Η κυματοσυνάρτηση της ψυχής Εκτύπωση
Τεύχος 7, περίοδος: Απρίλιος - Ιούνιος 1984


Ή κυματοσυνάρτηση της ψυχής. (Σκέψεις πάνω στους «ανατολικούς» ανορθολογισμούς)

του Μάκη Σπαθή

1. Εισαγωγή

Ή συζήτηση πού άνοιξε μετά το άρθρο του Γιάννη Μηλιού στο 3ο τεύχος των «θέσεων», για το «νεορθόδοξο ρεύμα» και την επιρροή του μέσα στην ελληνική Αριστερά, αποκάλυψε μια αρμονική συνύπαρξη ανάμεσα σε κάποιους «νεορθόδοξους χριστιανούς», σε κάποιους υποστηρικτές του «ορθού λόγου» και σε κά­ποιους εκπροσώπους τη παραδοσιακής Αριστεράς.

Το ζήτημα αναφέρεται βεβαίως στην κρίση της Αριστεράς πού έχει φθάσει σήμερα σε τέτοιο σημείο εκφυλισμού ώστε να μπορούν να αναπαράγονται πλέον μέσα στα αριστερά κόμματα και να νομιμοποιούνται σαν αριστερές, οι πιο σκο­ταδιστικές - αντιδραστικές αντιλήψεις. Όμως ή αρμονική συνύπαρξη σκοταδι­στικών και «προοδευτικών» αντιλήψεων, μυστικισμού και «επιστημονικής σκέ­ψης», δεν αποτελεί ένα καινούργιο φαινόμενο πού συνδέεται με την εμφάνιση των «νεορθόδοξων», αλλά χαρακτηρίζει τις συνθήκες ύπαρξης και πολλών άλ­λων μορφών ανορθολογισμού πού υπήρχαν ανέκαθεν μέσα στην ελληνική κοι­νωνία, όπως και σε κάθε καπιταλιστική χώρα.

Ιδιαίτερη θέση έχουν εδώ οι «θεωρίες» πού εμπνέονται από το μυστικισμό της Ανατολής. Ή έκταση και ή απήχηση πού έχουν οι μυστικιστικές αυτές θεω­ρίες μέσα στην ελληνική κοινωνία σήμερα, αποκαλύπτεται από τον τεράστιο αριθμό των εκδόσεων μεταφυσικών και «υπερφυσικών» εντύπων πού κυκλοφο­ρούν. οι εκδόσεις αυτές πού διεκδικούν μεγάλη μερίδα του αναγνωστικού κοι­νού, και αποτελούν συνήθως μεταφράσεις μπέστ σέλερς από χώρες του δυτικού κόσμου, καλύπτουν σοβαρό μέρος των βιβλίων πού παρουσιάζονται στις διάφο­ρες εκθέσεις, και αποτελούν αποκλειστικά το μοναδικό εμπόρευμα ορισμένων βιβλιοπωλείων, πού έχουν αρχίσει να ξεφυτρώνουν με τις «πύρινες φλόγες τους» σε κεντρικά σημεία της Αθήνας. Πίσω από αυτές τις εκδόσεις, αν κοιτάξει κανείς προσεκτικά, θα ανακαλύψει πολλές φορές και ολόκληρες σχολές, με το θαυμαστό κόσμο των Γκουρού, των Μαχαρίσι, των Ραζνίς, των άποκρυφιστών, των έσωτεριστών, της φιλοσοφικής σχολής Νέα Ακρόπολη, ή των καταστημά­των πού μαζί με τις υγιεινές τροφές τους πλασάρουν και την υγιεινή ιδεολογία των πρώτων χριστιανικών Κοινοτοτήτων. Σε κάθε περίπτωση όμως υπάρχουν

δύο θεμελιακά στοιχεία πού είναι κοινά σε κάθε μυστικισμό του είδους: α) Ή προσπάθεια τους να νομιμοποιηθούν με βάση τα πορίσματα των φυσικών επι­στημών, ο ισχυρισμός τους δηλαδή ότι οι θεωρητικές τους θέσεις επιβεβαιώνον­ται από τις (μεταγενέστερες βέβαια) ανακαλύψεις της επιστήμης, β) Ό ισχυρι­σμός τους ότι κατέχουν την «πραγματικά ανθρώπινη», τη «μη αλλοτριωμένη» διέξοδο στα προσωπικά και κοινωνικά προβλήματα. Ή επιστήμη δεν είναι στην περίπτωση των ανατολικών μυστικισμών —όπως π.χ. στην περίπτωση των «νεορθόδοξων»— το συνώνυμο του ολοκληρωτισμού. Είναι μια μερική επαλή­θευση της καθολικής αλήθειας πού κατέχουν οι «φιλόσοφοι».

2. Ό μυστικισμός δεν αποτελεί προνόμιο των ανατολικών φιλοσοφιών

«Το Τάο και ή Φυσική» διερευνά τις εκπληκτικές αναλογίες ανάμεσα στις σύγ­χρονες θεωρίες της ατομικής φυσικής και στις μυστικιστικές παραδόσεις των αρχαίων θρησκειών της Ανατολής.

Ό συγγραφέας Fritzof Capra είναι ένας διάσημος επιστήμονας, ειδικευμένος στον τομέα της θεωρητικής φυσικής, και ταυτόχρονα ένας βαθύς γνώστης των ανατολικών θρησκειών, όπως ο κινέζικος Ταοϊσμός, ο Βεδικός Ινδουισμός, ο Ταντρικός Βουδισμός, καθώς και των φιλοσοφικών μυστικιστικών παραδόσεων, όπως το Ζέν και το "Ι Τσίνγκ.

Το Τάο και ή Φυσική αποτελεί μιαν αδιάψευστη μαρτυρία του αιώνιου κοσμικού χορού της ύλης και της ενέργειας, του μαγικού χορού της δημιουρ­γίας και της ύπαρξης, της καταστροφής, του θανάτου και της αιώνιας ανακύ­κλωσης της ζωής, όπως τον συνέλαβαν οι αρχαίοι ανατολίτες μυστικιστές κι όπως τον εκφράζουν σήμερα τα πιο διορατικά πνεύματα της επιστήμης».

Με τα λόγια αυτά ο εκδότης του βιβλίου «Το Τάο και ή Φυσική» προσπαθεί να προσεγγίσει το ενδιαφέρον των φίλων του είδους. Χαρακτηριστικό σημείο σ' αυτή την παρουσίαση είναι ή προσπάθεια να αποκτήσει κύρος ο μυστικισμός μέ­σα από ένα «διάσημο επιστήμονα», γέννημα - θρέμμα του δυτικού πολιτισμού. Με τρόπο μάλιστα πού δεν αρνιέται την επιστήμη στο όνομα του μυστικισμού, αλλά την αφήνει να συνυπάρχει αρμονικά, να αλληλοσυμπληρώνεται και να τον τροφοδοτεί με το κύρος της.

Αν από τη μεριά του μυστικισμού το εγχείρημα είναι απόλυτα κατανοητό, δεν είναι εντούτοις άμεσα αναγνωρίσιμη ή στάση των «διάσημων επιστημόνων», πού σπεύδουν να ταυτιστούν και να στηρίξουν με το κύρος τους τις ανατολικές φιλοσοφίες. Επιστήμονες και μυστικιστές μαζί;

Το παράδειγμα του Fritjof Capra δεν είναι βέβαια το μοναδικό, πολλοί δυτι­κοί επιστήμονες και μάλιστα με προέλευση τις θετικές επιστήμες αναλαμβάνουν κατά καιρούς να υπερασπιστούν και να προβάλουν τις πιο ακραίες μορφές αγνωστικισμού και ανορθολογισμού. Το πιο αντιπροσωπευτικό παράδειγμα αποτελεί ο Βέρνερ Χάιζενμπεργκ, ένας από τους βασικούς δημιουργούς της Σχολής της Κοπεγχάγης, πού αποδίδει την τεράστια προσφορά της Ιαπωνικής επι­στήμης στον τομέα της θεωρητικής φυσικής, στη στενή σχέση των φιλοσοφικών ιδεών της Άπω Ανατολής με το φιλοσοφικό υπόβαθρο της κβαντικής θεωρίας.

Φυσικά ο συσχετισμός αυτός δεν γίνεται ποτέ με μια διάθεση επιστημονικής έρευνας και αναζήτησης των συμβολισμών των ανατολικών φιλοσοφιών, ή των ιστορικών συνθηκών πού τις γέννησαν σε σχέση με τους συγκεκριμένους τρό­πους παραγωγής και οργάνωσης των κοινωνιών τους, δεν γίνεται δηλαδή καμιά προσπάθεια αναγωγής στην υλική τους βάση. Αντίθετα επιχειρούν να τις ανα­δείξουν όπως ακριβώς έχουν, να συσκοτίσουν το πραγματικό τους περιεχόμενο και τελικά να τις προτείνουν σαν ένα εναλλακτικό τρόπο ζωής, τόσο απέναντι στις «άλλοτριωτικές διαδικασίες της δυτικής κοινωνίας» με τον έντονο καταναλωτισμό της, όσο και κύρια απέναντι στη «βαρβαρότητα του υλισμού πού προ­τείνει ο Μαρξισμός».

Ή προσπάθεια φυσικά αυτή των υπερασπιστών του ανορθολογισμού της Ανατολής δεν διεξάγεται μέσα στους αναγνωρισμένους επίσημους κύκλους των ακαδημαϊκών σχολών της αστικής ιδεολογίας. Εκεί ή διαπάλη ανάμεσα στην αστική ιδεολογία και το Διαλεκτικό Υλισμό γίνεται με τρόπο συγκροτημένο και μεθοδικό. οι επιστημονικές κοινότητες πού αναπτύσσουν και συγκροτούν τις διάφορες εκδοχές της κυρίαρχης ιδεολογίας στηρίζονται πάνω απ' όλα στις «επι­στήμες του ανθρώπου» και δεν αφήνουν περιθώρια στο μυστικισμό να αναπτυ­χθεί στο εσωτερικό τους. Κι όταν ακόμη καταπιάνονται με ζητήματα πού έχουν προέλευση την Ανατολή, τους αφαιρούν κάθε μυστικιστικό περιεχόμενο πριν τα εντάξουν στα αντικείμενα του επιστημονικού τους ενδιαφέροντος.

Έτσι λοιπόν οι φανατικοί του είδους πού περιγράφουμε αποβάλλονται από τις επίσημες φιλοσοφικές σχολές (ή υποχρεώνονται να δουλεύουν αυστηρά «σαν επιστήμονες» μέσα σ' αυτές), αλλά όμως είναι ελεύθεροι να οργιάζουν στον απέραντο χώρο του ανορθολογισμού πού καταδυναστεύει τις συνειδήσεις των «απλών ανθρώπων». Εκεί με καλογραμμένα βιβλία πού πολλές φορές ξεπερνάνε σε κυκλοφορία και τα πιο πετυχημένα λογοτεχνήματα, είτε διηγούνται φαντα­στικές ιστορίες προσωπικών βιωμάτων με τους Ινδιάνους του Μεξικού ή τους κατοίκους κάποιου νησιού της Ινδονησίας, είτε παρουσιάζουν συγκροτημένα μια «διαφορετική στάση ζωής» δομημένη πάνω σε μια «ξεχωριστή πραγματικό­τητα» πού περιέχεται στις φιλοσοφικές αναζητήσεις των μυστικιστών, όπως π.χ. φαίνεται από το παρακάτω απόσπασμα πού ανακαλύπτει ο ανθρωπολόγος Κάρ­λος Καστανέντα στη διδασκαλία του Δον Χουάν.

«Κάθε δρόμος είναι μονάχα ένας δρόμος, και δεν είναι ντροπή, ούτε για σένα ούτε για τους άλλους, να τον εγκαταλείψεις κάποια στιγμή, αν έτσι σου υπαγο­ρεύει ή καρδιά σου... Κοίταξε κάθε δρόμο, με προσοχή κι επιφυλακτικότητα. Δοκίμασε τον όσες φορές κρίνεις εσύ πώς είναι απαραίτητο. Σκέψου και διαλογίσου πάνω σ' αυτόν. Κι ύστερα, θέσε στον εαυτό σου ένα και μόνο ερώτημα: Έχει αυτός ο δρόμος καρδιά; Αν έχει, είναι καλός, αν δεν έχει, είναι άχρηστος».

Προσωπική διέξοδος λοιπόν και ιδεολογική αναζήτηση κάποιων επιστημό­νων πού πέρα από την «ψυχρή λογική των αριθμών» αναζητούν το «δρόμο της καρδιάς τους»; Πιθανόν. Το ερώτημα όμως παραμένει: Πώς συμβιβάζεται ή επι­στημονική πρακτική με τη μυστικιστική ιδεολογία;

Γιατί βέβαια αυτό πού παρουσιάζει ενδιαφέρον σ' αυτή την ιστορία δεν είναι να παρακολουθήσει κανείς τις συγκεκριμένες αναφορές των συγγραφέων αυτών των βιβλίων για να «ξεσκεπάσει τις προθέσεις τους». Άλλα να αναδείξει τους μηχανισμούς πού επιτρέπουν την ανάπτυξη όλων αυτών των ρευμάτων ακόμη

και μέσα στις πιο αναπτυγμένες καπιταλιστικές χώρες, όπου, υποτίθεται, ο εκπαιδευτικός μηχανισμός δεν αφήνει κανέναν να ξεφύγει απ' «τα γρανάζια της δυτικής επιστήμης».

3. Ό ρόλος του εκπαιδευτικού μηχανισμού

Θα επιχειρήσουμε να διατυπώσουμε προκαταβολικά μια απάντηση στο ερώτημα πού θέσαμε στο προηγούμενο κεφάλαιο: Ό κύριος μηχανισμός πού επιτρέπει τη συνύπαρξη, ακόμα και στον ίδιο άνθρωπο, του ανορθολογισμού και του μυστι­κισμού με την επιστημονική πρακτική είναι ή ιδεολογική «απομόνωση» των επι­στημονικών εννοιών, ο αποχωρισμός τους από το γνωστικό αντικείμενο στο όποιο αναφέρονται, ή «γενίκευση» του πεδίου εφαρμογής τους και έτσι ή απογύ­μνωση τους από το επιστημονικό τους περιεχόμενο. Ή απομόνωση αυτή προ­κύπτει: α) από τα ιδεολογικά αποτελέσματα της λειτουργίας του εκπαιδευτικού μηχανισμού, β) από την παρέμβαση της ιδεολογίας του θετικισμού.

«Ωστόσο, μέσα σε τούτη τη συναυλία, ένας ΙΜΚ (ιδεολογικός μηχανισμός του κράτους) παίζει τον κυρίαρχο ρόλο, έστω κι αν δεν ακούει κανείς τη μουσι­κή του: είναι τόσο αθόρυβος! Πρόκειται για το σχολείο. Παίρνει τα παιδιά όλων των κοινωνικών τάξεων από το /νηπιαγωγείο, και ήδη από κει, με παλιές και νεώ­τερες μεθόδους, αποτυπώνει μέσα τους, επί πολλά χρόνια, ακριβώς εκείνα τα χρόνια όπου το παιδί είναι περισσότερο «τρωτό», παγιδευμένο όπως βρίσκεται ανάμεσα στην οικογένεια και το σχολείο, διάφορα «σαβουάρ φαίρ» ντυμένα με την κυρίαρχη ιδεολογία (τα γαλλικά, ή αριθμητική, ή φυσική ιστορία, οι επιστή­μες, ή φιλολογία), ή την κυρίαρχη ιδεολογία αυτή καθαυτή (ηθική, αγωγή του πολίτη, φιλοσοφία)...» (Λουί Άλτουσέρ).

Ό κοινωνικός ρόλος βέβαια του εκπαιδευτικού μηχανισμού δεν είναι προ­φανής μια και συγκαλύπτεται με τους μύθους της ουδετερότητας, της αξιοκρα­τίας, της αντικειμενικότητας, της αυτοτέλειας, της εσωτερικής δημοκρατίας και του πλουραλισμού της εκπαίδευσης. Ένα αποφασιστικό ρόλο σ' αυτή τη συγκά­λυψη παίζει ή διδασκαλία των φυσικών επιστημών και των κατακτήσεων τους μέσα από την οποία νομιμοποιείται σαν «επιστημονική» ή συνολική παρεχόμενη γνώση. Αν όμως από τη μια μεριά αυτός είναι ο ρόλος της εκπαίδευσης, και αν από την άλλη ο θετικισμός, πού αποτελεί την κυρίαρχη ιδεολογία της αστικής κοινωνίας, στην πορεία της καπιταλιστικής ανάπτυξης εκτόπισε τον ανορθολο­γισμό, ποια είναι σήμερα τα αίτια της συντήρησης του ανορθολογισμού ή των περιοδικών του εξάρσεων; (Χωρίς αυτό να σημαίνει βέβαια ότι γίνεται κυρίαρ­χος και εκτοπίζει το θετικισμό).

Ή απάντηση στο ερώτημα αυτό δίνεται με καθαρότητα από τον Ε. Balibar: «Παραδεχόμενος, όμως, lay άλογο χαρακτήρα της θρησκείας ο θετικισμός της άνοιξε ένα δρόμο τον όποιο αυτή δεν παρέλειψε να ακολουθήσει: μπορεί να ισχυρίζεται ότι ολοκληρώνει την επιστημονική γνώση πού πάντα πάσχει από την έλλειψη ενός «ψυχικού συμπληρώματος». Ό θετικισμός είναι μια πολύ πιο στέρεα —από ό,τι όλες οι προηγούμενες μορφές του ρασιοναλισμού— βάση για την ανάπτυξη του ζεύγους ρασιοναλισμός ιρασιοναλισμός, και για το σχηματι­σμό των ιρασιοναλιστικών μορφών φιλοσοφίας. Σε τελευταία ανάλυση, ή αντίθεση επιστήμη θρησκεία ή (επιστήμη αποκρυφισμός) έχει αλλάξει νόημα: Μόνο δευτερευόντως έχει ως λειτουργία να καταπολεμήσει τη θρησκεία. Κατά κύριο λόγο τείνει να αντιθέσει προς την επιστήμη την υλιστική αντίληψη της Ιστορίας και της διαλεκτικής, τις οποίες εμφανίζει σαν σύγχρονες μεταμορφώ­σεις της θρησκείας, του ανιμισμού κλπ.». (Πολίτης τεΰχ. 8).

Ή παράλληλη λοιπόν αυτή ανάπτυξη του ζεύγους θετικισμού ανορθολογι­σμού μέσα στο ίδιο το σχολείο ή η αλλαγή του νοήματος στην αντίθεση επιστή­μη αποκρυφισμός είναι πού ανοίγει τα παράθυρα για την εμφάνιση και την ανάπτυξη του μυστικισμού.

Άλλα ακόμη παρά πέρα και μέσα από καθεαυτή τη διδασκαλία των θετικών επιστημών στην εκπαίδευση, αναπαράγονται οι όροι για τη διείσδυση της μετα­φυσικής. Στην περίοδο πού εισάγονται για πρώτη φορά στη μέση εκπαίδευση ή διδασκαλία της φυσικής και των μαθηματικών και δεδομένου ότι δεν ολοκληρώ­νονται σ' αυτήν, ενώ παρουσιάζονται με αξιωματικό και αποσπασματικό τρόπο, αναπτύσσονται παράλληλα και διάφορες έκχυδαϊσμένες εκλαϊκεύσεις των επι­στημονικών κατακτήσεων, μαζί τις άγνωστικιστικές αναζητήσεις των δημιουρ­γών τους. οι εκλαϊκεύσεις αυτές πού έχουν πολλά κοινά σημεία με τις ανατολι­κές «φιλοσοφίες» παραμορφώνουν τη δημιουργική δυνατότητα της ανθρώπινης νόησης να κάνει αφαιρέσεις, αναπτύσσουν μια αρρωστημένη φαντασία και εκμε­ταλλεύονται τις έντονες απωθήσεις των ενστίκτων στο ασυνείδητο την περίοδο της εφηβείας, για να ανοίξουν τελικά το δρόμο σε κάθε είδους αναζητήσεις στη σφαίρα της μεταφυσικής και του μυστικισμού.

Αν ή οικειοποίηση των εννοιών της επιστήμης είναι δυνατή, αυτό συμβαί­νει γιατί ή παρέμβαση της θετικιστικής ιδεολογίας και ή —με βάση το θετικι­σμό— παρουσίαση των επιστημονικών εννοιών στα πλαίσια του εκπαιδευτικού μηχανισμού, έχει ήδη «απομονώσει» τις επιστημονικές έννοιες από το αντικείμε­νο στο όποιο αναφέρονται, τους έχει προσδώσει μια χρεία «καθολικότητας». Άλλωστε πρώτος ο θετικισμός έχει οικειοποιηθεί τις επιστημονικές έννοιες για «έξωεπιστημονικούς» σκοπούς: Να νομιμοποιήσει και να προσδώσει ένα χαρα­κτήρα φυσικής τάξης στο αστικό «κράτος δικαίου» και την καπιταλιστική κοι­νωνική οργάνωση.

'Έτσι λοιπόν ή εγκαθίδρυση εννοιών όπως ενέργεια, δύναμη, πεδίο, αλληλε­πίδραση, ηλεκτρομαγνητισμός, ή οι διαδικασίες της παρατήρησης του πειράματος, και της επαλήθευσης δεν περιορίζεται μόνο στην εφαρμογή τους στους νόμους της φύσης, αλλά καθώς οι όροι αυτοί αναδεικνύονται σε επίσημη ορολο­γία στη σφαίρα της παραγωγής, της διοίκησης, αλλά και της ανθρώπινης επικοι­νωνίας, γίνεται δυνατό στο μυστικισμό να επιχειρήσει κι αυτός απ' τη μεριά του τη δική του «ερμηνεία» του περιεχομένου τους: Δύναμη δεν είναι μόνο το αίτιο πού προκαλεί τη μεταβολή της κινητικής κατάστασης των σωμάτων, αλλά και ο θεός και μάλιστα ανώτερη. Ή μάζα (ύλη) μετασχηματίζεται σε ενέργεια, δηλαδή εξαϋλώνεται γίνεται πνεύμα. Τα πεδία διαμεσολαβούν αλληλεπιδράσεις στο κενό, άρα με την αυτοσυγκέντρωση ο ανθρώπινος εγκέφαλος μπορεί να εκπέμ­ψει πεδίο και μάλιστα ηλεκτρομαγνητικό.

Δεν είναι λοιπόν τυχαίο ότι στην προσπάθεια ανάδειξης του μυστικισμού, ή χρήση των εννοιών της επιστήμης διαπλέκεται με την πιο συσκοτισμένη ορο­λογία των άποκρυφιστών. "Ας παρακολουθήσουμε όμως δύο αντιπροσωπευτικά

παραδείγματα απ' αυτή την οικειοποίηση των εννοιών Όπως παρασουσιάζονται από τους συγγραφείς μυστικιστικών εντύπων.

«Ή σχέση συναίσθησης και ύλης ίσως είναι κάτι σαν τη σχέση φωτός και ύλης. Εδώ και αιώνες είναι γνωστό πώς ή ύλη επηρεάζει την κίνηση του φωτός. Αν τα αντικείμενα δεν αντανακλούσαν το φως, δεν θα μπορούσαμε να τα δούμε. και, από πάρα πολύ καιρό, ξέρουμε την αρχή της αλληλεπίδρασης. Ούτε ή πραγματικότητα της συναίσθησης αμφισβητείται. και είναι φανερό πώς επηρεά­ζεται από την ύλη του μυαλού. 'Έτσι σύμφωνα με τις αρχές της κβαντομηχανι­κής, υπάρχει αλληλεπίδραση στη σχέση συναίσθησης και μυαλού, κι έχουμε κά­θε λόγο να παραδεχτούμε πώς ή συναίσθηση μας επιδρά στον κόσμο γύρω μας και, όπως ο κόσμος αυτός περιέχει και την ύλη του μυαλού των άλλων ατόμων, ή διασύνδεση μας μ' αυτά σε κάποιο επίπεδο συναίσθησης είναι μια αναπόφευ­κτη πραγματικότητα».

Αυτά μας γράφει ο βιολόγος Lyall Watson στο βιβλίο του «Δώρα από το άγνωστο». Άλλα δεν είναι μόνος του καθώς ο Frijof Capra στο «Τάο και ή Φυσική» αποκαλύπτει επίσης τη σχέση κβαντομηχανικής και βουδισμού χωρίς την παραμικρή αμφιβολία γι' αυτό.

«Ή θεωρία των κβάντα εξαφάνισε την κλασική έννοια των χωριστών αντι­κειμένων, εισήγαγε την έννοια του συμμέτοχου στη θέση του παρατηρητή, και πιθανότητα κάποια στιγμή θ' αναγκαστεί να συμπεριλάβει και την ανθρώπινη συνείδηση στην περιγραφή του κόσμου.

Ό Βουδιστής δεν πιστεύει στην ύπαρξη ενός ανεξάρτητου ή ξεχωριστού εξωτερικού κόσμου, όπου ανάμεσα στις δυνάμεις πού τον ορίζουν θα μπορούσε να εισάγει και τον εαυτό του. Τόσο ο εξωτερικός όσο και ο εσωτερικός κόσμος είναι για το Βουδιστή οι δύο όψεις του ίδιου υφάσματος».

Μέσα λοιπόν από μια τέτοιου είδους ιδιοποίηση εννοιών της φυσικής από το μυστικισμό επιχειρείται ή ανάδειξη και ή εγκαθίδρυση ενός ανορθολογισμού πού ανοίγει τις πόρτες για κάθε είδους αντιδραστικές πρακτικές. Κι αυτό δεν γί­νεται μόνο μέσα στα πιο καθυστερημένα πολιτικά στρώματα των σύγχρονων αστικών κοινωνικών, αλλά αγγίζει και το χώρο της ίδιας της διανόησης αλλά και της Αριστεράς. Έτσι λοιπόν μπροστά στα προσωπικά αδιέξοδα πού πριμο­δοτούνται από την πολιτική και θεωρητική κρίση των οργανώσεων πού μιλάνε ακόμη στο όνομα του Μαρξισμού, π ροβολούν οι εναλλακτικές λύσεις των Γκουρού, των Μαχαρίσι, των Ραζνίς, των Ρασούληδων, των Γιανναράδων της Βυζαντινόπληκτης 'Ορθοδοξίας των Ζουράριδων και των Μοσκώφ.

4. Ή κρίση της Αριστεράς πριμοδοτεί την ανάπτυξη του μυστικισμού

Το φαινόμενο πού προσπαθούμε να περιγράψουμε σ' αυτό το άρθρο σχετίζεται περισσότερο με τα πιο αναπτυγμένα στρώματα της ελληνικής κοινωνίας, τόσο στο επίπεδο της μόρφωσης όσο και στο επίπεδο της πολιτικής τους έκφρασης. Εδώ νομίζω αξίζει να αναφερθούμε στην πολιτική και θεωρητική κρίση πού διαπερνά την ελληνική Αριστερά σήμερα. Στα τελευταία χρόνια της δικτατο­ρίας και μετά, στην περίοδο της μεταπολίτευσης, δεν υπήρχε περίπτωση να αποτολμήσει κανείς αναφορές σε κάθε είδους μυστικισμό, χωρίς να αποφύγει το χαρακτηρισμό του αντιδραστικού ή τουλάχιστον του ανόητου. Ή συσπείρωση και ή συμμετοχή, μέσα από τις οργανώσεις της Αριστεράς των πιο προχωρημέ­νων στρωμάτων της ελληνικής κοινωνίας, στις πολιτικές μορφές πού έπαιρνε ή ταξική πάλη στην περίοδο αυτή, δεν επέτρεπε τέτοιου είδους αποκλίσεις. Έτσι οι κάθε είδους Γκουρού περιορίζονταν στους στενούς κύκλους ορισμένων καθυ­στερημένων ιδεολογικά στρωμάτων, πού βρίσκονται όμως έξω από τις διαδικα­σίες του κινήματος της δεκαετίας του '70. Το μεταπολιτευτικό κίνημα όμως ήρ­θε κάποια στιγμή πού εκτονώθηκε, ο ριζοσπαστισμός των μαζών περιορίστηκε μέσα από την ανάθεση της διαχείρισης της κρίσης του ελληνικού καπιταλισμού στην ίδια την Αριστερά. Αυτή με τη σειρά της ανίκανη να κατευθύνει το κίνημα σε μια επαναστατική προοπτική, και να το αναπτύξει ιδεολογικά οπλίζοντας το με το μαρξισμό, αποκάλυψε τα όρια της. Έτσι αποδείχτηκε ή ανυπαρξία της θεωρητικής της συγκρότησης. Ή ελληνική Αριστερά έφερνε μέσα της όλη την ήττα και τον ιδεολογικό μαρασμό πού είχε εγκαθιδρύσει ή κυριαρχία του σταλι­νισμού στη δεκαετία του '30. Το κακό όμως δεν σταματάει μόνο εδώ, ή κρίση της Αριστεράς δεν εκφράζεται μόνο στο επίπεδο της θεωρίας, ή συρρίκνωση των οργανώσεων είναι πραγματικότητα, ή πολιτική της παρέμβαση έχει ελαχι­στοποιηθεί, μερικές φορές μάλιστα εξαντλείται σε μια στοιχειώδη αφισοκόλληση. Μέσα από αυτές τις διαδικασίες όμως τα μέλη της και οι οπαδοί της ξαναγυρνά­νε στο «προσωπικό» πού είχαν προηγούμενα πολιτικοποιήσει. Ή απογοήτευση από τη στράτευση θα οδηγήσει ορισμένους απ' αυτούς στην αναζήτηση της «εσωτερικής ολοκλήρωσης» και της «άμεσης επικοινωνίας» με το «Άλλο».

 
< Προηγ.   Επόμ. >
Θέσεις, τριμηνιαία επιθεώρηση, 39ο έτος (1982-2021), εκδόσεις Νήσος, (Σαρρή 14, 10553, Αθήνα, τηλ-fax: 210-3250058)
Το περιεχόμενο διατίθεται ελεύθερα για μη εμπορικούς σκοπούς, υπό τον όρο της παραπομπής στην αρχική του πηγή