Κεφάλαιο και εργασία Εκτύπωση
Τεύχος 82, περίοδος: Ιανουάριος - Μάρτιος 2003


ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΚΑΙ ΕΡΓΑΣΙΑ1

του Christopher J. Arthur

μετάφραση Χρήστος Βαλλιάνος


Το άρθρο αυτό καταθέτει κάποιες εναλλακτικές -- σε σχέση με τις ορθόδοξες -- ερμηνείες του Μαρξ, σε διάφορα ζητήματα. Ενώ η κυρίαρχη θέση στη μαρξιστική θεωρία διάβασε κάποιες έννοιες όπως η αξία, και ο κοινωνικά αναγκαίος χρόνος εργασίας, σε μεγάλο βαθμό υπό μια τεχνική σκοπιά, προσωπικά εστιάζω στην ιδέα της κοινωνικής μορφής. Όλες αυτές οι κατηγορίες θα πρέπει να ερμηνευτούν στο πλαίσιο των ειδικά καπιταλιστικών κοινωνικών μορφών παραγωγής και ανταλλαγής. Σ’ αυτή ακριβώς τη βάση, τα όσα υποστηρίζω στη συνέχεια δείχνουν ότι στην κεφαλαιακή σχέση, εργασία και αξία δεν θα πρέπει να ταυτίζονται θετικά η μία με την άλλη, αλλά να θεωρούνται μάλλον ως διαλεκτικά αντίθετα με αλληλοδιείσδυση.

1) Αντίθετα προς την ορθόδοξη ερμηνεία του Κεφαλαίου ως διαδοχής μοντέλων, θα δείξουμε ότι από την αρχή, το αντικείμενό του είναι το κεφάλαιο, που παρουσιάζεται σε διαφορετικά επίπεδα αφαίρεσης.

Θεωρώ ότι η κυκλοφορία των εμπορευμάτων και του χρήματος που συζητιούνται στα πρώτα κεφάλαια του Κεφαλαίου του Μαρξ είναι αυτή της καπιταλιστικής οικονομίας. Από την αρχή, αντικείμενο της έρευνας είναι η καπιταλιστική ολότητα, και αυτή γίνεται αντιληπτή πρώτα απ’ όλα αφηρημένα και στη συνέχεια όλο και περισσότερο συγκεκριμένα. Εφ’ όσον η κυκλοφορία των εμπορευμάτων που συζητιέται στα πρώτα κεφάλαια είναι στην πραγματικότητα η κυκλοφορία των καπιταλιστικά παραγόμενων εμπορευμάτων, η αξία τους, και οι σχετικοί προσδιορισμοί της εργασίας, συγκροτούνται συγκεκριμένα μόνο στην κεφαλαιακή σχέση.

Το θέμα αυτό εγείρει, με τη σειρά του, το ζήτημα της Μαρξικής μεθόδου παρουσίασης. Γιατί, θα πρέπει να αναγνωρίσουμε ότι τα πρώτα κεφάλαια του Κεφαλαίου δεν αναφέρουν καν μισθωτούς εργάτες, καπιταλιστές και τα παρόμοια. Γιατί αυτό; Η ορθόδοξη ερμηνεία της Μαρξικής μεθόδου εξηγεί αυτή την απουσία υποστηρίζοντας ότι ο Μαρξ παρουσιάζει τη θεωρία του μέσω μιας διαδοχής μοντέλων, ότι το μοντέλο μιας «απλής εμπορευματικής παραγωγής» ως μιας μονο-ταξικής κοινωνίας τού επιτρέπει να δώσει μια πλήρη περιγραφή του νόμου της αξίας, και ότι η ακόλουθη εισαγωγή ενός μοντέλου του καπιταλισμού ως κοινωνίας δύο τάξεων του επιτρέπει να αποδείξει την προέλευση της υπεραξίας, μέσω της ειδικής απόκλισης που επιβάλλει το κεφάλαιο σ’ αυτό το νόμο της αξίας. Στη συνέχεια, κάποια πιο περίπλοκα μοντέλα (που περιλαμβάνουν την έγγεια ιδιοκτησία και τα παρόμοια) εισάγουν περαιτέρω στρεβλώσεις στη λειτουργία του νόμου της αξίας. Σε αντίθεση με αυτή την ανάγνωση, η θέση που υιοθετούμε εδώ είναι ότι η σειρά της Μαρξικής παρουσίασης δεν είναι αυτή της διαδοχής μοντέλων ή όλο και περισσότερο περίπλοκων αντικειμένων, αλλά είναι η σειρά μιας προοδευτικής ανάπτυξης των μορφών του ίδιου αντικειμένου, και συγκεκριμένα του καπιταλισμού, από μια υψηλής αφαίρεσης αρχική έννοια του καπιταλισμού, μέχρι τα όλο και περισσότερο συγκεκριμένα επίπεδα κατανόησής του. Το συμπέρασμα που προκύπτει είναι ότι καμιά έννοια δεν μπορεί να φτάσει την τελειωτική της μορφή κατά την αρχική της εισαγωγή, αλλά διατηρεί ένα ρευστό χαρακτήρα, αποκτώντας ένα όλο και πληρέστερο προσδιορισμό, καθώς συσχετίζεται συστηματικά μ’ ένα πλουσιότερο περιεχόμενο.

Αν το πρώτο κεφάλαιο του Κεφαλαίου δεν πραγματεύεται την «απλή εμπορευματική παραγωγή», τότε τι ακριβώς κάνει; Είναι γεγονός ότι ο Μαρξ ασχολείται με απλούς προσδιορισμούς, ωστόσο, η αφηρημένη βαθμίδα του συνολικού συστήματος που αναλύει ο Μαρξ είναι η βαθμίδα της απλής κυκλοφορίας, όπου η προέλευση των προϊόντων τίθεται εντός παρενθέσεως, εφ’ όσον τα εμπορεύματα θεωρούνται δεδομένα. Μόνο μετά την ανάπτυξη των κατηγοριών της κυκλοφορίας μπορούμε να στραφούμε στις σχέσεις παραγωγής που υποστηρίζουν τις εμφανείς στην απλή κυκλοφορία σχέσεις ανταλλαγής. Η κρίσιμη μετάβαση στο Κεφάλαιο δεν είναι από την απλή εμπορευματική παραγωγή στην καπιταλιστική παραγωγή, αλλά από τη «σφαίρα της απλής κυκλοφορίας ή της ανταλλαγής των εμπορευμάτων» στον «απόκρυφο τόπο της παραγωγής».2 Από τη στιγμή που έχει γίνει αυτή η στροφή, η κυκλοφορία γίνεται αντιληπτή ως η σφαίρα όπου αντανακλώνται οι σχέσεις παραγωγής. Όμως, αρχίζοντας από την κυκλοφορία δεν μπορεί κανείς να την αντιληφθεί ως διαμεσολάβηση της παραγωγής. Η παρουσίαση θα πρέπει επομένως να αρχίσει με την κυκλοφορία, ως την αμεσότερη όψη του καπιταλισμού, αλλά που ταυτόχρονα είναι αφηρημένη και απροσδιόριστη. Η διαλεκτική ανάπτυξη αυτής της θέσης την προσδιορίζει περαιτέρω, μέχρις ότου γίνει αντιληπτή σε συσχέτιση με τη συγκεκριμένη ολότητα.

Η παρουσίαση του συστήματος, αρχίζοντας με μια απλή και καθορισμένη σχέση (όπως η εμπορευματική μορφή), είναι επομένως υποχρεωμένη να προβεί σε μια βίαιη αφαίρεση των άλλων σχέσεων που στην πραγματικότητα εισχωρούν σ’ αυτή τη σχέση και συμβάλλουν στη συγκρότηση της δραστικότητάς της. Μ’ αυτό τον τρόπο, στο τέλος είναι απαραίτητο να ανασυγκροτήσουμε εννοιολογικά τη σημασία της αρχής.

Ο Μαρξ άρχισε με την αξία του εμπορεύματος ως τέτοια. Όχι επειδή η αξία προϋπήρχε του κεφαλαίου, αλλά επειδή «η αξία … είναι η πιο αφηρημένη έκφραση του ίδιου του κεφαλαίου και της παραγωγής που βασίζεται σ’ αυτό».3 Ωστόσο, επειδή ακριβώς γίνεται αφαίρεση της καπιταλιστικής ολότητας, δεν είναι δυνατόν να δοθεί ένας πλήρης ορισμός της αξίας στην αρχή. Η αξία θα γίνει κατανοητή μόνο στις μορφές της ανάπτυξής της. Γίνεται περισσότερο συγκεκριμένη και προσδιορισμένη όταν οι τελευταίες αναπτύξεις ανακλαστούν και πάλι σ’ αυτήν. Για το λόγο αυτόν, όλες οι έννοιες του πρώτου κεφαλαίου του Μαρξ έχουν μόνο έναν αφηρημένο χαρακτήρα, και καθώς εκτυλίσσεται η επιχειρηματολογία, αναπτύσσονται εκεί οι σημασίες αυτών των εννοιών, μέσω της κατάλληλης θεμελίωσης στο θεωρητικό σύνολο. Η ίδια η αξία προσδιορίζεται συγκεκριμένα μόνο όταν το εμπόρευμα γίνει αντιληπτό ως προϊόν του κεφαλαίου. Περαιτέρω, αν η ίδια η «εργασία» τοποθετηθεί στο έδαφος της κεφαλαιακής σχέσης, προκύπτουν κάποιες ενδιαφέρουσες συνέπειες για το καθεστώς της κατηγορίας αυτής, οι οποίες στο πρώτο κεφάλαιο βρίσκονται μόνο σε λανθάνουσα μορφή. Το σημείο αυτό θα είναι το θέμα των επομένων ενοτήτων.

2) Σε αντίθεση με τον Mandel, τον Carchedi και άλλους, θα απορρίψουμε τη θέση ότι «η εργασία είναι αξία», και θα υποστηρίξουμε ότι η εργασία είναι «μη-αξία». Από την άλλη πλευρά,, η αξία είναι πραγμοποιημένη εργασία.

Εδώ δεχόμαστε ότι αυθεντικές αξίες προκύπτουν μόνο από μια καπιταλιστική εμπορευματική παραγωγή, και όχι από μια υποτιθέμενη «απλή εμπορευματική παραγωγή». Αυτό είναι το πλαίσιο τόσο της παρούσας επιχειρηματολογίας, όσο και αυτών που ακολουθούν.

Όπως γνωρίζουμε, ο Μαρξ επιμένει ότι το μυστικό της αξιοποίησης κατά την παραγωγή έγκειται στη διάκριση μεταξύ αυτού που αγοράζεται ή μισθώνεται, και συγκεκριμένα της εργασιακής δύναμης, η οποία εισέρχεται στην παραγωγή υπό τη μισθιακή μορφή, και της ζωντανής εργασίας, της χρήσης της εργασιακής δύναμης, που απασχολείται στη διάρκεια της παραγωγής. Αλλά, βέβαια, η διάκριση μεταξύ της αξίας και της χρήσης των εμπορευμάτων είναι ένα γενικό χαρακτηριστικό τους. Για παράδειγμα, είναι δυνατόν να διακρίνουμε το κόστος μιας μηχανής κατεργασίας από τη μηχανουργική κατεργασία, κάτι που είναι ακόμα πιο εμφανές στην περίπτωση των αυτόματων μηχανών κατεργασίας. Γιατί η «εργασία» διαφέρει από τη «μηχανουργική κατεργασία»; Σ’ ένα τυπικό εμπόρευμα (όπως μια μηχανή), η αξία του ορίζεται από τις συνθήκες παραγωγής του, ενώ η αξία χρήσης του είναι ένα γνωστό μέγεθος και η χρήση που θα της γίνει δεν ενδιαφέρει καθόλου τον πωλητή. Όμως η εργασία δεν είναι ένα τυπικό εμπόρευμα, εφ’ όσον διαφοροποιείται και στα τρία αυτά σημεία. Ο μισθός ορίζεται μέσω της ταξικής πάλης, στο πλαίσιο ενός ιστορικά δεδομένου επιπέδου διαβίωσης. Η σύμβαση απασχόλησης δεν εγγυάται εκ των προτέρων κάποια συγκεκριμένη προσφορά υπηρεσιών. Αντίθετα, οι υπηρεσίες αυτές είναι επίσης αποτέλεσμα της ταξικής πάλης στο χώρο της παραγωγής. Και τέλος, η απασχόλησή της πόρρω απέχει από το να είναι αδιάφορη για τον πωλητή: το αδιαχώριστο των εργατών από την εργασιακή τους δύναμη σημαίνει ότι η τελευταία έχει μεγάλη σημασία γι’ αυτούς. Και από τις τρεις λοιπόν απόψεις, η μισθωτή εργασία έχει μια ιδιαιτερότητα, και η εργασιακή δύναμη διαφέρει πολύ από ένα τυπικό εμπόρευμα. Επομένως, με τη μισθωτή εργασία δεν έχουμε απλά την απασχόληση της εργασιακής δύναμης ως αξίας χρήσης, αλλά μιας αξίας χρήσης που βρίσκεται ενδοφυώς σε σύγκρουση με τους κοινωνικούς της προσδιορισμούς ως βαθμίδας (moment) του κεφαλαίου.

Είναι σαφές ότι κάθε θεωρία που συσχετίζε εργασία και αξία είναι υποχρεωμένη να εξετάζει τη σχέση τους κάτω από ένα απολύτως θετικό φως. Η δραστηριότητα της εργασίας είναι άμεσα ταυτόσημη μ’ ένα ρεύμα αξίας. Η κριτική του κεφαλαίου θα πρέπει λοιπόν να έχει τη μορφή μιας αιτίασης, σύμφωνα με την οποία, παρ’ όλον ότι υπάρχει μια αντίστροφη ροή αξίας προς τους εργάτες υπό τη μορφή του μισθού, το κεφάλαιο κατευθύνει μέρος του ρεύματος στη δεξαμενή συσσωρευμένης αξίας του. Η εκμετάλλευση συνίσταται στην απαλλοτρίωση αυτής της αξίας. Όμως, κατά την άποψή μου, το πραγματικό περιεχόμενο της αξίας είναι ακριβώς απαλλοτριωμένη εργασία. Η τυπικά καπιταλιστική εκμετάλλευση της εργασίας πραγματοποιείται ακριβώς υπό τη μορφή της αξίας. Η αξία συγκροτείται μέσω της διαλεκτικής υπέρβασης της ζωντανής εργασίας, η οποία αναιρείται και συγχρόνως διατηρείται («νεκρή εργασία») ως η «ουσία» της. Αυτό σημαίνει ότι το κεφάλαιο μπορεί να συγκροτείται μόνο μ’ ένα αντιφατικό τρόπο, μέσω της απασχόλησης ενός φορέα ο οποίος αντιστέκεται στη χρησιμοποίησή του για αλλότριους σκοπούς. Με δυο λόγια, το κεφάλαιο είναι σε θέση να παράγει αξία μόνο μέσω μιας νικηφόρας ταξικής πάλης στο πεδίο της παραγωγής.

Το γεγονός αυτό έχει κάποιες συνέπειες για την εννοιακή συγκρότηση της σχέσης μεταξύ αξίας και εργασίας. Ο Ernest Mandel έφτασε μέχρι το σημείο να πει ότι «για τον Μαρξ η εργασία είναι αξία»4 – υπογραμμίζοντας το σημείο αυτό. Ωστόσο ο Mandel διαψεύδεται από τα ίδια τα γραπτά του Μαρξ: «Η εργασία ως διαδικασία … είναι η ουσία και το μέτρο της αξίας, όχι η αξία. Μόνο ως αντικειμενοποιημένη εργασία είναι αξία».5 Αλλά και στο ίδιο το Κεφάλαιο ο Μαρξ σημείωσε ότι «η εργασία δεν είναι αξία». Παρ’ όλον ότι «η εργασία δημιουργεί αξία», «καθίσταται αξία» μόνο υπό «αντικειμενική μορφή» όταν η ενσωματωμένη σ’ ένα εμπόρευμα εργασία εξισώνεται με την εργασία που είναι ενσωματωμένη σ’ ένα άλλο εμπόρευμα.6

Ωστόσο, δεν πρόκειται απλά για ένα ζήτημα εμφάνισης υπό αντικειμενοποιημένη μορφή. Σε καπιταλιστικές συνθήκες, η αντικειμενοποίηση αυτή είναι ταυτόχρονα αλλοτρίωση. Όπως γράφει ο Μαρξ, η αξία «είναι το προϊόν αλλότριας εργασίας, το αλλοτριωμένο προϊόν εργασίας».7 Η αλλοτριωμένη εργασία παράγει για λογαριασμό του κεφαλαίου. Και γι’ αυτό, το προϊόν της δεν θα πρέπει να θεωρείται αστόχαστα ως έκφραση ζωντανής εργασίας. Η νέα αξία είναι η επιτυχημένη πραγμοποίηση ζωντανής εργασίας. Για το λόγο αυτό, για μια θεωρία θεμελιωμένη στην κοινωνική μορφή της οικονομίας, η «εργασία» μπορεί να συσχετιστεί με την αξία μόνο κατά ένα αντιφατικό τρόπο.

Η διάκριση που βρίσκουμε στο Κεφάλαιο του Μαρξ μεταξύ της απασχολούμενης ζωντανής εργασίας και της αναπαράστασής της ως «νεκρής εργασίας» στην αξία του προϊόντος, τίθεται με ένα τρόπο ακόμα εντυπωσιακότερο στα Grundrisse του Μαρξ, όπου η εργασία ορίζεται ως «μη αξία», ως αυτό που στέκεται απέναντι στην αξία, αλλά από το οποίο εξαρτάται η αξιοποίηση.8 Η αξία δεν είναι η κοινωνική αναγνώριση της επιτυχίας της εργασίας να παραγάγει ένα αγαθό, αλλά της επιτυχίας του κεφαλαίου να παραγάγει ένα εμπόρευμα μέσω της αλλοτρίωσης της εργασίας.

Ο Μαρξ διακρίνει τις συνέπειες αυτής της μετάβασης από την εργασία στο κεφάλαιο, όταν γράφει στα χειρόγραφα του 1861-63 ότι η εργασία είναι «αντικειμενοποιημένη ως κεφάλαιο, ως μη-εργασία».9 Αυτό οφείλεται, γράφει ο Μαρξ, στο ότι «αυτή η διαδικασία πραγματοποίησης της εργασίας είναι ταυτόχρονα διαδικασία αποπραγματοποίησής της. Τοποθετεί τον εαυτό της αντικειμενικά, τοποθετεί όμως αυτή την αντικειμενικότητά της ως δική της ανυπαρξία [Nichtsein] ή ως το Είναι του δικού της μη-Είναι [das Sein ihres Nichtseins] – το Είναι του κεφαλαίου».10

Σε αντίθεση με την ορθόδοξη παράδοση, που θεωρεί ότι η εργασία δημιουργεί κάτι θετικό, και συγκεκριμένα την αξία, που στη συνέχεια απαλλοτριώνεται (μια θέση που θεωρείται δεδομένη από κάθε θεωρία της αξίας θεμελιωμένη βέβαια σ’ ένα μοντέλο απλής εμπορευματικής παραγωγής), διαπιστώνουμε ότι πίσω από τη θετικότητα της αξίας βρίσκεται μια διαδικασία άρνησης. Η νέα αυτή έννοια αξιοποίησης επιτρέπει μια αναδιατύπωση της εργασιακής θεωρίας της αξίας ως μιας διαλεκτικής της αρνητικότητας.

Έτσι λοιπόν, ενώ στην αρχή του Κεφαλαίου γίνεται δεκτό ότι δεν υπάρχει κανένα πρόβλημα με το ότι η εργασία εμφανίζεται ως (πραγμοποιημένη στην) αξία, ανακαλύπτουμε τώρα ότι αυτό είναι απόρροια μόνο της (μερικής και πάντα αμφισβητούμενης) επιτυχίας του αγώνα για την καθυπόταξη της εργασίας στο κεφάλαιο.

(iii) Σε αντίθεση με τον Μαρξ, τον Dussel και άλλους, θα απορρίψουμε τη θέση ότι η εργασία είναι ο «δημιουργός» αξίας, και θα υποστηρίξουμε ότι το κεφάλαιο «δημιουργεί» αξία «από» ζωντανή εργασία. Μ’ αυτό τον τρόπο, η «νεκρή εργασία» είναι η ουσία / το υλικό της αξίας.

Είδαμε ότι στο Κεφάλαιο, ο ίδιος ο Μαρξ σημειώνει ότι «η εργασία δεν είναι η ίδια αξία», δέχεται όμως ότι «η εργασία δημιουργεί αξία». Ωστόσο, υπάρχει μια υπόγεια σύγκρουση στη Μαρξική θεωρία της αξιοποίησης. Ο Μαρξ λέει δύο πράγματα: ότι η εργασία είναι η δημιουργός πηγή υπεραξίας («το γενικό αξιοδημιουργό στοιχείο»11) και ότι το κεφάλαιο είναι αυτο-αξιούμενη αξία. Δύσκολα μπορούμε να διακρίνουμε μια διαφορετική σημασία του όρου «αυτο-αξιοποίηση» πέρα από το ότι η αξία ως κεφάλαιο δημιουργεί υπεραξία, το οποίο έρχεται σε ευθεία αντίφαση με τη θέση ότι η εργασία δημιουργεί αξία.

Αν η εργασία είναι «η ζωντανή πηγή αξίας»12, το κεφάλαιο χωρίς εργασία δεν μπορεί να αξιωθεί. Το ότι το κεφάλαιο είναι η πηγή του ίδιου του κέρδους του αποτελεί μια αυταπάτη που οφείλεται στην απατηλή μορφή της «φαινομενικότητας» των πραγμάτων. Ωστόσο, όπως είδαμε μόλις προ ολίγου, η πηγή θα πρέπει να διακρίνεται κατηγορικά από το αποτέλεσμά της. Η ζωντανή εργασία από τη στιγμή της υπαγωγής της στο κεφάλαιο, αναγκαστικά επαναπροσδιορίζεται κατηγορικά. Υπάρχει λοιπόν μια μετάβαση από αυτό που αρχικά ήταν εξωτερικό, και που υπό μια έννοια παραμένει τέτοιο, σ’ αυτό που μετασχηματίζεται όταν υπαχθεί στη διαδικασία της αξιοποίησης.

Είναι σημαντικό ότι η ζωντανή εργασία, όταν υπαχθεί στις επιταγές του κεφαλαίου δεν μπορεί πλέον να θεωρείται υπεύθυνη γι’ αυτό από το οποίο είναι φτιαγμένη. Το ότι η ζωντανή εργασία είναι πηγή νέας αξίας το βρίσκω πειστικό. Το σημείο της διαφωνίας μου με τον Μαρξ έγκειται στο ότι η εργασία είναι η δημιουργός πηγή αξίας. Προτείνω να διαχωρίσουμε αυτή τη φράση: «πηγή» και «δημιουργός» είναι δύο διαφορετικά πράγματα.

Δημιουργώ υπεραξία σημαίνει παράγω κεφάλαιο χρησιμοποιώντας κεφάλαιο. Αποτελώ πηγή νέας αξίας σημαίνει ότι είμαι αυτό από το οποίο το κεφάλαιο δημιουργεί αξία. Αυτό που θεμελιώνει τον ισχυρισμό ότι η ζωντανή εργασία είναι η πηγή υπεραξίας είναι ακριβώς η υλική εξάρτηση της διαδικασίας αξιοποίησης από την εργασιακή διαδικασία. Όμως πηγή και δημιουργός δεν θα πρέπει να συγχέονται. Πηγή της ανάπτυξης του δένδρου είναι το έδαφος και η ηλιακή ενέργεια. Μπορούμε όμως να πούμε ότι το έδαφος δημιουργεί το δένδρο; Κάτι τέτοιο θα ακουγόταν παράδοξο. Υπάρχει μάλλον μια ενδοφυής δύναμη στο ίδιο το δένδρο που το αναγκάζει να αρπάζει τα θρεπτικά συστατικά έτσι ώστε να αναπτύσσεται. Άλλο παράδειγμα: Ένας καταρράκτης είναι η πηγή της ενέργειας που παράγεται υδροηλεκτρικά. Όμως, δεν «δημιουργεί» τον ηλεκτρισμό. Η δημιουργία αυτή είναι προϊόν της λειτουργίας της γεννήτριας. Θα μπορούσαμε να πούμε ότι το νερό είχε πάντα αυτή την ικανότητα, όμως μόνον όταν οι άνθρωποι το τιθάσευσαν και το εκμεταλλεύτηκαν μ’ ένα συγκεκριμένο τρόπο, αποτέλεσε την πηγή για την παραγωγή ηλεκτρισμού από μηχανές. Κατά τον ίδιο τρόπο, το κεφάλαιο τιθασεύει και εκμεταλλεύεται τη ζωντανή εργασία, έτσι ώστε να δημιουργείται αξία μέσω αυτής της πηγής ενέργειας. Αν η ζωντανή εργασία είναι η πηγή της συσσώρευσης κεφαλαίου, αυτό δεν επηρεάζει σε τίποτα τη δυναμική του κεφαλαίου ως δημιουργού αρχής.

Βεβαίως, θα ήταν θεμιτό (αλλά και πάλι αμφισβητούμενο) να υποστηρίξει κανείς ότι η εργασία δημιουργεί αξίες χρήσης (και πάλι μέσω της χρησιμοποίησης φυσικών πηγών, όπως επίσης και της δικής της ενέργειας): δεν δημιουργεί αξία, αλλά αυτό που έχει αξία. Όμως, το ότι το πλεόνασμα προϊόντος προσδιορίζεται ως υπεραξία και μάλιστα παράγεται πρωτίστως γι’ αυτό το λόγο, δεν είναι αποτέλεσμα της ζωντανής εργασίας και των στόχων της, αλλά μάλλον της αλλοτριωμένης εργασίας, της εργασίας που διευθύνεται από τις απαιτήσεις της ροπής του κεφαλαίου για συσσώρευση. Και πάλι, θα ήταν ορθότερο να υποστηρίξουμε ότι η αξία δεν είναι τίποτα άλλα πέρα από «αλλοτριωμένη, αφηρημένη εργασία», όμως ένας τέτοιος ισχυρισμός, ότι η εργασία είναι, ας πούμε, το «υλικό» της αξίας δεν αποδεικνύει ότι τη δημιούργησε, όπως ακριβώς το μάρμαρο δεν δημιούργησε το άγαλμα.

Αν έτσι έχουν τα πράγματα, αυτό από το οποίο πηγάζει η αξία δεν είναι η εργασία, αλλά η μισθωτή εργασία, δηλαδή η αλλοτριωμένη εργασία που πραγμοποιείται σε αξία. Και αυτό γιατί, αυτό που δημιουργεί αξία δεν είναι η α-ιστορική εργασιακή διαδικασία, αλλά εκείνη που βρίσκεται υπό τη διεύθυνση του κεφαλαίου, κατά την οποία το κεφάλαιο παράγει αξία μέσω της εκμετάλλευσης της εργασίας. Όταν το κεφάλαιο έχει επιτύχει την πραγματική υπαγωγή της παραγωγής στην επιταγή της αξιοποίησης, εμφανίζεται ως ο δημιουργός αξίας και υπεραξίας. Γράφει ο Μαρξ: «Το κεφάλαιο παράγει στην ουσία κεφάλαιο, και το κάνει αυτό μόνο εφ’ όσον παράγει υπεραξία.».13

(iv) Σε αντίθεση προς τις ορθόδοξες «τεχνικιστικές» αναγνώσεις του «κοινωνικά αναγκαίου χρόνου εργασίας», θα υποστηρίξω ότι ο χρόνος αυτός είναι το διάστημα κατά το οποίο το κεφάλαιο λειτουργεί υπό την αναγκαιότητα ιδιοποίησης εργασίας με σκοπό την αξιοποίησή του.

Το κεφάλαιο, καθώς πασχίζει να οργανώσει την παραγωγή, και να μεγιστοποιήσει το προϊόν της, έρχεται αντιμέτωπο με μια ειδική αναγκαιότητα: η «υποκειμενικότητα» του εργάτη θέτει μοναδικά προβλήματα στο κεφάλαιο γιατί εγείρει μια ορισμένη απροθυμία στην εκμετάλλευσή της, την οποία οι άλλοι συντελεστές παραγωγής (γη, μηχανές, υλικά) δεν επιδεικνύουν. Οι «συντελεστές» αυτοί εισέρχονται στην παραγωγή με δεδομένο και γνωστό εκ των προτέρων το παραγωγικό τους δυναμικό. Μόνο στην περίπτωση της εργασίας η παραγωγικότητα είναι αμφισβητήσιμη και αμφισβητούμενη, γνωστή μόνο στην έκβαση της εργάσιμης ημέρας. Το κεφάλαιο περιορίζεται από το βαθμό στον οποίο είναι σε θέση να εμπεδώσει την «άντληση» (Μαρξ) των υπηρεσιών εργασίας. Η συνέπεια αυτού του ειδικού χαρακτηριστικού της εργασίας είναι ότι η σχέση μεταξύ κεφαλαίου και εργασίας είναι ενδοφυώς ανταγωνιστική και υπό αυτή την έννοια δικαιούμαστε να θεωρούμε τη μισθωτή εργασία όχι τόσο ως «παραγωγική εργασία», όσο ως «αντιπαραγωγική εργασία», εφ’ όσον οι εργάτες, πραγματικά ή δυνητικά, αντιδρούν στην προσπάθεια του κεφαλαίου να τους εξαναγκάσει σε εργασία.

Ο νέος τόπος με τον οποίο κατανοώ θεωρητικά την εργασιακή θεωρία με οδηγεί στην άποψη ότι το μέγεθος της αξίας προσδιορίζεται από τον «κοινωνικά αναγκαίο χρόνο αλλοτρίωσης». Αν ο εργάσιμος χρόνος είναι ο καθοριστικός παράγων του μεγέθους της αξίας, δεν παύει να είναι, ταυτόχρονα, ένας επικαθοριζόμενος παράγων. Γιατί, αυτό που αγωνίζεται αδιάλειπτα για τη μείωση του κοινωνικά αναγκαίου χρόνου παραγωγής μέσω του εξαναγκασμού των εργατών να αυξήσουν την παραγωγικότητά τους, είναι το κεφάλαιο. Ωστόσο, δεν είναι ακόμα σαφές σε ποιο ακριβώς «κοινωνικά αναγκαίο χρόνο εργασίας» αναφέρονται τα πρώτα κεφάλαια του Κεφαλαίου. Λόγω έλλειψης οποιασδήποτε σχετικής πληροφόρησης, ο όρος αυτός γίνεται αντιληπτός υπό μια τεχνική έννοια. Όταν όμως ο εργάσιμος χρόνος οριστεί στο πλαίσιο της κεφαλαιακής σχέσης, θα πρέπει να θεωρηθεί ως η αναγκαιότητα υπό την οποία βρίσκεται το κεφάλαιο, να αντλεί εργασία από όσους υπόκεινται σε εκμετάλλευση, κάτι το οποίο επηρεάζεται από το συσχετισμό των ταξικών δυνάμεων.

Είναι προφανές εδώ ότι ο χρόνος στον οποίο αναφέρομαι εδώ περιλαμβάνει το σύνολο της εργάσιμης ημέρας, και όχι μόνο τον αποκαλούμενο «χρόνο υπερεργασίας». Στην πραγματικότητα, οι εργάτες δεν παράγουν πρώτα για τον εαυτό τους, για να έρθουν στη συνέχεια στο εργοστάσιο προκειμένου να προσφέρουν την υπερεργασία. Αντίθετα, ο χαρακτηρισμός του αναγκαίου χρόνου, όπως και του χρόνου υπερεργασίας είναι η έκβαση του αγώνα που διεξάγεται στο πεδίο της παραγωγής με αντικείμενο την εκμετάλλευση. Και η αμείωτη πίεση των εκπροσώπων του κεφαλαίου επί της εργασιακής δύναμης είναι παρούσα καθ’ όλη τη διάρκεια της ημέρας, από το πρώτο λεπτό. Εφ’ όσον το κεφάλαιο «έχει την ευθύνη» της παραγωγής, η «άντληση» της υπερεργασίας δεν μπορεί να διακριθεί από την άντληση της εργασίας γενικά, γιατί η αξία χρήσης της υφίσταται εκμετάλλευση στη διάρκεια όλης της εργάσιμης ημέρας.

Όταν ο Μαρξ έγραφε: «Το κεφάλαιο δεν είναι μόνο εξουσία επί της εργασίας, όπως πίστευε ο Ανταμ Σμιθ. Ουσιαστικά είναι εξουσία επί της απλήρωτης εργασίας»14, προσωπικά, θα προτιμούσα να αντιστρέψω το σημείο της έμφασής του. Στη θέση αυτής της διατύπωσης θα έγραφα: «το κεφάλαιο δεν είναι μόνο εξουσία επί της απλήρωτης εργασίας όπως πίστευε ο Μαρξ. Είναι κατά βάση εξουσία επί της εργασίας συνολικά, δηλαδή εξουσία επί ολόκληρης της εργάσιμης ημέρας». (Βεβαίως ο Μαρξ γνώρισε άριστα ότι ακριβώς επειδή το κεφάλαιο αποκτά την «εξουσία επί της εργασίας»μ γι’ αυτό «η καταναγκαστική αυτή σχέση … υποχρεώνει την εργατική τάξη να εργάζεται περισσότερο απ’ όσο θα απαιτείτο από το στενό κύκλο των αναγκών της».15)

Η ορθόδοξη ερμηνεία της εκμετάλλευσης και η «προσέγγιση του πλεονάσματος» μοιράζονται μια αντίληψη περί εκμετάλλευσης στο πλαίσιο της πάλης για την κατανομή του πλεονάσματος, όπως και αν το μετράμε αυτό, που θα μπορούσαμε να ονομάσουμε «μετά το θερισμό». Η θέση μου είναι ότι η πάλη για την εκμετάλλευση τοποθετείται κυρίως στην παραγωγή. Αυτό που «δημιουργεί» την αξία και την υπεραξία είναι το κεφάλαιο. Αυτό όμως το κατορθώνει μόνο μέσω της αδιάκοπης «άντλησης» υπηρεσιών εργασίας στη διάρκεια της εργάσιμης ημέρας. Μ’ αυτό τον τρόπο, αυτό που προσδιορίζει το μέγεθος της αξίας είναι ο «κοινωνικά αναγκαίος χρόνος αλλοτρίωσης». Συνακόλουθα, απορρίπτω την εργασιακή θεωρία της αξίας, όσο αυτή αφορά τη λεγόμενη «απλή εμπορευματική παραγωγή». Και την απορρίπτω γιατί δεν βλέπω πώς ο «κοινωνικά αναγκαίος χρόνος εργασίας» μπορεί να υπολογιστεί και να επιβληθεί στην περίπτωση όπου ο καθένας είναι κύριος του εαυτού του.

Ο «κοινωνικά αναγκαίος χρόνος εργασίας», που θεωρείται ως ο καθοριστικός παράγων του μεγέθους της αξίας στο πρώτο κεφάλαιο του Κεφαλαίου, θα πρέπει να επανεξεταστεί στο φως της ανακάλυψης ότι η αξία είναι η μορφή στην οποία πραγμοποιείται η εργασία ως μη-αξία. Όταν τοποθετήσουμε τον «κοινωνικά αναγκαίο χρόνο εργασίας» στην κεφαλαιακή σχέση, γίνεται προφανές ότι αυτός είναι ο χρόνος στη διάρκεια του οποίου «αντλούνται» υπηρεσίες εργασίας από τον μισθωτό. Η αξία είναι το αποτέλεσμα της αφηρημένης αλλοτριωμένης εργασίας, και το μέγεθός της προσδιορίζεται από τον χρόνο της τέτοιας (κατα)χρήσης εργασίας.

Υποστήριξα ότι οι έννοιες του πρώτου κεφαλαίου του Κεφαλαίου του Μαρξ, όπως η αξία και ο κοινωνικά αναγκαίος χρόνος εργασίας τίθενται αφηρημένα σ’ αυτό το σημείο. Καθώς αναπτύσσεται η επιχειρηματολογία, και η καπιταλιστική ολότητα γίνεται αντιληπτή με περισσότερο σύνθετους και συγκεκριμένους όρους, οι αρχικοί αυτοί «δείκτες» απαιτούν επανεξέταση. Έρχονται στο φως νέοι προσδιορισμοί, που θα πρέπει να ενσωματωθούν στις εξεταζόμενες έννοιες. Στο έδαφος του χωρισμού του εργάτη από το αντικείμενο της παραγωγικής του δραστηριότητας, εμφανίζεται η υπαγωγή των εργατών στο κεφάλαιο, και μαζί μ’ αυτήν, η απαλλοτρίωση των παραγωγικών τους δυνατοτήτων από το κεφάλαιο, που τις εκμεταλλεύεται για τους δικούς του σκοπούς.

Με δυο λόγια, το κεφάλαιο είναι το υποκείμενο της παραγωγής, που παράγει πάνω απ’ όλα τον εαυτό του, ενώ η εργασία είναι τοποθετημένη αρνητικά, ως το ακυρούμενο θεμέλιό του. Η συσσώρευση του κεφαλαίου πραγματοποιείται μόνο μέσω της αναίρεσης αυτού που ανθίσταται στη διαδικασία της αξιοποίησης, της εργασίας ως «μη αξίας».

Η αξία είναι συνακόλουθα μια δυνάμει πολιτική κατηγορία, αφού το μέγεθός της επηρεάζεται από την ταξική πάλη.

(v) Σε αντίθεση προς τους Ravenstone, Dussel και άλλους, θα απορρίψω τη θέση ότι «η εργασία είναι τα πάντα». Θα υποστηρίξω ότι ο καπιταλισμός χαρακτηρίζεται από μια «αντίφαση ουσίας», κατά το ότι τόσο το κεφάλαιο, όσο και η εργασία διεκδικούν να είναι «τα πάντα».

Ως εισαγωγή στην ενότητα αυτή θα παραθέσω ένα απόσπασμα στο οποίο ο Μαρξ σχολιάζει τις απόψεις του Ravenstone, ενός ρικαρδιανού σοσιαλιστή. Να τι γράφει ο Μαρξ:

«Η φράση του Ρικάρντο “εργασία ή κεφάλαιο” αποκαλύπτει με τον πιο λαμπρό τρόπο τόσο την εσωτερική αντίφαση στους όρους, όσο και την αφέλεια με την οποία αυτά τα δύο δηλώνονται ως ταυτόσημα … Ήταν φυσικό για τους διανοητές εκείνους που συσπειρώνονται στο πλευρό του προλεταριάτου, να αρπάξουν αυτή την αντίφαση … Η εργασία είναι η μοναδική πηγή ανταλλακτικής αξίας και ο μοναδικός ενεργός δημιουργός αξίας χρήσης. Αυτό λέτε. Από την άλλη μεριά, λέτε ότι το κεφάλαιο είναι τα πάντα και ότι ο εργάτης δεν είναι τίποτα, ή είναι ένα απλό κόστος παραγωγής του κεφαλαίου. Αναιρέσατε τον εαυτό σας. Το κεφάλαιο δεν είναι τίποτα περισσότερο από μια εξαπάτηση του εργάτη. Η εργασία είναι τα πάντα. Όσο λίγο αντιλαμβάνεται ο Ρικάρντο την ταυτότητα κεφαλαίου και εργασίας στο σύστημά του, άλλο τόσο αντιλαμβάνονται και αυτοί την αντίφαση που περιγράφουν».16

Τη φράση «η εργασία είναι τα πάντα» θα μπορούσαμε να την κατανοήσουμε και να την αντιμετωπίσουμε ως φράση του ίδιου του Μαρξ17. Ωστόσο, είναι σαφές ότι εδώ ο Μαρξ αναφέρεται στους ρικαρντιανούς σοσιαλιστές. Δεν προκύπτει ότι την υιοθετεί. Και πράγματι, δεν την υιοθετεί. Θεωρεί ότι ο ισχυρισμός αυτός είναι εξ ίσου μονόπλευρος με αυτόν των αστών θεωρητικών, που πιστεύουν ότι το κεφάλαιο είναι τα πάντα. Καμιά από τις δύο πλευρές δεν έχει αντιληφθεί ότι εδώ υπάρχει μια αντικειμενική αντίφαση. Και οι δύο ισχυρισμοί είναι αληθείς, αλλά και κανένας δεν έχει νόημα από μόνος του.

Όταν το κεφάλαιο συγκροτεί την εργασία ως μισθωτή εργασία, συγκροτεί τον εαυτό του και βάζει πλώρη για την ενδοφυή του δυναμική συσσώρευσης. Το γεγονός αυτό δεν μπορεί να εξηγηθεί στη βάση του ότι «η εργασία είναι τα πάντα», όπως ο ισχυρισμός ότι είμαι φτιαγμένος «αποκλειστικά από νερό και άνθρακα» δεν μπορεί να εξηγήσει τον κύκλο της ζωής μου. Καθώς το κεφάλαιο υποτάσσει με επιτυχία τη ζωντανή εργασία, και αναπαράγει με συνέπεια την κεφαλαιακή σχέση, έχει βάσιμο δικαίωμα να δηλώνει «είμαι τα πάντα». Η εργασιακή αυτή δύναμη θα πρέπει να ανασυγκροτηθεί στη μη καπιταλιστική οικιακή σφαίρα την οποία μπορεί να αποπέμψει ως μια δευτερεύουσα λειτουργία, που θα αντιμετωπιστεί ως μαύρο κουτί στην εμπορευματική κυκλοφορία.

Ο ισχυρισμός «τα πάντα είναι εργασία: το κεφάλαιο δεν είναι τίποτα άλλο από εργασία,»18, δεν δείχνει την πρέπουσα προσοχή στην έννοια του κεφαλαίου. Το κεφάλαιο συλλαμβάνει τη ζωντανή εργασία υπό τη μορφή της έμμισθης εργασίας και την πραγμοποιεί στην αξία των εμπορευμάτων. Στην αξία, η εργασία είναι το αντίθετο της «ζωντανής εργασίας». Ως νεκρή εργασία, είναι μάλλον αρνημένη, από-πραγματοποιημένη, και όχι πραγματοποιημένη εργασία. Αν και το κεφάλαιο δεν είναι «τίποτα άλλο από» νεκρή εργασία, έχει καταστεί αυτόνομο. Ο Μαρξ γράφει: «το κεφάλαιο παρουσιάζεται όλο και περισσότερο ως μια κοινωνική δύναμη … μια αλλοτριωμένη κοινωνική δύναμη που έχει καταστεί ανεξάρτητη και αντιμετωπίζει την κοινωνία ως πράγμα …».19 Αυτή την αντικειμενική κοινωνική δύναμη του κεφαλαίου «ο Hodgkin τη θεωρεί μια καθαρή υποκειμενική αυταπάτη που αποκρύπτει την εξαπάτηση και τα συμφέροντα των εκμεταλλευτριών τάξεων. Δεν βλέπει ότι ο τρόπος θέασης των πραγμάτων προκύπτει από την πραγματική σχέση».20

Η κεφαλαιακή σχέση είναι μια αντιφατική σχέση. Κάθε προσπάθεια ιδεολογικής αναίρεσης αυτής της αντίφασης με τον ισχυρισμό ότι «τα πάντα είναι κεφάλαιο», ή «τα πάντα είναι εργασία», θα αποδειχθεί χωρίς θεωρητική συνοχή, καθώς αποτελεί μια αναγωγιστική ερμηνεία. Η αλλοτρίωση της εργασίας και η αυτό-συγκρότηση του κεφαλαίου είναι αδιαχώριστες. Η κατανόηση του ότι η αντίφαση στην κεφαλαιακή σχέση δεν είναι μεταξύ καπιταλιστή και εργάτη (αυτή είναι απλά μια σύγκρουση) έχει ύψιστη σημασία. Η εσωτερική αντίφαση προκύπτει από το ότι τόσο το «κεφάλαιο», όσο και η «εργασία», διεκδικούν να συγκροτήσουν το σύνολο της σχέσης τους. Και εξ αυτού, «το κεφάλαιο δεν είναι τίποτα άλλο από (αλλοτριωμένη) εργασία», και «η εργασία δεν είναι τίποτα άλλο από (μεταβλητό) κεφάλαιο».

Λέγεται συχνά ότι η παραγωγική εργασία είναι η ουσία που βρίσκεται πίσω από τα επιφαινόμενα των μεταλλαγών της αξίας και της συσσώρευσης του κεφαλαίου. Ακόμα και εκεί όπου τα επιφαινόμενα αυτά δεν υποβαθμίζονται σε «απλά» επιφαινόμενα (όπως κάνουν οι σοσιαλιστές Ρικαρντιανοί), και πάλι, γίνονται συχνά αντιληπτά ως δευτερεύοντα φαινόμενα, στην καλύτερη περίπτωση ως οι ενδιάμεσες μορφές στο πλαίσιο των οποίων οι παραγωγικοί εργάτες σχετίζονται στη δεδομένη οικονομία. Ωστόσο, τα άφθονα χωρία όπου ο Μαρξ αποδίδει παραγωγική δύναμη στο κεφάλαιο θα μπορούσαν κάλλιστα να οδηγήσουν σε μια αντίθετη κατεύθυνση: στο ότι το κεφάλαιο είναι το πραγματικό υποκείμενο της παραγωγής. Στην τάση του για συσσώρευση, το κεφάλαιο θα πρέπει υποχρεωτικά να χρησιμοποιήσει εργασία και μηχανές, και σ’ αυτά διαμεσολαβεί τον εαυτόν του. Όπως γράφει ο Μαρξ, η εργασία είναι «η διαμεσολαβητική δραστηριότητα με την οποία αξιοποιείται το κεφάλαιο»21. Με δυο λόγια, η δεύτερη άποψη είναι αντιστροφή της πρώτης. Και οι δυο απόψεις είναι στην πραγματικότητα σωστές, αν και αντιφατικές. Αυτό σημαίνει απλά ότι ο καπιταλισμός χαρακτηρίζεται από μια αντίφαση ουσίας.

Ο Adorno έλεγε ότι «η αντίφαση είναι η μη-ταυτότητα με τη μορφή της ταυτότητας.»22 Ωστόσο, και οι δυο όψεις ισχυρίζονται ότι είναι αυτή η ταυτότητα, ανάγοντας η κάθε μια αυτό που δεν είναι ταυτόσημο με τον εαυτό της στο άλλο της.

Διάγραμμα 1

Η ταυτότητα του κεφαλαίου με το «άλλο» του

Μεταβλητό κεφάλαιο

σταθερό κεφάλαιο

ζωντανή εργασία

«νεκρή» εργασία

Η ταυτότητα της εργασίας με το «άλλο» της

Από μια πρώτη ματιά, η σχέση κεφαλαίου-εργασίας φαίνεται να είναι μια σχέση δυο θέσεων, όμως η καθεμία προσπαθεί να παρουσιάσει την άλλη ως μια διαφορά μέσα στον εαυτό της. Το κεφάλαιο (Κ) υποδιαιρείται στη σταθερή και μεταβλητή συνιστώσα του. Και διεκδικεί να απορροφήσει την εργασία (Ε) με τη μορφή του μεταβλητού κεφαλαίου. Αντιλαμβάνεται λοιπόν τη σχέση σαν μια σχέση με τον εαυτό του. Από την άλλη πλευρά, η ζωντανή εργασία δηλώνει ότι το κεφάλαιο δεν είναι τίποτα περισσότερο από νεκρή εργασία. Και αυτή, αντιλαμβάνεται τη σχέση σαν μια σχέση με τον εαυτό της.

Στην πραγματικότητα όμως, οι δυο αυτές αντιφατικές θέσεις διαχέονται η μια στην άλλη, έτσι ώστε η κατάφαση της (όποιας) ουσίας να οδηγεί στην εμφάνισή της με τον τρόπο μιας άρνησης. Έτσι λοιπόν, η αντικειμενοποίηση της εργασίας συμπίπτει με την απαλλοτρίωσή της, την τοποθέτησή της ως βαθμίδας του κεφαλαίου. Ενώ η υποκειμενοποίηση του κεφαλαίου εμφανίζεται ως η έσχατη εξάρτησή του, όχι μόνο από τις προσωποποιήσεις του, πχ τους μάνατζερς, αλλά και από τη δραστηριότητα της ζωντανής εργασίας.23

Καθένα απ’ τα δύο, ενσωματούμενο στο άλλο του, γίνεται κάτι διαφορετικό από αυτό που είναι. Έτσι λοιπόν, η ζωντανή εργασία είναι κάτι διαφορετικό από το κεφάλαιο, όταν όμως υπαχθεί στο κεφάλαιο, είναι ταυτόχρονα κάτι διαφορετικό από τον εαυτό της, είναι αλλοτριωμένη εργασία. Το ίδιο πράγμα συμβαίνει με το κεφάλαιο, όταν αυτό κατεβαίνει από την αυτό-αναφερόμενη «ιδεατότητα» της κυκλοφορίας στην πάλη με την υλικότητα της παραγωγής. Αλλά βέβαια, αυτή η διαδικασία αμοιβαίας μεταμόρφωσης στο άλλο είναι εξισορροπημένη. Η πάλη για την κυριαρχία έχει ως νικητή το κεφάλαιο, το οποίο επιστρέφει από τη σφαίρα της παραγωγής νικηφόρο, έχοντας καρπωθεί την υπεραξία, ενώ η ζωντανή εργασία επιστρέφει από το εργοστάσιο εξαντλημένη, και έχοντας απολέσει το προϊόν της. Η πραγματοποίηση του κεφαλαίου είναι από-πραγματοποίηση για τον εργάτη.

Η πιο πάνω αντίφαση ουσίας δεν συνεπάγεται κάποια τυπική λογική αντίφαση, γιατί μπορούμε να αρθρώσουμε προσεκτικά την έννοια της «αντιστροφής», έτσι ώστε να είναι εφικτή η ξεχωριστή ταυτοποίηση της δραστικότητας κάθε «ουσίας», αν και σε εξάρτηση και αλληλεπίδραση. Το κεφάλαιο δεν είναι τόσο ισχυρό ώστε να καταργεί τους φυσικούς νόμους, και επομένως πολλά από αυτά που συμβαίνουν στην εργασιακή διαδικασία δεν είναι δυνατόν να τροποποιηθούν ριζικά από την υπαγωγή της στη διαδικασία αξιοποίησης.

Αυτό που όντως αλλάζει είναι η κοινωνική μορφή της σχέσης παραγωγής. Ως αποτέλεσμα της αλλοτρίωσης της εργασίας, και της υπαγωγής της στο κεφάλαιο, η αντικειμενικότητα της κατάφασης της αξίας καθίσταται αυτόνομη, και αντανακλάται στην εργασιακή διαδικασία ως η «αλήθεια» της. Εκείνη ακριβώς τη στιγμή, εφ’ όσον με κάποια έννοια εξακολουθεί να είναι η αντικειμενική κοινωνική έκφραση της εργασίας, κατορθώνει να κυριαρχήσει επί της εργασίας. Η εργασία ανάγεται σ’ ένα μέσο για τη συσσώρευση του κεφαλαίου.

Στην πραγματικότητα, η αντίφαση αυτή είναι αποτέλεσμα του ότι η συνολική σχέση παραγωγής είναι αντεστραμμένη, του ότι οι παραγωγοί κυριαρχούνται από το προϊόν τους (ως αξίας, κεφαλαίου), σε βαθμό που να είναι αμφίβολο αν μπορούν να θεωρηθούν καν παραγωγοί, αναγόμενοι μάλλον σε υπηρέτες μιας παραγωγικής διαδικασίας που έχει ως πηγή της το κεφάλαιο και διευθύνεται απ’ αυτό. Ο Μαρξ θεωρεί ότι το κεφάλαιο είναι παραγωγικό, τόσο υπό την έννοια ότι οργανώνει την παραγωγή, όσο και υπό την έννοια ότι εμπεδώνει την εκμετάλλευση.24 Το κεφάλαιο, ως αξία εν κινήσει δεν διακρίνεται από τα εν κινήσει υλικά στα οποία εφαρμόζεται η εργασία. Η εργασία ενεργεί ως κεφάλαιο, όχι απλά κατ’ εντολή του. Γράφει ο Μαρξ: «Η εργασία δεν είναι μόνο η αξία χρήσης που βρίσκεται απέναντι στο κεφάλαιο, είναι η αξία χρήσης του ίδιου του κεφαλαίου».25 Η εργασία αυτή απορροφάται από το παραγωγικό κεφάλαιο και λειτουργεί ως «συνθετικό στοιχείο του κεφαλαίου»26, σχολιάζει ο Μαρξ. Όλες οι παραγωγικές δυνάμεις της εργασίας εμφανίζονται ως δυνάμεις του κεφαλαίου.

Από την άλλη πλευρά, το κεφάλαιο είναι σε θέση να παράγει μόνο επειδή μπορεί να βασίζεται στον «πράκτορά» του, την εργατική τάξη, οι παραγωγικές δυνάμεις της οποίας «μετατοπίζονται» και «μετατίθενται» στο κεφάλαιο.27 Η κατηγορία της αξίας είναι ριζωμένη ακριβώς στην πάλη του κεφαλαίου εναντίον της εργασίας για την επίτευξη αυτής της μεταφοράς των παραγωγικών της δυνατοτήτων.

Εδώ ανακύπτει μια πραγματική απορία: ποιανού ακριβώς παραγωγική δυνατότητα είναι αυτή; Δεν είναι η ίδια παραγωγική δυνατότητα που αποδίδεται τόσο στην εργασία, όσο και στο κεφάλαιο; Πράγματι αυτή είναι. Αυτό όμως δεν οφείλεται στην αμφιθυμία του θεωρητικού: προκύπτει από την αντιφατική ερμηνεία των πόλων της κεφαλαιακής σχέσης. Κατά την πρώτη περιγραφή είναι η συνδυασμένη δύναμη της εργασίας και των μηχανών. Κατά την άλλη, εξ ίσου ισχύουσα, περιγραφή, είναι η παραγωγική δύναμη του κεφαλαίου. Εξ ου και ο αναγκαίος διφορούμενος χαρακτήρας ορισμένων φράσεων, όπως: «η παραγωγική δύναμη που αναπτύσσει ο εργάτης ως κοινωνικός εργάτης είναι η παραγωγική δύναμη του κεφαλαίου».28

Εφ’ όσον οι εργάτες βρίσκονται στην «κατοχή» του κεφαλαίου και η υλική εργασιακή διαδικασία είναι ταυτόχρονα διαδικασία αξιοποίησης, το ίδιο πράγμα έχει δύο πλαίσια αναφοράς. Όμως αυτό δεν είναι απλά ζήτημα διαφορετικών τρόπων ομιλίας, ή συνύπαρξης διαφορετικών πραγματικοτήτων, είναι επίσης και ζήτημα προσδιορισμού της κάθε πλευράς που αποτυπώνει / εγχαράσσει στην άλλη τους στόχους της. Το κεφάλαιο προσδιορίζει την οργάνωση της παραγωγής. Ωστόσο, στο εγχείρημα αυτό προσκρούει σε κάποια όρια που τίθενται από το χαρακτήρα της εργασίας, των φυσικών πόρων και των μηχανών. Παρ’ όλον ότι από αυτή την άποψη, το κεφάλαιο ηγεμονεύει29, η υποταγή της εργασίας σ’ αυτό δεν μπορεί ποτέ να είναι πλήρης. Η εργασία είναι πάντα «μέσα και εναντίον» του κεφαλαίου. Παρ’ όλον ότι η παραγωγική διαδικασία έχει υπαχθεί πραγματικά στο κεφάλαιο, το πρόβλημα για το κεφάλαιο συνίσταται στο ότι χρειάζεται τη μεσολάβηση της εργασίας. Ακόμα και όταν η παραγωγική δύναμη της εργασίας έχει πραγματικά απορροφηθεί στην αντίστοιχη δύναμη του κεφαλαίου, θα πρέπει να έχουμε υπ’ όψη μας ότι ακόμα και τότε το κεφάλαιο εξαρτάται από την εργασία.

Ας προσπαθήσουμε τώρα να εξηγήσουμε με μεγαλύτερη ακρίβεια με ποιους τρόπους τόσο το κεφάλαιο, όσο και η εργασία μπορούν να ισχυρίζονται ότι είναι «τα πάντα». Το «είναι τα πάντα» συνεπάγεται ότι όλες οι σχετικές προϋποθέσεις θα πρέπει να επιβεβαιωθούν αξιωματικά ως αποτελέσματα.

Πρώτον: το κεφάλαιο. Προκειμένου να επιβεβαιώσει τις προϋποθέσεις του, κάνει τρία πράγματα:

Α) παράγει το ίδιο όλες τις προϋποθέσεις που εμφανίζονται στην εμπορευματική κυκλοφορία, δηλαδή μέσα παραγωγής και αγαθά διαβίωσης για τους εργάτες.30

Β) Υποτάσσει ολοκληρωτικά στην αξιακή μορφή εκείνες τις προϋποθέσεις, ιδίως τη γη και την εργασιακή δύναμη, που δεν μπορεί να παραγάγει το ίδιο. Αυτό στην περίπτωση της γης επιτυγχάνεται με τη μορφή της σύγχρονης έγγειας ιδιοκτησίας που διατίθεται έναντι γαιοπροσόδου. Στην περίπτωση της εργασιακής δύναμης επιτυγχάνεται στο βαθμό που αυτή παίρνει τη μισθιακή μορφή, επειδή είναι αποχωρισμένη από τις συνθήκες πραγματοποίησής της, και για το λόγο αυτό πρέπει να πουλά τον εαυτό της προκειμένου να αποκτήσει τα χρήματα για την αγορά από το κεφάλαιο των αγαθών διαβίωσης.

Γ) Υποτάσσει πραγματικά τη ζωντανή εργασία στις επιταγές της μηχανοποιημένης παραγωγής, έτσι ώστε αυτή να ενεργεί σύμφωνα με τη βούληση του κεφαλαίου.

Με δυο λόγια, ένα σύνολο προϋποθέσεων παράγεται άμεσα από το κεφάλαιο, ενώ οι δύο τελευταίες εξασφαλίζονται για το κεφάλαιο με τη διαμεσολάβηση, αντίστοιχα, της αξιακής μορφής και του συστήματος του εργοστασίου.

Δεύτερον: η εργασία. Δηλώνει ότι είναι τα πάντα, στο βαθμό που επιβεβαιώνει τις προϋποθέσεις της δικής της αποξένωσης. Έτσι λοιπόν,

Α) παράγει τους μισθούς της,

Β) αναπαράγει το σταθερό κεφάλαιο, συμπεριλαμβανομένου του ίδιου του εργοστασίου.

Γ) εξ αυτού, αναπαράγει την κεφαλαιακή σχέση.

Όπως γράφει ο Μαρξ:

«Όλα τα συνθετικά στοιχεία που πρόβαλαν απέναντι στο ζωντανό εργατικό δυναμικό σαν ξένες, εξωτερικές δυνάμεις, δυνάμεις που – κάτω από ορισμένους όρους ανεξάρτητους από το ίδιο – κατανάλωναν, ξόδευαν το εργατικό δυναμικό, τοποθετήθηκαν τώρα σαν δικό του προϊόν και αποτέλεσμα».31

Με δυο λόγια, υφίσταται ως μισθωτή εργασία και παραμένει καταδικασμένη σ’ αυτή τη μοίρα, γιατί αναπαράγει στην (αυτο-αλλοτριούμενη) δραστηριότητά της την κεφαλαιακή σχέση μέσω της υποταγής στην εκμετάλλευσή της.

Το συμπέρασμα αυτής της ενότητας είναι ότι το κεφάλαιο υπό μια έννοια ολοκληρώνει και αναπαράγει όλες τις προϋποθέσεις του, ενώ υπό μια άλλη έννοια, η ίδια αυτή η ολοκλήρωση είναι το αποτέλεσμα της αλλοτρίωσης της εργασίας. Ωστόσο, επειδή εδώ υπάρχει μια αντίφαση ουσίας, αμφότερα περνάνε στο αντίθετό τους. Η εργασία, γράφει ο Μαρξ, «είναι παραγωγική μόνο στο βαθμό που παράγει το αντίθετό της»32 – «την ύπαρξη της μη-ύπαρξής της», του κεφαλαίου ως «μη-εργασίας». Από την άλλη πλευρά, όταν παράγει το κεφάλαιο, παράγει τους «νεκροθάφτες» του, το επαναστατικό προλεταριάτο.

(vi) O χαρακτηρισμός του καπιταλισμού ως μιας «αντίφασης ουσίας» ρίχνει ένα νέο φως στο πρόβλημα του μετασχηματισμού. Το πρόβλημα αυτό δεν αποτελεί τεχνικό ζήτημα στο πλαίσιο του προσδιορισμού των τιμών, αλλά μάλλον το πεδίο ενός οντολογικού χάσματος.

Ένα μεγάλο μέρος της κριτικής εις βάρος του Μαρξ (π.χ. από τους νέο-σραφφαϊκούς) πηγάζει από την οπτική του πάντα ήδη συγκροτημένου πραγμοποιημένου συστήματος, αγνοώντας με ποιο τρόπο υποτάσσεται σ’ αυτό η ζωντανή εργασία.

Ωστόσο, η συνολική σφαίρα των αξιακών μορφών που ολοκληρώνονται ως κεφάλαιο επιβεβαιώνεται μόνο με την άρνηση αυτού που δεν είναι κεφάλαιο: ιδίως, της ζωντανής εργασίας. Το αποτέλεσμα είναι μια «αντίφαση ουσίας», η οποία δείξαμε ότι εμφανίζεται κάθε φορά που επιχειρούμε να «εντοπίσουμε» την παραγωγική εργασία στον καπιταλισμό. Δεν μπορούμε να την αποδώσουμε τελεσίδικα είτε στο κεφάλαιο, είτε στην εργασία. Το γεγονός αυτό προκύπτει από τη βασικότερη αντίφαση μεταξύ αξίας και αξίας χρήσης, των δύο άκρων, η διαλεκτική των οποίων πετυχαίνει όλο και περισσότερο συγκεκριμένες διαμεσολαβήσεις, χωρίς να φτάνει ποτέ σε μια οριστική κατάληξη.

Στην ιδεατή μορφή του, το κεφάλαιο δηλώνει ότι αποτελεί την πηγή του κέρδους του, ότι όλες οι αξίες χρήσης που θα πρέπει να αρπάξει κατά την παραγωγή είναι απλά άβουλοι φορείς του κυκλώματος του κεφαλαίου. Ωστόσο, παρ’ όλον ότι το κύκλωμα του κεφαλαίου φαίνεται να είναι απλά μια πιο πολύπλοκη μορφή της απλής κυκλοφορίας, κατά τη φάση της παραγωγής το κεφάλαιο συνδέεται με ουσιαστικό τρόπο με μια αξία χρήσης ιδιόμορφου τύπου. Πρόκειται για την υλική δυνατότητα της εργασίας να παράγει περισσότερα απ’ όσα καταναλώνει, η οποία θεμελιώνει την πιθανότητα ενός πλεονάσματος.

Ο Μαρξ υπογραμμίζει ότι τα ζητήματα της αξίας χρήσης κατέχουν εδώ κεντρική σημασία για τη θεωρία του: «Για το χρήμα ως κεφάλαιο, η ικανότητα εργασίας είναι η άμεση αξία χρήσης με την οποία καλείται να ανταλλαχθεί αυτό το ίδιο. Στην απλή κυκλοφορία, το περιεχόμενο της αξίας χρήσης ήταν αδιάφορο, και ξέφευγε από τη μορφή του οικονομικού προσδιορισμού. Εδώ αποτελεί την ουσιώδη οικονομική στιγμή».33

Η κεφαλαιακή σχέση είναι ένας ιδιόμορφος συνδυασμός τυπικής ανταλλαγής εμπορευμάτων και υλικής εκμετάλλευσης. Όπως όμως είδαμε, το κεφάλαιο ισχυρίζεται ότι απαρτίζει το σύνολο αυτής της σχέσης. Μ’ αυτό τον τρόπο, γίνεται αφαίρεση της πραγματικής πηγής κέρδους, και το κεφάλαιο ως τέτοιο λογίζεται καρποφόρο. Έτσι λοιπόν, όλα τα κεφάλαια απαιτούν ένα ανάλογο μερίδιο του κοινωνικού πλεονάσματος.

Στο βαθμό που προκύπτει ένα ομοιόμορφο ποσοστό κέρδους, που ανταμείβει εξ ίσου όλα τα κεφάλαια, συμπεριλαμβανομένων και αυτών των πιο παρασιτικών τομέων, παραμερίζονται ορισμένες σημαντικές υλικές διαφορές, και ιδίως ο κρίσιμος ρόλος που παίζουν τα βιομηχανικά κεφάλαια, που παράγουν υπεραξία «στην πρώτη γραμμή». Από αυτή την άποψη, παραγνωρίζονται από το κεφάλαιο-εν-γένει οι όποιες υλικές διαφορές (περιλαμβανομένων και των διαφορετικών συνθέσεων του κεφαλαίου), κατά την τυπική διαδικασία καθολικής αναγνώρισης όλων των συνόλων κεφαλαίου ως εξίσου άξιων.

Το περιβόητο «πρόβλημα του μετασχηματισμού» δεν συνιστά πρωτίστως το πεδίο ενός θεωρητικού ζητήματος. Προκύπτει από ένα αντικειμενικό χάσμα στην οντολογία του κεφαλαίου, τη θέση όπου η μορφή της αυτο-επιβεβαιωνόμενης αξίας συγκρούεται με το υλικό περιεχόμενο της κεφαλαιακής σχέσης. Εξ αιτίας της αντιστροφής [Verkehrung] που είναι ενδοφυής στο κεφάλαιο, αυτό δεν είναι σε θέση να συλλάβει το μέτρο της έδρασής του. Γίνεται κυριολεκτικά παράφρον [Verrückt] και υπάρχει σε μια κατάσταση άρνησης. Το χάσμα αυτό είναι ενδοφυές στο ίδιο το κεφάλαιο, από την άποψη ότι η λογική του δεν μπορεί να συλλάβει την προέλευσή του. Εξ ου και η μεταμφίεση της αξίας σε τιμή παραγωγής.

Όπως ακριβώς ο Μαρξ το 1844 χρέωσε στον Hegel μια αλλοτριωμένη σκέψη, που στοχαζόταν τον εαυτό της στο πλαίσιο της αποξένωσής της, απωθώντας την αληθινή πραγματικότητα, έτσι και το κεφάλαιο, στην αυτο-απορρόφησή του εγκλωβίζεται επίσης τόσο πολύ στην αξιακή μορφή, ώστε δεν μπορεί να συλλάβει ότι αυτή δεν αυτο-συγκροτείται αλλά στηρίζεται στην απαλλοτρίωση της ενέργειας της εργασίας και της φύσης. Το πρόβλημα και στις δυο περιπτώσεις είναι η προβληματική συνοριακή επιφάνεια με την υλική πραγματικότητα (π.χ. στην περίπτωση του κεφαλαίου, η αξία απέναντι στην αξία χρήσης).

(vii) Επειδή ο καπιταλισμός είναι μια αντίφαση ουσίας (που ανάγεται στην ασυμφιλίωτη αντίθεση μεταξύ αξίας και αξίας χρήσης) το κεφάλαιο (αξία -δι’ -εαυτό) και η εργασία (αξία χρήσης -δι’ -εαυτήν) είναι εγκλωβισμένα σε μια ασταμάτητη πάλη όπου το ένα αρνείται το άλλο).

Είδαμε ότι στην καρδιά του καπιταλισμού υπάρχει μια αντίφαση ουσίας. Ωστόσο, στο Κεφάλαιο, η εν λόγω αντίφαση αποδίδεται με τον όρο κεφαλαιακή σχέση [Kapitalverhältnis]. Αυτό υπογραμμίζει το αντικειμενικό γεγονός ότι στην αστική εποχή, ο «κύριος παράγων» της σχέσης είναι το κεφάλαιο. Μέχρι στιγμής, στον αγώνα για αυτο-επιβεβαίωση, επικρατεί το κεφάλαιο. Η διαλεκτική του ίδιου του κεφαλαίου οδηγεί κάθε πλευρά της παραγωγικής διαδικασίας υπό την επιρροή του, προλεταριοποιεί τον εργατικό πληθυσμό, και συσσωρεύει τον πλούτο μέσω της εκμετάλλευσής του. Η ίδια σχέση ιδωμένη από την αντίθετη οπτική, θα ήταν η σχέση της μισθωτής εργασίας (της αλλοτριωμένης εργασίας). Αν ο βασικός διαχωρισμός του εργάτη από το αντικείμενό του είναι λογικά και ιστορικά η προϋπόθεση του καπιταλισμού, στη συνέχεια, ο διαχωρισμός αυτός τίθεται αξιωματικά ως συνέπεια της κίνησης του ίδιου του κεφαλαίου.

Το κεφάλαιο κατακτά τον υλικό κόσμο της εργασίας και των αγαθών. Προσπαθεί να υποτάξει στο εσωτερικό των δικών του μορφικών προσδιορισμών κάθε τι ξένο προς αυτό, περιλαμβανομένης της ζωντανής εργασίας και των φυσικών δυνάμεων. Δηλώνει ότι από αυτή την άποψη, ενδέχεται τελικά να σφάλει. Ωστόσο, στο παρελθόν διόρθωσε αυτές τις δηλώσεις, αναπτύσσοντας τον πλούτο και την εξουσία του. Όταν το κεφάλαιο θέτει κάθε τι το διαφορετικό ως μια απλή ροπή της πραγματικότητάς του, επιβεβαιώνει τον εαυτό του ως μια αυτο-πανομοιότυπη ολότητα. Καθώς όμως αθροίζει τις εργασίες μόνο ως αφαιρέσεις των ίδιων, δεν είναι σε θέση να ερμηνεύσει αυτό που υπερβαίνει την έννοια που έχει το ίδιο για τον εαυτό του, τον συγκεκριμένο πλούτο της κοινωνικής εργασίας. Βασιζόμαστε σ’ αυτό που ξεφεύγει από την ολότητα, και ωστόσο τη στηρίζει, την κοινωνική εργασία, την υποκείμενη σε εκμετάλλευση πηγή της συσσωρευμένης εξουσίας του κεφαλαίου, ανεξάρτητα από το ότι αυτό επιχειρείται να διαψευστεί. Είδαμε με τον Μαρξ, ότι η ζωντανή εργασία (μορφή προσδιορισμένη ως μισθωτή εργασία) πραγματοποιείται μόνο μέσω της απο-πραγματωσής της, παράγοντας το αντίθετό της, το κεφάλαιο. Μόνο μέσω της άρνησης αυτής της άρνησης μπορεί η εργασία να απελευθερώσει τον εαυτό της, την Ανθρωπότητα και τη Φύση από τον εφιάλτη του κεφαλαίου.

Η άρνηση της εργασίας από το κεφάλαιο μπορεί να αντιστραφεί μέσω μιας δεύτερης άρνησης, μόνο αν αυτή διαχωριστεί εννοιολογικά από την υποταγή της πρώτα απ’ όλα στο κεφάλαιο, μόνο εφόσον είναι δυνατόν να διαχωρίσουμε τη ζωντανή εργασία από την ιστορικά προσδιορισμένη μορφή της ως ζωντανής εργασίας. Η παραγωγή θα πρέπει πάντα να είναι κοινωνικά διαμεσολαβημένη. Το πρόβλημα με την αξιακή μορφή είναι ότι είναι μια αλλοτριωτική και αλλοτριωμένη διαμεσολάβηση. Όμως, ανεξάρτητα από το πόσο έντονα αυτο-μεσολαβούμενη γίνεται η αξιακή μορφή, ανεξάρτητα από το πόσο απέχουν από την πραγματικότητα ορισμένοι χρηματοπιστωτικοί θεσμοί, ο άνω-κάτω κόσμος του κεφαλαίου θα πρέπει να διαμεσολαβήσει τον εαυτό του στην εργασιακή διαδικασία. Η εργασιακή διαδικασία, αντιθέτως, όσο και αν έχει παραμορφωθεί από τις απαιτήσεις της αξιοποίησης, δεν έχει ανάγκη την παρούσα διαμεσολάβησή της στην αξιακή μορφή.

Μόνο η θεώρηση αυτή μας δίνει τη δυνατότητα να κρατήσουμε την αναγκαία κριτική απόσταση από την ολότητα. Η «εργασιακή θεωρία» της κλασικής πολιτικής οικονομίας είχε το προσόν να μετατοπίσει την προσοχή της από το «είναι» της αξίας, στο «γίγνεσθαι». Ωστόσο, επειδή δεν μπόρεσαν να κρατήσουν αυτή την κρίσιμη απόσταση, η «εργασιακή θεωρία» των κλασικών παρέμεινε στα πλαίσια της ολότητας του κεφαλαίου. Μόνο η κριτική υιοθέτηση της οπτικής της ζωντανής εργασίας μας προσφέρει το χώρο για τη συγκρότηση της έννοιας της εκτόπισης του κεφαλαίου. Η πραγματικότητα αυτής της οπτικής παραμένει ιστορικά ανοικτή. Χωρίς αυτήν, η κριτική μας απέναντι στο μονοδιάστατο του κεφαλαίου θα ήταν ουτοπική, με την επιστημονική έννοια του μη-εντοπισμένου, ή ακόμα του μετατοπισμένου. Η «επαλήθευση» αυτής της κριτικής μπορεί να προέλθει μόνο από την επαναστατική πρακτική.

Βιβλιογραφία

Adorno, T.W. (1990), Negative Dialectics, London: Routledge.

Arthur, Ch.r J. (2002), The New Dialectic and Marx’s ‘Capital’ Brill Academic Publishers, Leiden.

Dussel, E. (2001), Towards an Unknown Marx: A commentary on the Manuscripts of 1861-63, London and New York: Routledge.

Mandel, E. (1990), «Karl Μarx», στο The New Palgrave: Marxian Economics, London and Basingstoke: Macmillan.

Marx K. (1975), Early writings, Harmondsworth: Penguin/NLR.

Μαρξ, Κ. (1978-α), Το Κεφάλαιο, Κριτική της Πολιτικής Οικονομίας. Τόμος πρώτος. Αθήνα: Σύγχρονη Εποχή.

Μαρξ, Κ. (1978-β), Το Κεφάλαιο, Κριτική της Πολιτικής Οικονομίας. Τόμος τρίτος. Αθήνα: Σύγχρονη Εποχή.

Μαρξ, Κ. (1983), Αποτελέσματα της άμεσης διαδικασίας παραγωγής. [VI ανέκδοτο κεφάλαιο]. Αθήνα: Α/συνέχεια.

Marx K. (1984-94), Economic Ms of 1861-63, στο Marx K. and Engels, F. Marx-Engels Collected Works, (MECW), vol. 30-34, London: Lawrence & Wishart.

Marx K. (1987), Original text of A Contribution to a Critique… of 1859, στο MECW, vol. 29.

Μαρξ, Κ. (1989), Grundrisse. Βασικές γραμμές της Κριτικής της Πολιτικής Οικονομίας. Τόμος Α΄. Πρόλογος - μετάφραση - σημειώσεις Διονύσης Διβάρης. Αθήνα: Στοχαστής.

Μαρξ, Κ. (1990), Grundrisse. Βασικές γραμμές της Κριτικής της Πολιτικής

Οικονομίας. Τόμος Β΄. Πρόλογος - μετάφραση - σημειώσεις Διονύσης Διβάρης. Αθήνα: Στοχαστής.

Μαρξ, Κ. (1991), Εμπόρευμα και χρήμα. Το πρώτο βιβλίο από την πρώτη έκδοση

  1. (1867) του «Το Κεφάλαιο, Κριτική της Πολιτικής Οικονομίας» με το παράρτημα Ι.1: Η αξιακή μορφή. Μετάφραση, εισαγωγή και σχόλια Γιώργος Σταμάτης. Αθήνα: Κριτική.

Μαρξ, Κ. (1992), Grundrisse. Βασικές γραμμές της Κριτικής της Πολιτικής Οικονομίας. Τόμος Γ΄. Πρόλογος - μετάφραση - σημειώσεις Διονύσης Διβάρης. Αθήνα: Στοχαστής.


1 Εισήγηση του συγγραφέα στο «Sixth International Conference in Economics», Economic Research Center, Middle East Technical University, Άγκυρα, 11-14 Σεπτεμβρίου 2002. Τίτλος πρωτοτύπου: «Capital and Labour». Βασίζεται στο βιβλίο του συγγραφέα: The New dialectic and Marx’s Capital (Brill Academic Publ., Leiden-Boston-Köln, 2002).

2 Μαρξ, Κ. (1978α), σσ. 188-89.

3 Μαρξ, Κ. (1990), σ. 596.

4 Μandel (1990), σ. 11.

5 Οικονομικά Χειρόγραφα 1861-63, MECW 34, σ. 71.

6 Μαρξ, Κ. (1978α), σ. 66.

7 Μαρξ, Κ. (1990), σ. 488.

8 «Nicht-Werth». Μαρξ, (1990), σ. 217.

9 Οικονομικά Χειρόγραφα 1861-63, MECW 30, σ. 115.

10 Οικονομικά Χειρόγραφα 1861-63, MECW 34, σ. 202. Αντιγράφει από τα Grundrisse, Μαρξ (1990), σ. 344.

11 Μαρξ, Κ. (1978α), σ. 558.

12 Μαρξ, Κ. (1990), σ. 217.

13 Μαρξ, Κ. (1978α), σ. 1081.

14 Μαρξ, Κ. (1978α), σ. 551.

15 Μαρξ, Κ. (1978α), σ. 324.

16 Οικονομικά Χειρόγραφα 1861-63, MECW 32, σσ. 393-94.

17 Όπως κάνει ο Enrique Dussel, στο Towards an Unknown Marx (2001), σσ. 130-31 και 190.

18 Dussel (2001) σ. 196.

19 Οικονομικά Χειρόγραφα 1861-63, MECW 33, σ. 144.

20 Οικονομικά Χειρόγραφα 1861-63, MECW 32, σ. 429.

21 Μαρξ, Κ. (1990), σ. 226.

22 Adorno, Negative dialectics, σ. 5.

23 Έτσι, το 1844 ο Μαρξ συνάγει το συμπέρασμα: «Η εργασία, η υποκειμενική ουσία της ατομικής ιδιοκτησίας ως αποκλεισμού της ιδιοκτησίας, και το κεφάλαιο, αντικειμενική εργασία ως αποκλεισμός της εργασίας, συγκροτούν την ατομική ιδιοκτησία στην αναπτυγμένη της σχέση αντίφασης: μια δυναμική επομένως σχέση, που οδηγεί προς την επίλυση». Early Writings, σ. 345.

24 Μαρξ, Κ. (1983), σ. 153.

25 Μαρξ, Κ. (1990), σ. 219.

26 Μαρξ, Κ. (1990), σ. 272.

27 Μαρξ, Κ. (1990), σ. 228.

28 Μαρξ, Κ. (1990), σ. 348.

29 Μαρξ, Κ. (1990), σ. 532.

30 Μαρξ, Κ. (1990), σ. 342 & Οικονομικά Χειρόγραφα 1861-63, MECW 34, σ. 199.

31 Μαρξ, Κ. (1990), σ. σελ. 341 & Οικονομικά Χειρόγραφα 1861-63, MECW 34, σ. 200.

32 Μαρξ, Κ. (1990), σ. 225.

33 Marx K., «Εισαγωγή στην Συμβολής στην Κριτική…», MECW 29 (1987), σ. 504.

 
< Προηγ.   Επόμ. >
Θέσεις, τριμηνιαία επιθεώρηση, 38ο έτος (1982-2020), εκδόσεις Νήσος, (Σαρρή 14, 10553, Αθήνα, τηλ-fax: 210-3250058)
Το περιεχόμενο διατίθεται ελεύθερα για μη εμπορικούς σκοπούς, υπό τον όρο της παραπομπής στην αρχική του πηγή