Η Μαρξική θεωρία της αξίας και ο ενδογενής χαρακτήρας του χρήματος Εκτύπωση
Τεύχος 84, περίοδος: Ιούλιος - Σεπτέμβριος 2003


Η ΜΑΡΞΙΚΗ ΘΕΩΡΙΑ ΤΗΣ ΑΞΙΑΣ ΚΑΙ Ο ΕΝΔΟΓΕΝΗΣ ΧΑΡΑΚΤΗΡΑΣ ΤΟΥ ΧΡΗΜΑΤΟΣ [1]
του Γιάννη Μηλιού
Στη μνήμη της Ρούλας Αθανασίου

Στο κείμενο που ακολουθεί, αφού παρουσιάσω αρχικά τη μετακεϋνσιανή αντίληψη σχετικά με τον ενδογενή χαρακτήρα του (πιστωτικού) χρήματος, θα συνοψίσω στη συνέχεια ορισμένες από τις θέσεις που ανέπτυξα σε προηγούμενο άρθρο μου στις Θέσεις (Μηλιός 2002, βλ. επίσης Milios et al 2002). Σε αναφορά προς αυτό το πλαίσιο θα επιχειρήσω κατόπιν να τεκμηριώσω το συμπέρασμα ότι η αντίληψη σχετικά με τον «ενδογενή χαρακτήρα» του χρήματος που διατυπώθηκε και υποστηρίζεται από τους μετακεϋνσιανούς οικονομολόγους μπορεί να θεμελιωθεί με θεωρητικά συνεκτικό και συνεπή τρόπο μόνο στη βάση της Μαρξικής θεωρίας της αξίας. Η μαρξιστική επαναδιατύπωση της έννοιας της «ενδογένειας του χρήματος» επιτρέπει μια σε βάθος κριτική της «ορθόδοξης» διχοτομίας ανάμεσα στην «πραγματική» οικονομία των «υλικών» μεγεθών από τη μια μεριά και τα χρηματικά μεγέθη από την άλλη. Αμφισβητεί επομένως ένα από τα θεμέλια της κυρίαρχης νεοκλασικής οικονομικής θεωρίας.

1. Τα θεωρητικά όρια των μετακεϋνσιανών θέσεων σχετικά με τον ενδογενή χαρακτήρα του χρήματος

Σύμφωνα με τη νεοκλασική θεωρία, το χρήμα αποτελεί ένα ουδέτερο μέσο που διευκολύνει απλώς τις οικονομικές συναλλαγές, και του οποίου η ποσότητα (με όλους τους άλλους παράγοντες αμετάβλητους) μπορεί να επηρεάζει απλώς το ύψος των τιμών. Υπό αυτό το πρίσμα, η προσφορά χρήματος θεωρείται εξωγενής, υπό την έννοια ότι οι δημόσιες αρχές και ειδικότερα η Κεντρική Τράπεζα ελέγχουν πλήρως την ποσότητα του χρήματος που προσφέρεται στην οικονομία, σύμφωνα με τους στόχους πολιτικής που επιδιώκουν.

Ο Μαρξ και ο Κέυνς αντιθέτως, επέμειναν στον μη-ουδέτερο χαρακτήρα του χρήματος, καθώς αυτό δεν λειτουργεί απλώς ως μέσο συναλλαγών (που επιτρέπει να αντιμετωπιστεί η μη αντιστοιχία των αμοιβαίων αναγκών των συναλλασσομένων εμπορευματοκατόχων [2] ) , αλλά και ως απόθεμα αξίας: Το χρήμα μπορεί να κρατηθεί για μελλοντικές συναλλαγές, σε ανταπόκριση με τις προσδοκίες για το μέλλον ή την αβεβαιότητα της συγκυρίας (Milios et al 2002, Moore 1988: 207 επ.). Πέραν αυτών, οι μετακεϋνσιανοί οικονομολόγοι, ακολουθώντας την παράδοση του Ν. Kaldor, [3] διατύπωσαν την αντίληψη ότι το χρήμα δημιουργείται ενδογενώς στις σύγχρονες αναπτυγμένες οικονομίες που βασίζονται στην πίστη. (Βλ. Moore 1988, Rouseas 1992: 65-122, Itoh & Lapavitsas 1999: 207-45, Lapavitsas & Saad-Fihlo 2000, Mollo 1999, για μια συνοπτική παρουσίαση αυτών των απόψεων). Σύμφωνα με τις μετακεϋνσιανές προσεγγίσεις, η προέλευση του χρήματος είναι η οικονομική δραστηριότητα καθαυτή: Σε αντιστοιχία με τις επενδυτικές κατά κύριο λόγο δαπάνες δημιουργείται πιστωτικό χρήμα. Η διαδικασία αυτή στις περισσότερες περιπτώσεις καθορίζει την έκδοση χαρτονομίσματος από την Κεντρική Τράπεζα. Με άλλη διατύπωση, η προσφορά χρήματος προσδιορίζεται από τη ζήτηση (πιστωτικού) χρήματος.

Εντούτοις, αυτές οι προσεγγίσεις, (όπως επίσης και η παράδοση του Thomas Tooke και της Τραπεζικής Σχολής, που αντέστρεψε το βέλος αιτιότητας στη σχέση μεταξύ τιμών και ποσότητας κυκλοφορούντος χρήματος, καταρρίπτοντας έτσι την ποσοτική θεωρία του χρήματος, βλ. Milios et al 2002: 44-51, Ιωαννίδης 2003), ορίζουν το χρήμα με ημι-εμπειρικό τρόπο, πρωτίστως από τις «ιδιότητές» του (και τις εξ αυτών προκύπτουσες λειτουργίες του). [4] Καθώς, με την ανάπτυξη της καπιταλιστικής οικονομίας, το πιστωτικό χρήμα γίνεται η κύρια μορφή χρήματος, μειώνοντας τη σημασία όχι μόνο του εμπορευματικού χρήματος (πολύτιμα μέταλλα) αλλά και του χαρτονομίσματος, η δημιουργία λογαριασμών υπερανάληψης και άλλων μορφών πιστωτικών λογαριασμών από τις εμπορικές τράπεζες καθορίζει τελικώς το ύψος των ρευστών διαθεσίμων που διαθέτει η Κεντρική Τράπεζα στις εμπορικές τράπεζες. Ο Wray (2002) συνοψίζει ως εξής τη συλλογιστική των μετακεϋνσιανών οικονομολόγων:

«Σύμφωνα με την ορθόδοξη προσέγγιση, το χρήμα προκύπτει από τις αγορές, καθώς δημιουργείται από τους συναλλασσόμενους σε είδος (αντιπραγματιστές: barterers) για να μειωθούν τα κόστη συναλλαγών. Όντας πάνω απ’ όλα ένα βολικό μέσο συναλλαγής, το χρήμα δεν παίζει ρόλο ουσίας στην ορθόδοξη θεωρία –η οικονομία μας θα λειτουργούσε με ουσιαστικά τον ίδιο τρόπο ακόμα και αν επρόκειτο να καταργήσουμε το χρήμα και να επιστρέψουμε στον αντιπραγματισμό. (…) Τελικώς (…) οι περισσότερες ορθόδοξες θεωρητικές προσεγγίσεις υποθέτουν ότι το χρήμα βρίσκεται υπό των έλεγχο των “νομισματικών αρχών” –στη θεωρία αν όχι στην πράξη. (…) Σε αντιπαράθεση, οι περισσότεροι ετερόδοξοι οικονομολόγοι, συμπεριλαμβανομένων των οπαδών της θεσμικής προσέγγισης (institutionalists), υιοθετούν μια “ενδογενή” χρηματική θεωρία (…) Το χρήμα που εκδίδεται σε ιδιωτικό επίπεδο (σήμερα ως επί το πλείστον τραπεζικές καταθέσεις) εκδίδεται μόνον εφόσον ζητηθεί, δηλαδή, μόνο επειδή κάποιος έχει καταθέσει μετρητά ή επιθυμεί να συνάψει ένα δάνειο. Η τελευταία δραστηριότητα περιγράφεται από τους μετακεϋνσιανούς με τη φράση “τα δάνεια δημιουργούν καταθέσεις” διότι όταν μία τράπεζα αποδέχεται την οφειλή ενός δανειζόμενου δημιουργεί ταυτοχρόνως μια τραπεζική κατάθεση. (…) Το δεύτερο σημαντικό ζήτημα που έθεσαν οι μετακεϋνσιανοί είναι ότι “οι καταθέσεις δημιουργούν ρευστά διαθέσιμα”, αντιστρέφοντας την ερμηνεία του πολλαπλασιαστή χρήματος. (…) Ο εμπρόθεσμος και κανονικός συμψηφισμός επιταγών μεταξύ των τραπεζών δημιουργεί την απαίτηση για την Κεντρική Τράπεζα να προμηθεύει αυτομάτως τα ρευστά διαθέσιμα που απαιτούνται (…). Εάν η Κεντρική Τράπεζα αρνιόταν να καλύπτει κανονικά τις όποιες αθροιστικές ανεπάρκειες ρευστών διαθεσίμων προέκυπταν, το σύστημα πληρωμών δεν θα μπορούσε να λειτουργήσει ομαλώς. Πραγματικά, αν η Κεντρική Τράπεζα σταματούσε να δανείζει ρευστά διαθέσιμα σύμφωνα με τις προκύπτουσες ανάγκες οι επιταγές θα έμεναν ακάλυπτες. Αν δημιουργούνταν υποψίες ότι μια τράπεζα πλησίαζε στην κατάσταση έλλειψης ρευστών διαθεσίμων, οι άλλες τράπεζες θα αρνιούνταν να αποδεχθούν τις επιταγές της. Οι επιταγές αποπληρώνονται πάντα στην ονομαστική τους αξία διότι η Κεντρική Τράπεζα πιστώνει πάντοτε τους λογαριασμούς ρευστών διαθεσίμων των εμπορικών τραπεζών χωρίς να πιστοποιεί προηγουμένως ότι μια τράπεζα που εκδίδει μια επιταγή έχει επαρκή ρευστά διαθέσιμα. (…) Τέλος, οι πληρωμές προς το Δημόσιο από τους πελάτες των τραπεζών (ως επί το πλείστον πληρωμές φόρων) γίνονται επίσης με χρήση των τραπεζικών ρευστών διαθεσίμων. Φανταστείτε τα προβλήματα που θα προέκυπταν εάν η επιταγή ενός φορολογούμενου προς το Υπουργείο Οικονομικών έμενε ακάλυπτη επειδή η τράπεζα δεν θα είχε επαρκή ρευστά διαθέσιμα!».

Οι θέσεις που διατυπώνονται στο πιο πάνω απόσπασμα δεν θεμελιώνονται, όπως ήδη σημειώσαμε, με θεωρητικά συνεκτικό τρόπο (στη βάση μιας θεωρίας των καπιταλιστικών σχέσεων παραγωγής), αλλά στηρίζονται σε μοντέλα που αντλούν τις βασικές υποθέσεις τους από εμπειρικές παρατηρήσεις και επιχειρήματα: Η εμπειρική παρατήρηση διαφορετικών όψεων της οικονομίας δείχνει, σύμφωνα με τις προσεγγίσεις αυτές, ότι η αφετηρία της διαδικασίας δημιουργίας χρήματος είναι η σύναψη δανείων εκ μέρους των επιχειρήσεων, η οποία καθορίζει την αύξηση των καταθέσεων και τελικώς των τραπεζικών ρευστών διαθεσίμων. [5] Η ροή αιτίου-αποτελέσματος εκκινεί από τα (αυξανόμενα) δάνεια και μέσω των (αυξανόμενων) καταθέσεων καταλήγει στα (αυξανόμενα) ρευστά διαθέσιμα, όχι αντιστρόφως. [6]

Ο εμπειριστικός-περιγραφικός χαρακτήρας των μετακεϋνσιανών θέσεων επιτρέπει στους νεοκλασικούς θεωρητικούς να επιβεβαιώνουν τις αντίθετες θέσεις, μέσα από μια ανάλογου χαρακτήρα «θεμελίωση»: Τα ορθολογικώς δρώντα οικονομικά υποκείμενα δεν ενδιαφέρονται για τα νομισματικά αλλά για τα «πραγματικά» μεγέθη (ποσότητες και σχετικές τιμές. Η θέση αυτή βρίσκεται σε αντιστοιχία με τη μικροοικονομική θεμελίωση των «ορθόδοξων» οικονομικών). Τα δάνεια και οι καταθέσεις είναι απλώς το νομισματικό επιφαινόμενο ορθολογικών αποφάσεων και προσδοκιών, οι οποίες στοχεύουν στη δαπάνη ή αποταμίευση «πραγματικών» μεγεθών, δηλαδή συγκεκριμένων ποσοτήτων οικονομικών αγαθών. Η ζήτηση δανείων εκ μέρους των επιχειρήσεων δεν σημαίνει τίποτε περισσότερο από τη ζήτηση «παραγωγικών συντελεστών» από άλλες επιχειρήσεις ή νοικοκυριά. Με τα λόγια του Milton Friedman:

«(…) το χρήμα είναι ένα είδος περιουσιακού στοιχείου, ένας τρόπος διατήρησης πλούτου (...) Η ανάλυση της ζήτησης χρήματος εκ μέρους των βασικών μονάδων που κατέχουν τον πλούτο στην κοινωνία μας μπορεί τυπικά να εξισωθεί με την ανάλυση της ζήτησης για μια υπηρεσία κατανάλωσης» (Friedman, 1973).

Στα επόμενα τμήματα αυτού του άρθρου θα συνοψίσω τις βασικές θέσεις της Μαρξικής χρηματικής θεωρίας της αξίας και του κεφαλαίου, σε μια προσπάθεια να δείξω ότι η θεωρία αυτή επιτρέπει τη σε βάθος διερεύνηση του ζητήματος σχετικά με τον ενδογενή χαρακτήρα του χρήματος στον καπιταλιστικό τρόπο παραγωγής: Η θεωρία του χρήματος που διατύπωσε ο Μαρξ δεν θεμελιώνει απλώς τη θέση περί «ενδογένειας», αλλά επιπλέον κάνει σαφείς τις συνέπειές της, αναφορικά με τη δυναμική της διερυμένης αναπαραγωγής του συνολικού κοινωνικού κεφαλαίου.

2. Η εισαγωγή της Μαρξικής χρηματικής θεωρίας της αξίας:Η κυκλοφορία των εμπορευμάτων

Όπως έχει υποστηριχθεί εκτενώς αλλού (π.χ. Heinrich 1999, Milios et al 2002, Arthur 2002), η οικονομική θεωρία του Μαρξ δεν αποτελεί «διόρθωση» ή εξέλιξη της Ρικαρδιανής θεωρίας της αξίας, αλλά ριζική κριτική της. Η Μαρξική έννοια της αξίας δεν συμπίπτει με τη Ρικαρδιανή αξία ως «δαπανώμενη εργασία», αλλά αποτελεί μια σύνθετη έννοια, ένα θεωρητικό «κόμβο» που επιτρέπει την αποκρυπτογράφηση της κεφαλαιακής σχέσης, καθώς συνδέει τα προσίδια στον καπιταλισμό χαρακτηριστικά της εργασιακής διαδικασίας με τις αντίστοιχες μορφές εμφάνισης των προϊόντων της εργασίας. Με τον τρόπο αυτό η αξία αναδεικνύεται ως έκφραση των σχέσεων που συνέχουν τον καπιταλιστικό τρόπο παραγωγής (ΚΤΠ). Ο ΚΤΠ και η συνυφασμένη μαζί του διαδικασία καπιταλιστικής εκμετάλλευσης, ως παραγωγή και ιδιοποίηση υπεραξίας, αναδεικνύονται έτσι ως τα κατεξοχήν αντικείμενα ανάλυσης του Μαρξικού θεωρητικού συστήματος, της Κριτικής της Πολιτικής Οικονομίας (βλ. και το κείμενο των Οικονομάκη-Σωτηρόπουλου στο παρόν τεύχος των Θέσεων) .

Ο Μαρξ διαμόρφωσε επομένως μια νέα «θεωρητική επικράτεια», ένα νέο θεωρητικό «παράδειγμα» (νοούμενο ως σύστημα εννοιών και αιτιακών καθορισμών). Έδειξε ότι τα προϊόντα της εργασίας καθίστανται αξίες διότι παράγονται στο πλαίσιο της κεφαλαιακής σχέσης κυριαρχίας και εκμετάλλευσης (δηλαδή ως «προϊόντα του κεφαλαίου» βλ. Arthur 2002: 39-62). Επιπλέον, ότι η αξία αναγκαστικά εκδηλώνεται στη μορφή του χρήματος. [7] Επομένως ότι το χρήμα αποτελεί την κατεξοχήν μορφή εμφάνισης της αξίας και ως εκ τούτου του κεφαλαίου.

Αξία είναι η «ιδιότητα» που αποκτούν τα προϊόντα της εργασίας στον καπιταλισμό. Εκφράζει την ειδικώς καπιταλιστική ομογενοποίηση της εργασιακής διαδικασίας (παραγωγή για-την-ανταλλαγή και για-το-κέρδος), την οποία ο Μαρξ προσεγγίζει αρχικά μέσα από την έννοια «αφηρημένη εργασία» (Milios et al 2002: 17-23). Η αξία αποκτά υλική υπόσταση, πραγματοποιείται, στην αγορά, μέσω της ανταλλαξιμότητας του οποιουδήποτε προϊόντος εργασίας με κάθε άλλο προϊόν εργασίας, δηλαδή μέσω του χαρακτήρα τους ως εμπορευμάτων τα οποία φέρουν μια συγκεκριμένη (χρηματική) τιμή στην αγορά. Μέσα από την ανάλυση αυτή, ο Μαρξ εμφατικά επέμενε σε όλο του το έργο ότι η αξία αποτελεί έκφραση των σχέσεων που χαρακτηρίζουν αποκλειστικά τον καπιταλιστικό τρόπο παραγωγής. [8]

Η αξία προκύπτει από την αφηρημένη εργασία, η οποία εντούτοις δεν αποτελεί ένα εμπειρικώς απτό και επομένως άμεσα μετρήσιμο μέγεθος. Προκύπτει εμπειρικά η αξία μόνο κατά τη διαδικασία της ανταλλαγής και εκφράζεται στην τιμή:

«Ο κοινωνικός χρόνος εργασίας υπάρχει, ούτως ειπείν, μόνο σε λανθάνουσα κατάσταση σε αυτά τα εμπορεύματα και εκδηλώνεται κατά πρώτον στη διαδικασία ανταλλαγής τους (...) Η εν γένει κοινωνική εργασία δεν είναι επομένως έτοιμη προϋπόθεση, αλλά δημιουργούμενο αποτέλεσμα» (MEGA 1980: 123).

Ο Μαρξ εκκινεί την ανάλυσή του για την αξία (και τον ΚΤΠ) από την ανάλυση της κυκλοφορίας των εμπορευμάτων. Για να μπορέσει να αποκρυπτογραφήσει τη μορφή εμφάνισης της αξίας ως χρήμα, ο Μαρξ εισάγει το σχήμα της «απλής, μεμονωμένης ή τυχαίας μορφής της αξίας», στο οποίο φαινομενικώς μια ποσότητα εμπορεύματος ανταλλάσσεται με μια διαφορετική ποσότητα ενός άλλου εμπορεύματος:

χ Εμπόρευμα Α = ψ Εμπόρευμα Β

Οι Κλασικοί οικονομολόγοι θεωρούσαν ότι όλες οι συναλλακτικές πράξεις στην αγορά μπορούν να αναχθούν σε τέτοιες απλές σχέσεις ανταλλαγής, τις οποίες αντιλαμβάνονταν ως σχέσεις αντιπραγματισμού.

Ο Μαρξ δείχνει εντούτοις ότι στο σχήμα αυτό δεν έχουμε την ανταλλαγή ανάμεσα σε δύο εμπορεύματα με προϋπάρχουσες ίσες αξίες (μετρούμενες ως ποσότητα εργασίας που δαπανήθηκε για την παραγωγή τους). Αντίθετα, έχουμε μόνον ένα εμπόρευμα (το εμπόρευμα Α, το οποίο καταλαμβάνει τη θέση της σχετικής αξιακής μορφής) , η αξία του οποίου μετράται σε μονάδες ενός χρήσιμου πράγματος (μιας διαφορετικής από αυτό αξίας χρήσης), του Β. Το Β καταλαμβάνει τη θέση του ισοδυνάμου και λειτουργεί ως ο μετρητής της αξίας του εμπορεύματος Α. Το ισοδύναμο αυτό (εν προκειμένω το Β) δεν αποτελεί ένα σύνηθες εμπόρευμα (ενότητα αξίας χρήσης και ανταλλακτικής αξίας) , αλλά απλώς εισέρχεται στη σχέση για να μετρήσει την αξία του Α, αποτελεί το «χρήμα» του εμπορεύματος Α. Έτσι το Α, ως εμπόρευμα (συνεπώς ανταλλακτική αξία) εκφράζει την αξία του στο ισοδύναμο Β. [9] Αντίθετα, η αξία του ισοδυνάμου (του B) δεν μπορεί να εκφραστεί, δεν υφίσταται στον κόσμο της εμπειρικής πραγματικότητας:

«Μόλις όμως το εμπόρευμα σακάκι πάρει τη θέση του ισοδυνάμου στην έκφραση της αξίας, το μέγεθος της αξίας του δεν παίρνει κανενός είδους έκφραση σαν μέγεθος αξίας. Πιο σωστά φιγουράρει στην εξίσωση της αξίας μόνο σαν ορισμένη ποσότητα ενός πράγματος» (Μαρξ 1978-α: 70).

Προκύπτει επομένως ότι η «απλή μορφή της αξίας» δεν αποτελεί μια ισότητα με τη μαθηματική έννοια ή μια συνήθη ισοδυναμία, (γεγονός που θα συνεπαγόταν ότι ψ Εμπόρευμα Β = χ Εμπόρευμα Α). Αντίθετα χαρακτηρίζεται από μια «πολικότητα», από το γεγονός δηλαδή ότι κάθε «πόλος» της ισότητας κατέχει μια ποιοτικά διαφορετική θέση και λειτουργία από τον άλλο, έτσι ώστε, από μαθηματική άποψη, να μην ισχύει η αντιμεταθετική ιδιότητα (αν α=β => β=α). Η «πόλωση» αυτή είναι απόρροια του ότι η αξία του εμπορεύματος (ως περιεχόμενο ή ουσία απορρέουσα από την καπιταλιστικώς δαπανηθείσα εργασία) εκδηλώνεται (υπάρχει εμπειρικά) μόνοστην ανταλλακτική σχέσητων εμπορευμάτων, στην ανταλλακτική αξία.

Συμπερασματικά, η απλή αξιακή μορφή δηλώνει αποκλειστικά ότι χ μονάδες του εμπορεύματος Α είναι αξίας ψ μονάδων του ισοδυνάμου Β, ή:

Μία μονάδα εμπορεύματος Α είναι αξίας ψ/χ μονάδων του ισοδυνάμου Β. (Εκφράζεται μόνο η αξία του εμπορεύματος Α σε μονάδες του ισοδυνάμου Β. Το ισοδύναμο Β στη σχέση αυτή δεν έχει ανταλλακτική αξία [άρα δεν αποτελεί εμπόρευμα ], αλλά είναι ο «μετρητής αξίας» [«το χρήμα»] του Α).

Από την ανάλυση της απλής αξιακής μορφής, ο Μαρξ μπορεί πλέον πολύ εύκολα να αποκρυπτογραφήσει τη χρηματική μορφή. Για το σκοπό αυτό χρησιμοποιεί δύο ενδιάμεσα νοητικά σχήματα, την ολική ή ανεπτυγμένη και τη γενική μορφή της αξιακής έκφρασης.

Το δεύτερο σχήμα σε αυτή τη σειρά ανάπτυξης της αξιακής μορφής (η γενική μορφή της αξίας) χαρακτηρίζεται από την ύπαρξη ενός και μόνο ισοδυνάμου στο οποίο όλα τα εμπορεύματα εκφράζουν την αξία τους. Κάθε εμπόρευμα βρίσκεται λοιπόν πάντα στη σχετική αξιακή θέση και μόνον ένα πράγμα («εμπόρευμα») στη θέση του ισοδυνάμου, αποτελώντας έτσι το γενικό ισοδύναμο (Μαρξ 1978-α: 82).

Το πρώτο βασικό χαρακτηριστικό του χρήματος είναι ότι αποτελεί το γενικό ισοδύναμο. Επομένως, η σχέση γενικής ανταλλαξιμότητας των εμπορευμάτων εκφράζεται (αποκτά υλική υπόσταση) μόνο μέσω του χρήματος (γενικού ισοδυνάμου), δηλαδή όχι αμέσως (αντιπραγματισμός) αλλά με τη διαμεσολάβηση του χρήματος.

Η Μαρξική θεώρηση δεν αναπαράγει λοιπόν το κλασικό (και νεοκλασικό) μοντέλο του αντιπραγματισμού (της ανταλλαγής εμπορεύματος με εμπόρευμα), καθότι θεωρεί ότι η ανταλλαγή αναγκαστικά διαμεσολαβείται από το χρήμα. Το χρήμα ερμηνεύεται ως αναγκαίο-ενδογενές στοιχείο των καπιταλιστικών οικονομικών σχέσεων.

«Δεν κατέχουν λοιπόν τα εμπορεύματα τη μορφή άμεσης αμοιβαίας ανταλλαξιμότητας, ή η κοινωνικά έγκυρη μορφή τους είναι μια [μορφή] διαμεσολαβημένη» (Μαρξ 1991: σ. 68).

Στο θεωρητικό σύστημα του Μαρξ δεν μπορεί να υπάρξει κανένα άλλο μέτρο (ή μορφή εμφάνισης) της αξίας. Το ουσιώδες χαρακτηριστικό της «οικονομίας της αγοράς» (του καπιταλισμού) είναι επομένως όχι απλώς η ανταλλαγή εμπορευμάτων (όπως υποστήριζαν οι κυρίαρχες θεωρίες), αλλά και η χρηματική κυκλοφορία και το χρήμα.

Το γεγονός ότι ακόμα και η απλούστερη πράξη, αυτή της ανταλλαγής δύο εμπορευμάτων πρέπει να γίνει κατανοητή ως μια διαδικασία αποτελούμενη από δύο διαδοχικές πράξεις εγχρήματης συναλλαγής, μιας πώλησης που ακολουθείται από μία αγορά, σύμφωνα με τον τύπο Ε-Χ-Ε (όπου το Ε συμβολίζει το εμπόρευμα και το Χ το χρήμα) επιτρέπει την κατανόηση ενός θεμελιώδους ενδοφυούς χαρακτηριστικού της «οικονομίας της αγοράς»: τη ροπή του χρήματος να ανεξαρτοποιείται από το ρόλο του ως μέσου ανταλλαγής και μέτρου των τιμών, την τάση να λειτουργεί ως «αυτοσκοπός»: από τη μια μεριά στην περίπτωση του «θησαυρισμού» (π.χ. ως αποτέλεσμα μιας πώλησης η οποία δεν ακολουθείται από μια αγορά: Ε-Χ), και από την άλλη στην περίπτωση που το χρήμα λειτουργεί ως «μέσο πληρωμής», όταν ο αγοραστής εμφανίζεται στην πράξη Χ-Ε ως «οφειλέτης», «σαν απλός εκπρόσωπος χρήματος ή σαν εκπρόσωπος μελλοντικού χρήματος» (Μαρξ 1978-α: 148).

«Η κυκλοφορία των εμπορευμάτων δεν διαφέρει μόνο τυπικά, μα και ουσιαστικά από την άμεση ανταλλαγή προϊόντων. (...) Για τον λόγο αυτό το προτσές της κυκλοφορίας δεν σβήνει όταν οι αξίες χρήσης αλλάζουν θέσεις και χέρια όπως γίνεται στην άμεση ανταλλαγή προϊόντων (...) Η κυκλοφορία εκκρίνει διαρκώς χρήμα. Δεν υπάρχει πιο ηλίθιο πράγμα από το δόγμα που λέει ότι η κυκλοφορία των εμπορευμάτων προϋποθέτει την αναγκαία ισορροπία των πουλήσεων και των αγορών, επειδή κάθε πούληση είναι και αγορά και vice versa. (…) Κανένας δεν μπορεί να πουλήσει χωρίς να αγοράσει κάποιος άλλος. Μα κανένας δεν είναι υποχρεωμένος να αγοράσει αμέσως γιατί πούλησε ο ίδιος. Η κυκλοφορία των εμπορευμάτων σπάει τους χρονικούς, τοπικούς και ατομικούς φραγμούς της άμεσης ανταλλαγής προϊόντων ακριβώς επειδή διασπά σε δύο αντίθετες πράξεις, σε πούληση και αγορά, την άμεση ταυτότητα που υπάρχει ανάμεσα στο δόσιμο του δικού του προϊόντος και στο πάρσιμο σε αντάλλαγμα του ξένου» (Μαρξ 1978-α: 124-26).

Οι θέσεις που παρουσιάσαμε παραπάνω παραπέμπουν σε δύο συμπεράσματα που είναι σημαντικά για τη συζήτηση σχετικά με την ενδογένεια του χρήματος:

1) Σε μια «χρηματική οικονομία» (στον καπιταλισμό), το χρήμα δεν αποτελεί «numeraire». Αυτό σημαίνει ότι το χρήμα λειτουργεί ως μέτρο των αξιών όχι επειδή κατέχει ήδη μια κοινή και προϋπάρχουσα διάσταση με τα εμπορεύματα, αλλά επειδή αποτελεί τη μορφή εμφάνισης της αξίας, εκφράζει τη διάσταση της αξίας στο επίπεδο της εμπειρικής πραγματικότητας: «Το χρήμα δεν έχει τιμή: το χρήμα είναι η τιμή» (Arthur 2002: 100). Το χρήμα είναι η «υλική ενσάρκωση» των κοινωνικών σχέσεων που χαρακτηρίζουν τον ΚΤΠ. [10] Με τη διατύπωση του Μαρξ:

«Φάνηκε στην πορεία της παρουσίασής μας το πώς η αξία, που εμφανίζεται σαν αφαίρεση, είναι δυνατή σαν τέτοια αφαίρεση μόνο από τη στιγμή που έχει τοποθετηθεί το χρήμα» (Μαρξ 1990: 596).

2) Εφόσον καμιά οικονομική δραστηριότητα δεν είναι εφικτή χωρίς τη μεσολάβηση του χρήματος (τουλάχιστον ως «λογιστικής μονάδας»), ενώ από την άλλη, το χρήμα, λειτουργώντας ως απόθεμα αξίας μπορεί ανά πάσα στιγμή να «αποκοπεί» από την παραγωγή και κυκλοφορία των εμπορευμάτων, θα πρέπει να θεωρήσουμε το χρήμα ως σχετικά ανεξάρτητο από την παραγωγή και κυκλοφορία των εμπορευμάτων [11] . Το αντίστροφο δεν αληθεύει: Η παραγωγή και κυκλοφορία των εμπορευμάτων περιέχει, ή μάλλον προϋποθέτει, το χρήμα. Με τη διατύπωση του Μαρξ,

«ο κοινωνικός χαρακτήρας της εργασίας εμφανίζεται ως η χρηματική ύπαρξη του εμπορεύματος και, επομένως, σαν ένα πράγμα έξω από την πραγματική παραγωγή» (Μαρξ 1978-β: 650).

3. Το χρήμα ως κεφάλαιο

Το αντικείμενο της ανάλυσης του Μαρξ είναι, όπως ήδη είπαμε, ο καπιταλιστικός τρόπος παραγωγής (ΚΤΠ). Η μέθοδος που χρησιμοποιεί ο Μαρξ για να φέρει σε πέρας το θεωρητικό του έργο είναι η «σταδιακή οικοδόμηση» εννοιών, μέσα από τη μετάβαση σε διαφορετικά επίπεδα θεωρητικής αφαίρεσης και με τη συνεχή εισαγωγή νέων προσδιορισμών σε αυτές τις έννοιες (Arthur 2002: 33 επ.). [12] Γίνεται επομένως κατανοητό ότι για τη θεωρία του χρήματος που ανέπτυξε ο Μαρξ η έννοια του «γενικού ισοδυνάμου» δεν μπορεί να είναι η τελική, αλλά μια διάμεση, προσωρινή και ακόμη «ανώριμη» έννοια, στην όλη πορεία της ανάλυσης. Το ίδιο ισχύει και για τη σφαίρα της κυκλοφορίας των εμπορευμάτων, η οποία σύμφωνα με τον Μαρξ αποτελεί το εξωτερικό περίβλημα ή την επιφάνεια της συνολικής καπιταλιστικής οικονομίας. Η σφαίρα της κυκλοφορίας αποτελεί δομικό χαρακτηριστικό του ΚΤΠ, δεν χαρακτηρίζει κανένα άλλο τρόπο παραγωγής. [13]

Είδαμε ότι ήδη από τη στιγμή που εισάγει την έννοια του χρήματος ως γενικού ισοδυνάμου, ο Μαρξ εμμένει στην άποψη ότι το χρήμα δεν παίζει μόνο το ρόλο του «μέτρου» ή του «μέσου», αλλά ότι τείνει να λειτουργήσει ως «αυτοσκοπός» (αποθησαυρισμός, μέσο πληρωμής, παγκόσμιο χρήμα). Εδώ έχουμε να κάνουμε με την εισαγωγή της έννοιας του χρηματικού κεφαλαίου, με την (προσωρινή και ακόμα «ανώριμη») έννοια του κεφαλαίου: χρήμα που λειτουργεί ως αυτοσκοπός.

Για να μπορέσει να λειτουργήσει ως αυτοσκοπός, το χρήμα πρέπει να κινείται στη σφαίρα της κυκλοφορίας σύμφωνα με το σχήμα Χ – Ε – Χ. Εντούτοις, λόγω του ομογενούς χαρακτήρα του χρήματος, το σχήμα αυτό στερείται νοήματος [14], εκτός από την περίπτωση που περιγράφει μια ποσοτική μεταβολή, δηλαδή μια αύξηση στο μέγεθος της αξίας: Ο σκοπός αυτής της κίνησης δεν μπορεί να είναι τίποτε άλλο παρά η συνεχής δημιουργία επιπλέον-χρήματος. Τα σχήμα γίνεται επομένως Χ – Ε – Χ΄ όπου το Χ΄ συμβολίζει το Χ+ΔΧ.

Εντούτοις, το χρήμα μπορεί να λειτουργήσει ως τέτοιος «αυτοσκοπός» μόνο στην περίπτωση που έχει κυριαρχήσει πάνω στη σφαίρα παραγωγής και την έχει ενσωματώσει στην κυκλοφορία του, Χ – Ε – Χ΄, δηλαδή όταν λειτουργεί ως κεφάλαιο. Η εκμετάλλευση της εργασίας στη σφαίρα παραγωγής συνιστά έτσι την πραγματική προϋπόθεση για αυτή την ενσωμάτωση της παραγωγής στην κυκλοφορία του χρήματος «ως αυτοσκοπού». Με τον τρόπο αυτό, «η χρηματική κυκλοφορία οδηγεί (...) στο κεφάλαιο» (Μαρξ 1990: 596).

Ο Μαρξ διατύπωσε και ανέπτυξε τη θεωρία του κεφαλαίου με βάση την έννοια της αξίας. Το κεφάλαιο είναι αξία την οποία έχουν ιδιοποιηθεί οι καπιταλιστές. Επειδή ακριβώς αποτελεί αξία, το κεφάλαιο εμφανίζεται ως χρήμα και εμπορεύματα. Είναι, ωστόσο, συγκεκριμένα εμπορεύματα, εκείνα τα οποία λειτουργούν ως κεφάλαιο: τα μέσα παραγωγής (σταθερό κεφάλαιο) απ’ τη μια πλευρά, και η εργασιακή δύναμη (μεταβλητό κεφάλαιο) απ’ την άλλη.

Ο καπιταλιστής εμφανίζεται στην αγορά ως ιδιοκτήτης του χρήματος (Χ) αγοράζοντας εμπορεύματα (Ε), τα οποία αποτελούνται από μέσα παραγωγής (Μπ) και εργασιακή δύναμη (Εδ). Στη διαδικασία παραγωγής (Π) καταναλώνει παραγωγικά τα Ε, για να δημιουργήσει μια εκροή εμπορευμάτων, (ένα προϊόν, Ε΄), της οποίας η αξία θα πρέπει να ξεπερνάει αυτή του Ε. Τελικά πουλά αυτήν την εκροή για να εισπράξει ένα ποσό χρήματος (Χ΄) υψηλότερο σε σχέση με το (Χ).

Στη Μαρξική θεωρία του καπιταλιστικού τρόπου παραγωγής, τόσο η αξία όσο και το χρήμα αποτελούν έννοιες οι οποίες είναι αδύνατον να οριστούν ανεξάρτητα από την έννοια του κεφαλαίου. Περιέχουν την (αλλά και περιέχονται στην) έννοια του κεφαλαίου. Η θεωρία του Μαρξ δεν αποτελεί επομένως απλώς χρηματική θεωρία της αξίας. Αποτελεί ταυτόχρονα και χρηματική θεωρία του κεφαλαίου. [15]

Η κίνηση του χρήματος ως κεφαλαίου προσδένει την παραγωγική διαδικασία στην διαδικασία κυκλοφορίας, με την έννοια ότι η παραγωγή εμπορευμάτων καθίσταται μία φάση ή μία συνιστώσα (καίτοι η αποφασιστική συνιστώσα για την όλη διαδικασία αξιοποίησης) του συνολικού κυκλώματος του κοινωνικού κεφαλαίου:

Χ—Ε (= Mπ+Εδ) [®Π®Ε΄]—Χ΄

«Η αξία γίνεται επομένως αυξανόμενη αξία, αυξανόμενο χρήμα και σαν τέτοιο γίνεται κεφάλαιο. (...) Αντίθετα, η κυκλοφορία του χρήματος σαν κεφάλαιο αποτελεί αυτοσκοπό, γιατί η αξιοποίηση της αξίας υπάρχει μόνο μέσα στο πλαίσιο αυτής της κίνησης που διαρκώς ανανεώνεται. Γι’ αυτό, η κίνηση του κεφαλαίου είναι απεριόριστη» (Μαρξ 1978-α:, 168, 164-65).

Το κύκλωμα του κοινωνικού κεφαλαίου αποκτά τη δυναμική του από την εκμετάλλευση της εργασιακής δύναμης στη σφαίρα της παραγωγής. Εντούτοις υπερβαίνει τη διαδικασία παραγωγής και κυκλοφορίας των εμπορευμάτων, εφόσον εμπεριέχει επίσης τη χρηματοπιστωτική σφαίρα και την κερδοσκοπία που συνδέεται μαζί της.

4. Η Μαρξική έννοια της «ενδογένειας»

Η πιο πάνω συνοπτική παρουσίαση των βασικών αρχών της χρηματικής θεωρίας της αξίας και του κεφαλαίου που διατύπωσε ο Μαρξ δείχνει πρώτα απ’ όλα ότι το χρήμα (ακόμα και το «εμπορευματικό χρήμα», δηλαδή τα πολύτιμα μέταλλα, υπό την υπόθεση βεβαίως ότι αυτά δεν έχουν άλλες, μη χρηματικές χρήσεις) εξ ορισμού δεν αποτελεί εμπόρευμα. Αποτελεί την απτή αξιακή διάσταση των εμπορευμάτων, συνιστά την ενσάρκωση της αυτο-αξιοποιούμενης αξίας, του κεφαλαίου. Η συνέπεια αυτής της θέσης είναι ότι παρά την όποια «τεχνική» διαφοροποίηση, όλες οι μορφές χρήματος είναι κατ’ ουσίαν όμοιες: Καθώς «το κεφάλαιο παράγει στην ουσία κεφάλαιο» (Μαρξ 1978-β: 1081), το «εμπορευματικό» χρήμα, το χαρτονόμισμα και το πιστωτικό χρήμα αποτελούν μορφές εμφάνισης της ίδιας κοινωνικής σχέσης: της «αυτο-αξιοποιούμενης» αξίας. Ιστορικά, το χρήμα παίρνει αυτές τις διαφορετικές μορφές. Εντούτοις, όπως δείχνει ο Μαρξ, είναι το πιστωτικό χρήμα, («υποστηριζόμενο» προφανώς από το χαρτονόμισμα, εφόσον οι τράπεζες πάντοτε διατηρούν τα απαραίτητα επίπεδα ρευστών διαθεσίμων που εξασφαλίζουν τη μετατρεψιμότητα των καταθέσεων σε νόμιμο νόμισμα), αποτελεί την πλέον επαρκή μορφή του χρήματος ως κεφαλαίου, την ιδανική του μορφή: είναι η μορφή που προσιδιάζει στην «αυτο-αξιοποιούμενη αξία», καθώς επιτρέπει να εκδηλωθεί άμεσα η εγγενής ικανότητα του κεφαλαίου να θέτει σε κίνηση τη διαδικασία αναπαραγωγής του σε διευρυνόμενη κλίμακα, «σαν καθαρό αυτόματο» (Μαρξ 1978-β: 502). Σε κάθε περίπτωση, η θέση σχετικά με τον ενδογενή χαρακτήρα του χρήματος αναγκαστικά ισχύει για όλες τις μορφές χρήματος.

Αντίθετα με την αντίληψη του Μαρξ, οι μετακεϋνσιανοί οικονομολόγοι εισάγουν μια «διχοτομία» μεταξύ από τη μια μεριά του πιστωτικού χρήματος και από την άλλη του χαρτονομίσματος (και του «εμπορευματικού» χρήματος): «Όταν το χρήμα είναι μεταλλικό νόμισμα ή χαρτονόμισμα, έχει νόημα να θεωρήσουμε ότι η προσφορά του είναι ανεξάρτητη από τη ζήτησή του» (Moore 1988: 10). [16] H «διχοτομία» αυτή υποστηρίζεται με βάση ένα «τεχνικό» επιχείρημα, σύμφωνα με το οποίο οι «ποσοτικοί έλεγχοι της προσφοράς πιστωτικού χρήματος είναι απλώς ανέφικτοι», ενώ είναι εφικτοί για το χαρτονόμισμα. (Moore 1988: 22 επ.., 208). Εδώ όμως τίθεται το ερώτημα: Σε ποια έκταση και κατεύθυνση θα «επιθυμούσε» η Κεντρική Τράπεζα να ελέγξει την ποσότητα του κυκλοφορούντος χαρτονομίσματος, με δεδομένη την αδυναμία της να ελέγξει τον όγκο του πιστωτικού χρήματος; Για να απαντήσουμε στο ερώτημα αυτό πρέπει να ακολουθήσουμε την επιχειρηματολογία του Μαρξ.

Η Μαρξική χρηματική θεωρία του κεφαλαίου υποδηλώνει μια «αντιστροφή» της μετακεϋνσιανής θέσης περί ενδογενούς χαρακτήρα του χρήματος: Δεν είναι η δημιουργία και κυκλοφορία του χρήματος ενδογενής στη διαδικασία παραγωγής και κυκλοφορίας εμπορευμάτων, αλλά αντιστρόφως, η παραγωγή και κυκλοφορία των εμπορευμάτων είναι ενδογενής στο συνολικό κοινωνικό κύκλωμα του χρήματος, του οποίου η κίνηση καθορίζεται από τη λειτουργία του ως κεφαλαίου.

Με μια διαφορετική διατύπωση, η ανάλυση με βάση τις κατηγορίες που ανέπτυξε ο Μαρξ έδειξε, ότι όλες οι αντιλήψεις περί διχοτομίας μεταξύ της «πραγματικής» οικονομίας και του χρήματος πρέπει να απορριφθούν. Το χρήμα δεν είναι απλώς ενδογενές στις οικονομικές σχέσεις. Η κίνησή του είναι η υλική έκφραση των καπιταλιστικών οικονομικών σχέσεων. Η παραγωγή και κυκλοφορία εμπορευμάτων θα πρέπει να γίνει κατανοητή ως μια στιγμή (τόσο δομικώς όσο και χρονικώς) αυτών των οικονομικών σχέσεων, δηλαδή του συνολικού κοινωνικού κυκλώματος του χρηματικού κεφαλαίου. Το γεγονός ότι η παραγωγή και κυκλοφορία των εμπορευμάτων συνιστά την αποφασιστική στιγμή των καπιταλιστικών σχέσεων παραγωγής (ιδιοποίηση υπεραξίας) δεν αλλάζει τίποτα στη θέση που μόλις διατυπώσαμε:

«Αυτή η χρηματική κυκλοφορία οδηγεί από την άλλη μεριά στο κεφάλαιο, ώστε μπορεί να αναπτυχθεί ολοκληρωτικά μόνο στη βάση του κεφαλαίου. Όπως και γενικά, μόνο πάνω στη δική του βάση μπορεί η κυκλοφορία να καταλάβει όλα τα συνθετικά στοιχεία της παραγωγής» (Μαρξ 1990: 596, η έμφαση προστέθηκε).

Σε αυτό το θεωρητικό πλαίσιο μπορεί εύκολα να γίνει αντιληπτό γιατί οι νομισματικές αρχές του κράτους δεν μπορούν ούτε τον καθοριστικό ρόλο να παίζουν, ούτε επιτελούν μια λειτουργία εξωτερική σε σχέση με την ενδογενή διαδικασία δημιουργίας χρήματος. Δεν πρόκειται ούτε για μια «προσφορά χρήματος» η οποία εξαναγκάζει τη «ζήτηση χρήματος» να ισορροπήσει σε ένα συγκεκριμένο ύψος, ούτε για μια «ζήτηση χρήματος» προς την οποία αναγκάζεται να προσαρμοστεί η («εξωτερικώς διευθυνόμενη») προσφορά χρήματος. Το χρήμα είναι η «αντικειμενοποίηση» της κεφαλαιακής σχέσης (η ενσάρκωση της «αυτο-αξιοποιούμενης αξίας) και το όχημα της διευρυνόμενης αναπαραγωγής της. [17]

Η δημιουργία του χρήματος δεν μπορεί επομένως παρά να αποτελεί το αποτέλεσμα της διευρυμένης αναπαραγωγής του κεφαλαίου στο συνολικό κοινωνικό επίπεδο, η οποία, σε τελευταία ανάλυση, προσδιορίζει τη βούληση των νομικών, πολιτικών, τεχνικών, κ.λπ. φορέων και τον τρόπο λειτουργίας των κρατικών μηχανισμών ή αρχών. Το επιχείρημα ότι η έκδοση χαρτονομίσματος είναι εξωγενής διότι συνιστά «απόφαση» και δράση κρατικών αρχών δεν θέτει καν το ουσιώδες ερώτημα του αν οι κρατικές αποφάσεις και δράσεις μπορούν να «αυτονομηθούν» από τη διευρυμένη αναπαραγωγή του κεφαλαίου. Από μια άλλη σκοπιά, το γεγονός ότι το πιστωτικό χρήμα αναδεικνύεται αυτοφυώς, όπως έδειξε ο Μαρξ (βλ. το επόμενο τμήμα αυτού του άρθρου) ως η κύρια μορφή χρήματος στον καπιταλιστικό τρόπο παραγωγής σημαίνει ότι το χαρτονόμισμα δεν μπορεί να το υποκαταστήσει (ή να το αντικαταστήσει). Δεν είναι λοιπόν τυχαίο που το χαρτονόμισμα (ή/και το εμπορευματικό χρήμα) αναδεικνύεται σε κύρια χρηματική μορφή μόνο σε έκτακτες συγκυρίες, όπως ο πόλεμος ή η πιστωτική κατάρρευση.

Στο ίδιο συμπέρασμα θα μπορούσε να φτάσει κανείς μέσα από μια «θεσμική» προβληματική, που θα εστίαζε στη συσχέτιση ανάμεσα κρατικό-θεσμικό πλαίσιο και την οικονομική διαδικασία:

Η αγορά δεν μπορεί να γίνει εμπειρικά αντιληπτή χωρίς το κράτος (το πολιτικό, νομικό, θεσμικό, ιδεολογικό πλαίσιο της κρατικής εξουσίας). Οι αγορές εμπορευμάτων και εργασίας ρυθμίζονται και συνακόλουθα καθίστανται ικανές να λειτουργήσουν χάρη σε νομοθετικές ρυθμίσεις και διαδικασίες επίβλεψης που διαμορφώνει το κράτος. Αυτό εντούτοις δεν σημαίνει ότι οι νομοθετικές ρυθμίσεις, οι θεσμοί ή οι παρεμβάσεις και οι διαδικασίες επιτήρησης εκ μέρους του κράτους θέτουν σε κίνηση την οικονομική διαδικασία (δημιουργούν την αγορά, δηλαδή τις καπιταλιστικές σχέσεις παραγωγής). Αποτελούν δομές και λειτουργίες που ανήκουν στο ίδιο κοινωνικό οικοδόμημα με την οικονομία (δηλαδή στην καπιταλιστική τάξη πραγμάτων), συμβάλλοντας στη διευρυμένη αναπαραγωγή της (της οικονομίας αλλά και της καπιταλιστικής κοινωνίας ως συνόλου).

Αντίστοιχα, η Κεντρική Τράπεζα δεν θα πρέπει να θεωρείται ως μια «εξωτερική αρχή» που ρυθμίζει τον όγκο του κυκλοφορούντος χρήματος (αυτός προσδιορίζεται από τη διαδικασία διευρυμένης αναπαραγωγής του κεφαλαίου), καίτοι ο ρόλος της μπορεί να είναι σημαντικός για την «απρόσκοπτη» λειτουργία του χρηματοπιστωτικού συστήματος. [18] Με την κλασική μαρξιστική ορολογία, η Κεντρική Τράπεζα ανήκει στο κρατικό-θεσμικό εποικοδόμημα, το οποίο συμβάλλει αποφασιστικά στη διατήρηση και αναπαραγωγή των κυρίαρχων οικονομικών και κοινωνικών δομών του καπιταλισμού.

5. Θέσεις σχετικά με το πιστωτικό χρήμα στον 3ο τόμο του Κεφαλαίου

Στο Κεφάλαιο ο Μαρξ διατύπωσε τη χρηματική θεωρία του της αξίας και του κεφαλαίου στα τέσσερα πρώτα κεφάλαια του 1ου τόμου. Εντούτοις, ασχολήθηκε εκτεταμένα με την πίστη και την ενδογενή δημιουργία χρήματος μόλις στο Τμήμα V. του 3ου τόμου (κεφάλαια 21-36), δηλαδή μετά περισσότερες από 1.500 σελίδες. [19]

Αφού διατύπωσε τη χρηματική του θεωρία στα πρώτα κεφάλαια του 1ου τόμου, ο Μαρξ θεώρησε ότι η ανάλυσή του θα έπρεπε να συνεχιστεί σε ένα ψηλότερο επίπεδο ανάλυσης, συγκεκριμένα σε αυτό της αφηρημένης εργασίας και υπερεργασίας, ώστε να δειχθεί ότι κινητήρια δύναμη της οικονομικής εξέλιξης είναι η εκμετάλλευση της εργασίας από το κεφάλαιο (Milios 2003). [20]

Το Τμήμα V. του 3ου τόμου του Κεφαλαίου, στο οποίο ο Μαρξ ασχολείται και πάλι εκτενώς με το χρήμα και την πίστη, έχει εντούτοις περισσότερο τον χαρακτήρα ενός κειμένου σημειώσεων παρά μιας δομημένης ανάλυσης. Παρά τον προσωρινό του χαρακτήρα, το κείμενο αυτό περιέχει μια σειρά θέσεων οι οποίες συνάγονται από τη χρηματική θεωρία του για την αξία και το κεφάλαιο:

Εφόσον το χρήμα είναι η πιο γενική μορφή του κεφαλαίου, δεν μπορεί να «δημιουργείται» από το κράτος. Η πηγή του δεν μπορεί να είναι παρά η διαδικασία αυτο-αξιοποίησης του κεφαλαίου. Αυτό σημαίνει ότι το πιστωτικό χρήμα αποτελεί αναγκαστικά την κύρια μορφή χρήματος. Το κρατικώς δημιουργούμενο χρήμα (χαρτονόμισμα ή ακόμα και «εμπορευματικό» χρήμα) αποτελεί δευτερεύουσα χρηματική μορφή, η οποία υπό κανονικές συνθήκες δεν μπορεί να αποτελεί την κύρια συνιστώσα της συνολικής χρηματικής κυκλοφορίας. Το επίπεδο της χρηματικής κυκλοφορίας εξαρτάται από τη διαδικασία κεφαλαιακής συσσώρευσης, η οποία συνδέεται άμεσα με τη δημιουργία πιστωτικού χρήματος.

α) Με την ανάπτυξη των καπιταλιστικών οικονομικών σχέσεων, το πιστωτικό χρήμα γίνεται η κύρια μορφή χρήματος:

«Η κοινωνική σχέση ολοκληρώθηκε σαν σχέση ενός πράγματος, του χρήματος, προς τον ίδιο τον εαυτό του» (Μαρξ 1978-β: 494) «Βάση της κεφαλαιοκρατικής παραγωγής είναι το γεγονός ότι το χρήμα, ως αυτοτελής μορφή αξίας, αντιπαρατίθεται στο εμπόρευμα, ή ότι η ανταλλακτική αξία οφείλει να αποκτήσει αυτοτελή μορφή στο χρήμα (…). Αυτό πρέπει να εκδηλωθεί διπλά, και ιδίως στα κεφαλαιοκρατικά αναπτυγμένα έθνη, που αντικαθιστούν κατά μεγάλες μάζες το χρήμα, από τη μια μεριά με πιστωτικές πράξεις και από την άλλη μεριά με πιστωτικό χρήμα» (Μαρξ 1978-β: 649).

«Και αυτή η οικονομία, που συνίσταται στον παραμερισμό του χρήματος από τις συναλλαγές, και που βασίζεται ολότελα στη λειτουργία του χρήματος ως μέσου πληρωμής, η οποία με τη σειρά της βασίζεται στην πίστη (δεν παίρνουμε εδώ υπόψη τη λιγότερο ή περισσότερο αναπτυγμένη τεχνική στη συγκέντρωση αυτών των πληρωμών) μπορεί να είναι μόνον δύο ειδών (…)» (Μαρξ 1978-β: 654-55).

β) Η συσσώρευση του κεφαλαίου βασίζεται επομένως στις πιστωτικές σχέσεις:

«Έτσι η συσσώρευση του δανείσιμου χρηματικού κεφαλαίου εκφράζει εν μέρει μόνο το γεγονός ότι όλο το χρήμα στο οποίο μετατρέπεται το βιομηχανικό κεφάλαιο κατά τη διαδικασία της κύκλισής του παίρνει τη μορφή όχι χρήματος που προκαταβάλλουν οι εμπλεκόμενοι στην αναπαραγωγή καπιταλιστές, αλλά χρήματος το οποίο οι ίδιοι δανείζονται, έτσι που πράγματι η προκαταβολή του χρήματος που πρέπει να λάβει χώρα στη διαδικασία της αναπαραγωγής εμφανίζεται ως προκαταβολή δανεισμένου χρήματος» (Μαρξ 1978-β: 636, MEW 25: 522).

γ) Ο καπιταλισμός πρέπει να θεωρείται όχι απλώς ως χρηματική οικονομία αλλά κυρίως ως η οικονομία της πίστης: [21]

«Σ’ ένα σύστημα παραγωγής στο οποίο όλη η συνοχή της διαδικασίας αναπαραγωγής στηρίζεται στην πίστη (…)» (Μαρξ 1978-β: 617).

«Αυτός ο κοινωνικός χαρακτήρας του κεφαλαίου πετυχαίνεται και πραγματοποιείται πέρα για πέρα μόνο με την πλήρη ανάπτυξη του πιστωτικού και τραπεζικού συστήματος (…). Το τραπεζικό σύστημα, υποκαθιστώντας το χρήμα με διάφορες μορφές πιστωτικής κυκλοφορίας, δείχνει ακόμα, ότι το χρήμα δεν είναι στην πραγματικότητα τίποτε άλλο από μια ιδιαίτερη έκφραση του κοινωνικού χαρακτήρα της εργασίας και των προϊόντων της» (Μαρξ 1978-β: 758).

δ) H έκταση της πίστης εξαρτάται από το επίπεδο της καπιταλιστικής ανάπτυξης μιας χώρας, το οποίο όμως η πίστη επηρεάζει:

«Είναι όμως καθαρό ότι με την ανάπτυξη της παραγωγικής δύναμης της εργασίας, επομένως και της παραγωγής σε μεγάλη κλίμακα, 1) οι αγορές επεκτείνονται και απομακρύνονται από τον τόπο της παραγωγής, 2) γι’ αυτό πρέπει οι πιστώσεις να παραταθούν, και επομένως 3) όλο και περισσότερο το κερδοσκοπικό στοιχείο πρέπει να κυριαρχεί στις συναλλαγές (...) Η ανάπτυξη της διαδικασίας παραγωγής διευρύνει την πίστη και η πίστη οδηγεί στην επέκταση των βιομηχανικών και εμπορικών επιχειρήσεων» (Μαρξ 1978-β: 606). «Το ανώτατο όριο της πίστης είναι εδώ ίσο με την πλήρη απασχόληση του βιομηχανικού κεφαλαίου, δηλαδή με την ανώτατη ένταση της αναπαραγωγικής του δύναμης, χωρίς να παίρνει υπόψη τα όρια της κατανάλωσης. Τα όρια αυτά της κατανάλωσης διευρύνονται με την ένταση της ίδιας της διαδικασίας παραγωγής» (Μαρξ 1978-β: 608).

ε) Καθώς το πιστωτικό χρήμα γίνεται η κύρια μορφή χρήματος σε μια καπιταλιστική οικονομία, διαμορφώνεται η δυνατότητα για την έκρηξη χρηματοπιστωτικών κρίσεων ανεξάρτητα από τις οικονομικές κρίσεις υπερπαραγωγής. Μια επεκτατική πιστωτική πολιτική θα μπορούσε να αμβλύνει μια χρηματική κρίση που βρίσκεται στην αρχική της φάση.

«Όσο καιρό ο κοινωνικός χαρακτήρας της εργασίας θα εμφανίζεται ως η χρηματική ύπαρξη του εμπορεύματος, και, επομένως, ως ένα πράγμα έξω από την πραγματική παραγωγή, είναι αναπόφευκτες οι χρηματικές κρίσεις, είτε ανεξάρτητα από τις πραγματικές κρίσεις είτε σαν όξυνση πραγματικών κρίσεων. Εξάλλου είναι σαφές ότι όσον καιρό δεν έχει κλονιστεί η πίστη μιας τράπεζας, η τράπεζα αυτή σε τέτοιες περιπτώσεις καταπραΰνει τον πανικό, αυξάνοντας το πιστωτικό χρήμα, ή τον εντείνει, αποσύροντάς το από την κυκλοφορία. Όλη η ιστορία της σύγχρονης βιομηχανίας δείχνει ότι, αν η εγχώρια παραγωγή θα ήταν οργανωμένη, το μεταλλικό χρήμα θα απαιτούνταν πράγματι μόνο για την εξόφληση των ελλειμμάτων στο ισοζύγιο του διεθνούς εμπορίου (…) Ότι στο εσωτερικό μιας χώρας από τώρα δεν χρειάζεται μεταλλικό χρήμα, το αποδεικνύει η αναστολή των πληρωμών σε μετρητά από τις λεγόμενες εθνικές τράπεζες, αναστολή στην οποία καταφεύγουν σαν μοναδικό βοηθητικό μέσο σε όλες τις ακραίες περιπτώσεις» (Μαρξ 1978-β: 650).

στ) Η πίστη δεν αποτελεί απλώς την απαίτηση του δανειστή σε μελλοντικές αξίες (σε μια μελλοντική παραγωγή). Στο πλαίσιο των συνολικών καπιταλιστικών κοινωνικών σχέσεων, αποτελεί απαίτηση της ιδιοκτησίας έναντι της εργασίας, η οποία παίρνει τη μορφή μια «φετιχιστικής» φυσικής τάξης πραγμάτων.

«Όταν εξετάσαμε ως τώρα την ιδιάζουσα μορφή της συσσώρευσης του χρηματικού κεφαλαίου και της χρηματικής περιουσίας γενικά, είδαμε ότι ανάγεται σε συσσώρευση απαιτήσεων της ιδιοκτησίας πάνω στην εργασία» (Μαρξ 1978-β: 600). «Στο τοκοφόρο κεφάλαιο ολοκληρώνεται η αντίληψη του κεφαλαίου-φετίχ, η αντίληψη που αποδίδει στο συσσωρευμένο προϊόν της εργασίας, το παγιωμένο επιπλέον με τη μορφή του χρήματος, τη δύναμη να παράγει, χάρη σε μια έμφυτη μυστική ιδιότητα, σαν καθαρό αυτόματο, υπεραξία σε γεωμετρική πρόοδο, έτσι που αυτό το συσσωρευμένο προϊόν εργασίας (...) έχει από καιρό προεξοφλήσει για πάντα όλο τον πλούτο του κόσμου σαν να του αναλογεί και να του ανήκει δικαιωματικά» (Μαρξ 1978-β: 502-3).

Οι θέσεις που μόλις παρουσιάσαμε βρίσκονται σε άμεση συνάφεια με τις σύγχρονες συζητήσεις και διαμάχες σχετικά με τη θεωρία του χρήματος, της πίστης και των κρίσεων. Συνιστούν το σημείο αφετηρίας για τη διαμόρφωση μιας μαρξιστικής θεωρίας του πιστωτικού συστήματος στο πλαίσιο της διευρυμένης αναπαραγωγής του συνολικού κοινωνικού κεφαλαίου. Προϋπόθεση για τη διαμόρφωση μιας τέτοιας θεωρίας είναι η ενσωμάτωση στη Μαρξική χρηματική θεωρία των αναλύσεων τις οποίες ανέπτυξε ο Μαρξ μη λαμβάνοντας υπόψη του το χρήμα, καθώς θεωρούσε ότι έπρεπε να κινηθεί σε ένα υψηλότερο επίπεδο αφαίρεσης. Ο Michael Heinrich (2003) έδωσε ένα καλό παράδειγμα στην κατεύθυνση αυτή, αναφορικά με τα σχήματα αναπαραγωγής του συνολικού κοινωνικού κεφαλαίου, που αναπτύσσονται στον 2ο τόμο του Κεφαλαίου:

«Στο 3ο τμήμα του 2ου τόμου του Κεφαλαίου διερευνάται το ζήτημα του πώς είναι δυνατή η πραγματοποίηση της υπεραξίας στο επίπεδο του συνολικού κοινωνικού κεφαλαίου. Η λύση που δίνεται εκεί είναι η εξής: Πρέπει να υφίσταται ένας θησαυρός, τον οποίον οι καπιταλιστές προκαταβάλλουν αμοιβαίως μεταξύ τους. (…) Το να θεωρείται η ύπαρξη ενός θησαυρού ως προϋπόθεση της αναπαραγωγής είναι μια αναχρονιστική ιδέα, καθώς όταν ένας καπιταλιστής έχει στη διάθεσή του ένα “θησαυρό” προσπαθεί να τον αξιοποιήσει. [22] (…) Αν λάβουμε υπόψη μας τον 3ο τόμο, τα πράγματα αλλάζουν: η διαδικασία αναπαραγωγής του συνολικού κεφαλαίου δεν είναι δυνατή χωρίς την πίστη».

Επιπλέον, η πίστη επιτρέπει να υπερβαίνει η αύξηση της δαπάνης μιας περιόδου παραγωγής (η αύξηση της δαπάνης σε σταθερό και μεταβλητό κεφάλαιο και η δαπάνη για ατομική κατανάλωση των καπιταλιστών, σε σχέση με την αντίστοιχη δαπάνη της προηγούμενης περιόδου) το συνολικό κέρδος της προηγούμενης περιόδου παραγωγής.

Συμπέρασμα

Η θέση σχετικά με τον ενδογενή χαρακτήρα του χρήματος που εισήγαγαν οι μετακεϋνσιανοί οικονομολόγοι μπορεί να επαληθευτεί με θεωρητικά συνεκτικό τρόπο στη βάση της χρηματικής θεωρίας της αξίας και του κεφαλαίου του Μαρξ. Στην κατεύθυνση αυτή, υποστηρίχθηκε στο παρόν άρθρο ότι δεν θα πρέπει να θεωρείται ότι το χρήμα δημιουργείται ενδογενώς, κατά τη διαδικασία παραγωγής και κυκλοφορίας των εμπορευμάτων, αλλά αντιστρόφως, ότι η διαδικασία εμπορευματικής παραγωγής και κυκλοφορίας συνιστά μία «στιγμή» (φάση, συνιστώσα) του κυκλώματος του συνολικού χρηματικού κεφαλαίου.

Υπό αυτό το πρίσμα, επιχείρησα επίσης να δείξω ότι το έργο του Μαρξ αποτελεί την αφετηρία για τη διατύπωση μιας σύγχρονης επιστημονικής θεωρίας του πιστωτικού συστήματος.

Βιβλιογραφία

Arthur, Ch. J. 2002, The New Dialectic and Marx’s Capital, Leiden: Brill Academic Publishers.

Cottrell, A. 1995, «Monetary Endogeneity and the Quantity Theory: The Case of Commodity Money», working paper, University of Ottawa.

Davidson, P. & Weintraub, S. 1972, «Money as Cause and Effect», The Economic Journal, Vol. 83, No. 332, (Dec.): 1117-1132.

Friedman, M. 1973, «The Quantity Theory of Money: A Restatement», in M. Friedman (editor), Studies in Quantity Theory, Chicago: University of Chicago Press.

Heinrich, M. 1999, Die Wissenschaft vom Wert, Überarbeitete und erweiterte Neuauflage, Münster: Westfälisches Dampfboot.

Heinrich, M. 2003, «Χρηματική θεωρία της αξίας, χρήμα και πίστη», Θέσεις82: 45-52.Itoh, M. & Lapavitsas, C. 1999, Political Economy of Money and Finance, London: Macmillan.

Ιωαννίδης, Γ. 2003, «Σημειώσεις για την ιστορική εξέλιξη της ποσοτικής θεωρίας του χρήματος», Θέσεις 82: 79-115.

Lapavitsas, C. 2000, «Money and the Analysis of Capitalism: The Significance of Commodity Money», Review of Radical political Economics, 32, 4: 631-656.

Lapavitsas, C. & Saad-Fihlo, A. 2000, «The Supply of Credit Money and Capital Accumulation: A Critical View of Post-Keynesian Analysis», in Zarembka, P. (ed.), 2000, Research in Political Economy Volume 18. Value, Capitalist Dynamics and Money, Jai Press, New York: 309-334.

Lavoie, M. 2000, «The Reflux Mechanism and the Open Economy», in Rochon/Vernengo 2000: 215-44.

Μαρξ, Κ. 1978-α, Το Κεφάλαιο, Τόμος πρώτος. Αθήνα: Σύγχρονη Εποχή.

Μαρξ, Κ. 1978-β, Το Κεφάλαιο, Τόμος τρίτος. Αθήνα: Σύγχρονη Εποχή.

Μαρξ, Κ. 1983, Αποτελέσματα της άμεσης διαδικασίας παραγωγής. [VI ανέκδοτο κεφάλαιο]. Αθήνα: Α/συνέχεια.

Μαρξ, Κ. 1989, Grundrisse. Βασικές γραμμές της Κριτικής της Πολιτικής Οικονομίας. Τόμος Α΄. Αθήνα: Στοχαστής.

Μαρξ, Κ. 1990, Grundrisse. Βασικές γραμμές της Κριτικής της Πολιτικής Οικονομίας. Τόμος Β΄. Αθήνα: Στοχαστής.

Μαρξ, Κ. 1991, Εμπόρευμα και χρήμα. Το πρώτο βιβλίο από την πρώτη έκδοση του «Το Κεφάλαιο, Κριτική της Πολιτικής Οικονομίας» με το παράρτημα Ι.1: Η αξιακή μορφή. Αθήνα: Κριτική.

Μαρξ, Κ. 1992, Grundrisse. Βασικές γραμμές της Κριτικής της Πολιτικής Οικονομίας. Τόμος Γ΄. Αθήνα: Στοχαστής.

Μαρξ, Κ. 1993, Μαργκινάλια στο «Εγχειρίδιο Πολιτικής Οικονομίας» του Adolph Wagner, Αθήνα: Κριτική.

MEGA (Marx/Engels Gesamtausgabe) II. 2,1980, «Das Kapital» und Vorarbeiten, Manuskripte und Schriften 1858/1861, Berlin: Dietz Verlag.

Marx-Engels-Werke, (MEW), διάφοροι τόμοι, (1969-1977), Berlin: Dietz Verlag.

Milios, J., Dimoulis D. and Economakis, G. 2002, Karl Marx and the Classics. An Essay on Value, Crises and the Capitalist Mode of Production. Aldershot, London: Ashgate.

Milios, J. 2003, «On the theoretical significance of Marx’s ambivalences towards Classical Political Economy», The 2003 Value Theory Mini-Conference, New York. http://www.greenwich.ac.uk/~fa03/iwgvt.

Mollo, M. L. R. 1999, «The Endogeneity of Money. Post-Keynesian and Marxian Concepts Compared», in Zarembka, P. (ed.) 1999, Research in Political Economy Volume 17. Economic Theory of Capitalism and its Crises, New York: Jai Press, pp. 3-26.

Moore, B. J. 1988, Horizontalists and Verticalists. The macroeconomics of credit money, Cambridge: Cambridge University Press.

Moore, B. J. 2000, «Some Reflections on Endogenous Money”, in Rochon/Vernengo 2000: 11-33.

Murray, P. 2000, «Marx’s “Truly Social” Labour Theory of Value: Abstract Labour in Marxian Value Theory», Part I, Historical Materialism, No. 6.

Rochon, L.-Ph. and Vernengo, M. (eds.). 2000, Credit, Interest Rates and the Open Economy: Essays on Horizontalism. Cheltenham: Edward Elgar

Rousseas, S. 1986, Post Keynesian Monetary Economics, Armonk, New York: M. E. Sharpe.

Smith, A. 2000, Έρευνα για τη φύση και τις αιτίες του πλούτου των εθνών, Αθήνα: Ελληνικά Γράμματα.

Wray, L. R. 2002, «Monetary Policy. An Institutionalist Approach», Center for Full Employment and Price Stability, Working Paper No. 21, Feb.


[1] Μια πρώτη εκδοχή αυτού του άρθρου παρουσιάστηκε στο Sixth International Conference in Economics, Economic Research Center, METU, Άγκυρα, 11-14 Σεπτεμβρίου 2002 υπό τον τίτλο: «Theory of Value and Money. In Defence of the Endogeneity of Money». Ευχαριστώ τον Christopher J. Arthur για τις παρατηρήσεις του στην αρχική εκδοχή του κειμένου.

[2] Βλ. π.χ. Smith 2000: I.iv.2 and I.iv.4.

[3] Ο Keynes τοποθετήθηκε με ιδιαίτερα διφορούμενο και αντιφατικό τρόπο στο ζήτημα του ενδογενούς χαρακτήρα του χρήματος. Υιοθέτησε τη θέση της «ενδογένειας» μόνο σε συγκεκριμένα σημεία των έργων του που εκδόθηκαν πριν τη Γενική Θεωρία και ιδίως στην Treatise on Money (και στα σχεδιάσματα του ιδίου έργου, που προηγήθηκαν της έκδοσής του). Για μια λεπτομερειακή παρουσίαση των απόψεων του Keynes στο ζήτημα αυτό βλ. Moore 1988: 171-204.

[4] «Ποια είναι η φύση του χρήματος; Ο Milton Friedman (…) υποστήριξε ότι είναι μάταιο να προσπαθήσει κανείς να προσδιορίσει θεωρητικά το χρήμα (…) Το χρήμα ορίζεται ευρέως ως οτιδήποτε γίνεται γενικώς δεκτό ως μέσον ανταλλαγής και πληρωμής (…) Ως εμπορευματικό χρήμα (commodity money) θα εννοούνται εφεξής τα πολύτιμα μέταλλα, δηλαδή εμπορεύματα μακράς διάρκειας ζωής, τα οποία είναι αναπαράξιμα μόνο υπό μάλλον δραματικά μειούμενες αποδόσεις κλίμακας, ούτως ώστε η συνάρτηση προσφοράς μπορεί να θεωρηθεί ως σχεδόν κάθετη τόσο στη βραχεία όσο και στη μακρά περίοδο (…). Το νόμισμα (το εκδιδόμενο από το κράτος χατονόμισμα) είναι η φυσική ενσάρκωση της νομισματικής μονάδας υπολογισμού (της numeraire), η οποία ορίζεται από την ανεξάρτητη κυβέρνηση. Είναι ένα ασφαλές και ιδανικώς ρευστό απόθεμα αξίας σε μονάδες υπολογισμού (…) Το πιστωτικό χρήμα είναι το παθητικό του εκδίδοντος πιστωτικού ιδρύματος και, πίσω από αυτό το ίδρυμα, του δανειζόμενου από το πιστωτικό ίδρυμα» (Moore 1988: 7-8; 18; 14). «Τόσο το χαρτονόμισμα όσο και το πιστωτικό χρήμα έχουν ανταλλακτική αξία αποκλειστικά διότι υφίσταται υποκειμενική ζήτηση για αυτά. Αυτή η υποκειμενική ζήτηση προκύπτει από το γεγονός ότι γίνονται γενικώς αποδεκτά ως μέσο πληρωμής, το οποίο σε τελευταία ανάλυση στηρίζεται στον ορισμό εκ μέρους του κράτους αυτού το οποίο αποτελεί νόμιμο μέσο αποπληρωμής χρεών σύμφωνα με το δίκαιο των συμβάσεων» (Moore 1988: 243).

[5] Σε μια προηγούμενη εκδοχή της μετακεϋνσιανής προβληματικής, υποστηριζόταν ότι οι αυξήσεις των τιμών, οι οποίες προκαλούνται από «εξωγενείς» αυξήσεις μισθών (δηλαδή από τις μισθολογικές αυξήσεις που προκύπτουν από την ισχύ των συνδικάτων στις συλλογικές διαπραγματεύσεις), θέτουν σε κίνηση τη δυναμική της αυξανόμενης προσφοράς χρήματος: «Μόνο προμηθεύοντας ακριβώς τόσο επιπλέον χρήμα ώστε να διατηρηθεί το προϊόν σταθερό μετά μια τέτοια αύξηση των τιμών, μπορεί η Νομισματική Αρχή να ισχυριστεί ότι δεν ασκεί κάποια επίδραση στην οικονομία» (Davinson/Weinstub 1973).

[6] Χαρακτηριστικό για τον εμπειριστικό χαρακτήρα των μετακεϋνσιανών προσεγγίσεων είναι το ακόλουθο απόσπασμα του Basil Moore: «Το πρώτο μου σχόλια θα έπρεπε μάλλον να αναφέρεται στο αίσθημα έκπληξης που δοκίμασα για την απλοϊκότητα των αρχικών μου πεποιθήσεων (…) Όταν έγραφα το HorizontalistsandVerticalists[1988, Γ.M.], αφού είχα πείσει σε βάθος τον εαυτό μου για την ορθότητα της υπόθεσης περί ενδογενούς χρήματος, υπέθεσα αφελώς ότι, μετά από μια βραχεία μεταβατική περίοδο, η αλήθεια επρόκειτο σύντομα –και ασφαλώς– να κυριαρχήσει. Η έννοια του ενδογενούς πιστωτικού χρήματος (…) ήταν σαφώς λογική. (…) Το εμπειρικό ερώτημα που προκύπτει είναι ο προσδιορισμός της φοράς της αιτιότητας μεταξύ ρευστών διαθεσίμων και καταθέσεων. Με δεδομένη την αδυναμία να καταστρωθεί μια ελεγχόμενη πειραματική διαδικασία, είναι εντούτοις εξαιρετικά δύσκολο να διαπιστωθεί μέσω εμπειρικής παρατήρησης η διεύθυνση της αιτιότητας μεταξύ οποιουδήποτε ζεύγους μεταβλητών (…) Συμβουλεύω εντούτοις τους μετακεϋνσιανούς οικονομολόγους που ασχολούνται με τη θεωρία του χρήματος να εργαστούν για να παρουσιάσουν, όσο καθαρότερα και πειστικότερα γίνεται, επιπλέον εμπειρικά στοιχεία που να υποστηρίζουν την υπόθεση του ενδογενούς χρήματος» (Moore 2000). Σε αυτή την κατεύθυνση παρουσίασης «επιπλέον εμπειρικών στοιχείων», βλ. Lavoie 2000.

[7] «Γενική κοινωνικά ισχύουσα ισοδύναμη μορφή παίρνει [το προϊόν της εργασίας, Γ.Μ.] μόνο στο χρήμα» (Μαρξ 1978-α: 119).

[8] «Η έννοια της αξίας ανήκει ολότελα στην πιο σύγχρονη οικονομία, διότι είναι η πιο αφηρημένη έκφραση του ίδιου του κεφαλαίου και της παραγωγής που βασίζεται σ’ αυτό. Στην έννοια της αξίας προδίνεται το μυστικό του κεφαλαίου» (Μαρξ 1990: 596. Βλ. και στα επόμενα).

[9] Σε μια επιστολή του προς τον Ένγκελς με ημερομηνία 22.06.1867, ο Μαρξ σημείωνε: «Οι κύριοι Οικονομολόγοι παρέβλεψαν μέχρι σήμερα το πολύ απλό γεγονός ότι η μορφή: 20 πήχεις λινού υφάσματος = 1 σακάκι είναι απλώς η βάση του 20 πήχεις λινού = 2 στερλίνες, και επομένως η απλούστερη μορφή του εμπορεύματος , στην οποία η αξία δεν έχει ακόμα εκφραστεί στη σχέση της με όλα τα άλλα εμπορεύματα αλλά μόνον ως κάτι διαφοροποιημένο από την ίδια της τη φυσική μορφή, ότι [η εξεταζόμενη απλή μορφή, Γ.Μ.] ενσωματώνει όλο το μυστικό της χρηματικής μορφής και ως εκ τούτου, in nuce , όλων των αστικών μορφών του προϊόντος της εργασίας » (MEW, τ. 31: 306).

[10] Η Μαρξική έννοια του χρήματος προϋποθέτει την απόρριψη όλων των «ιστορικιστικών» προσεγγίσεων, οι οποίες αντιλαμβάνονται το χρήμα ως ένα «μέσο ανταλλαγής» που έχει προκύψει ιστορικά, και το οποίο κληρονόμησε ο καπιταλισμός από προηγούμενους τρόπους παραγωγής. Το προκαπιταλιστικό χρήμα αποτελεί επομένως μια διαφορετική έννοια από το χρήμα στον ΚΤΠ (τη γενική μορφή εμφάνισης της αξίας και του κεφαλαίου). Το χρήμα είχε διαφορετική φύση στις κοινωνίες όπου κυριαρχούσαν προκαπιταλιστικοί τρόποι παραγωγής: Κατ’ αρχάς, σε εκείνες τις κοινωνίες το χρήμα (ως μέσο συναλλαγών και απόθεμα πλούτου) έπαιζε ένα περιθωριακό ρόλο αναφορικά με τη διαδικασία παραγωγής και απόσπασης του πλεονάσματος, καλύπτοντας απλώς τους «εξωτερικούς πόρους» της κοινωνικής δομής. Αντιθέτως, στον καπιταλισμό το χρήμα αποτελεί την πιο γενική μορφή του κεφαλαίου, της θεμελιακής δομικής σχέσης του συστήματος (βλ. τη συνέχεια του παρόντος κειμένου). Είναι το «όχημα» μέσω του οποίου εκδηλώνονται και αναπαράγονται οι θεμελιώδεις σχέσεις που συγκροτούν τον ΚΤΠ.

[11] Σχετικά ανεξάρτητο, διότι όταν το χρήμα λειτουργεί ως «αυτο-αξιοποιούμενη αξία» (δηλαδή ως κεφάλαιο, βλ. ό,τι ακολουθεί) στο επίπεδο της συνολικής οικονομίας, αναζητά αναγκαστικά την «πηγή αύξησής» του στη σφαίρα της παραγωγής, στην εκμετάλλευση της εργασιακής δύναμης.

[12] Το σημείο αφετηρίας της ανάλυσης του Μαρξ είναι πάντα μια «απλή», δηλαδή εύκολα αναγνωρίσιμη μορφή, η οποία εντούτοις να επιτρέπει την προσέγγιση των «εσωτερικών»-αιτιακών αλληλοσχετίσεων που διέπουν τις κοινωνικές σχέσεις παραγωγής: « De prime abord , δεν εκκινώ από “έννοιες”, άρα ούτε από την “έννοια της αξίας”, και ως εκ τούτου ούτε έχω επίσης κατά κανέναν τρόπο να “διαιρέσω” αυτή την έννοια. Αυτό από το οποίο εκκινώ είναι η απλούστερη οικονομική μορφή, στην οποία παρουσιάζεται το προϊόν της εργασίας στην τωρινή κοινωνία, και αυτό είναι το “ εμπόρευμα ”. Αυτό αναλύω, και μάλιστα στη μορφή στην οποία εμφανίζεται » (Μαρξ 1993: 29-30). «Η απλή κυκλοφορία είναι πολύ περισσότερο μια αφηρημένη σφαίρα της αστικής συνολικής διαδικασίας παραγωγής, η οποία προκύπτει μέσω των ιδιαίτερών της προσδιορισμών ως ροπή, ως απλή μορφή εμφάνισης μιας πίσω από αυτήν ευρισκόμενης, εξίσου από αυτήν προκύπτουσας και αυτήν παράγουσας βαθύτερης διαδικασίας –το βιομηχανικό κεφάλαιο» (MEGA 1980 II.2, 68-9). Ο Μαρξ δηλαδή δεν εκκινεί στο Κεφάλαιο ούτε από μια «ιστορική μορφή» που προηγείται του ΚΤΠ, ούτε, πολύ περισσότερο, από ένα υποτιθέμενο «μοντέλο απλής εμπορευματικής παραγωγής». Εκκινεί από την «απλή κυκλοφορία», δηλαδή το ορατό περίβλημα των καπιταλιστικών σχέσεων παραγωγής.

[13] «Μια ανάλυση (...) θα έδειχνε, ότι το όλοσύστημα της αστικής παραγωγής πρέπει να προϋποτεθεί, ώστε η ανταλλακτική αξία να εμφανιστεί στην επιφάνεια ως το απλό σημείο αφετηρίας, και η ανταλλακτική διαδικασία (…) ως ο απλός κοινωνικός μεταβολισμός ο οποίος εντούτοις περικλείει ολόκληρη την παραγωγή όπως επίσης και την κατανάλωση» (MEGA II.2: 52). Όπως ορθώς παρατηρεί ο Murray (2000), «ολόκληρη η παρουσίαση του Μαρξ για το εμπόρευμα και τη γενικευμένη απλή εμπορευματική κυκλοφορία προϋποθέτει το κεφάλαιο και την σ’ αυτό προσίδια μορφή κυκλοφορίας. Είναι ίσως το σημαντικότερο επίτευγμα της θεωρίας του Μαρξ για τη γενικευμένη εμπορευματική παραγωγή το ότι έδειξε –με μια θαυμάσια διαλεκτική συλλογιστική– ότι μια σφαίρα τέτοιων ανταλλαγών δεν μπορεί να υφίσταται μόνη. Η γενικευμένη εμπορευματική κυκλοφορία είναι ακατανόητη αν αποχωριστεί από την κυκλοφορία του κεφαλαίου».

[14] Ή, καλύτερα διατυπωμένο, στερείται σκοπού: δεν μπορεί να προκαλέσει ούτε ποιοτική ούτε ποσοτική μεταβολή της οντότητας που βρίσκεται σε κίνηση.

[15] «(...) η αξία χρειάζεται πριν απ’ όλα μιαν αυτοτελή μορφή, με την οποία να διαπιστώνεται η ταυτότητα με τον ίδιο τον εαυτό της. Και τη μορφή αυτή την έχει μόνο στο χρήμα. Γι’ αυτό το λόγο το χρήμα αποτελεί την αφετηρία και το τέρμα κάθε διαδικασίας αξιοποίησης» (Μαρξ 1978-α: 167).

[16] Ορισμένοι μαρξιστές υιοθετούν επίσης την ίδια άποψη: «Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι ο εξωγενής χαρακτήρας της προσφοράς χρήματος είναι μια έννοια που σχετίζεται με το χαρτονόμισμα» (Itoh and Lapavitsas 1999: 241). Η άποψη αυτή προκύπτει από μια ερμηνεία της έννοιας της αξίας του Μαρξ η οποία διαφέρει από αυτήν που υιοθετείται στο παρόν άρθρο. Συγκεκριμένα, θεωρείται (σε αντίθεση με ό,τι υποστηρίξαμε πιο πάνω) ότι η αξία ενός εμπορεύματος μπορεί να οριστεί μεμονωμένα, ως η ποσότητα αφηρημένης εργασίας που δαπανήθηκε για την παραγωγή του. Όπως επιχειρηματολογεί ο Lapavitsas (2000: 633, 632): «Το χρηματικό εμπόρευμα (…) κατέχει εσωτερική αξία η οποία προσδιορίζεται από την κοινωνικά αναγκαία αφηρημένη εργασία που ενσωματώθηκε σε αυτό κατά τη διαδικασία παραγωγής (…) Υποθέτοντας ότι τα εμπορεύματα ανταλλάσσονται στην αξία τους (…) η τιμή του χρήματος είναι ο λόγος της αξίας του εμπορεύματος προς την αξία του χρήματος (…). Η αξία (αφηρημένη εργασία) του εμπορευματικού χρήματος μπορεί να λειτουργήσει ως άξονας για την ανταλλακτική αξία τού μη εμπορευματικού χρήματος». Εντούτοις, ακόμα και στο πλαίσιο μιας τέτοιας κατανόησης της αξίας, το «εμπορευματικό χρήμα» θεωρείται από άλλους οικονομολόγους ως ενδογενές διότι η παραγωγή του καθορίζεται από τη συνολική αναπαραγωγή της οικονομίας (π.χ. Cottrell 1995). [Σύμφωνα με τη δική μας ερμηνεία, η αξία αποτελεί εκδήλωση μιας κοινωνικής σχέσης. Καθορίζεται από –αλλά δεν ταυτίζεται με– την αφηρημένη εργασία, και εκφράζεται εμπειρικώς αποκλειστικά στην τιμή του εμπορεύματος. Καθώς το χρήμα δεν έχει τιμή, δεν μπορεί σε καμιά περίπτωση να θεωρείται εμπόρευμα «με ενδογενή αξία», ακόμα και αν πρόκειται για τα πολύτιμα μέταλλα, τα οποία βεβαίως θεωρούμε ότι έχουν αποκλειστικώς νομισματική χρήση].

[17] «Για να μην απολιθωθεί ως θησαυρός, το χρήμα πρέπει πάντα να εισέρχεται στην κυκλοφορία, ακριβώς όπως πρέπει να εξέρχεται από αυτήν, αλλά όχι απλώς ως μέσο κυκλοφορίας αλλά (...) ως επαρκής ανταλλακτική αξία, αλλά συγχρόνως ως πολλαπλασιασμένη, αυξημένη ανταλλακτική αξία, αξιοποιημένη ανταλλακτική αξία» (MEGA II/2: 77).

[18] Στο πλαίσιο αυτό έχει δίκιο η Mollo (1999: 17, 14) όταν γράφει: «Η ανάλυση του Μαρξ για τη γένεση του χρήματος μας επιτρέπει να κατανοήσουμε την αναγκαιότητα της κρατικής νομισματικής παρέμβασης ως ενδοφυούς στη λογική του καπιταλισμού, και υπό αυτή την έννοια ως κάτι ενδογενές (…) Ως δημόσιες οντότητες, κατέχουν ένα ανώτερο στάτους έναντι των τραπεζών και άλλων ιδιωτικών φορέων. Όμως ως τμήμα της κοινωνίας υπόκεινται στις πιέσεις που καθορίζουν τη δυναμική των χρηματοπιστωτικών φαινομένων ως συνόλου. Αυτό καθιστά την αυτονομία των νομισματικών αρχών απλώς σχετική και περιορίζει την εξουσία τους να παρεμβαίνουν στην οικονομία».

[19] Βέβαια ο Μαρξ είχε αναφερθεί σε ζητήματα θεωρίας του χρήματος και της πίστης και στα άλλα οικονομικά έργα του της περιόδου 1857-1863. Στη Συμβολή στην Κριτική της Πολιτικής Οικονομίας , που εκδόθηκε για πρώτη φορά το 1859, ο Μαρξ άσκησε κριτική στη θέση ότι ο όγκος του κυκλοφορούντος χρήματος προσδιορίζει το επίπεδο των τιμών. Επιπλέον, διατύπωσε ενδιαφέρουσες παρατηρήσεις σχετικά με την επέκταση ή συρρίκνωση της χρηματικής κυκλοφορίας και της πίστης: «Αν θεωρήσουμε δεδομένη την ταχύτητα της κυκλοφορίας, η μάζα των μέσων κυκλοφορίας προσδιορίζεται απλά από τις τιμές των εμπορευμάτων. Δεν είναι επομένως οι τιμές ψηλές ή χαμηλές επειδή κυκλοφορεί περισσότερο ή λιγότερο χρήμα, αλλά κυκλοφορεί περισσότερο ή λιγότερο χρήμα επειδή οι τιμές είναι ψηλές ή χαμηλές» (MEGA II.2, 1980: 173). «Με τη μεταβαλλόμενη συνολική τιμή των κυκλοφορούντων εμπορευμάτων (…) θα έπρεπε κατ’ επέκταση να διευρύνεται ή να συστέλλεται η συνολική ποσότητα του κυκλοφορούντος χρήματος, πράγμα το οποίο είναι μόνο υπό την προϋπόθεση δυνατό, ότι η συνολική ποσότητα του χρήματος που είναι διαθέσιμο σε μια χώρα βρίσκεται σε μια διαρκώς μεταβαλλόμενη σχέση με την ποσότητα του χρήματος που βρίσκεται στην κυκλοφορία. Αυτή η συνθήκη πληρούται μέσω του σχηματισμού θησαυρών (...) Το πάγωμα του κυκλοφορούντος χρήματος σε θησαυρό και η ροή των θησαυρών στην κυκλοφορία είναι μια συνεχώς μεταβαλλόμενη κίνηση ταλάντωσης, όπου η επικράτηση της μιας ή της άλλης κατεύθυνσης ρυθμίζεται αποκλειστικά από τις διακυμάνσεις της κυκλοφορίας των εμπορευμάτων» (MEGA II.2, 1980: 197-8, οι υπογρ. δικές μας). «O νόμος σχετικά με την ποσότητα του κυκλοφορούντος χρήματος, ο οποίος προέκυψε από την εξέταση της απλής κυκλοφορίας του χρήματος τροποποιείται ουσιαστικά από την κυκλοφορία των μέσων πληρωμής» (MEGA II.2, 1980: 209). Υπενθυμίζω στον αναγνώστη ότι όροι όπως «σχηματισμός θησαυρών» και «μέσα πληρωμής» αποτελούν εισαγωγικές-προσωρινές έννοιες που αναφέρονται στο πιστωτικό σύστημα (καταθέσεις, πιστωτικό χρήμα).

[20] Αυτή η μακρά θεωρητική παράκαμψη είχε σημαντικές συνέπειες όχι μόνο για τους αναγνώστες (οι οποίοι τείνουν συχνά να παραβλέψουν το χρηματικό χαρακτήρα της Μαρξικής θεωρίας της αξίας και του κεφαλαίου), αλλά ακόμα και για τον ίδιο τον Μαρξ: Σε συγκεκριμένα σημεία του έργου του ο Μαρξ αμφιταλαντεύεται προς την Κλασική (Ρικαρδιανή) Πολιτική Οικονομία. Στο ζήτημα αυτό βλ. Heinrich 1999, Milios et al 2002. Ωστόσο ο Μαρξ προειδοποίησε τους αναγνώστες του για αυτή τη μετατόπιση της ανάλυσής του: «Την υπερεργασία δεν την εφεύρε το κεφάλαιο. Παντού όπου ένα μέρος της κοινωνίας κατέχει το μονοπώλιο των μέσων παραγωγής, ο εργάτης, ελεύθερος είτε ανελεύθερος, είναι υποχρεωμένος στο χρόνο εργασίας που είναι αφιερωμένος για τη συντήρηση του εαυτού του να προσθέτει παραπανήσιο χρόνο εργασίας, για να παράγει τα μέσα συντήρησης για τον ιδιοκτήτη των μέσων παραγωγής, αδιάφορο αν ο ιδιοκτήτης αυτός είναι αθηναίος καλός κ’αγαθός, ετρούσκος θεοκράτης, civis romanus, νορμανδός βαρόνος, αμερικανός δουλοκτήτης, μπογιάρος της Βλαχίας, σύγχρονος γαιοκτήμονας, ή κεφαλαιοκράτης» (Μαρξ 1978-α, 246).

[21] Βλ. σχετικά Heinrich 2003.

[22] Βλ. επίσης τη διατύπωση του Μαρξ στην υποσημείωση 17 του παρόντος.

 
< Προηγ.   Επόμ. >
Θέσεις, τριμηνιαία επιθεώρηση, 37ο έτος (1982-2019), εκδόσεις Νήσος, (Σαρρή 14, 10553, Αθήνα, τηλ-fax: 210-3250058)
Το περιεχόμενο διατίθεται ελεύθερα για μη εμπορικούς σκοπούς, υπό τον όρο της παραπομπής στην αρχική του πηγή