότητα και όχι μία εξίσωση [6]. Αυτό που μας λέει είναι ότι η αξία των προϊόντων που πωλούνται σε μία οικονομία ισούται με την αξία των προϊόντων που αγοράζονται. Δεν μας λέει τίποτα όμως για την φορά της αιτιότητας, (το αν δηλαδή οι τιμές εξαρτώνται από την ποσότητα του χρήματος ή αν η ποσότητα του χρήματος εξαρτάται από τις τιμές) [7]. Παρόλα αυτά η σχέση όπως αναπτύχθηκε από τους κλασικούς οικονομολόγους μπορεί να μετατραπεί σε μία θεωρία χρήματος.

Αν υποθέσουμε τώρα ότι το V και το Y παραμένουν βραχυχρόνια σταθερά έπεται ότι ένας διπλασιασμός της ποσότητας του χρήματος θα οδηγούσε σε έναν ανάλογο διπλασιασμό του επιπέδου τιμών. Αν όμως οι απόλυτες τιμές διπλασιαστούν εντούτοις δεν αλλάζουν οι σχετικές τιμές (π.χ. πόσες μονάδες ξυλείας «αγοράζονται» με μια μονάδα σιτηρών). Συνεπώς οι σχετικές τιμές δεν εξαρτώνται από την ποσότητα του χρηματικού αποθέματος.

Η εξίσωση όμως των συναλλαγών δεν μπορεί από μόνη της να συγκροτήσει μία θεωρία. Για να γίνει αυτό πρέπει να γίνουν κάποιες παραπάνω παραδοχές. Η Ποσοτική Θεωρία στηρίζεται σε τρεις βασικές αλληλένδετες προτάσεις.:

Πρώτον ότι το βέλος της αιτιότητας τρέχει από το M στο P και όχι το αντίστροφο, το οποίο σημαίνει ότι η αρχική αύξηση της ποσότητας του χρηματικού αποθέματος είναι εξωγενής.

Δεύτερον ότι υπάρχει μια σταθερή ζήτηση για παρακράτηση ονομαστικού χρήματος το οποίο είναι η ταχύτητα της κυκλοφορίας V, και το οποίο σημαίνει ότι η ζήτηση για χρήμα αλλάζει πολύ αργά αλλά κυρίως ότι αλλάζει ανεξάρτητα από της αλλαγές του χρηματικού αποθέματος.

Τρίτον, ότι το μέγεθος της παραγωγής ή ο όγκος των ανταλλαγών προσδιορίζεται ανεξάρτητα από την ποσότητα του χρηματικού αποθέματος και το γενικό επίπεδο των τιμών.

Από τα παραπάνω προκύπτει άμεσα η ουδετερότητα του χρήματος, δηλαδή το γεγονός ότι η είσοδος του χρήματος δεν επηρεάζει καθόλου τους νόμους διαμόρφωσης της αξίας των αγαθών. Το σημαντικότερο όμως είναι οι δύο «εξωγένειες» της θεωρίας [8]. Ότι δηλαδή η δημιουργία νέου χρήματος είναι εξωγενής (ρυθμίζεται με βάση τις αποφάσεις μιας δημόσιας αρχής) και ότι η ταχύτητα κυκλοφορίας του χρήματος και ο όγκος παραγωγής αποτελούν αμετάβλητα μεγέθη.

Οι κύριες κριτικές που δέχτηκε η ποσοτική θεωρία είχαν να κάνουν με αυτές ακριβώς τις παραδοχές. Πιο συγκεκριμένα οι κριτικές επικεντρώθηκαν στο κατά πόσο το βέλος της αιτιότητας τρέχει από την ποσότητα του χρήματος προς τις τιμές ή το αντίστροφο (και επομένως η ποσότητα του χρήματος μπορεί να θεωρηθεί ενδογενής παράμετρος, συνέπεια της μεταβολής των τιμών –με τους άλλους παράγοντες σταθερούς), στο ότι η ταχύτητα κυκλοφορίας του χρήματος παραμένει σταθερή, και τέλος στο κατά πόσο το χρήμα έχει ή δεν έχει εσωτερική αξία.

Πάνω σε αυτά τα σημεία αναπτύχθηκε από τον 19ο αιώνα μία τεράστια προβληματική και διαμάχη η οποία συνεχίζεται με αμείωτο ρυθμό έως και σήμερα.
2. Τα πρώτα βήματα της Ποσοτικής θεωρίας του χρήματος:
Η εποχή του Μερκαντιλισμού


Αν και τα πρώτα δείγματα ατελών διατυπώσεων, τις οποίες όμως θα μπορούσαμε να τις εντάξουμε στην παράδοση της ποσοτικής θεωρίας τα βρίσκουμε ήδη από την Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία, θα μπορούσαμε με μία συνέπεια να υποστηρίξουμε ότι οι πρώτες οικονομικές διατυπώσεις της θεωρίας βρίσκονται τον 16ο αιώνα, την εποχή του μερκαντιλισμού. Πρόδρομοι της ποσοτικής θεωρίας θεωρούνται οι Montesquieu (1689-1755) και ο J. Bodin. Το 1568 ο Μ. Bodin [9] απαντώντας στον Jehan Cherruyt de Malestroict θα διατυπώσει για πρώτη φορά με έναν μη επαρκή ακόμη τρόπο μία πρώτη έκφραση της Ποσοτικής θεωρίας του χρήματος. Ο Jehan Cherruyt de Malestroict ήταν υποστηρικτής μιας μάλλον άκομψης «μεταλλικής θεωρίας του χρήματος» σύμφωνα με την οποία η αξία του νομίσματος εξαρτάται από το μεταλλικό περιεχόμενό του και είχε υποστηρίξει ότι η γενική άνοδος των τιμών είχε προέλθει από την μείωση της ποσότητας χρυσού στα νομίσματα. Έτσι σύμφωνα με τον Jehan Cherruyt de Malestroict αν λάβει κανείς υπόψη τον ευτελισμό του νομίσματος οι τιμές δεν είχαν πραγματικά αυξηθεί.

Ο Bodin απάντησε ότι αυτό το επιχείρημα παραβλέπει την επίδραση του αμερικανικού αργύρου. Η άνοδος των τιμών οφείλεται στην α) αύξηση της κυκλοφορούσας ποσότητας του χρυσού και αργυρού μετάλλου, β) στα προνόμια του μονοπωλιακού εμπορίου, γ) στην μείωση των διαθέσιμων αγαθών, δ) στην «δίψα για χρυσό» της αριστοκρατίας και ε) στην μείωση του μεταλλικού περιεχομένου των κερμάτων η οποία όμως μόνο μερικώς ευθύνεται για την άνοδο των τιμών. Πρόσθεσε τέλος ότι η σημαντικότερη αιτία ήταν η πρώτη (J.A. Schumpeter: 1981 σσ. 311-314).

Είναι, λοιπόν, στη θεωρητική κληρονομιά των μερκαντιλιστών που βρίσκουμε τις πρώτες προσπάθειες ανάπτυξης μιας θεωρίας του χρήματος. Παρά το γεγονός ότι οι μερκαντιλιστές ασχολήθηκαν κυρίως με πρακτικά προβλήματα και ζητήματα πολιτικής, το βάρος που δίνανε στο ρόλο του χρήματος οδήγησε στην ανάπτυξη μιας συζήτησης γύρω από το χρήμα και το ρόλο του στην οικονομική ανάπτυξη. Για τον πρώιμο μερκαντιλισμό οι ποσότητες του χρυσού και του ασημιού που βρίσκονται σε μία χώρα είναι αυτό που καθορίζει το μέγεθος του πλούτου της. Και δεδομένου ότι το χρήμα ήταν μεταλλικό ταύτιζαν τον πλούτο μίας χώρας με το χρήμα που αυτή κατέχει. Έτσι η μερκαντιλιστική πολιτική ήταν μία δημοσιονομική πολιτική όπου το κράτος προσπαθούσε να ενισχύσει τα ταμεία του μέσω της αύξησης της ποσότητας των πολύτιμων μετάλλων. Αυτό γινόταν κυρίως μέσω του μονοπωλιακού εμπορίου με τις νέες αποικίες στην Αμερική, αλλά και με διοικητικά μέτρα τα οποία απαγόρευαν την εκροή πολύτιμων μετάλλων στο εξωτερικό της χώρας.

Η ποσοτική θεωρία αντιστρατεύεται αυτήν την κυρίαρχη ιδέα της μερκαντιλιστικής εποχής: Ισχυρίζεται ότι η αύξηση της ποσότητας του χρήματος δεν μπορεί να σημαίνει τίποτε περισσότερο από την αύξηση των τιμών.

H πρώτη –αν και άκομψη-- μαθηματική διατύπωση της ποσοτικής θεωρίας θα γίνει από τον Briscoe το 1694 [10]. Ο Briscoe θα σχηματίσει μία εξίσωση σύμφωνα με την οποία η ποσότητα του χρήματος ισούται με το γινόμενο των τιμών επί του πραγματικού εισοδήματος. Το πραγματικό όμως βήμα είχε γίνει λίγο νωρίτερα από τον Locke [11].

Σύμφωνα με την άποψη του W. Eltis [12] ο John Locke ήταν ένας από τους πρωτοπόρους της Ποσοτικής θεωρίας. Υποστηρίζει ότι ο Locke καταφέρνει και ανταποκρίνεται στα τρία χαρακτηριστικά που θέτει ο M. Blaug προκειμένου να θεωρήσουμε ότι έχουμε μία συνεπή διατύπωση της Ποσοτικής θεωρίας [13]. Όπως γράφει, η θέση του Locke ότι η αύξηση του αριθμού των σφραγισμένων στην Αγγλία νομισμάτων θα αυξήσει τις τιμές ανταποκρίνεται, 1ον, στην απαίτηση το βέλος της αιτιότητας να τρέχει από την ποσότητα του χρήματος προς τις τιμές και όχι το αντίθετο. Αντίστοιχα ανταποκρίνεται, 2ον, στο αίτημα του να υπάρχει μια σταθερή και προβλεπόμενη ζήτηση χρήματος σε σχέση με το εθνικό εισόδημα. Τέλος το 3ο αίτημα, δηλαδή το εθνικό εισόδημα να διαμορφώνεται αυτόνομα από το επίπεδο τιμών μπορεί εύκολα να εξαχθεί από τα συμφραζόμενα σε αρκετά σημεία των κειμένων του.

Αναφερθήκαμε στο άρθρο του Eltis για τον Locke διότι εντάσσεται σε μια ενδιαφέρουσα συζήτηση σχετικά με τη συμβολή του Locke στην Ποσοτική θεωρία. Πραφματικά, η συμβολή αυτή αμφισβητείται ή θεωρείται μικρής σημασίας από άλλους συγγραφείς, όπως ο Allin Cottrell (1997). Ας υποθέσουμε ότι οι τιμές δεν εκφράζονται σε ουγκιές χρυσού αλλά όπως γίνεται στην πραγματικότητα σε μία χρηματική μονάδα μέτρησης, π.χ. σε ευρώ. Αυτό προσθέτει ένα ακόμη υπολογισμό στο όλο σύστημα. Οι τιμές σε χρυσό που έχουν δοθεί και οι τιμές σε ευρώ θα βρεθούν απλά αν διαιρέσουμε τις ουγκιές χρυσού με τα ευρώ και έστω ότι η αναλογία είναι ένα ευρώ για μία ουγκιά χρυσού. Αν τώρα ο ορισμός του ευρώ αλλάξει έτσι ώστε ένα ευρώ να ισούται με το μισό της ουγκιάς χρυσού το φυσικό αποτέλεσμα θα ήταν, α) ένας διπλασιασμός της ονομαστικής ποσότητας του χρήματος μετρημένου σε ευρώ και β) ο διπλασιασμός του γενικού επιπέδου τιμών, που θα εκφράζεται πάλι σε ευρώ. Αυτή η αναλογική αλλαγή στην ονομαστική ποσότητα και το επίπεδο των τιμών μπορεί να μοιάζει με την ποσοτική θεωρία αλλά δεν έχει τίποτα να κάνει με αυτή. Δεν είναι η αλλαγή στην ποσότητα του κυκλοφορούντος χρηματικού μέσου που άλλαξε το επίπεδο των τιμών αλλά το χρηματικό μέσο και το επίπεδο των τιμών αλλάξανε από την μεταβολή της σχέσης μεταξύ της μονάδας μέτρησης και του χρηματικού εμπορεύματος. Αυτό κατά τον Cottrell εγείρει ένα ερώτημα σε σχέση με τον τρόπο που ο Eltis ερμηνεύει τον Locke, ακυρώνοντας ουσιαστικά το επιχείρημά του. Σε μία αντίστοιχη θέση αλλά από διαφορετική ανάλυση φτάνει και ο Patinkin (1995, σσ.126-127), ο οποίος ενώ δέχεται το ότι στον Locke υπάρχουν πολλά στοιχεία της σύγχρονης Ποσοτικής θεωρίας διαφωνεί με το συμπέρασμα ότι ο Locke ήταν μονεταριστής.

Πάντως η συνεισφορά του Locke ήταν σημαντική στην εξέλιξη της έννοιας της ταχύτητας κυκλοφορίας του χρήματος. Ο Locke ήταν ο πρώτος ο οποίος συσχέτισε την ταχύτητα κυκλοφορίας του χρήματος με τη ζήτηση του χρήματος και ο πρώτος ο οποίος εισήγαγε το επίπεδο του επιτοκίου ως προσδιοριστικού παράγοντα της ταχύτητας. Σε σχέση με την ταχύτητα οι επόμενες σημαντικότερες συνεισφορές θα είναι του Richard Cantillon (1755), του Henry Thornton (1760-1815), J.B. Say (1776-1832), Simonde de Sismondi (1773-1842) και μεταγενέστερα του Knut Wicksell (1851-1926) [14].

Στην εποχή του Locke ωστόσο, η (μερκαντιλιστική) βιβλιογραφία θα περιοριστεί κατά κύριο λόγο σε πρακτικά προβλήματα και τα επιχειρήματα για το χρήμα θα παραμείνουν ακόμη ασύνδετα μεταξύ τους, σε τέτοιο βαθμό που δεν μπορούμε να μιλάμε με ασφάλεια για μία συνεπή θεωρία του χρήματος. Μόνο κατά τον 18ο αιώνα, όταν ο μερκαντιλισμός του βρισκόταν στα τελευταία χρόνια της παρακμής του συναντάμε πιο ολοκληρωμένες διατυπώσεις. Αυτή που ξεχωρίζει είναι του David Hume, ο οποίος διατυπώνει με σαφήνεια μια Ποσοτική θεωρία του χρήματος, έχοντας ως κύριο αντίπαλο τον James Steuart.

Η Ποσοτική θεωρία του χρήματος του Hume είναι στενά συνδεμένη με την πολεμική του εναντίων των μερκαντιλιστών. Δηλωμένος στόχος του ήταν να δείξει ότι η αύξηση της ποσότητας του χρήματος δεν θα μπορούσε σε καμία περίπτωση να αυξήσει τον πλούτο μίας χώρας, απλά θα είχε ως αποτέλεσμα την αύξηση της ονομαστικής τιμής των εμπορευμάτων. Η πολεμική αυτή τον οδήγησε στην Ποσοτική θεωρία σύμφωνα με την οποία η αξία του χρήματος καθορίζεται από την συνολική του ποσότητα:

«το χρήμα δεν είναι τίποτα άλλο από μια εκπροσώπηση της εργασίας και των εμπορευμάτων και χρησιμεύει μόνο ως μέθοδος εκτίμησης και αξιολόγησής τους (...) είναι ένα όργανο στο οποίο έχουν συμφωνήσει οι άνθρωποι για την διευκόλυνση της ανταλλαγής του ενός εμπορεύματος με το άλλο και ως τέτοιο δεν έχει καμία αξία αφ΄ εαυτού» [15]

Ο Hume τοποθετείται σταθερά υπέρ μιας νομιναλιστικής θεωρίας του χρήματος, σε αντίθεση με την μερκαντιλιστική θεωρία ότι το χρήμα από μόνο του κατέχει πραγματική αξία.

«Φαίνεται σαν αυταπόδεικτο αξίωμα, ότι οι τιμές του κάθε πράγματος εξαρτώνται από την αναλογία μεταξύ εμπορευμάτων και χρήματος, και ότι κάθε σημαντική μεταβολή του ενός ή του άλλου, έχει το ίδιο αποτέλεσμα, είτε την ανύψωση, είτε τη μείωση της τιμής. Αν αυξηθούν τα εμπορεύματα γίνονται φτηνότερα. Αν αυξηθεί το χρήμα η αξία τους μεγαλώνει». [16]


Σε αυτό το σημείο θα μπορούσαμε να εισάγουμε κάποιες παρατηρήσεις σχετικά με τον τρόπο αντιμετώπισης του χρυσού από την ποσοτική θεωρία του χρήματος. Κατ' αρχήν φαίνεται να υπάρχει η παραδοχή ότι η νομισματική λειτουργία επηρεάζει την αξία του χρηματικού εμπορεύματος, δηλαδή του προϊόντος το οποίο έχει επιλεγεί για αυτό τον σκοπό (στην προκειμένη του χρυσού), η οποία διακρίνεται από την αξία ανταλλαγής του χρυσού (στις άλλες του χρήσεις, πέραν αυτής του χρηματικού εμπορεύματος). Δεύτερον αναγνωρίζεται ότι ο μηχανισμός που προσδιορίζει την αξία του κυκλοφορούντος χρυσού είναι διαφορετικός από τον μηχανισμό που καθορίζει την αξία του χρυσού ως βιομηχανικού προϊόντος και τρίτον προσφέρει μια συγκεκριμένη –αν και όχι επαρκώς ανεπτυγμένη-- περιγραφή αυτού του μηχανισμού. Το πρόβλημα είναι ότι σε ένα σύστημα μονομεταλλισμού οι δύο αυτοί διαφορετικοί μηχανισμοί θα πρέπει να παράγουν τις ίδιες αξίες για τον χρυσό, τόσο στη νομισματική, όσο και στην βιομηχανική σφαίρα και ότι τα αποτελέσματα της αύξησης της παραγωγής χρυσού πάνω στην νομισματική και πάνω στην βιομηχανική αξία του χρυσού δεν ξεχωρίζονται και τόσο εύκολα. Σε αυτήν την περίπτωση το πρόβλημα λύνεται μόνο αν θεωρήσουμε ότι το χρήμα δεν έχει καμία άλλη αξία εκτός του να είναι μέσο ανταλλαγών, πράγμα που υπονοείται έντονα από την Ποσοτική θεωρία [17] –και άλλωστε γίνεται παραδεκτό και από τον Hume.

Την εποχή του Μερκαντιλισμού διατυπώνονται και οι πρώτες κριτικές προς την Ποσοτική θεωρία:

Μία πρώτη ρωγμή στην άποψη ότι το χρήμα είναι ο πλούτος μίας οικονομίας συναντάμε στον Dudley North, ο οποίος δημοσίευσε τους «Λόγους περί του εμπορίου» το 1691. Ο North δεν βασίστηκε στις ιδέες της Ποσοτικής θεωρίας για να αποστασιοποιηθεί από τους μερκαντιλιστές, αλλά αντέστρεψε μάλλον το βέλος αιτιότητας στη σχέση μεταξύ τιμών και όγκου συναλλασσόμενων εμπορευμάτων: Με δεδομένες τις τιμές, κυκλοφορεί τόσο χρήμα όσο απαιτείται από τον όγκο των συναλλαγών. Ανέπτυξε την ιδέα ότι το χρήμα δεν είναι τίποτα παραπάνω παρά ένα μέσο διευκόλυνσης των ανταλλαγών. Η ζήτηση για χρήμα είναι στην ουσία της ζήτηση για αγαθά. Αν το εμπόριο υποφέρει από κάτι δεν είναι η έλλειψη χρήματος αλλά οι σφιχτοί περιορισμοί που του έχουν επιβληθεί. Από αυτή την σκοπιά του North έλλειψη χρήματος δεν μπορεί ποτέ να υπάρξει, δεδομένου ότι μία χώρα κατέχει πάντα το χρήμα που χρειάζεται προκειμένου να ικανοποιήσει τις ανάγκες του εμπορίου:

«ακόμη και στην περίπτωση που μια χώρα δεν εκδίδει το δικό της νόμισμα θα προμηθευτεί τις απαραίτητες ποσότητες νομισμάτων από άλλες χώρες (...) βέβαια αν η ποσότητα χρήματος αυξάνει σε μεγαλύτερο ρυθμό απ' ό,τι απαιτεί το εμπόριο, θα καταλήξει να μην έχει μεγαλύτερη αξία απ΄ ό,τι ο ασφράγιστος άργυρος, και σε δεδομένη ευκαιρία θα επαναχυτευτεί». [18]

Ο William Petty (1623-1687), ένας από τους πρώτους οικονομολόγους που προσπάθησαν να συλλάβουν μία εργασιακή θεωρία της αξίας, αποστασιοποιήθηκε επίσης ρητά από τις ιδέες της Ποσοτικής θεωρίας. Ο Petty θα απορρίψει την Ποσοτική θεωρία με βάσει τον ισχυρισμό ότι το χρήμα είναι ένα παραγόμενο εμπόρευμα με εσωτερική αξία, όπως οποιοδήποτε άλλο εμπόρευμα. Θα αντιπαρατεθεί επίσης έντονα στην άποψη (που αποκτούσε κύρος την εποχή εκείνη) ότι η αξία των προϊόντων εξαρτάται μόνο από την προσφορά και τη ζήτηση σε συνδυασμό με το υποκειμενικό όφελος που αποκομίζει ο αγοραστής και θα υποστηρίξει ότι το μέγεθος της αξίας ενός προϊόντος (άρα και του χρήματος) εξαρτάται καθοριστικά από την ποσότητα εργασίας που δαπανάται για την παραγωγή του [19]. Βάσει αυτής ης προσέγγισης η αξία ενός προϊόντος σε άργυρο είναι «...όσο είναι και το χρήμα που μπορεί να συσσωρεύσει ένας άλλος άνθρωπος στον ίδιο χρόνο, αν αφαιρεθούν οι δαπάνες του, όταν εργαστεί αποκλειστικά για την παραγωγή του»:

«Έστω ότι ένας άνθρωπος ταξιδεύει σε μία χώρα όπου υπάρχει άργυρος, τον εξορύσσει, τον καθαρίσει και τον μεταφέρει στο ίδιο μέρος όπου ο πρώτος φύτευε τα σιτηρά του, και κόβει νομίσματα. Σ' όλο αυτό το διάστημα που εργάζεται για τον άργυρο συλλέγει επίσης τροφή για τις ανάγκες του, παράγει τα ρούχα του κ.λπ. Ισχυρίζομαι ότι ο άργυρος του πρώτου πρέπει να εκτιμηθεί ως ίσης αξίας με τα σιτηρά του άλλου. Αν το ένα είναι είκοσι ουγκιές και το άλλο είκοσι μπούσελ, συμπεραίνουμε ότι η τιμή ενός μπούσελ σιτηρών είναι μια ουγκιά αργύρου» [20].

Επίσης ο Petty ήταν ο πρώτος ο οποίος συνέλαβε μία έννοια ταχύτητας στην προσπάθειά του να υπολογίσει την απαραίτητη ποσότητα του χρήματος για την εμπορική δραστηριότητα [21]. Οι στατιστικές του έρευνες των οικονομιών της Αγγλίας και της Ιρλανδίας τον είχαν πείσει ότι το χρηματικό απόθεμα ήταν μόνο ένα μικρό μέρος των ετήσιων δαπανών, πράγμα το οποίο σήμαινε ότι η ταχύτητα της κυκλοφορίας του χρήματος θα έπρεπε να είναι μεγαλύτερη από τη μονάδα προκειμένου το υπάρχον χρήμα να μπορεί να ικανοποιεί τις ανάγκες του εμπορίου.

Στον αντίποδα της ποσοτικής θεωρίας του Hume συναντάμε επίσης την ίδια εποχή με αυτόν τον James Steuart. Ο Steuart θα υποστηρίξει σε αντίθεση με τον Hume ότι το ύψος των τιμών των εμπορευμάτων εξαρτάται από αιτίες διαφορετικές από την ποσότητα του χρήματος που βρίσκεται στη χώρα: «...σε οποιαδήποτε αναλογία και αν αυξηθούν ή μειωθούν τα κέρματα μιας χώρας, οι τιμές θα εξακολουθήσουν να ανεβαίνουν και να κατεβαίνουν, ανάλογα με τις αρχές της ζήτησης και του ανταγωνισμού οι οποίες θα εξαρτώνται σταθερά από τις τάσεις εκείνων που έχουν να δώσουν περιουσιακά στοιχεία ή οποιοδήποτε άλλο ισοδύναμο, ποτέ όμως από την ποσότητα των κερμάτων που κατέχουν» [22]. Κατά τον Steuart ο όγκος της εμπορευματικής κυκλοφορίας και οι τιμές των εμπορευμάτων είναι αυτές που καθορίζουν την ποσότητα του κυκλοφορούντος χρήματος. Από τη συνολική ποσότητα χρήματος μιας χώρας, ένα μέρος μόνο εισέρχεται στην κυκλοφορία. Η πλεονάζουσα ποσότητα αποθησαυρίζεται ως χρηματικό απόθεμα, είτε μετατρέπεται σε αντικείμενα πολυτελείας. Οι ιδέες του Steuart θα επεκταθούν κατά τον 19ο αιώνα από τον Tooke και αργότερα θα αποτελέσουν πρώτη ύλη για την ανάπτυξη της θεωρίας του Marx [23]. Πάντως οι όροι για μία διαμάχη που συνεχίζεται έως και σήμερα έχουν τεθεί.


3. Η Ποσοτική θεωρία του χρήματος στους Κλασικούς οικονομολόγους


Για τους Κλασικούς οικονομολόγους του 19ου αιώνα το χρήμα αποτελούσε μέσο ανταλλαγής και μέτρο της αξίας [24]. Ήταν επομένως φυσική συνέπεια οι Κλασικοί να θεωρούν ότι το χρήμα δεν επηρεάζει την λειτουργία των νόμων της αξίας (Laidler, 1991).

Ωστόσο, παρά το γεγονός ότι η οικονομία προσεγγιζόταν στη βάση των υλικών ροών και δεν δινόταν συστατικό βάρος στο ρόλο του χρήματος, τα κόστη που προέκυπταν από την ανάγκη ύπαρξης του χρήματος ως μέσου «βοηθητικού» των συναλλαγών, ή λόγω της ανυπαρξίας μίας κοινής μονάδας μέτρησης διεθνώς θεωρούνταν σημαντικά προβλήματα στην ανάπτυξη του εμπορίου. Σε αυτές τις συνθήκες ένα λειτουργικό νομισματικό σύστημα θεωρείτο προϋπόθεση της οικονομικής ανάπτυξης και της αποτελεσματικής λειτουργίας της πραγματικής οικονομίας [25]. Από την άλλη οι διακυμάνσεις των τιμών δημιουργούσαν προβλήματα στην αποτελεσματική λειτουργία του χρήματος ως μέτρου αξίας, ενώ οι αλλαγές στο γενικό επίπεδο των τιμών, που συνδεόταν κατά κανόνα με έντονες οικονομικές και κοινωνικές κρίσεις, δημιουργούσαν προβλήματα στη λειτουργία του χρήματος ως μέσου ανταλλαγής. Συνεπώς η κατανόηση των αλληλεπιδράσεων μεταξύ του χρήματος και του γενικού επιπέδου τιμών αναδεικνύεται σε κεντρικό επιστημονικό πρόβλημα.

Η φύση της αλληλεπίδρασης χρήματος-επιπέδου τιμών είχε από καιρό κατανοηθεί ότι έχει να κάνει με την δομή και την φύση των χρηματοπιστωτικών θεσμών. Ήδη από τον 18ο και 19ο αιώνα υπήρχαν πολλά παραδείγματα όπου η μη μετατρεψιμότητα χάρτινου χρήματος και οι μεταβολές στην ποσότητα του χρηματικού αποθέματος προκαλούσαν μεταβολές στο επίπεδο των τιμών. Παρά ταύτα η μη μετατρεψιμότητα του χάρτινου χρήματος θεωρούταν ως ένα «μη φυσιολογικό» φαινόμενο συνδεμένο κατά κύριο λόγο με τα οικονομικά του πολέμου.

Η πρώτη κλασική κριτική στην Ποσοτική θεωρία εκφράστηκε από τον Adam Smith. Ο Smith υποστήριξε ότι η ποσότητα του κυκλοφορούντος χρήματος ορίζεται από τα έμφυτα χαρακτηριστικά της οικονομικής δραστηριότητας ενδογενώς και η ποσότητα του χρήματος δεν μπορεί να μεταβληθεί ακόμη και αν αντικατασταθεί το μεταλλικό χρήμα με χάρτινο [26].

Σε γενικές γραμμές, οι Κλασικοί θεωρούσαν ότι τα τραπεζογραμμάτια θα έπρεπε πάντα να ανταποκρίνονται σε μία με νόμο ορισμένη ποσότητα πολύτιμων μετάλλων στα θησαυροφυλάκια των τραπεζών. Η αξία του χρήματος ήταν σε τελική ανάλυση η αξία των πολύτιμων μετάλλων η οποία ερμηνευόταν σαν μία ειδική περίπτωση του γενικού νόμου της αξίας. Με τα λόγια του Mill (1871) «η αξία του χρήματος προσδιορίζεται άμεσα από την προσφορά και την ζήτηση και μακροχρόνια από το μέσο κόστος της παραγωγής».

Σε αυτό το πλαίσιο οι Κλασικοί αποδεχόντουσαν ότι το κόστος παραγωγή και συνεπώς η ισορροπία του γενικού επιπέδου τιμών θα άλλαζε κατά κύριο λόγο στην περίπτωση ανακάλυψης νέων κοιτασμάτων χρυσού και ασημιού. Έτσι ήδη από το 1821 υπήρχε συμφωνία μεταξύ των οικονομολόγων ότι μακροχρόνια το επίπεδο των τιμών, που προσδιοριζόταν από την μετατρεψιμότητα των νομισμάτων σε χρυσό, εξαρτάται από το κόστος παραγωγής των πολύτιμων μετάλλων.

Σε αντίστοιχο κλίμα κινούταν και ο Ricardo ο οποίος ακολουθώντας την εργασιακή θεωρία της αξίας που είχε αναπτύξει υποστήριξε ότι η αξία του χρήματος μακροχρόνια ισούται με το κόστος παραγωγής του (ή καλύτερα με την αξία, ως την ποσότητα εργασίας που απαιτείται για την παραγωγή του). Ο Ricardo, όσο και ο Mill δέχτηκαν απρόθυμα την Ποσοτική θεωρία προκειμένου να αντιμετωπίσουν βραχυχρόνια ζητήματα. [27] Έχει υποστηριχτεί ότι παρά το γεγονός ότι ο Ricardo χρησιμοποιούσε και τις δύο θεωρίες (την εργασιακή θεωρία της αξίας και την ποσοτική θεωρία) ως συμπληρωματικές, δεν έλυσε την ένταση μεταξύ τους, έργο το οποίο άφησε για στους μεταγενέστερους οικονομολόγους [28].

Η ταυτόχρονη ωστόσο χρησιμοποίηση από τους Κλασικούς δύο θεωριών, της θεωρίας της αξίας ως ποσότητας δαπανώμενης εργασίας και της ποσοτικής θεωρίας του χρήματος δημιουργεί μια ισχυρή ασυνέπεια στο κλασικό παράδειγμα [29].

Ας υποθέσουμε ότι βρισκόμαστε σε μία εμπράγματη οικονομία (δηλαδή μία οικονομία στην οποία δεν υπάρχει χρήμα και τα αγαθά ανταλλάσσονται το ένα με το άλλο απευθείας). Οι σχέσεις ανταλλαγής που θα διαμορφώνονταν μεταξύ των εμπορευμάτων είναι οι σχετικές τιμές των εμπορευμάτων. Αν υποθέσουμε ακόμη ότι βρισκόμαστε σε μία πλήρως ανταγωνιστική οικονομία (δηλαδή μία οικονομία με πλήρη ευκαμψία στις τιμές), τότε για κάθε αγαθό μέσω του νόμου της προσφοράς και της ζήτησης θα διαμορφωθεί και μία τιμή ισορροπίας στην οποία η συνολική προσφορά του αγαθού θα ισούται με την συνολική ζήτησή του. Εφόσον για να ζητήσει (να «αγοράσει») κάποιος μια ποσότητα ενός εμπορεύματος πρέπει να προσφέρει (να «πουλήσει») μια ίσης αξίας ποσότητα από το εμπόρευμα το οποίο κατέχει (εμπράγματη οικονομία χωρίς χρήμα) δεν είναι δυνατόν να παρατηρούνται μακροχρόνια υπερβάλλουσα προσφορά ή ζήτηση. Η παραπάνω συλλογιστική αποδίδεται συνοπτικά από τους οικονομολόγους ως νόμος του Say.

Περνώντας τώρα από την εμπράγματη σε μία εγχρήματη οικονομία, πάντα ακολουθώντας του Κλασικούς, δεν αλλάζουν πολλά πράγματα. Η διαφορά σε αυτή την περίπτωση είναι ότι οι τιμές των αγαθών δεν θα εκφράζονται σε σχετικές τιμές αλλά σε χρηματικές μονάδες δηλαδή θα είναι απόλυτες τιμές ή χρηματικές τιμές, οι οποίες βέβαια θα αποτυπώνουν πιστά τις σχέσεις ανταλλαγής των αγαθών, δηλαδή τις σχετικές τιμές τους. Κατά συνέπεια η παρουσία του χρήματος στο οικονομικό κύκλωμα είναι ουδέτερη.

Εδώ έγκειται και η ασυνέπεια του παραδείγματος. Βάσει της θεωρίας της αξίας η προσφορά και η ζήτηση των αγαθών εξαρτώνται από τις σχετικές τιμές τους. Στην περίπτωση της εγχρήματης οικονομίας η συνολική προσφορά των αγαθών δημιουργεί ζήτηση για χρήμα, ενώ η συνολική ζήτηση αγαθών δημιουργεί αντίστοιχα προσφορά για χρήμα. Και επειδή η συνολική προσφορά ισούται με την συνολική ζήτηση έπεται ότι και η συνολική ζήτηση χρήματος ισούται με την συνολική προσφορά χρήματος. Συνεπώς η προσφορά και η ζήτηση χρήματος εξαρτάται μόνο από τις σχετικές τιμές των αγαθών και όχι από τις απόλυτες τιμές. Αυτό όμως αντιβαίνει ρητά με την Ποσοτική θεωρία η οποία μας παρέχει μία συνάρτηση ζήτησης χρήματος βάση της οποίας η ζήτηση χρήματος εξαρτάται από το απόλυτο ύψος των τιμών [30].

Ωστόσο φαίνεται ότι για τους κλασικούς οικονομολόγους η κυρίαρχη θεωρία σε σχέση με το χρήμα είναι ότι μακροχρόνια η αξία του προσδιορίζεται από το κόστος παραγωγής και όχι από την ποσότητά του. Η Ποσοτική θεωρία σε αυτό το πλαίσιο έπαιζε περισσότερο έναν συμπληρωματικό ρόλο.

Υπήρχαν ωστόσο διαφωνίες σε σχέση με ζητήματα που σχετίζονταν με βραχυχρόνια φαινόμενα. Η βασική θέση της Ποσοτικής θεωρίας ήταν ότι στην περίπτωση των συναλλαγματικών διαθεσίμων οι αλλαγές στο χρηματικό απόθεμα παίζουν έναν ενεργό ρόλο βραχυχρόνια, μετατοπίζοντας το σημείο ισορροπίας του επιπέδου τιμών. Οι ανακαλύψεις χρυσού στην Καλιφόρνια και την Βικτόρια έδωσαν και εμπειρικά στοιχεία για το πώς πραγματοποιείται αυτή η μετατόπιση τόσο βραχυχρόνια όσο και μακροχρόνια. Τα νέα κοιτάσματα χρυσού οδήγησαν σε μείωση του κόστους παραγωγής την οποία ακολούθησε μια άνοδος των τιμών στα περισσότερα αγαθά πρώτης ανάγκης. Ως παράγοντας που ευθύνεται για αυτό θεωρήθηκε το «χαμηλό» χρηματικό απόθεμα της Μεγάλης Βρετανίας.

Στην ιστορική περίοδο που μεσουρανεί η Κλασική Σχολή, η Ποσοτική θεωρία γίνεται αντικείμενο συζήτησης στο πλαίσιο δύο διαμαχών που έλαβαν χώρα γύρω από ζητήματα νομισματικής και οικονομικής πολιτικής: της Διαμάχης σχετικά με τον Χρυσό (Bullion Controversy) κατά τις δύο πρώτες δεκαετίες του 19ου αιώνα αμέσως μετά το τέλος των Ναπολεόντειων πολέμων και της Διαμάχης σχετικά με την Κυκλοφορία και τις Τράπεζες (Currency or Banking Controversy), που είναι γνωστή και ως διαμάχη της Τραπεζικής με την Νομισματική Σχολή, στα μέσα του ίδιου αιώνα (βλ. αναλυτικά για τα ζητήματα αυτά Λαπαβίτσας 1996).

Η διαμάχη σχετικά με τον χρυσό ξεπήδησε από τα γεγονότα που ακολούθησαν την αλλαγή της οικονομικής πολιτικής στα 1797. Εκείνη την χρονιά κάτω από την πίεση των Ναπολεόντειων πολέμων η Βρετανία εγκατέλειψε τον κανόνα του χρυσού εις όφελος ενός κανόνα μη μετατρέψιμου χάρτινου χρήματος. Ακολούθησε μία σημαντική εκροή χρυσού νομίσματος στο εξωτερικό που φάνηκε προς στιγμή να εξαντλεί τα αποθέματα χρυσού της Τράπεζας της Αγγλίας. Αυτό με τη σειρά του οδήγησε στην κατάργηση των πληρωμών σε μεταλλικό νόμισμα. Η Τράπεζα απαλλάχτηκε από την υποχρέωση να ανταλλάσσει χρυσό για νόμισμα σε μία δεδομένη τιμή και τα τραπεζικά ομόλογα δεν ήταν πλέον αυτόματα μετατρέψιμα σε χρυσό. Η απαγόρευση των πληρωμών σε νόμισμα οδήγησε σε μία αύξηση της τιμής του χρυσού σε ράβδους (bullion), του ξένου συναλλάγματος και των εμπορευμάτων σε όρους χάρτινου χρήματος. Σε αυτό το σημείο ξεσπά η διαμάχη η οποία επικεντρώθηκε σε δύο θέματα: α) στο αν η λίρα είχε στην πραγματικότητα υποτιμηθεί και β) αν υπήρχε πληθωρισμός στην Βρετανία και που οφείλονταν.

Οι «μεταλλιστές» (bullionists) με επικεφαλής τον David Ricardo υποστήριξαν ότι το νόμισμα είχε υποτιμηθεί και υπήρχε πληθωρισμός και ότι η αιτία ήταν η υπερβολική έκδοση χαρτονομισμάτων από την Τράπεζα της Αγγλίας. Με λίγα λόγια η υποτίμηση της χάρτινης λίρας αποδιδόταν αποκλειστικά στην πλεονάζουσα ποσότητα του χρήματος. Όπως και οι σημερινοί μονεταριστές εντόπισαν την πηγή του πληθωρισμού στην επεκτατική νομισματική πολιτική της κεντρικής τράπεζας [31]. Υποστήριξαν ότι η Τράπεζα ήταν υπεύθυνη για την εκροή χρυσού. Σύμφωνα με την άποψή τους η πλεονάζουσα ποσότητα των χαρτονομισμάτων, αυξάνοντας της εγχώριες τιμές σε σχέση με τις τιμές στο εξωτερικό οδήγησε σε ένα αρνητικό εμπορικό ισοζύγιο που οδηγούσε στην εκροή χρυσού από την χώρα. Σαν απάντηση πρότειναν την μείωση της ποσότητας του χρήματος.

Από την άλλη οι αντίπαλοι των μεταλλιστών διατύπωσαν μία σκληρή κριτική στην ποσοτική θεωρία. Υποστήριξαν ότι η άνοδος των τιμών οφειλόταν στο αρνητικό ισοζύγιο πληρωμών, ως αποτέλεσμα των στρατιωτικών επιχειρήσεων στο εξωτερικό. Αμφισβήτησαν το γεγονός ότι η υπερέκδοση χαρτονομισμάτων είχε σαν αποτέλεσμα την εκροή χρυσού στο εξωτερικό καθώς και το ότι ο περιορισμός στην έκδοση χαρτονομισμάτων θα απέτρεπε την κρίση. Υποστήριξαν ότι η μείωση των εισαγωγών και η περικοπή των στρατιωτικών δαπανών ήταν οι απαραίτητες συνθήκες για την επανασταθεροποίηση του της συναλλαγματικής ισοτιμίας και την επιστροφή στον κανόνα χρυσού. Τα επιχειρήματά τους στόχευαν στην ουσία της ποσοτικής θεωρίας, αφού υποστήριζαν ότι οι οικονομικές κρίσεις προκύπτουν από μη νομισματικές αιτίες, συνεπώς χρειάζονται μη νομισματικές θεραπείες [32].

Η δεύτερη μεγάλη διαμάχη ήταν αυτή μεταξύ της Νομισματικής και της Τραπεζικής σχολής κατά τα 30 περίπου χρόνια που ακολούθησαν την επιστροφή της Βρετανίας στον κανόνα του χρυσού, και σχετιζόταν με ζητήματα ρύθμισης της έκδοσης του χάρτινου νομίσματος. Οι κύριοι στόχοι της οικονομικής πολιτικής εκείνη την περίοδο ήταν η διατήρηση δεδομένων συναλλαγματικών ισοτιμιών και η άμεση μετατρεψιμότητα σε χρυσό της αγγλικής λίρας.

Από τα τέλη του 18ου αιώνα η ανάπτυξη του τραπεζικού συστήματος προκάλεσε προβλήματα στους θεωρητικούς της Ποσοτικής θεωρίας του χρήματος και οι διαφωνίες για την πολιτική που θα έπρεπε να ακολουθηθεί σε σχέση με το τραπεζικό σύστημα βρήκαν έντονη έκφραση στην διαμάχη μεταξύ της Νομισματικής Σχολής (Currency School) και της Τραπεζικής Σχολής (Banking School), η οποία δίχασε τους οικονομολόγους της Βικτοριανής Αγγλίας από το 1821 έως το 1848 και οδήγησε στην ριζική μεταρρύθμιση του τραπεζικού συστήματος της Μεγάλης Βρετανίας. Η διαμάχη απασχόλησε έντονα τη βρετανική κυβέρνηση ενώ η πολιτική της Τράπεζας της Αγγλίας βρέθηκε για μεγάλο χρονικό διάστημα στο επίκεντρο της προσοχής όχι μόνο της αγγλικής κοινής γνώμης αλλά και εκείνης της ηπειρωτικής Ευρώπης και των Ηνωμένων Πολιτειών, χώρες στις οποίες είχαν αναπτυχθεί παρόμοιοι προβληματισμοί σε σχέση με τον ρόλο του τραπεζικού συστήματος και την οικονομική ανάπτυξη [33].

Η οικονομική κρίση του 1825 ήταν το πρώτο παράδειγμα μίας σειράς κρίσεων σε καιρό ειρήνης που συνέβαιναν με συχνότητα περίπου δέκα με έντεκα χρόνια για το υπόλοιπο του αιώνα. Αυτές οι κρίσεις ήταν στενά συνδεμένες με έντονες διακυμάνσεις τόσο στα επίπεδα των τιμών όσο και στην πραγματική οικονομική δραστηριότητα [34].

Πριν το 1844 η Τράπεζα της Αγγλίας δεν ήταν υποχρεωμένη να κρατά ένα σταθερό ποσοστό μεταλλικού χρήματος σε σχέση με τα εκδιδόμενα χαρτονομίσματα και οι τράπεζες της Σκοτίας και εκείνες εκτός Λονδίνου μπορούσαν να εκδίδουν ελεύθερα χάρτινο χρήμα με μόνο περιορισμό την προθυμία του κοινού να τα κρατά στην κυκλοφορία. Σύμφωνα με την Νομισματική σχολή αυτό που έδωσε ώθηση στην κρίση ήταν η αλόγιστη έκδοση χαρτονομισμάτων, η οποία οδήγησε σε εκροή μεταλλικού νομίσματος στο εξωτερικό εξαιτίας της τάσης του χάρτινου νομίσματος να σύρει εκτός κυκλοφορίας το μεταλλικό [35]. Από την άλλη πλευρά η Τραπεζική σχολή αντιμετώπιζε την ποσότητα του χρήματος ως ένα βραχυχρόνια παθητικό παράγοντα και απέδιδε την εκροή μεταλλικού νομίσματος σε εξωγενείς παράγοντες όπως η κακή σοδειά και ο πανικός που δημιουργήθηκε από να ανεπαρκή αποθέματα μεταλλικού νομίσματος.

Τα μέλη της Νομισματικής σχολής ακολουθώντας την παράδοση των «μεταλλιστών» της προηγούμενης περιόδου υποστήριξαν ότι η διατήρηση του κανόνα του χρυσού θα μπορούσε να επιτευχθεί μόνο αν το χάρτινο χρήμα ελεγχόταν με τέτοιο τρόπο ώστε να συμπεριφέρεται ακριβώς όπως το μεταλλικό χρήμα. Δηλαδή η έξοδος από την κρίση βάσει των προτάσεων της Νομισματικής Σχολής ήταν να καταργηθεί το δικαίωμα των τραπεζών της επαρχίας και της Σκοτίας να εκδίδουν χαρτονόμισμα καθώς και να απαιτηθεί από την Τράπεζα της Αγγλίας να κρατά μεταλλικά αποθέματα σε αναλογία 100% με το χαρτονόμισμα που θα εκδιδόταν πάνω από μία δεδομένη ποσότητα. Κάθε κρίση που θα συνοδευόταν ή θα προερχόταν από την υπερβολική ποσότητα χρήματος θα μπορούσε να ελέγχεται λόγω του ότι η μετατρεψιμότητα του χάρτινου χρήματος θα ήταν εγγυημένη.

Από την άλλη οι υπέρμαχοι της Τραπεζικής Σχολής με επικεφαλείς τους Thomas Tooke, John Fullarton και James Wilson αμφισβήτησαν στο σύνολό της την Ποσοτική θεωρία. Αρνήθηκαν ότι η νομισματική επέκταση μπορεί να προκαλέσει το οποιοδήποτε αποτέλεσμα στο γενικό επίπεδο των τιμών, αφού η προσφερόμενη ποσότητα του χρήματος προσδιορίζεται από τις ανάγκες του εμπορίου, συνεπώς από την ζήτηση χρήματος. Υποστηρίξανε ότι η υπερβάλλουσα έκδοση χρήματος δεν είναι δυνατή. Εάν το κοινό βρεθεί με παραπάνω χρήματα απ' ό,τι χρειάζεται τότε θα χρησιμοποιήσει τα χρήματα αυτά για να αποπληρώσει τις συναλλαγματικές, επομένως (με την υπόθεση ότι έχουμε να κάνουμε με πραγματικές συναλλαγματικές –real bills), τα χρήματα θα επιστραφούν αμέσως στις τράπεζες τράπεζα. Σε κάθε περίπτωση η προσφορά χρήματος θα ισούται με την ζήτηση.

Με αυτό το επιχείρημα η Τραπεζική Σχολή αμφισβητεί και την ορθότητα του μηχανισμού μεταβίβασης της ποσοτικής θεωρίας. Από την στιγμή που πάντα η προσφορά χρήματος ισούται με τη ζήτηση τότε δεν είναι δυνατόν η άνοδος των τιμών να προέλθει από την αγορά αγαθών εκ μέρων των ατόμων με πλεονάζοντα ρευστά διαθέσιμα [36]. Έτσι η Τραπεζική Σχολή ανέπτυξε μία δική της θεωρία για το επίπεδο των τιμών. Σύμφωνα με τον Tooke το γενικό επίπεδο των τιμών εξαρτάται από τις εισροές (μισθοί, ενοίκια κ.λπ.) και όχι από την ποσότητα του χρήματος. Αυτή είναι και μία πρώιμη εκδοχή της προσέγγισης εισοδήματος-δαπάνης στη νομισματική θεωρία, η οποία αναπτύχθηκε στη συνέχεια από τον Keynes. Η Τραπεζική Σχολή αντιτάχτηκε επίσης στην ιδέα της Ποσοτικής θεωρίας την οποία ασπαζόταν η Νομισματική Σχολή ότι η ποσότητα του χρήματος είναι εξωγενής παράγοντας. Και αυτό προκύπτει άμεσα από τη θεώρηση ότι είναι τελικά η ζήτηση του χρήματος που προσδιορίζει την προσφορά του. Συμπερασματικά μπορούμε να επισημάνουμε ότι η Τραπεζική Σχολή ανατρέπει την Ποσοτική θεωρία καθώς εμμένει στην άποψη ότι το βέλος της αιτιότητας που συνδέει τις τιμές με την ποσότητα του κυκλοφορούντος χρήματος τρέχει με την αντίθετη φορά από ό,τι στην Ποσοτική θεωρία: από το Ρ (ανεξάρτητη μεταβλητή, ρυθμιζόμενη από τις εισροές της παραγωγικής διαδικασίας) στο Μ (εξαρτημένη μεταβλητή).

Η Τραπεζική Σχολή δεν κατάφερε πάντως να εκτοπίσει την Ποσοτική θεωρία από το βάθρο της οικονομικής ορθοδοξίας. Το ίδιο ίσχυε και για τους επικριτές της που πρόβαλλαν την ύπαρξη «εσωτερικής αξίας» του χρηματικού εμπορεύματος (των πολύτιμων μετάλλων). Στα 1870 μάλιστα ο Alfred Marshall επεξεργάστηκε ένα πλαίσιο το οποίο συνυπολόγιζε το γεγονός ότι το κόστος παραγωγής των πολύτιμων μετάλλων σχετίζεται περισσότερο με τη ροή του παραγόμενου μετάλλου, παρά με το μέγεθος του ήδη υπάρχοντος αποθέματος, ότι το εν λόγο απόθεμα ήταν μεγάλο σε σύγκριση με αυτή την ροή, και ότι στη ζήτηση για αυτό το απόθεμα κυριαρχεί η ζήτηση για νομισματική χρήση. Βάζοντας λοιπόν τη ζήτηση χρήματος σε πρώτη προτεραιότητα της ανάλυσής του, ο Marshall επιτυγχάνει να «τοποθετήσει την ποσοτική θεωρία σε μία θέση που δεν είχε ποτέ μπει στο παρελθόν» [37] αναδεικνύοντάς την σε αναλυτικό εργαλείο το οποίο στέκεται αυτόνομα και όχι συμπληρωματικά σε σχέση με άλλες θεωρίες. Η Ποσοτική θεωρία αναδεικνύεται έτσι σε ακρογωνιαίο λίθο της «οικονομικής ορθοδοξίας», με την φορά του βέλους της αιτιότητας να τρέχει από την ποσότητα του χρήματος στις τιμές και όχι το αντίστροφο.


4. Η Ποσοτική θεωρία του χρήματος μετά τους Κλασικούς.

Fisher, η Σχολή του Cambridge


Οι βασικές θέσεις του Fisher


Η πρώτη διατύπωση της Ποσοτικής θεωρίας του χρήματος στη σύγχρονη μορφή της θα γίνει από τον Fisher το 1911 με το βιβλίο του The Purchasing Power of Money. Η προσφορά του Fisher στην προκείμενη περίπτωση είναι ότι διατύπωσε την Ποσοτική θεωρία με έναν τρόπο υποκείμενο σε εμπειρικές μετρήσεις και επιβεβαίωση, καθώς και ότι κατάφερε να διατυπώσει καθαρά απόψεις που υπήρχαν διάχυτες στα γραπτά πολλών Κλασικών, αλλά δεν είχαν βρει μια συνεπή έκφραση.

Σαν σημείο εκκίνησης για την ανάλυσή του ο Fisher παίρνει μία αλγεβρική φόρμα γνωστή και ως «ισότητα της ανταλλαγής» (είναι η γνωστή μας σχέση MV=PT). Η σχέση αυτή δεν διατυπώθηκε για πρώτη φορά από τον Fisher και ο ίδιος μνημονεύει τους Simon Newcomb (1885) και Edgeworth (1887) [38] παρά το γεγονός ότι οι Joseph Lang, Karl Rau, John Lubbock και E. Levasseur την είχαν διατυπώσει νωρίτερα [39]. Ο Fisher θα υποστηρίξει ότι η εξίσωση δεν παρέχει καμία σχέση αιτιότητας και θα την αντιμετωπίσει όχι σαν θεωρία αλλά σαν μία πραγματικότητα (ταυτότητα) η οποία παρέχει τις δυνατότητες να αναδειχτεί η Ποσοτική θεωρία του χρήματος [40].

Σαν πρώτο βήμα ο Fisher θα διακρίνει μεταξύ κυκλοφορούντων μετρητών (cash in circulation) και καταθέσεων. Το πρώτο μέγεθος αναφέρεται στα νομίσματα και στα χαρτονομίσματα, ενώ το δεύτερο στις τραπεζικές καταθέσεις. Έχοντας αποδείξει ότι οι καταθέσεις --και όχι οι επιταγές που βγαίνουν έναντι των καταθέσεων-- είναι αυτό που κυκλοφορεί θα διατυπώσει την εξίσωση της ανταλλαγής ως εξής:

MV + M'V' = ΣpQ = PT όπου,

Μ: χρήμα (χαρτονομίσματα και νομίσματα),

Μ΄: οι καταθέσεις,

V: οι ταχύτητα κυκλοφορίας του χρήματος,

p: η χρηματική τιμή του εν λόγω εμπορεύματος,

Q: η ποσότητά του εν λόγω εμπορεύματος,

P: το γενικό επίπεδο τιμών,

T: ο αριθμός των συναλλαγών.

Η Ποσοτική θεωρία συνεπώς διατυπώνεται σαν μία πρόταση αιτιακών σχέσεων μεταξύ των προκείμενων της ισότητας. Έτσι η αγοραστική δύναμη του χρήματος για τον Fisher εξαρτάται αποκλειστικά σε πέντε συγκεκριμένους παράγοντες: α) την ποσότητα του κυκλοφορούντος χρήματος, β) την ταχύτητα κυκλοφορίας του, γ) το μέγεθος των τραπεζικών καταθέσεων έναντι των οποίων μπορούν να εκδοθούν επιταγές, δ) την ταχύτητα κυκλοφορίας τους και ε) το μέγεθος του εμπορίου [41] με τη συμπεριφορά του γενικού επιπέδου τιμών να είναι το αποτέλεσμα και όχι η αιτία.

Η παραπάνω σχέση παύει να είναι ταυτολογία με το επιχείρημα του Fisher ότι παρά το γεγονός ότι η ταχύτητα κυκλοφορίας και ο αριθμός των συναλλαγών αλλάζουν στο βάθος του χρόνου, οι διακυμάνσεις τους είναι αυτόνομες από τη μεταβολή της ποσότητας του κυκλοφορούντος χρήματος και των καταθέσεων. Συνεπώς η ποσότητα του χρήματος δεν θεωρείται ότι επηρεάζει ούτε την ταχύτητα κυκλοφορίας ούτε το πλήθος των συναλλαγών και αυτό επιτρέπει στον Fisher να τις θεωρήσει σταθερές, καθιστώντας τις τιμές τη μόνη μεταβλητή που εξαρτάται από την ποσότητα χρήματος. [42].

Για την υποστήριξη του επιχειρήματός του ο Fisher θα πραγματοποιήσει και την πρώτη εμπειρική έρευνα σε σχέση με τη συμπεριφορά των ρευστών διαθεσίμων ατόμων, σε φοιτητές του Yale. Με βάση τα ευρήματά του υποστήριξε ότι η ταχύτητα κυκλοφορίας του χρήματος αυξάνει με την αύξηση της κατανάλωσης και βρίσκεται σε αναλογική σχέση με το μέγεθος της οικονομίας [43].

Το κύριο ζητούμενο για τον Fisher ήταν να αποδείξει ότι το βέλος της αιτιότητας τρέχει από το Μ στο Ρ και όχι το αντίστροφο. Αυτό προσπάθησε να το κάνει με δύο τρόπους [44]. Πρώτον αρνήθηκε ότι η αιτιότητα, κάτω από τον κανόνα του χρυσού, θα μπορούσε να τρέχει από τις τιμές στην ποσότητα του χρήματος. Υπέθεσε ότι οι τιμές μέσα σε ένα βράδυ διπλασιάζονται και ότι οι άλλες προκείμενες της εξίσωσης παραμένουν αρχικά σταθερές. Στην περίπτωση αυτή αντί η αύξηση των τιμών να οδηγήσει σε αύξηση του χρηματικού αποθέματος, σε μία ανοιχτή οικονομία, το αποτέλεσμα θα ήταν η μείωση αυτού του αποθέματος. Το χρηματικό απόθεμα θα μειώνονταν όσο οι τιμές θα αυξάνονταν, με αποτέλεσμα την κατακόρυφη άνοδο των τιμών των εγχώριων προϊόντων σε σχέση με τα διεθνή, πράγμα που θα οδηγούσε σε αρνητικό εμπορικό ισοζύγιο με αποτέλεσμα την εκροή νομισματικού χρυσού στο εξωτερικό. Το δια ταύτα είναι ότι η αρχική άνοδος των τιμών δεν θα προκαλούσε και αύξηση του χρηματικού αποθέματος, όπως θα γινόταν αν ίσχυε η αντιμεταθετική ιδιότητα στην εξίσωση. Ούτε θα μπορούσαν οι τιμές να αυξηθούν εξαιτίας της διακύμανσης κάποιων άλλων προκείμενων της εξίσωσης. Η ανεξαρτησία των προκείμενων αυτών (ταχύτητα κυκλοφορίας και μέγεθος συναλλαγών) σε σχέση με το γενικό επίπεδο των τιμών αποκλείει αυτήν την πιθανότητα. Με λίγα λόγια το επίπεδο των τιμών είναι ένα απολύτως παθητικό στοιχείο στην εξίσωση (Fisher [1911] 1963, σ. 172).

Από την άλλη θα επιχειρήσει να δείξει τη σχέση αιτιότητας από το Μ στο Ρ επιχειρηματολογώντας ότι καμία από τις προκείμενες στην εξίσωση της ανταλλαγής δεν μπορεί να απορροφήσει μόνιμα τις συνέπειες μιας αλλαγής στο χρηματικό απόθεμα, συνεπώς να εμποδίσει και τη διακύμανση των τιμών: Με αμετάβλητες την ταχύτητα κυκλοφορίας και το μέγεθος των συναλλαγών η μόνη σχέση που παραμένει είναι αυτή μεταξύ της ποσότητας του χρήματος και του επιπέδου των τιμών.

Όσον αφορά τώρα την κυρίαρχη άποψη των Κλασικών ότι το κόστος παραγωγής των πολύτιμών μετάλλων είναι αυτό που διαμορφώνει την αξία του χρήματος, ο Fisher υποστήριξε ότι και αυτό μπορεί να διασφαλιστεί μέσω του μηχανισμού της Ποσοτικής θεωρίας. Περίγραψε τον χρυσό σαν να έχει δύο χρήσεις, μία νομισματική και μία μη νομισματική, και τις δυνάμεις της αγοράς να εξισώνουν την αξία του σε αυτές τις δύο χρήσεις. Δεδομένης της αξίας του χρυσού, τα μεταλλεία των οποίων το κόστος παραγωγής βρίσκεται χαμηλότερα από αυτή θα συνεχίζουν να παράγουν αυξάνοντας το απόθεμα χρυσού, αλλά μόνο στο βαθμό που η παραγωγή τους εντάσσεται στο νομισματικό σύστημα θα επηρεαστεί η αγοραστική δύναμη του χρήματος. Το επιχείρημα είναι ότι το κόστος παραγωγής του χρυσού δεν επηρεάζει την αξία του χρήματος παρά μόνο μέσω της έμμεσης επίδρασης στην ποσότητα του κυκλοφορούντος χρήματος.

Αφού θεώρησε ότι έδειξε την αιτιακή σχέση που συνδέει την ποσότητα του κυκλοφορούντος χρήματος με το γενικό επίπεδο των τιμών, το επόμενο πράγμα που έπρεπε να κάνει ο Fisher ήταν να δείξει και τον μηχανισμό μέσω του οποίου αυτό γίνεται.

Σύμφωνα με το σχήμα του η αύξηση του χρηματικού αποθέματος θα μεταδώσει τις συνέπειές της στις τιμές μέσω ενός μηχανισμού εξισορρόπησης των ρευστών διαθεσίμων. Αν υποθέσουμε ότι το χρηματικό απόθεμα διπλασιάζεται από Μ σε 2Μ, το επίπεδο τιμών αρχικά θα παραμείνει σταθερό. Με δεδομένο το ύψος των τιμών και το μέγεθος των συναλλαγών η πραγματική ταχύτητα κυκλοφορίας θα είναι V*=PT/2M δηλαδή πέφτει στο μισό αυτού που επιθυμούν οι κάτοχοι του (PT/M). Δηλαδή ο κάθε ένας θα βρεθεί με περισσότερα ρευστά διαθέσιμα από αυτά που επιθυμεί. Στην προσπάθεια να αποκατασταθεί η πραγματική ταχύτητα στο επιθυμητό επίπεδο οι κάτοχοι ρευστών θα αυξήσουν την κατανάλωση. Η αυξημένη κατανάλωση θα ασκήσει πίεση στις τιμές (αφού το εμπόριο βρίσκεται σε πλήρη ανάπτυξη και δεν μπορεί άμεσα να αυξηθεί περισσότερο). Οι τιμές θα συνεχίσουν να αυξάνουν έως ότου οι πραγματικές και επιθυμητές ταχύτητες εξισωθούν (V*=2PT/2M=PT/M).

Παραμένοντας στην κλασική παράδοση, και διατηρώντας τη διάκριση σχετικών τιμών / απόλυτων τιμών ο Fisher θα αρνηθεί ότι μόνο οι «πραγματικοί» παράγοντες μπορούν να αλλάζουν το επίπεδο των τιμών σε μία σταθεροποιημένη οικονομία πλήρους απασχόλησης. Επέμεινε στο ότι οι αλλαγές στο γενικό επίπεδο των τιμών δεν μπορούν να προκληθούν από πιέσεις από τα συνδικάτα, τα μονοπώλια, την έλλειψη εμπορευμάτων κ.λπ. Αυτές οι παράμετροι, υποστήριζε, μεταβάλλουν τις σχετικές και όχι τις απόλυτες τιμές [45].

Μια λίγο διαφορετική ανάγνωση των θέσεων του Fisher κάνει ο Laidler. Οι παραπάνω μηχανισμοί δεν είναι αυτοί που θα παίξουν τον κεντρικό ρόλο σε μία ενδεχόμενη ανοδική κίνηση των τιμών. Υποστηρίζει ότι από την ανάλυση του Fisher προκύπτει ότι τον κεντρικό ρόλο παίζει το ύψος των επιτοκίων και των κερδών, όπως είχε άλλωστε υποδείξει ο Marshall [46]. Η αρχική αύξηση θα προέλθει από μία αύξηση των επιτοκίων [47], στην πράξη μία τέτοια διαδικασία μπορεί να πραγματοποιείται με μακροχρόνια καθυστέρηση. Η διαδικασία η οποία θα ακολουθηθεί περιλαμβάνει πέντε στάδια όπου:

1. οι τιμές αυξάνουν (ασχέτως της αρχικής αιτίας, αλλά στην προκειμένη περίπτωση έχουμε επιλέξει μία αύξηση της ποσότητας του κυκλοφορούντος χρυσού),

2. τα επιτόκια θα ανέβουν, αλλά όχι αρκετά,

3. οι επιχειρήσεις, ενθαρρυμένες από τα μεγάλα κέρδη θα επεκτείνουν τη ζήτηση δανείων,

4. το (Μ') θα αυξηθεί σε αναλογία με το χρήμα (Μ),

5. οι τιμές θα συνεχίσουν αν ανεβαίνουν, σε μία επανάληψη του πρώτου βήματος, όπου θα ακολουθήσει το δεύτερο βήμα και ούτω καθεξής (Fisher, 1911, σ. 60).

Είναι σημαντικό να σημειώσουμε ότι η διαδικασία που περιγράφει εδώ ο Fisher δεν αναφέρεται σε μία νέα ισορροπία του γενικού επιπέδου τιμών από ένα σημείο σε κάποιο άλλο, αλλά σε έναν οικονομικό κύκλο όπου αντιστρέφεται όταν τα ονομαστικά επιτόκια εξισώνονται και ξεπερνούν τον πληθωρισμό, σε αναμονή μιας οικονομικής κρίσης.


O Marshall και η Σχολή του Cambridge


Αν και ο Marshall προηγείται χρονικά του Fisher, θα τον εξετάσουμε σε αυτό το κεφάλαιο γιατί θεωρείται ότι είναι ο προκάτοχος της εκδοχής της Ποσοτικής θεωρίας η οποία αναπτύχθηκε από την Σχολή του Cambridge.

Παρά το γεγονός ότι η άποψη του Μarshall συστηματικά παρουσιασμένη βρίσκεται στο Money, Credit and Commerce το οποίο εκδόθηκε το 1923, στο βιβλίο αυτό απλά περιέχονται όλα όσα είχε από καιρό θεωρητικά αναπτύξει. Η βάση της ανάλυσής του, που θα αποτελέσει και τη βάση της ανάλυσης της Σχολής του Cambridge είχε ήδη εκδοθεί το 1887 με τίτλο Remedies for fluctuations in General Prices ενώ υποστηρίζεται ότι το άρθρο είχε γραφεί από το 1871 σαν ένα καθαρά ακαδημαϊκό κείμενο [48].

Το αρχικό μοντέλο του Μarshall αναφέρεται σε μία φανταστική οικονομία παραγωγής σιτηρών, όπου σαν νόμισμα έχουν όστρακα. Ξεκινάει υποθέτοντας ότι η ποσότητα των οστράκων είναι σταθερή και υποστηρίζει ότι αν υπάρχει ένα εκατομμύριο οστράκων και η παραγωγή είναι 60 εκατ. μπούσελ σιτηρών και αν το κάθε άτομο έχει αγοραστική δύναμη ίση με το 1/10 της παραγωγής σε χρήμα, τότε, ένα όστρακο θα αξίζει 6 μπούσελ. Θεωρώντας τέλος ότι αν οι αλλαγές στις συνήθειες που διαμορφώνουν την επιθυμητή ποσότητα κυκλοφορούντος χρήματος πέσουν στο 1/20 του εισοδήματος, θα δείξει ότι η αξία του κάθε οστράκου θα πέσει στα 3 μπούσελ.

Στη συνέχεια θα γενικεύσει αυτή την ειδική περίπτωση διαμόρφωσης της ποσότητας του χρήματος, πρώτον σε μία περίπτωση όπου το απόθεμα οστράκων μπορεί να αυξηθεί από την αλιεία, δεύτερον σε μία περίπτωση όπου τα όστρακα έχουν και άλλες εναλλακτικές χρήσεις εκτός της νομισματικής και τέλος σε μία περίπτωση όπου και άλλα πράγματα εκτός από τα όστρακα μπορούν να παίξουν τον ρόλο του χρήματος, θεωρώντας ότι φέρνει έτσι το μοντέλο πιο κοντά στην πραγματική οικονομία.

Στην πρώτη περίπτωση μία μείωση της ζητούμενης ποσότητας χρήματος μπορεί να αφήνει την αξία των οστράκων μόνιμα κάτω από το κόστος παραγωγής τους, αλλά στην αντίθετη περίπτωση, δηλαδή της αύξησης της ζητούμενης ποσότητας χρήματος, θα οδηγηθούμε και σε αύξηση της αλιείας. Στη δεύτερη περίπτωση η επιρροή της ζήτησης για όστρακα θα σπάσει την αναλογικότητα μεταξύ της ποσότητας των οστράκων και της αξίας τους, ενώ στην τρίτη περίπτωση το αποτέλεσμα θα είναι να δημιουργηθούν περισσότεροι τρόποι ανταλλαγής

Όπως φαίνεται και από το μοντέλο του Marshall η έμφαση δίνεται στην ζήτηση χρήματος, πράγμα που βάζει την προσφορά σε δεύτερη μοίρα. Επίσης το μοντέλο προϋποθέτει την πλήρη απασχόληση των παραγωγικών συντελεστών. Έτσι το κόστος παραγωγής θεωρείται μάλλον ένας όχι και τόσο σημαντικός παράγοντας ανάμεσα σε τόσους άλλους που επηρεάζουν την ποσότητα του χρήματος. Είναι πάντως σημαντικό να σημειώσουμε ότι όταν ο Μarshall μιλά για χρήμα μιλά μόνο για νομίσματα και χαρτονομίσματα και όχι για τις τραπεζικές καταθέσεις

Σύμφωνα με την ποσοτική θεωρία του Μarshall, τα ποσά που κρατούνται από το κοινό εξαρτώνται από τον συνολικό τους πλούτο. Οι κυριαρχούσες επιχειρηματικές συνήθειες καθορίζουν την ποσότητα της παραγωγής ή του εισοδήματος που θα κρατηθούν σε μορφή χρήματος. Αυτές οι συνήθειες εξαρτώνται από το γενικότερο εμπορικό περιβάλλον, τις μεθόδους μεταφοράς, παραγωγής, επιχειρηματικής συμπεριφοράς κ.ο.κ.. Αν το επίπεδο του πραγματικού εισοδήματος και πλούτου είναι σταθερό και αν οι συνήθειες επιχειρηματικότητας που καθορίζουν το ποσό του εισοδήματος που θα κρατηθεί σε μορφή χρήματος δεν αλλάξουν, η ποσότητα των πόρων που θα διατηρούνται σε ρευστή μορφή θα παραμένει σταθερή. Έτσι, οι τιμές των αγαθών θα αλλάξουν άμεσα και αναλογικά με τις αλλαγές στην ποσότητα του χρήματος.

Με βάση την ανάλυση του Marshall αναπτύχθηκε από τους οικονομολόγους της Σχολής του Cambridge μία πιο εξελιγμένη εκδοχή της ποσοτικής θεωρίας η οποία είναι γνωστή ως «εξίσωση της Σχολής του Cambridge» ή «εξίσωση των ρευστών διαθεσίμων».

Σύμφωνα με την εξίσωση αυτή η ποσότητα του χρήματος ισούται με το κλάσμα της αξίας του συνολικού όγκου των συναλλαγών, το οποίο κρατείται από τα άτομα με μορφή ρευστών διαθεσίμων. Η μαθηματική έκφραση της εξίσωσης είναι:

M=κ΄ P΄T

Όπου: Μ: η ποσότητα του χρήματος,

Ρ΄: το επίπεδο των τιμών,

Τ: ο όγκος των συναλλαγών,

κ΄: η κλασματική χρονική περίοδος, όπου τα άτομα κρατούν το χρήμα πριν το δαπανήσουν.

Η διαφορά μεταξύ των εξισώσεων του Fisher και αυτών της Σχολής του Cambridge είναι απλά ότι στη δεύτερη περίπτωση αντικαθίσταται η ταχύτητα V με το κ΄, το οποίο όμως ισούται με το αντίστροφο του V. Δηλαδή κ΄=1/V. Η σχέση που προκύπτει αν και εκφράζει το ίδιο πράγμα με την εξίσωση του Fisher παρουσιάζεται πιο διαφωτιστική από την τελευταία. Το αριστερό μέρος της εκφράζει την ποσότητα του χρήματος και το δεξιό τη ζήτηση του χρήματος για συναλλακτικούς σκοπούς, αφού το κ΄ μπορεί να ερμηνευτεί και ως το κλάσμα της συνολικής αξίας του όγκου των συναλλαγών, το οποίο κρατείται με μορφή χρήματος.

Τα πλεονεκτήματα της ισορροπίας ρευστών σε σχέση με την κλασική προσέγγιση είναι ότι η τελευταία δεν ερμηνεύει γιατί η ταχύτητα κυκλοφορίας είναι αυτή που είναι και δεν συνδέει το V με τις συνήθειες του κοινού και τα κίνητρά του.

Οι δύο αυτές εξισώσεις, σε συνδυασμό με τις εξισώσεις που παράγονται για το εισόδημα θα αποτελέσουν την τυπική έκφραση και τη βάση της σύγχρονης ποσοτικής θεωρίας.


5. Ο Keynes και η Ποσοτική θεωρία


Η εξέλιξη του Keynes ως οικονομολόγου έχει περιγραφεί σαν μία προσπάθεια να αποδεσμευτεί από την Ποσοτική θεωρία [49]. Σύμφωνα με τον Robert Skidelsky μπορούμε να διαγνώσουμε τρία στάδια στην εξέλιξη του Keynes σε σχέση με την Ποσοτική θεωρία. Αρχικά ο Keynes θα δεχτεί την Ποσοτική θεωρία σαν εργαλείο ανάλυσης και ελέγχου των βραχυχρόνιων νομισματικών φαινομένων. Το 1923 στο βιβλίο του Tract on Monetary Reform διατυπώνει μία καθαρά «ποσοτική» θέση εναντίον του κανόνα του χρυσού, δίνοντας ωστόσο έμφαση στη βραχυχρόνια διακύμανση της ταχύτητας κυκλοφορίας που γενικά θεωρούταν σταθερή. Το 1930 στο βιβλίο του A Treatise on Money ο Keynes διατυπώνει «θεμελιώδεις εξισώσεις» (fundamental equations). O Keynes θεωρεί από τη μία ότι σ' αυτές εμφανίζεται η Αγοραστική Ισχύς του χρήματος και το επίπεδο τιμών της εκροής και από την άλλη ότι είναι προσφορότερες για τη στατιστική ανάλυση. Στις εξισώσεις του διαχωρίζει την ποσότητα του χρήματος σε διαφορετικά είδη τραπεζικών καταθέσεων, ανάλογα με τους παράγοντες που επηρεάζουν τις ταχύτητες κυκλοφορίας τους, προκειμένου να καταλήξει στον κεντρικό ρόλο που παίζει η σχέση αποταμίευσης-επένδυσης για τον προσδιορισμό της βραχυχρόνιας ταχύτητας κυκλοφορίας του χρήματος. Τέλος στη Γενική Θεωρία το 1936 οι αυτόνομες δυνάμεις που επηρεάζουν τη σχέση αποταμίευσης και επένδυσης είναι ικανές να καθορίσουν την θέση ισορροπίας της παραγωγής σε σχέση με την πλήρη απασχόληση. Αλλά και στη Γενική Θεωρία ο Keynes αντιμετωπίζει την ποσότητα του χρήματος ως εξωγενή, όπως και η Ποσοτική θεωρία. Όπως και να έχει πάντως το πράγμα, κατά τη διάρκεια της ζωής του ο Keynes επιτέθηκε δριμύτατα στην Ποσοτική θεωρία. Οι επιθέσεις του είχαν να κάνουν με πέντε αλληλένδετα σημεία [50]:

Με βάση την επικρατούσα αντίληψη για τη θεωρία του Keynes, πρώτο σημείο κριτικής προς την Ποσοτική θεωρία είναι ότι αυτή υποθέτει μία οικονομία σε πλήρη απασχόληση. Αντίθετα ωστόσο με τις υποθέσεις της Ποσοτικής θεωρίας η οικονομία δεν βρίσκεται σε πλήρη απασχόληση και οι αλλαγές στην ποσότητα του χρήματος θα επηρεάσουν την παραγωγή και την εργασία παρά το επίπεδο των τιμών. Σύμφωνα με τη θεωρία του Keynes, δεδομένης της υποαπασχόλησης των παραγωγικών συντελεστών οι επιχειρήσεις είναι διατεθειμένες να προσφέρουν την οποιαδήποτε ποσότητα προϊόντων στη δεδομένη τιμή. Η κεϋνσιανή θεωρία αντιμετωπίζει τις τιμές ως σταθερή παράμετρο και την παραγωγή ως ελαστική. Θα υποστηρίξει τη θέση του επιχειρηματολογώντας ότι οι τιμές προσδιορίζονται από το κόστος εργασίας και ότι η διαπραγματευτική δύναμη των συνδικάτων και άλλων θεσμικών παραγόντων αποτρέπει την προς τα κάτω ελαστικότητα των μισθών ακόμη και σε περιόδους ύφεσης. Το επιχείρημα αυτό έρχεται σε σύγκρουση με την Ποσοτική θεωρία αφού υποστηρίζει ότι το επίπεδο των τιμών ορίζεται από τους παράγοντες που διαμορφώνουν το κόστος εργασίας παρά από την ποσότητα του χρήματος.

Το δεύτερο σημείο κριτικής έχει να κάνει με τον τρόπο με τον οποίο είναι διατυπωμένη η Ποσοτική θεωρία από τους νεοκλασικούς. Σύμφωνα με τον ορισμό της, α) η Ποσοτική θεωρία είναι μια ταυτότητα και όχι μία εμπειρικά ελεγχόμενη υπόθεση και β) είναι λάθος να αντιμετωπίζεται η ταχύτητα κυκλοφορίας του χρήματος ως σταθερή. Ο Keynes υποστήριξε ότι στην πραγματικότητα η ταχύτητα κυκλοφορίας του χρήματος είναι πολύ ασταθής και προσαρμόζεται παθητικά σε αυτόνομες αλλαγές άλλων συστατικών της εξίσωσης. Ακόμη, οι συνέπειες των αλλαγών στην ποσότητα του χρήματος (Μ) μπορεί να απορροφηθούν από μία αύξηση του V, έτσι ώστε να μην επηρεάσουν το επίπεδο των τιμών (Ρ).

Το τρίτο σημείο κριτικής έχει να κάνει με την κριτική στην πεποίθηση ότι μέσω της νομισματικής πολιτικής είναι δυνατόν να ρυθμιστεί η οικονομική δραστηριότητα. Υποστήριξε ότι η νομισματική πολιτική μπορεί να αποδειχθεί ένα αναποτελεσματικό εργαλείο για την καταπολέμηση της ανεργίας και της οικονομικής κρίσης για δύο λόγους: Αφενός η αύξηση της ποσότητας του κυκλοφορούντος χρήματος μπορεί να απορροφηθεί αμέσως χωρίς να μειώσει αρκετά τα επιτόκια ώστε να ενεργοποιήσει ένα κύμα επενδύσεων, λόγω της παγίδας της ρευστότητας [51]. Αφετέρου, ακόμη και αν η αύξηση της ποσότητας του χρήματος έχει ως αποτέλεσμα τη μείωση των επιτοκίων, αυτό δεν θα οδηγήσει αναγκαστικά σε αναθέρμανση της οικονομικής δραστηριότητας εάν η μείωση των επιτοκίων δεν συνοδευτεί με αύξηση των επενδύσεων. Χρησιμοποιώντας την ορολογία της εξίσωσης του Fisher μία αύξηση του Μ μπορεί να απορροφηθεί από μία πτώση του V, αφήνοντας έτσι το PT σταθερό.

Τέταρτον, ο Keynes υποστήριξε ότι η ανάλυση «εισοδήματος-δαπάνης» είναι περισσότερο ισχυρό αναλυτικό εργαλείο από την Ποσοτική θεωρία. Στο μοντέλο του, ο Keynes έδωσε έμφαση στους προσδιοριστικούς παράγοντες της δαπάνης παρά στην ποσότητα του χρήματος περιγράφοντας έναν μη-νομισματικό μηχανισμό προσαρμογής (τον πολλαπλασιαστή του εισοδήματος).

Τέλος ο Keynes έδωσε μία διαφορετική ερμηνεία της ύφεσης του 1930, υποστηρίζοντας ότι οφείλεται στην έλλειψη κερδοφόρων επενδυτικών δυνατοτήτων και στην κατάρρευση της εμπιστοσύνης. Εδώ επαναδιατυπώνεται το επιχείρημα της Τραπεζικής Σχολής ότι οι οικονομικές κρίσεις προκύπτουν από κρίσεις που αντικατοπτρίζονται στην πραγματική οικονομία, παρά από τη συμπεριφορά της ποσότητας του χρήματος.

Αξίζει πάντως να σημειωθεί ότι σύμφωνα με τον D. Patinkin το κεϋνσιανό πλαίσιο δεν συνεπάγεται και την αναγκαστική απόρριψη των συμπερασμάτων της Ποσοτικής θεωρίας σε σχέση με τις μακροχρόνιες επιδράσεις των νομισματικών αλλαγών στην οικονομία [52]. Υπάρχουν όμως δύο βασικοί λόγοι για τους οποίους αντιμετωπίζουμε το θεωρητικό πλαίσιο του κεϋνσιανισμού ως διαφορετικό από αυτό της Ποσοτικής θεωρίας. Ο πρώτος σχετίζεται με μία βασική διάκριση των Οικονομικών μεταξύ ροών και αποθεμάτων. Η κεϋνσιανή θεωρία της ρευστότητας ασχολείται κυρίως με τις σχέσεις μεταξύ της ποσότητας του χρήματος και της ποσότητας των άλλων περιουσιακών στοιχείων, ενώ η Ποσοτική θεωρία ενδιαφέρεται πρωτίστως για την άμεση σχέση μεταξύ της ποσότητας του χρήματος και την ροή των δαπανών για αγαθά και υπηρεσίες. Στην Ποσοτική θεωρία η διάκριση μεταξύ αποθεμάτων και ροών δεν είναι κεντρικής σημασίας. Αντίστοιχα οι ποσοτικοί θεωρητικοί δεν δίνουν μεγάλο βάρος στον ρόλο που παίζει το επιτόκιο και άλλες παράμετροι στις επιλογές των ατόμων, σε σχέση με την διαμόρφωση του χαρτοφυλακίου τους.

Ο δεύτερος λόγος, σχετίζεται με την έκταση της επιρροής του επιτοκίου στη ζήτηση για χρήμα. Αν και ποσοτικοί θεωρητικοί αναγνωρίζουν ότι υπάρχει κάποια σχέση δεν έχουν ενσωματώσει αυτόν τον προβληματισμό στη σκέψη τους.

Οι σχέσεις πάντως του Keynes με την Ποσοτική θεωρία αποτελούν έως και σήμερα αντικείμενο διαμάχης με τα στρατόπεδα να μην οριοθετούνται όπως στις υπόλοιπες διαμάχες του πεδίου. Υπάρχουν ποσοτικοί θεωρητικοί και στις δύο πλευρές, αντίστοιχα υπάρχουν και κεϋνσιανοί. Η όλη διαμάχη φαίνεται να αρχίζει με τον ισχυρισμό του Friedman ότι η επαναδιατύπωση της Ποσοτικής θεωρίας που έκανε έχει κεϋνσιανές ρίζες και αποτελεί στην ουσία μία εξέλιξη ή παραλλαγή της κεϋνσιανής θεωρίας. Όπως ήταν φυσικό, δεδομένου ότι ο Friedman «ηγήθηκε» της «μονεταριστικής αντεπανάστασης» παρέχοντας ένα θεωρητικό πλαίσιο που αντικατέστησε το κεϋνσιανό, ο ισχυρισμός του αυτός αποτέλεσε έντονο σημείο διαφωνίας και κριτικής [53].


6. Ο Milton Friedman και η μονεταριστική «αντεπανάσταση»


Συχνά στην ιστορία των οικονομικών αναφέρεται ότι κατά τον 20ο αιώνα υπήρξαν δύο «επαναστάσεις» στον τρόπο αντίληψης των οικονομικών φαινομένων. Η κεϋνσιανή επανάσταση και η μονεταριστική (αντ)επανάσταση. Αναφορικά με τον προβληματισμό γύρω από το χρήμα οι δύο αυτές «επαναστάσεις» ανταποκρίνονται αρχικά στην περιθωριοποίηση (στα χρόνια κυριαρχίας του κεϋνσιανισμού), αλλά στην συνέχεια την επιστροφή ως κυρίαρχου δόγματος (στα χρόνια κυριαρχίας των μονεταριστών, έως και σήμερα) της Ποσοτικής θεωρίας του χρήματος. Για την ακρίβεια, η ιστορία της μονεταριστικής αντεπανάστασης χαρακτηρίζεται από έντονες προσπάθειες να πειστεί η ακαδημαϊκή κοινότητα και το κοινό ότι α) ο έλεγχος του πληθωρισμού είναι ένα καίριο ζήτημα στην οικονομική πολιτική και β) ότι ο μονεταρισμός μπορεί να δώσει ερμηνείες και προτάσεις πολιτικής σε τομείς και προβλήματα που ο κεϋνσιανισμός αποτυγχάνει [54].

Ο κύριος εκφραστής της σύγχρονης εκδοχής της Ποσοτικής θεωρίας και ο επικεφαλής της «μονεταριστικής (αντ)επανάστασης» εναντίον του κενσιανισμού, θεωρείται ο αμερικάνος οικονομολόγος Milton Friedman. Όταν ο Friedman δημοσίευσε το Studies in the Quantity Theory of Money το 1956, επανέφερε ουσιαστικά στο προσκήνιο μία ιδέα που είχε γεννηθεί, όπως είδαμε, πριν από 400 περίπου χρόνια και η οποία ποτέ δεν έπαψε να θεωρείται τμήμα της οικονομικής ορθοδοξίας.

Σύμφωνα με τον Tobin (1972) η διατύπωση της Ποσοτικής θεωρίας από τον Friedman α) δίνει σημαντική έμφαση στη διάκριση μεταξύ πραγματικής και ονομαστικής ποσότητας χρήματος, και αυτό που πραγματικά θεωρεί ότι έχει σημασία για τα ορθολογικά άτομα είναι η πραγματική ποσότητα (η αγοραστική δύναμη του χρήματος), β) χρησιμοποιεί την ποσοτική ταυτότητα MV=PT ως το οργανωτικό πλαίσιο της μακροοικονομικής του ανάλυσης, γ) θεωρεί ως βασική μακροοικονομική εξίσωση τη ζήτηση χρήματος υπό μία θεωρητικώς αστείρευτη εξωγενή προσφορά, δ) ενδιαφέρεται για τα προσδιοριστικά στοιχεία της ζήτησης χρήματος, το μέγεθος και την έκταση των αποτελεσμάτων της, ε) υποθέτει ότι βραχυχρόνια το ονομαστικό εισόδημα είναι αναλογικό της προσφοράς χρήματος, στ) επίσης υποθέτει ότι μακροχρονίως η ισορροπία της οικονομίας διαμορφώνεται ανεξάρτητα από την ονομαστική ποσότητα του χρήματος, έτσι ώστε τα ονομαστικά (και όχι τα πραγματικά) μεγέθη όπως οι τιμές, το εισόδημα, κ.λπ. συναρτώνται με την ονομαστική ποσότητα του χρήματος.

Το σημείο εκκίνησης του Friedman είναι η γνωστή εξίσωση του Fisher MV=PT. Αν απλουστεύσουμε κάπως τα πράγματα, ο Friedman θα υποστηρίξει ότι μακροχρόνια ο ρυθμός μεταβολής του Μ επηρεάζει μόνο το P. Εάν στο Χ* το σύμβολο (*) σημαίνει τον ρυθμό μεταβολής του Χ, τότε η εξίσωση MV=PT μπορεί να γραφεί και ως:

M* + V* = R* + T* [55].

Αρχικά ο Friedman ασχολείται με τον ορισμό του Τ*. Υποστηρίζει ότι ο ρυθμός μεταβολής του Τ σχετίζεται μόνο με την παραγωγικότητα και την αποταμίευση. Συνεπώς η αύξηση της ποσότητας του χρήματος δεν θα έχει καμία μόνιμη επιρροή στον ρυθμό ανάπτυξης μίας οικονομίας. Στη συνέχεια το V* μπορεί να ειδωθεί ως ένα μέτρο νομισματικής καινοτομίας, στο βαθμό που οι νομισματικές καινοτομίες κατορθώνουν η ίδια ποσότητα χρήματος να παραγάγει μεγαλύτερα αποτελέσματα στον ίδιο χρόνο [56]. Και σε αυτή την περίπτωση ο Friedman δεν θεωρεί ότι το V σχετίζεται με την ποσότητα του χρήματος. Σύμφωνα με τον Friedman οι ρυθμοί μεταβολής του V αν και δεν είναι υποχρεωτικά σταθεροί μέσα στον χρόνο, μακροχρόνια αλλάζουν ανεξάρτητα από το τι συμβαίνει στο M και στο Ρ. Μακροχρόνια μόνο το Μ μπορεί να επηρεάσει το Ρ. Συνεπώς τα συμπεράσματα του Friedman είναι: α) ότι η νομισματική μεγέθυνση προκαλεί πάντα πληθωρισμό και β) ότι κάθε πληθωρισμός προκαλείται από την εκτεταμένη νομισματική μεγέθυνση.

Η δουλειά του Friedman είχε σημαντικές συνέπειες σε αυτό που θα μπορούσε να ονομαστεί «πολιτική οικονομία του πληθωρισμού». Οι κυβερνήσεις έως τότε είχαν δύο τρόπους να χρηματοδοτούν το έλλειμμα του προϋπολογισμού. Πρώτον μέσω εσωτερικού δανεισμού με προσφυγή στην ανοικτή αγορά ομολόγων. Ο τρόπος αυτός ωστόσο έχει σαν αποτέλεσμα την άνοδο του επιτοκίου, που κατά την ορθόδοξη θεωρία προκαλεί μείωση των επενδύσεων. Ο δεύτερος τρόπος είναι μέσω της αύξησης της ποσότητας του χρήματος που προκύπτει από την πώληση ομολόγων του Δημοσίου κατευθείαν στην Κεντρική Τράπεζα -- «κοπή χρήματος». Ο τρόπος αυτός ήταν ιδιαίτερα προσφιλής στις κυβερνήσεις και σύμφωνα με τον Friedman αρχικά θα οδηγούσε σε μία αύξηση της παραγωγής και όχι των τιμών. Ωστόσο μόλις οι τιμές θα άρχιζαν να αυξάνουν οι πραγματικοί μισθοί θα μειώνονταν. Οι εργαζόμενοι θα ζητούσαν αυξήσεις προκειμένου να διατηρήσουν την αγοραστική τους δύναμη, πράγμα που θα οδηγούσε σε περαιτέρω άνοδο των τιμών. Το αποτέλεσμα θα είναι η κυβέρνηση να είναι υποχρεωμένη να αυξήσει ακόμη περισσότερο την ποσότητα του χρήματος ή να πρέπει να αντιμετωπίσει ένα επίπεδο τιμών που θα τρέχει μπροστά από την ποσότητα του χρήματος, που θα μειώνει τους πραγματικούς μισθούς και θα παράγει ανεργία. Και από τη στιγμή που καμία κυβέρνηση δεν μπορεί να αφήσει τον πληθωρισμό να αυξάνεται για πάντα, είναι απαραίτητος ένας νομισματικός περιορισμός, η μείωση της παραγωγής και η αύξηση της ανεργίας. Όσο το αργότερο μάλιστα τόσο το χειρότερο.

Η προειδοποίηση του Friedman ότι οι κυβερνήσεις έχουν να διαλέξουν όχι μεταξύ σταθερών τιμών και πληθωρισμού, αλλά μεταξύ σταθερών τιμών και αυξανόμενου πληθωρισμού πήρε την τελική της μορφή από την επεξεργασία της καμπύλης Philips από τον Friedman το 1968. Στην αρχική περιγραφή της καμπύλης που δόθηκε από τον Philips το 1956 αποτυπωνόταν μία αντίστροφη σχέση μεταξύ πληθωρισμού και ανεργίας. Επομένως οι κυβερνήσεις είχαν να επιλέξουν μεταξύ χαμηλής ανεργίας και υψηλού πληθωρισμού ή μεταξύ χαμηλού πληθωρισμού και ψηλής ανεργίας. H μεγάλη ωστόσο αλλαγή συνέβη κατά την δεκαετία του 1970 όπου εμφανίζεται το φαινόμενου του στασιμοπληθωρισμού, και η υψηλή ανεργία συνδυαζόταν με αυξανόμενο πληθωρισμό. Ο Friedman ερμήνευσε το γεγονός υποστηρίζοντας σε κάθε οικονομία υπάρχει ένα φυσικό επίπεδο ανεργίας το οποίο δεν μπορεί να μειωθεί από μακροοικονομικές πολιτικές αύξησης της ζήτησης. Η προσπάθεια να κρατηθεί η ανεργία κάτω από το φυσικό της επίπεδο έχει ως αποτέλεσμα, σύμφωνα με τον Friedman, έναν υψηλό πληθωρισμό αλλά και ένα υψηλό ρυθμό αύξησης του πληθωρισμού.

Κεντρική επομένως θέση μιας μονεταριστικής πολιτικής είναι ότι η ποσότητα χρήματος δεν μπορεί και δεν πρέπει να χρησιμοποιείται με σκοπό τη σταθεροποίηση των βραχυχρόνιων μεταβολών της οικονομικής δραστηριότητας, αφού το μόνο αποτέλεσμα θα είναι ο πληθωρισμός. Μία σωστή δημοσιονομική πολιτική είναι αυτή που αυξάνει την ποσότητα του χρήματος σε ένα ποσοστό ίσο με το ποσοστό της αύξησης του ΑΕΠ της οικονομίας [57]. Στη βάση της πρόταση αυτής βρίσκεται η πεποίθηση μιας εγγενούς τάσης ισορροπίας στον ιδιωτικό τομέα της οικονομίας.

Οι απόψεις του Friedman όπως είναι φυσικό προκάλεσαν έντονη κριτική τόσο «εσωτερική» ως προς τον τρόπο εφαρμογής της θεωρίας, όσο και «εξωτερική», που αμφισβητούσε τα θεωρητικά θεμέλια της όλης προσέγγισης. Η εσωτερική κριτική ασκήθηκε κυρίως από τους νεο-κεϋνσιανούς οικονομολόγους, ενώ η εξωτερική από τους μετα-κεϋνσιανούς οι οποίοι αμφισβήτησαν βασικές προκείμενες της ορθόδοξης οικονομικής σκέψης, επαναφέροντας στην επιστημονική διαμάχη μετά από καιρό ζητήματα που άπτονται όχι απλά πολιτικής, αλλά μίας εκ των βάθρων κριτικής της επίσημης οικονομικής σκέψης (ή τουλάχιστον των άρρητων παραδοχών της). Δεδομένου ωστόσο ότι στους μετα-κεϋνσιανούς δεν θα αναφερθούμε στο παρόν κείμενο, στο σημείο αυτό απλά θα αναπτύξουμε συνοπτικά τα κύρια σημεία κριτικής των νεο-κεϋνσιανών οικονομολόγων.

Ένα μεγάλο κομμάτι της κριτικής που ασκείται στον Friedman έχει να κάνει με τις κλίσεις των καμπύλων IS και LM, οι οποίες αποτελούν το γεωμετρικό τόπο των σημείων ισορροπίας στην αγορά αγαθών και στην αγορά χρήματος αντίστοιχα. Αναφορικά με τα ζητήματα στα οποία έχουμε ως τώρα αναφερθεί, η κριτική που γίνεται επικεντρώνεται κυρίως γύρω από την ουδετερότητα του χρήματος, και τον μηχανισμό μεταβίβασης.

Ο διάσημος νεο-κεϋνσιανός οικονομολόγος James Tobin σε ένα άρθρο του το 1972 συμπυκνώνει τα κύρια σημεία κριτικής απέναντι στην Ποσοτική θεωρία του Friedman [58]. Υποστηρίζει μεταξύ των άλλων ότι η Ποσοτική θεωρία εφαρμόζεται μόνο στην περίπτωση που έχουμε ενός τύπου χρήμα, πράγμα που δεν συμβαίνει στην σύγχρονη οικονομία. Ένα άλλο πρόβλημα της Ποσοτικής θεωρίας του Friedman είναι ότι μας λέει πολύ λίγα πράγματα για το χρονικό διάστημα και την ταχύτητα της προσαρμογής της οικονομίας μετά από μία νομισματική διαταραχή, παρά το γεγονός ότι και ο ίδιος υποστηρίζει ότι το ζήτημα του χρόνου προσαρμογής είναι μία από τις σημαντικότερες διαφωνίες μεταξύ των μονεταριστών και των κεϋνσιανών [59]. Επίσης ο Friedman αγνοεί κάθε επιρροή των τιμών, της παραγωγής ή του επιπέδου του επιτοκίου στην ποσότητα του χρήματος, η οποία αντιμετωπίζεται αυτόνομα [60]. Αλλά ούτε και τα εμπειρικά δεδομένα δεν φαίνεται να υποστηρίζουν την θεωρία του Friedman [61].

Συνοψίζοντας τις διαφορές μεταξύ της νεο-κεϋνσιανής και της μονεταριστικής προσέγγισης για το χρήμα και τον ρόλο της δημοσιονομικής πολιτικής θα τις επικεντρώναμε: πρώτον, ενώ η μονεταριστική σχολή ενδιαφέρεται κυρίως για την προσφορά του χρήματος, η νεο-κεϋνσιανή επικεντρώνεται κυρίως στη ζήτηση και κατά προέκταση στη διαμόρφωση της τιμής των επιτοκίων. Δεύτερον, ενώ κατά την νεο-κεϋνσιανή σχολή οι μεταβολές στην ποσότητα του χρήματος θεωρείται ότι επηρεάζουν μόνιμα, τόσο βραχυχρόνια όσο και μακροχρόνια, τα πραγματικά μεγέθη της οικονομίας, οι μονεταριστές υποστηρίζουν ότι μακροχρόνια η ποσότητα του χρήματος δεν επηρεάζει τα πραγματικά μεγέθη της οικονομίας. Τρίτον, στο κεϋνσιανό σύστημα οι τιμές είναι ανελαστικές, ενώ στο μονεταριστικό πλαίσιο της οικονομίας πλήρους απασχόλησης οι τιμές είναι πλήρως ελαστικές. Τέλος κατά την κεϋνσιανή προσέγγιση τα άτομα είναι εγκλωβισμένα στην «αυταπάτη του χρήματος», αντίθετα με τη μονεταριστική που θεωρεί ότι τα άτομα είναι απαλλαγμένα από την αυταπάτη αυτή.


Επίλογος


Η Ποσοτική θεωρία του χρήματος, που φαίνεται να ενέπνευσε τις κυρίαρχες πολιτικές τα τελευταία 20 χρόνια, αρχίζει να δέχεται πυρά ακόμα και από ιθύνοντες κύκλους στην Ευρωπαϊκή Ένωση, όπου οι κυβερνήσεις πήραν σιωπηρά την πρωτοβουλία για χαλάρωση των όρων του Συμφώνου Σταθερότητας, που αποτελεί έναν καθαρά μονεταριστικής έμπνευσης άξονα πολιτικής.

Σε τελική όμως ανάλυση ισχύει ή όχι η Ποσοτική θεωρία; Τα εμπειρικά δεδομένα θα μπορούσαν να χρησιμοποιηθούν για να υποστηριχθούν και οι δύο απόψεις. Γεγονός πάντως είναι ότι υπάρχουν στο εσωτερικό της σοβαρές αντιφάσεις. Ένα τελικό συμπέρασμα (και μια ολοκληρωμένη κριτική προς την Ποσοτική θεωρία) δεν μπορεί να διατυπωθεί αν δεν λάβουμε υπόψη μας τη μαρξιστική και τη μετα-κεϋνσιανή προσέγγιση και κριτική. Με την έννοια αυτή, επιφυλασσόμαστε να διατυπώσουμε τα τελικά μας συμπεράσματα σε μεταγενέστερο χρόνο.

Βιβλιογραφία


Azaridis Costas, 2001, «Beliefs and the Neutrality of Money., University of

California, Los Angeles, May.

Blaug Mark, 1995, «Why is the Quantity Theory of Money the Oldest Surviving

Theory in Economics?», The Quantity Theory of Money, from Locke to Keynes and Friedman, εκδ. Edward Elgar.

Brunner K. & Melter A.H., 1972, «Friedman's Monetary Theory», J.P.E., Vol.

80, September/October.

Cottrell Allin, 1997, «Monetary Endogeneity and the Quantity Theory: the Case

of Commodity Money» http://www.wfu.edu/~cottrell/commodit.pdf

Eltis Walter, 1995, «John Locke, The Quantity Theory of Money and the

Establishment of a Sound Currency», The Quantity Theory of Money, from Locke to Keynes and Friedman, εκδ. Edward Elgar Publ Comp.

Μ. Friedman's Home Page: http://www-hoover.stanford.edu/bios/friedman.html

Gesell Silvio, «Why the Crude Quantity Theory Fails When Applied to Money», The

Natural Economic Order, Part 3, http://www.systemfehler.de/en/neo/part3/15.htm

Hayek F.A., 1991, «The Dispute Between the Currency School and the

Banking School 1821-1848», The Collected Works of F.A. Hayek vol. II, edited by W.W. Bartley III & S. Kresge, εκδ. Routledge.

Hume D., 1990, «On Money», Monetarism Vol. I, edited by K. Alec Chrystal, εκδ.

Edward Elgar.

Humphrey M Tomas, 1997, «Fisher and Wicksell on the Quantity Theory», Federal

Reserve Bank of Richmond, Economic Quarterly, Volume 83/4, Fall.

Humphrey M. Thomas, 1974, "The Quantity Theory of Money: Its Historical

Evolution and Role in Policy Debates", Economic Review, May/June.

Humphrey M. Tomas, 1993, "The Origins of Velocity Functions", Federal Reserve

Bank of Richmond Economic Quarterly Vol. 79/4, Fall.

Johnson H. G., 1971, «The Keynesian Revolution and the Monetarist Counter-

Revolution», A.E.R., Vol 61 (2), May.

Λιανός Θ.Π. και Μπένος Θ.Ε., 1992, Μακροοικονομική Ανάλυση και

Δημοσιονομική Πολιτική, εκδ. Ευγ. Μπένου, Αθήνα.

Laidler David, 1991, The Golden Age of the Quantity Theory, Harvester-Wheatsheaf. Laidler David, 2001, «From Bimetallism to Monetarism: the Shifting Political Affiliation of the Quantity Theory», ομιλία στο άνοιγμα των εργασιών του συνεδρίου «The Influence of Politics on Economic Thought» της «European History of Economic Thought Society», 2001D http://www.ssc.uwo.ca/ economics/econref/html/WP2001/wp2001_1.pdf

Λαπαβίτσας Κ., 1996, «Η Τραπεζική Σχολή και η νομισματική σκέψη του Karl

Marx», Θέσεις τ. 56, 1996, σσ. 79-101.

Lapavitsas C., Itoh, M., 1999, Political Economy af Money and Finance, Macmillan. Μηλιός Γ., Οικονομάκης Γ., Λαπατσιώρας Σ., 2000, Εισαγωγή στην Οικονομική

Ανάλυση, Ελληνικά Γράμματα, Αθήνα.

Milios, J., Dimoulis, D., Economakis, G., 2002, Karl Marx and the Classics, Ashgate.

Mollo, M. L. R., 1999, «The Endogeneity of Money. Post-Keynesian and Marxian

Concepts Compared», in P. Zarembka, (ed.) Research in Political Economy, Vol.

17: Economic Theory of Capitalism and its Crises, Jai Press, New York, σσ. 3-26.

Patinkin D. 1972, «Friedman on the Quantity Theory and Keynesian Economics»,

Journal of Political Economy., Vol. 80, September/October.

Roper Don, 1975, «The Role of Money Demand Versus Neutrality in Monetarist

Thought», Intermountain Economic Review, Spring.

Rubin Isaak Ilych, 1994, Ιστορία Οικονομικών Θεωριών, εκδ. Κριτική.

Schumpeter Joseph A, 1994, History of Economic Analysis, εκδ. Routledge.

Skidelsky Robert, 1995, «J.M. Keynes and the Quantity Theory of Money», The

Quantity Theory of Money, From Locke to Keynes and Friedman, εκδ. Edward Elgar.

Tobin J., 1972, «Friedman's Theoretical Framework», Journal of Political Economy

Vol 80, September/October, σσ. 852-863.

Tobin J., 1981, «The Monetarist Counter-Revolution Today - An Appraisal»,

Economic Journal, Vol. 91, March, σσ. 29-42.

Hetzel L. Robert, 1993, "A Quantity Theory Framework for Monetary Policy",

Federal Reserve Bank of Richmond, Economic Quarterly, Volume 73/3, Summer.

[1] Για το ζήτημα βλ. Milios, J., Dimoulis, D., Economakis, G., Karl Marx and the Classics, Ashgate, 2002, ιδίως σσ. 44-51.

[2] Bλ. Lapavitsas C., Itoh, M., Political Economy af Money and Finance, Macmillan 1999, σσ. 226-45. Επίσης, για μια συνοπτική συγκριτική παρουσίαση της μαρξιστικής και της μετα-κεϋνσιανής προσέγγισης βλ. Mollo, M. L. R., «The Endogeneity of Money. Post-Keynesian and Marxian Concepts Compared», in P. Zarembka, (ed.) Research in Political Economy. Vol. 17: Economic Theory of Capitalism and its Crises, Jai Press, New York, 1999, σσ. 3-26.

[3] Skidelsky Robert, «J.M. Keynes and the Quantity Theory of Money», The Quantity Theory of Money, from Locke to Keynes and Friedman, εκδ. Edward Elgar Publ Comp., 1995, σ. 80.

[4] Blaug Mark, «Why is the Quantity Theory of Money the Oldest Surviving Theory in Economics?», The Quantity Theory of Money, from Locke to Keynes and Friedman, εκδ. Edward Elgar Publ Comp., 1995, σσ. 27-30.

[5] Αντί για Y συχνά συναντάμε το Τ, το οποίο σημαίνει το σύνολο των ανταλλαγών.

[6] Θα πρέπει επίσης να επισημανθεί ότι η Ποσοτική θεωρία του χρήματος δεν είναι η ταυτολογική εξίσωση της ανταλλαγής, όπως είχε επισημάνει και ο Fisher. Η βασική διαφορά είναι ότι η ταχύτητα κυκλοφορίας δεν αποτελεί συνώνυμο για το μέγεθος των χρηματικών ανταλλαγών σε σχέση με την ποσότητα του χρήματος, αλλά αποτελεί μια δομική παράμετρο από μόνη της (Laider, 2000, σ. 4).

[7] Θ.Π. Λιάνος και Θ.Ε. Μπένος, Μακροοικονομική Ανάλυση και Δημοσιονομική Πολιτική, εκδ Ευγ. Μπένου, Αθήνα, 1992, σ. 147.

[8] A. Cottrell, «Monetary Endogeneity and the Quantity Theory: the Case of Commodity Money», 1997, σσ. 1-2.

[9] J. Bodin, Discours sur le rehaussement et diminution des monnoyes (Λόγος περί της ανόδου και τις πτώσης των νομισμάτων), Παρίσι, 1578.

[10] Joseph A. Schumpeter, History of Economic Analysis, εκδόσεις Routledge, 1994, σ. 314.

[11] Joseph A. Schumpeter, 1994, ό.π.

[12] Walter Eltis, «John Locke, The Quantity Theory of Money and the Establishment of a Sound Currency», The Quantity Theory of Money, from Locke to Keynes and Friedman, εκδ. Edward Elgar Publ Comp, 1995.

[13] Ό.π., σσ. 23-24.

[14] Humphrey M. Tomas, «The Origins of Velocity Functions», Federal Reserve Bank of Richmond Economic Quarterly Vol. 79/4, Fall 1993.

[15] D. Hume, On Money, Monetarism Vol. I, edited by K. Alec Chrystal, 1990, εκδ. Edward Elgar

[16] Ό.π. σσ. 41-42.

[17] Joseph A. Schumpeter, History of Economic Analysis, εκδόσεις Routledge, 1994, σσ. 313-314.

[18] D. North, «Discourses upon Trade» στο McCulloch, Early English Tracts on Commerce σσ. 529-530.

[19] Isaak Ilych Rubin, Ιστορία Οικονομικών Θεωριών, εκδ Κριτική, 1994, σ. 94.

[20] W. Petty, «A Treatise of Taxes and Contributions», στο Economic Writings έκδοση Hull, σσ. 50-51.

[21] Humphrey M. Tomas, «The Origins of Velocity Functions», Federal Reserve Bank of Richmond Economic Quarterly Vol. 79/4, Fall 1993.

[22] Steuart, Principles (έκδοση Skinner), τομ. 2, σ. 345.

[23] Isaak Ilych Rubin, Ιστορία Οικονομικών Θεωριών, εκδ Κριτική, 1994, σ. 114.

[24] Αναφορικά με τον ρόλο του χρήματος ως μέτρου αξίας δεν υπήρχε απόλυτη ομοφωνία. Είναι χαρακτηριστικό ότι όταν στο τέλος της κλασικής εποχής ο Jevons διατύπωσε μία ανάλογη με την κλασική θέση το 1870, δέχτηκε σκληρή κριτική από τον Bagehot (1875) καθώς και από άλλους σύγχρονούς του.

[25] David Laidler, The Golden Age of the Quantity Theory, Harvester-Wheatsheaf, 1991, σσ. 8-9

[26] Μηλιός κ.ά. 2000, σσ. 574 επ.

[27] Ο Ricardo, «στο κεφάλαιο VII των Αρχών Πολιτικής Οικονομίας και Φορολογίας, το οποίο επιγράφεται «Περί του εξωτερικού εμπορίου», θεμελιώνει την περίφημη θεωρία των «συγκριτικών κοστών» στην ποσοτική θεωρία του χρήματος, υποθέτοντας ότι, στο πλαίσιο του διεθνούς ανταγωνισμού μεταξύ διαφορετικών χωρών, προκύπτουν (π.χ. στη χώρα Α) αυξήσεις των τιμών λόγω της προσέλκυσης πολύτιμων μετάλλων συνεπεία ενός θετικού εμπορικού ισοζυγίου, και αντίστοιχα (στη χώρα Β) μειώσεις τιμών λόγω της εκροής πολύτιμων μετάλλων συνεπεία του αρνητικού εμπορικού ισοζυγίου» (Μηλιός κ.ά. 2000, σ. 576).

[28] Blaug, 1995.

[29] Θ.Π. Λιάνος και Θ.Ε. Μπένος, Μακροοικονομική ανάλυση και δημοσιονομική πολιτική, εκδ Ευγ. Μπένου, Αθήνα, 1992, σ. 150.

[30] Μία εναλλακτική ανάγνωση τουλάχιστον όσον αφορά τον Ricardo και τον τρόπο με τον οποίο χρησιμοποιούσε την ποσοτική θεωρία υπάρχει στον Allin Cottrell, «Monetary Endogeneity and the Quantity Theory: the Case of Commodity Money», 1997. Ο Cottrell εξετάζει τον διάλογο Marx - Ricardo και καταλήγει στο συμπέρασμα ότι η ποσοτική θεωρία του χρήματος, όπως και όταν την χρησιμοποιεί ο Ricardo, δεν έρχεται σε αντίθεση με την εργασιακή θεωρία της αξίας.

[31] Thomas M. Humphrey, «The Quantity Theory of Money: Its Historical Evolution and Role in Policy Debates», Economic Review, May/June 1974.

[32] Ό.π. Thomas M. Humphrey, May/June 1974, σ. 109.

[33] F.A. Hayek, «The Dispute Between the Currency School and the Banking School 1821-1848», The Collected Works of F.A. Hayek vol. II, edited by W.W. Bartley III & S. Kresge, εκδ. Routledge, 1991, σ. 216.

[34] David Laidler, The Golden Age of the Quantity Theory, Harvester-Wheatsheaf, 1991, σ. 20.

[35] F.A. Hayek, «The Dispute Between the Currency School and the Banking School 1821-1848», ό. π., σ. 219.

[36] Thomas M. Humphrey, «The Quantity Theory of Money: Its Historical Evolution and Role in Policy Debates», Economic Review, May/June 1974, σ. 110.

[37] D. Laidler, «From Bimetallism to Monetarism: the Shifting Political Affiliation of the Quantity Theory», ομιλία στο άνοιγμα των εργασιών του συνεδρίου «The Influence of Politics on Economic Thought» της European History of Economic Thought Society, 2001.

[38] David Laidler, The Golden Age of the Quantity Theory, Harvester-Wheatsheaf, 1991, σ. 69.

[39] Tomas M. Humphrey: «Fisher and Wicksell on the Quantity Theory», Federal Reserve Bank of Richmond, Economic Quarterly, Volume 83/4, Fall 1997, σ. 73.

[40] Fisher I, The Purchasing Power of Money, 1911, σ. 156-157.

[41] Fisher I., ό.π.

[42] David Laidler, The Golden Age of the Quantity Theory, Harvester-Wheatsheaf, 1991, σ. 71.

[43] ό.π. σ. 72.

[44] Tomas M. Humphrey: «Fisher and Wicksell on the Quantity Theory», Federal Reserve Bank of Richmond, Economic Quarterly, Volume 83/4, Fall 1997, σσ. 73-74.

[45] Ό.π., σ. 75

[46] David Laidler, The Golden Age of the Quantity Theory, Harvester-Wheatsheaf, 1991, σ. 77.

[47] Ο Μarshall υποστήριξε ότι η αρχική ώθηση για την άνοδο του επιπέδου των τιμών δίνεται από τις τράπεζες την προσφορά δανείων με χαμηλότερα επιτόκια. Ο Μarshall περιέγραψε αυτόν τον μηχανισμό πολύ πιο καθαρά από τους προκατόχους του. Για τον Μarshall η αξία του χρήματος προσδιορίζεται από την προσφορά και την ζήτηση. Οι αλλαγές στο κόστος παραγωγής δεν επηρεάζουν αποφασιστικά την ποσότητα πολύτιμών μετάλλων στην κυκλοφορία. Το μοντέλο αυτό θα αναπτυχθεί περαιτέρω από τον Fisher και είναι σήμερα γνωστό ως Fisher effect.

[48] David Laidler, The Golden Age of the Quantity Theory, Harvester-Wheatsheaf, 1991, σ. 51.

[49] Skidelsky Robert, «J.M. Keynes and the Quantity Theory of Money», από το The Quantity Theory of Money, from Locke to Keynes and Friedman, εκδ. Edward Elgar Publ Comp, 1995, σ. 80.

[50] Thomas M. Humphrey, «The Quantity Theory of Money: Its Historical Evolution and Role in Policy Debates», Economic Review, May/June 1974, σ. 113.

[51] Σύμφωνα με την παγίδα ρευστότητας τα άτομα σε ένα δεδομένο επίπεδο επιτοκίου παρακρατούν οποιαδήποτε προσφερόμενη ποσότητα χρήματος. Στην περίπτωση αυτή η νομισματική πολιτική που ασκείται δεν μπορεί να επηρεάσει το επιτόκιο και το εισόδημα.

[52] Patinkin D. «Friedman on the Quantity Theory and Keynesian Economics», J.P.E., Vol. 80, September/October 1972, σσ. 883-905.

[53] Για περισσότερα γύρω από τη διαμάχη βλ. Patinkin D. «Friedman on the Quantity Theory and Keynesian Economics», Journal of Political Economy., Vol. 80, September/October 1972, σσ. 883-905, Davidson P. «A Keynesian View of Friedman's Theoretical Framework for Monetary Analysis», Journal of Political Economy, Vol. 80, September/October 1972, σσ. 865-881.

[54] H. G. Johnson, «The Keynesian Revolution and the Monetarist Counter-Revolution», A.E.R., Vol 61 (2), May 1971, σσ. 1-14.

[55] O ρυθμός μεταβολής του Μ μπορεί να εκφραστεί ως (dM/dt)/M. Επομένως αφού πάντα ισχύει ότι MV=PT έπεται ότι ισχύει πάντα και d(MV)/dt=d(PT)/dt. Αλλά d(MV)/dt=M(dV/dt)+V(dM/dt) και d(PT/)/dt=P(dT/dt)+T(dP/dt), άρα V(dM/dt)+M(dV/dt)=T(dP/dt)+P(dT/dt), και αφού ισχύει πάντα MV=PT, και αν διαιρέσουμε το πρώτο μέλος της σχέσης με ΜV και το δεύτερο με ΡΤ έχουμε: (dM/dt)/M + (dV/dt)/V = (dP/dt)P + (dT/dt)/T δηλαδή Μ* + V* = P* + T*.

[56] «The Economics of Milton Friedman», από το Friedman Memorial Page.

[57] Θ.Π. Λιάνος και Θ.Ε. Μπένος, Μακροοικονομική Ανάλυση και Δημοσιονομική Πολιτική, εκδ Ευγ. Μπένου, Αθήνα, 1992, σ. 454.

[58] Tobin J., «Friedman's Theoretical Framework», J.P.E. Vol 80, September/October 1972, σσ. 852-63.

[59] Brunner K. & Melter A.H., «Friedman's Monetary Theory», J.P.E., Vol. 80, September/October 1972.

[60] Για την ακρίβεια ο Friedman υποστηρίζει ότι η αυτόνομη πραγμάτευση της ποσότητας του χρήματος είναι απαραίτητη συνθήκη για τον μονεταρισμό.

[61] Brunner K & Melter A.H, 1972, σ. 115.
 
< Προηγ.   Επόμ. >
Θέσεις, τριμηνιαία επιθεώρηση, 37ο έτος (1982-2019), εκδόσεις Νήσος, (Σαρρή 14, 10553, Αθήνα, τηλ-fax: 210-3250058)
Το περιεχόμενο διατίθεται ελεύθερα για μη εμπορικούς σκοπούς, υπό τον όρο της παραπομπής στην αρχική του πηγή